This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 32011D0097
2011/97/EC: Commission Decision of 14 September 2005 — State aid measure C 11/04 (ex NN 4/03) — Olympic Airways — Restructuring and privatisation (notified under document C(2005) 2706) Text with EEA relevance
2011/97/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 14ης Σεπτεμβρίου 2005 — κρατική ενίσχυση C 11/04 (πρώην NN 4/03) — Ολυμπιακή Αεροπορία — Αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 2706] Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ
2011/97/ΕΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 14ης Σεπτεμβρίου 2005 — κρατική ενίσχυση C 11/04 (πρώην NN 4/03) — Ολυμπιακή Αεροπορία — Αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 2706] Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ
ΕΕ L 45 της 18.2.2011, pp. 1–32
(BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
In force
|
18.2.2011 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 45/1 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 14ης Σεπτεμβρίου 2005
κρατική ενίσχυση C 11/04 (πρώην NN 4/03) — Ολυμπιακή Αεροπορία — Αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2005) 2706]
(Το κείμενο στην ελληνική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2011/97/ΕΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 88 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),
Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
|
(1) |
Με επιστολή της 3ης Μαρτίου 2003 (TREN A/26534, 25 Ιουλίου 2003), οι ελληνικές αρχές υπογράμμισαν τη δέσμευσή τους καθώς και τα μέτρα που έχουν ήδη λάβει προκειμένου να ιδιωτικοποιηθεί η κρατική αεροπορική εταιρεία Ολυμπιακή Αεροπορία (Olympic Airways). |
|
(2) |
Επειδή δεν υπήρξε επίσημη κοινοποίηση, η Επιτροπή εξέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2003 απόφαση με την οποία διέτασσε την παροχή πληροφοριών [Ε(2003) 3266], η οποία κοινοποιήθηκε στις ελληνικές αρχές στις 9 Σεπτεμβρίου 2003. Με την απόφαση αυτή, οι ελληνικές αρχές κλήθηκαν να διαβιβάσουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εξέταση του συμβιβάσιμου χαρακτήρα των μέτρων αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας με το άρθρο 87 της Συνθήκης. |
|
(3) |
Με επιστολή της ιδίας ημέρας (TREN D/15287), η Επιτροπή επέμεινε προς τις ελληνικές αρχές ότι έπρεπε να της κοινοποιήσουν το νόμο (που εκδόθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2003) σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Με επιστολή της 17ης Σεπτεμβρίου 2003 (TREN A/30881), οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι επρόκειτο να υποβάλουν τις αιτούμενες πληροφορίες σε εύθετο χρόνο. |
|
(4) |
Στις 25 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή έλαβε επίσημη καταγγελία (TREN A/30589) από ανταγωνιστή, την Aegean Airlines, σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής Αεροπορίας. |
|
(5) |
Ο νόμος για την ιδιωτικοποίηση καθώς και η απάντηση στη διαταγή παροχής πληροφοριών διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή με επιστολή της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (TREN A/30866). Επειδή, ωστόσο, εξακολουθούσαν να λείπουν ορισμένα στοιχεία, η Επιτροπή προειδοποίησε σχετικά τις ελληνικές αρχές με επιστολή της 31ης Οκτωβρίου 2003 (TREN D/17821), αντίγραφο της οποίας εστάλη επίσης μεταγενέστερα με τηλεομοιοτυπία προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 4 Δεκεμβρίου 2003. |
|
(6) |
Στις 12 Δεκεμβρίου 2003, τέθηκε σε λειτουργία μία νέα εταιρεία με την επωνυμία Ολυμπιακές Αερογραμμές (Olympic Airlines), ενώ η Επιτροπή δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει την εξέταση του συμβιβάσιμου χαρακτήρα των μέτρων αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας με το άρθρο 87 της Συνθήκης. Ως εκ τούτου, η διαταγή παροχής πληροφοριών που εκδόθηκε από την Επιτροπή στις 8 Σεπτεμβρίου 2003 καταχωρίστηκε στο μητρώο των κρατικών ενισχύσεων με τα στοιχεία NN 4/03. |
|
(7) |
Στις 15 Δεκεμβρίου 2003 (TREN D/22742), η Επιτροπή επανέλαβε το αίτημά της για την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτικοποίηση και με επιστολές της 18ης και 19ης Δεκεμβρίου 2003 (αντιστοίχως TREN A/38288 &t TREN A/38258), οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν τα αιτούμενα στοιχεία. |
|
(8) |
Στις 15 Ιανουαρίου 2004, εστάλη νέα αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών (TREN D/160) προς τις ελληνικές αρχές, οι οποίες απάντησαν με δύο επιστολές της 16ης Ιανουαρίου 2004 (αντιστοίχως TREN A/11076 & A/11077). |
|
(9) |
Στις 16 Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή προς τις ελληνικές αρχές όσον αφορά τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (Σπάτα) και την συνεχιζόμενη σχέση του με την Ολυμπιακή Αεροπορία/Ολυμπιακές Αερογραμμές. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου 2004. Στις 15 Ιουνίου 2004, εστάλη στις ελληνικές αρχές νέα αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών επί του θέματος και οι απαντήσεις στην εν λόγω επιστολή λήφθηκαν στις 4 Αυγούστου 2004. |
|
(10) |
Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004, που κοινοποιήθηκε στην Ελλάδα με επιστολή της 16ης Μαρτίου 2004 [SG (2002) D/228848], η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης. Η διαδικασία καταχωρίσθηκε με τα στοιχεία C 11/2004. |
|
(11) |
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας δημοσιεύθηκε επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του θέματος. Η Ελλάδα διαβίβασε τις παρατηρήσεις της προς την Επιτροπή, με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2004. |
|
(12) |
Εντός του χρονικού πλαισίου που προβλέπεται στη δημοσιευθείσα κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή έλαβε δύο παρατηρήσεις από ενδιαφερόμενα μέρη. Οι παρατηρήσεις αυτές διαβιβάστηκαν στη συνέχεια προς τις ελληνικές αρχές. Οι παρατηρήσεις της Ελλάδας λήφθηκαν στις 3 Νοεμβρίου 2004. |
|
(13) |
Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε στις ελληνικές αρχές επίσημη προειδοποιητική επιστολή κοινοποιώντας τους την πρόθεσή της να εκδώσει διαταγή αναστολής εάν εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της επιστολής δεν ελάμβανε ικανοποιητικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα είχε παύσει να καταβάλλει ενισχύσεις στους δικαιούχους. Οι ελληνικές αρχές κλήθηκαν επίσης να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του θέματος. Στις 28 Οκτωβρίου 2004, οι ελληνικές αρχές απάντησαν στην εν λόγω επίσημη προειδοποιητική επιστολή. Η Ελλάδα υποστήριξε ότι η διαταγή αναστολής στην παρούσα φάση θα έθετε σοβαρά σε κίνδυνο τις τρέχουσες εντατικές προσπάθειές της για εξεύρεση λύσης και θα ήταν δυσανάλογη και αδικαιολόγητη. |
|
(14) |
Σε συνέχεια της υποβολής των παρατηρήσεών τους, οι εκπρόσωποι των ελληνικών αρχών ενημέρωναν σε τακτά χρονικά διαστήματα τις υπηρεσίες της Επιτροπής για τις εξελίξεις επί του θέματος (σε συσκέψεις της 17ης Δεκεμβρίου 2004, 19ης Δεκεμβρίου 2004, 3ης Φεβρουαρίου 2005, 7ης Φεβρουαρίου 2005 και 28ης Απριλίου 2005, καθώς και με επιστολές της 22ας Φεβρουαρίου 2005 και 19ης Απριλίου 2005), καθώς και για την πορεία της υπό εξέλιξη αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης των Ολυμπιακών Αερογραμμών και της Ολυμπιακής Αεροπορίας-Υπηρεσίες (Olympic Airways Services). |
|
(15) |
Παράλληλα, διαβίβασαν επίσης στις υπηρεσίες της Επιτροπής πληροφορίες για τα ακόλουθα θέματα:
Οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες θα ληφθούν δεόντως υπόψη στην παρούσα απόφαση, στο βαθμό που είναι συναφείς με το θέμα και παρέχουν τις απαιτούμενες διευκρινίσεις στα ερωτήματα που έθεσε η Επιτροπή κατά την κίνηση των διαδικασιών. |
2. ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
2.1. ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΘΥΓΑΤΡΙΚΕΣ ΤΗΣ
Η απόφαση του 1994
|
(16) |
Στις 7 Οκτωβρίου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/696/ΕΚ (3) (εφεξής «η απόφαση του 1994»), σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν ή επρόκειτο να χορηγηθούν στην Ολυμπιακή Αεροπορία από το ελληνικό Δημόσιο κηρύχθηκαν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα τηρούσε σειρά δεσμεύσεων οι οποίες απαριθμούνται στην εν λόγω απόφαση. |
Η απόφαση του 1998
|
(17) |
Ωστόσο, επειδή δεν τηρήθηκαν αρκετοί από τους υποχρεωτικούς όρους που τέθηκαν στην απόφαση του 1994, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 30 Απριλίου 1996 (4), να ανακινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης και να κινήσει τις διαδικασίες αναφορικά με τις νέες και μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις για τις οποίες έλαβε γνώση. |
|
(18) |
Στις 14 Αυγούστου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 1999/332/ΕΚ (5) (εφεξής “η απόφαση του 1998”), σύμφωνα με την οποία η συγκεκριμένη ενίσχυση που χορηγήθηκε ή επρόκειτο να χορηγηθεί από την Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία κρίθηκε συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά στο πλαίσιο σχεδίου αναδιάρθρωσης για την περίοδο 1998-2002. Η ενίσχυση επετράπη και πάλι υπό την προϋπόθεση τήρησης ορισμένων όρων. |
Η απόφαση του 2000
|
(19) |
Τον Ιούλιο 2000, η Ελλάδα γνωστοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει την εναπομένουσα εγκριθείσα ενίσχυση για εγγυήσεις δανείων που επρόκειτο να συναφθούν πριν από το τέλος του 2000, με σκοπό την αγορά νέων αεροσκαφών και την πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων ενόψει της μετεγκατάστασης της Ολυμπιακής Αεροπορίας στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (εφεξής ΔΑΑ) στα Σπάτα. Με επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 2000 [SG(2000)D/108307], η Επιτροπή ενημέρωσε τις ελληνικές αρχές σχετικά με την απόφασή της να τροποποιήσει μέρος της αποφάσεως του 1998 αναφορικά με το μέτρο ενίσχυσης για τις εγγυήσεις δανείων. |
Η απόφαση του 2002
|
(20) |
Στις 6 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης. Εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την καταχρηστική εφαρμογή των ενισχύσεων που είχαν εγκριθεί με τις αποφάσεις της Επιτροπής του 1994 και του 1998, τη μη εφαρμογή του προγράμματος αναδιάρθρωσης της εταιρείας, καθώς και ανησυχίες σχετικά με νέα παράνομη κρατική ενίσχυση. |
|
(21) |
Στις 9 Αυγούστου 2002, η Επιτροπή απέστειλε προς τις ελληνικές αρχές νέα διαταγή παροχής των πληροφοριών που είχαν ήδη ζητηθεί προηγουμένως. Ειδικότερα, ζητήθηκε από τις ελληνικές αρχές να διαβιβάσουν λογαριασμούς και αριθμητικά στοιχεία που σχετίζονται με την πληρωμή λειτουργικών δαπανών από το ελληνικό Δημόσιο. Οι απαντήσεις που δόθηκαν από την Ελλάδα ήταν ανεπαρκείς. |
|
(22) |
Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε την τελική αρνητική απόφαση 2003/372/ΕΚ (6) (εφεξής «η απόφαση του 2002») σχετικά με την ενίσχυση που χορήγησε η Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι η ενίσχυση που είχε προηγουμένως χορηγηθεί από το ελληνικό Δημόσιο και εγκριθεί από την Επιτροπή ήταν ασυμβίβαστη με τη συνθήκη λόγω μη συμμόρφωσης με τους σχετικούς όρους, και ιδίως λόγω μη ορθής εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε λάβει νέα ενίσχυση η οποία ήταν παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, στο βαθμό που το ελληνικό Δημόσιο είχε ανεχθεί τη μη πληρωμή ή την ετεροχρονισμένη καταβολή ορισμένων εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, φόρων προστιθέμενης αξίας σε καύσιμα και ανταλλακτικά, μισθωμάτων που οφείλονταν σε αεροδρόμια, αερολιμενικών τελών και φόρου επιβαλλόμενου σε επιβάτες οι οποίοι αναχωρούν από ελληνικούς αερολιμένες, γνωστού με την ονομασία «σπατόσημο». |
|
(23) |
Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, η Ελλάδα όφειλε να λάβει, χωρίς καθυστέρηση, όλα τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά θα επέτρεπαν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης, προκειμένου να ανακτήσει από το δικαιούχο την κρατική ενίσχυση ύψους 14 δισεκατ. δραχμές (41 εκατ. ευρώ) που αναφέρεται στο άρθρο 1 της απόφασης, καθώς και τη νέα ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2 της απόφασης. Η προς ανάκτηση ενίσχυση θα έπρεπε επίσης να περιλαμβάνει τόκους από την ημερομηνία κατά την οποία αυτή τέθηκε στη διάθεση του αποδέκτη μέχρι την ημερομηνία ανάκτησής της. |
|
(24) |
Η Ελλάδα υποχρεώθηκε επίσης να ενημερώσει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης, για τα μέτρα τα οποία έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στις ελληνικές αρχές με επιστολή της 13ης Δεκεμβρίου 2002 [SG(02) D/233148] και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Μαΐου 2003. |
|
(25) |
Στις 11 Φεβρουαρίου 2003, σε συνέχεια της απόφασης του 2002, η ελληνική κυβέρνηση ενημέρωση την Επιτροπή ότι, σύμφωνα με τη γνώμη ανεξάρτητου συμβούλου, η Ολυμπιακή Αεροπορία δεν είχε τύχει προνομιακής μεταχείρισης και κατά συνέπεια η ελληνική κυβέρνηση δεν επρόκειτο να εφαρμόσει τις διατάξεις της απόφασης περί ανάκτησης του ποσού της ενίσχυσης που είχε κριθεί ως ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. |
Η συνέχεια στην απόφαση του 2002
|
(26) |
Στις 24 Φεβρουαρίου 2003, η Ολυμπιακή Αεροπορία προσέφυγε ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής (υπόθεση T-68/03). Η Ελλάδα δεν παρέστη σ’αυτή τη δίκη, οι δε ελληνικές αρχές δεν άσκησαν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. |
|
(27) |
Στις 6 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή ενημέρωσε την ελληνική κυβέρνηση ότι υποχρεούτο να συμμορφωθεί με την απόφαση του 2002. Στις 26 Ιουνίου 2003, η ελληνική κυβέρνηση απάντησε αναφέροντας ότι εξέταζε τις έννομες συνέπειες της αποφάσεως του 2002 και της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από την Επιτροπή κατά την έκδοσή της. Παράλληλα, διαβεβαίωσε την Επιτροπή για την πρόθεσή της να προβεί στην ανάκτηση. Δεν το έπραξε όμως και ούτε διαβίβασε στην Επιτροπή χρονοδιάγραμμα για την ανάκτηση αυτή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να προσφύγει, στις 3 Οκτωβρίου 2003, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για μη εκτέλεση της απόφασης (υπόθεση C–415/03). |
|
(28) |
Στις 12 Μαΐου 2005, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση C-415/03 (7) και δικαίωσε την Επιτροπή. Το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) απεφάνθη ότι η Ελλάδα παρέβη τις υποχρεώσεις της επειδή δεν έλαβε εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των ενισχύσεων που κρίθηκαν παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, με εξαίρεση τις εισφορές προς τον εθνικό οργανισμό κοινωνικών ασφαλίσεων. |
|
(29) |
Στις 23 Μαΐου 2005, η Επιτροπή απέστειλε προς τις ελληνικές αρχές επιστολή σχετικά με τα μέτρα που όφειλε να λάβει η Ελλάδα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) της 12ης Μαΐου 2005 στην υπόθεση C 415/03. |
|
(30) |
Με επιστολή της 2ας Ιουνίου 2005, οι ελληνικές αρχές απήντησαν επιβεβαιώνοντας την προθυμία τους να συνεργαστούν πλήρως με την Επιτροπή στο θέμα αυτό. Η απάντηση αυτή συνοψίζεται κατωτέρω, στο βαθμό που αφορά θέματα που τέθηκαν κατά τη διαδικασία. |
|
(31) |
Μέχρι σήμερα, η ανάκτηση της ενίσχυσης η οποία κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με την απόφαση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2002, δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ για μη εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως του Δικαστηρίου. |
|
(32) |
Η παρούσα απόφαση, ωστόσο, αφορά μόνο τις αποφάσεις εκείνες οι οποίες λήφθηκαν ή τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή από τις ελληνικές αρχές υπέρ της Ολυμπιακής Αεροπορίας και των διαδόχων της μετά την έκδοση της απόφασης του 2002. |
3. Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 2 βασίστηκε σε μία σειρά ζητήματα:
3.1. Η ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
|
(33) |
Τα ετήσια αποτελέσματα της Ολυμπιακής Αεροπορίας (εφεξής «OA») από το 2002 ήταν αρνητικά, η εταιρεία εξακολουθεί να εμφανίζει αρνητική κερδοφορία, η βασική της δραστηριότητα αντί να παράγει έσοδα στην πραγματικότητα μειώνει κάθε χρόνο τη συνολική της αξία και κατά συνέπεια είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να θεωρηθεί ότι η εταιρεία συνεχίζει τις δραστηριότητές της μόνον επειδή δεν πληρώνει τις οφειλές της προς το Δημόσιο, κάτι που με την απόφαση του 2002, κρίθηκε ότι ισοδυναμούσε με τη λήψη παράνομης κρατικής ενίσχυσης. |
|
(34) |
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή είναι ότι το ελληνικό Δημόσιο αποτελεί de facto, αν όχι de jure, τον κύριο δανειστή της OA και εάν δεν εξακολουθούσε η κρατική παρέμβαση η εταιρεία θα είχε από καιρό σταματήσει να λειτουργεί. |
3.2. Η ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΗ ΑΝΑΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ
|
(35) |
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή γνώριζε την ύπαρξη του νόμου 3185/2003 ο οποίος προέβλεπε την απόσχιση των πτητικών κλάδων των διαφόρων εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας (εφεξής «OAG»), δηλαδή της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας (εφεξής «OAv») και των Μακεδονικών Αερογραμμών (εφεξής «MA») και τη συγκέντρωσή τους σε ένα ενιαίο φορέα (τις πρώην MA) ο οποίος μετονομάστηκε σε Ολυμπιακές Αερογραμμές (εφεξής “NOA”). Το μη πτητικό έργο επρόκειτο να παραμείνει εντός της ΟΑ που θα μετονομαζόταν σε Ολυμπιακή Αεροπορία — Υπηρεσίες ΑΕ (εφεξής «OAS») και ο νόμος 3185/2003 προέβλεπε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί παρόμοια διαδικασία για τις μονάδες επίγειας εξυπηρέτησης και συντήρησης και επισκευής αεροσκαφών, μολονότι μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει πραγματοποιηθεί.
|
|
(36) |
Κατά τη διαδικασία η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα, αδυνατώντας να ιδιωτικοποιήσει στο σύνολό του τον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας (OAG), αποφάσισε να διαιρέσει τον όμιλο σε ξεχωριστές οντότητες προκειμένου να καταστήσει τις νέες αυτές μονάδες περισσότερο ελκυστικές για τους δυνητικούς επενδυτές και να τις διαχωρίσει από τις υποχρεώσεις της ΟΑ. |
|
(37) |
Στην πραγματικότητα, αυτό που φαίνεται να συνέβη μετά την αναδιάρθρωση του OAG είναι ότι μετά το Δεκέμβριο του 2003 όλες οι πτητικές δραστηριότητες έχουν πλέον συγκεντρωθεί στην NOA και όλες οι άλλες δραστηριότητες, κυρίως επίγεια εξυπηρέτηση, συντήρηση και επισκευές αεροσκαφών, παραμένουν στην παλαιά εταιρεία η οποία ονομάζεται πλέον Ολυμπιακή Αεροπορία — Υπηρεσίες (OAS). Η εταιρεία αυτή κατέχει επίσης ορισμένες πλειοψηφικές μετοχές σε άλλες εταιρείες στην Ελλάδα που παρέχουν υπηρεσίες συναφείς με τις αερομεταφορές όπως είναι οι υπηρεσίες εστίασης, τεχνολογίας των πληροφοριών και εφοδιασμού με καύσιμα. |
|
(38) |
Ο νόμος για την ιδιωτικοποίηση διευκρινίζει ότι η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, καθώς και άλλων δικαιωμάτων προς τη νέα εταιρεία συντελείται αυτοδικαίως και ατελώς, απαλλασσόμενη από κάθε φόρο, τέλος και δικαίωμα προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) ή κάθε άλλο οργανισμό του δημοσίου. Απαλλάσσονται επίσης από κάθε βάρος, χρέος ή αξίωση τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, πλην των υποχρεώσεων οι οποίες ρητώς αναγράφονται στον ισολογισμό μετασχηματισμού. Επιπλέον, το άρθρο 27 του νόμου 3185/2003 ορίζει ότι η νέα εταιρεία εξαιρείται από την εφαρμογή των άρθρων 479 και 939 του Αστικού Κώδικα (8) και των άρθρων 537 και επομένων του Εμπορικού Κώδικα όσον αφορά τις οφειλές της ΟΑ που δημιουργήθηκαν πριν από την «απόσχιση» του πτητικού κλάδου. Κατά συνέπεια, με το μέτρο αυτό, οι πιστωτές δύνανται να εγείρουν αξιώσεις μόνο έναντι των χρεών που μεταβιβάζονται στη NOA, αλλά δεν θα μπορούν να εγείρουν αξιώσεις έναντι της νέας εταιρείας για τα χρέη που θα παραμείνουν στην ΟΑ. Στη συνέχεια, οι ελληνικές αρχές εξέδωσαν στις 15 Οκτωβρίου 2004 το νόμο 3259/2004 που παρείχε στην ΟΑ προσωρινή ασυλία έναντι της λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης από πιστωτές. |
|
(39) |
Σε εφαρμογή του νόμου 3185/2003, το ελληνικό Δημόσιο προσέλαβε εταιρεία συμβούλων (Deloitte & Touche) προκειμένου να προβεί σε αποτίμηση της αξίας των «πτητικών» κλάδων του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Στην εταιρεία αυτή ανατέθηκε επίσης η εκπόνηση σχεδίου μετασχηματισμού καθώς και η σύνταξη έκθεσης για την κατάσταση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας προκειμένου να καθοριστεί ο αριθμός και η κατηγορία των εργαζομένων που επρόκειτο να μεταφερθούν στη NOA. Οι σύμβουλοι της Deloitte & Touche ανέφεραν ότι δεν διενήργησαν έλεγχο και εργάστηκαν αποκλειστικά βάσει των στοιχείων που τους παρείχε η διοίκηση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Ολυμπιακής Αεροπλοΐας. Επιπλέον, η Deloitte & Touche δεν περιέλαβε στην αξιολόγησή της αεροσκάφη ιδιοκτησίας Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας, η αξία των οποίων υπολογίστηκε από άλλο εξωτερικό σύμβουλο (Airclaims Ltd.) σε αγοραία τιμή 120 εκατ. ευρώ. |
|
(40) |
Οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας (εφεξής «PSOs») μεταβιβάστηκαν από την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα στη NOA χωρίς διαγωνισμό. Προκύπτει επίσης ότι η Ολυμπιακή Αεροπλοΐα είχε εξασφαλίσει οφειλή της έναντι του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών ύψους 10 εκατ. ευρώ με την εκχώρηση δικαιώματος επί των απαιτήσεων από επιχορηγήσεις στο πλαίσιο των εν λόγω PSOs και ότι η υποχρέωση αυτή παρέμεινε στην Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, παρά το γεγονός ότι οι PSOs εκτελούνταν από τη NOA. |
|
(41) |
Το προεδρικό διάταγμα 178/2002, με το οποίο ενσωματώνεται στο ελληνικό δίκαιο η οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου (9), αναφέρει ότι στην περίπτωση μεταβίβασης, ανεξάρτητα από τη μέθοδο, δραστηριότητας μιας επιχείρησης προς μία άλλη, οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με την εν λόγω δραστηριότητα μεταφέρονται στη νέα αυτή επιχείρηση με το ίδιο καθεστώς και τα ίδια δικαιώματα. Πρόθεση των ελληνικών αρχών ήταν ωστόσο να μεταβληθεί το καθεστώς των εργαζομένων. Προκειμένου να συμβεί αυτό, θα έπρεπε σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 178/2002 να λάβουν χώρα διαπραγματεύσεις. |
|
(42) |
Όσον αφορά το προσωπικό της ΟΑ, κατά το χρόνο της απόσχισης ίσχυαν συνολικά για τα θέματα του προσωπικού περίπου 300 ειδικοί νόμοι, συλλογικές συμβάσεις και λοιπές διατάξεις. Οι ελληνικές αρχές θεώρησαν συνεπώς σημαντικό να τροποποιήσουν το νομοθετικό πλαίσιο και να επαναδιαπραγματευτούν τις συλλογικές συμβάσεις, ειδικότερα καθόσον, τον Ιούνιο 2003, ο όμιλος απασχολούσε 6 171 άτομα (περίπου 1 850 εργαζόμενοι μετακινήθηκαν στη NOA) και οι δαπάνες προσωπικού αντιπροσώπευαν 38 % των συνολικών εσόδων, ενώ ο μέσος όρος για τον κλάδο κινείται περίπου στο 22-26 %. Ως εκ τούτου, το άρθρο 27 του νόμου 3185/2003 προέβλεψε ορισμένες αλλαγές. Ο νόμος 2190/1994 που αφορά τη διοικητική διαδικασία πρόσληψης για εταιρείες του δημόσιου τομέα δεν εφαρμόζεται στη NOA. Πάντως όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι, δυνάμει των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων, είχαν δικαίωμα συνταξιοδότησης κατά τη διάρκεια των ετών 2003 ή 2004, διατηρούσαν τα κεκτημένα δικαιώματά τους. |
|
(43) |
Σε αντίθεση με την OA η οποία είχε χρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές της αποκλειστικά από το χρέος της, για τη NOA προβλεπόταν να χρησιμοποιήσει τα ίδια κεφάλαιά της. Η NOA άρχισε τις δραστηριότητές της με πολύ λίγα έως ανύπαρκτα χρέη και αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην επιλογή των στοιχείων που μεταφέρθηκαν στο νέο φορέα. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις της NOA, κατά την έναρξη της λειτουργίας της η νέα εταιρεία δεν κληρονόμησε καμία χρηματοοικονομική υποχρέωση από τη μητρική εταιρεία, οι οφειλές της οποίας ανέρχονταν τη συγκεκριμένη περίοδο σε 207 εκατ. ευρώ. |
|
(44) |
Σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις του ελληνικού Πτωχευτικού Δικαίου (νόμος 2190/1920), οι μετοχές που προέρχονται από την απόσχιση ενός κλάδου, τμήματος ή υπηρεσίας και την απορρόφηση από μία λειτουργούσα εταιρεία, ανήκουν στην αρχική εταιρεία. Αυτό σημαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι οι μετοχές στη NOA θα πρέπει να παραμείνουν στην κατοχή της OA. Ωστόσο, το άρθρο 27 του νόμου 3185/2003 προβλέπει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης, οι μετοχές που προέρχονται από την απόσχιση διαφόρων κλάδων της ΟΑ περιέρχονται στο ελληνικό Δημόσιο. Επιπλέον, τα έσοδα από τη μεταγενέστερη πώληση των κλάδων αυτών θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των οφειλών και υποχρεώσεων της ΟΑ. Η Ελλάδα διευκρίνισε ότι με τη διαδικασία αυτή, τα χρηματοοικονομικά στοιχεία του ενεργητικού μεταφέρονται στο Δημόσιο και η αξία τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, στο βαθμό που προέρχονται από αποτίμηση την οποία έχουν πραγματοποιήσει ελεγκτές. Επιπλέον, το ελληνικό Δημόσιο θεωρεί ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, όταν θα πωληθούν από αυτό, θα αποφέρουν μεγαλύτερο όφελος σε σύγκριση με τη μη μεταβίβαση των μετοχών σε αυτό. |
3.3. Η «ΠΡΟΠΛΗΡΩΜΗ» 130 312 450 ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ OA
|
(45) |
Με την υπουργική απόφαση 2/71992/A0024 της 22.12.2003 και σε εφαρμογή του άρθρου 27 του νόμου 3185/2003, συστήθηκε από το ελληνικό Δημόσιο ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος με την ονομασία «Ελληνικό Δημόσιο — Λογαριασμός Αποκρατικοποίησης του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας». Ο λογαριασμός θα πιστωθεί με τα έσοδα πωλήσεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης, εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας (με πρώτη τη NOA), οι μετοχές των οποίων έχουν περιέλθει στο ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, για να αντιμετωπιστούν οι αναγκαίες δαπάνες μέχρι την ιδιωτικοποίηση των εταιρειών του ομίλου, ο λογαριασμός αυτός πιστώθηκε από το Δημόσιο με ποσό το οποίο περιγράφεται ως «προκαταβολή» ή «προπληρωμή». Η εν λόγω «προκαταβολή» ισούται με την ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου της NOA (130 312 450 ευρώ). |
|
(46) |
Οι οφειλές εκείνες της ΟΑ οι οποίες δεν επρόκειτο να μεταφερθούν στο νέο φορέα NOA, και ειδικότερα οι δαπάνες που συνδέονται με την πρόωρη συνταξιοδότηση μέρους του προσωπικού, θα χρηματοδοτηθούν μέσω του ειδικού λογαριασμού και από τα έσοδα που θα προέλθουν από την παροχή υπηρεσιών στη ΝΟΑ και σε άλλους τρίτους. |
3.4. ΣΠΑΤΟΣΗΜΟ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΑΑ
|
(47) |
Με επιστολή της 19ης Ιανουαρίου 2004, η καταγγέλλουσα εταιρεία (Aegean Airlines) διαβίβασε στην Επιτροπή αντίγραφο επιστολής της Ελληνικής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (έγγραφο DII/A/28751/11626/22-07-2003), που απευθύνεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και κοινοποιήθηκε στην ΑΕ «Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών». Από την επιστολή αυτή προκύπτει ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία όφειλε το ποσό των 26 001 473,33 ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά το «τέλος εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης αερολιμένων», γνωστό και ως «σπατόσημο», που οι αερομεταφορείς εισπράττουν από τους επιβάτες και στη συνέχεια υποχρεούνται να αποδώσουν στο Δημόσιο. |
|
(48) |
Από την επιστολή αυτή προκύπτει επίσης ότι η Ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΥΠΑ) ζήτησε να της καταβληθεί το οφειλόμενο αυτό ποσό των 26 εκατ. ευρώ. Εξ όλων αυτών φαίνεται ότι η ΟΑ, που αποτελεί τον κύριο χρήστη των ελληνικών αεροδρομίων, δεν κατέβαλε το «σπατόσημο» και με τον τρόπο αυτό υποχρεώθηκε το ελληνικό Δημόσιο να αναζητήσει μέσα προκειμένου να βοηθήσει τον ΔΑΑ, ο οποίος είχε νεοσυσταθεί και εξαρτάτο από το σπατόσημο. Μολονότι η ΟΑ είχε υποχρέωση να αποδώσει τα οφειλόμενα ποσά στο μέλλον, η Επιτροπή υποπτεύεται ότι εν τω μεταξύ η ΟΑ επωφελήθηκε από την ανοχή του κράτους, το οποίο όχι μόνο δεν της επέβαλε κυρώσεις λόγω καθυστέρησης πληρωμών αλλά έθεσε επιπλέον σε εφαρμογή μηχανισμούς βάσει των οποίων οι λοιποί ελληνικοί αερολιμένες υποχρεούνται να συνεισφέρουν για τις ζημίες που προκλήθηκαν λόγω καθυστερημένης ή μη πληρωμής εκ μέρους της ΟΑ των οφειλόμενων ποσών για το «σπατόσημο». |
4. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΙΒΑΣΤΗΚΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
4.1. ΑΡΧΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ
|
(49) |
Στις 11 Ιουνίου 2004, η Ελλάδα διαβίβασε την απάντησή της στην κίνηση της διαδικασίας. Καταρχάς, διευκρίνισε ότι κατά την άποψή της η καταλληλότερη λύση για την Ολυμπιακή Αεροπορία θα ήταν η ιδιωτικοποίηση των διαφόρων κλάδων και δραστηριοτήτων του ομίλου. Η ιδιωτικοποίηση θα διενεργείτο το συντομότερο δυνατό και με πλήρη συμμόρφωση προς όλους τους ισχύοντες κανόνες και απαιτήσεις του ελληνικού και κοινοτικού δικαίου· η Επιτροπή θα ενημερωνόταν πλήρως για τις εξελίξεις. Η Ελλάδα εξήγησε ότι η ιδιωτικοποίηση κρίθηκε ως η περισσότερο επωφελής λύση από οικονομική άποψη, καθώς θα προέκυπταν περισσότερα έσοδα σε σχέση με εκείνα σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας. Ενώ οι ελληνικές αρχές παραδέχθηκαν ότι η λύση της ιδιωτικοποίησης θα είχε επίσης κοινωνικά και άλλα μη οικονομικά πλεονεκτήματα, τόνισαν ότι η οικονομική ανάλυση αποτελούσε το μοναδικό κριτήριο για την επιλογή της καταλληλότερης στρατηγικής. |
|
(50) |
Η Ελλάδα αναφέρθηκε στην πρόοδο που είχε ήδη σημειωθεί στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης η οποία είχε προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Η Ελλάδα επιβεβαίωσε ότι το πτητικό έργο των ΟΑ και OAv είχε απορροφηθεί μαζί με ορισμένα άυλα στοιχεία του ενεργητικού, όπως ο διαθέσιμος χρόνος χρήσης (slots), δικαιώματα βάσει διμερών συμφωνιών, η εμπορική επωνυμία και ο λογότυπος και η φήμη και πελατεία της ΟΑ, από την υφιστάμενη εταιρεία MA. Η εταιρεία MA άλλαξε την επωνυμία της και μετονομάστηκε σε NOA. Η NOA διαχωρίστηκε από τον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας (OAG) και οι μετοχές της (μετά από αύξηση κεφαλαίου προκειμένου να διευκολυνθεί η εισφορά σε είδος των πτητικών δραστηριοτήτων) μεταφέρθηκαν απευθείας στο ελληνικό Δημόσιο. Η νέα εταιρεία άρχισε να λειτουργεί στις 12 Δεκεμβρίου 2003, αφού έλαβε όλες τις απαραίτητες άδειες. |
|
(51) |
Στη συνέχεια, οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι το στρατηγικό μοντέλο για τη NOA ήταν η δημιουργία ενός βιώσιμου τακτικού αερομεταφορέα ο οποίος θα λειτουργούσε με ένα μέσο κόστος εργασίας για τον κλάδο και θα ήταν σε θέση να επωφεληθεί από ορισμένους παράγοντες, όπως είναι το σημαντικό εμπορικό κύρος της ΟΑ, η θέση της Ελλάδας ως ενός από τους 15 επικρατέστερους τουριστικούς προορισμούς και οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 2004 στην Αθήνα. Διορίστηκε νέα διοίκηση στη NOA και άρχισε εκτενής επανεξέταση του επιχειρηματικού σχεδίου. |
|
(52) |
Μετά την έναρξη λειτουργίας της NOA, η ΟΑ έπαυσε να αποτελεί αερομεταφορέα με άδεια εκμετάλλευσης από την ΕΕ και μετονομάστηκε σε Ολυμπιακή Αεροπορία – Υπηρεσίες (OAS). Η Ολυμπιακή Αεροπλοΐα (OAv) σταμάτησε και εκείνη τις πτητικές της δραστηριότητες, με εξαίρεση την παροχή περιορισμένων υπηρεσιών γενικής αεροπορίας και ναύλωσης ελικοπτέρων που αναμενόταν να μεταφερθούν στη νέα εταιρεία. |
|
(53) |
Όσον αφορά το μη πτητικό έργο (επίγεια εξυπηρέτηση, συντήρηση και επισκευή αεροσκαφών και εκπαίδευση χειριστών Ολυμπιακής Αεροπλοΐας) που έχουν πλέον ενσωματωθεί στην OAS, η Ελλάδα ανέφερε ότι είχε την πρόθεση να ιδιωτικοποιήσει και αυτές τις δραστηριότητες. Αυτό άλλωστε προβλεπόταν και στο νόμο 3185/2003. Υπήρχε επίσης η πρόθεση να πωληθούν συμμετοχές σε άλλες εταιρείες, όπως η Olympic Catering και η Galileo Hellas. Η OA συμμετείχε επίσης σε τρεις εταιρείες καυσίμων που δραστηριοποιούνταν στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, δηλαδή την Athens Airport Pipeline Co, την Olympic Fuel Co και την Olympic IntoPlane Co και προβλεπόταν ότι οι συμμετοχές αυτές θα πωλούντο εγκαίρως και με κανονική διαδικασία. Η πώληση των εταιρειών αυτών ήταν σχετικά εύκολη καθώς διέθεταν «καθαρούς ισολογισμούς» και οι ιδιώτες μέτοχοί τους είχαν το δικαίωμα προαίρεσης για την αγορά τους. |
|
(54) |
Οι ελληνικές αρχές επιθυμούσαν να διευκρινίσουν ορισμένα θέματα αναδιάρθρωσης που τέθηκαν κατά την κίνηση της διαδικασίας. |
|
(55) |
Όσον αφορά τις συμφωνίες μεταξύ ΟΑ και NOA, η Ελλάδα διαβεβαίωσε ότι όλες οι υπηρεσίες παρέχονται σε αγοραίες τιμές και είναι σύμφωνες με τη γενικά εφαρμοζόμενη εμπορική πολιτική της ΟΑ. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να διαβιβάσουν τις συμφωνίες αυτές στην Επιτροπή. |
|
(56) |
Σε σχέση με τη μίσθωση αεροσκαφών, η Ελλάδα τόνισε ότι μεταβιβάστηκαν στις Ολυμπιακές Αερογραμμές μόνο τα εξ ολοκλήρου ιδιόκτητα αεροσκάφη της ΟΑ. Τα μισθωμένα από την ΟΑ αεροσκάφη υπεκμισθώθηκαν στη ΝΟΑ σε τρέχουσες τιμές αγοράς δεδομένου ότι η λύση των μισθώσεων πριν από την κανονική τους διάρκειά θα ανάγκαζε την ΟΑ να αποζημιώσει τους εκμισθωτές για απώλεια μισθωμάτων. Οι λειτουργικές μισθώσεις θα εκχωρούντο απευθείας στη ΝΟΑ, απαλλάσσοντας με τον τρόπο αυτό την ΟΑ από τη μίσθωση. |
|
(57) |
Όσον αφορά τη μίσθωση 4 αεροσκαφών τύπου Airbus A340/300 καλυπτόμενη εν μέρει από κρατικές εγγυήσεις (έως 45 % της αξίας χρηματοδότησης), οι μισθώσεις αυτές δεν επρόκειτο να εκχωρηθούν στη νέα εταιρεία. Η ΝΟΑ θα εκμεταλλευόταν τα αεροσκάφη αυτά με υπεκμίσθωση, καταβάλλοντας στην Ολυμπιακή τις τρέχουσες τιμές. Με τον τρόπο αυτό, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι δεν θα μεταβιβαζόταν κανένα κρατικό όφελος στη ΝΟΑ. |
|
(58) |
Όσον αφορά τις κρατικές εγγυήσεις για τα εν λόγω αεροσκάφη, η Ελλάδα ισχυρίστηκε ότι, παρά το γεγονός ότι η απόφαση του 2002 κήρυσσε ως μη συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά την ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε στην ΟΑ με διάφορες μορφές (συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων), η Επιτροπή είχε διατάξει μόνο την ανάκτηση της τελευταίας δέσμης (41 εκατ. ευρώ) της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε στην ΟΑ (καθώς και την επιστροφή μη εγκριθείσας νέας ενίσχυσης) με το επιχείρημα της θεμιτής προσδοκίας. Η Ελλάδα υποστηρίζει ότι εφόσον η απόφαση του 2002 δεν προβλέπει ειδικά την ανάκτηση (ή ακύρωση) των κρατικών εγγυήσεων, επέτρεψε τη συνέχισή τους. |
|
(59) |
Όσον αφορά τη μεταβίβαση PSOs, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε με νόμιμες διαδικασίες στο βαθμό που η εκμετάλλευση των δρομολογίων αυτών αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα των πτητικών δραστηριοτήτων της OAv και οι υπηρεσίες εξακολουθούσαν να παρέχονται με τα ίδια αεροσκάφη και το ίδιο προσωπικό όπως και για το υπόλοιπο δίκτυο. |
|
(60) |
Όσον αφορά την εικαζόμενη νέα ενίσχυση προς την OA, οι ελληνικές αρχές εξέφρασαν κάποια σύγχυση σχετικά με την έννοια του όρου «φορολογικές υποχρεώσεις». Οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει το επιχείρημα ότι αυτές είχαν «βοηθήσει» την Ολυμπιακή Αεροπορία ανεχόμενες τη μη εξόφληση ορισμένων οφειλών (όχι μόνο φορολογικών). Ανέφεραν περαιτέρω ότι εφόσον η Επιτροπή προέβη σε ένα τέτοιο ισχυρισμό θα έπρεπε και να τον αποδείξει, πράγμα το οποίο δεν συνέβη. Οι ελληνικές αρχές επανέλαβαν ότι η ΟΑ υπόκειται στις διατάξεις και διαδικασίες γενικής εφαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας που εφαρμόζονται στο θέμα αυτό σε όλες τις ελληνικές εταιρείες. |
|
(61) |
Σχετικά με τον ισχυρισμό της μη καταβολής του σπατόσημου, η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ της σχέσης ανάμεσα στους αερομεταφορείς οι οποίοι εισπράττουν το σπατόσημο και στη συνέχεια το αποδίδουν στην Ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΥΠΑ) και τη σχέση ανάμεσα στην ΕΥΠΑ και τους αερολιμένες στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένου του ΔΑΑ) οι οποίοι λαμβάνουν ποσά από το σπατόσημο που υπολογίζονται με βάση τον αριθμό των επιβατών που έχουν ταξιδέψει. Αναφορικά με τον μηχανισμό είσπραξης, οι αερομεταφορείς εισπράττουν το τέλος αυτό από τους επιβάτες και στη συνέχεια το αποδίδουν στο κράτος. Το σπατόσημο που έχει εισπραχθεί αλλά δεν έχει καταβληθεί στο Δημόσιο αποτελεί οφειλή προς αυτό και υπόκειται στις γενικές διατάξεις του «Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ). Αυτό συνέβαινε με το ποσό των 26 001 473,33 ευρώ που η Ολυμπιακή Αεροπορία δεν είχε καταβάλει εμπρόθεσμα αλλά στη συνέχεια εξοφλήθηκε σε δόσεις, με την επιβολή όλων των προβλεπόμενων τόκων υπερημερίας και προστίμων. |
|
(62) |
Ο μηχανισμός είσπραξης είναι χωριστός από το μηχανισμό εκταμίευσης, βάσει του οποίου το ελληνικό Δημόσιο (μέσω της ΕΥΠΑ) καταβάλλει ποσά στους αερολιμένες. Μολονότι οι δύο μηχανισμοί προορίζονται να λειτουργούν διαδοχικά (ο ένας να χρηματοδοτεί τον άλλο), οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η υποχρέωση του ελληνικού δημοσίου να καταβάλει ποσά στους αερολιμένες δεν εξαρτάται από την ικανότητά του να εισπράττει τα ποσά που οφείλονται από τους αερομεταφορείς. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι ότι υπήρξαν καταστάσεις στις οποίες το ελληνικό Δημόσιο υποχρεώθηκε να χορηγήσει ποσά τα οποία δεν είχαν ακόμα εισπραχθεί. Υποστήριξαν περαιτέρω ότι, ενώ η κατάσταση αυτή δεν ήταν ικανοποιητική για το Δημόσιο δεν συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση, εφόσον οι αερομεταφορείς δεν απαλλάσσονταν από τις υποχρεώσεις τους να πληρώσουν τα οφειλόμενα ποσά (συμπεριλαμβανομένων τόκων υπερημερίας και προστίμων). Στη συγκεκριμένη περίπτωση που αναφέρεται στην κίνηση της διαδικασίας, το ελληνικό Δημόσιο είχε υποχρεωθεί λόγω στενότητας στις ταμειακές ροές να μεταβάλει το ποσοστό κατανομής του «σπατόσημου» μεταξύ των αερολιμένων, χορηγώντας μεγαλύτερο ποσοστό στον ΔΑΑ (γεγονός που οδήγησε βραχυπρόθεσμα σε μειωμένες πληρωμές έναντι των οφειλόμενων ποσών σε άλλους αερολιμένες). Οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι η ενέργεια αυτή ήταν απαραίτητη επειδή η χρηματοοικονομική κατάσταση του ΔΑΑ εποπτεύεται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και από εμπορικούς δανειστές και ήταν άσχετη με το εάν η ΟΑ κατέβαλε τις οφειλές της. |
|
(63) |
Το ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι η μη καταβολή του «σπατόσημου» αναφέρθηκε από την Επιτροπή ως η μόνη απόδειξη μη εξόφλησης των υποχρεώσεων της ΟΑ προς το αυτό. |
|
(64) |
Όσον αφορά τον ειδικό λογαριασμό που προβλέπεται από το νόμο 3185/2003, οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η προπληρωμή στην ΟΑ του ποσού των 130 312 450 ευρώ αποτελούσε προσωρινό μέτρο το οποίο θα ελάμβανε οιοσδήποτε συνετός επενδυτής σε οικονομία αγοράς. Κατά την πώληση της ΝΟΑ, όλα τα προκαταβληθέντα ποσά θα επιστραφούν στον ειδικό λογαριασμό. Οι ελληνικές αρχές εξήγησαν περαιτέρω ότι οι μετοχές στη ΝΟΑ δεν ανήκουν πλέον στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας αλλά στο ελληνικό Δημόσιο. Πρόσθεσαν ωστόσο ότι, επειδή από τα στοιχεία του ενεργητικού της ΟΑ αφαιρέθηκε η αξία του πτητικού κλάδου, η διάταξη για την προκαταβολή προς την ΟΑ ποσού το οποίο δεν υπερβαίνει την αξία των «απολεσθέντων» περιουσιακών της στοιχείων αποτελούσε αναλογικό και κατάλληλο μέτρο για τους σκοπούς της αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης. |
|
(65) |
Στην περίπτωση κατά την οποία τα έσοδα από την πώληση της NOA δεν επαρκούν για την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού των 130 312 450 ευρώ, η ελληνική κυβέρνηση ανέφερε ότι το έλλειμμα θα καλυπτόταν από την πώληση των μη πτητικών λειτουργειών/κλάδων. Ο νόμος 3185/2003 προβλέπει ότι τα έσοδα από την πώληση των κλάδων αυτών θα πιστώνονται στον ειδικό λογαριασμό. Στην περίπτωση κατά την οποία οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της ΟΑ υπερβαίνουν την ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών που πρόκειται να πωληθούν, θα εφαρμοστεί η ελληνική νομοθεσία περί αφερεγγυότητας και οι πιστωτές μπορούν να εγείρουν τις αξιώσεις τους ανάλογα. |
|
(66) |
Τα ποσά από το προϊόν της πώλησης των εταιρειών που υπερβαίνουν την ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου των εταιρειών αυτών παραμένουν στο ελληνικό Δημόσιο και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την ΟΑ. Η τελευταία θα έχει πρόσβαση στον λογαριασμό μόνον προκειμένου να τηρήσει τις υποχρεώσεις της για την καταβολή αποζημιώσεων και τη συνταξιοδότηση του προσωπικού και για να καλύψει τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της ΟΑ και OAv κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μετασχηματισμού και εκκαθάρισης. |
|
(67) |
Οι ελληνικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι ο νόμος 3185/2003 αποτελούσε μία προσπάθεια μεγιστοποίησης της αξίας της καθαρής θέσης της επιχείρησης προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης και η απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων. Η προστασία των πιστωτών δεν θα βελτιωνόταν σε περίπτωση πτώχευσης. |
|
(68) |
Εναλλακτικά, εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι η «προπληρωμή» δεν ήταν σύμφωνη με τη συμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας αγοράς προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων και η απόδοση των επενδύσεων, τότε οι ελληνικές αρχές θα ζητούσαν από την Επιτροπή να εξετάσει το θέμα της προπληρωμής υπό το πρίσμα των «κατευθυντήριων γραμμών διάσωσης και αναδιάρθρωσης» ως ενίσχυση διάσωσης συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Στην περίπτωση αυτή οι ελληνικές αρχές θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι πληρούνται οι όροι για τη χορήγηση ενίσχυσης διάσωσης από το Δεκέμβριο 2003 και εφεξής και το επιχείρημα αυτό θα τεκμηριωνόταν με επιχειρηματικά σχέδια κλπ. |
|
(69) |
Σχετικά με την πιθανή ενίσχυση προς τους μελλοντικούς αγοραστές οιασδήποτε από τις επιχειρήσεις του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι ελληνικές αρχές επιθυμούσαν να διαβεβαιώσουν την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή τους να πωλήσουν τη ΝΟΑ και οιουσδήποτε άλλους κλάδους/δραστηριότητες σε αγοραίες τιμές και σύμφωνα με το ισχύον ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο. |
|
(70) |
Οι ελληνικές αρχές διαφώνησαν με το συμπέρασμα ότι το ελληνικό Δημόσιο προσπαθούσε να προστατεύσει τη NOA από την εκτέλεση της απόφασης του Δεκεμβρίου 2002 δεδομένου ότι απαγορεύει σε δανειστές της OA να εγείρουν αξιώσεις κατά της NOA. Υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, αλλά αντίθετα απέβλεπαν στη μεγιστοποίηση της απόδοσης των επενδύσεων. Διευκρίνισαν ότι η λειτουργία του ειδικού λογαριασμού είναι τέτοια που να εξασφαλίζει στην ΟΑ και στους πιστωτές της διαθέσιμα ποσά μέχρι την ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου της ΝΟΑ, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό ένα επαρκές επίπεδο προστασίας των πιστωτών. Η Ελλάδα τόνισε ότι δικαιούται να αποφασίζει για τα καταλληλότερα μέτρα αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης, και η εισαγωγή διασφαλίσεων προκειμένου οι πιστωτές της ΟΑ να προστατεύονται στον ίδιο βαθμό με οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αποτελούσε θεμιτή ενέργεια εκ μέρους της. Η εν λόγω προστασία των πιστωτών δεν πρέπει να συγχέεται με την υποχρέωση ανάκτησης στο πλαίσιο της απόφασης του Δεκεμβρίου 2002. |
|
(71) |
Η Ελλάδα διαφώνησε επίσης με το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η δημιουργία της ΝΟΑ δεν αποτελεί λύση εφόσον δεν είναι εξασφαλισμένη η βιωσιμότητά της· οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι ήταν πεπεισμένες για την επιτυχή πορεία της ΝΟΑ. |
|
(72) |
Όσον αφορά την προτεινόμενη μακρά περίοδο υλοποίησης της γενικότερης διαδικασίας αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης, η Ελλάδα ανέφερε ότι έχει λάβει υπόψη της τους προβληματισμούς της Επιτροπής και θα προσπαθούσε να επιταχύνει την εν λόγω διαδικασία, στο μέτρο του δυνατού. Πρόθεση των ελληνικών αρχών ήταν να παράσχουν στην Επιτροπή ένα νέο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης/ιδιωτικοποίησης και της επακόλουθης εκκαθάρισης της ΟΑ. |
|
(73) |
Σχετικά με τους νόμους που παρέχουν στην OA ειδικές απαλλαγές ή ατέλειες, η Ελλάδα επανέλαβε ότι οι διατάξεις του νόμου 96/1975 για τη χορήγηση ειδικών προνομίων (όσον αφορά την πληρωμή συμβολαιογραφικών τελών, την απαλλαγή από την καταβολή τελών χαρτοσήμου και τελών κυκλοφορίας, καθώς και όσον αφορά τις κρατικές εγγυήσεις) προς την ΟΑ είχαν καταργηθεί και ότι η ΟΑ υπόκειται σε όλους τους γενικά εφαρμοζόμενους φόρους και τέλη και λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ελεύθερης οικονομίας αγοράς. |
4.2. ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ
|
(74) |
Μετά τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της επιστολής που απευθύνθηκε προς τις ελληνικές αρχές, λήφθηκαν παρατηρήσεις από δύο ενδιαφερόμενα μέρη εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. |
4.2.1. AEGEAN AIRLINES
|
(75) |
Οι πρώτες παρατηρήσεις διαβιβάστηκαν από ένα ελληνικό αερομεταφορέα με την επωνυμία Aegean Airlines (εφεξής: Aegean). Οι παρατηρήσεις είχαν ως εξής: |
Προτιμησιακοί όροι πληρωμής μεταξύ OA και ΔΑΑ
|
(76) |
Η Aegean ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους λειτουργίας του ΔΑΑ, η OA είχε εξοφλήσει λιγότερο από 30 % των υποχρεώσεών της προς τον ΔΑΑ, και ότι είχαν συναφθεί συμφωνίες μεταξύ ΔΑΑ και OA (που αποτελεί τον μεγαλύτερο μεμονωμένο πελάτη του ΔΑΑ – 35 %) και είχαν εγγραφεί δύο προνομιακές υποθήκες υπέρ του ΔΑΑ σε τρία αεροσκάφη της ΟΑ προκειμένου να εξασφαλιστεί η πληρωμή ποσών επιπλέον των 29 εκατ. ευρώ, συν τους τόκους και τα έξοδα. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της ΟΑ προς τον ΔΑΑ εκτιμήθηκαν από την Aegean σε 70-80 εκατ. ευρώ. Η Aegean ισχυρίστηκε ότι επετράπη στις OA και NOA να δημιουργήσουν σημαντικές οφειλές στον κατά 55 % ελεγχόμενο από το Δημόσιο ΔΑΑ και ότι η δυνατότητα αυτή δεν δόθηκε σε άλλες αεροπορικές εταιρείες. Η Aegean κρίνει ότι εάν της είχαν χορηγηθεί οι ίδιες διευκολύνσεις θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της κεφάλαιο κίνησης ύψους 40-50 εκατ. ευρώ. |
Οι χρηματοοικονομικές επιδόσεις των εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας
|
(77) |
Καθόσον αφορά την OAv, η Aegean ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία εμφάνισε ζημίες ύψους 32,2 εκατ. ευρώ, που αντιπροσωπεύουν 39 % των εσόδων ύψους 83 εκατ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι είχε λάβει αντιστάθμιση από το ελληνικό Δημόσιο ύψους 8,2 εκατ. ευρώ για «πρόωρη μετεγκατάσταση» των δραστηριοτήτων της από το Αεροδρόμιο του Ελληνικού στον ΔΑΑ. Τονίζουν περαιτέρω ότι το χρέος της OAv προς την OA αυξήθηκε από 68 εκατ. ευρώ το 2000 σε 127 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2002. Η OA δεν ενοποίησε τους λογαριασμούς της OAv το 2001 και 2002 και η Aegean εκτιμά ότι αυτό έγινε για να να βελτιωθεί η εικόνα των λογαριασμών της μητρικής εταιρείας. |
|
(78) |
Η Aegean παρέχει επίσης ορισμένα στοιχεία σχετικά με την κερδοφορία της ΟΑ το 2003. Σύμφωνα με τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, η κίνηση της ΟΑ μειώθηκε κατά 8 % το 2003, ενώ το ποσοστό πληρότητας των αεροσκαφών μειώθηκε κατά 5 %. Η μείωση ήταν εντονότερη στο ευρωπαϊκό της δίκτυο, όπου σημειώθηκε πτώση κατά 14,4 % ενώ ο αριθμός των επιβατών που ταξιδεύουν για επιχειρηματικούς λόγους μειώθηκε κατά 26 %. Σύμφωνα με την Aegean, η μείωση αυτή στον αριθμό των επιβατών, παράλληλα με τις αυξανόμενες δυσχέρειες στην αγορά (άνοδος στην τιμή των καυσίμων, αυξημένος ανταγωνισμός από αεροπορικές εταιρείες low cost) συνεπάγονται επιδείνωση της χρηματοοικονομικής θέσης του OAG κατά τη διάρκεια του 2003. |
Πιθανή επιχορήγηση της NOA μέσω μη πληρωμής οφειλών προς την OAS
|
(79) |
Η Aegean εκφράζει την υποψία ότι η νέα εταιρεία δεν πληρώνει (ή τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε) για τις υπηρεσίες που λαμβάνει από την OAS. |
|
(80) |
Σύμφωνα με την Aegean, η προκαταβολή ποσού ύψους 130 312 450 ευρώ που κατατέθηκε στον ειδικό λογαριασμό είχε εξαντληθεί μετά από 8 μήνες. |
|
(81) |
Θεσπίστηκε ένας νέος νόμος (νόμος 3259/2004) για την προστασία των OAS και OAv από διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, δεν μπορεί να κινηθεί καμία διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή λήψης προσωρινών μέτρων εντός και εκτός Ελλάδος σε σχέση με στοιχεία του ενεργητικού (κινητά ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία) της OAS ή και της OAv μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2005. Ο νόμος αυτός φαίνεται να θεσπίστηκε επειδή ορισμένοι δανειστές είχαν προβεί σε κατάσχεση ενός αεροσκάφους τύπου Airbus 300-600 και απειλούσαν να προβούν σε εκποίησή του για το διακανονισμό των οφειλών προς αυτούς. |
|
(82) |
Η Aegean καταγγέλλει ότι το ελληνικό Δημόσιο είχε κατακυρώσει αυτόματα στην ΝΟΑ τα δρομολόγια που καλύπτονταν από PSO, χωρίς να προηγηθεί Δημόσιος διαγωνισμός. Επιπλέον, όλα τα δικαιώματα κυκλοφορίας της ΟΑ σε κράτη που δεν ανήκουν στον ΕΟΧ είχαν αναληφθεί από τη νέα εταιρεία χωρίς επαναξιολόγηση των κριτηρίων ορισμού μολονότι άλλοι αερομεταφορείς, συμπεριλαμβανομένης της Aegean, είχαν εκφράσει ενδιαφέρον για την ανάληψη των δικαιωμάτων αυτών. |
|
(83) |
Η Aegean θεωρεί ότι η μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού προς τη NOA χωρίς τις αντίστοιχες υποχρεώσεις ενδέχεται να μην συμβιβάζεται ούτε με τη συνθήκη ούτε με το ελληνικό Σύνταγμα. |
|
(84) |
Σύμφωνα με άρθρο στον τύπο, προτού οι MA μετασχηματιστούν σε NOA είχαν συσσωρεύσει φορολογικές υποχρεώσεις ύψους 3,5 δισεκατ. δρχ., η δε Aegean ισχυρίζεται ότι το ελληνικό Δημόσιο δεν είχε εγείρει καμία αξίωση κατά της NOA για το εν λόγω ποσό. |
4.2.2. RYANAIR
|
(85) |
Παρατηρήσεις διαβιβάστηκαν επίσης και από την Ryanair, ιρλανδική αεροπορική εταιρεία low-cost. Η Ryanair έκανε ορισμένα γενικά σχόλια σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της ΕΚ για τις κρατικές ενισχύσεις σε κράτη μέλη εκτός από την Ελλάδα και σε σχέση με αεροπορικές εταιρείες πλην της Ολυμπιακής. Όσον αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, η Ryanair παρατήρησε αρχικά ότι δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει την επιστολή που εστάλη στην ελληνική κυβέρνηση, δεδομένου ότι δεν υπήρχε αγγλική μετάφραση. |
|
(86) |
Στην περίπτωση της Ολυμπιακής, η Ryanair ανέφερε ότι “στην αρχική έρευνα που διενεργήθηκε για την υπόθεση της ΟΑ, το ύψος της κρατικής ενίσχυσης που διαπιστώθηκε ότι είχε λάβει η ΟΑ υπερέβαινε το 1 δισεκατ. ευρώ πλην όμως κλήθηκε να επιστρέψει μόνο 200 εκατ. ευρώ στο ελληνικό Δημόσιο”. Στη συνέχεια, η Ryanair ανέφερε ότι άλλες αεροπορικές εταιρείες υποχρεώθηκαν να επιδοτήσουν τον ανίκανο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του εθνικό αερομεταφορέα μέσω υψηλότερων αερολιμενικών τελών επειδή στην ΟΑ είχε χορηγηθεί «απαλλαγή» από την καταβολή των τελών αυτών. Κατά τη γνώμη της Ryanair, η συνεχιζόμενη παράνομη στήριξη του εν λόγω χρεωκοπημένου εθνικού μεταφορέα περιορίζει σοβαρά τις δυνατότητες εισόδου στην αγορά νέων και αποτελεσματικότερων αερομεταφορών. Χαρακτήρισαν ως απαράδεκτη τη σύσταση μιας νέας αεροπορικής εταιρείας απαλλαγμένης από κάθε χρέος και διερωτήθηκαν εάν είχαν ακολουθηθεί για τη νέα εταιρεία οι ισχύουσες διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2407/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων (10) κατά την αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού αερομεταφορέα. Καταλήγοντας, η Ryanair ανέφερε ότι δεν πρέπει να επιτραπεί στην Ελλάδα να καταστρατηγήσει εκ νέου τους κανόνες και να συνεχίσει τη στήριξη του χρεοκοπημένου εθνικού της αερομεταφορέα. |
4.3. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ
|
(87) |
Κατά την άποψη της Ελλάδας, οι πληροφορίες που περιέχονται στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τρίτα μέρη είναι ανακριβείς και δεν προσέθεσαν κανένα νέο στοιχείο στην έρευνα. Οι ελληνικές αρχές υπενθύμισαν στην Επιτροπή ότι η προηγούμενη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της αεροπορικής εταιρείας είχε λήξει στις 6 Οκτωβρίου 2004 και ότι είχε ορισθεί νέα ομάδα συμβούλων τόσο για την ιδιωτικοποίηση της ΝΟΑ όσο και για τις άλλες δραστηριότητες/κλάδους. Η νέα ομάδα συμβούλων άρχισε ήδη τις εργασίες της και έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά τη «φάση της πρότασης». Καταρτίστηκε επίσης χρονοδιάγραμμα για την ιδιωτικοποίηση. |
|
(88) |
Όσον αφορά τα ειδικότερα σχόλια που υπέβαλαν τρίτοι, η Ελλάδα έδωσε τις εξής απαντήσεις: |
4.3.1. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ AEGEAN AIRLINES
|
(89) |
Στον ισχυρισμό περί προνομιακής μεταχείρισης της ΟΑ στον ΔΑΑ, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι το θέμα αυτό είχε εξεταστεί προηγουμένως στο πλαίσιο της έρευνας για την παρούσα κρατική ενίσχυση, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-415/03) και σε άλλες έρευνες περί κρατικών ενισχύσεων (NN27/1996 κατασκευή και εκμετάλλευση του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών). Μολονότι ο ΔΑΑ ανήκει κατά 55 % στο Δημόσιο, λειτουργεί ως ιδιωτική επιχείρηση, ανεξάρτητη από τον έλεγχο του δημοσίου όσον αφορά τις καθημερινές δραστηριότητές του. Από την άποψη αυτή, ο ΔΑΑ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την είσπραξη των αερολιμενικών τελών και τη ρύθμιση των καθυστερημένων πληρωμών. Από τους εννέα διευθυντές του ΔΑΑ, 4 διορίζονται από το κράτος, 4 από τους αναπτυξιακούς φορείς και ο τελευταίος διευθυντής είναι ανεξάρτητος. Οι ελληνικές αρχές επανέλαβαν ότι είχαν ήδη διευκρινίσει τα θέματα που συνδέονται με την καθυστερημένη καταβολή του σπατόσημου. |
|
(90) |
Η πιθανή επιχορήγηση της NOA μέσω μη καταβολής οφειλών προς την OAS. Οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι όλες οι υπηρεσίες που παρέχονται από την OAS προς τη NOA διέπονται από τους όρους της αγοράς. Οι ελληνικές αρχές παρείχαν ορισμένα αποδεικτικά έγγραφα πληρωμών από τη NOA στην OA. |
|
(91) |
Γενικότερα, η Ελλάδα υπέβαλε διάφορα έγγραφα προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η NOA δεν είχε εκκρεμείς πληρωμές με οποιονδήποτε κρατικό φορέα. Στο πλαίσιο αυτό, παρασχέθηκαν στοιχεία σχετικά με επικαιροποιημένες πληρωμές προς τις φορολογικές αρχές για την καταβολή του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, του ΦΠΑ, των αερολιμενικών τελών, συμπεριλαμβανομένου του ΔΑΑ, του σπατόσημου και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης (IKA). |
|
(92) |
Όσον αφορά τον ειδικό λογαριασμό, η Ελλάδα δήλωσε ότι τα ποσά στον εν λόγω λογαριασμό χρησιμοποιούντο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3185/2003. Η προκαταβολή στο λογαριασμό χαρακτηρίστηκε ως «εφήμερο μέτρο το οποίο θα είχε λάβει σε μία τέτοια περίπτωση οιοσδήποτε συνετός ιδιώτης επενδυτής.» Η προκαταβολή είχε κατά κύριο λόγο χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή μισθών τόσο στην ΟΑ όσο και στην OAv, των δαπανών για τη μίσθωση αεροσκαφών και την πρόωρη συνταξιοδότηση προσωπικού της ΟΑ και της OAv. |
|
(93) |
Το ελληνικό Δημόσιο ανέφερε επίσης ότι η NOA δεν είχε λάβει κεφάλαια από τον ειδικό λογαριασμό, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Αρνήθηκαν επίσης κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι κατά τη δημιουργία της ΝΟΑ δεν είχαν περιέλθει σε αυτή στοιχεία του παθητικού της ΟΑ. |
|
(94) |
Το ποσό των 130 312 450 ευρώ χορηγήθηκε σε δόσεις μεταξύ 24 Δεκεμβρίου 2003 και 13 Μαΐου 2004 (λιγότερο από 6 μήνες). Αυτός o τρόπος καταβολής επελέγη ώστε σε περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή αποφάσιζε ότι αποτελούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, τότε πληρούντο όλοι οι όροι για να θεωρηθεί η καταβολή του ποσού ως ενίσχυση διάσωσης. Προκειμένου να υποστηρίξει το επιχείρημα ότι η ταμειακή προκαταβολή ήταν δυνατόν να αποτελέσει ενίσχυση διάσωσης, η Ελλάδα ανέφερε ότι:
|
|
(95) |
Όσον αφορά το νέο νόμο 3259/2004 που προστατεύει την OAS και την OAv από την κίνηση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον τους, η Ελλάδα ανέφερε ότι κατά τη γνώμη της το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Το προσωρινό αυτό μέτρο δεν στερούσε τους πιστωτές από τα δικαιώματά τους αλλά ανέστειλε για περιορισμέν χρονικό διάστημα την εκτέλεση διαδικασιών. Η προσωρινή αυτή προστασία από τους πιστωτές δεν εφαρμόζεται κατά του ελληνικού δημοσίου ή άλλων οργανισμών του Δημόσιου τομέα· εφαρμόστηκε μόνο στην ΟΑ και OAv. Το προσωρινό μέτρο δεν θεωρήθηκε κρατική ενίσχυση δεδομένου ότι δεν συνεπαγόταν μεταφορά κρατικών πόρων. (Βάσει του νόμου 3185/2003, μετά την απόσχιση οι πιστωτές μπορούν να στραφούν μόνο κατά της NOA για τα χρέη εκείνα που μεταβιβάστηκαν στην εν λόγω εταιρεία). |
Οι υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας (PSO) και ο καθορισμός αερομεταφορέα βάσει διμερών συμφωνιών
|
(96) |
Κατά τη γνώμη της Ελλάδας, η μεταβίβαση PSOs και διμερών δικαιωμάτων καθορισμού στη NOA έλαβε χώρα δυνάμει δικαιωμάτων διαδοχής σύμφωνα με το ελληνικό εταιρικό δίκαιο. Τα εν λόγω δρομολόγια εκτελούνταν είτε από την ΟΑ είτε από την OAv, και το πτητικό έργο των εταιρειών αυτών μεταφέρθηκε στη NOA. |
|
(97) |
Όσον αφορά την εικαζόμενη εκκρεμή φορολογική οφειλή ύψους 3,5 δισεκατ. δραχμές για την ΜΑ, η Ελλάδα εξήγησε ότι εκκρεμής φορολογική οφειλή που αφορούσε την περίοδο 1993-1997 αποτελούσε αντικείμενο αντιδικίας ενώπιον των δικαστηρίων στην Ελλάδα. Το επίμαχο ποσό (συμπεριλαμβανομένων επιβαρύνσεων και προστίμων) ανέρχεται σε 9 106 481,75 ευρώ και η εκδίκαση της υπόθεσης συνεχίζεται. Η εταιρεία εγγράφει τις κατάλληλες προβλέψεις στους λογαριασμούς της για την υποχρέωση αυτή, σε αναμονή της τελικής έκβασης των υπό εξέλιξη σχετικών διαδικασιών. |
4.3.2. ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ RYANAIR
|
(98) |
Η Ελλάδα απορρίπτει πλήρως τις παρατηρήσεις της Ryanair, σημειώνοντας ότι η εν λόγω εταιρεία δεν δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά, δεν ανταγωνίζεται τις Ολυμπιακές Αερογραμμές και χρησιμοποιεί τη διαδικασία προκειμένου να επιχειρηματολογήσει σε σχέση με τη συνεχιζόμενη δική της αντιδικία με την Επιτροπή. |
4.4. ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
|
(99) |
Στις 11 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή απέστειλε επίσημη προειδοποιητική επιστολή ενημερώνοντας την Ελλάδα για την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση με την οποία καλεί την Ελλάδα να αναστείλει οιαδήποτε παράνομη ενίσχυση μέχρι τη λήψη απόφασης περί του συμβιβάσιμου χαρακτήρα της. Η επιστολή αυτή πληροφορούσε τις ελληνικές αρχές ότι η Επιτροπή θα εξέδιδε διαταγή αναστολής, εάν εντός δέκα ημερών από την παραλαβή της επιστολής, δεν της διαβίβαζαν ικανοποιητικά στοιχεία που να δείχνουν ότι η Ελλάδα κατέβαλε πλέον ενισχύσεις προς τους δικαιούχους. Η Ελλάδα κλήθηκε επίσης να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί του θέματος. |
|
(100) |
Στις 28 Οκτωβρίου 2004, οι ελληνικές αρχές απήντησαν στην εν λόγω επίσημη προειδοποιητική επιστολή. Η Ελλάδα εξέθεσε την άποψη ότι η έκδοση διαταγής στην παρούσα φάση θα ήταν δυσανάλογη και αδικαιολόγητη και θα έθετε σοβαρά σε κίνδυνο τις τρέχουσες εντατικές προσπάθειές της να βρεθεί λύση στο πρόβλημα των εταιρειών. Επί των θεμάτων ουσίας που έθιγε η επίσημη προειδοποιητική επιστολή της Επιτροπής ανέφεραν ότι, όσον αφορά τις πληρωμές του σπατόσημου, από τη στιγμή που η ΟΑ έπαυσε να αποτελεί αερομεταφορέα δεν εισέπραττε πλέον τον φόρο αυτό. Ανέφερε δε ότι με τον «ειδικό λογαριασμό» και την πληρωμή μέσω αυτού 130 312 450 ευρώ στη NOA, αυτό αποτελούσε ενέργεια στην οποία θα προέβαινε κάποιος συνετός επενδυτής ή ενδεχομένως ενίσχυση αναδιάρθρωσης. Οι ελληνικές αρχές ανέφεραν ότι δεν αντιλαμβάνονταν την αναγκαιότητα μιας τέτοιας διαταγής στην παρούσα φάση της διαδικασίας έρευνας και δεν θεωρούσαν ότι είχε επέλθει σημαντική αλλαγή των δεδομένων από την έναρξη της διαδικασίας, ούτε και ότι υπήρχαν στοιχεία σημαντικής και ανεπανόρθωτης ζημίας που να δικαιολογούν την έκδοση έτοιας διαταγής. |
4.5. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ C-415/03
|
(101) |
Όπως προαναφέρθηκε, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2005 στην υπόθεση C-415/03, η Επιτροπή απευθύνθηκε στις ελληνικές αρχές ζητώντας πληροφορίες για τα μέτρα που πρόκειται να λάβει η Ελλάδα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση. |
|
(102) |
Οι ελληνικές αρχές απάντησαν με επιστολή της 2ας Ιουνίου 2005 και, μολονότι η επιστολή ασχολείται κυρίως με το θέμα της ανάκτησης μετά την απόφαση του 2002, στο βαθμό που θίγει θέματα τα οποία συνδέονται με την αναδιάρθρωση και την προτεινόμενη ιδιωτικοποίηση και αποτελούν την ουσία της παρούσας διαδικασίας έρευνας, η απάντηση θα εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. |
|
(103) |
Οι ελληνικές αρχές θέλησαν αρχικά να θίξουν ορισμένα ζητήματα που συνδέονται με την ανάκτηση της ενίσχυσης από την ΟΑ. Οι ελληνικές αρχές επιθυμούσαν να τονίσουν ότι μολονότι η απόφαση του ΔΕΚ αναφέρει στο σημείο 33 ότι «η εν λόγω μεταβίβαση αφορούσε όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας Ολυμπιακή Αεροπορία […] προς τη νέα εταιρεία Ολυμπιακές Αερογραμμές», η διαπίστωση αυτή δεν ήταν ορθή και ότι αρκετά σημαντικά στοιχεία του ενεργητικού παρέμειναν στην ΟΑ, η οποία εξακολουθεί να δραστηριοποιείται σε αρκετές αγορές. |
|
(104) |
Η Ελλάδα τόνισε ότι οι εταιρείες εντός του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας βρίσκονταν σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης και ότι οι λεπτομέρειες της ιδιωτικοποίησης αυτής είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Πρόθεση των ελληνικών αρχών ήταν να συμμορφωθούν πλήρως με την υποχρέωση ανάκτησης και τα έσοδα μετά την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της NOA επρόκειτο να περιέλθουν απευθείας στο ελληνικό Δημόσιο. Εάν τα έσοδα αυτά δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τα προς ανάκτηση ποσά, τότε θα χρησιμοποιούντο τα έσοδα από την πώληση εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας που θα πιστώνονταν στον ειδικό λογαριασμό και στο όνομα του ελληνικού δημοσίου. Αφού πλέον θα είχαν εξαντληθεί όλες αυτές οι δυνατότητες, η πρόθεση των ελληνικών αρχών ήταν να προβούν σε εκκαθάριση της OA. |
|
(105) |
Η Ελλάδα δεσμεύθηκε περαιτέρω ότι, στην περίπτωση κατά την οποία οι πωλήσεις από τη NOA δεν επαρκούσαν πλήρως για την ανάκτηση της οφειλόμενης ενίσχυσης, θα εγγυάτο ότι καμία γενική ή ειδική διάταξη του ελληνικού δικαίου δεν θα προστατεύει τις «διάδοχες εταιρείες» (συμπεριλαμβάνοντας ρητά τη NOA) από την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων, όπως επιβάλλει η απόφαση της Επιτροπής του Δεκεμβρίου 2002. Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, την ειδική διάταξη του νόμου 3185/2003, η οποία παρέχει στη NOA προστασία έναντι των πιστωτών για χρέη της ΟΑ που δημιουργήθηκαν πριν από την αναδιάρθρωση, η επιστολή συνεχίζει ότι «ούτε το ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να στραφεί κατά των Ολυμπιακών Αερογραμμών για χρέη της Ολυμπιακής Αεροπορίας», και υπενθυμίζει τη θέση της Ελλάδας ότι η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου σημαίνει ότι, όσον αφορά την ανάκτηση, η συγκεκριμένη διάταξη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στην εφαρμογή της απόφασης της Επιτροπής και των κοινοτικών κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. |
|
(106) |
Οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν ότι η σκοπιμότητα της συγκεκριμένης διάταξης ήταν να προστατευθεί η ΝΟΑ κατά την περίοδο της αναδιάρθρωσης και δεν στόχευε στην προστασία της από πιθανή υποχρέωση ανάκτησης των ενισχύσεων βάσει της απόφασης του Δεκεμβρίου 2002. Κατά τη γνώμη της Ελλάδας, η μελλοντική πιθανή υποχρέωση ανάκτησης για τη ΝΟΑ, εφόσον η ανάκτηση δεν έχει πραγματοποιηθεί πλήρως στο επίπεδο του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, δεν θα είναι εφικτή στην περίπτωση κατά την οποία η διάδοχος εταιρεία πωληθεί με εύλογο αγοραίο τίμημα υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής για τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης. |
5. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΠΟΥ ΖΗΤΗΣΕ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ
|
(107) |
Προτού η Επιτροπή προβεί σε αξιολόγηση των σημείων που εθίγησαν κατά την κίνηση της διαδικασίας, καθώς και των πληροφοριών που παρείχαν οι ελληνικές αρχές και τρίτα μέρη, κρίθηκε αναγκαία η εξέταση της τρέχουσας οικονομικής και χρηματοοικονομικής κατάστασης της ΟΑ (OAS) και της NOA και της προόδου που σημειώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αναδιάρθρωσης και ιδιωτικοποίησης. |
|
(108) |
Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή προσέλαβε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα την εταιρεία Moore Stephens, προκειμένου να διενεργήσει μελέτη για την αναδιάρθρωση, τις πράξεις και την ιδιωτικοποίηση μέχρι σήμερα των διαφόρων εταιρειών του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας και να διατυπώσει τα πορίσματά του σχετικά με το τί συνέβη από την αναδιάρθρωση και μετά. |
|
(109) |
Η εταιρεία Moore Stephens (εφεξής «οι εμπειρογνώμονες») πραγματοποίησαν τη μελέτη της στην Αθήνα μεταξύ 9 και 26 Μαΐου 2005. Κατά την εκπόνηση της μελέτης αυτής, διευκολύνθηκε από τις ελληνικές αρχές και τους συμβούλους τους και επίσης από το γεγονός ότι είχε προβλεφθεί αίθουσα δεδομένων από τις ελληνικές αρχές και τους συμβούλους ιδιωτικοποίησης προκειμένου οι δυνητικοί αγοραστές που συμμετείχαν στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης να προβούν στην αναζήτηση χρήσιμων στοιχείων. |
5.1. ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ
|
(110) |
Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής εξέτασαν τη διαδικασία αναδιάρθρωσης και τον τρόπο με τον οποίο αποτιμήθηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που επρόκειτο να μεταβιβαστούν στη ΝΟΑ καθώς και εκείνα που επρόκειτο να παραμείνουν στην ΟΑ και επεσήμαναν ότι ορισμένες εγγραφές δεν είναι σύμφωνες ούτε με τις ελληνικές ούτε με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές (Generally Accepted Accounting Principles - GAAP). Αναφέρουν ότι στον ισολογισμό της ΟΑ είχε αναγραφεί ποσό 30 εκατ. ευρώ ως υπεραξία πριν από την αναδιάρθρωση. Το ποσό αυτό αποτελούσε την αποτίμηση, εκ μέρους της διοίκησης, της επωνυμίας της Ολυμπιακής, του λογότυπου της Ολυμπιακής, του εμπορικού σήματος της ΝΟΑ, των χρονοθυρίδων (slots) και των διμερών συμφωνιών. Οι εμπειρογνώμονες τονίζουν ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι διεθνείς GAAP προβλέπουν την αναγνώριση στον ισολογισμό παραγόμενων από την επιχείρηση ασώματων ακινητοποιήσεων. |
|
(111) |
Ένα άλλο πιθανό σημείο προβληματισμού αφορούσε την αποτίμηση αεροσκαφών. Οι εμπειρογνώμονες επεσήμαναν ότι κατά τη στιγμή του διαχωρισμού, τα ιδιόκτητα αεροσκάφη και οι κινητήρες στην ΟΑ και στην OAv αποτιμήθηκαν εκ νέου στην τρέχουσα αγοραία αξία. Η αποτίμηση αυτή πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου 2003 από ένα διεθνή σύμβουλο στον τομέα των αερομεταφορών, την Airclaims Ltd., και οδήγησε σε αύξηση περίπου 43,2 εκατ. ευρώ επί της υφιστάμενης αναπόσβεστης αξίας. |
|
(112) |
Οι εμπειρογνώμονες παρατήρησαν ότι ο ισολογισμός ανοίγματος της ΝΟΑ δεν περιελάμβανε καμία πρόβλεψη για επισφαλείς χρεώστες στην κατηγορία των απαιτήσεων. Ενώ η διοίκηση της ΝΟΑ είναι πεπεισμένη ότι όλα τα υπόλοιπα που μεταβιβάστηκαν θα είχαν εισπραχθεί, οι εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι δεν είναι ρεαλιστική η υπόθεση μηδενικών επισφαλών απαιτήσεων. Ένα περαιτέρω ποσό ψους 825 020 ευρώ με τίτλο «επισφαλείς απαιτήσεις» είχε συμπεριληφθεί στον ισολογισμό μετασχηματισμού της ΜΑ. Οι εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι δεν είναι συνετό να συμπεριληφθεί ο λογαριασμός αυτός στα στοιχεία του ενεργητικού. |
|
(113) |
Οι εμπειρογνώμονες παρατήρησαν επίσης ότι ο ισολογισμός ανοίγματος της ΝΟΑ περιείχε στην κατηγορία του ενεργητικού ποσό 7,9 εκατ. ευρώ από την ΟΑ, όπως εκτιμήθηκε από τη διοίκηση, το οποίο προηγουμένως συνιστούσε οφειλή προς την ΜΑ. Το αντίστοιχο στοιχείο του παθητικού δεν μεταφέρθηκε στη ΝΟΑ επειδή οι διατάξεις του νόμου 3185/2003 προβλέπουν ότι οι υποχρεώσεις παραμένουν στην ΟΑ. |
|
(114) |
Οι εμπειρογνώμονες ανέφεραν ότι στον ισολογισμό ανοίγματος είχε συμπεριληφθεί λογαριασμός διάφοροι χρεώστες ύψους 24,4 εκατ. ευρώ που αφορούσε ποσό οφειλόμενο από την ΟΑ σε σχέση με αναμενόμενα καθαρά έσοδα από την πώληση δύο ιδιόκτητων αεροσκαφών τύπου A300-600, τα οποία παρέμεναν στον ισολογισμό της ΟΑ και εκμισθώθηκαν στη ΝΟΑ. Η εμφάνιση του λογαριασμού αυτού δεν είναι σύμφωνη ούτε με τις ελληνικές ούτε με τις διεθνείς GAAP δεδομένου ότι συνδέεται με ακόμα πραγματοποιηθείσα πώληση πάγιου στοιχείου που δεν ανήκει στην εταιρεία. Δεδομένου ότι η ΝΟΑ φαίνεται να έχει επωμιστεί το κόστος αλλά και να έχει καρπωθεί τα οφέλη των αεροσκαφών αυτών, τα αεροσκάφη θα μπορούσαν να έχουν μεταβιβαστεί στη ΝΟΑ με τα άλλα ιδιόκτητα αεροσκάφη στη λογιστική αξία των 19,2 εκατ. ευρώ. |
|
(115) |
Επιβεβαιώθηκε επίσης από τους εμπειρογνώμονες ότι ο ισολογισμός της ΝΟΑ δεν περιλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα των υποχρεώσεων από το πτητικό έργο που υφίσταντο στην ΟΑ και την OAv. Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι βάσει του ελληνικού εταιρικού δικαίου, πρέπει να μεταβιβαστούν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού που συνδέονται με δραστηριότητες οι οποίες αποσχίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αναδιάρθρωσης. Μολονότι στη διαδικασία αυτή υπεισέρχεται αναπόφευκτα το στοιχείο της υποκειμενικότητας, η νομοθεσία δεν παρέχει στη διοίκηση τη δυνατότητα να είναι επιλεκτική όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού. Ο νόμος 3185/2003, ωστόσο, περιλαμβάνει διατάξεις οι οποίες επέτρεψαν στη διοίκηση του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας να παραβλέψει τις επιταγές της νομοθεσίας και να εξαιρέσει επιλεκτικά από τη διαδικασία απόσχισης στοιχεία του παθητικού. Εκμεταλλευόμενη το νόμο 3185/2003, η διοίκηση αποφάσισε να εξαιρέσει από τη μεταβίβαση όλες τις υποχρεώσεις άνω του ενός μηνός. |
|
(116) |
Οι εμπειρογνώμονες προέβησαν σε σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του παθητικού που μεταβιβάστηκαν και εκείνων που παρέμειναν, με τη βοήθεια αποσπασμάτων των ισολογισμών έναρξης λειτουργίας της ΝΟΑ στις 11.12.03 και των ισολογισμών τέλους χρήσεως της ΟΑ και της OAv στις 31.12.03 (οι OA και OAv δεν είχαν καταρτίσει ισολογισμούς στις 11.12.03).
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
(117) |
Οι εμπειρογνώμονες κατέδειξαν ότι στη ΝΟΑ δεν μεταφέρθηκε καμία μακροπρόθεσμη υποχρέωση και μεταβιβάστηκε λιγότερο από το 10 % των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. Το σύνολο των μεταβιβασθεισών υποχρεώσεων στη ΝΟΑ (145 εκατ. ευρώ) αποτελεί το 9,9 % μόνο του συνόλου των υποχρεώσεων των τριών εταιρειών (1 471 εκατ. ευρώ). Οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στη ΝΟΑ (10 % του συνόλου των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων) είναι οι υποχρεώσεις κάτω του ενός μηνός. |
|
(118) |
Οι μεγαλύτερες υποχρεώσεις που παρέμειναν στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας αφορούν φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης προς το Δημόσιο, ύψους 521 εκατ. ευρώ. Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι η προφανής πρόθεση της διοίκησης της NOA ήταν, με την παραμονή των περισσότερων οφειλών στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, να μπορέσει ο αερομεταφορέας, με τη νέα του ονομασία ΝΟΑ, να εξακολουθήσει τις δραστηριότητές του και να προχωρήσει η διαδικασία ιδιωτικοποίησης. Καταλήγουν, συνεπώς, ότι εάν η διοίκηση του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας είχε μεταβιβάσει το σύνολο των υποχρεώσεων του πτητικού κλάδου στη ΝΟΑ, η νέα εταιρεία θα είχε αντιμετωπίσει τα ίδια προβλήματα ρευστότητας που υφίσταντο ήδη στον Όμιλο της ΟΑ, και τα οποία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχαν οδηγήσει στην πτώχευση και το κλείσιμο της εταιρείας. Δηλαδή, δεν θα υπήρχε λόγος αναδιάρθρωσης εάν είχαν αποσχιστεί όλα τα στοιχεία του παθητικού των πτητικών κλάδων του Ομίλου της ΟΑ μαζί με τα στοιχεία του ενεργητικού. |
|
(119) |
Σε σχέση με τη MA, είχε εξαιρεθεί από τον ισολογισμό πρόβλεψη, ανερχόμενη σε 9,1 εκατομ. ευρώ, για φόρους που σχετίζονταν με τα πορίσματα ενός φορολογικού ελέγχου που κάλυπτε την περίοδο 1992-1997. Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε καμία φορολογική πρόβλεψη για τη ΜΑ σε σχέση με τα έτη 1998 - 2003. Δεν είχε ακόμα διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος. Η διοίκηση δεν προέβη στη δημιουργία πρόβλεψης επειδή θεωρούσε ότι δεν θα υπήρχε φορολογική υποχρέωση επί των κερδών για την περίοδο. Οι ΜΑ πραγματοποίησαν κέρδη για τα έτη 2001, 2002 και 2003. |
|
(120) |
Οι εμπειρογνώμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε υπερεκτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στη ΝΟΑ. Οι εμπειρογνώμονες πραγματοποίησαν ωστόσο οι ίδιοι άλλη αποτίμηση των μεταβιβασθέντων στοιχείων του ενεργητικού και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αποτίμηση που πραγματοποιήθηκε από τη διοίκηση του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας (130 312 459 ευρώ) και η οποία δεν επικυρώθηκε από ανεξάρτητο ελεγκτή, ήταν σημαντικά υπερτιμημένη, κατά την άποψή τους κατά περισσότερο από 90 εκατ. ευρώ. Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, με τη χρησιμοποίηση αναγνωρισμένων λογιστικών τεχνικών σύμφωνα με τις ελληνικές και διεθνείς GAAP, επαναδιατύπωσαν τον ισολογισμό της NOA προκειμένου να αντικατοπτρίζει τα ανωτέρω στοιχεία στο βαθμό που αυτά μπορούν να ποσοτικοποιηθούν και το αποτέλεσμα είναι ότι η αξία των καθαρών στοιχείων του ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στη ΝΟΑ εμφανίζεται μειωμένη από 130 εκατ. ευρώ σε 38 εκατ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρουν ότι ακόμα και αν ληφθεί υπόψη ρισμένος βαθμός υποκειμενικότητας στην αποτίμηση, είναι δύσκολο να εξηγηθεί η απόκλιση που εμφανίζεται μεταξύ των δύο ποσών και για το λόγο αυτό καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αξία της ΝΟΑ ήταν υπερτιμημένη (11).
|
|
(121) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι ο ισολογισμός ανοίγματος της ΝΟΑ και οι ισολογισμοί μετασχηματισμού συντάχθηκαν από τους λογιστές της εταιρείας, Deloitte και Touche, βάσει πληροφοριών που διαβιβάστηκαν από τη διοίκηση, πλην όμως δεν είχαν ούτε ελεγχθεί ούτε αξιολογηθεί από ανεξάρτητο φορέα. Με βάση το ισχύον ελληνικό εταιρικό δίκαιο, ανεξάρτητοι ελεγκτές θα έπρεπε να έχουν διατυπώσει γνώμη σχετικά με το γεγονός ότι τα αριθμητικά στοιχεία στους ισολογισμούς μετασχηματισμού είχαν καταλλήλως ληφθεί από τις υποκείμενες λογιστικές καταστάσεις της εταιρείας. Ωστόσο, ο νόμος 3185/2003 επέτρεψε στη NOA να αποφύγει τη διαδικασία αυτή και απαιτούσε μόνο από τους ελεγκτές να καταρτίσουν τους ισολογισμούς, χωρίς να γνωμοδοτήσουν επ’ αυτών. |
|
(122) |
Οι εμπειρογνώμονες δεν μπορούν να αποφανθούν κατά πόσον η εταιρεία Deloitte και Touche όντως κατάρτισε τους ισολογισμούς ή αυτοί είχαν συνταχθεί από τη διοίκηση. Η έκθεση της Deloitte και Touche σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν είναι μια περιγραφική έκθεση στην οποία εξηγείται η σύνθεση των ισολογισμών στην οποία τονίζουν ότι «δεν έχουμε διεξαγάγει οι ίδιοι έλεγχο ή άλλου είδους ανεξάρτητη εξέταση» και ότι οι ισολογισμοί μετασχηματισμού παραμένουν «πλήρης, απόλυτη και αποκλειστική αρμοδιότητα» της διοίκησης. |
|
(123) |
Ως εκ τούτου, οι εμπειρογνώμονες καταλήγουν ότι επιπλέον των ερωτημάτων σχετικά με τον ορθό λογιστικό χειρισμό που αναφέρθηκαν στις προηγούμενες διαπιστώσεις, παρατηρείται μία συνολική έλλειψη βεβαιότητας για τα στοιχεία που αναφέρονται στον ισολογισμό ανοίγματος λόγω απουσίας εξωτερικού ή άλλου είδους ανεξάρτητου ελέγχου. Σε επίρρωση του συμπεράσματος αυτού, οι εμπειρογνώμονες αναφέρονται επίσης στην έκθεση των ελεγκτών για τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της ΝΟΑ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003, δυόμισι εβδομάδες μετά τον ισολογισμό ανοίγματος, στην οποία εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους σε σχέση με τους ισολογισμούς ανοίγματος της εταιρείας. Οι ελεγκτές αναφέρουν ότι όσον αφορά την υπεραξία, τα αποτιμηθέντα πάγια στοιχεία και τους οφειλέτες και πιστωτές που μεταβιβάστηκαν από τις επιμέρους εταιρείες στη ΝΟΑ, δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν την αξία των στοιχείων αυτών και κατά συνέπεια δεν διατυπώνουν γνώμη επί του θέματος αυτού. |
|
(124) |
Ο νόμος 3185/2003 προβλέπει την ταμειακή προκαταβολή από το ελληνικό Δημόσιο προκειμένου να καλυφθούν χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις των ΟΑ και OAv κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μετασχηματισμού και εκκαθάρισης, το ποσό δε αυτό βασίζεται στην ονομαστική αξία των μετοχών της ΝΟΑ. Οι εμπειρογνώμονες καταλήγουν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα […] (*1) του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας να μεγιστοποιήσουν το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΝΟΑ, με μεγιστοποίηση της αξίας των μεταφερόμενων στοιχείων του ενεργητικού και ελαχιστοποίηση της αξίας των μεταφερόμενων υποχρεώσεων. Η αξία των καθαρών στοιχείων του ενεργητικού που μεταφέρθηκαν και, ακολούθως, η ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου της ΝΟΑ ανήλθε σε 130 εκατ. ευρώ. Η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε το ποσό αυτό στην ΟΑ σύμφωνα με το νόμο 3185/2003. |
|
(125) |
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν οι εμπειρογνώμονες είναι ότι εάν είχαν χρησιμοποιηθεί αναγνωρισμένες λογιστικές πρακτικές, το ποσό που θα συνεισέφερε η ελληνική κυβέρνηση προς την Ολυμπιακή Αεροπορία βάσει του νόμου 3185/2003 θα ήταν πολύ χαμηλότερο. Λαμβανομένης υπόψη της ταμειακής θέσης της ΟΑ και της ΝΟΑ κατά τη στιγμή της αναδιάρθρωσης, μία τέτοια μείωση των ρευστών διαθεσίμων εκ μέρους της κυβέρνησης θα είχε σημαντικές επιπτώσεις για την εξακολούθηση της δραστηριότητας των ΟΑ και ΝΟΑ. |
|
(126) |
Οι εμπειρογνώμονες καταλήγουν περαιτέρω ότι το τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας διαχωρισμού, ιδιωτικοποίησης και πώλησης των στοιχείων του ενεργητικού είναι ότι ο Όμιλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας θα παραμείνει χωρίς εμπορικές δραστηριότητες, με ελάχιστα στοιχεία ενεργητικού και χρέη ανερχόμενα σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Οι διατάξεις περί αφερεγγυότητας βάσει της ελληνικής νομοθεσίας είναι πιθανόν να εφαρμοστούν στην ΟΑ και στην ΟΑν, οι οποίες θα τεθούν υπό εκκαθάριση. Οι πιστωτές, και κυρίως το ελληνικό Δημόσιο, θα επιβαρυνθούν με το σχετικό κόστος. |
5.2. ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ OA (OAS) ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ
|
(127) |
Οι εμπειρογνώμονες εξέτασαν την κατάσταση της ΟΑ (OAS) μετά από την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003. Η εταιρεία εξακολουθούσε να πραγματοποιεί ζημίες, οι οποίες έφθειραν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας και έβλαψαν σοβαρά τις δανειοληπτικές της δυνατότητες. |
5.2.1. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗ OA (OAS) ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
|
(128) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι ο ισολογισμός της ΟΑ περιλαμβάνει μεγάλο ύψος οφειλών σε φόρους και σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Οι οφειλές αυτές αυξάνονταν κάθε χρόνο καθώς οι πληρωμές προς τις φορολογικές αρχές δεν αντιστοιχούσαν με τις ετήσιες υποχρεώσεις. Η φορολογική υποχρέωση συνδέεται κυρίως με τον οφειλόμενο επί αρκετά χρόνια φόρο μισθωτών υπηρεσιών και περιλαμβάνει επίσης αερολιμενικά τέλη, ΦΠΑ και φορολογικές υποχρεώσεις επί των κερδών. Με βάση τη διαδικασία απόσχισης και απορρόφησης των πτητικών κλάδων στη ΝΟΑ, μεταφέρθηκαν προς τον νεοσυσταθέντα φορέα φορολογικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις προς ασφαλιστικούς οργανισμούς ενός μόνο μηνός. Οι υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης αφορούν βασικά το κύριο συνταξιοδοτικό ταμείο της εταιρείας. Το 2003 και 2004, η οφειλή αυξήθηκε συνολικά κατά 137 εκατ. ευρώ. Στην περίοδο αυτή, η εταιρεία προέβη σε πληρωμές 7,7 εκατ. ευρώ σε σχέση με μία συμφωνία διακανονισμού για τα έτη πριν από το 2003.
|
||||||||||||||||||||||||||
|
(129) |
Οι εμπειρογνώμονες παρατηρούν ότι η έκθεση ελέγχου της ΟΑ για το 2003 αναφέρει ότι «για τα βιβλία και στοιχεία που τήρησε η εταιρεία δεν έχουν ακολουθηθεί σε μεγάλο βαθμό οι προβλεπόμενες από τη φορολογική νομοθεσία διατάξεις». Η έκθεση αναφέρει επίσης ότι «από τον φορολογικό έλεγχο για τα έτη 1998 και 1999 προέκυψε ότι τα λογιστικά βιβλία και οι καταστάσεις ήταν ανεπαρκείς» και «επίσης ότι η εταιρεία δεν είχε ελεγχθεί από τις φορολογικές αρχές για τα έτη 2000 έως 2003 συμπεριλαμβανομένου, οι δε φορολογικές υποχρεώσεις για τα έτη 1998 έως 2003, συμπεριλαμβανομένου, δεν είναι οριστικές». |
|
(130) |
Οι εμπειρογνώμονες καταλήγουν ότι η ΟΑ έχει ιστορικό, χρονολογούμενο εδώ και αρκετά έτη, μη πλήρους εξόφλησης των φορολογικών της υποχρεώσεων καθώς και εκείνων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Αναφέρουν ότι η συνολική οφειλή στο τέλος του 2002 ήταν ήδη υψηλή, ανερχόμενη σε 273 εκατ. ευρώ, και ότι η οφειλή αυτή εξακολουθούσε να αυξάνεται σημαντικά έκτοτε. Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι η εκτιμώμενη οφειλή στο τέλος του 2004, ύψους 627 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύει άνω του 75 % του συνδυασμένου ετήσιου κύκλου εργασιών των NOA και OAG για το 2003. Προσθέτουν επίσης ότι η μη εξόφληση στο ακέραιο των φορολογικών υποχρεώσεων από την ΟΑ προσέφερε ταμειακό όφελος στην ΟΑ πριν και μετά την αναδιάρθρωση. |
5.2.2. ΤΑ 130 312 459 ΕΥΡΩ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΟΑ (OAS)
|
(131) |
Η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε ταμειακές μεταβιβάσεις συνολικού ύψους 130 312 459 ευρώ προς τον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, σε επτά δόσεις μεταξύ 24 Δεκεμβρίου 2003 και 13 Μαΐου 2004. Τα ποσά αυτά εξετάστηκαν από τους εμπειρογνώμονες προκειμένου να διευκρινιστεί ο τρόπος καταβολής τους καθώς και μεταγενέστερης χρησιμοποίησής τους. |
|
(132) |
Τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν βάσει των διατάξεων του νόμου 3185/2003 και βασίστηκαν στην ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου της νεοσυσταθείσας NOA. Σύμφωνα με τον νόμο, το ποσό αυτό προοριζόταν «για την καταβολή αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για την με οιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη των οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης». |
|
(133) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι οι μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν σε χρονικές στιγμές που ο λογαριασμός της ΟΑ δεν είχε πλέον κεφάλαια. Ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιήθηκαν σταδιακά οι κεφαλαιακές μεταβιβάσεις εκ μέρους του Δημοσίου στη διάρκεια εβδομάδων ήταν προφανής, δεδομένου ότι οι ταμειακές εισπράξεις από άλλες πηγές υπολείποντο των ταμειακών εκταμιεύσεων. Λίγο πριν από την εξάντληση του τραπεζικού λογαριασμού πραγματοποιείτο νέα μεταφορά και η διαδικασία επαναλαμβανόταν.
|
|
(134) |
Με βάση το εν λόγω χρονοδιάγραμμα πληρωμών και τις πληροφορίες που παρείχε η διοίκηση της ΟΑ, […]. Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι η διοίκηση της ΟΑ φαίνεται να έχει ερμηνεύσει τις δαπάνες αποχώρησης και τις λοιπές δαπάνες αναδιάρθρωσης υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια προκειμένου να καλύψει κάθε είδους δαπάνη της ΟΑ για την περίοδο μεταξύ της απόσχισης της ΝΟΑ και της ολοκλήρωσης της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης. Ενώ η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε η χρηματοδότηση από την ΟΑ δεν μπορεί εύκολα να επαληθευτεί επειδή τα κεφάλαια από τον «ειδικό λογαριασμό» δεν διαχωρίζονταν από άλλα κεφάλαια τα οποία εισέρεαν στον κύριο τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, η διοίκηση της ΟΑ ανέφερε στους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής ότι οι πόροι δαπανήθηκαν ως εξής:
|
5.2.3. ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ ΤΗΣ ABN AMRO BANK ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΑ
|
(135) |
Στις 9 Φεβρουαρίου 2001, η OA συνήψε δανειακή συμφωνία με την ABN Amro Bank για τη λήψη δανείου ύψους 182 198 160 ευρώ προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η μετεγκατάσταση της ΟΑ στον νέο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών. |
|
(136) |
Το δάνειο επρόκειτο να εξοφληθεί σε δεκαέξι εξαμηνιαίες δόσεις 11 387 385 ευρώ, συν τόκους, μεταξύ 9 Αυγούστου 2003 και 9 Φεβρουαρίου 2011, και εξασφαλίστηκε με κρατική εγγύηση η οποία παρείχε στην ABN Amro το δικαίωμα να απαιτήσει την εξόφληση των οφειλών της ΟΑ απευθείας από το Δημόσιο. |
|
(137) |
Σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την απορρόφηση των πτητικών κλάδων από τις Ολυμπιακές Αερογραμμές στις 11 Δεκεμβρίου 2003, το δάνειο παρέμεινε ως υποχρέωση στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Στις 31 Δεκεμβρίου 2003, η ΟΑ είχε εξοφλήσει μία προγραμματισμένη πληρωμή του δανείου και η οφειλή στον ισολογισμό της ΟΑ ανερχόταν σε 170 810 775 ευρώ. |
|
(138) |
Κατά την εξέταση των λογιστικών καταστάσεων της ΟΑ, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι η ABN Amro είχε επικαλεστεί την κρατική εγγύηση σε σχέση με τη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη δόση του δανείου. Κατά συνέπεια, το ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε τις ακόλουθες δόσεις για λογαριασμό της ΟΑ:
|
|
(139) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν επίσης ότι η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από τις ελληνικές φορολογικές αρχές να ανακτήσουν τα χρήματα από την ΟΑ. Οι φορολογικές αρχές απέστειλαν χρεωστικά σημειώματα στην ΟΑ ζητώντας την καταβολή των οφειλόμενων ποσών. Το ποσό είναι καταχωρισμένο στα βιβλία της ΟΑ ως οφειλή προς τις φορολογικές αρχές αλλά δεν έχει ακόμα αποπληρωθεί. |
5.2.4. ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ ΑΕΡΟΣΚΑΦΩΝ (A340)
|
(140) |
Κατά την εξέταση των λογαριασμών της ΟΑ, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι στις 24 Σεπτεμβρίου 2004, το ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε ως εγγυητής ποσά για μισθώματα συνολικού ύψους 11 774 684 ευρώ, βάσει δύο συμφωνιών χρηματοδοτικής μίσθωσης με την Credit Lyonnais για δύο αεροσκάφη τύπου A340. Οι πληρωμές αυτές αφορούν την εξαμηνιαία δόση της 29ης Ιουλίου 2004, η οποία οφειλόταν σύμφωνα με τις συμβάσεις μίσθωσης για τα αεροσκάφη. |
|
(141) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι το Δημόσιο ζήτησε από τις ελληνικές φορολογικές αρχές να ανακτήσουν τα ποσά από την ΟΑ. Οι φορολογικές αρχές απέστειλαν χρεωστικά σημειώματα προς την ΟΑ, ζητώντας την πληρωμή των οφειλόμενων χρημάτων. Το ποσό είναι καταχωρισμένο στα βιβλία της ΟΑ ως υποχρέωση προς τις φορολογικές αρχές αλλά δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. |
5.2.5. ΑΜΕΣΗ ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ
|
(142) |
Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαπίστωσαν επίσης ότι στις 9 Αυγούστου 2004, το ελληνικό Δημόσιο προέβη σε ταμειακή πληρωμή 8,2 εκατ. ευρώ προς την ΟΑ. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από το Δημόσιο ως προκαταβολή προς την ΟΑ για χρήματα τα οποία είχε καταβάλει η ΟΑ σε δεσμευμένο λογαριασμό ως εγγύηση για τις πληρωμές χρηματοδοτικής μίσθωσης αεροσκαφών προς την Credit Lyonnais για δύο αεροσκάφη A340. Η Credit Lyonnais συμφώνησε να επιτρέψει την αποδέσμευση των χρημάτων από τον δεσμευμένο λογαριασμό με την ολοκλήρωση το Δεκέμβριο του 2004 της μεταβίβασης (επαναδιαπραγμάτευση/υποκατάσταση) των συμβάσεων εκμίσθωσης από την ΟΑ στο ελληνικό Δημόσιο. Η μεταβίβαση των συμβάσεων προς το Δημόσιο ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο 2004. |
|
(143) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν επίσης ότι όταν η ΟΑ ανέκτησε τα χρήματα από τον δεσμευμένο λογαριασμό το Δεκέμβριο 2004, δεν επέστρεψε την προκαταβολή από το Δημόσιο. Στις 23 Μαρτίου 2005, το ελληνικό Δημόσιο έστειλε επιστολή προς την ΟΑ απαιτώντας την επιστροφή του ποσού, πλέον των τόκων. Κατά την ημερομηνία υποβολής της τελικής τους έκθεσης προς την Επιτροπή (14 Ιουνίου 2005), οι εμπειρογνώμονες βεβαίωσαν ότι η ΟΑ δεν είχε επιστρέψει το εν λόγω ποσό. |
5.2.6. ΛΟΙΠΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ
|
(144) |
Κατά την εξέταση των βιβλίων της ΟΑ, οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι οι λογαριασμοί πιστωτών εμφάνιζαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 υπόλοιπο ύψους 8 εκατ. ευρώ προς τον (κρατικό) Εθνικό Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών (OTE). Το γενικό καθολικό της ΟΑ έδειχνε ότι η ΟΑ δεν είχε εξοφλήσει τον ΟΤΕ το 2003 και 2004 για υπηρεσίες που της είχαν παρασχεθεί. Το ποσό των 4,5 εκατ. ευρώ του υπολοίπου αφορά περιόδους πριν από το 2003. |
5.3. ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗ NOA ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ
5.3.1. ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ NOA ΤΟ 2004
|
(145) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι η NOA αντιμετώπισε μεγάλες δυσχέρειες το 2004, οι οποίες οδήγησαν σε ζημίες εκμετάλλευσης 94,5 εκατ. ευρώ, επί κύκλου εργασιών 616,7 εκατ. ευρώ και σε καθαρή ζημία προ φόρων για τη χρήση ύψους 87,1 εκατ. ευρώ. Ακόμα και σε επίπεδο μεικτού αποτελέσματος εκμετάλλευσης (κύκλος εργασιών μείον άμεσο κόστος παροχής υπηρεσιών), η εταιρεία κατέγραψε κέρδος μόλις 4 εκατ. ευρώ. Επισημαίνουν επίσης ότι στα έκτακτα αποτελέσματα του 2003 περιλαμβάνεται πρόβλεψη 13 εκατ. ευρώ, από τα οποία 12,6 εκατ. ευρώ αντιλογίστηκαν στα έσοδα του 2004. Θα ήταν συνεπώς ορθότερο να θεωρηθεί η ζημία για το 2004 ως 99,7 εκατ. ευρώ αντί για 87,1 εκατ. ευρώ. |
|
(146) |
Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι η καθαρή θέση της εταιρείας (24,3 εκατ. ευρώ) μειώθηκε σε 18,6 % του μετοχικού κεφαλαίου (130,4 εκατ. ευρώ) στο τέλος του 2004. Επιπλέον, εάν διαγραφόταν η υπεραξία ύψους 18 εκατ. ευρώ, η καθαρή θέση θα μειωνόταν σε 4,8 % του μετοχικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με τον νόμο 2190 για τις ελληνικές ανώνυμες εταιρείες, σε περίπτωση που το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων μιας εταιρείας γίνει κατώτερο από το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου, πρέπει να συγκληθεί γενική συνέλευση των μετόχων προκειμένου να αποφασιστεί η λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής θέσης της εταιρείας και άρα την προστασία των πιστωτών. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Βάσει του ιδίου νόμου, εάν η καθαρά θέση μιας εταιρείας μειωθεί σε λιγότερο από το 10 % του μετοχικού κεφαλαίου, το Ελληνικό Υπουργείο Εμπορίου δύναται να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εταιρείας. Οι εμπειρογνώμονες τονίζουν, ωστόσο, ότι το μέτρο αυτό αποτελεί την έσχατη λύση και σπάνια εφαρμόζεται στην πράξη. |
|
(147) |
Οι κυριότεροι λόγοι τους οποίους προέβαλε η διοίκηση της ΝΟΑ για το αποτέλεσμα αυτό ήταν:
|
|
(148) |
Δεδομένου ότι η NOA δεν διέθετε ταμειακά αποθέματα για τη χρηματοδότηση των ζημιών αυτών, οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν ότι οι μόνες επιλογές τις οποίες είχε ήταν να ή να δανειστεί χρήματα ή να λάβει παράταση των προθεσμιών αποπληρωμής εκ μέρους των προμηθευτών της. Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής προέβησαν σε ανάλυση των ταμειακών ροών της εταιρείας στη διάρκεια του 2004 και ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι ακολουθήθηκε η δεύτερη επιλογή, με αύξηση των οφειλών προς τους πιστωτές κατά […] εκατ. ευρώ για το έτος αυτό. Μεταξύ των σημαντικότερων αυξήσεων που σημειώθηκαν στο λογαριασμό τω προμηθευτών σημειώνεται το ποσό των […] εκατ. ευρώ οφειλής προς τον ΔΑΑ (το 2003, το ποσό αυτό ανερχόταν σε […] εκατ. ευρώ). Τον Απρίλιο 2005, η NOA συνήψε συμφωνία διακανονισμού με τον ΔΑΑ για την πληρωμή […] εκατ. ευρώ από το χρέος των […] εκατ. ευρώ που εκκρεμούσε κατά την ημερομηνία εκείνη. Οι όροι της συμφωνίας προέβλεπαν την πραγματοποίηση καθορισμένων μηνιαίων πληρωμών μεταξύ 30 Απριλίου 2005 και 30 Νοεμβρίου 2005. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο του χρέους της ΝΟΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2004 ήταν οφειλόμενο υπόλοιπο […] εκατ. ευρώ προς την OAv· το ποσό αυτό ανερχόταν σε […] εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2003. |
|
(149) |
Σε σχέση με τις δραστηριότητες της ΝΟΑ το 2005, οι εμπειρογνώμονες σημειώνουν ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες χρηματοοικονομικές καταστάσεις για τις περιόδους μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2004· πλην όμως, από άλλα οικονομικά στοιχεία και συζητήσεις με τη διοίκηση συμπεραίνουν ότι η ΝΟΑ εμφάνισε περαιτέρω ζημίες το πρώτο τρίμηνο του 2005. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το αποτέλεσμα αυτό οδήγησε σε συμπίεση των ταμειακών ροών και ανάγκασε τη διοίκηση να αναζητήσει λύσεις βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης. Επιπλέον θετικές ταμειακές ροές δημιουργήθηκαν μέσω της καθυστερημένης πληρωμής τελών στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών και προσφέρθηκε εγγύηση με τη μορφή υποθήκης επί αεροσκαφών συνολικού ύψους 36 εκατ. ευρώ. |
|
(150) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα της NOA έχει έντονα κυκλικό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από τις αρνητικές ταμειακές ροές κατά τους μήνες Οκτώβριο έως Μάρτιο, που αντισταθμίζεται από θετικές ταμειακές ροές στους μήνες από Απρίλιο έως Σεπτέμβριο. Ο κύκλος αυτός επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Οι καθαρές εισροές κατά τους θερινούς μήνες δεν αντισταθμίζουν πλήρως τις καθαρές εκροές κατά τους χειμερινούς μήνες και άρα, συνολικά, υπάρχει μία συνεχής ανάγκη για συμπληρωματικές διευκολύνσεις. Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι δεν είναι σαφές το πότε θα καταστεί η εταιρεία θετική από απόψεως ταμειακών ροών, σε ετήσια βάση, πλην όμως η διοίκηση ελπίζει ότι αυτό θα συμβεί το νωρίτερο το 2006 και το αργότερο το 2007, με νέα ιδιοκτησία. |
5.3.2. ΦΟΡΟΙ (ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ, ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΦΠΑ)
|
(151) |
Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής εξέτασαν τους λογαριασμούς, τα βιβλία και τα μητρώα της ΝΟΑ σε σχέση με το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τον ΦΠΑ για την περίοδο από τον Δεκέμβριο 2003 έως τον Μάιο 2005. Παρατηρούν ότι βάσει των όρων της διαδικασίας διαχωρισμού των πτητικών κλάδων και απορρόφησής τους από την ΝΟΑ, στη νέα εταιρία μεταβιβάστηκαν μόνο οι ενός μηνός φορολογικές υποχρεώσεις και οφειλές προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς σε σχέση με το προσωπικό της ΟΑ που μεταφέρθηκε στην ΝΟΑ. |
|
(152) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν επίσης ότι η συνολική οφειλή της NOA προς το ελληνικό Δημόσιο από φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αυξήθηκε κατά 20,2 εκατ. ευρώ από το Δεκέμβριο του 2003 μέχρι το Δεκέμβριο του 2004. Το ποσό αυτό αποτελεί μέρος των 94,4 εκατ. ευρώ που όφειλε η NOA. |
|
(153) |
Όσον αφορά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (IKA), οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών καταλογίστηκαν και καταβλήθηκαν εγκαίρως στο Δημόσιο μέχρι τον Οκτώβριο 2004. Μεταξύ Οκτωβρίου 2004 και Φεβρουαρίου 2005 δεν πραγματοποιήθηκαν πληρωμές. Το Μάρτιο 2005, η εταιρία συνήψε συμφωνία διακανονισμού με τις φορολογικές αρχές προκειμένου να καταβάλει την εκκρεμή οφειλή των […] εκατ. ευρώ σε 18 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης τον Μάρτιο 2005, πράξη η οποία μετέτρεψε το οφειλόμενο υπόλοιπο σε 18μηνη δανειακή διευκόλυνση. Από τον Μάρτιο 2005, η εταιρία συμμορφώθηκε με τη συμφωνία αυτή, παράλληλα με τις τρέχουσες μηνιαίες υποχρεώσεις της. |
|
(154) |
Όσον αφορά το ΦΠΑ, οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι η NOA καταλόγισε ορθά και κατέβαλε τον ΦΠΑ στη διάρκεια της περιόδου. |
5.3.3. ΑΕΡΟΣΚΑΦΗ
|
Τύπος αεροσκάφους |
Αριθμός |
[…] |
Αριθμός θέσεων |
Ιδιοκτησία |
|
Airbus A340-313 |
4 |
[…] |
295 |
Μισθωμένα |
|
Airbus A300-65 |
3 |
[…] |
269 |
Μισθωμένα |
|
Boeing 737-400 |
14 |
[…] |
150 |
Ιδιόκτητα 7 / Μισθωμένα 7 |
|
Boeing 737-300 |
2 |
[…] |
136 |
Μισθωμένα |
|
Boeing 717-200 |
3 |
[…] |
100 |
Μισθωμένα |
|
ATR-72-320 |
7 |
[…] |
68 |
Ιδιόκτητα |
|
ATR-42-320 |
6 |
[…] |
50 |
Ιδιόκτητα 4 / Μισθωμένα 2 |
|
DHC-8 |
4 |
[…] |
37 |
Μισθωμένα |
|
Σύνολο |
43 |
|
|
|
|
(155) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι η NOA ξεκίνησε τις δραστηριότητές της με στόλο 43 αεροσκαφών, 18 ιδιόκτητων και 25 μισθωμένων. Από την έναρξη των δραστηριοτήτων της μέχρι σήμερα, τα ιδιόκτητα αεροσκάφη της NOA παρέμειναν τα ίδια και ο αριθμός των μισθωμένων αεροσκαφών της μειώθηκε κατά τρία. Τον Φεβρουάριο 2005 πωλήθηκαν δύο αεροσκάφη τύπου Airbus A300-600 ιδιοκτησίας της OA και μισθωμένα από την NOA και η μίσθωση ενός αεροσκάφους τύπου Boeing 737-3000 δεν ανανεώθηκε όταν έληξε η σχετική σύμβαση το Μάρτιο 2005. |
5.3.3.1. Λειτουργικές μισθώσεις
|
(156) |
Η NOA υπομισθώνει αεροσκάφη από την OA, την OAv (OAS) και, στην περίπτωση τεσσάρων χρηματοδοτικών μισθώσεων, απευθείας από το ελληνικό Δημόσιο (βλ. τμήμα 5.3.3.2). Επί του παρόντος, 18 αεροσκάφη είναι υπό καθεστώς λειτουργικής μίσθωσης, είτε απευθείας από τους εκμισθωτές είτε υπομισθωμένα από την OA ή την OAv (OAS). Δεδομένου ότι οι συμβάσεις αυτές μεταξύ των εκμισθωτών και των OA και OAv (OAS) λήγουν, η NOA συνάπτει απευθείας με τους εκμισθωτές νέες συμβάσεις μίσθωσης. |
|
(157) |
Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι οι δαπάνες υπομίσθωσης για τα αεροσκάφη που υπεκμισθώνονται από την OA ή την OAv (OAS) είναι χαμηλότερες από εκείνες σύμφωνα με την κύρια σύμβαση εκμίσθωσης. Όταν ζήτησαν από την διοίκηση της NOA να εξηγήσει και να αιτιολογήσει το γεγονός αυτό, η απάντηση που έλαβαν ήταν ότι οι υπομισθώσεις γίνονταν σε τρέχουσες τιμές. Σύμφωνα με τη διοίκηση της NOA, η OA (OAS) επωφελείται από την ύπαρξη μισθωτή για τα αεροσκάφη της. Η NOA τονίζει επίσης ότι θα μπορούσε να μισθώσει αεροσκάφη από άλλες πηγές εάν η OA δεν προσέφερε τιμές αγοράς. Η NOA επωφελείται από το γεγονός ότι είναι σε θέση να μισθώνει τα αεροσκάφη καταβάλλοντας αυτές που θεωρεί ως τρέχουσες αγοραίες τιμές αντί για τις υψηλότερες τιμές οι οποίες ίσχυαν βάσει των αρχικών συμβάσεων. |
|
(158) |
Οι εμπειρογνώμονες προέβησαν σε σύγκριση των τιμών μεταξύ κύριων μισθώσεων και υπεκμισθώσεων και διαπίστωσαν ότι, για το έτος μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2004, το σύνολο της επιβάρυνσης για υπομίσθωση από την OA προς την NOA ήταν 29,7 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το συνολικό κόστος της κύριας μίσθωσης που καταβλήθηκε από την OA για τα ίδια αεροσκάφη και κατά την ίδια περίοδο, που ανερχόταν σε 67,3 εκατ. ευρώ. Το κόστος μίσθωσης που τελικά επιβάρυνε την OA ανέρχεται σε 37,6 εκατ. ευρώ (55 % του συνολικού κόστους μίσθωσης). |
5.3.3.2. Χρηματοδοτικές μισθώσεις
|
(159) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι σε σχέση με τα 4 αεροσκάφη τύπου Airbus A340-300, για τη μίσθωση των οποίων είχε ληφθεί εγγύηση από την Ελλάδα, μετά από την αρχική απόσχιση, τα αεροσκάφη αυτά αρχικά υπεκμισθώθηκαν από την OA στην NOA. Ωστόσο, λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον της OA και της NOA κατά τον χρόνο της απόσχισης, τα εμπλεκόμενα χρηματοδοτικά ιδρύματα (εκμισθωτές) είχαν επιβάλει επαχθέστερους όρους εξόφλησης και εγγύησης στις σχετικές συμβάσεις. Προκειμένου να ελαφρυνθούν οι όροι αυτοί, τόσο για την OA όσο και για το ίδιο το κράτος που παρείχε τις εγγυήσεις, το ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε να λάβει τη θέση της ΟΑ ως εκμισθωτής και οι κύριες εκμισθώσεις για τα 4 αεροσκάφη μεταβιβάστηκαν (υποκατάσταση συμβαλλομένου) από την OA στο Δημόσιο, 2 το Δεκέμβριο 2004 και 2 τον Απρίλιο 2005. Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πράξη αυτή νομίμως χρειάστηκε να ψηφιστεί νέος νόμος από την ελληνική Βουλή (άρθρο 53 του νόμου 3283/2004).
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
(160) |
Οι εμπειρογνώμονες διεξήγαγαν επίσης σύγκριση μεταξύ των τιμολογίων για τις κύριες μισθώσεις και των τιμολογίων για τις υπεκμισθώσεις σε σχέση με τα εν λόγω 4 αεροσκάφη. Διαπίστωσαν ότι τα κύρια μισθώματα που καταβλήθηκαν από το Δημόσιο ανέρχονται περίπου σε 750 000 ευρώ μηνιαίως ενώ η επιβάρυνση για τις υπομισθώσεις κυμαίνονται από περίπου 400 000 ευρώ έως 500 000 ευρώ μηνιαίως. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό Δημόσιο ζημιώνεται κάθε μήνα από 250 000 ευρώ έως 350 000 ευρώ για καθένα από τα 4 αυτά αεροσκάφη. |
|
(161) |
Οι εμπειρογνώμονες ανέφεραν επίσης ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 2004 και τέλους Μαρτίου 2005, η NOA δεν πραγματοποίησε πληρωμές προς το ελληνικό Δημόσιο για 2 αεροσκάφη A340 που είχε υπομισθώσει από το Δημόσιο. Στο τέλος Μαρτίου 2005, η οφειλή της NOA προς το Δημόσιο για τις δύο αυτές υπομισθώσεις ήταν 5,1 εκατ. ευρώ. Η NOA κατέβαλε το ποσό, τον Απρίλιο του 2005, συν το κόστος μίσθωσης για τον Απρίλιο. |
5.3.4 ΣΠΑΤΌΣΗΜΟ
|
(162) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι από την έναρξη των δραστηριοτήτων της NOA τον Δεκέμβριο του 2003 και μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 2004, ο φόρος αεροδρομίου που εισέπραξε η NOA από τους πελάτες της ανήλθε σε […]εκατ. ευρώ και το ποσό που καταβλήθηκε στις φορολογικές αρχές ανήλθε σε […] εκατ. ευρώ. Τον Μάρτιο 2004, και από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο 2004, οι πληρωμές προς τις φορολογικές αρχές πραγματοποιήθηκαν εγκαίρως (μέχρι την 20ή ημέρα του μηνός που ακολουθεί την είσπραξη). Για τους υπόλοιπους μήνες μεταξύ Δεκεμβρίου 2003 και Μαρτίου 2005, οι πληρωμές πραγματοποιήθηκαν με καθυστέρηση 1 έως 5 μηνών. Το υπόλοιπο στις 31 Δεκεμβρίου 2004, ύψους […] εκατ. ευρώ, αντιπροσώπευε τις εισπράξεις 3 περίπου μηνών. Στις 31 Μαρτίου 2005, το οφειλόμενο ποσό φόρων αεροδρομίου ήταν […] εκατ. ευρώ, που αντιστοιχούσε περίπου σε εισπράξεις δυόμισι μηνών. |
5.3.5 ΠΟΣΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΈΒΑΛΕ Η NOA ΣΤΗΝ OAS ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΔΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΉΡΙΞΗΣ
|
(163) |
Επειδή η NOA περιλαμβάνει μόνο τους πτητικούς κλάδους των OA και OAv, δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει η ίδια την παροχή των βοηθητικών εκείνων υπηρεσιών που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία μιας αερογραμμής (συντήρηση γραμμής πτήσης, ανεφοδιασμός σε καύσιμα, επίγεια εξυπηρέτηση, κλπ) και πρέπει να πληρώσει προκειμένου να λάβει τις υπηρεσίες αυτές. Η Επιτροπή ανέθεσε στους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες να εξακριβώσουν τον ισχυρισμό των ελληνικών αρχών ότι η NOA κατέβαλε τις τιμές της αγοράς για τις εν λόγω υπηρεσίες και ότι οι συμβάσεις είχαν, συνεπώς, συναφθεί σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν στην αγορά. |
|
(164) |
Οι εμπειρογνώμονες ανέφεραν ότι είχαν συναφθεί 7 συμβάσεις μεταξύ της NOA και της OAS (συμπεριλαμβανομένης της OAv και της Olympic Catering SA) για την παροχή σειράς υπηρεσιών όπως η επίγεια εξυπηρέτηση, η τεχνική συντήρηση, η μεταφορά εμπορευμάτων και ταχυδρομείου, η διαχείριση αποθηκευτικών χώρων, η λογιστική υποστήριξη και παροχή συμβουλών, η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και οι γενικές υπηρεσίες προγραμματισμού δρομολογίων πτήσεων, υπηρεσίες τεχνολογίας πληροφοριών και τηλεπικοινωνιών και εστίαση. Οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι το 2004, εταιρίες του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας παρείχαν υπηρεσίες προς την NOA αξίας περίπου […] εκατ. ευρώ. Οι κυριότερες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μεταξύ της NOA και του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας αφορούν την επίγεια εξυπηρέτηση και συντήρηση. Η NOA χρησιμοποιεί τον OAG για το […] % των παρεχόμενων υπηρεσιών εδάφους και για όλες τις υπηρεσίες συντήρησης. Το συμβατικό αντίτιμο για το 2004, βάσει της τακτικής πτητικής δραστηριότητας, ανήλθε σε […] εκατ. ευρώ για τις υπηρεσίες εδάφους και […] εκατ. ευρώ για την συντήρηση. |
|
(165) |
Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής εξέτασαν τα τιμολόγια που εφάρμοζε ο OAG σε σχέση με την NOA και με άλλες αεροπορικές εταιρίες. Μολονότι οι τιμές ήταν χαμηλότερες για τις υπηρεσίες εδάφους, η διοίκηση της NOA απέδωσε το γεγονός αυτό σε εμπορικούς λόγους, καθώς η ΝΟΑ είναι ο μεγαλύτερος πελάτης και επωφελείται από εκπτώσεις λόγω όγκου συναλλαγών. Όσον αφορά την τροφοδοσία (catering), η NOA φαίνεται να καταβάλει τις τιμές που ισχύουν στην αγορά για τις υπηρεσίες τις οποίες λαμβάνει και, σε σχέση με τις υπηρεσίες τεχνικής συντήρησης, η OA χρεώνει την NOA σε διαφορετική βάση από άλλους πελάτες, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ουσιαστική σύγκριση. Η διοίκηση της NOA ανέφερε ότι, κατά την άποψή της, οι τιμές για όλες τις υπηρεσίες που παρέχονται από την OA αποτέλεσαν αντικείμενο αμερόληπτης διαπραγμάτευσης και αντιπροσωπεύουν εύλογη αγοραία αξία. |
5.3.6. ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΙΚΑ ΤΈΛΗ ΤΟΥ ΔΑΑ
|
(166) |
Ο ΔΑΑ είναι εταιρεία που ανήκει κατά 55 % στο Δημόσιο, υπεύθυνη για την κατασκευή, λειτουργία και ανάπτυξη του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Μολονότι ανήκει κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο, λειτουργεί ως ιδιωτική εταιρία βάσει της συμφωνίας για την ανάπτυξη των αερολιμένων και δεν υπόκειται στη νομοθεσία για τους οργανισμούς που ελέγχονται από το ελληνικό Δημόσιο. |
|
(167) |
Ο ΔΑΑ αποτελούσε/αποτελεί τον μεγαλύτερο πιστωτή της OA/NOA, με ετήσια τέλη περίπου 60 εκατ. ευρώ. Δεδομένου ότι οι δαπάνες προς τον ΔΑΑ αποτελούν μία τόσο σημαντική συνιστώσα της βάσης κόστους της NOA, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής χρειάστηκε να εξετάσουν τη σχέση μεταξύ της NOA και του ΔΑΑ προκειμένου να διαπιστώσουν εάν η αεροπορική εταιρία επωφελήθηκε από ευνοϊκότερους όρους, γεγονός που ίσως συνιστούσε έμμεση κρατική στήριξη. Οι εμπειρογνώμονες μπόρεσαν να προσδιορίσουν ότι οι οφειλές και πληρωμές της NOA προς τον ΔΑΑ, για την περίοδο από την έναρξη των δραστηριοτήτων της μέχρι τις 19 Μαΐου 2005, έχουν ως εξής:
|
|
(168) |
Οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι ο ΔΑΑ επιβάλλει στις αεροπορικές εταιρίες τέλη για την παροχή ενός ευρέως φάσματος υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των τελών προσγείωσης και στάθμευσης των αεροσκαφών, ασφάλειας και υποδομής επίγειας εξυπηρέτησης. Οι χρεώσεις επιβάλλονται σε καθορισμένες τιμές, οι οποίες αναγράφονται στις Οδηγίες προς τους χρήστες του αερολιμένα, στους όρους και προϋποθέσεις χρήσης και στον κατάλογο χρεώσεων κίνησης που έχουν εκδοθεί από τον αερολιμένα τον Ιούνιο του 2003. Η κανονική περίοδος πληρωμής είναι 20 ημερολογιακές ημέρες. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, οφείλεται τόκος με επιτόκιο 3 % άνω του EURIBOR. |
|
(169) |
Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής έμαθαν ότι στο τέλος του 2004 η NOA συνήψε συμφωνία “οικονομικού διακανονισμού” με τον ΔΑΑ, βάσει της οποίας η ΝΟΑ είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει οφειλές προς τον ΔΑΑ εντός 45 ημερών αντί των 20 ημερών που ισχύουν σύμφωνα με τους συνήθεις όρους πληρωμής του ΔΑΑ. Η παράταση της προθεσμίας πληρωμής εφαρμόσθηκε από την 1η Ιουλίου 2004 έως τις 28 Φεβρουαρίου 2005. Για να τύχει των ευνοϊκότερων αυτών όρων, ζητήθηκε από τη NOA η παροχή ασφάλειας με τη μορφή εγγραφής υποθήκης υπέρ του ΔΑΑ σε 2 αεροσκάφη […], ανώτατου ποσού […]* εκατ. ευρώ. Η οφειλή στις 31 Δεκεμβρίου 2004 αντιπροσώπευε περίπου επιβάρυνση από τέλη 4 μηνών και τον Μάιο του 2005 αντίστοιχη επιβάρυνση 5 μηνών, που υπερβαίνει σαφώς την προθεσμία πληρωμής των 45 ημερών με βάση την συμφωνία οικονομικού διακανονισμού. |
|
(170) |
Στις 22 Απριλίου 2005, η NOA συνήψε περαιτέρω συμφωνία διακανονισμού με τον ΔΑΑ για την πληρωμή […] εκατ. ευρώ από τα […] εκατ. ευρώ υφιστάμενου χρέους κατά την ημερομηνία εκείνη. Η συμφωνία αυτή περιελάμβανε περαιτέρω εξασφάλιση […] εκατ. ευρώ. Οι όροι της συμφωνίας αυτής προέβλεπαν την πραγματοποίηση μεταβλητών μηνιαίων πληρωμών μεταξύ 30 Απριλίου 2005 και 30 Νοεμβρίου 2005. […] εκατ. ευρώ από τα […] εκατ. ευρώ θα προέρχονταν από έσοδα στο πλαίσιο των PSO. Η εξασφάλιση για το ποσό των […] εκατ. ευρώ παρέχεται μέσω προνομιούχων υποθηκών επί 2 αεροσκαφών τύπου […] και 4 κινητήρων. |
|
(171) |
Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών, οι εμπειρογνώμονες θεωρούν ότι η δυνατότητα σώρευσης υποχρεώσεων […] εκατ. ευρώ κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου και μετατροπή τους στη συνέχεια σε 18μηνο βραχυπρόθεσμο δάνειο προς εξόφληση κατά την θερινή περίοδο, ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με χρηματοδότηση της NOA με εποχικό κεφάλαιο κίνησης. Η χρηματοδότηση αυτή, παράλληλα με την συνεχιζόμενη ανοχή καθυστέρησης των πληρωμών, υπονοεί ότι η NOA τυγχάνει μεταχείρισης από το ΔΑΑ η οποία δεν θα παρείχετο σε άλλες αεροπορικές εταιρίες. |
6. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
6.1. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
|
(172) |
Δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από κράτος μέλος ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. |
|
(173) |
Η έννοια της κρατικής ενίσχυσης εφαρμόζεται σε οιοδήποτε πλεονέκτημα παρέχεται άμεσα ή έμμεσα, με κρατικούς πόρους, χορηγείται από το ίδιο το κράτος ή από ενδιάμεσο φορέα που ενεργεί δυνάμει εξουσιών που του έχουν εκχωρηθεί. |
|
(174) |
Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο την ενίσχυση που χορηγήθηκε μετά την απόφαση του 2002. Δεν καλύπτει πιθανό στοιχείο ενίσχυσης σε σχέση με μελλοντική δικαιοπραξία ή δικαιοπραξίες αναφορικά με μετοχές ή περιουσιακά στοιχεία οιασδήποτε των εμπλεκομένων εταιρειών. |
|
(175) |
Το άρθρο 228 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της συνθήκης, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση η ενίσχυση κηρύχθηκε, με την απόφαση του 2002, παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση της 12ης Μαΐου 2005 στην υπόθεση C-415/03 απεφάνθη ότι το κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα. |
|
(176) |
Το άρθρο 228, παράγραφος 2, προβλέπει ότι εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα, αφού παράσχει στο κράτος αυτό με επίσημη προειδοποιητική επιστολή τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη διευκρινίζοντας τα σημεία ως προς τα οποία το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. |
6.2. ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ
|
(177) |
Η Επιτροπή προέβη σε διεξοδική ανάλυση των παρατηρήσεων που λήφθηκαν κατά τη διαδικασία, καθώς και των παρατηρήσεων της Ελλάδας και της μελέτης που διενήργησαν οι εμπειρογνώμονες για την αναδιάρθρωση της OA και της συμπεριφοράς των OA και NOA από την αναδιάρθρωση. Στο πλαίσιο αυτό, αποφάσισε να πραγματοποιήσει την αξιολόγησή της σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης βάσει τεσσάρων κυρίων παραμέτρων: i) της ίδιας της αναδιάρθρωσης, ii) του κατά πόσον η NOA έχει λάβει άλλη κρατική ενίσχυση από το 2003, iii) της χορήγησης 130 εκατ. ευρώ στην OA και iv) του κατά πόσον η OA έχει λάβει άλλη κρατική ενίσχυση. |
i) Ποιος ήταν ο χαρακτήρας της αναδιάρθρωσης του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο 2003;
|
(178) |
Πρόθεση των ελληνικών αρχών κατά την εκπόνηση και εφαρμογή του νόμου 3185/2003 φαίνεται να ήταν η δυνατότητα συνέχισης των δραστηριοτήτων των πτητικών κλάδων του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, με την απορρόφησή τους στην NOA, και η διενέργεια της ιδιωτικοποίησης. Η Επιτροπή πρέπει συνεπώς να εξετάσει τη σχέση μεταξύ της ΟΑ και της ΝΟΑ. Η ΝΟΑ δημιουργήθηκε από τους πτητικούς κλάδους εταιρειών του ομίλου της ΟΑ και συνεχίζει την (κύρια) πτητική δραστηριότητα της ΟΑ, παρέλαβε αρχικά όλα τα αεροσκάφη της ΟΑ και επί του παρόντος λειτουργεί με 40 αεροσκάφη, σε σύγκριση με τα 43 που διέθετε προηγουμένως η ΟΑ, με το ίδιο πλήρωμα και τα ίδια δρομολόγια. Όσον αφορά τα δρομολόγια, η ΝΟΑ απέκτησε με «διαδοχή» το αεροπορικό δίκτυο, τις συμβάσεις PSO και τα βάσει διμερών συμφωνιών με χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΕ δικαιώματα αεροπορικών δρομολογίων της ΟΑ. Όπως προαναφέρθηκε, η ΝΟΑ δημιουργήθηκε με το νόμο 3185/2003, οι διατάξεις του οποίου αφορούν ειδικά την ΟΑ/ΝΟΑ και προβλέπουν παρέκκλιση από τις ισχύουσες κανονικά διατάξεις του ελληνικού εταιρικού δικαίου. |
|
(179) |
Στην παρούσα υπόθεση, η απόσχιση οδήγησε στην αφαίρεση από τον ήδη υπερχρεωμένο όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, για τον οποίο η Επιτροπή είχε προηγουμένως διαπιστώσει ότι είχε λάβει παράνομη και ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση, των πτητικών του κλάδων οι οποίοι παρήγαν έσοδα, ενώ παράλληλα μεταβιβάστηκαν πολύ λίγα από τα αντίστοιχα στοιχεία του παθητικού. Όλες οι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις παρέμειναν στις προκατόχους εταιρείες και από τους φόρους, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τα λοιπά τέλη που οφείλονταν από τον όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο Ελληνικό Δημόσιο μεταφέρθηκαν στην NOA μόνον οι υποχρεώσεις ενός μηνός. Επιπλέον των φορολογικών υποχρεώσεων που οφείλονταν άμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο, η οφειλή της OA στον ΔΑΑ κατά την ημερομηνία της απόσχισης ανερχόταν περίπου σε 93 εκατ. ευρώ. Κανένα μέρος της οφειλής αυτής δεν μεταβιβάστηκε στην ΝΟΑ βάσει των όρων της διαδικασίας μετασχηματισμού, αλλά αντίθετα η οφειλή παρέμεινε εξ ολοκλήρου στην OA. |
|
(180) |
Η Επιτροπή συμπεραίνει επίσης ότι, επειδή η διαδικασία ιδιωτικοποίησης την οποία προβλέπει ο νόμος 3185/2003 συνεχίζεται, ο ήδη υπερχρεωμένος όμιλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας θα παραμείνει χωρίς εμπορικές δραστηριότητες, ελάχιστα στοιχεία ενεργητικού και οφειλές που ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Κατά συνέπεια μειώνεται ακόμη περισσότερο η πιθανότητα να επιστρέψει την ασύμβατη κρατική ενίσχυση, όπως προβλέπει η απόφαση του 2002. Πρόθεση των ελληνικών αρχών είναι να εφαρμοστούν στις ΟΑ και OAv οι διατάξεις περί αφερεγγυότητας και να τεθούν σε εκκαθάριση. Οι πιστωτές, κατά κύριο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο, θα επιβαρυνθούν με το σχετικό κόστος. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι εφόσον η ΟΑ και η ΝΟΑ ανήκουν κατά 100 % στο Δημόσιο, η δημιουργία της ΝΟΑ αποτελεί λιγότερο αναδιάρθρωση και περισσότερο τεχνητή αναδιοργάνωση εντός του ιδίου ομίλου. Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται επίσης και από την εξέταση του νόμου 3185/2003, βάσει του οποίου παρέχεται στη ΝΟΑ «προστασία» από τις κανονικά εφαρμοστέες διατάξεις του ελληνικού Αστικού Δικαίου και του ελληνικού Εμπορικού Κώδικα για τα χρέη που δημιούργησε η ΟΑ πριν την «απόσχιση» του πτητικού κλάδου. Η διαπίστωση αυτή σημαίνει ότι, εάν δεν υπήρχε ο ειδικός αυτός νόμος, η εφαρμογή των κανονικών διατάξεων του εθνικού δικαίου θα οδηγούσε επίσης στο συμπέρασμα της «συνέχειας» μεταξύ των δυο εταιρειών. |
|
(181) |
Η Επιτροπή παρατηρεί περαιτέρω ότι ο χαρακτηρισμός της ΝΟΑ ως διαδόχου εταιρείας της ΟΑ αναγνωρίστηκε ρητώς από την Ελλάδα στην επιστολή της τής 2ας Ιουνίου 2005 προς την Επιτροπή, στην οποία αναφέρεται στην ΝΟΑ ως «διάδοχο εταιρεία» της ΟΑ για τους σκοπούς της ανάκτησης. |
|
(182) |
Το ΔΕΚ, στην απόφασή του στην υπόθεση C-415/2003, εκτίμησε επίσης τη μεταβίβαση στοιχείων του ενεργητικού προς τη ΝΟΑ, που αποτελεί την ουσιαστική πτυχή της αναδιάρθρωσης. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε (12) ότι η μεταβίβαση «των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία, ελεύθερα χρεών, προς τη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές … τελέστηκε κατά τρόπο ώστε να καταστήσει αδύνατη, δυνάμει του εθνικού δικαίου, την ανάκτηση των οφειλών της παλαιάς εταιρίας Ολυμπιακή Αεροπορία από τη νέα εταιρία Ολυμπιακές Αερογραμμές». Προσέθεσε ότι «η εν λόγω πράξη εμπόδισε την αποτελεσματική εκτέλεση της αποφάσεως 2003/372 (η απόφαση του 2002) και την ανάκτηση των ενισχύσεων με τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο στήριξε τις εμπορικές δραστηριότητες της εταιρίας αυτής. Ως εκ τούτου, διακυβεύθηκε σοβαρά ο σκοπός της αποφάσεως αυτής, που αποβλέπει στην αποκατάσταση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας». Το ΔΕΚ αποφάνθηκε συνεπώς ότι η αναδιάρθρωση απέβλεπε ουσιαστικά στην τεχνητή απομόνωση των πτητικών κλάδων της ΟΑ από τα βάρη του παρελθόντος. |
|
(183) |
Είναι άρα προφανές ότι ενώ η αναδιάρθρωση της ΟΑ το 2003 - από την οποία προέκυψε η ΝΟΑ - οδήγησε στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης νομικής οντότητας, πραγματοποιήθηκε εν τούτοις κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων βάσει της απόφασης του 2002, και ότι η ΝΟΑ είναι διάδοχος εταιρεία της ΟΑ, τουλάχιστον για τους σκοπούς της ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων πριν την απόσχιση. |
ii) Έλαβε η NOA κρατικές ενισχύσεις μετά την ίδρυσή της;
|
(184) |
Σύμφωνα με το πόρισμα του εμπειρογνώμονα της Επιτροπής, η NOA εμφανίζει από την ίδρυσή της συνεχώς οικονομικές ζημίες. Σχετικά με τα σημεία που έχουν θιγεί στο πλαίσιο της έναρξης της διαδικασίας, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι, όσον αφορά τις πληρωμές του «σπατόσημου», η ΝΟΑ έχει από την ίδρυσή της διενεργήσει όλες τις απαιτούμενες πληρωμές, ενώ επί του ζητήματος των παρεχόμενων από την ΟΑ στη ΝΟΑ υπηρεσιών με επίγεια μέσα και συντήρησης, η Επιτροπή δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορεί να διατυπώσει άποψη κατά πόσον εμπεριέχουν στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. Αναφορικά με τις φορολογικές υποχρεώσεις και υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης της ΝΟΑ, οι εμπειρογνώμονες διαπίστωσαν ότι, με εξαίρεση ορισμένες εκπρόθεσμες πληρωμές (που συνεπάγονταν χρηματικές ποινές), η ΝΟΑ έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. |
|
(185) |
Συνεπώς, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η ΝΟΑ, όσον αφορά το «Σπατόσημό» και τις φορολογικές υποχρεώσεις της όπως και τις υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης, δεν έχει λάβει, από το χρόνο της σύστασής της, καμία κρατική ενίσχυση. Εντούτοις, κατά την εξέταση των βιβλίων της εταιρείας, ο εμπειρογνώμονας διαπίστωσε ότι η ΝΟΑ έτυχε ευνοϊκών όρων εκ μέρους των προμηθευτών της, από δύο απόψεις. |
|
(186) |
Στο πεδίο των μισθώσεων αεροσκαφών, στην NOA υπεκμισθώνουν αεροσκάφη η OA, η OAv και, στην περίπτωση 4 χρηματοδοτικών μισθώσεων, απευθείας το Ελληνικό Δημόσιο. Όπως απέδειξε ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής, σε όλες τις περιπτώσεις, το τίμημα των υπεκμισθώσεων είναι χαμηλότερο από αυτό των κυρίων μισθώσεων που έχουν συναφθεί με τους κύριους εκμισθωτές. Στην περίπτωση των 4 χρηματοδοτικών μισθώσεων, το Ελληνικό Δημόσιο απορροφά για κάθε αεροσκάφος, κατά μήνα ζημία ύψους μεταξύ 250 000 και 350 000 ευρώ. Στην περίπτωση των αεροσκαφών που έχει εκμισθώσει η OA στην NOA, η διαφορά μεταξύ του ποσού (μισθώματος) που καταβάλλει η NOA και αυτού που καταβάλλει η OA είχε ως απόρροια ότι, το 2004, η OA ζημιώθηκε κατά 37,6 εκατ. ευρώ (ή ποσοστό 55 % του κόστους της μίσθωσης). |
|
(187) |
Εξετάζοντας τις σχέσεις μεταξύ της NOA και του ΔΑΑ, οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι επιτρέποντας τη βαθμιαία δημιουργία, κατά την χειμερινή περίοδο, πιστωτικού λογαριασμού ύψους […] εκατ. ευρώ, και μετατρέποντάς το στη συνέχεια σε 8μηνο βραχυπρόθεσμο δάνειο πληρωτέο στη διάρκεια της θερινής περιόδου, το γεγονός αυτό συνιστούσε παροχή στην NOA εποχιακής χρηματοδότησης σε κεφάλαια κινήσεως. Η χρηματοδότηση αυτή, σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη ανοχή υπερήμερων πληρωμών, υποδεικνύει ότι η NOA τυγχάνει εκ μέρους του ΔΑΑ μεταχείρισης που δεν θα επιφυλασσόταν σε άλλες αερογραμμές. |
|
(188) |
Εξετάζοντας αυτή την ευνοϊκή μεταχείριση, η Επιτροπή δύναται εν πρώτοις να συμπεράνει ότι η απόφαση των ελληνικών αρχών να υπεκμισθώσουν αεροσκάφη στην NOA και, ως εκ τούτου, να απορροφήσουν ζημίες ύψους μεταξύ 250 000 και 350 000 ευρώανά αεροσκάφος και κατά μήνα, συνιστά σαφώς μεταφορά κρατικών πόρων από το Δημόσιο στην NOA. Με το μέτρο αυτό επέρχεται ελάφρυνση κόστους το οποίο θα όφειλε, κατά τ’ άλλα, να βαρύνει τη NOA. Το μέτρο αυτό είναι ειδικού χαρακτήρα, κατά το ότι απευθύνεται αποκλειστικά στην NOA και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι η NOA λειτουργεί σε μία πλήρως απελευθερωμένη αγορά αεροπορικών μεταφορών. |
|
(189) |
Αποτελεί πάγια νομολογία ότι δεν πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ υποθέσεων στις οποίες η ενίσχυση χορηγείται απευθείας από το κράτος και υποθέσεων στις οποίες χορηγείται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς τους οποίους το κράτος ιδρύει ή ορίζει, με προοπτική την χορήγηση της ενίσχυσης (13). Εντούτοις, για να μπορούν τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα να χαρακτηρίζονται ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, αυτά πρέπει, πρώτον, να παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από πόρους του Δημοσίου (14) και, δεύτερον, να είναι καταλογιστέα σ’ αυτό (15). |
|
(190) |
Κατά συνέπεια, όσον αφορά τις ενέργειες της OA και του ΔΑΑ, η Επιτροπή πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον αυτές μπορούν να καταλογιστούν στο Δημόσιο. Όπως αναλύθηκε στην παράγραφο 192, η δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος ενός μέτρου που έλαβε δημόσια επιχείρηση, μπορεί να συναχθεί από ένα σύνολο ενδείξεων οι οποίες προκύπτουν από τις περιστάσεις της υποθέσεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου ελήφθησαν τα μέτρα. |
|
(191) |
Αναφορικά με την απόφαση της OA να υπεκμισθώσει το αεροσκάφος της στην NOA σε τιμές σημαντικά κατώτερες από αυτές της κύριας χρηματοδοτικής μίσθωσης και, πράττοντας τούτο, να ζημιωθεί 37,6 εκατ. ευρώ, η Επιτροπή σημειώνει ότι το ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 100 % των μετοχών τόσο της OA όσο και της NOA. Επιπλέον, όλα τα στελέχη και τα διοικητικά συμβούλια και των δύο εταιρειών έχουν διοριστεί από το κράτος. Υπό τις συνθήκες αυτές, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι η OA και η NOA τελούσαν (και ευρίσκονται ακόμη) υπό κρατικό έλεγχο. Η Ελλάδα ήταν σε θέση, άμεσα και έμμεσα ως ο μεγαλύτερος δανειστής της ΟΑ, να ασκεί κυριαρχική επιρροή και στις δύο επιχειρήσεις. Αυτή καθεαυτή, η απόφαση της OA, να υπεκμισθώσει αεροσκάφος στην NOA, δεν αποτελούσε πράξη ανεξάρτητης επιχείρησης. |
|
(192) |
Σχετικά με τον ΔΑΑ, και παρά την επιμονή της Ελλάδας ότι δεν έχει να διαδραματίσει κανένα ρόλο επιρροής στην εμπορική συμπεριφορά του ΔΑΑ, η Επιτροπή σημειώνει ότι το Δημόσιο κατέχει ποσοστό 55 % του εταιρικού κεφαλαίου του ΔΑΑ και διορίζει 4 από τους 9 διευθυντές του. Αποφασίζοντας σχετικά με τη δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο, το ΔΕΚ (16) έχει αναφέρει άλλα κριτήρια, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσον ένα μέτρο ενίσχυσης που ελήφθη από δημόσια επιχείρηση είναι καταλογιστέο στο Δημόσιο. Στα κριτήρια αυτά συμπεριλαμβάνονται η ένταξη της επιχείρησης στις δομές της δημόσιας διοίκησης, η φύση των δραστηριοτήτων της και η άσκησή τους στην αγορά υπό συνθήκες συνήθους ανταγωνισμού προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, το νομικό καθεστώς της επιχείρησης (δηλαδή αν διέπεται από το Δημόσιο δίκαιο ή το κοινό εταιρικό δίκαιο), ο βαθμός της εποπτείας που ασκον οι δημόσιες αρχές επί της διαχειρίσεως της επιχειρήσεως ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη από την οποία να συνάγεται στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι έχουν εμπλακεί ή ότι είναι απίθανο να μην έχουν εμπλακεί οι δημόσιες αρχές στη λήψη ορισμένου μέτρου, το περιεχόμενό του ή οι συνθήκες που δημιουργεί. Στην παρούσα υπόθεση, παρά το ότι ο ΔΑΑ ανήκει κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο, λειτουργεί, στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών του, ως ιδιωτική επιχείρηση ανεξάρτητη από τον έλεγχο του Δημοσίου (4 μόνον από τους 9 διευθυντές του διορίζονται από το κράτος), δεδομένου δε ότι όλα τα χρέη της OA/NOA προς τον ΔΑΑ εξοφλούνται εντόκως και διασφαλίζονται με υποθήκες σε αεροσκάφη, η Επιτροπή δεν μπορεί να συμπεράνει οριστικά ότι οι ενέργειες του ΔΑΑ είναι καταλογιστέες στο Δημόσιο. |
|
(193) |
Κατά συνέπεια, και για τους προεκτεθέντες λόγους, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι με τις συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύ OA και NOA νοθεύεται ή απειλείται με νόθευση ο ανταγωνισμός, καθώς αυτές είναι ειδικού χαρακτήρα, κατά την έννοια ότι ευνοούν μια επιχείρηση απαλλάσσοντάς την από οικονομικές υποχρεώσεις το βάρος των οποίων θα όφειλε, κατά τα άλλα, να φέρει. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι τα σχετικά μέτρα επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές και νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό στα πλαίσια της αγοράς αυτής, στο μέτρο που αφορούν έναν κοινοτικό αερομεταφορέα (όπως εκτίθεται στην παράγραφο 193). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, βάσει των οποίων η NOA μισθώνει αεροσκάφη είτε από την OA είτε από το Δημόσιο, συνιστούν χορήγηση κρατικής ενίσχυσης στην NOA, για τους σκοπούς του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. |
iii) Ποιο ήταν το καθεστώς της «προκαταβολής» από τον προβλεπόμενο βάσει του νόμου 3185/2003 ειδικό λογαριασμό, πώς διατέθηκαν και αναλώθηκαν τα χρήματα; Ποιος ωφελήθηκε από τις εκταμιεύσεις;
|
(194) |
Εξετάζοντας την πληρωμή αυτή, η Επιτροπή είναι σε θέση πρώτον να συμπεράνει ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί μεταφορά πόρων του Δημοσίου, δεδομένου ότι τα χρήματα προέρχονται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και ρητά προβλέπονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 27 του νόμου 3185/2003, είναι δε ατομικό μέτρο καθόσον απευθύνεται αποκλειστικά προς την OA. |
|
(195) |
Οι ελληνικές αρχές προβάλλουν το επιχείρημα ότι η χορήγηση 130 312 459 ευρώ στην OA αποτελούσε ενέργεια συνετού επενδυτή. Σύμφωνα με την εφαρμοστέα κοινοτική νομολογία, η συμπεριφορά του Δημοσίου ως επενδυτή πρέπει να συγκρίνεται με αυτήν ενός θεωρητικού ιδιώτη επενδυτή, ο οποίος καθοδηγείται από τις δυνατότητες μακροπρόθεσμης κερδοφορίας (17). Μια αναγκαία αύξηση κεφαλαίου ώστε να διασφαλιστεί η επιβίωση μιας εταιρίας η οποία αντιμετωπίζει παροδικά προβλήματα, η οποία όμως είναι σε θέση, αφού λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα αναδιάρθρωσης, να γίνει και πάλι προσοδοφόρος, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ενίσχυση, εάν ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα. Το ΔΕΚ έχει επίσης αναφέρει ότι δεν υπάρχει ενίσχυση στις περιπτώσεις που η αύξηση κεφαλαίου γίνεται υπό όρους οι οποίοι θα ήταν αποδεκτοί από έναν ιδιώτη επενδυτή που λειτουργεί κάτω από κανονικές συνθήκες της αγοράς (18). |
|
(196) |
Στην τρέχουσα κατάσταση, κατά το χρόνο προκαταβολής του ποσού των 130 312 459 ευρώ στην OA, η OA ευρίσκετο ήδη σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση. Η Επιτροπή είχε διαπιστώσει (απόφαση του 2002) ότι είχε λάβει παράνομη και μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση, την ανάκτηση της οποίας προσαυξημένη με τόκους είχε διατάξει η Επιτροπή με την απόφασή της αυτή. Επίσης, είχαν μόλις αφαιρεθεί από την ΟΑ οι πτητικοί κλάδοι της και είχε επιβαρυνθεί με τις περισσότερες από τις υποχρεώσεις που κανονικά ήταν συνυφασμένες με τους κλάδους αυτούς. Στο τέλος του 2003, η ΟΑ είχε έναντι του Ελληνικού Δημοσίου συνολικές οφειλές ύψους 522 εκατ. ευρώ, σε απλήρωτες φορολογικές υποχρεώσεις και σε υποχρεώσεις κοινωνικής ασφάλισης. Δεδομένης της χρηματοοικονομικής κατάστασής της, η Επιτροπή οφείλει να συμπεράνει ότι η ΟΑ θα ήταν πρόδηλα ανίκανη να λάβει ανάλογη χρηματική προκαταβολή από ένα ιδιώτη επενδυτή στην ίδια κατάσταση. Πόσο μάλλον δε όταν ο «επενδυτής» στην παρούσα περίπτωση είναι επίσης ο μεγαλύτερος δανειστής της ΟΑ και έχει ρεαλιστικά μικρή πιθανότητα ανάκτησης των ποσών που του οφείλει ήδη η ΟΑ. Ένας τέτοιος δανειστής δεν θα είχε επιτρέψει μια κατάσταση στην οποία εξακολουθούν να αυξάνονται τα χρέη ενώ εξαφανίζονται τα στοιχεία ενεργητικού που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για την πληρωμή των χρεών αυτών (19). Αντίθετα, ένας ιδιώτης πιστωτής θα είχε λάβει όλα τα νόμιμα μέτρα για να επιτύχει την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών ή την κατάπτωση των εγγυήσεών του. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να συμφωνήσει με τον ισχυρισμό της Ελλάδας ότι η προκαταβολή του εν λόγω ποσού στην ΟΑ αποτελούσε πράξη συνετού επενδυτή. |
|
(197) |
Η Επιτροπή οφείλει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσον, το ποσό των 130 312 459 ευρώ μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κάποια μορφή παροχής από το Δημόσιο αποζημίωσης στην ΟΑ, για στοιχεία ενεργητικού που είχαν αφαιρεθεί από την ΟΑ και τοποθετηθεί από το κράτος στη ΝΟΑ, όπως ισχυρίστηκαν αρχικά οι ελληνικές αρχές. Προκειμένου να εκτιμήσει το κύρος του επιχειρήματος αυτού, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει την αξία των στοιχείων ενεργητικού που αποσχίστηκαν από την ΟΑ και μεταφέρθηκαν στη ΝΟΑ. Σύμφωνα με την αποτίμησή τους εκ μέρους της διοίκησης της ΟΑ, τα μεταβιβασθέντα στη ΝΟΑ στοιχεία ενεργητικού ανέρχονταν στο ποσό των 130 312 459 ευρώ. Σε περίπτωση που ίσχυε αυτό, δεν θα υπήρχε κρατική ενίσχυση στη μεταφορά του ποσού αυτού προς την ΟΑ, καθώς δεν θα είχε χορηγηθεί κανένα πλεονέκτημα στην ΟΑ. |
|
(198) |
Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή θεωρεί αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ελεγκτές της Olympic (Deloitte & Touche) σημειώνουν, στους ετήσιους λογαριασμούς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, την επιφύλαξή τους όσον αφορά τις αποτιμήσεις των στοιχείων ενεργητικού που αποσχίστηκαν και μεταφέρθηκαν από την ΟΑ στη ΝΟΑ. Οι ελεγκτές δήλωσαν ότι όσον αφορά τα άυλα αγαθά, τα αποτιμημένα πάγια στοιχεία ενεργητικού και τους λογαριασμούς χρέωσης και πίστωσης που μεταφέρθηκαν από τις συνιστώσες εταιρείες στη ΝΟΑ, δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν την αξία των στοιχείων αυτών και συνεπώς δεν διατυπώνουν επ’αυτού γνώμη. |
|
(199) |
Στη μελέτη που εκπόνησε εξ ονόματος της Επιτροπής, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής έχει πειστικά αποδείξει ότι υπήρξε υπερεκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στη ΝΟΑ. Προς το σκοπό αυτό, και μετά από εντολή της Επιτροπής, οι εμπειρογνώμονες διενήργησαν οι ίδιο αποτίμηση των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού χρησιμοποιώντας λογιστικές τεχνικές και πρότυπα τα οποία είναι αποδεκτά τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αξία του καθαρού ενεργητικού που μεταβιβάστηκε στη ΝΟΑ δεν ήταν της τάξεως των 130 εκατ. ευρώ, αλλά θα πρέπει μάλλον να αποτιμηθεί σε περίπου 38 εκατ. ευρώ. Η Επιτροπή έχει προσεκτικά εξετάσει τα στοιχεία και τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησαν οι εμπειρογνώμονες και συμμερίζεται την ανάλυσή τους ως προς το σημείο αυτό. Έτσι, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η δηλωθείσα αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού υπερέβαλε κατά περίπου 91,5 εκατ. ευρώ. |
|
(200) |
Συνεπώς, και ενώ θα πρέπει να διενεργηθεί πλήρης λογιστικός έλεγχος όλων των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων, κατά τρόπο που να προκύψει μια εντελώς ακριβής εκτίμηση των σχετικών ποσών, η Επιτροπή είναι σε θέση να υπολογίσει ότι το υπερβάλλον ποσό είναι της τάξεως των 91,5 εκατ. ευρώ. |
|
(201) |
Η Επιτροπή, έχοντας αποφασίσει έτσι, παρατηρεί ότι η υπερβάλλουσα αποτίμηση είναι ειδικού χαρακτήρος, καθώς ρητά χορηγεί απευθείας χρήματα στην ΟΑ και παρέχει πλεονέκτημα στην εταιρεία αυτή, το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή «αποζημιώσεων και λοιπών δαπανών για την με οποιοδήποτε τρόπο αποχώρηση των εργαζομένων, καθώς και για την κάλυψη οικονομικών υποχρεώσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας κατά τη διαδικασία μετασχηματισμού και εκκαθάρισης» (20), προκειμένου να «καλύψει τις οικονομικές υποχρεώσεις της». Παρεμπιπτόντως, η Επιτροπή σημειώνει ότι η διάταξη αυτή έτυχε ευρείας ερμηνείας και ότι το εν λόγω ποσό χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή γενικών λειτουργικών εξόδων της ΟΑ, συγκεκριμένα ποσό πάνω από 51 εκατ. ευρώ χρησιμοποιήθηκε, από το ποσό που προκαταβλήθηκε, για την πληρωμή χρηματοδοτικών μισθώσεων αεροσκαφών. |
|
(202) |
Η Επιτροπή συμπεραίνει επίσης ότι αυτό νοθεύει ή απειλεί με νόθευση τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το διακρατικό εμπόριο καθόσον εμπλέκει μία εταιρεία η οποία ευρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες κοινοτικές εταιρείες, ιδιαίτερα μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 96/67/ΕΚ της 15ης Οκτωβρίου 1996 για την πρόσβαση στην αγορά παροχής επίγειων υπηρεσιών στα κοινοτικά αεροδρόμια (21), όπου ο ανταγωνισμός για επίγειες υπηρεσίες είναι ανοικτός σε αεροδρόμια με ετήσια επιβατική κίνηση άνω των 2 εκατ. επιβατών ή μεταφοράς άνω των 50 000 τόνων εμπορευμάτων. Συνεπώς, η Επιτροπή οφείλει να συμπεράνει ότι το ποσό κατά το οποίο υπερτιμήθηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην ΝΟΑ, το οποίο καταβλήθηκε στην ΟΑ, ισοδυναμεί με χορήγηση κρατικής ενίσχυσης προς την ΟΑ, κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. |
iv) Έλαβε κρατική ενίσχυση η ΟΑ (OAS) μετά το Δεκέμβριο του 2002;
|
(203) |
Όπως απεδείχθη από τον εμπειρογνώμονα της Επιτροπής, από την ημερομηνία της τελευταίας απόφασης της Επιτροπής σχετικά με την ΟΑ (12 Δεκεμβρίου 2002) και μετά την απόσχιση από τη ΝΟΑ, η ΟΑ έχει λάβει χρηματικές προκαταβολές από το κράτος, οι δε υποχρεώσεις της έναντι του Δημοσίου, τόσο φορολογικές όσο και κοινωνικής ασφάλισης, έχουν αυξηθεί. |
|
(204) |
Όσον αφορά τις αποπληρωμές του δανείου ύψους 36 945 357 ευρώ που συνήφθη με την ABN Amro, τις πληρωμές ύψους 11 774 684 ευρώ για τη χρηματοδοτική μίσθωση του A340 και την άμεση χρηματοδότηση σε μετρητά ύψους 8,2 εκατ. ευρώ προς την ΟΑ, είναι σαφές ότι σ’ αυτές ενυπάρχουν άμεσες μεταφορές πόρων του Δημοσίου προς την ΟΑ. Είναι επίσης σαφές, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στο σημείο 7 της παρούσας απόφασης, ότι τα μέτρα αυτά συνιστούν νέα παράνομη ενίσχυση στο βαθμό που δεν αποτελούν απλή εκπλήρωση υποχρεώσεων βάσει των εγγυήσεων τις οποίες είχε χορηγήσει το ελληνικό Δημόσιο. Όπως έχει ήδη εκτεθεί αναλυτικά στο πλαίσιο της εξέτασης της «προκαταβολής» προς την ΟΑ, ακόμη και αν το κράτος καταλογίζει τα ποσά αυτά στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ως χρέη της ΟΑ και ακόμη και αν καταχωρούνται στα βιβλία της ΟΑ ως φορολογικές υποχρεώσεις, το κράτος έχει μικρή αν όχι καθόλου ρεαλιστική πιθανότητα να εξασφαλίσει ότι κάποτε θα πληρωθούν τα ποσά αυτά και, κατ’αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ενεργούσε κατά τρόπο ορθολογικό ή εμπορικό, όταν διενεργούσε τις πληρωμές αυτές. |
|
(205) |
Η δυσχερής και επιδεινούμενη κατάσταση της OA (OAS) από την άποψη της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης, έχει περιγραφεί ανωτέρω. Οι υποχρεώσεις, φορολογικές και κοινωνικής ασφάλισης, της ΟΑ ήταν ήδη μεγάλες στο τέλος του 2002, ανερχόμενες σε 273 εκατ. ευρώ. Η κατάσταση εξακολουθεί έκτοτε να επιδεινώνεται σημαντικά. Οι υποχρεώσεις εκτιμώνται, στο τέλος του 2004, σε 627 εκατ. ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η παρούσα απόφαση, οι υποχρεώσεις της ΟΑ έναντι του Δημοσίου έχουν αυξηθεί κατά 354 εκατ. ευρώ. |
|
(206) |
Σχετικά με τις αυξανόμενες φορολογικές υποχρεώσεις της ΟΑ, το ίδιο το κράτος είναι αυτό που μέσω των φορολογικών αρχών ανέχεται τη συνεχή αναβολή και μη καταβολή των διαφόρων φόρων και τελών που οφείλει η ΟΑ. Σχετικά με τις ασφαλιστικές εισφορές, ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την είσπραξή τους είναι δημόσιος οργανισμός που έχει συσταθεί με ελληνικό νόμο (22) και έχει καταστεί υπεύθυνος, υπό κρατική εποπτεία, για τη διαχείριση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, και για την είσπραξη των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών. Έχει το δικαίωμα (23), αλλά όχι την υποχρέωση, να συνάπτει συμφωνίες διακανονισμού πληρωμής υπερήμερων οφειλών. Συνεπώς, οι ολοένα αυξανόμενες φορολογικές υποχρεώσεις της ΟΑ προς το Δημόσιο είναι σαφώς καταλογιστέες στο κράτος. |
|
(207) |
Στη συνέχεια, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει κατά πόσον αυτή η αδράνεια του κράτους συνεπάγεται μεταφορά πόρων του Δημοσίου. Δεδομένου ότι στην έννοια των κρατικών ενισχύσεων περιλαμβάνονται όχι μόνον τα θετικά οφέλη αλλά και μέτρα ελάφρυνσης των κανονικών βαρών, τότε αυτή η παράλειψη του Δημοσίου να ενεργήσει για την πληρωμή των οφειλών, σαφώς συνεπάγεται μία τέτοια μεταφορά πόρων. |
|
(208) |
Αφού διαπίστωσε ότι έχει λάβει χώρα μεταφορά πόρων καταλογιστέα στο κράτος, η Επιτροπή οφείλει να προσδιορίσει κατά πόσον με την ενίσχυση αυτή νοθεύεται ο ανταγωνισμός. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι τόσο οι παροχές άμεσων ενισχύσεων όσο και η παράλειψη του κράτους να ενεργήσει για την είσπραξη εκκρεμών οφειλών, παρέχουν στην ΟΑ σημαντικό εμπορικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της. Το κράτος δεν ενεργεί έναντι της ΟΑ κατά τρόπο ορθολογικό και εμπορικό. Υπάρχει κατά συνέπεια νόθευση του ανταγωνισμού στα πλαίσια ενός απελευθερωμένου τομέα της εσωτερικής αγοράς, όπως παρατίθεται στην παράγραφο 209. Η Επιτροπή πρέπει άρα να συμπεράνει ότι αφενός μεν η ανοχή του κράτους όσον αφορά τη μη πληρωμή και τη σώρευση των οφειλομένων φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης της ΟΑ, αφετέρου δε οι πληρωμές του Δημοσίου αντί της ΟΑ, ισοδυναμούν με κρατική ενίσχυση προς την ΟΑ κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης. |
6.3. ΤΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ
i) Το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης που χορηγήθηκε στη NOA
|
(209) |
Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ΝΟΑ έλαβε κρατική ενίσχυση ήδη από την ίδρυσή της, η Επιτροπή πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει τα μέτρα προς όφελος της ΝΟΑ, υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, στις οποίες προβλέπονται παρεκκλίσεις από τον γενικό κανόνα του ασυμβίβαστου των ενισχύσεων του άρθρου 87 παράγραφος 1. |
|
(210) |
Οι παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 2 της συνθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην παρούσα υπόθεση, επειδή το μέτρο ενίσχυσης δεν έχει χαρακτήρα κοινωνικό και δεν χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές, ούτε επανορθώνει ζημιές προκληθείσες από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, και δεν αφορούν την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της χώρας αυτής. |
|
(211) |
Περαιτέρω παρεκκλίσεις από τη γενική απαγορευτική διάταξη για τις κρατικές ενισχύσεις, προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3. Οι παρεκκλίσεις οι προβλεπόμενες από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή, επειδή δεν πρόκειται για ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, ούτε αφορούν την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. |
|
(212) |
Τα άρθρα 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) της συνθήκης προβλέπουν παρέκκλιση όσον αφορά ενισχύσεις χορηγούμενες για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Η Ελλάδα αποτελεί περιοχή πλήρως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α). |
|
(213) |
Αναφορικά με τους στόχους περιφερειακών ενισχύσεων σε σχέση με τις υπηρεσίες αεροπλοΐας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι στόχοι αυτοί κανονικά επιτυγχάνονται ευκολότερα με την επιβολή PSO. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η παροχή των υπηρεσιών αυτών επιβάλλεται από το κράτος στις εταιρείες που εξυπηρετούν τις συνδέσεις μεταξύ της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας και των νησιών καθώς και μεταξύ των νησιών, και σε ορισμένες περιπτώσεις, τις επονομαζόμενες άγονες γραμμές, αυτές μπορούν να συνομολογηθούν μεταξύ του κράτους και ενός παρόχου υπηρεσιών ο οποίος αποζημιώνεται για την παροχή τους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, γενικότερα, το αντιστάθμισμα για την παροχή PSO αποτελεί, κατ’ ανάγκη, στοχοθετημένη στήριξη, και, υπό τον όρο ότι ο φορέας παροχής των υπηρεσιών επιλέγεται βάσει μιας διαφανούς και άνευ διακρίσεων διαδικασίας, και εφόσον δεν λαμβάνει υπερβολικό αντιστάθμισμα, μια τέτοια κρατική στήριξη γενικά δεν δημιουργεί ζητήματα μη συμβιβάσιμων κρατικών ενισχύσεων. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση των συμβάσεων που εκτελούσε η OAv. Σύμφωνα με τους όρους της αναδιάρθρωσης, τα δρομολόγια αυτά εκτελεί τώρα η ΝΟΑ ως «διάδοχος» εταιρεία. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκαν από την OAv στη ΝΟΑ οι συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ενδεχομένως να μην τηρήθηκαν, όσον αφορά τις PSO, οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον κανονισμό 2408/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, σχετικά με την πρόσβαση των κοινοτικών αερομεταφορέων σε δρομολόγια ενδοκοινοτικών αεροπορικών γραμμών (24). Σε κάθε περίπτωση, και σχετικά με τα ποσά που χορηγήθηκαν στη ΝΟΑ από την ίδρυσή της, η Ελλάδα δεν μπορεί να τύχει της παρεκκλίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α). |
|
(214) |
Αναφορικά με την προβλεπόμενη παρέκκλιση στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, όσον αφορά ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπου που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η διάταξη αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα κατάσταση. Για να προβεί στην εξέταση αυτή, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη της τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της αεροπλοΐας (25) καθώς και τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (26). |
|
(215) |
Όσον αφορά την ενίσχυση που χορηγήθηκε στη ΝΟΑ μέσω του μειωμένου κόστους μίσθωσης αεροσκαφών, η Επιτροπή αναφέρεται και πάλι στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν στο σημείο 14 ότι οι άμεσες ενισχύσεις για την κάλυψη λειτουργικών ζημιών, κατά γενικό κανόνα, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και δεν δικαιούνται του ευεργετήματος της εξαίρεσης από τη γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων. Περαιτέρω, οι κατευθυντήριες γραμμές ορίζουν ότι η άμεση λειτουργική επιδότηση των αεροπορικών δρομολογίων μπορεί να γίνει δεκτή μόνο στην περίπτωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας (PSO) και των ενισχύσεων κοινωνικής φύσεως που χορηγούνται σε μεμονωμένους καταναλωτές. |
|
(216) |
Στην παρούσα υπόθεση, οι χορηγούμενες στη ΝΟΑ ενισχύσεις, είτε απευθείας από το ελληνικό Δημόσιο μέσω των εκμισθώσεών του είτε έμμεσα, μέσω της ΟΑ, δεν μπορούν να εμπίπτουν σε καμία από τις δύο αποδεκτές κατηγορίες λειτουργικής επιδότησης των δρομολογίων. Αποτελεί επίσης πάγια νομολογία (27), σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, ότι κάθε νέα ενίσχυση δεν μπορεί να συμβιβάζεται με την κοινή αγορά καθόσο χρόνο δεν έχει επιστραφεί η ενίσχυση που προηγουμένως κρίθηκε παράνομη, στο μέτρο που το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων των ενισχύσεων θα είναι να στρεβλώνεται σε σημαντικό βαθμό ο ανταγωνισμός στην κοινή αγορά. Επειδή, για τους προαναφερόμενους λόγους η ΝΟΑ είναι η διάδοχος εταιρεία του πτητικού κλάδου της ΟΑ, και αποτελεί άρα διάδοχο εταιρεία για τους σκοπούς ανάκτησης της ενίσχυσης, η όποια νέα ενίσχυση στη ΝΟΑ δεν μπορεί να συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, καθ’όσο διάστημα η προηγούμενη ενίσχυση δεν έχει ανακτηθεί. Επιπλέον, η χορήγηση ενισχύσεων αποτελεί παράβαση προηγουμένων δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Ελλάδα, να μην χορηγήσει καμία περαιτέρω ενίσχυση [άρθρο 1 ε) της απόφασης του 1994] στην ΟΑ και κατ’επέκταση στις διαδόχους εταιρείες. |
|
(217) |
Μολονότι οι ελληνικές αρχές δεν υπεστήριξαν ότι τα ποσά που έλαβε η ΝΟΑ από την ίδρυσή της προέκυψαν ως αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης, και παρόλο που η Επιτροπή έχει συμπεράνει ότι η ΝΟΑ αποτελεί διάδοχο εταιρεία της ΟΑ, τουλάχιστον για τους σκοπούς ανάκτησης της κρατικής ενίσχυσης που προηγήθηκε της απόσχισης, η Επιτροπή, για λόγους πληρότητας, θα εξετάσει την πρόσθετη χορηγηθείσα στη ΝΟΑ ενίσχυση, με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999 για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση. Στο σημείο 7 αυτών των κατευθυντήριων γραμμών προβλέπεται ότι μία επιχείρηση που δημιουργήθηκε πρόσφατα δεν είναι επιλέξιμη για ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης, ακόμη και αν η αρχική της χρηματοοικονομική θέση είναι επισφαλής· συνεπώς, η ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. |
|
(218) |
Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη ΝΟΑ από την ίδρυσή της, δεν πληρούν τους όρους για να χορηγηθεί η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ). Η Επιτροπή κρίνει ότι η Ελλάδα έχει χορηγήσει παράνομα μια μη κοινοποιημένη νέα ενίσχυση που αφορά τη ΝΟΑ, μέσω των υπεκμισθώσεων με έκπτωση, που συνήφθησαν με τη ΝΟΑ. |
α) Το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στην OA
|
(219) |
Έχοντας συμπεράνει ότι το ποσό κατά το οποίο υπερτιμήθηκαν τα στοιχεία του ενεργητικού της ΝΟΑ το οποίο στη συνέχεια καταβλήθηκε από το ελληνικό Δημόσιο στην ΟΑ, ισοδυναμεί προς κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει το μέτρο αυτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης, οι οποίες προβλέπουν παρεκκλίσεις από το γενικό κανόνα ασυμβίβαστου των ενισχύσεων, που ορίζεται στο άρθρο 87 παράγραφος 1. |
|
(220) |
Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 87 παράγραφος 2 της συνθήκης εξαιρέσεις δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, επειδή το μέτρο ενισχύσεως δεν είναι κοινωνικού χαρακτήρα και δεν χορηγείται σε μεμονωμένους καταναλωτές, ούτε επανορθώνει ζημίες που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, ούτε χορηγείται στην οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της χώρας αυτής. |
|
(221) |
Περαιτέρω απαλλαγές από τη γενική απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3. Οι παρεκκλίσεις του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχεία β) και δ) δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, επειδή το εν λόγω μέτρο δεν προωθεί σημαντικό σχέδιο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και δεν χορηγείται για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους, ούτε για την προώθηση του πολιτισμού και της διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. |
|
(222) |
Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) τους συνθήκης προβλέπει παρέκκλιση για τις ενισχύσεις που χορηγούνται για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, το βιοτικό επίπεδο των οποίων είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση. Παρόλο που η Ελλάδα αποτελεί περιοχή εμπίπτουσα πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α), η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί, για τους λόγους που παρατίθενται στην παράγραφο 211. |
|
(223) |
Αναφορικά προς την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης, όσον αφορά ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν από την Επιτροπή, στην περίπτωση που συμπεράνει ότι η σχετική προκαταβολή δεν αποτελεί ενέργεια επενδυτή στα πλαίσια οικονομίας της αγοράς και, συνεπώς, πρέπει να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, να εξετάσει το μέτρο με στόχο να κρίνει κατά πόσον δύναται να θεωρηθεί ως ενίσχυση διάσωσης. |
β) Πιθανή ενίσχυση διάσωσης
|
(224) |
Ως προς το ζήτημα αυτό, επειδή το εν λόγω ποσό εκταμιεύθηκε μεταξύ Δεκεμβρίου 2003 και Μαΐου 2004, το εφαρμοστέο κοινοτικό πλαίσιο για να κριθεί το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης είναι οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1999 όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το σημείο 104 των κατευθυντήριων γραμμών του 2004 (28), οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999 εφαρμόζονται στα μέτρα εκείνα στα οποία χορηγήθηκε ενίσχυση πριν από τις 10 Οκτωβρίου 2004. |
γ) Εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999 για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση.
|
(225) |
Η παράγραφος 4 των κατευθυντηρίων γραμμών του 1999 αναφέρει ότι δεν υπάρχει κοινοτικός ορισμός της προβληματικής επιχείρησης, και προσθέτει ότι «η Επιτροπή θεωρεί ότι μία επιχείρηση είναι προβληματική κατά την έννοια των παρουσών κατευθυντηρίων γραμμών, εφόσον δεν είναι ικανή, με δικούς της οικονομικούς πόρους ή με τους πόρους που είναι πρόθυμοι να συνεισφέρουν οι ιδιοκτήτες/μέτοχοί της και οι πιστωτές της, να ανακόψει τη ζημιογόνο πορεία της, η οποία θα την οδηγήσει, ελλείψει εξωτερικής παρέμβασης από το κράτος, προς μία σχεδόν βέβαιη οικονομική εξαφάνιση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα». |
|
(226) |
Στη συνέχεια, οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν ότι «μια επιχείρηση θεωρείται σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως μεγέθους, ως προβληματική, στο πλαίσιο των παρουσών κατευθυντηρίων γραμμών: α) εάν πρόκειται για εταιρεία οι εταίροι της οποίας έχουν περιορισμένη ευθύνη, εφόσον έχει εξαφανιστεί πάνω από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου και άνω του ενός τετάρτου του κεφαλαίου αυτού έχει χαθεί στη διάρκεια των 12 τελευταίων μηνών». |
|
(227) |
Στην παράγραφο 6 αναφέρει επίσης ότι «συνήθως, οι δυσχέρειες μιας επιχείρησης εκδηλώνονται με αύξηση των ζημιών, μείωση του κύκλου εργασιών, διόγκωση των αποθεμάτων, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, μείωση του ακαθάριστου περιθωρίου αυτοχρηματοδότησης, αυξανόμενη δανειοληψία, αύξηση των οικονομικών επιβαρύνσεων καθώς και εξασθένιση ή εξαφάνιση της αξίας του καθαρού ενεργητικού». |
|
(228) |
Η Επιτροπή σημειώνει ότι η ΟΑ είναι μια χρόνια χρεωμένη εταιρεία η οποία έχει ήδη χάσει σημαντικό μέρος του εγκεκριμένου της κεφαλαίου. Η Επιτροπή σημειώνει ότι το χρέος της ΟΑ προς το ελληνικό Δημόσιο σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές ανήλθε από 273 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2002, σε 522 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2003 όταν διενεργήθηκε η προς αυτήν προπληρωμή. Όπως έχει προαναφερθεί, η εταιρεία αυτή δεν ήταν ικανή να εξασφαλίσει καμία πηγή εμπορικής χρηματοδότησης και έχει μικρές ρεαλιστικές πιθανότητες να είναι σε θέση να επιστρέψει τα χρέη της προς το Δημόσιο. Η Επιτροπή μπορεί συνεπώς να συμπεράνει ότι η ΟΑ είναι προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση του 1999. |
δ) Προϋποθέσεις έγκρισης μιας ενίσχυσης διάσωσης
|
(229) |
Οι κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, του 1999, θέτουν πέντε σωρευτικούς όρους υπό τους οποίους μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση διάσωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να επαληθεύσει ότι στην παρούσα περίπτωση έχουν πληρωθεί όλοι οι εν λόγω όροι. |
|
(230) |
Πρώτον, «οι ενισχύσεις διάσωσης πρέπει να αποτελούν ενισχύσεις ρευστότητας υπό τη μορφή εγγυήσεων δανείου ή δανείων. Και στις δύο περιπτώσεις, τα δάνεια πρέπει να συνάπτονται με επιτόκια ανάλογα με εκείνα που ισχύουν για τα δάνεια σε υγιείς επιχειρήσεις, και ιδίως με τα επιτόκια αναφοράς που ορίζει η Επιτροπή. Κάθε δάνειο πρέπει να έχει αποπληρωθεί και κάθε εγγύηση πρέπει να έχει λήξει εντός διαστήματος όχι μεγαλύτερου των έξι μηνών από την εκταμίευση της πρώτης δόσης προς την επιχείρηση». |
|
(231) |
Στην παρούσα υπόθεση, η ενίσχυση διάσωσης λαμβάνει τη μορφή χρηματικής επιχορήγησης (περιγραφόμενης ως «προκαταβολής») ποσού 130 312 450 ευρώ, που χορηγήθηκε από την Ελλάδα στην ΟΑ και στην OAv, προφανώς για να στηρίξει την αναδιάρθρωση των δύο αυτών εταιρειών μετά την απόσχιση των πτητικών λειτουργιών τους και την ίδρυση της ΝΟΑ. Στην περίπτωση αυτή δεν χρεώνονται τόκοι δανείου στην ΟΑ και στην OAv και διατυπώνεται η πρόθεση να επιστραφεί το ποσό των 130 312 450 ευρώ στην Ελλάδα απευθείας, από το προϊόν των πωλήσεων ιδιωτικοποίησης της ΝΟΑ, εταιρεία για την οποία η Ελλάδα επιμένει ότι ευρίσκεται εκτός ιδιοκτησίας του OAG. Εάν από την πώληση της ΝΟΑ δεν προκύψουν επαρκή κεφάλαια για την επιστροφή της εν λόγω «προκαταβολής», τότε θα πωληθούν και άλλα στοιχεία ενεργητικού της ΟΑ για την κάλυψη της διαφοράς. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πληρούται ο πρώτος όρος που τίθεται από τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση, του 1999. |
|
(232) |
Δεύτερον, οι ενισχύσεις πρέπει «να συνδέονται με δάνεια η περίοδος αποπληρωμής των οποίων δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες από την καταβολή της τελευταίας δόσης τους στην επιχείρηση». Στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρεται ανωτέρω, το εν λόγω ποσό δεν μπορεί κανονικά να περιγραφεί ως δάνειο προς την ΟΑ και την OAv στο μέτρο που η επιστροφή του τελεί υπό την αίρεση της πώλησης μιας άλλης εταιρείας. Το ποσό των 130 312 450 ευρώ εκταμιεύθηκε σε δόσεις, ανάλογα με τις ανάγκες της ΟΑ και της OAv στο χρονικό διάστημα από 24 Δεκεμβρίου 2003 έως 13 Μαΐου 2004. Μέχρι σήμερα, πάνω από ένα έτος αργότερα, δεν έχει διενεργηθεί καμία επιστροφή του ποσού αυτού και άρα δεν μπορεί να πληρούται ο δεύτερος όρος. Δεδομένου ότι το εν λόγω μέτρο δεν πληροί τους πρώτους δύο όρους, περαιτέρω εξέταση των λοιπών τριών όρων καθίσταται περιττή. |
|
(233) |
Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή σημειώνει ότι η επιχορήγηση προς την ΟΑ το 2003 έγινε επίσης κατά παράβαση των παλαιοτέρων δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Ελλάδα να μη χορηγήσει περαιτέρω ενίσχυση στην ΟΑ [άρθρο 1 ε) της απόφασης του 1994]. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο δεν πληροί τις απαιτούμενες από τις κατευθυντήριες γραμμές για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προϋποθέσεις, ώστε να θεωρηθεί ως ενίσχυση διάσωσης. |
|
(234) |
Η Επιτροπή οφείλει επίσης να λάβει υπόψη της τις επιχορηγήσεις συνολικού ποσού σχεδόν 57 εκατ. ευρώ που δόθηκαν από το ελληνικό Δημόσιο στην ΟΑ όπως και την αδράνεια του Δημοσίου ως πιστωτή της ΟΑ, αποτέλεσμα της οποίας ήταν να αυξηθούν οι φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις της ΟΑ από 273 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2002, όταν έλαβε χώρα η αναδιάρθρωση, σε 627 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2004, ως προς τις οποίες έχει προηγουμένως αποφασίσει ότι ισοδυναμούν με επιχορηγήσεις κρατικής ενίσχυσης. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 87 παράγραφος 2 και παράγραφος 3 στοιχεία α), β) και δ) εξαιρέσεις δεν μπορούν να ισχύσουν ως προς την ΟΑ (βλέπε παραγράφους 219 έως 221), η Επιτροπή πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση η παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. |
|
(235) |
Όπως προαναφέρθηκε, κάθε νέα ενίσχυση προς την ΟΑ αποτελεί παράβαση προηγούμενων δεσμεύσεων να μην χορηγηθεί καμία περαιτέρω ενίσχυση [άρθρο 1 ε) της απόφασης του 1994]. Είναι ακόμη σημαντικότερο ότι, η χορήγηση νέας παράνομης ενίσχυσης πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο του ότι η ΟΑ έχει ήδη λάβει ενισχύσεις στο παρελθόν, κατά τρόπο που η σημερινή κατάσταση να υποδεικνύει μια σαφή παραβίαση της αρχής της «εφάπαξ ενίσχυσης» που προβλέπεται τόσο στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών όσο και στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή σημειώνει ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (29) οι νέες ενισχύσεις δεν μπορούν να συμβιβάζονται με την κοινή αγορά καθ’όσο χρόνο δεν έχουν επιστραφεί οι ενισχύσεις που έχουν προηγουμένως κριθεί ως παράνομες. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι νέες χορηγηθείσες ενισχύσεις δεν πληρούν τους όρους εφαρμογής της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης. |
|
(236) |
Συνεπώς, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι με την υπερβολική αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στη ΝΟΑ, το ελληνικό κράτος χορήγησε παράνομη και μη συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση στην ΟΑ, το ποσό της οποίας αντιστοιχεί προς το υπερβάλλον ποσό της αποτίμησης. Συμπεραίνει επίσης ότι οι επιχορηγήσεις συνολικού ποσού σχεδόν 57 εκατ. ευρώ προς την ΟΑ και η ανοχή που επέδειξε το ελληνικό Δημόσιο για τις εκπρόθεσμες πληρωμές και την απουσία πληρωμών του λογαριασμού φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων της ΟΑ, ισοδυναμεί προς παράνομη και μη συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση. |
7. ΝΟΜΙΜΗ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
|
(237) |
Αναφορικά με τις τέσσερις χρηματοδοτικές μισθώσεις για το αεροσκάφος Α340/3000 και, επίσης, με το δάνειο από την ABN Amro, του οποίου πολλές δόσεις αποπληρωμής διενήργησε η Ελλάδα, οι εγγυήσεις των δανείων αυτών από το κράτος για την ΟΑ προηγούνται χρονικά της αποφάσεως του 2002. Η Ελλάδα επιχειρηματολογεί ότι, καθώς με την απόφαση του 2002 δεν απαιτείτο ρητά η αναστολή ή η άρση των εγγυήσεων που χορηγήθηκαν από το ελληνικό Δημόσιο στην ΟΑ μετά το 1998, τούτο σημαίνει σιωπηρά ότι η Επιτροπή έκανε αποδεκτή τη συνέχισή τους και τις όποιες πληρωμές διενεργήθηκαν βάσει αυτών. Η Επιτροπή δεν μπορεί να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό αυτό για τους εξής λόγους. |
|
(238) |
Γνώμη της Επιτροπής είναι ότι η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης του 2002 είναι επαρκώς σαφής και αναμφίλεκτος «Άρθρο 1: η ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε από την Ελλάδα στην Ολυμπιακή Αεροπορία υπό τη μορφή:…β) νέων εγγυήσεων δανείων συνολικού ύψους 378 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ για τα δάνεια που επρόκειτο να συναφθούν πριν από τις 31 Μαρτίου 2001 με σκοπό την αγορά νέων αεροσκαφών και για τις επενδύσεις που είναι αναγκαίες για τη μετεγκατάσταση της Ολυμπιακής Αεροπορίας στον νέο αερολιμένα των Σπάτων· … κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης …» ώστε να μην προκύπτει οποιαδήποτε σύγχυση όσον αφορά το ασυμβίβαστο των εγγυήσεων αυτών. Όσον αφορά την υποχρέωση για ανάκτηση, η απόφαση του 2002 διέκρινε μεταξύ της περιόδου 1994-1998, και της περιόδου 1998-2002. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (30) και σχετικά με την περίοδο 1994-1998, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν ήταν αναγκαία καμία ανάκτηση ενισχύσεων που χορηγήθηκαν πριν τις 14 Αυγούστου 1998. Ωστόσο, οι επίμαχες εγγυήσεις χορηγήθηκαν από το Δημόσιο πολύ μετά την ημερομηνία αυτή (τον Οκτώβριο 1999 για τα τέσσερα αεροσκάφη και το Φεβρουάριο 2001 για το δάνειο της ABN Amro). |
|
(239) |
Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι προκειμένου να μην συνιστά χορήγηση νέας ενίσχυσης η απλή εκπλήρωση υποχρέωσης βάσει χορηγηθείσας κρατικής εγγύησης, τα επίμαχα μέτρα πρέπει να πληρούν στο ακέραιο τους όρους της αρχικής εγγύησης (όπως είναι η ταυτότητα του δικαιούχου, οι προθεσμίες, το καλυπτόμενο ποσό, η υποχρέωση προηγούμενης κήρυξης σε πτώχευση, κ.λ.π.). Εάν κάποιο κράτος μέλος πραγματοποιήσει πληρωμή σε σχέση με εγγυημένο δάνειο υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που είχαν αρχικά συμφωνηθεί στο στάδιο της χορήγησης της εγγύησης, τότε η Επιτροπή θα θεωρήσει την πληρωμή αυτή ως νέα εγγύηση η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί δυνάμει του άρθρου 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης (31). |
|
(240) |
Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα από το ελληνικό Δημόσιο σε σχέση με τα προαναφερόμενα δάνεια δεν μπορούσαν να πληρούν τους όρους που προβλέπονται στις αρχικές εγγυήσεις, με βάση τα τότε στοιχεία των ελληνικών αρχών. Για παράδειγμα:
|
|
(241) |
Στο βαθμό που υπάρχουν αλλαγές, και εφόσον αυτές δεν κοινοποιήθηκαν ποτέ στην Επιτροπή ούτε και εγκρίθηκαν από αυτήν, οι εν λόγω πληρωμές αποτελούν σαφώς παράνομη ενίσχυση. Η Επιτροπή προτίθεται ωστόσο να εξετάσει κατά το στάδιο εκτέλεσης της παρούσας απόφασης οιοδήποτε νέο στοιχείο υποβάλλουν οι ελληνικές αρχές αναφορικά με τις πληρωμές 36 εκατομμυρίων ευρώ περίπου για τις δόσεις του δανείου ABN Amro και/ή την καταβολή μισθωμάτων ποσού 11 εκατομμυρίων ευρώ περίπου στο πλαίσιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης σε σχέση με την απόκτηση των τεσσάρων αεροσκαφών, καθώς και το συμβιβάσιμο ή μη χαρακτήρα μέρους ή του συνόλου των πληρωμών αυτών με τους όρους των αρχικών εγγυήσεων, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
1. Η αποδοχή από την Ολυμπιακή Αεροπορία και από την Ελλάδα της καταβολής εκ μέρους των Ολυμπιακών Αερογραμμών μισθωμάτων για την υπεκμίσθωση αεροσκαφών, το ποσό των οποίων είναι κατώτερο των καταβαλλόμενων για κύριες χρηματοδοτικές μισθώσεις με συνέπεια να υποστούν ζημιές η μεν Ολυμπιακή Αεροπορία της τάξεως των 37 εκατ. ευρώ το 2004, το δε ελληνικό Δημόσιο της τάξεως των 2,75 εκατ. ευρώ μέχρι τον Μάιο 2005, συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση προς τις Ολυμπιακές Αερογραμμές που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
2. Η Ελλάδα χορήγησε παράνομη και ασυμβίβαστη με τη συνθήκη κρατική ενίσχυση στην Ολυμπιακή Αεροπορία, το ποσό της οποίας ανέρχεται στο ποσό κατά το οποίο υπερεκτιμήθηκε η αξία των στοιχείων ενεργητικού των Ολυμπιακών Αερογραμμών κατά το χρόνο συστάσεως των, το ύψος του οποίου εκτιμάται προσωρινά από την Επιτροπή σε περίπου 91,5 εκατ. ευρώ.
3. Η χορήγηση, μεταξύ Μαΐου 2004 και Μαρτίου 2005, από το ελληνικό Δημόσιο στην Ολυμπιακή Αεροπορία ποσού συνολικού ύψους 8 εκατ. ευρώ περίπου και η επιπλέον πληρωμή από το ελληνικό Δημόσιο αντί της Ολυμπιακής Αεροπορίας ορισμένων δόσεων τραπεζικού δανείου και μισθωμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης, στο βαθμό που οι πληρωμές αυτές δεν συνιστούν απλή εκπλήρωση υποχρέωσης δυνάμει των εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχείο β) της απόφασης 2003/372/ΕΚ, και των συναφών όρων, συνιστούν παράνομη κρατική ενίσχυση προς την Ολυμπιακή Αεροπορία που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
4. Η συνεχής ανοχή που επέδειξε το ελληνικό Δημόσιο προς την Ολυμπιακή Αεροπορία όσον αφορά τις οφειλές φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ύψους 354 εκατ. ευρώ περίπου, μεταξύ Δεκεμβρίου 2002 και Δεκεμβρίου 2004, συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση προς την Ολυμπιακή Αεροπορία που δεν συμβιβάζεται με τη Συνθήκη.
Άρθρο 2
1. Η Ελλάδα ανακτά την αναφερόμενη στο άρθρο 1 ενίσχυση από τους αποδέκτες της.
2. Η ανάκτηση γίνεται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου, υπό τον όρο ότι αυτές επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης. Η προς ανάκτηση ενίσχυση συμπεριλαμβάνει τόκους από την ημερομηνία που τέθηκε στη διάθεση του αποδέκτη, μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της. Οι τόκοι υπολογίζονται με το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιδότησης των περιφερειακών ενισχύσεων.
Άρθρο 3
Η Ελλάδα αναστέλλει αμελλητί κάθε περαιτέρω πληρωμή ενίσχυσης στην Ολυμπιακή Αεροπορία και στις Ολυμπιακές Αερογραμμές.
Άρθρο 4
Η Ελλάδα ενημερώνει την Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με τα άρθρα 2 και 3.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.
Βρυξέλλες, 14 Σεπτεμβρίου 2005.
Για την Επιτροπή
Jacques BARROT
Αντιπρόεδρος
(1) ΕΕ C 192 της 2.7.2004, σ. 2.
(2) Βλέπε υποσημείωση 1.
(3) ΕΕ L 273 της 25.10.1994, σ. 22.
(4) ΕΕ C 176 της 19.6.1996, σ. 5.
(5) ΕΕ L 128 της 21.5.1999, σ. 1.
(6) ΕΕ L 132 της 28.5.2003, σ. 1.
(7) Δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στη Συλλογή.
(8) Και τα δύο άρθρα αναφέρονται στα δικαιώματα προστασίας των πιστωτών στο πλαίσιο μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού.
(9) ΕΕ L 201 της 17.7.1998, σ. 88.
(10) ΕΕ L 240 της 24.8.1992, σ. 1.
(11) Οι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι η πράξη αυτή δεν αποτελεί έλεγχο του ισολογισμού έναρξης και ότι οι προσαρμογές που πραγματοποιήθηκαν δεν περιλαμβάνουν αναγκαστικά όλες εκείνες οι οποίες θα απαιτούντο εάν είχε διενεργηθεί έλεγχος.
(*1) Καλύπτεται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.)
(*2) Στοιχεία από ελεγχθείσες χρηματοοικονομικές καταστάσεις (με επιφυλάξεις, παρατηρήσεις).
(*3) Σχέδιο, μη ελεγχθέντα στοιχεία από λογιστικές καταστάσεις της ΟΑ.
(*4) Κεφάλαιο συν τόκοι.
(12) Παράγραφος 33.
(13) Υπόθεση 78/76, Steinike & Weinlig κατά Γερμανίας, Συλλογή 1977, σ. 595, σκέψη 21.
(14) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptun κατά Bodo Ziesemer, Συλλογή 1993, σ. Ι-887, σκέψη 19.
(15) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy and Others κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 35.
(16) Υπόθεση C-482/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Stardust), Συλλογή 2002, σ. Ι-4397, σκέψη 56.
(17) Υπόθεση C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, (Alfa Romeo), Συλλογή 2002, σ.Ι-1603, σκέψη 20.
(18) Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-296/82 & C-318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek, Συλλογή 1985, σ. 3727.
(19) Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Mischo, υπόθεση C-480/98, Magefesa, Συλλογή 2000, σ. I-8717 σκέψεις 32 έως 43.
(20) Άρθρο 27 παράγραφος 5 στοιχείο β) του νόμου 3185/2003.
(21) ΕΕ L 272 της 25.10.1996, σ. 36.
(22) Νόμος 1846/1951, άρθρο 11.
(23) Νόμος 2676/1999.
(24) ΕΕ L 240 της 24.08.1992, σ. 8.
(25) «Εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ στις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της αεροπλοΐας» (ΕΕ C 350 της 10.12.1994, σ. 5.)
(26) ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.
(27) Υπόθεση C-355/95 Textilwerke Deggendorf GmbH (TWD) κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995,σ. II-2265.
(28) ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.
(29) Υπόθεση C-355/95 ό. π.
«Η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου».
(31) Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ σε κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ C 71 της 11.3.2000, σ. 14.)