Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31991D0375

Απόφαση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 1991 σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων Ενίσχυση αριθ. C 32/90 (πρώην ΝΝ 61/90) (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

ΕΕ L 203 της 26.7.1991, pp. 105–107 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1991/375/oj

31991D0375

91/375/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 1991 σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων Ενίσχυση αριθ. C 32/90 (πρώην ΝΝ 61/90) (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 203 της 26/07/1991 σ. 0105 - 0107


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 13ης Μαρτίου 1991 σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων Ενίσχυση αριθ. C 32/90 (πρώην ΝΝ 61/90) (Τα κείμενα στην γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά) (91/375/ΕΟΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

την οδηγία 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 26ης Ιανουαρίου 1987 σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (1), και ιδίως το άρθρο 3 και το άρθρο 4 παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 4,

Αφού έταξε στους ενδιαφερόμενους προθεσμία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας:

Ι

Με επιστολή της Μονιμής Αντιπροσωπείας της την 1η Μαρτίου 1990, η βελγική κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή για ορισμένες συμβάσεις ναυπήγησης από βελγικά ναυπηγεία του 1989, σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου. Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώθηκαν, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, με επιστολή της 11ης Μαΐου 1990.

Στις συμβάσεις αυτές περιλαμβάνονται δώδεκα πλοία οι όροι χρηματοδότησης των οποίων, στα πλαίσια του νόμου της 23ης Αυγούστου 1948 περί ναυτικής πίστεως, υπερβαίνουν, με βάση το ισοδύναμο επιχορήγησης, το μέγιστο ποσοστό που όρισε η Επιτροπή για το έτος 1989. Τρεις από τις δώδεκα συμβάσεις είχαν ήδη γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή και είχε κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ η οποία είχε περατωθεί στο μεταξύ, στις 4 Ιουλίου 1990, με αρνητική απόφαση της Επιτροπής (2) όσον αφορά το μέρος της ενίσχυσης που υπερέβαινε το όριο που είχε θέσει η Επιτροπή το 1989.

Τα εννέα άλλα πλοία και συγκεκριμένα δύο πλοία ψυγεία για την εταιρεία Europese Transport Maatschappij, ένα οχηματαγωγό RO/RO και για την εταιρεία NV Ship Finance από το ναυπηγείο Boelwerf και τέσσερα παράκτια ακτοπλοϊκά για την εταιρεία NV Unie van Redding en Scheepsdienst από το ναυπηγείο Scheepswerf Ruppelmonde έτυχαν χρηματοδότησης που καλύπτει το 85 % της συμβατικής τιμής τους με επιτόκιο 2 % για χρονικό διάστημα 18 ετών και με τριετή περίοδο χάριτος.

Ένα πλοίο για ανέλκυση επίσης της εταιρείας NV Unie van Redding en Scheepsdienst από το ναυπηγείο Fulton Marine και ένα τουριστικό υποβρύχιο για την εταιρία Scan Dive Belgium από το ναυπηγείο Boelwerf έτυχαν χρηματοδότησης που καλύπτει το 80 % της συμβατικής τιμής με επιτόκιο 3 %, για χρονικό διάστημα 16 ετών και με περίοδο χάριτος ενός έτους. Το κόστος των δύο τελευταίων αυτών πλοίων καθώς και των τεσσάρων ρυμουλκών δεν υπερβαίνει τα 6 εκατομμύρια Ecu.

Αφού διαπίστωσε ότι οι εν λόγω όροι χρηματοδότησης αντιστοιχούσαν, λαμβάνοντας υπόψη το επιτόκιο αγοράς 8,25 % που ίσχυε στο Βέλγιο το 1989, το ισοδύναμο επιχορήγησης 35 % για τέσσερις από τις συμβάσεις και 24,5 % για το πλοίο ανέλκυσης και το τουριστικό υποβρύχιο, η Επιτροπή αποφάσισε στις 20 Ιουλίου 1990 να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι το ανώτατο όριο που τέθηκε για το 1989 ήταν 26 % και 16 % για τα πλοία των οποίων το κόστος δεν υπερβαίνει τα 6 εκατομμύρια Ecu.

Οι βελγικές αρχές ενημερώθηκαν για την απόφαση αυτή με επιστολή της 8ης Αυγούστου 1990 και τα άλλα κράτη μέλη καθώς και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα (3).

ΙΙ

Με επιστολή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της της 13ης Σεπτεμβρίου 1990 η βελγική κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της.

Κατ' αρχήν, επικαλείται το γεγονός ότι οι συμβάσεις υπογράφηκαν ενώ το βελγικό σύστημα ενισχύσεων είχε μόλις ανατεθεί στην αρμοδιότητα των φλαμανδικών διοικητικών αρχών οι οποίες εφάρμοσαν απλώς τους κανόνες χορήγησης πιστώσεων κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τους εφάρμοζαν οι εθνικές αρχές.

Υπενθυμίζει εν συνεχεία και πάλι ότι το βελγικό καθεστώς συνίσταται αποκλειστικά στη χορήγηση διευκολύνσεων στους εφοπλιστές υπό μορφή προκαταβολών με μειωμένο επιτόκιο, εγγυήσεων και επιδοτήσεων επιτοκίου, και ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των μέτρων αυτών συνεπάγεται ταυτόχρονη χορήγηση ενίσχυσης παραγωγής και ενίσχυσης εκμετάλλευσης καθώς και το γεγονός ότι είχε ήδη αποσταλεί στην Επιτροπή υπόμνημα που διευκρίνιζε την ερμηνεία αυτή στα πλαίσια της εξέτασης του καθεστώτος ενισχύσεων με βάση την οδηγία 87/167/ΕΟΚ.

Η επιχειρηματολογία της καταλήγει με την ένταση της καλής πίστεως των φλαμανδικών διοικητικών αρχών, οι οποίες βασίστηκαν σε μια παρεξήγηση που δημιουργήθηκε κατά το παρελθόν μεταξύ των κεντρικών βελγικών αρχών και της Επιτροπής.

ΙΙΙ

Κατόπιν της δημοσίευσης της απόφασης της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα, οι ολλανδικές αρχές δήλωσαν ότι υποστηρίζουν τη θέση της Επιτροπής, εκτιμώντας ότι οι βελγικές αρχές δεν είχαν τηρήσει στις εννέα επίδικες περιπτώσεις τους κανόνες που θέτει η οδηγία 87/167/ΕΟΚ. Επιπλέον, ανέφεραν ότι για πέντε από τα εννέα εν λόγω πλοία και συγκεκριμένα τα τέσσερα ακτοπλοϊκά ρυμουλκά και το πλοίο ανέλκυσης είχαν υποβληθεί προσφορές από ολλανδικά ναυπηγεία οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσουν τις υψηλές επιδοτήσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές.

IV

Το βελγικό καθεστώς για τις ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ, όπως κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 1988, διέπεται από το νόμο της 23ης Αυγούστου 1948, όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα και για τελευταία φορά στις 30 Δεκεμβρίου 1980. Το εν λόγω καθεστώς αποσκοπεί στη συντήρηση και ανάπτυξη του εμπορικού ναυτικού και της θαλάσσιας αλιείας και δημιουργεί για το σκοπό αυτό ένα ταμείο εξοπλισμού και ναυπήγησης πλοίων.

Το άρθρο 1 στοιχείο α) του νόμου αυτού προβλέπει ότι το ταμείο μπορεί να χορηγήσει προκαταβολές που μπορεί να καλύπτουν μέχρι το 70 % της αξίας ενός καινούργιου πλοίου. Το άρθρο 1 στοιχείο β) προβλέπει ότι το κράτος παρέχει εγγύηση για τα συμπληρωματικά δάνεια που συνάπτονται με επιτόκια αγοράς και το άρθρο 1 στοιχείο γ) προβλέπει τη χορήγηση επιδότησης για το ήμισυ του επιτοκίου που εφαρμόζεται στα δάνεια αυτά, η οποία δεν μπορεί εντούτοις να υπερβαίνει το 3 %. Το σύνολο των προκαταβολών και δανείων που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχεία α) και γ) δεν μπορεί εντούτοις να υπερβαίνει το 85 % της τιμής του πλοίου.

Ο νόμος δεν προσδιορίζει εντούτοις ούτε το επιτόκιο ούτε το χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να επιστραφεί η προκαταβολή του ταμείου που προβλέπεται στο άρθρο 1 στοιχείο α). Στη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ, η βελγική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει στην Επιτροπή τους όρους επιστροφής των προκαταβολών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α) του νόμου της 23ης Αυγούστου 1948 διευκρινίζοντας ότι οι προκαταβολές αυτές κάλυπταν μία δεκαπενταετία με διετή περίοδο χάριτος και επιτόκια 4 έως 5 %. Οι όροι αυτοί επιβεβαιώθηκαν και από τη βελγική κυβέρνηση με επιστολή της 21ης Μαρτίου 1988 στα πλαίσια εξέτασης του συνόλου των ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες στο Βέλγιο, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ.

V

Σύμφωνα με τους όρους χορήγησης των προκαταβολών, εγγυήσεων και επιδοτήσεων επιτοκίου, όπως είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη το επιτόκιο αγοράς που ίσχυε κατά τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων ύψους 8,25 %, το ισοδύναμο επιχορήγησης των προκαταβολών που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση βάσει του νόμου της 23ης Αυγούστου 1948, όπως δεόντως διευκρινίστηκε στις αρμόδιες αρχές θα έπρεπε να είναι ύψους 20,5 %.

Όσον αφορά τα πλοία των οποίων το κόστος δεν υπερβαίνει τα 6 εκατομμύρια Ecu, η βελγική κυβέρνηση δεν είχε ενημερώσει την Επιτροπή για τους ακριβείς όρους τους οποίους εφάρμοζε, αλλά είχε αναλάβει την υποχρέωση με επιστολή της 6ης Ιουλίου 1988 να τηρήσει το μέγιστο επίπεδο ενίσχυσης που θα καθόριζε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ.

VI

Από τις εννέα συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται η απόφαση, οι επτά έτυχαν στην πραγματικότητα ενίσχυσης ύψους 35 % και δύο ενισχύσεις ύψους 23,5 %.

VII

Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα διαχείρισης του ναυτιλιακού ταμείου που έχει συσταθεί βάσει του βελγικού νόμου της 23ης Αυγούστου 1948 ανατέθηκε στις φλαμανδικές διοικητικές αρχές, οι αρχές αυτές είναι κατά συνέπεια υπεύθυνες για τις αποφάσεις που λήφθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 1989 σύμφωνα με τις τροποποιήσεις του βελγικού συντάγματος που μεσολάβησαν στη διάρκεια του 1988. Εντούτοις, η εν λόγω μεταβίβαση αρμοδιότητας δεν αποτελεί δικαιολογία για τη βελγική κυβέρνηση ώστε να πιθανολογεί καλή πίστη των φλαμανδικών διοικητικών αρχών, με το πρόσχημα της συνέχισης της εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων, δεδομένου ότι η συνθήκη ορίζει σαφώς στο άρθρο 5 ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συνθήκη ή που προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας.

Το γεγονός ότι η βελγική κυβέρνηση έστειλε στην Επιτροπή υπόμνημα όπου διευκρινίζεται ότι ένα μέρος των βελγικών ενισχύσεων προορίζονται για τα ναυπηγεία και ένα άλλο για την εκμετάλλευση των θαλάσσιων μεταφορών υπό βελγική σημαία δεν αποτελεί, εξάλλου, δικαιολογία για τους όρους χορήγησης των σχετικών πιστώσεων. Στις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα αυτό υπενθυμίζονται απλώς τα θέματα τα οποία έχουν συζητηθεί ευρέως με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 81/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου (4). Το Συμβούλιο, με την υποστήριξη της βελγικής κυβέρνησης, αποφάσισε τελικά, κατά την έκδοση της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ, να εντάξει όλες τις ενισχύσεις στους εφοπλιστές, εφόσον συνδέονται με την αγορά πλοίου στα κράτη μέλη, στο ανώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης και επιδιώκοντας πλήρη διαφάνεια.

Επομένως, και η βελγική κυβέρνηση, χορήγησε την πίστωση στη συγκεκριμένη περίπτωση έχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης. Το γεγονός της χορήγησης ενισχύσεων στους εφοπλιστές για πλοία που κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, υπό οποιοδήποτε πρόσχημα, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την αφαίρεση του ισοδύναμου των ενισχύσεων αυτών, όταν χορηγούνται ενισχύσεις για πλοία που κατασκευάζονται στο Βέλγιο.

VIII

Οι ενισχύσεις προς τους εφοπλιστές στο Βέλγιο αντιστοιχούν στις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ, το οποίο ορίζει ότι όλες οι μορφές ενίσχυσης στους εφοπλιστές ή σε τρίτους οι οποίες χρησιμοποιούνται πράγματι για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή πλοίων στα ναυπηγεία της Κοινότητας - περιλαμβανομένων των πιστωτικών διευκολύνσεων, των εγγυήσεων και των φορολογικών πλεονεκτημάτων - υπάγονται εξ ολοκλήρου στους κανόνες του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας.

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 ορίζει ότι οι ενισχύσεις παραγωγής για τη ναυπήγηση μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, εάν το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται για κάποια σύμβαση δεν υπερβαίνει σε ισοδύναμο επιχορήγησης ένα κοινό ανώτατο όριο το οποίο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, ορίζεται από την Επιτροπή. Το άρθρο 4 παράγραφος 4 ορίζει ακόμη ότι το ανώτατο όριο αφορά τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2.

Δεδομένου ότι το ανώτατο όριο που είχε ορίσει η Επιτροπή για το 1989 ήταν 26 % (16 % για τα πλοία μικρότερης των 6 εκτατομμυρίων Ecu), ότι οι βελγικές αρχές είχαν ενημερωθεί με επιστολή της 27ης Δεκεμβρίου 1988 και με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα (5), ότι οι χορηγούμενες από τη βελγική κυβέρνηση πιστώσεις αντιπροσωπεύουν ισοδύναμο επιχορήγησης 35 % και 23,5 % όσον αφορά δύο πλοία, είναι αναμφισβήτητο ότι η κυβέρνηση αυτή δεν συμμορφώθηκε με τους κανόνες που προβλέπονται από την οδηγία 87/167/ΕΟΚ και κατά συνέπεια με τους κανόνες της συνθήκης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι πιστώσεις με ισοδύναμο επιχορήγησης 35 % που χορηγήθηκαν από τη βελγική κυβέρνηση στην εταιρεία ΕΤΜ για την κατασκευή δύο πλοίων ψυγείων, στην εταιρεία NV Shipfinance για την κατασκευή ενός οχηματαγωγού RO/RO στο ναυπηγείο Boelwerf και στην εταιρεία NV Van Redding en Scheepsdienst για την κατασκευή τεσσάρων ρυμουλκών στο ναυπηγείο NV Sheepswerf Ruppelmonde καθώς και οι πιστώσεις με ισοδύναμο επιχορήγησης 23,5 % που χορηγήθηκαν στην ίδια εταιρεία για την κατασκευή ενός πλοίου ανέλκυσης στο ναυπηγείο Fulton Marine και στην εταιρεία Scan Dive Belgium για την κατασκευή ενός τουριστικού υποβρυχίου στο ναυπηγείο Boelwerf είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, καθόσον αποτελούν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 παράγραφος 2 και του άρθρου 4 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ.

Άρθρο 2

Σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, η βελγική κυβέρνηση πρέπει να αναθεωρήσει τους όρους των πιστώσεων αυτών προκειμένου να προσαρμόσει σε ένα μέγιστο επίπεδο 26 % ισοδύναμου επιχορήγησης όσον αφορά τα τρία πρώτα πλοία που αναφέρονται στο άρθρο 1, και σε 16 % όσον αφορά τα τέσσερα ρυμουλκά, το πλοίο ανέλκυσης και το τουριστικό υποβρύχιο, που αντιστοιχούν στο ανώτατο όριο που έθεσε η Επιτροπή για το 1989 σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 και 4 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ.

Άρθρο 3

Η βελγική κυβέρνηση ενημερώνει την Επιτροπή για τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου Βρυξέλλες, 13 Μαρτίου 1991. Για την Επιτροπή

Leon BRITTAN

Αντιπρόεδρος

(1) ΕΕ αριθ. L 69 της 12. 3. 1987, σ. 55. (2) ΕΕ αριθ. L 338 της 5. 12. 1990, σ. 21. (3) ΕΕ αριθ. C 318 της 18. 12. 1990, σ. 2. (4) ΕΕ αριθ. L 137 της 23. 5. 1981, σ. 39. (5) ΕΕ αριθ. C 32 της 8. 2. 1989, σ. 3.

Top