Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31982R3604

Κανονισμός (EOK) αριθ. 3604/82 τής Επιτροπής τής 23ης Δεκεμβρίου 1982 περί εφαρμογής τού άρθρου 85 παράγραφος 3 τής συνθήκης σέ κατηγορίες συμφωνιών εξειδικεύσεως

ΕΕ L 376 της 31.12.1982, pp. 33–35 (DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL)

Legal status of the document No longer in force, Date of end of validity: 01/03/1985; καταργήθηκε από 31985R0417

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1982/3604/oj

31982R3604

Κανονισμός (EOK) αριθ. 3604/82 τής Επιτροπής τής 23ης Δεκεμβρίου 1982 περί εφαρμογής τού άρθρου 85 παράγραφος 3 τής συνθήκης σέ κατηγορίες συμφωνιών εξειδικεύσεως

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 376 της 31/12/1982 σ. 0033


*****

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 3604/82 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 23ης Δεκεμβρίου 1982

περί εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών εξειδικεύσεως

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 87,

τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1971 περί της εφαρμογής του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών (1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2743/72 (2), και την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των συνθηκών του 1979 (3), και ιδίως το άρθρο 1,

μετά τη δημοσίευση του σχεδίου κανονισμού σύμφωνα προς το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71,

τη γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής επί Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων,

Εκτιμώντας:

1. ότι, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71, η Επιτροπή είναι αρμόδια να εφαρμόσει δια κανονισμού το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών σχετικών με την εξειδίκευση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών των αναγκαίων για την πραγματοποίησή της, οι οποίες εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 85 παράγραφος 1·

2. ότι οι συμφωνίες εξειδικεύσεως της παρούσας ή μελλοντικής παραγωγής είναι δυνατό να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης·

3. ότι οι συμφωνίες εξειδικεύσεως της παραγωγής συντελούν γενικά στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις δύνανται, συγκεντρώνοντας τις δραστηριότητές τους στην κατασκευή ορισμένων προϊόντων να λειτουργούν κατά τρόπο ορθολογικότερο και να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε καλύτερες τιμές· ότι δύναται να αναμένεται ότι, υπό καθεστώς πραγματικού ανταγωνισμού, θα εξασφαλίζεται στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα του οφέλους που προκύπτει·

4. ότι αυτά τα πλεονεκτήματα απορρέουν κατά τον ίδιο τρόπο, τόσο από συμφωνίες εξειδικεύσεως βάσει των οποίων έκαστος των συμμετεχόντων παραιτείται χάριν του άλλου από την κατασκευή ορισμένων προϊόντων, όσο και από συμφωνίες στις οποίες οι συμμετέχοντες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να κατασκευάζουν μόνο από κοινού ή να αναθέτουν την κατασκευή ορισμένων προϊόντων σε κοινή επιχείρηση·

5. ότι ο παρών κανονισμός πρέπει να προσδιορίζει τους περιορισμούς του ανταγωνισμού, οι οποίοι μπορούν να συμπεριλαμβάνονται σε μία συμφωνία εξειδικεύσεως· ότι οι περιορισμοί του ανταγωνισμού που επιτρέπονται σε αυτόν τον κανονισμό αποτελούν γενικά μια σημαντική προϋπόθεση για την σύναψη και την εκτέλεση της συμφωνίας· ότι, ως εκ τούτου, είναι κατά κανόνα αναγκαίοι, για να εξασφαλισθούν στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές τα επιδιωκόμενα πλεονεκτήματα· ότι μπορεί να αφεθεί στα συμβαλλόμενα μέρη η ευχέρεια να επιλέγουν ποιες από τις διατάξεις αυτές θα συμπεριλάβουν στις συμφωνίες·

6. ότι, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι δεν θα καταργηθεί ο ανταγωνισμός για ένα ουσιαστικό τμήμα των εν λόγω προϊόντων, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο υπό τον όρο ότι ούτε το τμήμα της αγοράς, που καταλαμβάνουν οι μετέχουσες επιχειρήσεις, ούτε οι ίδιες οι επιχειρήσεις υπερβαίνουν ορισμένη τάξη μεγέθους·

7. ότι, για να διευκολυνθεί η σύναψη μακροπροθέσμων συμφωνιών εξειδικεύσεως, που μπορεί να έχουν επιπτώσεις στη δομή των ενδιαφερομένων εταιριών, είναι σκόπιμο να καθορισθεί σε δεκαπέντε χρόνια η διάρκεια ισχύος του κανονισμού· ότι, εάν κατά την περίοδο αυτή μεταβληθούν οι περιστάσεις, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός, ως προς ένα ουσιώδες στοιχείο, η Επιτροπή θα προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές του κανονισμού·

8. ότι οι επιχειρήσεις δεν υποχρεώνονται πλέον να κοινοποιούν τις συμφωνίες εξειδικεύσεως που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό· ότι παραμένει όμως σε αυτές η δυνατότητα, σε περίπτωση αιτιολογημένης αμφιβολίας, να ζητήσουν από την Επιτροπή, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δήλωση ότι οι συμφωνίες τους συμβιβάζονται με τον παρόντα κανονισμό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης και υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο σε συμφωνίες δυνάμει των οποίων επιχειρήσεις αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση, με σκοπό την εξειδίκευση κατά τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας:

α) να μην κατασκευάζουν ορισμένα προϊόντα ούτε να αναθέτουν την κατασκευή τους σε άλλες επιχειρήσεις

και να αφήνουν στους αντισυμβαλλομένους τους τη μέριμνα της κατασκευής των προϊόντων αυτών ή της αναθέσεως της κατασκευής τους σε άλλες επιχειρήσεις·

β) να κατασκευάζουν ορισμένα προϊόντα ή να αναθέτουν την κατασκευή τους σε άλλες επιχειρήσεις μόνο από κοινού.

Άρθρο 2

1. Πέραν των υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν μπορεί να επιβληθεί στους συμβαλλομένους κανένας άλλος περιορισμός του ανταγωνισμού πλήν:

α) της υποχρεώσεως να συνάπτουν, μόνο με την συναίνεση των αντισυμβαλλομένων, συμφωνίες εξειδικεύσεως με άλλες επιχειρήσεις, οι οποίες αφορούν ίδια προϊόντα ή προϊόντα που θεωρούνται σαν ομοειδή από τους καταναλωτές λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής και της χρήσεώς τους·

β) της υποχρεώσεως να προμηθεύουν στους αντισυμβαλλομένους τα προϊόντα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της εξειδικεύσεως και να τηρούν εν προκειμένω ένα ελάχιστο επίπεδο ποιότητας·

γ) της υποχρεώσεως να προμηθεύονται τα προϊόντα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της εξειδικεύσεως αποκλειστικά από αντισυμβαλλομένους ή από μια επιχείρηση, στην οποία έχει από κοινού ανατεθεί η κατασκευή, εκτός αν υπάρχουν ευνοϊκότεροι όροι προμήθειας, τους οποίους οι αντισυμβαλλόμενοι ή η επιχείρηση στην οποία έχει ανατεθεί η κατασκευή δεν προσφέρουν·

δ) της υποχρεώσεως να αναθέτουν στους αντισυμβαλλομένους την αποκλειστική διανομή των προϊόντων, που αποτελούν το αντικείμενο της εξειδικεύσεως, στο μέτρο που οι μεσολαβητές έμποροι ή οι καταναλωτές έχουν στη διάθεσή τους και άλλες πηγές προμήθειας και οι συμβαλλόμενοι δεν δυσχεραίνουν σ' αυτούς αυτές τις προμήθειες.

2. Οι ακόλουθες υποχρεώσεις δεν αντίκεινται στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 1:

α) η υποχρέωση να εξασφαλίζεται η αποθήκευση ελαχίστων ποσοτήτων και ανταλλακτικών των προϊόντων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της εξειδικεύσεως·

β) η υποχρέωση να αναλαμβάνεται η εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση καθώς και οι υπηρεσίες εγγυήσεως για τα προϊόντα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο εξειδικεύσεως.

Άρθρο 3

Το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται μόνο:

α) όταν τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της εξειδικεύσεως και τα λοιπά προϊόντα των συμβαλλομένων επιχειρήσεων, τα οποία θεωρούνται ομοειδή από τον καταναλωτή λόγω των ιδιοτήτων τους, της τιμής τους και της χρήσεώς τους, δεν αντιπροσωπεύουν, σε ένα ουσιαστικό τμήμα της κοινής αγοράς, τμήμα μεγαλύτερο από 15 % της αγοράς όλων αυτών των προϊόντων·

β) όταν ο συνολικός κύκλος εργασιών όλων των επιχειρήσεων που συμμετέχουν δεν υπερβαίνει κατά τη διάρκεια μιας χρήσεως τα 300 εκατομμύρια λογιστικών μονάδων (ECU).

Άρθρο 4

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 3 περίπτωση β του παρόντος κανονισμού, ισχύει η ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα, η οποία προβλέπεται για την κατάρτιση του προϋπολογισμού της Κοινότητας δυνάμει των άρθρων 207 και 209 της συνθήκης.

2. Το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού εξακολουθεί να εφαρμόζεται, αν κατά τη διάρκεια δύο συνεχών χρήσεων, το τμήμα της αγοράς ή ο κύκλος εργασιών, που αναφέρονται στο άρθρο 3, δεν αυξάνονται περισσότερο από 10 %.

3. Ο συνολικός κύκλος εργασιών κατά την έννοια του άρθρου 3 περίπτωση β προκύπτει από το σύνολο των κύκλων εργασιών που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν κατά την τελευταία χρήση με όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες πριν από την φορολόγηση και την επιβολή λοιπών τελών. Κατά τον υπολογισμό του συνολικού κύκλου εργασιών δεν λαμβάνονται υπόψη οί συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των επιχειρήσεων που συμμετέχουν καθώς επίσης και μεταξύ αυτών και της επιχειρήσεως στην οποία έχει από κοινού ανατεθεί η κατασκευή.

Άρθρο 5

1. Μετέχουσες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 περιπτώσεις α και β και του άρθρου 4 παράγραφος 3 είναι:

α) οι επιχειρήσεις που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία·

β) οι επιχειρήσεις στις οποίες, μία επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία, διαθέτει άμεσα ή έμμεσα:

- περισσότερο από το ήμισυ του κεφαλαίου ή της περιουσίας της επιχειρήσεως, ή

- περισσότερο από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου, ή

- το δικαίωμα διορισμού περισσοτέρων από το ήμισυ των μελών του εποπτικού συμβουλίου ή του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων, τα οποία εκπροσωπούν νομίμως την επιχείρηση, ή

- το δικαίωμα να διαχειρίζονται τις υποθέσεις της επιχειρήσεως ·

γ) οι επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν, σε μία επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στην περίπτωση β·

δ) οι επιχειρήσεις στις οποίες μία επιχείρηση που αναφέρεται στην περίπτωση γ, διαθέτει άμεσα ή έμμεσα τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στην περίπτωση β. Άρθρο 6

Η Επιτροπή ανακαλεί το πλεονέκτημα της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2821/71 όταν διαπιστώσει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ότι μία, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εξαιρεθείσα, συμφωνία έχει εντούτοις αποτελέσματα που είναι ασυμβίβαστα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης, ιδίως όταν η εξειδίκευση δεν επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα ή όταν δεν εξασφαλίζεται στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει.

Άρθρο 7

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται ανάλογα σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και σε περιπτώσεις εναρμονισμένης πρακτικής του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 1.

Άρθρο 8

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1983 και παραμένει σε ισχύ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 23 Δεκεμβρίου 1982.

Για την Επιτροπή

Frans ANDRIESSEN

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. L 285 της 29. 12. 1971, σ. 46.

(2) ΕΕ αριθ. L 291 της 28. 2. 1972, σ. 144.

(3) ΕΕ αριθ. L 291 της 19. 11. 1979, σ. 94.

Top