Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61998TJ0187

Περίληψη της αποφάσεως

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 3ης Οκτωβρίου 2000

Υπόθεση Τ-187/98

Pascual Juan Cubero Vermurie

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπάλληλοι — Προαγωγή — Κινητικότητα — Παραδεκτό»

Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα   II-885

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της 6ης Απριλίου 1998 περί μη προαγωγής του προσφεύγοντος-ενάγοντος (στο εξής: προσφεύγων) στον βαθμό Α 5 στο πλαίσιο της περιόδου προαγωγών 1998 και, αφετέρου, αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη ο προσφεύγων λόγω της μη προαγωγής του.

Απόφαση:

Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Έκαστος των διαδίκων φέρει

τα δικαστικά του έξοδα.

Περίληψη

  1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Μη εγγραφή υπαλλήλου στον πίνακα που καταρτίζει η επιτροπή προαγωγών – Προαγωγή εκτός σταδιοδρομίας – Προπαρασκευαστική πράξη – Δεν περιλαμβάνεται – Πράξη δυνάμενη να προσβληθεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως περί προαγωγής

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90 § 2)

  2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας – Ισχυρισμοί μη περιλαμβανόμενοι στη διοικητική ένσταση, αλλά συνδεόμενοι με αυτή στενώς – Παραδεκτό – Ισχυρισμός μη προβληθείς ούτε εμμέσως κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία – Απαράδεκτο

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)

  3. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως – Όρια

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

  4. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Εφαρμογή των κανόνων περί της κινητικότητας που περιέχονται στον οδηγό προαγωγών της Επιτροπής – Προϋποθέσεις

    (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)

  1.  Ναι μεν η μη εγγραφή υπαλλήλου στον πίνακα που καταρτίζει η επιτροπή προαγωγών μπορεί να επηρεάσει την απόφαση περί προαγωγής, πλην όμως δεν συνιστά οριστική απόφαση εκ μέρους της διοικήσεως. Επιπλέον, όσον αφορά τις προαγωγές εκτός σταδιοδρομίας, ο πίνακας των υπαλλήλων που έχουν κριθεί ως διαθέτοντες τα περισσότερα προσόντα για να προαχθούν έχει, και αυτός, τον χαρακτήρα προπαρασκευαστικής πράξεως μη παράγουσας κανένα οριστικό αποτέλεσμα και δεν συνιστά συνεπώς βλαπτική πράξη υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

    Επομένως, το σύννομο του πίνακα, που κατάρτισε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, των υπαλλήλων που κρίθηκαν ως διαθέτοντες τα περισσότερα προσόντα, καθώς και των λοιπών προπαρασκευαστικών πράξεων που διενεργήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, μπορεί μόνο να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως, στο πλαίσιο προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση της τελικής αποφάσεως που ελήφθη κατά το πέρας της περιόδου προαγωγών.

    (βλ. οκέψεις 30 και 31)

    Παραπομπή· ΠΕΚ, 5 Δεκεμβρίου 1990, Τ-82/89, Marcalo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-735, σκέψη 43· ΠΕΚ, 21 Φεβρουαρίου 1995, Τ-506/93, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. Ι-Α-43 και ΙΙ-147, οκέψη 24

  2.  Ο κανόνας της συμφωνίας μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, και της συνακόλουθης προσφυγής επιβάλλει, για να είναι παραδεκτή η προσφυγή, ένας ισχυρισμός που προβάλλεται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή να έχει ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, ούτως ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει κατά τρόπο επαρκώς ακριβή τις αιτιάσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της αμφισβητούμενης αποφάσεως. Ναι μεν τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορούν να περιλαμβάνουν παρά τις ίδιες αμφισβητήσεις, που στηρίζονται σε ίδια αιτία, με τις αμφισβητήσεις που προβλήθηκαν με την ένσταση, πλην όμως οι αμφισβητήσεις αυτές μπορούν ωστόσο, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, να αναπτυχθούν με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων μη περιλαμβανομένων κατ' ανάγκη στην ένσταση, αλλά συνδεομένων με αυτή στενώς. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν, στο στάδιο αυτό, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου, η διοίκηση δεν πρέπει να εξετάζει τις διοικητικές ενστάσεις κατά τρόπο περιοριστικό, αλλά οφείλει, αντιθέτως, να τις εξετάζει με ευρύ πνεύμα.

    Τούτο δεν ισχύει όσον αφορά διοικητική ένσταση η οποία όχι μόνο δεν αναφέρεται στην αιτίαση που προβάλλεται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, αλλά δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο το καθού όργανο θα μπορούσε να συναγάγει, έστω και προσπαθώντας να ερμηνεύσει τη διοικητική ένσταση με ευρύ πνεύμα, ότι ο προσφεύγων σκόπευε να προβάλει την αιτίαση αυτή.

    (βλ. σκέψεις 35 έως 37)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Ιουλίου 1997, Τ-4/96, S κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1125, σκέψεις 98 και 99

  3.  Η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στη διοίκηση όσον αφορά την αξιολόγηση των προσόντων που πρέπει να ληφθούν υπόιμη στο πλαίσιο αποφάσεως περί προαγωγής βάσει του άρθρου 45 του ΚΥΚ περιορίζεται από την ανάγκη διενέργειας της συγκριτικής εξετάσεως των υποψηφιοτήτων με φροντίδα και αμεροληψία, με βάση το συμφέρον της υπηρεσίας και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Στην πράξη, η εξέταση αυτή πρέπει να διενεργείται σε βάση ισότητας και από συγκρίσιμες πηγές στοιχείων και πληροφοριών.

    (βλ. σκέψη 58)

    Παραπομπή: ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1993, Τ-76/92, Τσιριμώκος κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1281, σκέψεις 20 και 21· ΠΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 1999, Τ-157/98, Oliveira κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ. Υπ. 1999, σ. Ι-Α-163 και ΙΙ-851, σκέψη 35

  4.  Ο σκοπός που επιδιώκουν οι κανόνες περί της κινητικότητας που περιέχονται στον οδηγό προαγωγών της Επιτροπής συνίσταται στο να διασφαλιστεί ότι η κινητικότητα δεν εμποδίζει την εξέλιξη της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων που υπόκεινται σ' αυτήν. Η χορήγηση όμως βαθμών προτεραιότητας, η οποία στηρίζεται στον αριθμό των προαγώγιμων υπαλλήλων της οικείας γενικής διευθύνσεως, θα μπορούσε να είναι δυσμενής για έναν υπάλληλο ο οποίος τοποθετήθηκε σε νέα θέση στο πλαίσιο γενικής διευθύνσεως περιλαμβάνουσας διαφορετικό αριθμό προαγώγιμων υπαλλήλων. Επομένως, για να μη καταστεί άνευ αντικειμένου η συγκριτική εξέταση των προσόντων του συνόλου των προαγώγιμων υπαλλήλων που προτείνονται από την επιτροπή προαγωγών στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αρχή αυτή περιορίζεται στην αυοτηρή εφαρμογή των προαναφερθέντων κανόνων περί της κινητικότητας. Εναπόκειται έτσι στο κοινοτικό όργανο να προβεί σε εξέταση της κατάστασης του υπαλλήλου ο οποίος επέδειξε κινητικότητα, προκειμένου να ελέγξει αν η κινητικότητα αυτή ήταν δυσμενής για τον υπάλληλο. Η εξέταση αυτή καθίσταται ακόμη πιο αναγκαία όταν ο οικείος υπάλληλος δεν έλαβε βαθμούς προτεραιότητας στη γενική διεύθυνση από την οποία αποχώρησε και όταν, κατ' εφαρμογήν του υπό α' ανωτέρω κανόνα περί της κινητικότητας ο οποίος προβλέπει ότι, αν ένας υπάλληλος επέδειξε την κινητικότητα αφού προτάθηκε χωρίς βαθμούς προτεραιότητας, η πρόταση αυτή δεσμεύει μόνο τη γενική διεύθυνση από την οποία αποχώρησε και ότι δεν υφίσταται κεκτημένο δικαίωμα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν οφείλει να του χορηγήσει τους βαθμούς αυτούς.

    (βλ. σκέψεις 67 έως 69)

Top