This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62017CJ0584
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2020.
ADR Center SpA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αίτηση αναιρέσεως – Ρήτρα διαιτησίας – Συμφωνίες επιχορηγήσεως συναφθείσες στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος “Αστική Δικαιοσύνη” για την περίοδο 2007-2013 – Εκθέσεις ελέγχου με τις οποίες αμφισβητήθηκε η επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών – Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προβεί στην ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών – Άρθρο 299 ΣΛΕΕ – Εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Υπόθεση C-584/17 P.
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2020.
ADR Center SpA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αίτηση αναιρέσεως – Ρήτρα διαιτησίας – Συμφωνίες επιχορηγήσεως συναφθείσες στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος “Αστική Δικαιοσύνη” για την περίοδο 2007-2013 – Εκθέσεις ελέγχου με τις οποίες αμφισβητήθηκε η επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών – Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προβεί στην ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών – Άρθρο 299 ΣΛΕΕ – Εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Υπόθεση C-584/17 P.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:576
Υπόθεση C-584/17 P
ADR Center SpA
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 16ης Ιουλίου 2020
«Αίτηση αναιρέσεως – Ρήτρα διαιτησίας – Συμφωνίες επιχορηγήσεως συναφθείσες στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος “Αστική Δικαιοσύνη” για την περίοδο 2007-2013 – Εκθέσεις ελέγχου με τις οποίες αμφισβητήθηκε η επιλεξιμότητα ορισμένων δαπανών – Απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προβεί στην ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών – Άρθρο 299 ΣΛΕΕ – Εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Αποτελεσματική δικαστική προστασία»
Επιτροπή – Αρμοδιότητες – Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης – Απαιτήσεις της Ένωσης που γεννήθηκαν από σύμβαση συναφθείσα από θεσμικό όργανο – Είσπραξη μέσω αποφάσεως η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο – Εξουσία προς έκδοση τέτοιας αποφάσεως στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων – Νομική βάση – Συμβατική προέλευση της απαιτήσεως – Δεν ασκεί επιρροή
(Άρθρο 299, εδ. 1, ΣΛΕΕ· κανονισμός 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 79 § 2)
(βλ. σκέψεις 51-58, 61)
Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Προσφυγή που αφορά, στην πραγματικότητα, διαφορά συμβατικής φύσεως – Αναρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Απαράδεκτο
(Άρθρα 263, 272, 274 και 299 ΣΛΕΕ)
(βλ. σκέψεις 62-65)
Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα – Προσφυγή που αφορά, στην πραγματικότητα, διαφορά συμβατικής φύσεως – Απόφαση της Επιτροπής αποτελούσα εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη απαιτήσεως – Πράξη αποσκοπούσα στην παραγωγή δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων εκτός του συμβατικού πλαισίου και συναρτώμενη προς την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Αναγκαιότητα ρήτρας διαιτησίας που προβλέπει την αρμοδιότητα αυτή – Παραδεκτό
(Άρθρα 263, 274 και 299 ΣΛΕΕ· κανονισμός 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 79 § 2)
(βλ. σκέψεις 69-73)
Προσφυγή ακυρώσεως – Αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης – Περιεχόμενο – Δικαστικός έλεγχος με αντικείμενο απόφαση της Επιτροπής αποτελούσα εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη απαιτήσεως – Αρμοδιότητα εξετάσεως τόσο των λόγων ακυρώσεως με τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα τέτοιας αποφάσεως όσο και των ισχυρισμών που αφορούν παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων λόγω της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση – Δυνατότητα του δικαστή της Ένωσης να προβεί σε αναχαρακτηρισμό του ενδίκου βοηθήματος προκειμένου να μπορέσει να εξετάσει τους ισχυρισμούς που αφορούν παράβαση των εν λόγω συμβατικών υποχρεώσεων – Σεβασμός του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προστασίας – Έλλειψη σεβασμού
(Άρθρα 263 και 272 ΣΛΕΕ· Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47· κανονισμός 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 79 § 2)
(βλ. σκέψεις 80-89)
Σύνοψη
Με την απόφαση ADR Center κατά Επιτροπής (C-584/17 P), η οποία εκδόθηκε στις 16 Ιουλίου 2020, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ιταλική εταιρία ADR Center SpA (στο εξής: ADR) κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ( 1 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο είχε απορρίψει την προσφυγή-αγωγή της με αίτημα, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής ( 2 ) σχετικά με την ανάκτηση μέρους της χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε καταβληθεί στην ADR, σε εκτέλεση τριών συμφωνιών επιχορηγήσεως, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το θεσμικό όργανο αυτό να της καταβάλει το οφειλόμενο δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών υπόλοιπο, καθώς και αποζημίωση.
Εν προκειμένω, η ADR είναι εταιρία που παρέχει υπηρεσίες στον τομέα του φιλικού διακανονισμού διαφορών. Το 2008, η Επιτροπή συνήψε με κοινοπραξίες των οποίων συντονίστρια ήταν η ADR τρεις συμφωνίες επιχορηγήσεως στο πλαίσιο του προγράμματος «Αστική Δικαιοσύνη», οι οποίες περιλάμβαναν ρήτρες διαιτησίας υπέρ των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης. Κατόπιν των λογιστικών ελέγχων που διενήργησε, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Λόγω μη επιστροφής των ποσών αυτών από την ADR, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 27 Ιουνίου 2014, απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ. Κατόπιν απορρίψεως από το Γενικό Δικαστήριο της προσφυγής-αγωγής που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, η ADR άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, η ADR υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία, αφενός, της αρχής που διέπει τις χρηματοδοτικές συνδρομές της Ένωσης και, αφετέρου, του άρθρου 299, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, καθώς και του άρθρου 79 του δημοσιονομικού κανονισμού ( 3 ).
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εξέτασε, κατ’ αρχάς, το ζήτημα αν η Επιτροπή έχει εξουσία να εκδίδει απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο εντός πλαισίου συμβατικών σχέσεων. Συναφώς, το Δικαστήριο, αφού υπογράμμισε ότι το άρθρο 299, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής επί όλων των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική υποχρέωση, διευκρίνισε ότι η διάταξη αυτή δεν συνιστά, καθαυτή, επαρκή νομική βάση για την έκδοση πράξεων που αποτελούν εκτελεστό τίτλο. Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 79, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να βεβαιώνει επισήμως απαίτηση εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών μελών, με απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο και ότι η διάταξη αυτή προορίζεται για εφαρμογή επί του συνόλου των πράξεων που έχουν σχέση με τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι ούτε το άρθρο 299 ΣΛΕΕ ούτε το άρθρο 79, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού προβαίνουν σε διάκριση αναλόγως του αν η απαίτηση η οποία βεβαιώνεται με απόφαση αποτελούσα εκτελεστό τίτλο έχει συμβατική ή εξωσυμβατική προέλευση. Ακολούθως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στην Επιτροπή αρμοδιότητα προς έκδοση αποφάσεων που αποτελούν εκτελεστό τίτλο, τούτο δε ακόμη και όταν η επίμαχη χρηματική υποχρέωση είναι συμβατικής φύσεως.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, όταν έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του προσφεύγοντος και ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μόνο στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη αποσκοπεί στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσεως η οποία συνδέει τα συμβαλλόμενα μέρη, αποτελεσμάτων που συναρτώνται προς την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, τα οποία απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο ως διοικητική αρχή. Επομένως, επιβεβαιώνοντας τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι απόφαση της Επιτροπής περί ανακτήσεως, η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, συναρτάται προς την άσκηση τέτοιων προνομιών και ότι τα δεσμευτικά αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής δεν απορρέουν από τις συμφωνίες επιχορηγήσεως που έχει συνάψει το θεσμικό όργανο αυτό, αλλά προκύπτουν από τις διατάξεις του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 79, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, όταν η Επιτροπή κάνει χρήση των προνομίων δημόσιας εξουσίας που διαθέτει, εκδίδοντας πράξεις των οποίων τα έννομα αποτελέσματα αναπτύσσονται εκτός του συμβατικού πλαισίου, όπως είναι μια απόφαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο, οι πράξεις αυτές εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης και μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Εντούτοις, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει αποφάσεις αποτελούσες εκτελεστό τίτλο εντός πλαισίου συμβατικών σχέσεων πρέπει να περιορίζεται στις συμβάσεις εκείνες που περιλαμβάνουν ρήτρα διαιτησίας παρέχουσα αρμοδιότητα στον δικαστή της Ένωσης, προκειμένου να αποτραπεί ο περιορισμός της αρμοδιότητας των εθνικών δικαστηρίων και να μην παρέχεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να καταστρατηγεί την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων αυτών και του δικαστή της Ένωσης.
Τέλος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της συμβατότητας με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία ο δικαστής της Ένωσης, οσάκις επιλαμβάνεται προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως αποτελούσας εκτελεστό τίτλο, ήτοι πράξεως εκδιδόμενης στο πλαίσιο ιδίας αρμοδιότητας, διακριτής από τη συμβατική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, οφείλει μόνο να εξετάζει λόγους ακυρώσεως με τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα τέτοιας πράξεως και να κρίνει απαράδεκτο κάθε λόγο που αφορά μη εκτέλεση των ρητρών της οικείας συμβάσεως ή παράβαση των διατάξεων του εφαρμοστέου επί της συμβάσεως αυτής εθνικού δικαίου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο δικαστής της Ένωσης, προκειμένου να μπορέσει να εξετάσει λόγο σχετικό με την εν λόγω σύμβαση, προβεί στον επαναχαρακτηρισμό της ασκηθείσας ενώπιόν του προσφυγής ακυρώσεως τόσο ως προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ όσο και ως αγωγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ο αναχαρακτηρισμός αυτός δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Συγκεκριμένα, κατά το Δικαστήριο, τέτοιος αναχαρακτηρισμός, καθόσον εξαρτάται όχι μόνο από τη βούληση του δικαστή της Ένωσης, αλλά και από την έλλειψη αντίθετης ρητής δηλώσεως του προσφεύγοντος και από την εκ μέρους του προβολή ισχυρισμού περί παραβάσεως των κανόνων που διέπουν την επίμαχη συμβατική σχέση, δεν διασφαλίζει τον σεβασμό του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο επιβάλλει στον εν λόγω δικαστή την υποχρέωση να εξετάζει όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που είναι κρίσιμα για την ένδικη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εκτιμήσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως μόνον υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, ενώ, στο πλαίσιο αγωγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, ο ενάγων δύναται παραδεκτώς να προβάλει μόνο μη εκτέλεση των ρητρών της οικείας συμβάσεως ή παραβίαση του εφαρμοστέου επί της συμβάσεως αυτής δικαίου. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, ωστόσο, ότι, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε πλήρη εξέταση όλων των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ήταν κρίσιμα για την έκδοση αποφάσεως επί της συγκεκριμένης ένδικης διαφοράς, η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε δεν έχει επιπτώσεις στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο απέρριψε τελικώς ως αλυσιτελή την επιχειρηματολογία περί παραβιάσεως της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
( 1 ) Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 20ής Ιουλίου 2017, ADR Center κατά Επιτροπής (T-644/14, EU:T:2017:533)
( 2 ) Απόφαση C(2014) 4485 τελικό της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2014
( 3 ) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1).