This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62007CJ0550
Περίληψη της αποφάσεως
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αναίρεση – Έννομο συμφέρον – Προϋπόθεση – Αναίρεση δυνάμενη να ωφελήσει τον αναιρεσείοντα
2. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής – Εξουσία να απαιτηθεί η προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα – Όρια – Προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας αυτής – Έκταση – Δεν εμπίπτει σ’ αυτήν η επικοινωνία με δικηγόρους που απασχολούνται με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση
3. Δίκαιο της Ενώσεως – Αρχές – Ίση μεταχείριση – Έννοια – Όρια
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άρθρα 20 και 21)
4. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής – Εξουσία να απαιτηθεί η προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα – Όρια – Προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας αυτής – Έκταση – Δεν εμπίπτει σ’ αυτήν η επικοινωνία με δικηγόρους που απασχολούνται με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση
(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου)
5. Δίκαιο της Ενώσεως – Αρχές – Δικαιώματα άμυνας – Εφαρμογή επί διαδικασιών δυνάμενων να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεων
(Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, άρθρο 48 § 2)
6. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Ελεγκτικές εξουσίες της Επιτροπής – Εξουσία να απαιτηθεί η προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα – Όρια – Προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας αυτής – Έκταση – Δεν εμπίπτει σ’ αυτήν η επικοινωνία με δικηγόρους που απασχολούνται με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση
(Άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ· κανονισμοί του Συμβουλίου 17 και 1/2003)
7. Δίκαιο της Ενώσεως – Άμεσο αποτέλεσμα – Ατομικά δικαιώματα – Διασφάλιση εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων – Ένδικα βοηθήματα – Αρχή της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών μελών
8. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Εξουσία ελέγχου της Επιτροπής – Εξουσία να απαιτηθεί η προσκόμιση της αλληλογραφίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 14 § 6, και 1/2003, άρθρο 20 § 6)
9. Ευρωπαϊκή Ένωση – Αποκλειστική αρμοδιότητα – Διατάξεις αναγκαίες για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς – Κανόνες διαδικασίας στον τομέα του ανταγωνισμού – Εμπίπτουν
(Άρθρα 3 § 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ έως 103 ΣΛΕΕ και 105 ΣΛΕΕ· κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 14, και 1/2003, άρθρο 20)
1. Το έννομο συμφέρον συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού, πρέπει δε να εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως επί της ουσίας.
Επιπλέον, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, έννομο συμφέρον υφίσταται καθ’ όσον χρόνο η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε.
Στον τομέα του ανταγωνισμού, το έννομο συμφέρον επιχειρήσεως να προσβάλει δικαστικώς απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίπτεται το αίτημα να επιστραφούν στην επιχείρηση έγγραφα και να καταστραφούν τυχόν αντίγραφά τους, λόγω παραβιάσεως, κατά τους ελέγχους, του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, εξακολουθεί να υφίσταται τουλάχιστον καθόσον η Επιτροπή έχει στην κατοχή της τα εν λόγω έγγραφα ή αντίγραφο αυτών. Συγκεκριμένα, η ενδεχόμενη παραβίαση κατά τους ελέγχους του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα δεν υφίσταται οσάκις απόφαση της Επιτροπής επί της ουσίας στηρίζεται σε προστατευόμενο έγγραφο, αλλά από το χρονικό σημείο που υπάλληλος της Επιτροπής προβαίνει σε κατάσχεση τέτοιου εγγράφου.
(βλ. σκέψεις 22-23, 25)
2. Η παροχή της προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς. Αφενός, η επικοινωνία με τον δικηγόρο πρέπει να σχετίζεται με την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας του εντολέα και, αφετέρου, πρέπει να πρόκειται για επικοινωνία με ανεξάρτητο δικηγόρο, δηλαδή με δικηγόρο ο οποίος δεν συνδέεται με τον πελάτη με εργασιακή σχέση.
Η απαίτηση περί ανεξαρτησίας προϋποθέτει την έλλειψη οποιασδήποτε σχέσεως εργασίας μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, οπότε η προστασία που παρέχεται βάσει της αρχής του απορρήτου δεν εκτείνεται και στην εσωτερική επικοινωνία με τους απασχολούμενους σε επιχείρηση ή όμιλο δικηγόρους.
Η έννοια της ανεξαρτησίας του δικηγόρου ορίζεται όχι μόνο με θετικό τρόπο, δηλαδή παραπέμποντας στους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας, αλλά και με αρνητικό τρόπο, δηλαδή διά της ελλείψεως εργασιακής σχέσεως. Ένας δικηγόρος απασχολούμενος σε επιχείρηση με πάγια αντιμισθία, παρά την εγγραφή του στον δικηγορικό σύλλογο και το γεγονός ότι, ως εκ τούτου, υπόκειται στους κανόνες περί ασκήσεως του επαγγέλματος, δεν απολαύει έναντι του εργοδότη του αυτού βαθμού ανεξαρτησίας με αυτήν της οποίας απολαύει έναντι του εντολέα του ο δικηγόρος που ασκεί τις δραστηριότητές του σε εξωτερικό δικηγορικό γραφείο. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυσχερέστερο για τον απασχολούμενο με πάγια αντιμισθία δικηγόρο απ’ ό,τι για τον απασχολούμενο ως ελεύθερο επαγγελματία να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας και των σκοπών που επιδιώκει ο εντολέας του.
Συνεπώς, ο απασχολούμενος με πάγια αντιμισθία δικηγόρος δεν μπορεί, όποιες κι αν είναι οι εγγυήσεις των οποίων απολαύει κατά την άσκηση του επαγγέλματός του, να εξομοιωθεί με τον απασχολούμενο ως ελεύθερο επαγγελματία δικηγόρο, λόγω της θέσεώς του ως μισθωτού, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, δεν επιτρέπει στον απασχολούμενο σε επιχείρηση δικηγόρο να αποκλίνει από την εμπορική στρατηγική που ακολουθεί ο εργοδότης του και η οποία, επομένως, θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του δικηγόρου αυτού να ενεργεί με επαγγελματική ανεξαρτησία.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της συμβάσεώς του εργασίας, ο απασχολούμενος με πάγια αντιμισθία δικηγόρος μπορεί να κληθεί να ασκήσει άλλα καθήκοντα, τα οποία μπορούν να επηρεάζουν την εμπορική πολιτική της επιχειρήσεως και τα οποία ενισχύουν κατ’ ανάγκη τους στενούς δεσμούς μεταξύ του δικηγόρου και του εργοδότη του.
Ως εκ τούτου, λόγω τόσο της οικονομικής εξαρτήσεως του απασχολούμενου με πάγια αντιμισθία σε επιχείρηση δικηγόρου όσο και των στενών δεσμών με τον εργοδότη του, ο δικηγόρος αυτός δεν απολαύει επαγγελματικής ανεξαρτησίας ανάλογης αυτής του απασχολούμενου ως ελεύθερου επαγγελματία δικηγόρου.
Δεδομένου ότι η θέση του απασχολούμενου με πάγια αντιμισθία σε επιχείρηση δικηγόρου είναι θεμελιωδώς διαφορετική από αυτήν του δικηγόρου που ασκεί το επάγγελμα ως ελεύθερος επαγγελματίας, με συνέπεια οι δύο περιπτώσεις να μην είναι παρόμοιες, δεν συνάγεται καμία παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως από το γεγονός ότι οι επαγγελματίες αυτοί τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετωπίσεως όσον αφορά την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη.
Επιπλέον, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η λήψη συμβουλών από δικηγόρους απασχολούμενους με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση ή στον όμιλο πρέπει να εμπίπτει στο δικαίωμα λήψεως συμβουλών, υπερασπίσεως και εκπροσωπήσεως, τούτο δεν αποκλείει την εφαρμογή, σε περίπτωση παροχής συμβουλών από δικηγόρους απασχολούμενους με πάγια αντιμισθία στην επιχείρηση, ορισμένων περιορισμών και όρων σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματος, χωρίς αυτό να θεωρείται ότι θίγει τα δικαιώματα άμυνας.
Τέλος, το γεγονός ότι, στο πλαίσιο έρευνας που διενεργεί η Επιτροπή, η προστασία της επικοινωνίας περιορίζεται σ’ αυτήν με δικηγόρους που απασχολούνται ως ελεύθεροι επαγγελματίες ουδόλως θίγει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
(βλ. σκέψεις 40-41, 44-45, 47-49, 58-59, 95, 106)
3. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά, αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
(βλ. σκέψεις 54-55)
4. Στην απόφαση της 18ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S Europe κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επισήμανε, όσον αφορά την αρχή της προστασίας του απορρήτου κατά τις διαδικασίες ελέγχου στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, ότι σ’ αυτόν τον κλάδο του δικαίου της Ενώσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κοινές μεταξύ των δικαίων των κρατών μελών αρχές και αντιλήψεις όσον αφορά την τήρηση του απορρήτου, ιδίως δε στην επικοινωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα. Προς τούτο, το Δικαστήριο προέβη σε σύγκριση των διαφόρων εθνικών δικαίων. Το Δικαστήριο δέχθηκε, βάσει της συγκρίσεως αυτής, ότι, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα πρέπει να προστατεύεται βάσει του δικαίου της Ενώσεως.
Κατά το χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως AM & S Europe κατά Επιτροπής μέχρι σήμερα και όσον αφορά τις έννομες τάξεις των 27 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν διαφαίνεται κάποια κυρίαρχη τάση υπέρ της προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας στο εσωτερικό επιχειρήσεως ή ομίλου με εργαζόμενους στην επιχείρηση ή στον όμιλο δικηγόρους. Συνεπώς, η κατάσταση του δικαίου στα κράτη μέλη της Ενώσεως δεν μεταβλήθηκε σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται να εξετασθεί το ενδεχόμενο μεταστροφής της νομολογίας έτσι ώστε να γίνει δεκτό ότι οι απασχολούμενοι με πάγια αντιμισθία σε επιχειρήσεις δικηγόροι απολαύουν της προστασίας του απορρήτου.
Εξάλλου, μολονότι ο κανονισμός 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, επέφερε σημαντικό αριθμό τροποποιήσεων των κανόνων διαδικασίας που αφορούν το δίκαιο της Ενώσεως περί ανταγωνισμού, εντούτοις οι εν λόγω κανόνες δεν παρέχουν καμία ένδειξη περί του ότι επιβάλλουν την εξομοίωση των δικηγόρων που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες με τους έμμισθους δικηγόρους όσον αφορά την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, δεδομένου ότι η αρχή αυτή ουδόλως αποτελεί αντικείμενο του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος σκοπεί να διευρύνει την έκταση των εξουσιών της Επιτροπής να διενεργεί έρευνες, ιδίως όσον αφορά τα έγγραφα που ενδέχεται να αποτελέσουν το αντικείμενο τέτοιων μέτρων. Κατά συνέπεια, ούτε η τροποποίηση των κανόνων διαδικασίας στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, λόγω ιδίως του εν λόγω κανονισμού, δικαιολογεί μεταστροφή της νομολογίας που διατυπώθηκε κατά πρώτον με την απόφαση AM & S Europe κατά Επιτροπής.
(βλ. σκέψεις 69-70, 74, 76, 83, 86-87)
5. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων, ιδίως δε προστίμων ή χρηματικών ποινών, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ενώσεως, η οποία καθιερώθηκε με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
(βλ. σκέψη 92)
6. Οι εξουσίες τις οποίες διαθέτει η Επιτροπή βάσει του κανονισμού 17 και του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, διαφέρουν ως προς το εύρος από τις έρευνες που μπορούν να διενεργούνται σε εθνικό επίπεδο. Τα δύο είδη διαδικασίας στηρίζονται πράγματι σε κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων αρχών ανταγωνισμού. Οι κανόνες περί προστασίας της επικοινωνίας με ταξύ δικηγόρου και εντολέα μπορούν, ως εκ τούτου, να διαφέρουν αναλόγως της κατανομής αυτής αρμοδιοτήτων και των σχετικών ρυθμίσεων.
Το δίκαιο της Ενώσεως και το εθνικό δίκαιο του ανταγωνισμού εξετάζουν υπό διαφορετικό πρίσμα τις περιοριστικές για τον ανταγωνισμό πρακτικές. Ενώ τα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ τις εξετάζουν με κριτήριο τα εμπόδια που δημιουργούν ενδεχομένως οι πρακτικές αυτές στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι εσωτερικές νομοθεσίες, διαπνεόμενες από αρχές που προσιδιάζουν σε καθεμία από αυτές, εξετάζουν τις περιοριστικές για τον ανταγωνισμό πρακτικές εντός αυτού του πλαισίου και μόνο.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι επιχειρήσεις των οποίων οι χώροι αποτελούν το αντικείμενο επιτόπιας έρευνας, στο πλαίσιο ελέγχου σχετικού με ζητήματα ανταγωνισμού, είναι σε θέση να καθορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους έναντι των αρμοδίων αρχών και ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, όπως, για παράδειγμα, τη μεταχείριση των εγγράφων που ενδέχεται να κατασχεθούν κατά την έρευνα αυτή ή το ζήτημα αν οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν δικαίωμα να επικαλεσθούν την αρχή της προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας με τους δικηγόρους οι οποίοι απασχολούνται σ’ αυτές με πάγια αντιμισθία. Οι επιχειρήσεις μπορούν επομένως να καθορίσουν λυσιτελώς τις θέσεις τους αναλόγως των αρμοδιοτήτων των αρχών αυτών και των συγκεκριμένων εξουσιών τους όσον αφορά την κατάσχεση εγγράφων.
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν επιβάλλει, συνεπώς, τη χρήση πανομοιότυπων κριτηρίων και στα δύο προαναφερθέντα είδη διαδικασίας, όσον αφορά το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα.
(βλ. σκέψεις 102-105)
7. Σύμφωνα με την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, ελλείψει σχετικής νομοθεσίας της Ενώσεως, στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους εναπόκειται ο καθορισμός των αρμοδίων δικαστηρίων και η ρύθμιση των δικονομικών λεπτομερειών των ενδίκων βοηθημάτων που σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται στους πολίτες βάσει του δικαίου της Ενώσεως.
Δεν χωρεί επίκληση της αρχής αυτής κατά αποφάσεως που εκδόθηκε από θεσμικό όργανο της Ενώσεως βάσει νομοθεσίας θεσπισθείσας σε επίπεδο Ενώσεως, η οποία, επιπροσθέτως, ουδόλως παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο.
(βλ. σκέψεις 113-114)
8. Η ομοιόμορφη στο επίπεδο της Ενώσεως ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής του απορρήτου της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα είναι απαραίτητη έτσι ώστε οι έλεγχοι που διεξάγει η Επιτροπή στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμπράξεων να μπορούν να διενεργούνται υπό συνθήκες ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τις οικείες επιχειρήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η προσφυγή σε κανόνες ή νομικές έννοιες του εθνικού δικαίου που εμπίπτουν στη νομοθεσία κράτους μέλους θα είχε ως αποτέλεσμα να θιγεί η συνοχή του δικαίου της Ενώσεως. Η εν λόγω ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή αυτής της έννομης τάξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από τον τόπο διενέργειας του ελέγχου και από ενδεχόμενες εθνικές νομοθετικές ιδιαιτερότητες.
Κατά τους ελέγχους που διενεργεί η Επιτροπή ως ευρωπαϊκή αρχή ανταγωνισμού, το εθνικό δίκαιο έχει εφαρμογή μόνον καθόσον τη συνδράμουν οι αρχές των κρατών μελών, ιδίως όταν οι οικείες επιχειρήσεις εναντιώνονται στη διενέργεια ελέγχου διά της εφαρμογής μέτρων άμεσου εξαναγκασμού, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 6, του κανονισμού 17 και το άρθρο 20, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης. Αντιθέτως, το δίκαιο της Ενώσεως και μόνον καθορίζει τα έγγραφα και τα στοιχεία τα οποία μπορεί η Επιτροπή να ελέγχει και των οποίων μπορεί να λαμβάνει αντίγραφο στο πλαίσιο των ελέγχων που διεξάγει βάσει του δικαίου περί συμπράξεων.
(βλ. σκέψεις 115, 119)
9. Οι κανόνες διαδικασίας στον τομέα του ανταγωνισμού, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 14 του κανονισμού 17 και στο άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, καταλέγονται μεταξύ των κανόνων που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και των οποίων η θέσπιση εμπίπτει σε αποκλειστική αρμοδιότητα που παρέχεται στην Ένωση βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΣΛΕΕ.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 ΣΛΕΕ, στην Ένωση εναπόκειται η έκδοση των αναγκαίων κανονισμών ή οδηγιών για την εφαρμογή των διαλαμβανομένων στα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ αρχών όσον αφορά τους κανόνες περί ανταγωνισμού, οι οποίοι έχουν εφαρμογή στην περίπτωση των επιχειρήσεων. Η αρμοδιότητα αυτή σκοπεί, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει την τήρηση των διαλαμβανομένων στα ως άνω άρθρα απαγορεύσεων διά της επιβολής προστίμων και χρηματικών ποινών και να καθορίσει τον ρόλο της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 105 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι η Επιτροπή μεριμνά για την εφαρμογή των αρχών που καθορίζονται στα άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ και ότι εξετάζει τις περιπτώσεις εικαζόμενης παραβάσεως.
Συνεπώς, η αρχή των κατ’ απονομήν αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αντιταχθεί στις ελεγκτικές εξουσίες που διαθέτει η Επιτροπή στον τομέα του ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψεις 116-118, 120)