Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62006TO0109

Περίληψη της διατάξεως

Υπόθεση T-109/06

Vodafone España, SA, και Vodafone Group plc

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Προσφυγή ακυρώσεως — Οδηγία 2002/21/ΕΚ — Έγγραφο παρατηρήσεων της Επιτροπής — Άρθρο 7 της οδηγίας 2002/21 — Πράξη μη δεκτική προσφυγής — Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον ενδιαφερόμενο — Απαράδεκτο»

Διάταξη του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 12ης Δεκεμβρίου 2007   II - 5155

Περίληψη της διατάξεως

  1. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής – Έννοια – Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα

    (Άρθρο 230 ΕΚ· οδηγία 2002/21 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 7 §§ 2 έως 5, 8 § 3, στοιχείο δ΄, και 16 § 4)

  2. Προσφυγή ακυρώσεως – Πράξεις δεκτικές προσφυγής

    (Άρθρο 230 ΕΚ· οδηγία 2002/21 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρo 7 §§ 3 και 4)

  3. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Άμεσος επηρεασμός – Κριτήρια

    (Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· οδηγία 2002/21 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 7 § 3 και 5)

  1.  Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία εκδίδονται, τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του θέση.

    Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για έγγραφο παρατηρήσεων σχετικών με σχέδιο εθνικού μέτρου, που απευθύνει η Επιτροπή σε εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ), δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

    Πρώτον, αφενός, ναι μεν η οδηγία 2002/21 αναθέτει στην Επιτροπή σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο των διαδικασιών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου στο σύνολο της Κοινότητας, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, και το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, της οδηγίας αυτής, οι ΕΡΑ μεριμνούν για τη συνεπή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου συνεργαζόμενες μεταξύ τους και με την Επιτροπή, κατά διαφανή τρόπο. Επομένως, οι ΕΡΑ έχουν επίσης καίρια ευθύνη για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του κανονιστικού πλαισίου εντός της Κοινότητας με βάση τη συνεργασία με την Επιτροπή και τις άλλες ΕΡΑ. Αφετέρου, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21 δεν προβλέπει καμία υπεροχή των παρατηρήσεων της Επιτροπής σε σχέση με εκείνες των άλλων ΕΡΑ. Επομένως, σε περίπτωση που οι παρατηρήσεις μιας ΕΡΑ και της Επιτροπής είναι αντίθετες μεταξύ τους, η κοινοποιούσα ΕΡΑ δεν ενεργεί κατά παράβαση του ως άνω άρθρου 7, παράγραφος 5, ακολουθώντας, μετά από προσεκτική εξέταση των διαφόρων παρατηρήσεων, την άποψη που προτείνει η άλλη ΕΡΑ και όχι εκείνη της Επιτροπής.

    Δεύτερον, το γεγονός ότι, η Επιτροπή, στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/21, μπορεί να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο ενδέχεται να καταλήξει σε απαγορευτική απόφαση, δεν σημαίνει ότι το έγγραφο των παρατηρήσεων της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας είναι εκείνο που επιτρέπει στην ενδιαφερόμενη ΕΡΑ να λάβει το σχεδιαζόμενο εθνικό μέτρο. Πράγματι, το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/21 επιτρέπει απευθείας στην ενδιαφερόμενη ΕΡΑ να λάβει το μέτρο αυτό, καθόσον ορίζει ότι μια ΕΡΑ που διαπιστώνει ότι μια αγορά δεν είναι πράγματι ανταγωνιστική εντοπίζει τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην εν λόγω αγορά και τους επιβάλλει τις ενδεδειγμένες ειδικές ρυθμιστικές υποχρεώσεις.

    Τρίτον, λαμβανομένου υπόψη του συμβουλευτικού ρόλου της Επιτροπής και των άλλων ΕΡΑ στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21, ένα έγγραφο παρατηρήσεων της Επιτροπής βάσει της εν λόγω διατάξεως είναι μια προπαρασκευαστική κοινοτική πράξη στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην εκ μέρους της ενδιαφερόμενης ΕΡΑ λήψη του εθνικού μέτρου, καθόσον τέτοιες πράξεις δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αυτοτελούς προσφυγής ακυρώσεως.

    (βλ. σκέψεις 69, 92-93, 95-97)

  2.  Ακόμα και αν η ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας της Επιτροπής, το οποίο προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2002/21 σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δημιουργεί δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, καθόσον η οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ) δεν δικαιούται πλέον να λάβει το σχεδιαζόμενο μέτρο, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μη άσκηση του δικαιώματος αρνησικυρίας εξομοιούται με μη έκδοση αποφάσεως που δεν δημιουργεί κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα. Επομένως, αν η Επιτροπή περιορίζεται στη διατύπωση παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας και δεν ασκεί το δικαίωμα αρνησικυρίας το οποίο προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 4, η παρέμβαση αυτή της Επιτροπής στερείται δεσμευτικών εννόμων αποτελεσμάτων. Αν η ΕΡΑ αποφασίσει να προχωρήσει στη λήψη του εθνικού μέτρου, τα δημιουργούμενα από αυτό δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα απορρέουν από ενέργεια της οικείας ΕΡΑ και όχι από τις παρατηρήσεις της Επιτροπής ή από τη μη κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7, παράγραφος 4.

    (βλ. σκέψεις 105-106)

  3.  Μια κοινοτική πράξη, για να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υπό την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να επηρεάζει άμεσα τη νομική του κατάσταση, η δε εφαρμογή της να έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και να απορρέει από την κοινοτική και μόνο ρύθμιση, χωρίς να παρεμβάλλεται η εφαρμογή άλλων κανόνων. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν η δυνατότητα των αποδεκτών να μην ενεργήσουν σύμφωνα με την εν λόγω πράξη είναι καθαρά θεωρητική, όταν δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς τη βούλησή τους να συναγάγουν συνέπειες σύμφωνες προς την πράξη αυτή.

    Όμως, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο προκειμένου περί ενός εγγράφου παρατηρήσεων σχετικών με σχέδιο εθνικού μέτρου που απευθύνει η Επιτροπή σε εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ), δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, λαμβανομένου υπόψη του κεντρικού ρόλου των ΕΡΑ προς επίτευξη των σκοπών της οδηγίας αυτής. Πράγματι, η κατά τη διάταξη αυτή διαδικασία είναι μια διαδικασία διαβουλεύσεως και συνεργασίας μεταξύ των ΕΡΑ και της Επιτροπής στο πλαίσιο της οποίας όχι μόνον η Επιτροπή, αλλά και οι άλλες ΕΡΑ μπορούν να διατυπώνουν παρατηρήσεις επί κοινοποιηθέντος σχεδιαζομένου μέτρου, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Κάθε ΕΡΑ, έστω και αν πρέπει να «λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις παρατηρήσεις των άλλων ΕΡΑ και της Επιτροπής», διαθέτει περιθώριο δράσεως προκειμένου να προσδιορίσει το περιεχόμενο του τελικού μέτρου, έτσι ώστε η στηριζόμενη στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/21 κοινοτική πράξη να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

    (βλ. σκέψεις 158-160)

Top