This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 61997TO0109
Περίληψη της διατάξεως
Περίληψη της διατάξεως
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Κανονισμός περί καταχωρίσεως ονομασίας προελεύσεως καλύπτουσας γεωγραφική περιοχή ευρύτερη από την έκταση που φέρει το αντίστοιχο όνομα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 173, εδ. 4, 177 και 189· κανονισμός 2081/92 του Συμβουλίου, άρθρα 5, 6, 7 και 17· κανονισμός 123/97 της Επιτροπής)
Είναι απαράδεκτη η ασκούμενη από εγκατεστημένο στο γερμανικό καντόνιο Altenburger Land τυροπαραγωγό προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού 123/97, σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως βάσει της προβλεπόμενης στο άρθρο 17 του κανονισμού 2081/92 διαδικασίας, ως εκ του ότι η καταχωριζόμενη προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως «Altenburger Ziegenkδse» αφορά μια γεωγραφική περιοχή εκτεινόμενη πέραν των ορίων του εν λόγω καντονίου.
Πράγματι, αφενός, ο επίδικος κανονισμός ενέχει, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου του, κανονιστικό χαρακτήρα και δεν συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, εφόσον εφαρμόζεται επί αντικειμενικώς προσδιοριζόμενων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων, λαμβανομένων γενικώς και αφηρημένως, αναγνωρίζοντας σε κάθε επιχείρηση, τα προϋόντα της οποίας ανταποκρίνονται στις γεωγραφικές και ποιοτικές προδιαγραφές, το δικαίωμα να τα εμπορεύεται υπό την προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως. Η γενική ισχύς και, συνακόλουθα, ο κανονιστικός χαρακτήρας του κανονισμού δεν θίγονται από τη δυνατότητα, κατά το μάλλον ή ήττον, ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται κατά τον χρόνο της εκδόσεώς του, εφόσον η εφαρμογή του πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως καθοριζόμενης από τον ίδιο τον κανονισμό σε σχέση με τον σκοπό που αυτός επιδιώκει, ήτοι την παροχή της απορρέουσας από την επίδικη ονομασία προελεύσεως προστασίας για μια αντικειμενικώς προσδιορισμένη γεωγραφική περιοχή σε σχέση με τον σκοπό της αναπτύξεως ορισμένων αγροτικών ζωνών.
Αφετέρου, καίτοι, υπό ορισμένες περιστάσεις, ακόμη και κανονιστική πράξη, εφαρμοζόμενη επί του συνόλου των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών, μπορεί να αφορά ατομικώς ορισμένους εξ αυτών, αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.
Πρώτον, το γεγονός, ότι η Επιτροπή, προκειμένου να εκδώσει τον επίδικο κανονισμό, επέλεξε τη νομοθετική διαδικασία του άρθρου 17 του κανονισμού 2081/92, βάσει του οποίου αποκλείεται οποιαδήποτε συμμετοχή των τυχόν ενδιαφερομένων προσώπων, αντί της προβλεπόμενης από τα άρθρα 5 έως 7 του ιδίου κανονισμού, βάσει της οποίας προβλέπεται η εν λόγω συμμετοχή, δεν είναι ικανό να εξατομικεύσει τον προσφεύγοντα, κατά την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, οπότε η Επιτροπή δεν ενήργησε κατά καταστρατήγηση της σχετικής διαδικασίας.
Δεύτερον, το γεγονός απλώς και μόνον ότι η Επιτροπή έλαβε, πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, παρατηρήσεις εκ μέρους του προσφεύγοντος σχετικά με την επίδικη γεωγραφική περιοχή και έδωσε απαντήσεις επί των παρατηρήσεών του, δεν δύναται περαιτέρω να τον εξατομικεύσει έναντι οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία, επειδή, ελλείψει ρητώς εγγυωμένων δικονομικών δικαιωμάτων, θα ήταν αντίθετο προς το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 173 της Συνθήκης το να παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε ιδιώτη, ως εκ του ότι συμμετέσχε στο προπαρασκευαστικό στάδιο μιας πράξεως νομοθετικής φύσεως, να ασκεί ακολούθως προσφυγή κατά της εν λόγω πράξεως.
Τρίτον, καίτοι η οριοθέτηση υπερβολικά ευρείας γεωγραφικής περιοχής μπορεί να οδηγήσει θεωρητικώς στη μείωση της πραγματικής αξίας μιας ονομασίας προελεύσεως, η οποία περιοριζόταν προηγουμένως σε περισσότερο στενή γεωγραφική έκταση, και να θίξει ενδεχομένως τα ειδικά δικαιώματα των επιχειρήσεων που κείνται στην περιορισμένη γεωγραφική περιοχή και χρησιμοποιούν την εν λόγω ονομασία, ο προσφεύγων, μη προσκομίζοντας κανένα στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποδυνάμωσαν τα συναφή δικαιώματα, δεν μπορεί να θεωρείται ως εξατομικευθείς από την άποψη τυχόν παραβιάσεως των ειδικών δικαιωμάτων του.
Τέλος, όσον αφορά τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας κατά του επίδικου κανονισμού, προφανώς δεν είναι ανέφικτο, από απόψεως δικαίου, στον προσφεύγοντα να προσφύγει σε εθνικό δικαστήριο, το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης σχετικά με το κύρος του κανονισμού.