Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62017CJ0377

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 4ης Ιουλίου 2019.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Παράβαση κράτους μέλους – Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά – Οδηγία 2006/123/ΕΚ – Άρθρο 15 – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών για τις υπηρεσίες σχεδιασμού – Κατώτατες και ανώτατες αμοιβές.
Υπόθεση C-377/17.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2019:562

Υπόθεση C‑377/17

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 4ης Ιουλίου 2019

«Παράβαση κράτους μέλους – Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά – Οδηγία 2006/123/ΕΚ – Άρθρο 15 – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών για τις υπηρεσίες σχεδιασμού – Κατώτατες και ανώτατες αμοιβές»

  1. Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά – Οδηγία 2006/123 – Απαιτήσεις που πρέπει να εκτιμώνται – Εθνική ρύθμιση η οποία εισάγει σύστημα ανώτατων και κατώτατων αμοιβών για τις υπηρεσίες των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών – Δικαιολόγηση – Το κράτος μέλος φέρει το βάρος αποδείξεως – Περιεχόμενο

    (Οδηγία 2006/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 15)

    (βλ. σκέψεις 64, 65, 85)

  2. Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά – Οδηγία 2006/123 – Απαιτήσεις που πρέπει να εκτιμώνται – Εθνική ρύθμιση η οποία εισάγει σύστημα ανώτατων και κατώτατων αμοιβών για τις υπηρεσίες των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών – Δεν επιτρέπεται – Δικαιολόγηση – Διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών και προστασία των καταναλωτών – Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

    (Οδηγία 2006/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 15 §§ 2, στοιχείο ζʹ, και 3)

    (βλ. σκέψεις 66-71, 76-82, 88, 89, 92-95, διατακτ. 1)

Σύνοψη

Με την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑377/17), η οποία εκδόθηκε στις 4 Ιουλίου 2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2006/123 ( 1 ), διατηρώντας σε ισχύ υποχρεωτικές αμοιβές για τις υπηρεσίες σχεδιασμού που παρέχουν οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί.

Το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει μια γερμανική ρύθμιση θεσπίζουσα σύστημα κατώτατων και ανώτατων αμοιβών για τις υπηρεσίες σχεδιασμού που παρέχουν οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι κατώτατες αμοιβές αποσκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στην παροχή ποιοτικών υπηρεσιών σχεδιασμού και στην προστασία των καταναλωτών, ενώ οι ανώτατες αμοιβές αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών, κατοχυρώνοντας τη διαφάνεια των αμοιβών και εμποδίζοντας υπερβολικά υψηλές αμοιβές.

Κατά το Δικαστήριο, οι επίδικες αμοιβές εμπίπτουν στη διάταξη της οδηγίας 2006/123 με την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξετάζουν αν το νομικό τους σύστημα προβλέπει απαιτήσεις οι οποίες εξαρτούν την άσκηση μιας δραστηριότητας από τη συμμόρφωση του παρόχου με κατώτατες και/ή ανώτατες αμοιβές ( 2 ). Προκειμένου να είναι σύμφωνες με τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μην εισάγουν διακρίσεις, να είναι αναγκαίες και αναλογικές σε συνάρτηση με έναν επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος ( 3 ).

Δεδομένου ότι οι σκοποί τους οποίους προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνωρίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, το Δικαστήριο προέβη σε ανάλυση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του γερμανικού συστήματος καθορισμού αμοιβών.

Πρώτον, όσον αφορά τις κατώτατες αμοιβές, το Δικαστήριο έκρινε καταρχάς, υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2006, Cipolla κ.λπ. (C‑94/04 και C‑202/04), ότι η ύπαρξη κατώτατων αμοιβών για τις υπηρεσίες σχεδιασμού είναι καταρχήν ικανή να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλής ποιότητας των υπηρεσιών αυτών, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της γερμανικής αγοράς. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του πολύ μεγάλου αριθμού επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στην αγορά των υπηρεσιών σχεδιασμού και, αφετέρου, της έντονης ασυμμετρίας στην πληροφόρηση μεταξύ των παρεχόντων υπηρεσίες σχεδιασμού και των καταναλωτών που χαρακτηρίζει την αγορά αυτή, μπορεί να υφίσταται κίνδυνος οι εν λόγω παρέχοντες υπηρεσίες να προβαίνουν σε ανταγωνισμό που μπορεί να καταλήξει στην προσφορά υπηρεσιών με πολύ χαμηλή αμοιβή ή ακόμη και στον αποκλεισμό των φορέων που προσφέρουν ποιοτικές υπηρεσίες μέσω δυσμενούς επιλογής. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επιβολή κατώτατων αμοιβών μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό του εν λόγω κινδύνου, εμποδίζοντας την προσφορά υπηρεσιών σε επίπεδα αμοιβών που είναι ανεπαρκή για τη διασφάλιση, μακροπρόθεσμα, της ποιότητάς τους.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε στη συνέχεια ότι οι κατώτατες αμοιβές δεν είναι κατάλληλες για να εγγυηθούν την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι οι υπηρεσίες σχεδιασμού δεν επιφυλάσσονται μόνο σε ορισμένα επαγγέλματα που υπόκεινται σε υποχρεωτική εποπτεία δυνάμει της επαγγελματικής νομοθεσίας ή μέσω των σχετικών επιμελητηρίων μαρτυρεί μια ασυνέπεια της γερμανικής ρυθμίσεως ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό διατηρήσεως υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Πράγματι, οι κατώτατες αμοιβές δεν είναι πρόσφορες προς επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού αν η παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες προβλέπονται οι ως άνω αμοιβές δεν περιβάλλεται από στοιχειώδεις εγγυήσεις ικανές να εξασφαλίσουν την ποιότητα των εν λόγω υπηρεσιών.

Δεύτερον, όσον αφορά τις ανώτατες αμοιβές, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, μολονότι οι αμοιβές αυτές δύνανται να συμβάλουν στην προστασία των καταναλωτών, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν απέδειξε τους λόγους για τους οποίους η παροχή στους πελάτες κατευθυντήριων γραμμών ως προς τις αμοιβές για τις διάφορες κατηγορίες παροχών, ως λιγότερο περιοριστικό μέτρο, δεν επαρκεί για την πρόσφορη επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Ως εκ τούτου, ο καθορισμός ανώτατων αμοιβών δεν μπορεί να θεωρηθεί αναλογικός σε συνάρτηση με τον σκοπό αυτό.


( 1 ) Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36).

( 2 ) Άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2006/123.

( 3 ) Άρθρο 15, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123.

Top