This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62010CJ0417
Περίληψη της αποφάσεως
Περίληψη της αποφάσεως
Υπόθεση C-417/10
Ministero dell’Economia e delle Finanze και Agenzia delle Entrate
κατά
3M Italia SpA
(αίτηση του Corte suprema di cassazione
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άμεση φορολογία — Περάτωση των δικών που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό σε φορολογικές υποθέσεις — Κατάχρηση δικαιώματος — Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ — Ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη — Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων — Κρατικές ενισχύσεις — Υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης»
Περίληψη της αποφάσεως
Κράτη μέλη — Υποχρεώσεις — Υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας — Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης — Αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος — Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων — Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων — Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις — Άμεση φορολογία των κρατών μελών
(Άρθρο 4 § 3 ΣΕΕ· άρθρα 63 ΣΛΕΕ και 107 § 1 ΣΛΕΕ)
Το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα η αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται με τη Συνθήκη ΛΕΕ, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, οι κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και η υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την εφαρμογή, σε μια υπόθεση που αφορά την άμεση φορολογία σε ένα κράτος μέλος, μιας εθνικής διάταξης που προβλέπει ότι οι δίκες που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό στις φορολογικές υποθέσεις περατώνονται με την καταβολή ποσού ίσου με το 5 % της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπό την προϋπόθεση ότι η αρχική προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέκα και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης αυτής και ότι οι φορολογικές αρχές ηττήθηκαν στους δύο πρώτους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Εν πάση περιπτώσει, στο δίκαιο της Ένωσης δεν υπάρχει καμία γενική αρχή από την οποία να συνάγεται η υποχρέωση των κρατών μελών να πατάσσουν τις καταχρηστικές πρακτικές στον τομέα της άμεσης φορολογίας και η οποία θα απαγόρευε την εφαρμογή μιας τέτοιας εθνικής διάταξης, όταν για τη φορολογητέα πράξη την οποία αφορά η εκκρεμής δίκη έχουν χρησιμοποιηθεί τέτοιες πρακτικές και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
Εξάλλου, μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από μέτρο γενικής ισχύος, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους επιχειρηματίες, δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρέχει πλεονέκτημα στο πρόσωπο που υπάγεται στην ευεργετική αυτή διάταξη, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους φορολογούμενους που είναι διάδικοι σε φορολογική υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου τελευταίου βαθμού, ανεξάρτητα από τη φύση του επίμαχου φόρου, αν η αρχική προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέκα και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης αυτής και αν οι φορολογικές αρχές ηττήθηκαν στους δύο πρώτους βαθμούς δικαιοδοσίας Το γεγονός ότι το ευεργετικό αυτό μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στους φορολογούμενους που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές δεν αρκεί για να θεωρηθεί επιλεκτικό το μέτρο αυτό. Πράγματι, τα πρόσωπα που δεν μπορούν να αξιώσουν την εφαρμογή του δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση με τους παραπάνω φορολογούμενους, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη διασφάλιση δηλαδή της τήρησης της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
Αφού δεν συντρέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη, η οποία, όπως και κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την κατάργηση της δίκης πριν από την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, εμποδίζει το δικαστήριο τελευταίου βαθμού να ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας στις οικείες υποθέσεις σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, κατόπιν ενδεχομένως υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αντιβαίνει στην υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
(βλ. σκέψεις 32, 39, 41-42, 44, 46-47 και διατακτ.)
Υπόθεση C-417/10
Ministero dell’Economia e delle Finanze και Agenzia delle Entrate
κατά
3M Italia SpA
(αίτηση του Corte suprema di cassazione
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άμεση φορολογία — Περάτωση των δικών που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό σε φορολογικές υποθέσεις — Κατάχρηση δικαιώματος — Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ — Ελευθερίες που κατοχυρώνει η Συνθήκη — Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων — Κρατικές ενισχύσεις — Υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης»
Περίληψη της αποφάσεως
Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας – Εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης – Αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος – Ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις – Άμεση φορολογία των κρατών μελών
(Άρθρο 4 § 3 ΣΕΕ· άρθρα 63 ΣΛΕΕ και 107 § 1 ΣΛΕΕ)
Το δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα η αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται με τη Συνθήκη ΛΕΕ, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, οι κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και η υποχρέωση διασφάλισης της αποτελεσματικής εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν την εφαρμογή, σε μια υπόθεση που αφορά την άμεση φορολογία σε ένα κράτος μέλος, μιας εθνικής διάταξης που προβλέπει ότι οι δίκες που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό στις φορολογικές υποθέσεις περατώνονται με την καταβολή ποσού ίσου με το 5 % της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς υπό την προϋπόθεση ότι η αρχική προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέκα και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης αυτής και ότι οι φορολογικές αρχές ηττήθηκαν στους δύο πρώτους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Εν πάση περιπτώσει, στο δίκαιο της Ένωσης δεν υπάρχει καμία γενική αρχή από την οποία να συνάγεται η υποχρέωση των κρατών μελών να πατάσσουν τις καταχρηστικές πρακτικές στον τομέα της άμεσης φορολογίας και η οποία θα απαγόρευε την εφαρμογή μιας τέτοιας εθνικής διάταξης, όταν για τη φορολογητέα πράξη την οποία αφορά η εκκρεμής δίκη έχουν χρησιμοποιηθεί τέτοιες πρακτικές και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.
Εξάλλου, μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από μέτρο γενικής ισχύος, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους επιχειρηματίες, δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρέχει πλεονέκτημα στο πρόσωπο που υπάγεται στην ευεργετική αυτή διάταξη, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους φορολογούμενους που είναι διάδικοι σε φορολογική υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου τελευταίου βαθμού, ανεξάρτητα από τη φύση του επίμαχου φόρου, αν η αρχική προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δέκα και πλέον έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης αυτής και αν οι φορολογικές αρχές ηττήθηκαν στους δύο πρώτους βαθμούς δικαιοδοσίας Το γεγονός ότι το ευεργετικό αυτό μέτρο μπορεί να εφαρμοστεί μόνο στους φορολογούμενους που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές δεν αρκεί για να θεωρηθεί επιλεκτικό το μέτρο αυτό. Πράγματι, τα πρόσωπα που δεν μπορούν να αξιώσουν την εφαρμογή του δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση με τους παραπάνω φορολογούμενους, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει ο εθνικός νομοθέτης, τη διασφάλιση δηλαδή της τήρησης της αρχής της εύλογης προθεσμίας.
Αφού δεν συντρέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη, η οποία, όπως και κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει την κατάργηση της δίκης πριν από την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, εμποδίζει το δικαστήριο τελευταίου βαθμού να ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας στις οικείες υποθέσεις σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, κατόπιν ενδεχομένως υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αντιβαίνει στην υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
(βλ. σκέψεις 32, 39, 41-42, 44, 46-47 και διατακτ.)