This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 61995TO0200
Περίληψη της διατάξεως
Περίληψη της διατάξεως
ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 1998
Υπόθεση Τ-200/95
Χ
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι — Προθεσμία ασκήσεως διοικητικής ενστάσεως — Προδήλως απαράδεκτο»
Πλήρες κείμενο σιην ελληνική γλώσσα II-1003
Αντικείμενο:
Προσφυγή-αγωγή έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσεως περί απαγορεύσεως εισόδου του προσφεύγοντος-ενάγοντος στα κτίρια της Επιτροπής κατόπιν της αποφάσειος περί οριστικής παύσεως που ελήφθη σε βάρος του, καθώς και αγωγή αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συναφώς.
Αποτέλεσμα:
Απόρριψη.
Επιτομή της διατάξεως
Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) εισήλθε στην υπηρεσία της Επιτροπής στις 31 Ιανουαρίου 1983 ως υπάλληλος βαθμού Α 4 στη Γενική Διεύθυνση Μεταφορών (ΓΔ VII). Τον Ιούνιο του 1991 διορίστηκε αναπληρωτής προϊστάμενος επιφορτισμένος με τα θέματα της εναέριας ασφάλειας της μονάδας 3 (Εναέρια ασφάλεια — Έλεγχος εναέριων μεταφορών — Βιομηχανική πολιτική — Κοινωνικές πλευρές) της διευθύνσεως Γ (Εναέριες μεταφορές) της ΓΔ VII (στο εξής: μονάδα VII.r.3).
Στις 8 Οκτωβρίου 1992 η Επιτροπή κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος.
Με απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1993, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) επέβαλε στον προσφεύγοντα την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσεως.
Με σημείωμα της 5ης Οκτωβρίου 1993, ο Η. Richardson, διευθυντής της διευθύνσεως Β (Δικαιώματα και υποχρεώσεις) της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού και Διοικήσεως (ΓΔ IX), πληροφόρησε τον προσφεύγοντα ότι, από της ημερομηνίας αυτής, απαγορεύεται σε αυτόν η είσοδος στα κτίρια της Επιτροπής, εκτός από ορισμένα κτίρια στα οποία βρίσκονταν οι αρμόδιες για τις κοινωνικές και διοικητικές παροχές υπηρεσίες, ήτοι: μισθοί, συντάξεις, ταμείο υγείας και κοινωνικές υπηρεσίες (στο εξής: σημείωμα του Η. Richardson).
Στις 31 Ιανουαρίου 1995 ο προσφεύγων, ως εκπρόσωπος ελληνικού γραφείου συμβούλων μελετών και συνοδευόμενος από υπάλληλο της Επιτροπής, εμφανίστηκε στο κτίριο της Επιτροπής που βρίσκεται στη διεύθυνση 29, avenue de Beaulieu στις Βρυξέλλες, προκειμένου να υποβάλει μια πρόταση μελέτης. Εντούτοις, του απαγορεύθηκε η είσοδος στο κτίριο.
Το ίδιο περιστατικό επαναλήφθηκε στο κτίριο της Επιτροπής που βρίσκεται στη διεύθυνση 80, rue d'Arlon στις Βρυξέλλες, όπου ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα ότι επρόκειτο για απόφαση που ελήφθη από τις διοικητικές υπηρεσίες της Επιτροπής.
Κατόπιν των περιστατικών αυτών, ο προσφεύγων, με έγγραφο της 30ής Μαρτίου 1995, πληροφόρησε τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού ότι θεωρούσε ότι η απαγόρευση εισόδου στα κτίρια της Επιτροπής έθιγε την προσωπική, επαγγελματική και επιστημονική του ζωή. Ζήτησε, κατά συνέπεια, από τον Γενικό Διευθυντή να ανακαλέσει την απόφαση της Επιτροπής περί απαγορεύσεως εισόδου του στα κτίρια της, καθόσον η απόφαση αυτή δεν μπορούσε, κατά τον προσφεύγοντα, να θεμελιωθεί σε καμία διάταξη νόμου, κατά μείζονα λόγο διότι η διαδικασία εκδικάσεως της προσφυγής κατά της αποφάσείος περί παύσεως του εκκρεμούσε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Ο Γενικός Διευθυντής ουδέποτε απάντησε στο έγγραφο αυτό.
Επί του παραδεκτού
Επιβάλλεται, εκ προοιμίου, η διευκρίνιση ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το σημείωμα του Η. Richardson παράγει, αφ' εαυτού, έννομες συνέπειες. Πράγματι, στην απόφαση περί οριστικής παύσεως εκτίθεται απλίός ότι ο προσφεύγων παύει να ασκεί τα καθήκοντα του στην πρώην υπηρεσία του. Η απόφαση δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο σχετικά με τη δυνατότητα εισόδου του προσφεύγοντος στα κτίρια της Επιτροπής γενικώς. Επιπλέον, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή κατά την έγγραφη διαδικασία προκύπτει ότι η απαγόρευση εισόδου ήταν ένα μέτρο το οποίο κρίθηκε αναγκαίο στην υπό κρίση υπόθεση και ότι δεν πρόκειται για μέτρο που απορρέει αυτόματα από την οριστική παύση (σκέι|)η 34).
Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι το σημείωμα του Η. Richardson, καθόσον παράγει το ίδιο έννομες συνέπειες, βλάπτει τον προσφεύγοντα (σκέψη 35).
Παραπομπή: ΔΕΚ, 10 Δεκεμβρίου 1969, 32/68, Grasselli κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 191, σκέψη 4- ΔΕΚ, 21 Ιανουαρίου 1987, 204/85, Στρογγυλή κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1987, σ. 389, σκέψη 6
Το σημείωμα αυτό, το οποίο κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 5 Οκτωβρίου 1993, θα έπρεπε, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προθεσμία, να έχει προσβληθεί από τον προσφεύγοντα το αργότερο στις 5 Ιανουαρίου 1994. Ο προσφεύγων όμως ζήτησε από τον Γενικό Διευθυντή Προσωπικού της Επιτροπής να ανακαλέσει την απόφαση περί απαγορεύσεως εισόδου του στα κτίρια της Επιτροπής μόλις στις 30 Μαρτίου 1995. Επομένως, είναι πρόδηλον ότι η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, με αίτημα την ανάκληση της αποφάσεως περί απαγορεύσεως εισόδου, υποβλήθηκε εκπροθέσμως (σκέψεις 36 και 37).
Διατακτικό:
Το Πρωτοδικείο απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη.