This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62009CJ0343
Judgment of the Court (Fourth Chamber) of 8 July 2010.#Afton Chemical Limited v Secretary of State for Transport.#Reference for a preliminary ruling: High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Administrative Court) - United Kingdom.#Reference for a preliminary ruling - Validity - Directive 2009/30/EC - Article 1(8) - Directive 98/70/EC - Article 8a - Atmospheric pollution - Fuels - Use of metallic additives in fuels - Limit for methylcyclopentadienyl manganese tricarbonyl (MMT) content - Labelling - Impact assessment - Manifest error of assessment - Precautionary principle - Proportionality - Equal treatment - Legal certainty - Admissibility.#Case C-343/09.
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2010.
Afton Chemical Limited κατά Secretary of State for Transport.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Administrative Court) - Ηνωμένο Βασίλειο.
Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως - Κύρος - Οδηγία 2009/30/ΕΚ - Άρθρο 1, παράγραφος 8 - Οδηγία 98/70/ΕΚ - Άρθρο 8α - Ατμοσφαιρική ρύπανση - Καύσιμα - Χρήση μεταλλικών προσθέτων στα καύσιμα - Όριο περιεκτικότητας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (MMT) - Επισήμανση - Μελέτη επιπτώσεων - Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως - Αρχή της προφύλαξης - Αναλογικότητα - Ίση μεταχείριση - Ασφάλεια δικαίου - Παραδεκτό.
Υπόθεση C-343/09.
Απόφαση του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 8ης Ιουλίου 2010.
Afton Chemical Limited κατά Secretary of State for Transport.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Administrative Court) - Ηνωμένο Βασίλειο.
Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως - Κύρος - Οδηγία 2009/30/ΕΚ - Άρθρο 1, παράγραφος 8 - Οδηγία 98/70/ΕΚ - Άρθρο 8α - Ατμοσφαιρική ρύπανση - Καύσιμα - Χρήση μεταλλικών προσθέτων στα καύσιμα - Όριο περιεκτικότητας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (MMT) - Επισήμανση - Μελέτη επιπτώσεων - Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως - Αρχή της προφύλαξης - Αναλογικότητα - Ίση μεταχείριση - Ασφάλεια δικαίου - Παραδεκτό.
Υπόθεση C-343/09.
Συλλογή της Νομολογίας 2010 I-07027
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2010:419
*A9* High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Administrative Court), Queen's Bench Division, Administrative Court, order of 02/07/2009
Υπόθεση C-343/09
Afton Chemical Limited
κατά
Secretary of State for Transport
[αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Κύρος – Οδηγία 2009/30/ΕΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 8 – Οδηγία 98/70/ΕΚ – Άρθρο 8α – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Καύσιμα – Χρήση μεταλλικών προσθέτων στα καύσιμα – Όριο περιεκτικότητας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (MMT) – Επισήμανση – Μελέτη επιπτώσεων – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Αρχή της προφύλαξης – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Ασφάλεια δικαίου – Παραδεκτό»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Παρεμπίπτων χαρακτήρας
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· οδηγία 2009/30 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 8)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Καύσιμα – Οδηγία 2009/30
(Οδηγία 2009/30 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 8)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Καύσιμα – Οδηγία 2009/30
(Οδηγία 2009/30 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 8)
4. Προσέγγιση των νομοθεσιών – Καύσιμα – Οδηγία 2009/30
(Οδηγία 2009/30 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 8)
1. Εταιρία παράγουσα μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο τρικαρβουνυλικό μαγγάνιο (ΜΜΤ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγεται πέραν πάσης αμφιβολίας ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, από το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70 όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32, όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας, και καταργείται η οδηγία 93/12, η οποία περιορίζει την παρουσία του πρόσθετου ΜΜΤ στα καύσιμα, καθόσον το εν λόγω άρθρο 1, παράγραφος 8, δεν την αφορά συγκεκριμένα αλλά μόνο υπό την αντικειμενική ιδιότητά της ως παραγωγού ενός τέτοιου προσθέτου ακριβώς όπως και κάθε άλλον επιχειρηματία που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, στην ίδια κατάσταση. Η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα συγκεκριμένα πρόσωπα ατομικά εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία προσδιορίζει η εν λόγω πράξη. Εξάλλου, δεν είναι πέραν πάσης αμφιβολίας βέβαιον ότι μια τέτοια παραγωγός εταιρία δύναται να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή βάσει του άρθρου 230 ΕΚ κατά του προπαρατεθέντος άρθρου 1, παράγραφος 8, και ότι δικαιούται συνεπώς να επικαλεστεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά το εθνικό δίκαιο, την έλλειψη νομιμότητας των διατάξεων αυτών, ακόμη και αν δεν έχει ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά αυτών ενώπιον του κοινοτικού δικαστή εντός της προθεσμίας του άρθρου 230 ΕΚ.
(βλ. σκέψεις 20, 23-25)
2. Εντός ενός περίπλοκου τεχνικού πλαισίου με εξελικτικό χαρακτήρα όπως είναι τα πρόσθετα των καυσίμων, ο νομοθέτης της Ενώσεως έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την αξιολόγηση πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως άκρως περίπλοκων προκειμένου να καθορίσει τη φύση και την έκταση των μέτρων που υιοθετεί, ενώ ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν η άσκηση της εξουσίας αυτής μαρτυρεί πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν ο νομοθέτης υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως εκείνη του νομοθέτη στον οποίο η Συνθήκη έχει αναθέσει την αποστολή αυτή. Η εν λόγω ευρεία διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη της Ενώσεως, η οποία συνεπάγεται περιορισμένο δικαστικό έλεγχο της ασκήσεώς της, δεν αφορά μόνον τη φύση και την έκταση των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων. Πάντως, ένας τέτοιος δικαστικός έλεγχος, έστω και περιορισμένης εκτάσεως, απαιτεί τα κοινοτικά όργανα που εξέδωσαν την επίμαχη πράξη να είναι σε θέση να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πράξη εκδόθηκε κατόπιν πραγματικής ασκήσεως της διακριτικής τους ευχέρειας, η οποία προϋποθέτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες οι σχετικές περιστάσεις της καταστάσεως, τη ρύθμιση της οποίας σκοπεί η πράξη αυτή.
Έτσι, όταν, κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας θεσπίσεως της οδηγίας 2009/30, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70 όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η επιτροπή περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και ασφαλείας των τροφίμων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οργάνωσε γενικά και ειδικά και εργαστήρια και όταν προκύπτει από τη δικογραφία ότι, προκειμένου να ασκήσουν την εξουσία του εκτιμήσεως, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έλαβαν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα τα οποία αφορούν τόσο τις επιπτώσεις του μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (MMT) στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον όσο και την επίπτωσή του στα οχήματα, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως αποφασίζοντας να καθορίσουν όριο περιεκτικότητας σε ΜΜΤ στα καύσιμα με το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30.
(βλ. σκέψεις 28, 33-34, 36, 41-42)
3. Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70 όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32 όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12, το άρθρο 8α, παράγραφος 2, δεν στερείται κύρους λόγω παραβιάσεως της αρχής της προφυλάξεως και της αρχής της αναλογικότητας, ούτε λόγω της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφαλείας δικαίου λόγω του ότι προσθέτει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70 και περιορίζει την παρουσία του μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (ΜΜΤ) στα καύσιμα.
Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, επιβάλλεται όντως να αναγνωριστεί στον νομοθέτη της Ενώσεως ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε τομέα όπου αυτός καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις και σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως. Η νομιμότητα μέτρου που λαμβάνεται στον τομέα αυτόν μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό. Συναφώς, ο καθορισμός ορίου της περιεκτικότητας του MMT στα καύσιμα που παρέχει τη δυνατότητα μειώσεως των ποσοτήτων της ουσίας αυτής που θα μπορούσαν να προξενήσουν βλάβες στην υγεία δεν είναι προδήλως ακατάλληλος για την επίτευξη των σκοπών της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ενώσεως. Επιπλέον, ενόψει των κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου και τις ζημίες στους κινητήρες των οχημάτων καθώς και λόγω των δυσχερειών καταρτίσεως μεθόδων δοκιμής, περιοριστικό μέτρο όπως ο περιορισμός της περιεκτικότητας του MMT στα καύσιμα δεν υπερακοντίζει το αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας 2009/30 μέτρο.
Ακολούθως, όσον αφορά την αρχή της προφυλάξεως, οσάκις αποδεικνύεται αδύνατον να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου λόγω της ανεπαρκούς, αλυσιτελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων των μελετών, η δε πιθανότητα πραγματικής προσβολής της δημόσιας υγείας εξακολουθεί να υπάρχει στην περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου αυτού, η εν λόγω αρχή της προφυλάξεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων υπό την επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά δεν δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις και είναι αντικειμενικά. Το όριο περιεκτικότητας σε MMT στα καύσιμα το οποίο επιβάλλει το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30 δεν εισάγει δυσμενή διάκριση, καθόσον εφαρμόζεται επί του συνόλου της Ενώσεως και έναντι όλων των παραγωγών και εισαγωγέων του ΜΜΤ. Πέραν τούτου, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών και ως προς τις βλάβες που προξενεί η χρήση MMT και ως προς τους κινδύνους που δημιουργούνται για τον χρήστη ΜΜΤ, ο καθορισμός ορίων περιεκτικότητας MMT στα καύσιμα δεν παρίσταται προδήλως δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με τα οικονομικά συμφέροντα των παραγωγών ΜΜΤ, ενόψει επιτεύξεως υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.
Επίσης, όσον αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, τα λοιπά μεταλλικά πρόσθετα με βάση το μαγγάνιο, τα οποία δεν αφορά ο προβλεπόμενος για το ΜΜΤ περιορισμός, δεν χρησιμοποιούνται ούτε εισάγονται στην Ένωση. Εξ αυτού προκύπτει ότι το MMT δεν τελεί σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των άλλων μεταλλικών προσθέτων με βάση το μαγγάνιο και ότι ο νομοθέτης της Ενώσεως δεν είχε συνεπώς την υποχρέωση να καθορίσει όρια για τα πρόσθετα αυτά.
Τέλος, ουδεμία προσβολή της αρχής της ασφαλείας δικαίου μπορεί να διαπιστωθεί καθόσον ουδεμία ασάφεια προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70 όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του ορίου περιεκτικότητας του καυσίμου σε ΜΜΤ και της αναπτύξεως μεθοδολογίας δοκιμών.
(βλ. σκέψεις 46, 50, 55, 61, 63, 68-69, 75-77, 82-83)
4. Θεσπίζοντας το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70 όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32, όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας, και καταργείται η οδηγία 93/12, ο νομοθέτης της Ενώσεως, προσθέτοντας ένα άρθρο 8α, παράγραφοι 4 έως 6, στην οδηγία 98/70 και επιβάλλοντας την υποχρέωση σημάνσεως των καυσίμων τα οποία περιέχουν μεταλλικά πρόσθετα, δεν υπέπεσε σε καμία πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, η υποχρέωση σημάνσεως έχει σκοπό την προστασία των καταναλωτών που, κατά το άρθρο 153 ΕΚ, αποτελεί στόχο της Ενώσεως. Ο σκοπός αυτός, πρέπει να επιτυγχάνεται με την προώθηση των δικαιωμάτων των καταναλωτών στην ενημέρωση. Η τοποθέτηση, κατά τρόπο εμφανή, επιγραφής η οποία περιλαμβάνει το κείμενο «Περιέχει μεταλλικά πρόσθετα» αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Πέραν τούτου, η σήμανση απαιτείται μόνο για την πώληση καυσίμου που περιέχει μεταλλικά πρόσθετα και όχι για την πώληση MMT ως προσθέτου, ενώ δεν είναι σε θέση να αυξήσει σημαντικά την επιβάρυνση των παραγωγών και των διανομέων καυσίμων λόγω του μικρού όγκου καυσίμων που περιέχουν τέτοια πρόσθετα. Επομένως, η ως άνω υποχρέωση σημάνσεως δεν αποτελεί προδήλως ακατάλληλη υποχρέωση για την επίτευξη του σκοπού προστασίας του καταναλωτή τον οποίο προβλέπει η οδηγία 2009/30.
(βλ. σκέψεις 88-89, 94-96)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2010 (*)
«Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως – Κύρος – Οδηγία 2009/30/ΕΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 8 – Οδηγία 98/70/ΕΚ – Άρθρο 8α – Ατμοσφαιρική ρύπανση – Καύσιμα – Χρήση μεταλλικών προσθέτων στα καύσιμα – Όριο περιεκτικότητας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλου τρικαρβουνυλικού μαγγανίου (MMT) – Επισήμανση – Μελέτη επιπτώσεων – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Αρχή της προφύλαξης – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Ασφάλεια δικαίου – Παραδεκτό»
Στην υπόθεση C‑343/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 2ας Ιουλίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Αυγούστου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Afton Chemical Limited
κατά
Secretary of State for Transport,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, C. Toader, K. Schiemann, P. Kūris (εισηγητή) και L. Bay Larsen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Απριλίου 2010,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Afton Chemical Limited, εκπροσωπούμενη από τους J. Stratford και R. Blakeley, barristers, καθώς και από τον J. Flynn, QC, ενεργούντες κατ’ εντολήν του M. Lohn, solicitor,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και J. Möller,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους M. Moore και M. Simm,
– το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από την I. Αναγνωστοπούλου και τον R. Kaškina,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Alcover San Pedro καθώς και τους E. White και D. Kukovec,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαΐου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70/ΕΚ όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου, όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 140, σ. 88), καθόσον προστίθεται δε ένα νέο άρθρο, το άρθρο 8α, παράγραφοι 2 και 4 έως 6, στην οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350, σ. 58).
2 Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο πλαίσιο αιτήσεως που υπέβαλε στις 2 Ιουλίου 2009 η Afton Chemical Limited (στο εξής: Afton) προκειμένου να της επιτραπεί να ασκήσει προσφυγή ελέγχου του κύρους (judicial review) της «προθέσεως ή/και υποχρεώσεως» της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να μεταφέρει την οδηγία 2009/30 στο εσωτερικό δίκαιο.
Το νομικό πλαίσιο
3 Η τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/30 ορίζει:
«Η χρήση ειδικών μεταλλικών προσθέτων, και ιδίως η χρήση μεταλλικής ουσίας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο τρικαρβουνυλικό μαγγάνιο (στο εξής: ΜΜΤ), θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο βλάβης στην ανθρώπινη υγεία και θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβες στους κινητήρες των οχημάτων και στο σύστημα ελέγχου των εκπομπών. Πολλές αυτοκινητοβιομηχανίες συνιστούν να μη γίνεται χρήση καυσίμων που περιέχουν μεταλλικά πρόσθετα και η χρήση αυτών των καυσίμων μπορεί να προκαλέσει την ακύρωση της εγγύησης για το όχημα. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να επανεξετάζονται διαρκώς οι επιπτώσεις της χρήσης μεταλλικών προσθέτων ΜΜΤ στα καύσιμα σε διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς. Εν αναμονή περαιτέρω αναθεώρησης είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων για να περιορισθεί η σοβαρότητα των βλαβών που μπορεί να προκληθούν. Κατά συνέπεια, είναι σκόπιμο να ορισθεί ένα ανώτατο όριο για τη χρήση των MMT στα καύσιμα, με βάση τις επιστημονικές γνώσεις που υπάρχουν σήμερα. Αυτό το όριο θα πρέπει να αναθεωρηθεί προς τα πάνω μόνον αν η χρήση υψηλότερης δοσολογίας αποδειχθεί ότι δεν προκαλεί παρενέργειες. Για να αποφευχθεί η ακύρωση των εγγυήσεων για τα οχήματα των καταναλωτών λόγω άγνοιας, θα πρέπει επίσης να είναι υποχρεωτική η σήμανση όλων των καυσίμων που περιέχουν μεταλλικά πρόσθετα.»
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30 προσθέτει στην οδηγία 98/70 το άρθρο 8α που είναι το ακόλουθο:
«Μεταλλικά πρόσθετα
1. Η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον από τη χρήση μεταλλικών προσθέτων σε καύσιμα και αναπτύσσει για τον σκοπό αυτό μεθοδολογία δοκιμών. Υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012.
2. Εν αναμονή της ανάπτυξης της μεθοδολογίας δοκιμών που εμφαίνεται στην παράγραφο 1, η παρουσία της πρόσθετης μεταλλικής ουσίας μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο τρικαρβονυλικό μαγγάνιο (ΜΜΤ) στα καύσιμα περιορίζεται σε 6 mg μαγγάνιο ανά λίτρο από 1ης Ιανουαρίου 2011. Το όριο καθορίζεται σε 2 mg μαγγάνιο ανά λίτρο από 1ης Ιανουαρίου 2014.
3. Το όριο για την περιεκτικότητα του καυσίμου σε MMT που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 αναθεωρείται βάσει των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που διενεργείται χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία δοκιμών της παραγράφου 1. Μπορεί να μηδενισθεί εάν αιτιολογείται από την αξιολόγηση κινδύνου. Δεν μπορεί να αυξηθεί εκτός εάν αιτιολογείται από την αξιολόγηση κινδύνου. Ένα τέτοιο μέτρο τροποποίησης μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας εκδίδεται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 11, παράγραφος 4.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τοποθετείται επιγραφή που αφορά την περιεκτικότητα του καυσίμου σε μεταλλικό πρόσθετο σε όλα τα σημεία στα οποία διατίθεται στους καταναλωτές καύσιμο με μεταλλικό πρόσθετο.
5. Η επιγραφή περιέχει το ακόλουθο κείμενο: “Περιέχει μεταλλικά πρόσθετα”.
6. Η επιγραφή τοποθετείται στο μέρος στο οποίο παρέχονται πληροφορίες για τον τύπο του καυσίμου, σε σαφώς ορατή θέση. Το μέγεθος της επιγραφής και των στοιχείων επ’ αυτής είναι αρκετά μεγάλο ώστε αυτή να είναι ευδιάκριτη και ευανάγνωστη.»
Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
5 Η Afton εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ανήκει στον όμιλο Afton Chemical, που παράγει και εμπορεύεται MMT για χρήση σε ολόκληρο τον κόσμο.
6 Από τις διευκρινίσεις που έδωσε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) προκύπτει ότι το MMT είναι μεταλλικό πρόσθετο καυσίμου με βάση το μαγγάνιο, που χρησιμεύει για να αυξάνει τον δείκτη οκτανίων των αμόλυβδων καυσίμων και/ή να προστατεύει τις βαλβίδες των οχημάτων που λειτουργούν με βενζίνη η οποία περιέχει υποκατάστατα μολύβδου.
7 Κατά την Afton, η προσθήκη του άρθρου 8α, παράγραφοι 2 και 4 έως 6, στην οδηγία 98/70 με την οδηγία 2009/30 είναι παράνομη. Πριν από την έκδοση της τελευταίας οδηγίας, δεν υπήρχε κανένα όριο ή περιορισμός στη χρήση MMT ούτε υποχρέωση σημάνσεως σε σχέση με τα μεταλλικά πρόσθετα και ειδικότερα το MMT.
8 Η Afton προσέφυγε στο αιτούν δικαστήριο και υπέβαλε αίτηση προκειμένου να της επιτραπεί να ασκήσει προσφυγή ελέγχου του κύρους (judicial review) της «προθέσεως ή/και της υποχρεώσεως» της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει την οδηγία 2009/30 στο εσωτερικό δίκαιο.
9 To High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) χορήγησε τη ζητηθείσα έγκριση, ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Επί των διατάξεων περί μεταλλικών προσθέτων της οδηγίας 2009/30/ΕΚ […]:
«1. Όσον αφορά το τμήμα εκείνο του άρθρου 1, παράγραφος 8, που παρεμβάλλει το νέο άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, με το οποίο περιορίζεται η χρήση του μεθυλοκυκλοπενταδιένυλο-τρικαρβονυλικού μαγγανίου στα καύσιμα σε 6 mg μαγγανίου (Mn) ανά λίτρο από 1ης Ιανουαρίου 2011 και σε 2 mg από 1ης Ιανουαρίου 2014, είναι η επιβολή των ορίων αυτών:
α) παράνομη ως βασιζόμενη σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως;
β) παράνομη ως αντιβαίνουσα στις επιταγές της αρχής της προφυλάξεως;
γ) παράνομη ως δυσανάλογη;
δ) παράνομη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως;
ε) παράνομη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της ασφάλειας δικαίου;
2. Όσον αφορά το τμήμα εκείνο του άρθρου 1, παράγραφος 8, που παρεμβάλλει το νέο άρθρο 8α, παράγραφοι 4, 5 και 6, στην οδηγία 98/70, με το οποίο επιβάλλεται η σήμανση όλων των καυσίμων που περιέχουν μεταλλικά πρόσθετα με τη φράση “Περιέχει μεταλλικά πρόσθετα”, είναι η επιβολή αυτής της υποχρεώσεως σημάνσεως:
α) παράνομη ως βασιζόμενη σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως;
β) παράνομη ως δυσανάλογη;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως
10 Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη.
11 Κατά την άποψή τους, το απαράδεκτο προκύπτει από το γεγονός ότι, αφενός, δεν υπάρχει ένδικη διαφορά, δεδομένου ότι ο Secretary of State for Transport υιοθέτησε ουδέτερη θέση ως προς το βάσιμο της προσφυγής και, αφετέρου, ότι ο μόνος σκοπός της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είναι να επιτευχθεί η ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30.
12 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Afton μάλλον συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να ασκήσει ευθεία προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
13 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, οσάκις τίθεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζήτημα κύρους πράξεως θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εναπόκειται στο εν λόγω εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν είναι αναγκαία η απόφαση επί του σημείου αυτού προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση και, επομένως, να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του εν λόγω ερωτήματος. Συνεπώς, εφόσον τα υποβαλλόμενα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αφορούν το κύρος διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να εκδώσει απόφαση [αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C‑491/01, British American Tobacco (Ιnvestments) και Imperial Tobacco, Συλλογή 2002, σ. I‑11453, σκέψη 34, καθώς και της 3ης Ιουνίου 2008, C‑308/06, Intertanko κ.λπ., Συλλογή 2008, σ. I‑4057, σκέψη 31].
14 Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν, ιδίως, προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους του κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως [προπαρατεθείσες αποφάσεις British American Tobacco (Ιnvestments) και Imperial Tobacco, σκέψη 35, καθώς και Intertanko κ.λπ., σκέψη 32].
15 Στην κύρια δίκη, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Afton υπέβαλε ενώπιον του High Court προσφυγή ελέγχου νομιμότητας της «προθέσεως και/ή της υποχρεώσεως» της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου να μεταφέρει την οδηγία 2009/30 στο εσωτερικό δίκαιο ενώ, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής αυτής, δεν είχε ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία για τη μεταφορά της ως άνω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και δεν είχε ληφθεί κανένα εθνικό μέτρο μεταφοράς της. Εξάλλου, το γεγονός και μόνον ότι ο Secretary of State for Transport δήλωσε την πρόθεσή του να μεταφέρει την οδηγία 2009/30 αρκεί για να θεωρηθεί ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ της Afton και του Secretary. [βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 36].
16 Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον η λήψη εθνικών μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου μπορεί να εξαρτάται από την προϋπόθεση του κύρους της εν λόγω οδηγίας (προπαρατεθείσα απόφαση Intertanko κ.λπ., σκέψη 34).
17 Κατόπιν αυτού, δεν προκύπτει προδήλως ότι η εκτίμηση του κύρους της οδηγίας 2009/30, αντικείμενο της υποβληθείσας από το αιτούν δικαστήριο αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι αφορά ζήτημα υποθετικής φύσεως.
18 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα μήπως, αν θεωρηθεί ότι είναι παραδεκτή η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αξιολογήσεως του κύρους σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, αυτό θα συνιστούσε μέσο καταστρατηγήσεως των διατάξεων του άρθρου 230 ΕΚ, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος ένδικων βοηθημάτων και διαδικασιών για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη ΕΚ, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το τέταρτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, να προσβάλλουν απευθείας τις κοινοτικές πράξεις γενικής ισχύος έχουν τη δυνατότητα, αναλόγως της περιπτώσεως, να προβάλλουν την ακυρότητα των πράξεων αυτών είτε παρεμπιπτόντως, δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ, ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είτε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητούν από αυτά, δεδομένου ότι δεν είναι αρμόδια να αναγνωρίζουν την ακυρότητα των εν λόγω πράξεων, να υποβάλλουν προς τούτο προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο [βλ. προπαρατεθείσα απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 39].
19 Ανακύπτει συνεπώς το ζήτημα αν η ενδεχόμενη προσφυγή ακυρώσεως της Afton, κατά των επίμαχων διατάξεων βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, θα ήταν πέρα πάσης αμφιβολίας παραδεκτή για τον λόγο ότι οι διατάξεις αυτές την αφορούν άμεσα και ατομικά (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑241/95, Accrington Beef κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑6699, σκέψη 15, καθώς και της 2ας Ιουλίου 2009, C‑343/07, Bavaria και Bavaria Italia, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 40).
20 Συναφώς διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι οι επίμαχες διατάξεις αφορούν την Afton «άμεσα και ατομικά», κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Bavaria και Bavaria Italia, σκέψη 41).
21 Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια πράξη αφορά άμεσα και ατομικά τους επιχειρηματίες που ζητούν την ακύρωσή της θα πρέπει να θίγει την έννομη κατάστασή τους λόγω πραγματικών περιστάσεων που τους χαρακτηρίζουν σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τους εξατομικεύουν κατά τρόπο ανάλογο με αυτές που χαρακτηρίζουν τον αποδέκτη (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, και της 18ης Μαΐου 1994, C‑309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I‑1853, σκέψη 20).
22 Στην υπόθεση της κύριας δίκης διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2009/30 των οποίων ζητείται η αναγνώριση ελλείψεως κύρους αφορούν όλους τους παραγωγούς MMT.
23 Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30 δεν αναφέρεται ειδικά στην Afton και την αφορά μόνον υπό την αντικειμενική ιδιότητά της του παραγωγού ΜΜΤ ακριβώς όπως και κάθε άλλον επιχειρηματία που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, στην ίδια κατάσταση.
24 Εξάλλου, υπενθυμίζεται επίσης ότι η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ακριβείας, του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως σημαίνει ότι το μέτρο αυτό πρέπει να θεωρείται ως αφορών τα πρόσωπα αυτά ατομικά, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή αυτή λαμβάνει χώρα βάσει αντικειμενικής έννομης ή πραγματικής καταστάσεως την οποία καθορίζει η εν λόγω πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑451/98, Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I‑8949, σκέψη 52, καθώς και διάταξη της 8ης Απριλίου 2008, C‑503/07 P, Saint-Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑2217, σκέψη 70).
25 Διαπιστώνεται συνεπώς ότι δεν είναι πέραν πάσης αμφιβολίας βέβαιον ότι η Afton μπορούσε να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή βάσει του άρθρου 230 ΕΚ κατά των επίμαχων διατάξεων. Συνεπώς, δικαιούται να επικαλεστεί, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας κατά το εθνικό δίκαιο, την έλλειψη νομιμότητας των διατάξεων αυτών ακόμη και αν δεν έχει ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά αυτών ενώπιον του κοινοτικού δικαστή εντός της προθεσμίας του άρθρου 230 ΕΚ (βλ., προπαρατεθείσα απόφαση Bavaria και Bavaria Italia, σκέψη 46).
26 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου είναι παραδεκτά.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
27 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, που προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, είναι άκυρο καθόσον περιορίζει τη χρήση MMT στα καύσιμα από 1ης Ιανουαρίου 2011.
Ως προς την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως
28 Προκαταρκτικώς επισημαίνεται ότι εντός περίπλοκου τεχνικού πλαισίου με εξελικτικό χαρακτήρα όπως είναι αυτό της κύριας δίκης, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την αξιολόγηση πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως άκρως περίπλοκων προκειμένου να καθορίσει τη φύση και την έκταση των μέτρων που υιοθετεί ενώ ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν η άσκηση της εξουσίας αυτής μαρτυρεί πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν ο νομοθέτης υπερέβη προδήλως τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων επιστημονικής και τεχνικής φύσεως στην εκτίμηση του νομοθέτη στον οποίο η Συνθήκη έχει αναθέσει την αποστολή αυτή (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2009, C‑425/08, Enviro Tech (Europe), δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
29 Η Afton υποστηρίζει ότι η επιβολή ορίων περιεκτικότητας σε MMT στηρίχθηκε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Συναφώς, η Afton παρατηρεί ότι η επιβολή των ορίων αυτών δεν στηρίζεται από το συμπέρασμα της Επιτροπή που διατυπώνεται στη μελέτη επιπτώσεων η οποία προσαρτάται στην πρόταση οδηγίας και ότι τα όρια αυτά είναι ανεφάρμοστα και αυθαίρετα.
30 Συναφώς, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η μελέτη επιπτώσεων, την οποία κατήρτισε η Επιτροπή και προσήρτησε στην πρόταση οδηγίας και η οποία δεν προέβλεπε ούτε απαγόρευση των μεταλλικών προσθέτων ούτε τον καθορισμό ορίου περιεκτικότητας σε MMT στα καύσιμα, δεν δέσμευε ούτε το Συμβούλιο ούτε το Κοινοβούλιο, τα οποία, στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας συναποφάσεως του άρθρου 251 ΕΚ, είχαν το δικαίωμα να επιφέρουν τροποποιήσεις στην πρόταση αυτή.
31 Δεύτερον, κατά το άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή θέτει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων κάθε νέα εξέλιξη στηριζόμενη σε επιστημονικά στοιχεία. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων εκάστου, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επιδιώκουν επίσης την επίτευξη αυτού του σκοπού.
32 Εξάλλου, το άρθρο 174, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη ορισμένων στόχων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προστασία της υγείας του ανθρώπου. Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι, κατά την εκπόνηση της πολιτικής της στον τομέα του περιβάλλοντος, η Ένωση λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα. Η υποχρέωση αυτή ισχύει ιδιαίτερα για τη διαδικασία του άρθρου 95, παράγραφος 3, ΕΚ στην οποία είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη τα νέα δεδομένα (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I‑8301, σκέψη 61).
33 Διευκρινίζεται όμως ότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη της Ένωσης, η οποία συνεπάγεται περιορισμένο δικαστικό έλεγχο της ασκήσεώς της, δεν αφορά μόνον τη φύση και την έκταση των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά επίσης, ως ένα βαθμό, τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-7997, σκέψη 44, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑310/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I‑7285, σκέψη 121).
34 Ωστόσο, ένας τέτοιος δικαστικός έλεγχος, έστω και περιορισμένης εκτάσεως, επιβάλλει όπως τα κοινοτικά όργανα που εξέδωσαν την επίμαχη πράξη είναι σε θέση να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πράξη εκδόθηκε κατόπιν πραγματικής ασκήσεως της διακριτικής τους ευχέρειας, η οποία προϋποθέτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και όλες οι σχετικές περιστάσεις της καταστάσεως στη ρύθμιση της οποίας σκοπεί η πράξη αυτή (προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 122).
35 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από το σχέδιο εκθέσεως που συνέταξε η επιτροπή περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και ασφάλειας τροφίμων του Κοινοβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2007, προκύπτει ότι η επιτροπή αυτή συνέστησε την απαγόρευση της χρήσεως του MMT στα καύσιμα από 1ης Ιανουαρίου 2010 με την αιτιολογία ότι η χρήση του προσθέτου αυτού και άλλων μεταλλικών προσθέτων είναι πολύ ζημιογόνα για το περιβάλλον χωρίς να διευκρινίζει τις επιστημονικές βάσεις της απόψεως αυτής.
36 Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι η επιτροπή αυτή είχε οργανώσει όχι μόνο «γενικά εργαστήρια» επί της αναθεωρήσεως της οδηγίας 2003/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 2003, για τροποποίηση της οδηγίας 98/70/ΕΚ σχετικά με την ποιότητα της βενζίνης και των καυσίμων ντίζελ (ΕΕ L 76, σ. 10), αλλά και «ένα ειδικό εργαστήριο» για τα MMT, στις 3 Απριλίου 2008, κατά το οποίο διατύπωσε την άποψή της μεταξύ άλλων η Afton. Η κοινοβουλευτική αυτή επιτροπή έλαβε συναφώς υπόψη διάφορες μελέτες που αμφισβητούν το αβλαβές του MMT μεταξύ των οποίων η έκθεση «Sierra research», της 29ης Αυγούστου 2008, που συνέταξε στον Καναδά η Canadian Vehicle Manufacturers’ Association and Association of International Automobile Manufacturers of Canada, την οποία, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη κατά τη δημοσίευση της μελέτης επιπτώσεων καθόσον είναι μεταγενέστερη.
37 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι έλαβε υπόψη, κατά τη νομοθετική διαδικασία, τις μελέτες που συνέταξε το 2004 το International Council on Clean Transportation (Διεθνές Συμβούλιο για καθαρές μεταφορές) που αποδεικνύουν ότι η χρήση MMT βλάπτει την υγεία του ανθρώπου και την ομαλή λειτουργία των συστημάτων ελέγχου των εκπομπών καθώς και την καλούμενη δήλωση «της Brescia» για την πρόληψη της νευροτοξικότητας των μετάλλων, της 17ης και 18ης Ιουνίου 2006 που συνιστά μεταξύ άλλων να παύσει η πρόσμιξη οργανικών ενώσεων μαγγανίου στα καύσιμα.
38 Πράγματι, η Afton υπέβαλε στις 29 Δεκεμβρίου 2008, προς το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43), το αίτημα να της κοινοποιηθούν τα επιστημονικά έγγραφα και οι αποδείξεις που ελήφθησαν υπόψη για την απόφαση περί καθορισμού ορίου περιεκτικότητας σε ΜΜΤ στα καύσιμα και κανένα από τα κοινοποιηθέντα έγγραφα δεν αφορούσε επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους από τη χρήση MMT.
39 Διαπιστώνεται, όμως ότι, εκτός του γεγονότος ότι το Συμβούλιο δεν έχει οπωσδήποτε στην κατοχή του τα επιστημονικά έγγραφα που χρησιμοποίησαν τα κράτη μέλη κατά τις συνόδους, το σύνολο των εν λόγω εγγράφων βρίσκεται στον δημόσιο τομέα και, συνεπώς, είναι προσιτό σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή επιχείρηση.
40 Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι αυτά τα επιστημονικά έγγραφα δεν ελήφθησαν υπόψη κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας.
41 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά τη νομοθετική διαδικασία, το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έλαβαν υπόψη τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, περιλαμβανομένων και αυτών που παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία αυτή προκειμένου να ασκήσουν αποτελεσματικά την οικεία εξουσία εκτιμήσεως.
42 Λαμβανομένων υπόψη των επιστημονικών εγγράφων που αφορούν τόσο τις συνέπειες του MMT για την υγεία του ανθρώπου και για το περιβάλλον και τις επιπτώσεις του επί των οχημάτων, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως αποφασίζοντας να καθορίσουν όριο περιεκτικότητας σε MMT στα καύσιμα. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, καθόσον παρεμβάλλει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, είναι έγκυρο.
Ως προς τη μη τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της προφύλαξης
43 Η Afton υποστηρίζει ότι τα όρια περιεκτικότητας σε MMT καθορίστηκαν κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι κανένα στοιχείο δεν μπορεί να δικαιολογήσει τόσο αυστηρό περιορισμό της χρήσεως MMT που ισοδυναμεί στην πράξη με απαγόρευση της ουσίας αυτής στην αμόλυβδη βενζίνη από το 2014 και στη βενζίνη υποκατάστασης της αμόλυβδης από το 2011.
44 Επιπλέον η Afton επιχειρεί να αποδείξει ότι δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να δικαιολογεί τη θέσπιση νομοθεσίας αποβλέπουσας στην εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης σε σχέση με το MMT δεδομένου ότι δεν έχει διενεργηθεί καμία εξέταση των επιπτώσεων του MMT επί της υγείας ούτε επιστημονική αξιολόγηση των κινδύνων σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις του MMT στις τεχνολογίες μειώσεως της ρύπανσης και στο περιβάλλον. Επιπλέον, αβασίμως προβάλλεται ως δικαιολογία η αρχή της προφύλαξης.
45 Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα μειονεκτήματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C‑189/01, Jippes κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I‑5689, σκέψη 81· της 7ης Ιουλίου 2009, C‑558/07, S.P.C.M. κ.λπ., δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 41, καθώς και της 9ης Μαρτίου 2010, C‑379/08 και C‑380/08, ERG κ.λπ., δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 86 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46 Όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, επιβάλλεται να αναγνωριστεί στον κοινοτικό νομοθέτη ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε τομέα όπου αυτός καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις και σε επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσεως. Η νομιμότητα μέτρου που λαμβάνεται στον τομέα αυτόν μπορεί να επηρεαστεί μόνον όταν το μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο από τα αρμόδια θεσμικά όργανα σκοπό (προπαρατεθείσα απόφαση S.P.C.M. κ.λπ., σκέψη 42 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί αν ο καθορισμός ορίων περιεκτικότητας σε μαγγάνιο κατά το άρθρο 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70, συνιστά μέσο ανάλογο για την επίτευξη των σκοπών της οδηγίας αυτής.
48 Κατά την τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/30, οι σκοποί που επιδιώκονται σχετικά με τα όρια για το MMT τέθηκαν ακριβώς επειδή η χρήση της ουσίας αυτής εμφανίζει κινδύνους για την υγεία του ανθρώπου και επιφέρει ζημίες στους κινητήρες των αυτοκινήτων και στον εξοπλισμό αντιρύπανσης. Προβλέπει τη σήμανση όλων των καυσίμων, επιβάλλει δηλαδή υποχρέωση ενημερώσεως των καταναλωτών.
49 Οι σκοποί της προστασίας της υγείας, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών μνημονεύονται στο άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ, για την οποία ο νομοθέτης θέτει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας λαμβάνοντας υπόψη όσες νέες εξελίξεις βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, όπως και στο άρθρο 174, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ, που ορίζει ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος στηρίζεται ιδίως στην αρχή της προφύλαξης.
50 Ο καθορισμός ορίου περιεκτικότητας MMT στα καύσιμα που οδηγεί στη μείωση των ποσοτήτων της ουσίας αυτής που θα μπορούσαν να προξενήσουν βλάβες στην υγεία δεν είναι προδήλως ακατάλληλος για την επίτευξη των σκοπών της προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης. Απομένει πάντως να εξεταστεί μήπως υπερακοντίζει το αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρο.
51 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται μεν ότι το σχέδιο οδηγίας της Επιτροπής δεν προέβλεπε ούτε απαγόρευση ούτε περιορισμό των MMT στα καύσιμα. Αντιθέτως, η επιτροπή περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και ασφάλειας των τροφίμων του Κοινοβουλίου επιθυμούσε την πλήρη απαγόρευση του MMT. Ως προς αυτό το σημείο, όσον αφορά την οδηγία 2003/17, διαπιστώνεται ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 2009/30, λόγω του επιπέδου επιστημονικών γνώσεων η κατάρτιση μεθοδολογίας δοκιμών ήταν αδύνατη ή δυσχερής.
52 Επιπλέον, το άρθρο 8α, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/70 προβλέπει την ανάπτυξη μεθοδολογίας δοκιμών και την υποβολή εκθέσεως στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2012.
53 Κατόπιν αυτού το όριο περιεκτικότητας σε MMT στα καύσιμα καθορίστηκε εν αναμονή της ανάπτυξης μεθοδολογίας δοκιμών. Έχει δηλαδή προσωρινό χαρακτήρα και μπορεί να τροποποιηθεί ανάλογα με τα αποτελέσματα της εξέλιξης που θα παρατηρηθούν.
54 Τέλος, η επίδικη διάκριση εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της οδηγίας 2009/30, που έχει ως σκοπό να καθορίσει τις ελάχιστες προδιαγραφές σχετικά με τα καύσιμα ενόψει προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος στο πλαίσιο της μειώσεως των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
55 Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων για την υγεία και τις βλάβες των κινητήρων οχημάτων καθώς και των δυσχερειών αναπτύξεως μεθοδολογίας δοκιμών, ένα περιοριστικό μέτρο όπως είναι ο περιορισμός της παρουσίας MMT στα καύσιμα δεν υπερακοντίζει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας 2009/30.
56 Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί αν, ασκώντας την οικεία εξουσία εκτιμήσεως, ο νομοθέτης της Ένωσης επιδίωξε να επιτύχει κάποια ισορροπία μεταξύ αφενός της προστασίας της υγείας, του περιβάλλοντος και των καταναλωτών και, αφετέρου, των οικονομικών συμφερόντων των επιχειρηματιών, στα πλαίσια της επιδίωξης του σκοπού που επιτάσσει η Συνθήκη, να εξασφαλίσει δηλαδή ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.
57 Εκ προοιμίου υπενθυμίζεται ότι η μελέτη επιπτώσεων της Επιτροπής δεν δέσμευε ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο.
58 Συναφώς, από τα επιστημονικά έγγραφα και από τη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 2009/30, το MMT δεν είχε αξιολογηθεί επιστημονικά όσον αφορά τις επιπτώσεις του επί της υγείας, από δημόσιο οργανισμό ή ανεξάρτητο φορέα. Όσον αφορά όμως τις μελέτες που διενήργησαν οι επαγγελματίες του τομέα, διαπιστώνεται ότι τα πορίσματα που διατυπώνουν συναφώς εμφανίζουν μεγάλη απόκλιση αναλόγως του αν η προβαλλόμενη μελέτη πραγματοποιήθηκε από την αυτοκινητοβιομηχανία ή από τους παραγωγούς MMT.
59 Ο νομοθέτης της Ένωσης δηλαδή αντιμετώπισε σοβαρές αμφιβολίες ελλείψει αξιοπίστων και επαρκών επιστημονικών δεδομένων, όσον αφορά το αβλαβές του MMT για την υγεία και το περιβάλλον.
60 Μια σωστή εκτίμηση της αρχής της προφυλάξεως προϋποθέτει, πρώτον, τον προσδιορισμό των δυνητικώς αρνητικών για την υγεία συνεπειών της προτεινόμενης χρήσεως ΜΜΤ και, δεύτερον, συνολική αξιολόγηση του κινδύνου για την υγεία βάσει των πλέον αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και πρόσφατων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2010, C‑333/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 92 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 Οσάκις αποδεικνύεται αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του προβαλλόμενου κινδύνου λόγω της ανεπαρκούς, αλυσιτελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων των μελετών, και η πιθανότητα πραγματικής προσβολής της δημόσιας υγείας εξακολουθεί να υπάρχει στην περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου αυτού, η αρχή της προφυλάξεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων με την επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά δεν δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις και είναι αντικειμενικά (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης μπορούσε, βάσει της αρχής της προφύλαξης, να λάβει μέτρα προστασίας χωρίς να αναμένει να αποδειχθεί πλήρως η πραγματικότητα και η σοβαρότητα των κινδύνων αυτών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 91).
63 Σε μια υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, το όριο περιεκτικότητας των καυσίμων σε MMT δεν δημιουργεί διακρίσεις διότι εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ένωση και σε όλους τους παραγωγούς και εισαγωγείς MMT.
64 Επιπλέον, ο νομοθέτης της Ένωσης ορθώς εκτίμησε ότι ο κατάλληλος τρόπος για να συμφιλιώσει το υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος με τα οικονομικά συμφέροντα των παραγωγών MMT ήταν να περιορίσει το όριο ποσοστού MMT στα καύσιμα κατά φθίνουσα τάξη προβλέποντας παράλληλα τη δυνατότητα, στο άρθρο 8α, παράγραφος 3, της οδηγίας 98/70, αναθεωρήσεως των ορίων αυτών βάσει των αποτελεσμάτων αξιολογήσεως.
65 Τέλος, η Afton αμφισβητεί το επίπεδο των ορίων, υποστηρίζοντας ότι δεν στηρίζεται σε καμιά επιστημονική βάση, ότι δημιουργεί ορισμένα μειονεκτήματα σε σχέση με τα παλιά οχήματα και ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν εξέτασε τα μειονεκτήματα αυτά. Προσθέτει δε ότι τα εν λόγω όρια ισοδυναμούν στην πράξη με απαγόρευση του MMT.
66 Λόγω όμως της αβεβαιότητας που υπάρχει σχετικά με τις βλάβες που μπορεί να προξενήσει το MMT, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν ακριβέστερα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να καθοριστεί το επίπεδο του ορίου περιεκτικότητας MMT στα καύσιμα που θα ήταν ικανό να προλάβει ικανοποιητικά την πρόκληση τέτοιων βλαβών.
67 Επιπλέον, η Afton διέθεσε στο εμπόριο στην Ένωση ποσοστό μικρότερο του 0,5 % των συνολικών παγκοσμίων πωλήσεων MMT, το 2008 σε ορισμένες χώρες. Κατά το ίδιο διάστημα, άλλα κράτη μέλη΄ όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απαγόρευσαν την παρουσία MMT στα καύσιμα.
68 Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών και ως προς τις βλάβες που προξενεί η χρήση MMT και ως προς τους κινδύνους που δημιουργούνται για τον χρήστη MMT, ο καθορισμός ορίων περιεκτικότητας σε MMT στα καύσιμα δεν παρίσταται προδήλως δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με τα οικονομικά συμφέροντα των παραγωγών MMT, εν όψει επιτεύξεως υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.
69 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, καθόσον προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, δεν είναι άκυρο λόγω παραβιάσεως της αρχής της προφύλαξης και της αρχής της αναλογικότητας.
Ως προς τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
70 Η Afton υποστηρίζει ότι δεν δικαιολογείται ο καθορισμός ορίων του MMT χωρίς να προβλεφθούν όρια στη χρήση άλλων μεταλλικών προσθέτων, περιλαμβανομένων και αυτών που περιέχουν μαγγάνιο.
71 Κατά την άποψή της, το MMT λειτουργεί κατ’ ανάλογο τρόπο με τα άλλα μεταλλικά πρόσθετα και δεν συνεπάγεται πρόσθετους κινδύνους για την υγεία και το περιβάλλον. Η Afton μνημονεύει το κυκλοπενταδιένυλο τρικαρβονυλικό μαγγάνιο (CMT) για το οποίο η επίδικη ρύθμιση δεν προβλέπει όριο χρήσεως.
72 Τα όργανα που έλαβαν μέρος στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποστηρίζουν βασικά ότι τα άλλα πρόσθετα με βάση το μαγγάνιο δεν χρησιμοποιούνται ούτε εισάγονται στην Ένωση.
73 Το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι το MMT αποτελεί αντικείμενο μελετών και αναλύσεων κινδύνου από μακρού χρόνου και χρησιμοποιείται παλαιόθεν ως μεταλλικό πρόσθετο στα καύσιμα ενώ δεν υπάρχει καμιά μελέτη για τα άλλα πρόσθετα.
74 Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (προπαρατεθείσα απόφαση S.P.C.M. κ.λπ., σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
75 Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η Afton δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι τα άλλα μεταλλικά πρόσθετα με βάση το μαγγάνιο, μεταξύ των οποίων και το CMT, δεν χρησιμοποιούνται ούτε εισάγονται στην Ένωση.
76 Εξ αυτού έπεται ότι το MMT δεν είναι σε κατάσταση παρόμοια με των άλλων μεταλλικών πρόσθέτων με βάση το μαγγάνιο και ότι, συνεπώς, ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την υποχρέωση να καθορίσει όρια για τα πρόσθετα αυτά.
77 Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, καθόσον προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, δεν είναι άκυρο λόγω παραβιάσεως της αρχής αυτής.
Ως προς τη μη τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου
78 Η Afton υποστηρίζει ότι το νέο άρθρο 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70 δεν είναι αρκούντως σαφές όσον αφορά τη σχέση που υποτίθεται ότι υπάρχει μεταξύ του ορίου περιεκτικότητας των καυσίμων σε MMT και της αναπτύξεως μεθοδολογίας δοκιμών.
79 Κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της ασφαλείας δικαίου, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, επιτάσσει, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και την ακρίβεια των κανονιστικών ρυθμίσεων, ώστε οι διοικούμενοι να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν με βεβαιότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (βλ. αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C‑110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑2801, σκέψη 30· της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA, Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 68, καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Intertanko κ.λπ., σκέψη 69).
80 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Afton, η εκτίμηση της σχέσεως μεταξύ του ορίου περιεκτικότητας των καυσίμων σε MMT και της αναπτύξεως μεθοδολογίας δοκιμών αφορά μόνον τη διάταξη του άρθρου 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70.
81 Το άρθρο 8α, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 98/70 ορίζει ρητώς ότι «το όριο για την περιεκτικότητα του καυσίμου σε MMT που προσδιορίζεται στην παράγραφο 2, αναθεωρείται βάσει των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που διενεργείται χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία δοκιμών της παραγράφου 1».
82 Συνεπώς, καμία ασάφεια δεν προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70 ως προς τη σχέση μεταξύ του ορίου περιεκτικότητας του καυσίμου σε MMT και της αναπτύξεως μεθοδολογίας δοκιμών.
83 Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και, ως εκ τούτου, το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, καθόσον προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70, δεν είναι άκυρο λόγω παραβιάσεως της αρχής αυτής.
84 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγεται ότι από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30 καθόσον προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, στην οδηγία 98/70.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
85 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, με το οποίο προστέθηκε το άρθρο 8α, παράγραφοι 4 έως 6, στην οδηγία 98/70, είναι άκυρο λόγω του ότι επιβάλλει τη σήμανση των καυσίμων που περιέχουν μεταλλικά πρόσθετα.
86 Η Afton υποστηρίζει ότι η επιβολή της υποχρεώσεως σημάνσεως στηρίχθηκε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, ότι είναι δυσανάλογη και ότι ισοδυναμεί στην πράξη με απαγόρευση της χρήσεως MMT και των άλλων μεταλλικών προσθέτων.
87 Κατά την τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2009/30, η χρήση μεταλλικών προσθέτων και ειδικότερα MMT θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο βλάβης στην ανθρώπινη υγεία και να προκαλέσει βλάβη στους κινητήρες των οχημάτων και στο σύστημα ελέγχου των εκπομπών. Ο νομοθέτης της Ένωσης, αφού αναφέρθηκε στις προειδοποιήσεις της αυτοκινητοβιομηχανίας, επιδίωξε, στην τελευταία φράση της αιτιολογικής σκέψης, να αποφύγει το ενδεχόμενο να προκαλέσουν οι καταναλωτές, λόγω άγνοιας, την ακύρωση των εγγυήσεων που καλύπτουν τα οικεία οχήματα.
88 Εν συνεχεία, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 123 των προτάσεών της, η υποχρέωση σημάνσεως έχει σκοπό την προστασία των καταναλωτών η οποία, κατά το άρθρο 153 ΕΚ, αποτελεί έναν από τους σκοπούς της Ένωσης. Ο σκοπός αυτός πρέπει να επιτυγχάνεται με την προώθηση των δικαιωμάτων των καταναλωτών στην ενημέρωση.
89 Η τοποθέτηση, κατά τρόπο εμφανή, της επιγραφής «περιέχει μεταλλικά πρόσθετα» αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.
90 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Afton, η σαφήνεια του μηνύματος και η έλλειψη αναφοράς στην εγγύηση των κατασκευαστών εξυπηρετούν τον εν λόγω σκοπό.
91 Πράγματι, για να μπορεί ο καταναλωτής να προλάβει τους κινδύνους, τόσο για την υγεία του όσο και για το όχημά του, πρέπει να είναι ενημερωμένος για την παρουσία τέτοιων προσθέτων στα καύσιμα.
92 Εξάλλου, ο σκοπός της προστασίας του καταναλωτή δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον καθορισμό των ορίων που προβλέπει το άρθρο 8α, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/70 που έχουν ως σκοπό να ανταποκριθούν στο υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος που απαιτεί η Συνθήκη και αφορούν μόνον το MMT.
93 Επιπλέον, η Afton υποστηρίζει ότι η υποχρέωση σημάνσεως ισοδυναμεί στην πράξη με απαγόρευση των μεταλλικών προσθέτων στα καύσιμα.
94 Συναφώς, διαπιστώνεται, εν πάση περιπτώσει, αφενός, ότι η σήμανση απαιτείται μόνο για την πώληση καυσίμου που περιέχει μεταλλικά πρόσθετα και όχι για την πώληση MMT ως προσθέτου και, αφετέρου, δεν αυξάνει σημαντικά την επιβάρυνση των παραγωγών και των διανομέων καυσίμων λόγω του μικρού όγκου καυσίμων που περιέχουν τέτοια πρόσθετα, που αντιπροσωπεύουν εν προκειμένω ποσοστό μικρότερο του 0,1 % του όγκου πωλήσεως καυσίμων που πραγματοποιούνται στην Ένωση.
95 Εξ αυτού έπεται ότι ο νομοθέτης δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεσπίζοντας την υποχρέωση σημάνσεως του άρθρου 8α, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας 98/70, η οποία δεν είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του καταναλωτή που προβλέπει η οδηγία 2009/30.
96 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι από την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30, που προσθέτει το άρθρο 8α, παράγραφοι 4 έως 6, στην οδηγία 98/70.
97 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι από την εξέταση των ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30 καθόσον προσθέτει το νέο άρθρο 8α, παράγραφοι 2 και 4 έως 6, στην οδηγία 98/70.
Επί των δικαστικών εξόδων
98 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
Από την εξέταση των ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 8, της οδηγίας 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70/ΕΚ όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου, όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ, καθόσον εισάγει νέο άρθρο 8α, παράγραφοι 2 και 4 έως 6 στην οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.