This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62024CC0683
Opinion of Advocate General Emiliou delivered on 23 April 2026.###
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου της 23ης Απριλίου 2026.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Αιμιλίου της 23ης Απριλίου 2026.
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2026:351
Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ
της 23ης Απριλίου 2026 (1)
Υπόθεση C‑683/24
Spielerschutz Sigma Prozessfinanzierungs GmbH
κατά
Geissler Heilbock Hopf Ferox Legal Partnerschaft von Rechtsanwälten mbB
[αίτηση του Handelsgericht Wien
(δικαστηρίου εμπορικών διαφορών Βιέννης, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως – Αποφάσεις Foglia I και Foglia II – Πραγματική ένδικη διαφορά – Αναγκαιότητα απαντήσεως στα προδικαστικά ερωτήματα – Δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη – Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 – Άρθρα 45 και 46 – Λόγοι αρνήσεως της αναγνώρισης και εκτέλεσης – Ρήτρα δημοσίας τάξεως »
I. Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υποβλήθηκε από το Handelsgericht Wien (δικαστήριο εμπορικών διαφορών Βιέννης, Αυστρία), εντάσσεται σε μια σειρά υποθέσεων (2) οι οποίες αφορούν αγωγές που έχουν ασκηθεί από καταναλωτές ενώπιον των δικαστηρίων (μεταξύ άλλων) της Αυστρίας και της Γερμανίας κατά παρόχων διαδικτυακών τυχερών παιγνίων εγκατεστημένων στη Μάλτα. Κατ’ ουσίαν, οι καταναλωτές, επικαλούμενοι τους κανόνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή αδικοπρακτικής ευθύνης, ζητούν την ανάκτηση των ποσών στοιχηματισμού που κατέβαλαν στους παρόχους, για τον λόγο ότι οι τελευταίοι ενήργησαν κατά παράβαση της τοπικής νομοθεσίας περί τυχερών παιγνίων.
2. Η εν λόγω αίτηση αφορά, ειδικότερα, τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι πιστωτές όταν επιχειρούν να εκτελέσουν τις αποφάσεις με τις οποίες γίνονται δεκτές τέτοιες αγωγές στη Μάλτα. Με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ειδικότερα, να διευκρινιστεί αν διάταξη του μαλτέζικου νόμου, σύμφωνα με την οποία μια τέτοια απόφαση δεν πρέπει να αναγνωρίζεται ούτε να θεωρείται εκτελεστή στο εν λόγω κράτος, είναι συμβατή με τους κανόνες για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ια).
3. Ωστόσο, τα ως άνω προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν διατυπωθεί από μαλτέζικο δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικής με την εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως, αλλά από αυστριακό δικαστήριο, το οποίο κλήθηκε να διαπιστώσει την ευθύνη δικηγόρου ο οποίος συνέταξε, για λογαριασμό εταιρίας που χρηματοδοτεί τη δικαστική επιδίωξη τέτοιων αξιώσεων, γνωμοδότηση επί του συγκεκριμένου αυτού ζητήματος της συμβατότητας. Τούτο το κάπως ασυνήθιστο πλαίσιο εγείρει το προκαταρκτικό ζήτημα του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
II. Νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Κατά το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, «[α]πόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία».
5. Κατά το άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού, «[α]πόφαση η οποία έχει εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος και είναι εκτελεστή σε αυτό το κράτος μέλος είναι ομοίως εκτελεστή στα υπόλοιπα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας».
6. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι, «[μ]ε αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, η αναγνώριση μιας απόφασης απορρίπτεται: [...] αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης».
7. Το άρθρο 46 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια ορίζει ότι «[η] εκτέλεση απόφασης απορρίπτεται κατόπιν αιτήσεως του καθ’ ου ζητείται η εκτέλεση όταν συντρέχει ένας εκ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 45».
8. Κατά το άρθρο 48 του εν λόγω κανονισμού, «[τ]ο δικαστήριο αποφασίζει επί της αιτήσεως για άρνηση εκτέλεσης αμελλητί».
9. Κατά το άρθρο 52 του ίδιου κανονισμού, «[α]ποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος σε καμία περίπτωση δεν ελέγχονται επί της ουσίας στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης».
Β. Το εθνικό δίκαιο
1. Το αυστριακό δίκαιο
10. Το άρθρο 1299 του Allgemeines Bürgerliches Gesetzbuch (αυστριακού αστικού κώδικα· στο εξής: ABGB) έχει ως εξής:
«Όποιος ασκεί δημοσίως καθήκον, τέχνη ή επάγγελμα ή όποιος αναλαμβάνει αυτοβούλως τη διεκπεραίωση υποθέσεως η διαχείριση της οποίας απαιτεί καλλιτεχνικές γνώσεις ή ιδιαίτερες ικανότητες, αποδεικνύει εξ αυτού του γεγονότος ότι θεωρεί ότι διαθέτει τις αναγκαίες ικανότητες και τις απαιτούμενες καλλιτεχνικές γνώσεις, ευθυνόμενος, επομένως, για την έλλειψή τους. Εντούτοις, εάν το πρόσωπο που του ανέθεσε την υπόθεση γνώριζε την απειρία του ή όφειλε να τη γνωρίζει επιδεικνύοντας τη συνήθη επιμέλεια, το πρόσωπο αυτό φέρει επίσης ευθύνη.»
11. Το άρθρο 1300 του ABGB ορίζει ότι:
«Ο εμπειρογνώμονας φέρει επίσης ευθύνη όταν παρέχει, εσφαλμένως και έναντι αμοιβής, ζημιογόνες συμβουλές στους τομείς της τέχνης ή της επιστήμης του. Πλην της ανωτέρω περιπτώσεως, ένας σύμβουλος ευθύνεται μόνο για τη ζημία που προκάλεσε εν γνώσει του σε άλλο πρόσωπο με την παροχή συμβουλής.» (4)
2. Το δίκαιο της Μάλτας
12. Το άρθρο 56Α του Att dwar il-Logħob (5) (νόμου περί τυχερών παιγνίων, στο εξής: μαλτέζικος νόμος περί τυχερών παιγνίων), το οποίο προστέθηκε με τον Att tal-2023 li jemenda l-Att dwar il-Logħob (νόμο για την τροποποίηση του νόμου περί τυχερών παιγνίων) (6), προβλέπει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη όλων των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, νοείται ως αρχή δημοσίας τάξεως ότι:
(a) Αποκλείεται κάθε αγωγή κατά κατόχου άδειας και, ή νυν και, ή πρώην διευθυντικών στελεχών και, ή βασικών επιχειρησιακών παραγόντων κατόχου άδειας για ζητήματα σχετικά με την παροχή υπηρεσίας τυχερών παιγνίων ή κατά συμμετέχοντος στο παίγνιο λόγω λήψης τέτοιας υπηρεσίας τυχερών παιγνίων, οσάκις η αγωγή αυτή:
(i) θίγει ή υπονομεύει τη νομιμότητα της παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων στη Μάλτα ή από τη Μάλτα δυνάμει άδειας χορηγηθείσας από την αρχή ή τη νομιμότητα νόμιμης υποχρέωσης ή φυσικής ενοχής απορρέουσας από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών τυχερών παιγνίων· και
(ii) αφορά αδειοδοτημένη δραστηριότητα η οποία είναι νόμιμη κατά την έννοια του νόμου και άλλων εφαρμοστέων κανονιστικών πράξεων.
(b) Το δικαστήριο αρνείται την αναγνώριση και την εκτέλεση στη Μάλτα οποιασδήποτε αλλοδαπής απόφασης ή διάταξης που έχει εκδοθεί επί αγωγής όπως αυτή που διαλαμβάνεται στο εδάφιο (a)».
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13. Η Spielerschutz Sigma Prozessfinanzierungs GmbH (στο εξής: Spielerschutz Sigma), ήτοι η ενάγουσα της κύριας δίκης, είναι εταιρία που εξειδικεύεται στη χρηματοδότηση ενδίκων διαδικασιών. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, αγωγές που ασκούν παίκτες που κατοικούν στην Αυστρία κατά Μαλτέζων παρόχων που είναι κάτοχοι αδειών χορηγηθεισών από τις μαλτέζικες αρχές οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες διαδικτυακών τυχερών παιγνίων στο ως άνω κράτος μέλος χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη κατά το αυστριακό δίκαιο άδεια (στο εξής: επίμαχες ένδικες διαδικασίες).
14. Κατόπιν της εισαγωγής του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, η Spielerschutz Sigma, προκειμένου να εκτιμήσει τους κινδύνους που ενδεχομένως ενείχε η εν λόγω τροποποίηση της νομοθεσίας της Μάλτας για το επιχειρηματικό της μοντέλο, ανέθεσε στην Geissler Heilbock Hopf Ferox Legal Partnerschaft von Rechtsanwälten mbB (στο εξής: νομικός σύμβουλος), ήτοι την εναγομένη της κύριας δίκης, να εκπονήσει γνωμοδότηση επί της συμβατότητας της εν λόγω διατάξεως με το δίκαιο της Ένωσης.
15. Με τη γνωμοδότηση της 5ης Ιουλίου 2023, ο νομικός σύμβουλος κατέληξε κατ’ ουσίαν σε δύο συμπεράσματα: i) το άρθρο 56A του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων ήταν προδήλως αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια της Μάλτας· και ii) σύμφωνα με το άρθρο 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, η διαδικασία εκτέλεσης στη Μάλτα θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε πρώτο βαθμό εντός έξι μηνών.
16. Στηριζόμενη στην ως άνω γνωμοδότηση, η Spielerschutz Sigma συνέχισε να χρηματοδοτεί τις επίμαχες ένδικες διαδικασίες στην Αυστρία. Συνέχισε να τις χρηματοδοτεί μέχρι την 1η Αυγούστου 2023, όταν, σε αντίθεση με τις συμβουλές που είχε παράσχει ο νομικός σύμβουλος, ένα μαλτέζικο δικαστήριο απέρριψε, επί τη βάσει του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, αίτηση αναγνώρισης και εκτέλεσης σύμφωνα με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ια στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας χρηματοδοτούμενης από την εν λόγω εταιρία.
17. Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως, η Spielerschutz Sigma άσκησε ενώπιον του Handelsgericht Wien (δικαστηρίου εμπορικών διαφορών Βιέννης) αγωγή με αίτημα την επιστροφή της αμοιβής που είχε καταβάλει για την εκπόνηση νομικής γνωμοδότησης την οποία θεωρεί εσφαλμένη. Επίσης, ζήτησε από το εν λόγω δικαστήριο να αναγνωρίσει την ευθύνη του νομικού συμβούλου για κάθε μελλοντική ζημία της που θα οφειλόταν στη χρηματοδότηση των επίμαχων ένδικων διαδικασιών μεταξύ της 5ης Ιουλίου 2023 (ημερομηνία έκδοσης της γνωμοδότησης) και της 1ης Αυγούστου 2023 (ημερομηνία της αποφάσεως του μαλτέζικου δικαστηρίου περί αρνήσεως της αναγνώρισης και της εκτέλεσης).
18. Διατηρώντας αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες επικαλέστηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχουν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου 46 και του άρθρου 52 του [κανονισμού Βρυξέλλες 1α] την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος, στηριζόμενος σε αντίστοιχη αρχή δημοσίας τάξεως προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία, αποκλείει την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια άλλων κρατών μελών επί όλων των διαδικασιών που κινούνται κατά κατόχων αδειών και νυν και πρώην διευθυντικών στελεχών και βασικών επιχειρησιακών παραγόντων κατόχων αδειών για ζητήματα σχετικά με την παροχή υπηρεσίας τυχερών παιγνίων, οσάκις αγωγή αυτού του είδους θίγει ή υπονομεύει τη νομιμότητα της παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων στη Μάλτα ή από τη Μάλτα δυνάμει άδειας χορηγηθείσας από την αρμόδια αρχή ή τη νομιμότητα νόμιμης υποχρέωσης ή φυσικής ενοχής απορρέουσας από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών τυχερών παιγνίων και αφορά αδειοδοτημένη δραστηριότητα η οποία είναι νόμιμη κατά την έννοια του εθνικού αυτού νόμου και άλλων εφαρμοστέων εθνικών κανονιστικών πράξεων;
2. Έχουν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, και του άρθρου 46 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος, ανεξάρτητα από την υποβολή αντίστοιχης αίτησης στο δικαστήριο αναγνώρισης ή εκτέλεσης και την εξάντληση όλων των ένδικων μέσων στο κράτος μέλος του δικαστηρίου προέλευσης από το πρόσωπο κατά του οποίου επιδιώκεται η αναγνώριση/εκτέλεση και χωρίς εξέταση από το δικαστήριο αναγνώρισης ή εκτέλεσης, αποκλείει την αναγνώριση (άρθρο 45 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια]) και εκτέλεση (άρθρο 46 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια]) αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια άλλων κρατών μελών επί όλων των διαδικασιών που κινούνται κατά κατόχων αδειών και νυν και πρώην διευθυντικών στελεχών και βασικών επιχειρησιακών παραγόντων κατόχων αδειών για ζητήματα σχετικά με την παροχή υπηρεσίας τυχερών παιγνίων, οσάκις αγωγή αυτού του είδους θίγει ή υπονομεύει τη νομιμότητα της παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων στη Μάλτα ή από τη Μάλτα δυνάμει άδειας χορηγηθείσας από την αρμόδια αρχή ή τη νομιμότητα νόμιμης υποχρέωσης ή φυσικής ενοχής απορρέουσας από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών τυχερών παιγνίων και αφορά αδειοδοτημένη δραστηριότητα η οποία είναι νόμιμη κατά την έννοια του εθνικού αυτού νόμου και άλλων εφαρμοστέων εθνικών κανονιστικών πράξεων;
3.αʹ Έχουν το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 46 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι αντιτίθενται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος προβλέπει αντίθεση στη δημόσια τάξη όσον αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των κατόχων αδειών διεξαγωγής τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου από την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων δικαστηρίων άλλων κρατών μελών που έχουν εκδοθεί εναντίον τους, στο πλαίσιο της προώθησης της ιδιωτικής οικονομίας από το κράτος, η οποία κατοχυρώνεται νομοθετικά στο σύνταγμα;
3.βʹ Έχουν το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και το άρθρο 46 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι απαγορεύουν την άρνηση αναγνώρισης και εκτέλεσης από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί στο κράτος εκτέλεσης για λόγους δημόσιας τάξης, οσάκις η άρνηση αυτή στηρίζεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η αναγνώριση μιας τέτοιας δικαστικής απόφασης είναι αντίθετη προς τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά συμφέροντα του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης, καθόσον οι πάροχοι τυχερών παιγνίων συμβάλλουν σημαντικά στην εθνική οικονομία και στα έσοδα του εν λόγω κράτους μέλους;
(4) Έχει το άρθρο 52 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι αντιτίθεται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος αποκλείει την αναγνώριση και/ή την εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους στο πλαίσιο δίκης κατά κατόχων αδειών και νυν και πρώην διευθυντικών στελεχών και βασικών επιχειρησιακών παραγόντων κατόχων αδειών για ζητήματα σχετικά με την παροχή υπηρεσίας τυχερών παιγνίων, για τον λόγο ότι η δραστηριότητα του παρόχου τυχερών παιγνίων επιτρέπεται βάσει του μαλτέζικου δικαίου;
5. Έχει το άρθρο 48 του [κανονισμού Βρυξέλλες Ια] την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό υποχρέωση να εκδοθεί αμελλητί απόφαση παραβιάζεται οσάκις, εντός έξι μηνών, δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό επί της αίτησης αναγνώρισης, χωρίς τούτο να οφείλεται σε περιστάσεις ή καθυστερήσεις των διαδίκων ή τρίτων στο πλαίσιο διαδικασίας ατομικής αναγνώρισης;»
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η ενάγουσα και η εναγομένη της κύριας δίκης, η Βελγική, η Τσεχική, η Γερμανική, η Ελληνική, η Μαλτέζικη και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
IV. Ανάλυση
20. Κατά τη γνώμη μου, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν φαίνεται να είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, στο πρώτο μέρος των παρουσών προτάσεων, θα εξετάσω διεξοδικά τα δικονομικά ζητήματα που εγείρονται με την υπό κρίση υπόθεση (υπό Α). Στη συνέχεια, για λόγους πληρότητας και μόνον, θα εξετάσω την ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων (υπό Β).
Α. Τα δικονομικά ζητήματα
21. Εν προκειμένω, η Γερμανική και η Μαλτέζικη Κυβέρνηση εκφράζουν αμφιβολίες τόσο ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα όσο και ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Κατά την άποψή τους, ορισμένα στοιχεία της διαφοράς της κύριας δίκης θέτουν υπό αμφισβήτηση το κατά πόσον αυτή είναι όντως πραγματική.
22. Επιπλέον, οι ως άνω κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ερμήνευε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που προκρίθηκε στην επίμαχη γνωμοδότηση, τούτο δεν θα αρκούσε, από μόνο του, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του νομικού συμβούλου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
23. Υπό το πρίσμα των ως άνω επιχειρημάτων, είναι χρήσιμο να ξεκινήσω διατυπώνοντας ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τις (διακριτές, μολονότι συμπληρωματικές) έννοιες της «αρμοδιότητας» και του «παραδεκτού».
1. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
24. Η έννοια της αρμοδιότητας αφορά, κατ’ ουσίαν, την έκταση των εξουσιών που απονέμονται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις Συνθήκες προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του που συνίσταται στη διασφάλιση της «τηρήσεως του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών» (άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ). Όπως κάθε άλλο θεσμικό όργανο της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει να «δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν» (άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ) (7).
25. Κατά το άρθρο 267, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο «αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις [...] επί της ερμηνείας των Συνθηκών [...][καθώς και] επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης». Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει, μεταξύ άλλων, το εθνικό δίκαιο ή τις διεθνείς συμφωνίες στις οποίες η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Δεν μπορεί επίσης να του ζητηθεί να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης στα πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένης υποθέσεως (8).
26. Επομένως, όταν ένα προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, νοουμένων ευρέως ως διατάξεων που περιλαμβάνονται σε πράξεις του πρωτογενούς δικαίου ή σε πράξεις των θεσμικών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης δυνάμενες να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα, το Δικαστήριο έχει την εξουσία, και κατ’ αρχήν υποχρεούται, να απαντά σε αυτό (9), εκτός αν η αρμοδιότητά του αποκλείεται ρητώς από διατάξεις των Συνθηκών (10).
27. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, «στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, [...] μπορεί μόνον να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης εντός των ορίων των δοτών αρμοδιοτήτων» (11). Στο πλαίσιο αυτό, έχει κρίνει εαυτό αναρμόδιο όταν οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητήθηκε η ερμηνεία δεν είχαν καμία σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές προδήλως δεν είχαν εφαρμογή ratione materiae, ratione temporis, ratione personae ή ratione loci (12). Η λέξη «προδήλως» πρέπει να γίνεται αντιληπτή υπό την έννοια ότι η μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων ήταν προφανής και αναμφισβήτητη. Ωστόσο, το Δικαστήριο παραμένει αναμφίβολα αρμόδιο να ερμηνεύει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης ακριβώς προκειμένου να κρίνει αν οι εν λόγω διατάξεις έχουν εφαρμογή σε συγκεκριμένη υπόθεση.
28. Σε τέτοιες περιπτώσεις, στις οποίες δεν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ του δικαίου της Ένωσης και της υποθέσεως της κύριας δίκης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Ωστόσο, μπορεί να αμφισβητηθεί το κατά πόσον θα ήταν ορθότερο οι περιπτώσεις αυτές να κριθούν ως περιπτώσεις απαραδέκτου (13).
29. Εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Τα ζητήματα αυτά σαφώς υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Εξάλλου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι εν λόγω διατάξεις της Ένωσης προδήλως δεν έχουν καμία σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, πρώτον, το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων –το επίμαχο εθνικό μέτρο επί του οποίου οι μετέχοντες στη διαδικασία διαφωνούν– αφορά το ίδιο ζήτημα που διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες Ια: την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων. Δεύτερον, η διαφορά φαίνεται να έχει προκύψει από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ορισμένοι πολίτες της Ένωσης στην προσπάθειά τους να εκτελέσουν, στη Μάλτα, αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια άλλων κρατών μελών, ή τουλάχιστον να συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με αυτές. Επομένως, το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων.
2. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
30. Αντιθέτως, η έννοια του «παραδεκτού» αφορά τη συνδρομή των (σε μεγάλο βαθμό διαδικαστικών) προϋποθέσεων που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκπληρώσει αποτελεσματικά την αποστολή που του έχει ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω προϋποθέσεις μπορεί να είναι διαρθρωτικού χαρακτήρα, όπως η απαίτηση σύμφωνα με την οποία η προδικαστική παραπομπή θα πρέπει να προέρχεται από «δικαστήριο κράτους μέλους», ή συγκυριακού χαρακτήρα, όπως η απαίτηση να είναι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να εκδώσει την απόφασή του ή να είναι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνη με τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 94 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
31. Στην υπό κρίση υπόθεση, έχουν προβληθεί δύο πιθανοί λόγοι απαραδέκτου: πρώτον, ο προβαλλόμενος «κατασκευασμένος» χαρακτήρας της διαφοράς (υπό α)· και, δεύτερον, η προβαλλόμενη αλυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς (υπό β). Θα εξετάσω διαδοχικά καθέναν από τους ως άνω λόγους.
α) Επί του «κατασκευασμένου» χαρακτήρα της διαφοράς
32. Ορισμένοι από τους μετέχοντες στη επίμαχη διαδικασία που υπέβαλαν παρατηρήσεις υποστηρίζουν ότι η διαφορά της κύριας δίκης είναι «κατασκευασμένου χαρακτήρα», υπό την έννοια ότι συνιστά «διαδικασί[α] που είναι προκατασκευασμένη από τους διαδίκους» με σκοπό να τεθεί υπό αμφισβήτηση η συμβατότητα του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων με το δίκαιο της Ένωσης. Συναφώς, επικαλούνται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Foglia I και Foglia II (14).
33. Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto (15), είχα διατυπώσει αντιρρήσεις όσον αφορά την εντελώς ανεπιφύλακτη επίκληση της νομολογίας Foglia προκειμένου να κριθεί μια αίτηση προδικαστικής αποφάσεως απαράδεκτη για τον λόγο ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν είναι πραγματική.
34. Εν προκειμένω δεν χρειάζεται να επαναληφθούν, σε όλη τους την έκταση, οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ως άνω θέση. Αρκεί να αναφερθούν δύο σημεία.
35. Πρώτον, η έννοια της «πραγματικής» διαφοράς εγείρει τόσο εννοιολογικές όσο και πρακτικές δυσχέρειες. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς μεμπτό στην ενέργεια διαδίκου να κινήσει διαδικασία για την επιδίωξη των δικαιωμάτων του, ακόμη και όταν οι διάδικοι συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ως προς τα επίμαχα νομικά ζητήματα. Επίσης, δεν είναι επικριτέο αυτό καθεαυτό το γεγονός ότι οι διάδικοι ενδέχεται να επιδιώξουν να διευκρινίσουν τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο μίας τρόπον τινά «πιλοτικής» υπόθεσης (test case) και προσφεύγοντας για τον λόγο αυτό σε δικαστήριο το οποίο θεωρούν ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της οικείας διαφοράς.
36. Επιπλέον, η εξακρίβωση των πραγματικών προθέσεων των διαδίκων είναι, στην πράξη, συχνά δυσχερής, αν όχι αδύνατη. Περαιτέρω, όταν το αιτούν δικαστήριο υποχρεούται, δυνάμει του εθνικού δικαίου, να αποφανθεί επί της διαφοράς, η άρνηση του Δικαστηρίου να παράσχει απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα θα υποχρέωνε το εν λόγω αιτούν δικαστήριο να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης παρά τις αμφιβολίες του. Μια τέτοια έκβαση ουδόλως θα ευνοούσε την ομοιόμορφη εφαρμογή και τη συνοχή του δικαίου της Ένωσης.
37. Δεύτερον, είναι επίσης σκόπιμο να επισημανθεί ότι, από της εκδόσεως των αποφάσεων Foglia I και Foglia II, το Δικαστήριο, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει κηρύξει απαράδεκτη αίτηση προδικαστικής παραπομπής για τον λόγο και μόνον ότι η διαφορά δεν ήταν πραγματική, ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να υπάρχει υποψία περί υπάρξεως του εν λόγω χαρακτηριστικού. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να συνάδει με τις επικρίσεις που έχει δεχθεί η νομολογία Foglia στο πεδίο της νομικής θεωρίας (16).
38. Υπό τις συνθήκες αυτές, εγείρεται ευλόγως το ερώτημα αν η ως άνω νομολογία έχει εγκαταλειφθεί σιωπηρώς ή, τουλάχιστον, αν θα πρέπει να επανεξεταστεί.
39. Εντούτοις, φρονώ ότι το σκεπτικό στο οποίο στηρίζονται οι εν λόγω αποφάσεις δεν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Αν ερμηνευθεί ορθά και εφαρμοστεί μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να εξακολουθήσει να είναι χρήσιμο.
40. Κατά πάγια νομολογία, οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται το δίκαιο της Ένωσης καταχρηστικά ή καταστρατηγώντας το (17). Η άσκηση δικαιώματος που απονέμεται από το δίκαιο της Ένωσης μπορεί να συνιστά κατάχρηση όταν, παρά την τυπική τήρηση των συναφών προϋποθέσεων, δεν επιτυγχάνεται ο επιδιωκόμενος από τους εν λόγω κανόνες σκοπός, η δε πραγματική βούληση των ενδιαφερομένων είναι να αποκομίσουν αθέμιτο όφελος δημιουργώντας τεχνηέντως τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις (18).
41. Στο πλαίσιο αυτό, η νομολογία Foglia μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά περιπτώσεις καταχρήσεως διαδικασίας, ήτοι όταν υπάρχουν σαφείς, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι η διαφορά κατασκευάστηκε τεχνηέντως με μοναδικό σκοπό την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου.
42. Σε ορισμένα νομικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών συστημάτων διαφόρων κρατών μελών της Ένωσης, τέτοιες δικονομικές κατασκευές χαρακτηρίζονται κοινώς ως «κατάχρηση διαδικασίας» (19). Η εν λόγω έννοια αφορά, κατ’ ουσίαν, καταστρατήγηση δικαστικής διαδικασίας, όταν η διαδικασία δεν κινείται με σκοπό την επιδίωξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, μέσω της προσφυγής σε αποτελεσματική ένδικη προστασία, αλλά με σκοπό την αποκόμιση αθέμιτου πλεονεκτήματος μέσω της εκμετάλλευσης της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο μπορεί να συμβαίνει, επί παραδείγματι, όταν κινείται δικαστική διαδικασία με σκοπό τον εκφοβισμό ή την παρενόχληση ασθενέστερου διαδίκου (με σκοπό να εξαναγκαστεί ο εν λόγω διάδικος να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ή ακόμη και να οδηγηθεί σε αφερεγγυότητα), την εσκεμμένη παρέλκυση της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης ή την αδικαιολόγητη καταστρατήγηση της εφαρμογής των κανόνων της Ένωσης ή των εθνικών κανόνων που άλλως θα ρύθμιζαν την κατάσταση.
43. Οι καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες περιλαμβάνουν συνήθως αιτήματα που είναι αναληθή, προσχηματικά ή προδήλως αβάσιμα. Για την αντιμετώπιση τέτοιων συμπεριφορών, τα νομικά συστήματα παρέχουν συνήθως στα δικαστήρια ειδικά δικονομικά εργαλεία ή αρχές που τους επιτρέπουν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, τόσο για την προστασία του ή των καλόπιστων διαδίκων, εφόσον υπάρχουν, όσο και για τη διαφύλαξη της ακεραιότητας του δικαστικού συστήματος και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την απόρριψη της αγωγής με συνοπτικές διαδικασίες και την επιβολή οικονομικών κυρώσεων ή την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων ή αποζημίωσης στον διάδικο που ενεργεί κακόπιστα.
44. Η έννοια της «κατάχρησης διαδικασίας» δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο της Ένωσης. Πράγματι, στη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης απαντούν αρκετές ρητές ή σιωπηρές αναφορές (20), μεταξύ άλλων όσον αφορά την αξιοποίηση της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής (21). Είναι επίσης σκόπιμο να σημειωθεί ότι πλέον προσφάτως ο νομοθέτης της Ένωσης εισήγαγε ρητή διάταξη για την ενσωμάτωση της εν λόγω έννοιας στην οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 για τις στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού (22). Η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση εγγυήσεων κατά προδήλως αβάσιμων αγωγών ή καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις κατά φυσικών και νομικών προσώπων λόγω της συμμετοχής τους στον δημόσιο βίο. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας παρέχει ειδικό ορισμό των «καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών» (23).
45. Κατά τη γνώμη μου, το σκεπτικό της νομολογίας Foglia έγκειται, κατ’ ουσίαν, στην κατάχρηση διαδικασίας (24). Στις εν λόγω υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορά αποτελούσε τεχνητή δικονομική μεθόδευση, η οποία είχε ως σκοπό να παρακινήσει δικαστήριο κράτους μέλους να αποφανθεί επί της συμβατότητας της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους με το δίκαιο της Ένωσης. Κατ’ ουσίαν, θεωρήθηκε ότι οι διάδικοι επιδίδονταν σε μια ανεπίτρεπτη μορφή άγρας δικαστηρίου, εκτρέποντας τη διαφορά από τον «φυσικό» δικαστή της (25).
46. Ωστόσο, δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι οι διαδικασίες επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Foglia I και Foglia II όντως αφορούσαν κατάχρηση διαδικασίας. Όπως εξήγησα στις προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto (26), τίποτα δεν εμποδίζει τους διαδίκους να προσφύγουν, σε αστική ή εμπορική διαφορά, ενώπιον δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία (επί παραδείγματι, ενώπιον ιταλικού δικαστηρίου) και, στο πλαίσιο αυτό, να εγείρουν ζήτημα συμβατότητας της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους (επί παραδείγματι, του γαλλικού δικαίου) με το δίκαιο της Ένωσης, αντί να προσφύγουν ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων. Εντούτοις, φρονώ ότι η ευρύτερη λογική της καταχρήσεως διαδικασίας στην οποία στηρίζεται η εν λόγω νομολογία είναι ορθή και μπορεί να εξακολουθεί να ασκεί επιρροή, έστω και υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για περιπτώσεις στις οποίες, βάσει σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαφορά της κύριας δίκης –ή η αίτηση που απευθύνεται προς το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ– συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί θεμιτώς να κρίνει ότι το να παράσχει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα θα διευκόλυνε την επίτευξη του καταχρηστικού σκοπού και, ως εκ τούτου, μπορεί να κηρύξει την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως απαράδεκτη.
47. Ωστόσο, τέτοιες περιπτώσεις προκύπτουν κατ’ εξαίρεση. Ελλείψει αδιάσειστων αποδεικτικών στοιχείων που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καταχρήσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει να μη βιαστεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μια διαφορά δεν είναι πραγματική.
48. Εν προκειμένω, όπως και στην υπόθεση European Lotto (27), δεν διακρίνω σαφείς, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καταχρήσεως διαδικασίας.
β) Επί της αναγκαιότητας παροχής απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα
49. Αντιθέτως, συντάσσομαι με τη Γερμανική και τη Μαλτέζικη Κυβέρνηση ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί επί της υποθέσεως της κύριας δίκης.
50. Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ορίζει ότι η προδικαστική απόφαση που ζητείται πρέπει να είναι «αναγκαία» για την εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου «έκδοση της δικής του απόφασης» στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί. Η διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής δεν αποσκοπεί στην παροχή συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ερωτημάτων, αλλά στην υποβοήθηση των εθνικών δικαστηρίων στην επίλυση συγκεκριμένων διαφορών (28).
51. Το Δικαστήριο παραδοσιακά ερμηνεύει την απαίτηση περί «αναγκαιότητας» κατά τρόπο ευρύ, σύμφωνα με το πνεύμα συνεργασίας που διαπνέει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ (29). Το προδικαστικό ερώτημα δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι καθοριστικό για την έκβαση της διαφοράς, ούτε και πρέπει να αφορά τον πυρήνα του. Αρκεί η απάντηση να είναι λυσιτελής για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς.
52. Μολονότι στη νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται ενίοτε λόγος για τη λυσιτέλεια και την αναγκαιότητα ως δύο διακριτές προϋποθέσεις παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων, οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν αποτελούν, στην πραγματικότητα, παρά δύο εκφράσεις της ίδιας έννοιας. Κατά συνέπεια, όπως εύγλωττα επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας Μ. Bobek, «η λυσιτέλεια και η αναγκαιότητα αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: ένα ερώτημα είναι λυσιτελές αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαία προκειμένου να μπορέσει το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης και αντιστρόφως» (30). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται λόγος για τεκμήριο λυσιτέλειας των προδικαστικών ερωτημάτων βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (31), ενώ δεν υπάρχει σχεδόν κανένα ίχνος αντίστοιχου αυτοτελούς τεκμηρίου αναγκαιότητας (32).
53. Οι ως άνω εκτιμήσεις εγείρουν κατ’ ανάγκην το ακόλουθο ερώτημα: πότε η απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα θεωρείται λυσιτελής για την επίλυση μιας διαφοράς; Το αποφασιστικό κριτήριο, συναφώς, φαίνεται να αποτελεί η ύπαρξη διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας το τελευταίο καλείται να εκδώσει δικαστική απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση (33).
54. Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει χρήσιμες ενδείξεις συναφώς. Διευκρινίζει ότι, για να αποδειχθεί η «αναγκαιότητα», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, πρέπει να υφίσταται σύνδεσμος –αρκούντως άμεσος και όχι απλώς παρεπόμενος (34) – μεταξύ της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία, τέτοιος ώστε η ερμηνεία αυτή να ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την έκδοση αποφάσεως από το αιτούν δικαστήριο. Κατά το Δικαστήριο ο εν λόγω σύνδεσμος υφίσταται όταν: i) η διαφορά διέπεται επί της ουσίας, τουλάχιστον εν μέρει, από το δίκαιο της Ένωσης· ii) το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία δικονομικού χαρακτήρα διατάξεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες ενδέχεται να είναι εφαρμοστέες· ή iii) η ζητούμενη απάντηση φαίνεται δυνάμενη να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης η οποία θα καθιστά δυνατή την επίλυση δικονομικών ζητημάτων του εθνικού δικαίου προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί (35).
55. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά όταν το αιτούν δικαστήριο είναι σε θέση να συναγάγει, για τους σκοπούς της κύριας δίκης, νομικά δεσμευτικές συνέπειες από τις απαντήσεις του Δικαστηρίου (36), είτε αυτές είναι ουσιαστικής είτε δικονομικής φύσης. Ο αντίκτυπος αυτός πρέπει να είναι συγκεκριμένος, ειδικός και προβλέψιμος (37) · δεν μπορεί να είναι αμιγώς υποθετικός, θεωρητικός ή να κινείται απλώς στη σφαίρα της εικασίας (38). Επομένως, αίτηση προδικαστικής αποφάσεως η οποία αφορά στοιχεία ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης τα οποία παρουσιάζουν παρεπόμενο μόνον ενδιαφέρον ή τα οποία το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε τελικά να αγνοήσει χωρίς αυτό να επηρεάσει την απόφασή του πρέπει να κριθεί απαράδεκτη (39).
56. Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων της υπό κρίση υποθέσεως πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των ως άνω σκέψεων.
57. Εν προκειμένω, είναι απολύτως σαφές ότι η κατάσταση δεν εμπίπτει στη δεύτερη και στην τρίτη κατηγορία που προσδιορίστηκαν στο σημείο 54 των παρουσών προτάσεων. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξεταστεί υπό το πρίσμα της πρώτης ως άνω κατηγορίας, στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία διαφόρων ουσιαστικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, και συγκεκριμένα, των άρθρων 1, 45, 46, 48 και 52 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια.
58. Κατά συνέπεια, το κεντρικό ζήτημα είναι αν υφίσταται αρκούντως άμεσος ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
59. Φρονώ ότι τέτοιος άμεσος σύνδεσμος δεν υφίσταται.
60. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους νομικού συμβούλου κατά την κατάρτιση νομικής γνωμοδότησης σχετικά με τη συμβατότητα του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων με το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι αν το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων είναι πράγματι συμβατό με το δίκαιο της Ένωσης, αλλά αν ο νομικός σύμβουλος είχε επιδείξει την προσήκουσα επιμέλεια στην εκτίμησή του κατά τον χρόνο της πραγματοποιήσεώς της.
61. Η ως άνω εκτίμηση διέπεται από το εθνικό δίκαιο και συνήθως περιλαμβάνει σύγκριση με την αναμενόμενη από έναν ευλόγως συνετό και ενημερωμένο νομικό συμπεριφορά. Εκείνο που έχει σημασία στο πλαίσιο αυτό δεν είναι αν η γνωμοδότηση αποδειχθεί τελικά ορθή, αλλά αν οι απόψεις που περιέχει μπορούσαν να υποστηριχθούν εύλογα υπό το πρίσμα του νομικού πλαισίου και των διαθέσιμων κατά τον κρίσιμο χρόνο πληροφοριών.
62. Η εν λόγω εκτίμηση εκφεύγει της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης, αλλά δεν μπορεί να κρίνει αν συγκεκριμένη νομική γνωμοδότηση ήταν αξιόπιστη ή αν εκπονήθηκε με επαρκή επιμέλεια.
63. Βεβαίως, οι απαντήσεις του Δικαστηρίου θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν το αιτούν δικαστήριο. Ωστόσο, δεν θα του παρείχαν τη δυνατότητα να αντλήσει νομικώς δεσμευτικά συμπεράσματα για την επίλυση της διαφοράς. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα αποτελούσαν στοιχεία τα οποία το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει υπόψη, εφόσον το κρίνει σκόπιμο.
64. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο σύνδεσμος μεταξύ των επίμαχων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και της διαφοράς της κύριας δίκης είναι υπερβολικά αβέβαιος και έμμεσος για να δικαιολογηθεί η συνδρομή της προϋπόθεσης της αναγκαιότητας.
65. Η αποδοχή του αντιθέτου συμπεράσματος θα ενείχε τον κίνδυνο διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής πέραν των ορίων της. Είναι ευχερώς νοητές αντίστοιχες καταστάσεις –όπως διαφορές σχετικά με εκτιμήσεις της θεωρίας ή διαγωνισμούς εικονικής δίκης (αν υποτεθεί ότι διεξάγονται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου)– στις οποίες θα μπορούσαν να ανακύψουν παρεμπιπτόντως ζητήματα δικαίου της Ένωσης, χωρίς να είναι πραγματικά αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς.
66. Τέτοιες καταστάσεις δεν δικαιολογούν, κατά τη γνώμη μου, την προσφυγή στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
67. Το ως άνω συμπέρασμα επιρρωννύεται από τη διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Horn (40), η οποία αφορούσε αντίστοιχη κατάσταση σχετικά με διαφορά μεταξύ δικηγόρου και ενός εκ των εντολέων του. Ο δικηγόρος είχε συμβουλεύσει τον εντολέα του να μην ασκήσει αγωγή ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ζητώντας την αποκατάσταση ζημίας που θα μπορούσε να επέλθει, στο μέλλον, από τον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα των διπλωματικών μέτρων που συμφωνήθηκαν σε επίπεδο Ένωσης το 2000 κατά της Αυστρίας (41). Εντούτοις, το επιληφθέν της διαφοράς εθνικό δικαστήριο έκρινε αναγκαίο, για την εκτίμησή του, να υποβάλει στο Δικαστήριο μια σειρά προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με τη συμβατότητα των εν λόγω μέτρων με διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
68. Με μια συνοπτική διάταξη, το Δικαστήριο έκρινε την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προδήλως απαράδεκτη. Επισήμανε, ειδικότερα, ότι το γεγονός και μόνον ότι η γνωμοδότηση του δικηγόρου «αφορούσε τις πιθανότητες ευδοκιμήσεως αγωγής αποζημιώσεως ασκηθείσας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατόπιν των μέτρων που ελήφθησαν κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας από τα άλλα κράτη μέλη δεν συνεπάγεται ότι το βάσιμο της αγωγής για την καταβολή αμοιβών εξαρτάται από το κύρος των εν λόγω μέτρων». Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «η νομιμότητα και η ορθή εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεων των μετεχόντων στην επίμαχη στην κύρια δίκη νομική διαβούλευση είναι ανεξάρτητες από το κύρος των νομικών πράξεων και των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν το αντικείμενό της» (42). Φρονώ ότι οι ως άνω εκτιμήσεις ισχύουν και ως προς την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
69. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
70. Ωστόσο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο υιοθετήσει διαφορετική άποψη και για λόγους πληρότητας, θα προχωρήσω στην εξέταση των κύριων ζητημάτων ουσίας που εγείρονται με τα προδικαστικά ερωτήματα.
Β. Τα ζητήματα ουσίας
1. Επί της (α)συμβατότητας του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων με τους κανόνες του κανονισμού Βρυξέλλες Ια (προδικαστικά ερωτήματα πρώτο έως τέταρτο)
71. Με τα τέσσερα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 36, 39 και 52 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια απαγορεύουν σε κράτος μέλος να θεσπίσει διάταξη, όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, δυνάμει της οποίας απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις κατά παρόχου διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας στο εν λόγω ή σε άλλο κράτος μέλος, ούτε αναγνωρίζεται ούτε εκτελείται, για λόγους δημοσίας τάξεως, όταν η απόφαση αυτή αντιμετωπίζει τις υπηρεσίες που παρέχει ο εν λόγω πάροχος ως παράνομες στο άλλο αυτό κράτος μέλος, παρά το γεγονός ότι οι ως άνω υπηρεσίες είναι νόμιμες σύμφωνα με το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους.
72. Στη συνέχεια, θα εκθέσω πρώτα τη ratio legis του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων (υπό α) και, εν συνεχεία, θα εξετάσω τη συμβατότητά του με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ια (υπό β).
α) Η ratio legis του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων
73. Κάποια στιγμή, οι μαλτέζικες αρχές υιοθέτησαν μια οικονομική πολιτική η οποία αποσκοπούσε στο να καταστεί η Μάλτα ευρωπαϊκός «κόμβος» όσον αφορά την ταχέως αναπτυσσόμενη βιομηχανία των διαδικτυακών τυχερών παιγνίων. Προς τούτο, θέσπισαν (μεταξύ άλλων) ένα συγκριτικά φιλελεύθερο κανονιστικό και νομικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένου ενός καθεστώτος αδειοδότησης το οποίο διέπεται πλέον από τον μαλτέζικο νόμο περί τυχερών παιγνίων.
74. Όπως διευκρινίζει η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, η μαλτέζικη άδεια παιγνίων σχεδιάστηκε ως άδεια «σημείου παροχής», η οποία επιτρέπει στους οικείους παρόχους να παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων όχι μόνο στη Μάλτα, αλλά και από τη Μάλτα προς άλλα κράτη, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πάροχοι συμμορφώνονται με το μαλτέζικο δίκαιο και υφίσταται «δικαιολογημένος νομικός λόγος» για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στα εν λόγω κράτη (43). Γενικότερα, οι μαλτέζικες αρχές θεωρούν παγίως ότι, σε συνδυασμό με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, η εν λόγω άδεια επιτρέπει στους παρόχους τυχερών παιγνίων, εφόσον συμμορφώνονται με το μαλτέζικο δίκαιο, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά – ή, τουλάχιστον, στα κράτη μέλη «των οποίων το νομικό πλαίσιο είναι αδικαιολόγητα περιοριστικό» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως (44). Πράγματι, σημαντικός αριθμός παρόχων διαδικτυακών τυχερών παιγνίων έχουν επιλέξει να συστήσουν τις εταιρίες τους στη Μάλτα και να λάβουν την εν λόγω άδεια με σκοπό να παράσχουν τις υπηρεσίες τους κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό.
75. Στο πλαίσιο αυτό, πάροχοι που είναι κάτοχοι αδειών χορηγηθεισών από τις μαλτέζικες αρχές άρχισαν, μεταξύ άλλων, να απευθύνονται σε αγορές όπως η Αυστρία και η Γερμανία (μέσω διαφημίσεων, δημιουργίας ιστοτόπων στη γερμανική γλώσσα κ.λπ.) παρέχοντας στα εν λόγω κράτη μέλη υπηρεσίες διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, χωρίς να συμμορφώνονται με τους εθνικούς κανόνες που ισχύουν στα κράτη αυτά. Κατά τη Μαλτέζικη Κυβέρνηση, οι εν λόγω πάροχοι ενήργησαν επί τη βάσει του «εύλογου τεκμηρίου» ότι, βάσει της χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές άδειας της οποίας ήταν κάτοχοι και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, δικαιούνταν να ασκούν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, δεδομένου ότι η επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις ήταν, κατά την άποψή τους, «αδικαιολόγητα περιοριστικές».
76. Τα τελευταία χρόνια, ένας σημαντικός αριθμός καταναλωτών από τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν ασκήσει αγωγές ενώπιον των εθνικών τους πολιτικών δικαστηρίων προκειμένου να τους επιστραφούν τα χρήματα που απώλεσαν σε στοιχηματισμό μέσω της χρήσης των εν λόγω υπηρεσιών (45). Οι εν λόγω αξιώσεις στηρίζονται συνήθως στο επιχείρημα ότι οι συμβάσεις τυχερών παιγνίων που συνάπτονται με τους οικείους παρόχους τυχερών παιγνίων από τη Μάλτα είναι άκυρες βάσει του εθνικού δικαίου, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν κατά παράβαση των τοπικών κανονιστικών προϋποθέσεων και, ως εκ τούτου, ήταν παράνομες στο οικείο κράτος μέλος, παρά το γεγονός ότι οι πάροχοι συμμορφώνονταν με το δίκαιο της Μάλτας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πάροχοι υποχρεούνται να επιστρέψουν τα εν λόγω στοιχηματισθέντα ποσά δυνάμει των κανόνων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (46). Φαίνεται ότι χιλιάδες τέτοιες αγωγές έχουν ασκηθεί ή εκκρεμούν ήδη, μεταξύ άλλων, ενώπιον αυστριακών και γερμανικών δικαστηρίων (47).
77. Μολονότι οι οικείοι πάροχοι υποστήριξαν ότι οι υπηρεσίες που παρέχονταν στα εν λόγω κράτη μέλη στόχους ήταν, στην πραγματικότητα, νόμιμες (ιδίως επειδή η τοπική νομοθεσία για τα τυχερά παίγνια δεν συνάδει με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί) (48), εντούτοις, τα δικαστήρια των οικείων κρατών μελών γενικώς απέρριψαν τα εν λόγω επιχειρήματα και έκαναν δεκτές τις αγωγές προς επιστροφή των απολεσθέντων ποσών.
78. Ευρισκόμενος αντιμέτωπος με τον αυξανόμενο αριθμό τέτοιων αποφάσεων, ο Μαλτέζος νομοθέτης παρενέβη. Εκτιμώντας ότι οι εν λόγω αποφάσεις, αντιμετωπίζοντας ως παράνομες τις υπηρεσίες που παρείχαν οι πάροχοι οι οποίοι ενεργούσαν επί τη βάσει έγκυρων χορηγηθεισών από τις μαλτέζικες αρχές αδειών τυχερών παιγνίων, συνιστούσαν «αβάσιμες ενστάσεις» (49) κατά του κανονιστικού και νομικού πλαισίου της Μάλτας, εισήγαγε στον μαλτέζικο νόμο περί τυχερών παιγνίων, με τον νόμο αριθ. 55, το άρθρο 56Α.
79. Κατά την ως άνω διάταξη, «[μ]ε την επιφύλαξη όλων των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή οποιουδήποτε άλλου νόμου», τα μαλτέζικα δικαστήρια, για λόγους δημόσιας τάξης, «[αρνούνται] την αναγνώριση και την εκτέλεση στη Μάλτα» οποιασδήποτε αλλοδαπής αποφάσεως η οποία, κατ’ ουσίαν, i) κάνει δεκτή αγωγή κατά παρόχου τυχερών παιγνίων ο οποίος είναι κάτοχος άδειας χορηγηθείσας από την αρμόδια μαλτέζικη αρχή ii) βασιζόμενη στον παράνομο χαρακτήρα των υπηρεσιών που παρέχει ο εν λόγω πάροχος σε κράτος μέλος (εν γένει ή όσον αφορά συγκεκριμένο τυχερό παίγνιο), μολονότι iii) οι εν λόγω υπηρεσίες ήταν νόμιμες βάσει του δικαίου της Μάλτας (50).
80. Κατά συνέπεια, οι ως άνω αποφάσεις –στις οποίες συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, εκείνες με τις οποίες γίνονται δεκτές αγωγές παικτών προς επιστροφή απολεσθέντων ποσών, περί των οποίων έγινε λόγος στα προηγούμενα σημεία των παρουσών προτάσεων– δεν μπορούν να εκτελεστούν στη Μάλτα, όπερ συνεπάγεται ότι οι δανειστές στερούνται της προσβάσεως στα περιουσιακά στοιχεία των Μαλτέζων παρόχων τυχερών παιγνίων που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, είναι πρακτικά αδύνατο να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις των ως άνω δανειστών (51).
β) Οι αδυναμίες του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων
81. Στις προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto, διευκρίνισα ότι, μολονότι τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών προκειμένου να εκτιμούν τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών (συμπεριλαμβανομένου του αιτούντος δικαστηρίου, όσον αφορά το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της Spielerschutz Sigma και του νομικού συμβούλου), εντούτοις κατά την άσκηση της εν λόγω διεθνούς δικαιοδοσίας οφείλουν να επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν το δίκαιο της Ένωσης καταλείπει περιθώριο εκτιμήσεως στις εθνικές αρχές (όπως εν προκειμένω, βλ. σημείο 89 των παρουσών προτάσεων). Προκειμένου να αρθούν οι προβληματισμοί σχετικά με τη νομιμοποίηση των εν λόγω δικαστηρίων να επανεξετάζουν τις κυρίαρχες επιλογές άλλου κράτους μέλους, τα δικαστήρια αυτά θα πρέπει να μέμφονται τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους μόνο σε περιπτώσεις πρόδηλης ασυμβατότητας –επί παραδείγματι, όταν η νομολογία του Δικαστηρίου οριοθετεί σαφώς και παγίως τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη στον επίμαχο τομέα.
82. Η υπό κρίση υπόθεση συνιστά, κατά τη γνώμη μου, τέτοια περίπτωση. Όπως υποστηρίζουν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου (με την προφανή εξαίρεση της Μαλτέζικης Κυβερνήσεως), διάταξη όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τους κανόνες που διέπουν την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, όπως ερμηνεύονται παγίως από το Δικαστήριο.
83. Οι αποφάσεις τις οποίες αφορά το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, στο μέτρο που i) αφορούν «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και ii) έχουν εκδοθεί από δικαστήρια άλλων κρατών μελών, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού (52). Τούτο ισχύει, ειδικότερα, για τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, μεταξύ άλλων, από τα δικαστήρια διαφόρων κρατών μελών με τις οποίες γίνονται δεκτές οι αγωγές με τις οποίες προβάλλονται αξιώσεις επιστροφής, και οι οποίες εξετάσθηκαν στην προηγούμενη ενότητα. Κατά συνέπεια, η αναγνώριση και η εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων στη Μάλτα διέπονται (αποκλειστικά) (53) από τους εν λόγω κανόνες.
84. Σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 39 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, οι ως άνω αποφάσεις αναγνωρίζονται και εκτελούνται (54) σε όλα τα άλλα κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία ή κήρυξη εκτελεστότητας. Οι εν λόγω διατάξεις συγκεκριμενοποιούν τον θεμελιώδη σκοπό του νομοθετήματος, ήτοι την «ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων» εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης –σκοπό ο οποίος, με τη σειρά του, συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία της εν λόγω αγοράς και στην αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη εντός της Ένωσης (55). Επομένως, εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει την άρνηση αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως των εν λόγω αποφάσεων έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τους κανόνες αυτούς.
85. Βεβαίως, ο κανονισμός Βρυξέλλες Ια προβλέπει περιορισμένες παρεκκλίσεις από τις αρχές που διατυπώνονται στα άρθρα του 36 και 39 του κανονισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, η αναγνώριση αποφάσεως που έχει εκδοθεί από δικαστήριο κράτους μέλους απορρίπτεται, κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου, στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης (μόνον) εφόσον συντρέχει ένας από τους λόγους μη αναγνώρισης που απαριθμούνται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο (56). Επιπλέον, κατά το άρθρο 46, η εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως απορρίπτεται, κατόπιν αιτήσεως του καθού ζητείται η εκτέλεση, στο κράτος εκτελέσεως για τους ίδιους λόγους (και μόνον). Ένας τέτοιος λόγος, ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, συντρέχει όταν η αναγνώριση (ή η εκτέλεση) της σχετικής αποφάσεως στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης «αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη» του εν λόγω κράτους.
86. Εν προκειμένω, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση επικαλείται την εν λόγω παρέκκλιση. Κατ’ αυτή, το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων αποτελεί «διάταξη διαπιστωτικού χαρακτήρα» η οποία αποσκοπεί να «βοηθήσει τα δικαστήρια της Μάλτας» κατά την εφαρμογή της ρήτρας της «δημοσίας τάξεως» που προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια (57). Η διάταξη αυτή απλώς «διευκρινίζει» (58) (ή επιβεβαιώνει (59)) ότι οι επίμαχες αποφάσεις δεν θα πρέπει να αναγνωρίζονται ή να εκτελούνται στη Μάλτα, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού, στον βαθμό που η εν λόγω αναγνώριση ή εκτέλεση αντίκειται προδήλως στη μαλτέζικη «δημόσια τάξη».
87. Συναφώς, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αγωγές με τις οποίες προβάλλονται αξιώσεις επιστροφής που ασκήθηκαν κατά παρόχων οι οποίοι είναι κάτοχοι αδειών χορηγηθεισών από τις μαλτέζικες αρχές είναι καιροσκοπικές, συνιστούν κατάχρηση της ελευθερίας λήψεως υπηρεσιών την οποία εγγυάται το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (60) και στηρίζονται σε εθνικές νομοθεσίες περί τυχερών παιγνίων οι οποίες, κατά την άποψή της, είναι «αδικαιολόγητα περιοριστικές», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Προβλήθηκε ότι τα αυστριακά και τα γερμανικά δικαστήρια, κάνοντας δεκτές τις εν λόγω αγωγές και αντιμετωπίζοντας τις υπηρεσίες που παρέχουν οι εν λόγω πάροχοι ως παράνομες στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους, «δεν λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση των ελλείψεων και του αδικαιολόγητου χαρακτήρα ενός περιοριστικού εθνικού καθεστώτος» υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και, επιπλέον, δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι οικείοι πάροχοι ήταν κάτοχοι έγκυρης άδειας χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές και συμμορφώνονταν με το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο της Μάλτας. Επομένως, η αναγνώριση ή η εκτέλεση τέτοιων αποφάσεων στη Μάλτα θα συνεπαγόταν πρόδηλη παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ –το οποίο αποτελεί μέρος της μαλτέζικης «δημοσίας τάξεως»– και, επιπλέον, θα έθιγε την «ακεραιότητα» του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου, ιδίως θέτοντας εν αμφιβόλω το κύρος των αδειών αυτών και αποδυναμώνοντας με τον τρόπο αυτό την ασφάλεια δικαίου την οποία αποσκοπούν να διασφαλίζουν στους εν λόγω παρόχους εντός της εσωτερικής αγοράς.
88. Η ως άνω επιχειρηματολογία δεν με πείθει. Αντιθέτως, τα άρθρα 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 46 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια προδήλως δεν καλύπτουν διατάξεις όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων.
89. Μολονότι, όπως επισημαίνει η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, εναπόκειται κατ’ αρχήν σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει το περιεχόμενο της δικής του «δημοσίας τάξεως», εντούτοις, η εν λόγω διακριτική ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες περί αναγνώρισης και εκτέλεσης που προβλέπονται στα άρθρα 36 και 39 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρέπει να ερμηνεύεται «στενά», ενώ εφαρμογή της ρήτρας της «δημοσίας τάξεως» «πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις», ειδάλλως θα διακυβευόταν ο σκοπός της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαστικών αποφάσεων που επιδιώκεται με την εν λόγω πράξη. Επομένως, το Δικαστήριο έχει τόσο την εξουσία όσο και την υποχρέωση, «να ελέγχει τα όρια εντός των οποίων ο δικαστής κράτους μέλους δύναται να επικαλεστεί την έννοια αυτή προκειμένου να μην αναγνωρίσει απόφαση προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος» (61). Μια διάταξη όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων υπερβαίνει σαφώς τα ως άνω όρια.
90. Ειδικότερα, πρώτον, όσον αφορά τον προβαλλόμενο πλημμελή χαρακτήρα των αποφάσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, υπενθυμίζεται ότι, γενικώς, τα δικαστήρια κράτους μέλους δεν μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση ή την εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος, βάσει της λεγόμενης ρήτρας της «δημοσίας τάξεως», για τον μόνο λόγο ότι φρονούν ότι το δίκαιο της Ένωσης –συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 56 ΣΛΕΕ– εφαρμόστηκε εσφαλμένα στην εν λόγω απόφαση (62).
91. Αν απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο κράτους μέλους –επί παραδείγματι, στο πλαίσιο δίκης σχετικής με αγωγή παικτών με την οποία προβάλλονται αξιώσεις επιστροφής κατά παρόχου τυχερών παιγνίων από τη Μάλτα– ενέχει πράγματι εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, εναπόκειται στον οικείο πάροχο να προσβάλει την εν λόγω απόφαση στο κράτος προελεύσεως, κάνοντας χρήση των ένδικων μέσων που προβλέπει η έννομη τάξη του εν λόγω κράτους. Το σύστημα αυτό, σε συνδυασμό με τον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, παρέχει στους πολίτες επαρκείς εγγυήσεις συναφώς.
92. Αφ’ ης στιγμής μια απόφαση καταστεί απρόσβλητη στο κράτος προελεύσεως, ενδεχομένως κατόπιν εξαντλήσεως όλων των διαθέσιμων στο κράτος μέλος προελεύσεως ένδικων μέσων, οι διάδικοι οφείλουν, κατ’ αρχήν, να αποδεχθούν τις διαπιστώσεις της εν λόγω αποφάσεως (63). Ειδικότερα, τα ζητήματα ουσίας του δικαίου της Ένωσης δεν μπορούν να επανεξεταστούν κατά το στάδιο της αναγνώρισης και της εκτέλεσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης. Το άρθρο 52 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια αντιτίθεται ρητώς σε μια τέτοια επανεξέταση, ορίζοντας ότι «[α]ποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε ένα κράτος μέλος σε καμία περίπτωση δεν ελέγχονται επί της ουσίας στο κράτος μέλος αναγνώρισης ή εκτέλεσης». Η εν λόγω απαγόρευση εμποδίζει, μεταξύ άλλων, το επιληφθέν δικαστήριο να επανεξετάσει τις πραγματικές ή νομικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως. Επομένως, οι αποφάσεις που εκδίδονται στα κράτη μέλη πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως τυχόν (προβαλλόμενης) πλάνης περί το δίκαιο της Ένωσης την οποία ενδεχομένως ενέχουν (64).
93. Δεύτερον, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εφαρμογή της ρήτρας της «δημοσίας τάξεως» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια είναι δυνατή μόνο στις «εξαιρετικές περιπτώσεις» κατά τις οποίες η αναγνώριση ή η εκτέλεση της οικείας αποφάσεως στο κράτος μέλος αναγνωρίσεως «θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη [του εν λόγω κράτους]», διότι «θα [συνιστούσε] κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρουμένου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη [του κράτους αυτού] ή δικαιώματος αναγνωριζομένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη» (65). Το όριο αυτό είναι ιδιαιτέρως υψηλό.
94. Δέχομαι πλήρως ότι το σενάριο που περιγράφεται στο προηγούμενο σημείο μπορεί να περιλαμβάνει το σενάριο της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης αλλοδαπής αποφάσεως η οποία συνεπάγεται «πρόδηλη παράβαση» «κανόνων δικαίου που θεωρούνται ουσιώδεις» στο δίκαιο της Ένωσης (66), εφόσον οι κανόνες αυτοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης του εν λόγω κράτους. Είμαι επίσης διατεθειμένος να δεχθώ ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ συνιστά τέτοιον «κανόνα» (67). Ωστόσο, η εφαρμογή της ρήτρας της «δημοσίας τάξεως» πρέπει επίσης να αποτελεί εξαίρεση όταν πρόκειται για παράβαση ουσιαστικού κανόνα όπως το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, η εν λόγω ρήτρα θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση που η αναγνώριση ή η εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη της Ένωσης (68). Τούτο θα μπορούσε να συμβαίνει μόνον όταν η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως –η οποία εκδόθηκε αφότου ο οικείος πάροχος έχει εξαντλήσει τα διαθέσιμα στο κράτος προελεύσεως ένδικα μέσα– θα είχε ως αποτέλεσμα την πλέον κατάφωρη παραβίαση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως είναι η άμεση διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία στερείται κάθε συζητήσιμου δικαιολογητικού λόγου (69).
95. Εν προκειμένω, ο Μαλτέζος νομοθέτης δεν μπορούσε νομίμως να νομοθετήσει, κατά τρόπο αφηρημένο και γενικό, όπως έπραξε στο άρθρο 56A, επί τη βάσει της παραδοχής ότι κάθε απόφαση που αφορά αστικές και εμπορικές υποθέσεις σύμφωνα με την οποία οι υπηρεσίες που παρέχει πάροχος που είναι κάτοχος άδειας χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές θεωρούνται παράνομες σε κράτος μέλος –μολονότι οι υπηρεσίες αυτές είναι νόμιμες σύμφωνα με το μαλτέζικο δίκαιο– είναι κατ’ ανάγκην ασυμβίβαστη με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, πολλώ δε μάλλον ότι η αναγνώριση ή η εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως θα συνεπαγόταν την πλέον κατάφωρη και «ανεπίτρεπτη» μορφή παραβάσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο προηγούμενο σημείο.
96. Μια τέτοια γενικευμένη εκτίμηση προσκρούει στην αρχή στην οποία στηρίζονται οι κανόνες αναγνώρισης και εκτέλεσης που θεσπίζονται με τον κανονισμό Βρυξέλλες Ια, ήτοι στην αρχή της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης», η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη να έχουν αμοιβαία εμπιστοσύνη στα νομικά τους συστήματα και στα δικαιοδοτικά τους όργανα (70). Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, οι μαλτέζικες αρχές δεν θα μπορούσαν να θεωρήσουν, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρου όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, ότι τα δικαστήρια άλλων κρατών μελών εφαρμόζουν «συστηματικά» και «τυφλά» (για να επαναλάβω τη διατύπωση της Μαλτέζικης Κυβερνήσεως) εθνική νομοθεσία περί τυχερών παιγνίων αντιβαίνουσα στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ ή ότι επιδεικνύουν «απροκάλυπτη αδιαφορία» όσον αφορά τις αγωγές παικτών με τις οποίες προβάλλονται αξιώσεις επιστροφής (71), μεταξύ άλλων μη υποβάλλοντας στο Δικαστήριο τα προσήκοντα προδικαστικά ερωτήματα επί του ζητήματος (72).
97. Επιπλέον, το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων στηρίζεται προδήλως σε μια ιδιαιτέρως διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, η οποία μνημονεύεται στο σημείο 74 των παρουσών προτάσεων (73), σύμφωνα με την οποία οι πάροχοι οι οποίοι είναι κάτοχοι άδειας παιγνίων χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές δικαιούνται, δυνάμει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ελεύθερα και νομίμως σε ολόκληρη την Ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με το μαλτέζικο δίκαιο.
98. Ωστόσο, η ως άνω ερμηνεία της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των τυχερών παιγνίων απορρίπτεται παγίως από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα ότι, δεδομένου ότι τα τυχερά παιχνίδια –ιδίως δε αυτά που προσφέρονται μέσω διαδικτύου– ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για την κοινωνία (συμπεριλαμβανομένης της εξάρτησης, της οικονομικής ζημίας, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) και δεδομένων των «σημαντικ[ών] διαφορ[ών] ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσεως μεταξύ των κρατών μελών», τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη ρύθμιση των υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που παρέχονται στην επικράτειά τους βάσει της αντίστοιχης νομοθεσίας τους (74).
99. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν, κατ’ αρχήν, να εφαρμόζουν την αντίστοιχη νομοθεσία τους περί τυχερών παιγνίων σε παρόχους οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες εντός του εδάφους τους από άλλο κράτος μέλος, όπως η Μάλτα (75). Συναφώς, η αρχή της «χώρας προέλευσης» –κατά την οποία μόνον το κράτος μέλος εγκαταστάσεως είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση των οικείων υπηρεσιών– δεν έχει εφαρμογή στον τομέα των διαδικτυακών τυχερών παιγνίων (76).
100. Επιπλέον, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης αδειών, τα κράτη μέλη δεν υπέχουν καμία υποχρέωση να αναγνωρίζουν τις άδειες τυχερών παιγνίων που έχουν χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, να επιτρέπουν στους παρόχους που είναι κάτοχοι τέτοιων αδειών να παρέχουν υπηρεσίες στο έδαφός τους αποκλειστικώς επί της βάσεως αυτής (77). Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, η χορηγηθείσα από τις μαλτέζικες αρχές άδεια τυχερών παιγνίων ισχύει, κατ’ αρχήν, μόνο στο έδαφος της Μάλτας και, ενδεχομένως, στα κράτη μέλη που επιλέγουν να αναγνωρίσουν τις εν λόγω άδειες (78).
101. Το Δικαστήριο επίσης απορρίπτει συστηματικά το επιχείρημα που η Μαλτέζικη Κυβέρνηση έχει προβάλει στο παρελθόν (79), ότι θα ήταν «περιττή» (και, ως εκ τούτου, δυσανάλογη βάσει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ) η εφαρμογή των περιοριστικών απαιτήσεων της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής περί τυχερών παιγνίων στους παρόχους που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας στη Μάλτα, για τον λόγο ότι το μαλτέζικο δίκαιο, σε συνδυασμό με την εποπτεία που ασκείται από τις αρχές της Μάλτας, διασφαλίζει ήδη υψηλό επίπεδο προστασίας από την εξάρτηση από τα τυχερά παίγνια, την υπερβολική δαπάνη που συνδέεται με αυτά ή τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στον τομέα των τυχερών παιγνίων, η αναλογικότητα των εθνικών κανονιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται μόνο σε συνάρτηση με το ηθικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό πλαίσιο που κρατεί στο οικείο κράτος μέλος, καθώς και με το επίπεδο προστασίας που το εν λόγω κράτος προτίθεται να διασφαλίσει στο έδαφός του. Επομένως, μολονότι η Μάλτα έχει επιλέξει να ρυθμίσει τα τυχερά παίγνια με συγκεκριμένο τρόπο, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, τα λοιπά κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν διαφορετικούς κανόνες, ακόμη και πιο περιοριστικούς, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τη δική τους κοινωνία και την αξιολόγηση των σχετικών κινδύνων. Τέτοιοι κανόνες δεν πρέπει, για τον λόγο αυτόν και μόνον, να θεωρούνται ως «περιττοί» όσον αφορά τους Μαλτέζους παρόχους. Όσον αφορά την εποπτεία που ασκεί η μαλτέζικη αρχή παιγνίων, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται «να βασιστεί σε ελέγχους που διενεργούνται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους μέσω ρυθμιστικών συστημάτων τα οποία δεν ελέγχει το ίδιο» (80).
102. Εν ολίγοις, τα λοιπά κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν την αντίστοιχη νομοθεσία τους περί τυχερών παιγνίων στους παρόχους που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας στη Μάλτα. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους εν λόγω παρόχους να συμμορφώνονται με τους εθνικούς κανόνες που διέπουν, κατά περίπτωση, τα μονοπώλια, τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και άλλους κανονιστικούς περιορισμούς. Μπορούν επίσης να επιλέξουν να απαγορεύσουν πλήρως ορισμένα παιχνίδια ή να τα ρυθμίσουν κατά τρόπο που να αποκλίνει σημαντικά από την προσέγγιση που ακολουθήθηκε στη Μάλτα (81). Κατά συνέπεια, υπάρχουν κατ’ ανάγκην περιπτώσεις στις οποίες οι υπηρεσίες που παρέχονται από πάροχο τυχερών παιγνίων ο οποίος είναι κάτοχος άδειας χορηγηθείσας από τη Μάλτα, ή ένα συγκεκριμένο τυχερό παίγνιο που αυτός προσφέρει, είναι παράνομα σε κράτος μέλος, μολονότι είναι νόμιμα βάσει του δικαίου της Μάλτας, χωρίς η εν λόγω απόκλιση, να αντιβαίνει, αυτή καθεαυτή, στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ (82). Το γεγονός ότι οι πάροχοι διαδικτυακών τυχερών παιγνίων που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές υποχρεούνται να συμμορφώνονται όχι μόνο με τη νομοθεσία της Μάλτας, αλλά και με τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή των κρατών μελών στα οποία απευθύνονται οι υπηρεσίες τους –και ότι η μη συμμόρφωσή τους ενδέχεται να έχει επιπτώσεις βάσει του τοπικού αστικού δικαίου, όπως η ακυρότητα των συμβάσεων τυχερών παιγνίων που συνάπτονται με τοπικούς καταναλωτές– αποτελεί απλή συνέπεια της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών κανονιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαστικές αποφάσεις που επιβάλλουν τέτοιες επιπτώσεις αστικού δικαίου πρέπει, κατ’ αρχήν, να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών όπου οι επίμαχες υπηρεσίες είναι νόμιμες βάσει της δικής τους νομοθεσίας περί τυχερών παιγνίων.
103. Βεβαίως, ορισμένες εκ των αποφάσεων τις οποίες αφορά το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων μπορούν να εφαρμόζουν εθνική νομοθεσία περί τυχερών παιγνίων, πράγμα το οποίο, τουλάχιστον εν μέρει, δύσκολα συμβιβάζεται με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να εξετάσει τέτοια ζητήματα (83). Επιπλέον, ακόμη και όταν μια τέτοια ρύθμιση είναι, κατ’ αρχήν, συμβατή με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η αποδοχή των αξιώσεων επιστροφής που εγείρονται κατά παρόχων που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές αποδεικνύεται δυσανάλογη και, ως εκ τούτου, αντίθετη προς την εν λόγω διάταξη (84). Εντούτοις, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση των συγκεκριμένων αυτών αποφάσεων θα έφθανε, κατά κανόνα, στο υψηλό όριο του «ανεπίτρεπτου» που ορίζεται στο σημείο 94 των παρουσών προτάσεων. Εν πάση περιπτώσει, την εν λόγω εκτίμηση θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν μόνο τα δικαστήρια της Μάλτας κατά περίπτωση.
104. Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση στη Μάλτα των αποφάσεων τις οποίες αφορά το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων «θα έθιγε» το φιλελεύθερο νομικό πλαίσιο της Μάλτας που διέπει τα τυχερά παίγνια, το «κύρος» των μαλτέζικων αδειών ή, τουλάχιστον, την «ασφάλεια δικαίου» που οι εν λόγω άδειες αποσκοπούν να παρέχουν στους κατόχους τους και, ως εκ τούτου, την υποχρέωση του κράτους της Μάλτας να «ενθαρρύνει την ιδιωτική επιχειρηματικότητα» δυνάμει του άρθρου 18 του Συντάγματος της Μάλτας, διατυπώνω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
105. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 18 του Συντάγματος της Μάλτας αποτυπώνει έναν «ουσιώδη κανόνα» στη μαλτέζικη έννομη τάξη, και πάλι δεν αντιλαμβάνομαι πώς η αναγνώριση ή η εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων «θα έθιγε» την υποχρέωση του κράτους της Μάλτας να «ενθαρρύνει την ιδιωτική επιχειρηματικότητα». Κανένα στοιχείο των αποφάσεων αυτών δεν εμποδίζει το εν λόγω κράτος να το πράξει, στον τομέα των τυχερών παιγνίων, θεσπίζοντας και διατηρώντας ένα φιλελεύθερο νομικό πλαίσιο στο έδαφός του. Οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις απλώς θέτουν εν αμφιβόλω τα εξωεδαφικά αποτελέσματα που οι μαλτέζικες αρχές προτίθενται να προσδώσουν στο εν λόγω πλαίσιο. Οι αποφάσεις αυτές, αν μη τι άλλο, αποτυπώνουν, τα όρια μιας απόψεως σύμφωνα με την οποία η συμμόρφωση με το εν λόγω πλαίσιο θα παρείχε στους κατόχους αδειών χορηγηθεισών στη Μάλτα το δικαίωμα να παρέχουν ελεύθερα τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
106. Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να διεκδικεί, σύμφωνα με το δικό του Σύνταγμα, την εξουσία να ρυθμίζει και να απελευθερώνει μια οικονομική δραστηριότητα πέραν του εδάφους του, σε άλλα κράτη. Ομοίως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί βασίμως να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος με την οποία διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας των δραστηριοτήτων συγκεκριμένου παρόχου στο έδαφός του, δυνάμει της νομοθεσίας του περί τυχερών παιγνίων, για τον λόγο και μόνον ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι νόμιμες υπό το πρίσμα του πιο φιλελεύθερου νόμου περί τυχερών παιγνίων του κράτους αναγνώρισης. Πράγματι, μια τέτοια προσέγγιση θα στερούσε από τα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να ρυθμίζουν τις δραστηριότητες τυχερών παιγνίων στο έδαφός τους, όπως επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
107. Τέταρτον, όπως υποστήριξαν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία –πλην της Μαλτέζικης Κυβέρνησης– πέραν του «μανδύα» συνταγματικότητας τον οποίο περιβάλλεται το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, κατά βάθος, η εν λόγω διάταξη εξυπηρετεί έναν προστατευτικό σκοπό. Αποσκοπεί στην προστασία ενός τομέα τον οποίο η ίδια η Μαλτέζικη Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως «ουσιώδη» για την εθνική οικονομία (85) έναντι των δυνητικά σημαντικών οικονομικών συνεπειών που θα μπορούσαν να προκύψουν αν οι οικείοι πάροχοι υποχρεώνονταν να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις των παικτών. Περαιτέρω, οι αξιώσεις αυτές ενδέχεται να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στον οικείο τομέα και, εν τέλει, να επηρεάσουν την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα στο εν λόγω κράτος μέλος. Μπορούν μάλιστα να επηρεάσουν, σε κάποιον βαθμό, την οικονομική πολιτική των αρχών της Μάλτας να μετατρέψουν τη Μάλτα σε ευρωπαϊκό «κόμβο» όσον αφορά τη βιομηχανία των διαδικτυακών παιγνίων.
108. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η εκτέλεση ορισμένων αλλοδαπών αποφάσεων μπορεί να έχει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για εγχώριο πάροχο, κλάδο ή ακόμη και για το κράτος μέλος αναγνώρισης δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της ρήτρας «δημοσίας τάξεως» που προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια (86). Γενικότερα, προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα –είτε αυτά αφορούν την ανταγωνιστικότητα, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, την απασχόληση ή τα φορολογικά έσοδα– ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προστατεύει έναν δικό του τομέα από την αστική ευθύνη που προκύπτει από τις (ενδεχομένως παράνομες) δραστηριότητές του σε άλλα κράτη μέλη. Μια τέτοια προσέγγιση όχι μόνο θα στερούσε από τις δυνητικά νόμιμες εθνικές ρυθμίσεις την αποτελεσματικότητά τους, αλλά επιπλέον θα νόθευε τον ανταγωνισμό και θα δημιουργούσε άνισους όρους ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.
109. Θα προσθέσω μία τελευταία παρατήρηση. Εάν οι μαλτέζικες αρχές φρονούν πράγματι ότι ορισμένα κράτη μέλη διατηρούν, με τη βοήθεια των εθνικών δικαστηρίων τους, νόμους περί τυχερών παιγνίων οι οποίοι είναι ασυμβίβαστοι με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ εις βάρος των παρόχων που είναι κάτοχοι αδειών χορηγηθεισών από μαλτέζικες αρχές και, εμμέσως, της οικονομίας της Μάλτας, η θέσπιση διατάξεως όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ενδεδειγμένη απάντηση. Τα κράτη μέλη δεν έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν μονομερή μέτρα «επιβολής αντιποίνων» ως αντίδραση σε εικαζόμενες παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από άλλα κράτη μέλη (87). Αντιθέτως, η ενδεδειγμένη λύση θα ήταν η κίνηση διαδικασίας λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ.
110. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στα τέσσερα πρώτα προδικαστικά ερωτήματα η απάντηση ότι τα άρθρα 36, 39 και 52 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια δεν επιτρέπουν σε κράτος μέλος να θεσπίζει διάταξη, όπως το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, δυνάμει της οποίας απόφαση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εκδοθείσα κατά παρόχου διαδικτυακών τυχερών παιγνίων που είναι κάτοχος άδειας χορηγηθείσας στο εν λόγω κράτος από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους δεν πρέπει να αναγνωρίζεται ούτε να εκτελείται για λόγους δημοσίας τάξεως, όταν κατά την εν λόγω απόφαση οι υπηρεσίες που παρέχει ο οικείος πάροχος είναι παράνομες στο δεύτερο αυτό κράτος μέλος, παρά το γεγονός ότι οι ως άνω υπηρεσίες είναι νόμιμες σύμφωνα με το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους. Επισημαίνεται ότι η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού δεν καλύπτει μια τέτοια διάταξη.
2. Επί των προβαλλόμενων καθυστερήσεων των μαλτέζικων δικαστηρίων (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα)
111. Με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχει την έννοια ότι η υποχρέωση των δικαστηρίων που επιλαμβάνονται αιτήσεως περί αρνήσεως της εκτέλεσης αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος να αποφανθούν «αμελλητί» παραβιάζεται οσάκις τα δικαστήρια αυτά δεν αποφανθούν σε πρώτο βαθμό εντός προθεσμίας έξι μηνών, η δε καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να καταλογιστεί ούτε στους διαδίκους ούτε στους τρίτους εμπλεκομένους στη διαδικασία.
112. Το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα απορρέει από τους ισχυρισμούς της Spielerschutz Sigma ότι, στην πράξη, οι διαδικασίες ενώπιον των μαλτέζικων δικαστηρίων σχετικά με την εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων που κάνουν δεκτές αγωγές παικτών με τις οποίες προβάλλονται αξιώσεις επιστροφής μπορούν να διαρκέσουν μήνες ή ακόμη και έτη μέχρι να εκδοθεί πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία για τις εν λόγω καθυστερήσεις.
113. Το άρθρο 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια ορίζει ότι, όταν το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση αποφάσεως υποβάλλει αίτηση περί αρνήσεως της εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού, τα δικαστήρια του κράτους μέλους αναγνώρισης «αποφασίζ[ουν] επί της αιτήσεως [αυτής] αμελλητί».
114. Ως εκ τούτου, η ως άνω διάταξη επιβάλλει στα εν λόγω δικαστήρια υποχρέωση ταχείας διεκπεραίωσης των ως άνω αιτήσεων. Η εν λόγω υποχρέωση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της «ταχείας [...] αναγνώριση[ς] [...] των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος» (88), συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τόσο στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσο και στην αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
115. Ωστόσο, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια προκύπτει ότι δεν προβλέπεται καμία συγκεκριμένη προθεσμία. Επομένως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το γεγονός ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν έχουν αποφανθεί επί αιτήσεως αρνήσεως εκτέλεσης εντός προθεσμίας έξι μηνών από την υποβολή της δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να θεωρηθεί ότι συνιστά παράβαση της εν λόγω διατάξεως. Η συμμόρφωση με την υποχρέωση ταχείας διεκπεραιώσεως πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων περιστάσεων. Σε αυτές συγκαταλέγονται όχι μόνον η συμπεριφορά των διαδίκων και των τρίτων που εμπλέκονται στη διαδικασία, αλλά και η πολυπλοκότητα της υποθέσεως (89). Δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση αιτήσεως αρνήσεως εκτέλεσης με την οποία εγείρονται σύνθετα ζητήματα, που απαιτούν πλείονες ανταλλαγές υπομνημάτων και, συνολικά, ένδικη διαδικασία που υπερβαίνει τους έξι μήνες, ανεξαρτήτως της εν λόγω συμπεριφοράς.
116. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι ενδιαφερόμενοι σχετικά με την κατάσταση στη Μάλτα, πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες επισημάνσεις. Όπως διευκρινίστηκε στην προηγούμενη ενότητα, σύμφωνα με το άρθρο 52 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, τα δικαστήρια του κράτους αναγνώρισης, αποφαινόμενα επί αιτήσεως αρνήσεως εκτέλεσης, δεν καλούνται να ελέγξουν τις πραγματικές ή νομικές εκτιμήσεις του δικαστηρίου προελεύσεως, αλλά μόνον να διαπιστώσουν αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αρνήσεως εκτέλεσης που διαλαμβάνονται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, τα δικαστήρια του κράτους αναγνώρισης δεν μπορούν να δικαιολογήσουν καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεως επί τέτοιων αιτήσεων προβαίνοντας σε αδικαιολόγητη εξέταση της ουσίας της επίμαχης αποφάσεως.
117. Επιπλέον, η συμπεριφορά των εν λόγω δικαστηρίων είναι επίσης κρίσιμη προκειμένου να κριθεί αν η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχει παραβιαστεί σε συγκεκριμένη υπόθεση. Συναφώς, μια παρατεταμένη περίοδος αδράνειας εκ μέρους τους, για την οποία δεν παρέχεται καμία εξήγηση, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ως άνω υποχρέωση (90). Τέτοιες ανεξήγητες καθυστερήσεις ενδέχεται να ισοδυναμούν, στην πράξη, με «σιωπηρή» άρνηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης, στο μέτρο που μπορούν να αναβάλουν για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα –ή ακόμη και επ’ αόριστον– την εκτέλεση της οικείας αποφάσεως στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Εάν οι εν λόγω καθυστερήσεις συμβαίνουν συστηματικά, μπορούν επίσης να ενθαρρύνουν παρελκυστικές συμπεριφορές εκ μέρους των κατά την απόφαση οφειλετών, οι οποίοι ενδέχεται να μπουν στον πειρασμό να υποβάλουν προδήλως αβάσιμες αιτήσεις αρνήσεως εκτέλεσης αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό. Σε τελική ανάλυση, τέτοιες καταστάσεις ενέχουν τον κίνδυνο να στερήσουν την αρχή της εκτελεστότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 39 του εν λόγω κανονισμού από την πρακτική της αποτελεσματικότητα.
118. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 48 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια έχει την έννοια ότι η υποχρέωση των δικαστηρίων που επιλαμβάνονται αιτήσεως αρνήσεως εκτέλεσης αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος να αποφανθούν «αμελλητί» δεν παραβιάζεται οσάκις τα δικαστήρια αυτά δεν αποφανθούν σε πρώτο βαθμό εντός προθεσμίας έξι μηνών και η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να καταλογιστεί ούτε στους διαδίκους ούτε στους τρίτους εμπλεκομένους στη διαδικασία. Η ύπαρξη παραβίασης της εν λόγω υποχρέωσης πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, σε συνάρτηση με όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της συμπεριφοράς των διαδίκων και των εμπλεκόμενων τρίτων, της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και της συμπεριφοράς των δικαστηρίων του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης.
V. Πρόταση
119. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Handelsgericht Wien (δικαστήριο εμπορικών διαφορών Βιέννης, Αυστρία).
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Wunner (C‑77/24, EU:C:2025:432, σημεία 19 έως 22, στο εξής: προτάσεις μου στην υπόθεση Wunner), European Lotto and Betting και Deutsche Lotto‑ und Sportwetten (C‑440/23, EU:C:2025:668, σημεία 16 έως 18, στο εξής: προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto), Mr Green (C‑198/24, EU:C:2025:852, σημεία 1 έως 5), και Tipico (C‑530/24, EU:C:2026:230, σημείο 1, στο εξής: προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico).
3 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1). Στις παρούσες προτάσεις, θα αναφέρομαι χωρίς να κάνω διάκριση σε αποφάσεις που αφορούν όχι μόνον την εν λόγω πράξη, αλλά και τις προγενέστερες αυτής πράξεις, ήτοι τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), και τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7). Πράγματι, η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία των διατάξεων της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του κανονισμού Βρυξέλλες Ι μπορεί να εφαρμοστεί και στον κανονισμό Βρυξέλλες Ια όταν οι επίμαχες διατάξεις θεωρούνται ισοδύναμες (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2017, Kareda (C‑249/16, EU:C:2017:472, σκέψη 27). Τούτο ισχύει όσον αφορά τις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις.
4 Από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στο αίτημα παροχής πληροφοριών του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αυστριακό δίκαιο δεν προβλέπεται ειδικό καθεστώς ευθύνης των δικηγόρων. Κατά τη σχετική νομολογία, οι δικηγόροι πρέπει να θεωρούνται εμπειρογνώμονες κατά την έννοια των άρθρων 1299 και 1300 του ABGB, οπότε η ευθύνη τους διέπεται από τις εν λόγω διατάξεις. Μολονότι ο Rechtsanwaltsordnung (κώδικας δικηγόρων) περιέχει κανόνες σχετικά με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις των δικηγόρων, κατά τα εθνικά δικαστήρια οι εν λόγω διατάξεις δεν απονέμουν αγώγιμα δικαιώματα στους ιδιώτες που ζητούν αποζημίωση λόγω παραβάσεώς τους, αλλά απλώς αποτυπώνουν το επίπεδο επιμέλειας που ήδη απαιτείται από το άρθρο 1299 του ABGB.
5 Supplement to the Malta Government Gazette αριθ. 19,991, της 15ης Μαΐου 2018, μέρος A, σ. 509.
6 Supplement to the Malta Government Gazette αριθ. 21,071, της 16ης Ιουνίου 2023, μέρος A, σ. 473.
7 Ομοίως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση Gullotta και Farmacia di Gullotta Davide & C. (C‑497/12, EU:C:2015:168).
8 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2022, DuoDecad (C‑596/20, EU:C:2022:474, σκέψεις 34 και 37).
9 Πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, Valančius (C‑119/23, EU:C:2024:653, σκέψεις 31 και 33).
10 Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 24, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και άρθρο 275, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
11 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten (C‑268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
12 Βλ., αντιστοίχως, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 2014, Torralbo Marcos (C‑265/13, EU:C:2014:187, σκέψη 30), της 27ης Ιουνίου 2018, Varna Holideis (C‑364/17, EU:C:2018:500, σκέψεις 17 και 18), της 3ης Ιουνίου 2021, Servicio Aragonés de Salud (C‑942/19, EU:C:2021:440, σκέψεις 36 και 37), και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Solar Electric Martinique (C‑303/16, EU:C:2017:773, σκέψεις 23 και 24).
13 Πράγματι, η νομολογία επί του εν λόγω ζητήματος δεν υπήρξε πάντοτε ομοιόμορφη. Βλ., μεταξύ άλλων, Wahl, N., κ.λπ., «The Gatekeepers of Article 267 TFEU: On Jurisdiction and Admissibility of References for Preliminary Rulings», Common Market Law Review, τόμος 55(2), 2018, σ. 513 έως 516· και Iannuccelli, P., «L’indépendance du juge national et la recevabilité de la question préjudicielle concernant sa propre qualité de “juridiction”», Il Diritto dell’Unione Europea, 2021, σ. 828 έως 831.
14 Αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1980, Foglia (104/79, EU:C:1980:73, στο εξής: απόφαση Foglia I), και της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia (244/80, EU:C:1981:302, στο εξής: απόφαση Foglia II) (στο εξής, από κοινού: νομολογία Foglia).
15 Σημεία 78 έως 89 των εν λόγω προτάσεων.
16 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto (υποσημείωση 67).
17 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, SICES κ.λπ. (C‑155/13, EU:C:2014:145, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi (C‑58/13 και C‑59/13, EU:C:2014:2088, σκέψεις 44 έως 46). Σχετικά με την απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος στο δίκαιο της Ένωσης, βλ. επίσης απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, BMW Bank κ.λπ. (C‑38/21, C‑47/21 και C‑232/21, EU:C:2023:1014, σκέψεις 281 έως 283).
19 Βλ., επί παραδείγματι, Taruffo, M. (επιμ.), Abuse of Procedural Rights: Comparative Standards of Procedural Fairness, Kluwer, 1999.
20 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, Simmenthal κατά Επιτροπής (243/78, EU:C:1980:65, σκέψη 11), της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Bossi κατά Επιτροπής (346/87, EU:C:1989:59, σκέψεις 31 έως 35), της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T‑135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 108), και της 10ης Ιουλίου 2025, Chmieka (C‑99/24, EU:C:2025:563, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
21 Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, Gmurzynska-Bscher (C‑231/89, EU:C:1990:386, σκέψη 23), και της 7ης Μαρτίου 1996, Associazione Italiana per il WWF κ.λπ. (C‑118/94, EU:C:1996:86, σκέψη 15).
22 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για την προστασία των προσώπων που προβαίνουν σε ενέργειες συμμετοχής του κοινού από προδήλως αβάσιμες αγωγές ή καταχρηστικές δικαστικές διαδικασίες (ΕΕ L, 2024/1069).
23 Ο ορισμός βασίζεται, πρώτον, στον σκοπό των δικαστικών διαδικασιών: δικαστικές διαδικασίες «οι οποίες δεν κινούνται με στόχο τη γνήσια κατοχύρωση ή άσκηση δικαιώματος, αλλά έχουν ως κύριο σκοπό τους την αποτροπή, τον περιορισμό ή την τιμωρία της συμμετοχής του κοινού, συχνά με εκμετάλλευση μιας ανισορροπίας ισχύος μεταξύ των διαδίκων, και κατά τις οποίες ασκούνται αβάσιμες αγωγές». Ο εν λόγω ορισμός συμπληρώνεται από ένα σύνολο ενδείξεων για την επίτευξη του ως άνω σκοπού, όπως «[ο] δυσανάλογο[ς], υπερβολικό[ς] ή παράλογο[ς] χαρακτήρα[ς] της αγωγής ή μέρους αυτής […]», «[η] ύπαρξη πολλαπλών διαδικασιών που κινούνται από τον ενάγοντα ή συνδεδεμένους με αυτόν διαδίκους σε σχέση με παρόμοιες υποθέσεις», «[ο] εκφοβισμό[ς], [η] παρενόχληση ή [η] διατύπωση απειλών από τον ενάγοντα ή τους εκπροσώπους του […]», «[η] κακόπιστη χρήση δικονομικών τακτικών, όπως η καθυστέρηση της διαδικασίας, η δόλια ή καταχρηστική άγρα δικαστηρίου ή η κακόπιστη διακοπή των υποθέσεων σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας».
24 Πρβλ., Mancini, F., «Short note on abuse of procedure in Community law», σε Taruffo, M. (επιμ.), υποσημείωση 20, όπ.π., σ. 234 και 235.
25 Συναφώς, βλ., επί παραδείγματι, Lipstein, K., «Foglia v. Novello – Some Unexplored Aspects», σε Capotorti, F., κ.λπ. (επιμ.), Du droit international au droit de l’integration. Festschrift Liber Amicorum Pierre Pescatore, Nomos, 1987, σ. 382 και 383, και Ginés Martín, D., «The Court of Justice in the Archives Project – Analysis of the Foglia case (244/80)», Academy of European Law, Working Paper 2021/03, σ. 25 έως 27.
26 Βλ. σημεία 40 έως 67.
27 Βλ., mutatis mutandis, σημεία 86 έως 89 των προτάσεών μου.
28 Βλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία) (C‑181/21 και C‑269/21, EU:C:2024:1, σκέψεις 62 και 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
29 Βλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato (Δήμος Ginosa) (C‑348/22, EU:C:2023:301, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Προτάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Prokuratura Rejonowa w Mińsku Mazowieckim κ.λπ. (C‑748/19 έως C‑754/19, EU:C:2021:403, σημείο 77). Η άποψη αυτή συνάδει επίσης με τον τρόπο με τον οποίο η νομική θεωρία αντιλαμβάνεται τη νομολογία του Δικαστηρίου. Βλ., επί παραδείγματι, Broberg, M., και Fenger, N., Broberg and Fenger on Preliminary References to the European Court of Justice, 3η έκδ., Oxford University Press, 2021, σ. 142· και Lenaerts, K., Gutman, K., και Nowak, J.T., EU Procedural Law, Oxford University Press, 2023, σ. 92.
31 Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2025, Stichting Right to Consumer Justice και Stichting App Stores Claims (C‑34/24, EU:C:2025:936, σκέψη 39).
32 Στο σύνολο της νομολογίας του Δικαστηρίου, μπόρεσα να εντοπίσω μία μόνον περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε «τεκμήριο περί υπάρξεως ανάγκης [...] και λυσιτέλειας»: απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Paper Consult (C‑101/16, EU:C:2017:775, σκέψη 29).
33 Πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία) (C‑181/21 και C‑269/21, EU:C:2024:1, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
34 Πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, Meilicke (C‑83/91, EU:C:1992:332, σκέψη 28), και της 22ας Μαρτίου 2022, Prokurator Generalny (Πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑508/19, EU:C:2022:201, σκέψη 71). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση Meilicke (C‑83/91, EU:C:1992:178, σημείο 7).
35 Βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny (C‑558/18 και C‑563/18, EU:C:2020:234, σκέψεις 48 έως 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Πρβλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, Leur-Bloem (C‑28/95, EU:C:1997:369, σκέψη 29), και της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 12 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ. επίσης γνωμοδότηση 1/91 (Συμφωνία ΕΟΧ – I), της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (EU:C:1991:490, σκέψη 61).
37 Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 14).
38 Ομοίως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Prokuratura Rejonowa w Mińsku Mazowieckim κ.λπ. (C‑748/19 έως C‑754/19, EU:C:2021:403, σημείο 106). Βλ. επίσης απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Meilicke (C‑83/91, EU:C:1992:332, σκέψεις 30 έως 33).
39 Πρβλ. διάταξη της 16ης Μαΐου 1994, Monin Automobiles (C‑428/93, EU:C:1994:192, σκέψεις 12 έως 16), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην υπόθεση Meilicke (C‑83/91, EU:C:1992:178, σημείο 5), του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση der Weduwe (C‑153/00, EU:C:2002:247, σημείο 51) και του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση Bacardi-Martini και Cellier des Dauphins (C‑318/00, EU:C:2002:544, σημείο 35).
40 Διάταξη της 24ης Ιουλίου 2003 (C‑44/03, EU:C:2003:419).
41 Επρόκειτο για διμερή μέτρα που έλαβαν τα υπόλοιπα 14 κράτη μέλη της Ένωσης μετά την είσοδο του ακροδεξιού Φιλελεύθερου Κόμματος (FPÖ), υπό την ηγεσία του Jörg Haider, στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού. Βλ. Δήλωση της Πορτογαλικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξ ονόματος των XIV κρατών μελών (31 Ιανουαρίου 2000), διαθέσιμη στο διαδίκτυο.
42 Διάταξη της 24ης Ιουλίου 2003, Horn (C‑44/03, EU:C:2003:419, σκέψη 15).
43 Βλ. Maltese Gaming Authority (MGA) (Αρχή τυχερών παιγνίων της Μάλτας), «Modifications to the Gaming Act introduced through Bill 55», της 21ης Ιουνίου 2023 (https://www.mga.org.mt/amendments-to-the-gaming-act-introduced-through-bill-55/).
44 Όπως διευκρινίζει η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, οι πάροχοι τυχερών παιγνίων που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας στη Μάλτα υποχρεούνται να «προβαίνουν σε εκτίμηση υπό το πρίσμα των αρχών της εσωτερικής αγοράς και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου» πριν αρχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριμένο κράτος μέλος.
45 Η διεθνής δικαιοδοσία των εν λόγω δικαστηρίων απορρέει από τον κανόνα του «forum actoris» που προβλέπεται υπέρ των καταναλωτών δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Φαίνεται επίσης ότι οι εν λόγω αγωγές χρηματοδοτούνται, σε πολλές περιπτώσεις, από εξειδικευμένες εταιρίες χρηματοδοτήσεως ένδικων διαφορών έναντι μέρους του επιστρεφόμενου ποσού ή της αποζημίωσης που ενδεχομένως επιδικαστεί στους παίκτες. Πράγματι, η Spielerschutz Sigma είναι τέτοια εταιρία.
46 Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι παίκτες επιδιώκουν, επικουρικώς, να ανακτήσουν τις απώλειές τους επί τη βάσει του κανόνων περί αδικοπραξιών, υποστηρίζοντας ότι η παροχή υπηρεσιών τυχερών παιγνίων κατά παράβαση των τοπικών κανόνων περί τυχερών παιγνίων συνιστά αδικοπραξία που γεννά ευθύνη [βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Wunner (σημεία 12 και 21) και Tipico (σημεία 25 και 29)].
47 Βλ. Pena, P., Schumann, H., και Peigné, M., «EU citizens lose out as Malta regulatory “sledgehammer” protects gambling giants», Investigate Europe, 6 Μαρτίου 2025. Παρόμοιες αγωγές φαίνεται να εκκρεμούν ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων (βλ. de Graef, M., «The House Doesn’t Always Win: Gambling Providers Must Pay», ιστολόγιο Solv).
48 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico (σημεία 26 και 48).
49 Πρβλ. MGA (Αρχή τυχερών παιγνίων της Μάλτας), υποσημείωση 43, όπ.π.
50 Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αριθ. 55 επισημαίνεται ότι σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι «η κωδικοποίηση της επί μακρόν δημόσιας πολιτικής της Μάλτας για την ενθάρρυνση της εγκατάστασης παρόχων τυχερών παιγνίων στη Μάλτα, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε τοπικό και διασυνοριακό επίπεδο κατά τρόπο συμβατό με την τοπική νομοθεσία, προκειμένου να προωθηθεί η ιδιωτική επιχειρηματικότητα σύμφωνα με το άρθρο 18 του Συντάγματος της Μάλτας».
51 Ακριβώς για τον λόγο αυτό, στις 18 Ιουνίου 2025, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Μάλτας, φρονώντας ότι το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στους κανόνες του κανονισμού Βρυξέλλες Ια [INNFR(2025)2100].
52 Βλ. άρθρο 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Αντιθέτως, αποφάσεις οι οποίες, μολονότι καλύπτονται από το άρθρο 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων, δεν αφορούν «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και/ή έχουν εκδοθεί από δικαστήρια τρίτων κρατών, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες Ια.
53 Πράγματι, όταν εφαρμόζονται οι κανόνες του κεφαλαίου III του κανονισμού Βρυξέλλες Ια, αποκλείουν τους εσωτερικούς κανόνες σχετικά με την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης (βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, Gasser, C‑116/02, EU:C:2003:657, σκέψη 72).
54 Υπό τον όρο ότι είναι εκτελεστή στο κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε.
55 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 1, 3, 4 και 6 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια.
56 Βλ. αιτιολογική σκέψη 30 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines (C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψη 46).
57 Η επισήμανση «[μ]ε την επιφύλαξη [...] οποιουδήποτε άλλου νόμου» στην αρχή του άρθρου 56A του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων θα αποτελούσε σιωπηρή αναφορά, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και στο άρθρο 46 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια. Συγκεκριμένα, κατά την κυβέρνηση αυτή, όταν τα μαλτέζικα δικαστήρια αρνούνται να αναγνωρίσουν τη νομική ισχύ των εν λόγω αποφάσεων, το πράττουν βάσει των διατάξεων αυτών, ερμηνευόμενων υπό το πρίσμα του άρθρου 56Α.
58 Βλ. MGA, υποσημείωση 43, όπ.π.
59 Υπενθυμίζω ότι στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αριθ. 55 επισημαίνεται ότι το άρθρο 56Α απλώς «κωδικοποιεί την επί μακρόν δημόσια πολιτική της Μάλτας» επί του ζητήματος.
60 Κατά την άποψη της εν λόγω κυβερνήσεως, οι παίκτες εκμεταλλεύτηκαν την ελευθερία αυτή για να λάβουν μια καθ’ όλα νόμιμη διασυνοριακή υπηρεσία, απλώς και μόνο για να υποστηρίξουν εκ των υστέρων ότι η ελευθερία αυτή είναι παράνομη υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου προκειμένου να ανακτήσουν τα απολεσθέντα ποσά. Βλ., περαιτέρω, προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto (σημεία 90 έως 98).
61 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψεις 21 έως 23), της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψεις 41 και 42), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2023, Charles Taylor Adjusting (C‑590/21, EU:C:2023:633, σκέψεις 32 έως 34).
62 Βλ. αποφάσεις της 11ης Μαΐου 2000, Renault (C‑38/98, EU:C:2000:225, σκέψη 33), και της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 49).
63 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που έχει η αρχή του δεδικασμένου για τη διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει, κατ’ αρχήν, στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τη δεσμευτική ισχύ μιας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή ενέχει πλάνη περί το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, CRPNPAC και Vueling Airlines, C‑370/17 και C‑37/18, EU:C:2020:260, σκέψεις 88 και 89 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εντούτοις, όταν τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν προβεί σε προδήλως εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, μπορεί να στοιχειοθετηθεί ευθύνη τους (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C‑224/01, EU:C:2003:513, σκέψεις 50 και 59, και της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands, C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 66).
64 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 36), της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 43), και της 4ης Οκτωβρίου 2024, Real Madrid Club de Fútbol (C‑633/22, EU:C:2024:843, σκέψη 36). Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Renault (C‑38/98, EU:C:1999:325, σημεία 60, 65 και 66).
65 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2000, Krombach (C‑7/98, EU:C:2000:164, σκέψη 37), της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 44), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2023, Charles Taylor Adjusting (C‑590/21, EU:C:2023:633, σκέψη 35).
66 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2023, Charles Taylor Adjusting (C‑590/21, EU:C:2023:633, σκέψεις 37 έως 40).
67 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, Eco Swiss (C‑126/97, EU:C:1999:269, σκέψη 36).
68 Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψεις 48 και 50), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα S. Alber στην υπόθεση Renault (C‑38/98, EU:C:1999:325, σημείο 67).
69 Βλ., όσον αφορά το ότι οι διακρίσεις λόγω ιθαγένειας αποτελούν την πλέον ανεπίτρεπτη μορφή περιορισμών στο δίκαιο της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Αυστρία κατά Γερμανίας (C‑591/17, EU:C:2019:99, σημεία 1 και 2).
70 Βλ. αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια και αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 2003, Gasser (C‑116/02, EU:C:2003:657, σκέψη 72), και της 16ης Ιουλίου 2015, Diageo Brands (C‑681/13, EU:C:2015:471, σκέψη 63).
71 Υπενθυμίζω, εν προκειμένω, ότι ο γενικός εισαγγελέας Η. Saugmandsgaard Øe, με τις προτάσεις του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις CRPNPAC και Vueling Airlines (C‑370/17 και C‑37/18, EU:C:2019:592, σημείο 103), τόνισε ότι, βάσει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, «ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο [...] υπονοιών προστατευτισμού, καθώς η ανεξαρτησία του προϋποθέτει την τήρηση της αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος κατά την επίλυση της διαφοράς, πέραν της αυστηρής εφαρμογής του κανόνα δικαίου».
72 Η εν λόγω αιτίαση έχει, επιπλέον, αποδειχθεί εσφαλμένη, δεδομένου ότι, από τη θέσπιση του άρθρου 56Α του μαλτέζικου νόμου περί τυχερών παιγνίων και μετά, έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο σειρά αιτήσεων προδικαστικών αποφάσεων σχετικά με τη συμβατότητα των εθνικών κανόνων περί τυχερών παιγνίων και με αξιώσεις επιστροφής ποσών. Βλ., μεταξύ άλλων, αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στις εκκρεμείς υποθέσεις Tipico (C‑530/24 και C‑9/25).
73 Βλ. επίσης, επί παραδείγματι, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Dickinger και Ömer (C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψεις 94 έως 96).
74 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, Schindler (C‑275/92, EU:C:1994:119, σκέψη 60), της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Bwin International (C‑42/07, EU:C:2009:519, σκέψη 57), και της 24ης Ιανουαρίου 2013, Stanleybet κ.λπ. (C‑186/11 και C‑209/11, EU:C:2013:33, σκέψη 24).
75 Η Μαλτέζικη Κυβέρνηση παρουσιάζει συχνά τον «διασυνοριακό χαρακτήρα» των υπηρεσιών που παρέχονται από παρόχους που είναι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας από τις μαλτέζικες αρχές ως λόγο για τον οποίο οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει να διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο της Μάλτας και όχι από το δίκαιο των κρατών στα οποία βρίσκονται οι αποδέκτες των εν λόγω υπηρεσιών. Συναφώς, υπογραμμίζω ότι, συνήθως, οι υπηρεσίες που παρέχουν οι εν λόγω πάροχοι δεν είναι απλώς προσβάσιμες από τα άλλα αυτά κράτη, χωρίς ιδιαίτερη πρόθεση των παρόχων να συνεργαστούν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας με τους καταναλωτές των εν λόγω κρατών. Αντιθέτως, απευθύνονται στα εν λόγω άλλα κράτη και στους καταναλωτές τους (μέσω ιστοτόπων στη γλώσσα της χώρας-στόχου, χρήσης τομέα ανωτάτου επιπέδου της εν λόγω χώρας, διαφημίσεων κ.ο.κ.). Τούτο δικαιολογεί έτι περαιτέρω την εφαρμογή των νόμων περί τυχερών παιγνίων των οικείων κρατών (βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις μου στην υπόθεση Wunner, σημεία 63 έως 66).
76 Ειδικότερα, οι υπηρεσίες διαδικτυακών τυχερών παιγνίων έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1) (άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο δʹ) και της οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ 2010, L 95, σ. 1) (βλ. αιτιολογική σκέψη 22), οι οποίες εφαρμόζουν κατά κανόνα την αρχή της «χώρας προέλευσης».
77 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Stoß κ.λπ. (C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07, EU:C:2010:504, σκέψεις 108 έως 116), και της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Biasci κ.λπ. (C‑660/11 και C‑8/12, EU:C:2013:550, σκέψη 41). Βλ. επίσης προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico (σημείο 38).
78 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico (σημεία 55 και 56).
79 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Dickinger και Ömer (C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψεις 94 έως 96).
80 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Biasci κ.λπ. (C‑660/11 και C‑8/12, EU:C:2013:550, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
81 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico (σημεία 31, 32 και 37).
82 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Unibet International (C‑49/16, EU:C:2017:491, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ωστόσο, η Μαλτέζικη Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, βάσει του μαλτέζικου νόμου, οι πάροχοι που κατέχουν άδεια χορηγηθείσα στη Μάλτα μπορούν να παρέχουν νομίμως υπηρεσίες μόνο σε κράτη μέλη των οποίων η νομοθεσία περί τυχερών παιγνίων είναι «αδικαιολόγητα περιοριστική» σύμφωνα με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ. Η θέση αυτή, ωστόσο, χρήζει δύο διευκρινίσεων. Πρώτον, όπως επισημαίνεται στο σημείο 101 των παρουσών προτάσεων, η παραδοχή της Μαλτέζικης Κυβέρνησης φαίνεται να είναι ότι, κατά κανόνα, κάθε νόμος περί τυχερών παιγνίων ο οποίος περιορίζει τη δυνατότητα παρόχου τυχερών παιγνίων που είναι κάτοχος άδειας χορηγηθείσας στη Μάλτα να παρέχει υπηρεσίες στο έδαφος κράτους μέλους είναι «αδικαιολόγητα περιοριστικός» (δεδομένου ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Μάλτας παρέχει ήδη επαρκή προστασία, ανεξαρτήτως του διακυβευόμενου δημόσιου συμφέροντος). Δεύτερον, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι η τοπική ρύθμιση δεν συνάδει με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει στους Μαλτέζους παρόχους τυχερών παιγνίων να παρέχουν αυτομάτως τις υπηρεσίες τους στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κράτος μέλος δεν υποχρεούται «να ελευθερώσει την αγορά των τυχερών παιγνίων, αν εκτιμά ότι μια τέτοια ελευθέρωση δεν συνάδει προς το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξεως το οποίο το κράτος μέλος αυτό σκοπεί να διασφαλίσει». (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2013, Stanleybet κ.λπ., C‑186/11 και C‑209/11, EU:C:2013:33, σκέψη 46). Υπό τις συνθήκες αυτές, το κράτος μέλος παραμένει «ελεύθερο να προβαίνει σε μεταρρυθμίσεις» της νομοθεσίας του προκειμένου να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
83 Βλ., επί παραδείγματι, όσον αφορά τις πλημμέλειες του γερμανικού μονοπωλίου αθλητικών στοιχημάτων, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Stoß κ.λπ. (C‑316/07, C‑358/07 έως C‑360/07, C‑409/07 και C‑410/07, EU:C:2010:504), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Carmen Media Group (C‑46/08, EU:C:2010:505).
84 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Tipico (σημεία 75 έως 86). Αντίθετα, έχω διευκρινίσει, στις προτάσεις μου στην υπόθεση European Lotto (σημεία 94 έως 97), γιατί, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Μαλτέζικη Κυβέρνηση, οι εν λόγω αξιώσεις δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να συνιστούν κατάχρηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πράγματι, η αρχή της καταχρήσεως του δικαίου της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή στο παρόν πλαίσιο, δεδομένου ότι οι οικείες αξιώσεις στηρίζονται εξ ολοκλήρου στο εθνικό δίκαιο.
85 Η Μαλτέζικη Κυβέρνηση επισήμανε ότι, το 2023, ο τομέας των τυχερών παιγνίων αντιπροσώπευε περίπου το 7 % της εθνικής οικονομίας, ενώ η απασχόληση που δημιουργήθηκε από τον τομέα αυτόν αντιπροσώπευε περίπου το 5,2 % του συνόλου των θέσεων εργασίας στη Μάλτα.
86 Βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines (C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψεις 56 έως 58).
87 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 23ης Μαΐου 1996, Hedley Lomas (C‑5/94, EU:C:1996:205, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
88 Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού Βρυξέλλες Ια.
89 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιουλίου 2022, Bieliński κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2022:0721JUD004876219, § 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
90 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Νοεμβρίου 1994, Beaumartin κατά Γαλλίας (CE:ECHR:1994:1124JUD001528789, § 33).