This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62013CC0425
Opinion of Advocate General Wathelet delivered on 17 March 2015.#European Commission v Council of the European Union.#Action for annulment — Council decision authorising the opening of negotiations on linking the EU greenhouse gas emissions trading scheme with a greenhouse gas emissions trading system in Australia — Negotiating directives — Special committee — Articles 13(2) TEU, 218(2) to (4) TFEU and 295 TFEU — Institutional balance.#Case C-425/13.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet της 17ης Μαρτίου 2015.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προσφυγή ακυρώσεως — Απόφαση του Συμβουλίου που εγκρίνει την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύνδεση του συστήματος εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Αυστραλία — Οδηγίες διαπραγματεύσεως — Ειδική επιτροπή — Άρθρα 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ και 295 ΣΛΕΕ — Θεσμική ισορροπία.
Υπόθεση C-425/13.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet της 17ης Μαρτίου 2015.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προσφυγή ακυρώσεως — Απόφαση του Συμβουλίου που εγκρίνει την έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη σύνδεση του συστήματος εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σύστημα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Αυστραλία — Οδηγίες διαπραγματεύσεως — Ειδική επιτροπή — Άρθρα 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ και 295 ΣΛΕΕ — Θεσμική ισορροπία.
Υπόθεση C-425/13.
Court reports – general
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2015:174
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MELCHIOR WATHELET
της 17ης Μαρτίου 2015 ( 1 )
Υπόθεση C‑425/13
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Προσφυγή ακυρώσεως — Θεσμικό δίκαιο — Απόφαση του Συμβουλίου με την οποία εγκρίνεται η έναρξη διαπραγματεύσεων περί της συνδέσεως του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Αυστραλία — Οδηγίες διαπραγμάτευσεως — Ειδική επιτροπή — Παράβαση των άρθρων 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ και 295 ΣΛΕΕ — Θεσμική ισορροπία — Καλόπιστη συνεργασία»
Περιεχόμενα
|
I – Το νομικό πλαίσιο |
|
|
Α – Η Συνθήκη ΛΕΕ |
|
|
Β – Η οδηγία 2003/87/ΕΚ |
|
|
II – Το ιστορικό της διαφοράς |
|
|
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου |
|
|
IV – Εκτίμηση |
|
|
Α – Επί του παραδεκτού |
|
|
B – Επί της ουσίας |
|
|
1. Η επιχειρηματολογία των διαδίκων |
|
|
2. Ανάλυση |
|
|
α) Οι αρχές |
|
|
i) Ποια είναι η έννοια του όρου «οδηγίες διαπραγμάτευσης»; |
|
|
ii) Μπορούν οδηγίες διαπραγμάτευσης όπως οι επίδικες να προβλέπουν διαδικαστικές ρυθμίσεις; |
|
|
– Εισαγωγή |
|
|
– Απάντηση στην ερώτηση |
|
|
iii) Οι «οδηγίες διαπραγμάτευσης» και η ιδιότητα του διαπραγματευτή |
|
|
iv) Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ υπό το πρίσμα της αρχής της θεσμικής ισορροπίας |
|
|
β) Τα αντίθετα επιχειρήματα του Συμβουλίου και των κρατών μελών |
|
|
i) Πρώτο επιχείρημα |
|
|
ii) Δεύτερο επιχείρημα |
|
|
iii) Τρίτο επιχείρημα |
|
|
iv) Τέταρτο επιχείρημα |
|
|
v) Πέμπτο επιχείρημα |
|
|
vi) Έκτο επιχείρημα |
|
|
vii) Έβδομο επιχείρημα |
|
|
viii) Όγδοο επιχείρημα |
|
|
ix) Ένατο επιχείρημα |
|
|
x) Δέκατο επιχείρημα |
|
|
xi) Ενδέκατο επιχείρημα |
|
|
Γ – Έκταση και αποτελέσματα της ακυρώσεως |
|
|
V – Πρόταση |
|
1. |
Με την κρινόμενη προσφυγή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την ακύρωση του άρθρου 2, δεύτερη περίοδος, και του τμήματος Α του συμπληρώματος του παραρτήματος της αποφάσεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Μαΐου 2013, με την οποία εγκρίνεται η έναρξη διαπραγματεύσεων περί της συνδέσεως του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας) (έγγραφο 8568/13 LIMITE) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
|
2. |
Η κρινόμενη υπόθεση θέτει ζήτημα θεσμικής σημασίας, το οποίο άπτεται της κατανομής εξουσιών, ευθυνών και αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση. Η αυστηρή συμμόρφωση με τον στενά οριοθετημένο ρόλο που αναθέτουν οι Συνθήκες στα προαναφερθέντα θεσμικά όργανα καθώς και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδηγεί στη σύναψη διεθνών συμφωνιών από την Ένωση, συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση για τη διατήρηση της θεσμικής ισορροπίας κατά την άσκηση των διεθνών αρμοδιοτήτων της Ένωσης ( 2 ). |
|
3. |
Είναι η πρώτη φορά που ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την έκταση της εξουσίας του Συμβουλίου να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως, και ιδίως να περιλαμβάνει σε αυτές διαδικαστικές ρυθμίσεις, καθώς και σχετικά με τον ρόλο της ειδικής επιτροπής την οποία ορίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, τούτο δε εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σχεδόν ακατάπαυστης νομικής διαμάχης μεταξύ του Συμβουλίου (και των κρατών μελών) και της Επιτροπής, η οποία σοβεί από τη στιγμή που η Ένωση άρχισε να αναδύεται ως παράγοντας της διεθνούς σκηνής ( 3 ) . |
|
4. |
Η σημασία της κρινόμενης υποθέσεως υπερβαίνει, εξάλλου, τις επίδικες διεθνείς διαπραγματεύσεις, καθόσον η διαφορά που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο θα μπορούσε να ανακύψει και σε άλλες διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη και αναφέρομαι ειδικότερα στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με εμπορική συμφωνία που προβλέπει τη δημιουργία διατλαντικής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών ( 4 ), της αποκαλούμενης «μεγάλης διατλαντικής αγοράς», ή σχετικά με τη «διατλαντική εμπορική και επενδυτική εμπορική σχέση» (στην αγγλική «TTIP», στο εξής: TTIP) γνωστή και ως διατλαντική συνθήκη ελεύθερων συναλλαγών (στην αγγλική «TAFTA») ( 5 ), οι συνομιλίες για την οποία άρχισαν τον Ιούλιο 2013. |
I – Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΛΕΕ
|
5. |
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο: «Το Συμβούλιο […] εκδίδει οδηγίες διαπραγμάτευσης [...]. Η Επιτροπή […] υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, το οποίο εκδίδει απόφαση που επιτρέπει την έναρξη διαπραγματεύσεων και ορίζει […] τον διαπραγματευτή ή τον επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Ένωσης. Το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες στον διαπραγματευτή και να ορίζει ειδική επιτροπή, σε διαβούλευση με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις.» |
Η οδηγία 2003/87/ΕΚ
|
6. |
H οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου ( 6 ), εκδόθηκε βάσει του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ. Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας, στόχος της είναι να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Ένωση και τα κράτη μέλη της στα πλαίσια του Πρωτοκόλλου του Κιότο για μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. |
|
7. |
Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει το αντικείμενό της ως ακολούθως: «Η παρούσα οδηγία καθιερώνει ένα σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων […] εντός της [Ένωσης] […] προκειμένου να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.» |
|
8. |
Το άρθρο 25 της οδηγίας, με τίτλο «Σχέσεις με άλλα συστήματα εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου», όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009 ( 7 ), έχει ως εξής: «1. Θα πρέπει να συναφθούν συμφωνίες με τρίτες χώρες που αναφέρονται στο παράρτημα Β του πρωτοκόλλου του Κιότο και έχουν επικυρώσει το εν λόγω πρωτόκολλο για την αμοιβαία αναγνώριση δικαιωμάτων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και άλλων συστημάτων εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, σύμφωνα με το άρθρο 300 της συνθήκης. 1α. Μπορούν να συνάπτονται συμφωνίες για την αναγνώριση δικαιωμάτων μεταξύ του κοινοτικού συστήματος και συμβατών υποχρεωτικών συστημάτων εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με απόλυτα ανώτατα όρια εκπομπών τα οποία έχουν καθιερωθεί σε άλλη χώρα ή σε υπο-ομοσπονδιακές ή περιφερειακές οντότητες. 1β. Μπορούν να συνάπτονται μη δεσμευτικές συμφωνίες με τρίτες χώρες ή υπο-ομοσπονδιακές ή περιφερειακές οντότητες ώστε να προβλέπεται διοικητικός και τεχνικός συντονισμός αναφορικά με δικαιώματα στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος ή άλλων υποχρεωτικών συστημάτων εμπορίας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με απόλυτα ανώτατα όρια εκπομπών. 2. Όταν συνάπτεται συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή καταρτίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την αμοιβαία αναγνώριση δικαιωμάτων στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής. [...]» |
II – Το ιστορικό της διαφοράς
|
9. |
Το 2011, η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας ήλθε σε επαφή με την Επιτροπή για την έναρξη διμερών διαπραγματεύσεων σχετικά με τη σύνδεση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της Ένωσης με το αυστραλιανό σύστημα. |
|
10. |
Η επίσημη σύσταση την οποία προβλέπει το άρθρο 218, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ σχετικά με την έγκριση της ενάρξεως διαπραγματεύσεων με την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας για τη σύνδεση των συστημάτων εμπορίας συντάχθηκε με βάση το υπόδειγμα της προηγούμενης συστάσεως η οποία αφορούσε τον συντονισμό με το ελβετικό σύστημα εμπορίας. Η σύσταση εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 24 Ιανουαρίου 2013 και στη συνέχεια διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στην ομάδα εργασίας «Περιβάλλον» του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη ζήτησαν να έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις με την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας από ό,τι προέβλεπε η σύσταση της Επιτροπής. Η ομάδα εργασίας «Περιβάλλον» του Συμβουλίου ενέκρινε στις 22 Απριλίου 2013 συμβιβαστικό κείμενο, με ορισμένες ελαφρές τροποποιήσεις, ενώ το Συμβούλιο ενέκρινε τις οδηγίες διαπραγματεύσεως στις 24 Απριλίου 2013. |
|
11. |
Στις 2 Μαΐου 2013, η Επιτροπή διαβίβασε δήλωση για εγγραφή στα πρακτικά, με την οποία αμφισβητούσε ορισμένες πτυχές του εγκριθέντος κειμένου. Η πρόταση αποφάσεως της ομάδας εργασίας υποβλήθηκε στην επιτροπή των μονίμων αντιπροσώπων (Coreper) και τελικά εγκρίθηκε ως είχε ως σημείο «A» της ημερήσιας διατάξεως του Συμβουλίου «Γεωργία και Αλιεία» της 13ης Μαΐου 2013. |
|
12. |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι η «Επιτροπή διεξάγει τις διαπραγματεύσεις αυτές [...] σύμφωνα με τις οδηγίες διαπραγμάτευσης οι οποίες εκτίθενται στο συμπλήρωμα [του παραρτήματος] της παρούσας αποφάσεως». |
|
13. |
Το άρθρο 2, δεύτερη περίοδος, της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι «η Επιτροπή ενημερώνει εγγράφως το Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων μετά από κάθε διαπραγματευτική συνεδρία και, εν πάση περιπτώσει, ανά τρίμηνο». |
|
14. |
Το τμήμα Α του συμπληρώματος/παραρτήματος, το οποίο περιέχει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως προς την Επιτροπή, έχει ως εξής:
|
|
15. |
Το τμήμα Β του εν λόγω συμπληρώματος του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως φέρει τον τίτλο «Περιεχόμενο και πεδίο των διαπραγματεύσεων». Το δεύτερο εδάφιο της δηλώσεως του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2013, περί του σχεδίου αποφάσεως για την έναρξη των επίμαχων διαπραγματεύσεων, έχει ως εξής: «Η σύσταση διαπραγματευτικής επιτροπής κατά το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, σημαίνει ότι η επιτροπή [...] επιφορτίζεται με το καθήκον να παρακολουθεί τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων και να κατευθύνει τον διαπραγματευτή, λαμβάνοντας υπόψη τις οδηγίες διαπραγμάτευσης τις οποίες εκδίδει το Συμβούλιο.» |
|
16. |
Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 15 Μαΐου 2013. |
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
17. |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
18. |
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί παρέμβαση ζητώντας από το Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής. |
|
19. |
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ζητεί από το Δικαστήριο να μη διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής. |
|
20. |
Η Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Βασίλειο της Σουηδίας καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, τα οποία άσκησαν παρέμβαση υπέρ του Συμβουλίου, ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη. |
|
21. |
Ο ευαίσθητος χαρακτήρας της κρινόμενης υποθέσεως προκύπτει επίσης από το αίτημα του Συμβουλίου να αφαιρεθούν ορισμένα έγγραφα από τον φάκελο, μεταξύ των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση και οι οδηγίες διαπραγματεύσεως. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με τη διάταξη Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου (C-425/13, EU:C:2014:91). |
|
22. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 6 Ιανουαρίου 2015, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους όλοι οι διάδικοι, εκτός του Βασιλείου της Δανίας και της Δημοκρατίας της Πολωνίας. |
IV – Εκτίμηση
Επί του παραδεκτού
|
23. |
Κατά την Επιτροπή, δεν χωρεί αμφιβολία ότι βούληση του Συμβουλίου είναι το τμήμα Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως που προσαρτώνται στην προσβαλλόμενη απόφαση να έχει έννομα αποτελέσματα. Συνεπώς, η προσφυγή είναι παραδεκτή. |
|
24. |
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι θα ήταν άτοπο οι οδηγίες διαπραγματεύσεως στην κρινόμενη υπόθεση να τύχουν μεταχειρίσεως διαφορετικής από εκείνη άλλων οδηγιών διαπραγματεύσεως που εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, ιδίως στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑114/12, EU:C:2014:2151). Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο είχε κρίνει στην εν λόγω υπόθεση ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως στερούνται εκ φύσεως έννομων αποτελεσμάτων, το Συμβούλιο θα του ζητούσε να κρίνει την παρούσα προσφυγή απαράδεκτη. |
|
25. |
Όπως όμως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 39 της προαναφερθείσας αποφάσεως την οποία επικαλείται το Συμβούλιο, «πρέπει να υπoμνησθεί ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως υφίσταται κατά όλων των μέτρων που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα, ανεξαρτήτως φύσεως ή μορφής, τα οποία σκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως “AETR”, 22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 42· Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑181/91 και C‑248/91, EU:C:1993:271, σκέψη 13, καθώς και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑27/04, EU:C:2004:436, σκέψη 44)» ( 8 ), προκειμένου δε να προσδιοριστεί αν μια πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα, είναι αναγκαίο να εξεταστεί η ουσία της και η πρόθεση του συντάκτη της (βλ. απόφαση Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, C‑147/96, EU:C:2000:335, σκέψη 27). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με τη σκέψη 40 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑114/12, EU:C:2014:2151) ότι «προσβαλλόμενη απόφαση η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, καθώς και μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 218, παράγραφοι 3 και 4, ΣΛΕΕ». |
|
26. |
Επίσης, όπως ορθώς επισημαίνεται στον σχολιασμένο τόμο Mégret ( 9 ), «[η] έγκριση της ενάρξεως διαπραγματεύσεων από το Συμβούλιο συχνά συνοδεύεται στην πράξη από οδηγίες διαπραγματεύσεως. Η πρακτική αυτή εμπνέεται και πάλι από το άρθρο 133 [ΕΚ] το οποίο προβλέπει αυτή τη δυνατότητα για τις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Δεν πρόκειται για υποχρέωση του Συμβουλίου και η παράλειψή της δεν θίγει το κύρος της διαδικασίας. Οι εν λόγω οδηγίες διαπραγματεύσεως είναι κατευθυντήριες γραμμές που παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνο στο διοργανικό και όχι στο διεθνές επίπεδο» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
27. |
Εξάλλου, μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Συμβούλιο δεν αρκείται στο να δώσει κατευθυντήριες γραμμές στην Επιτροπή για τις διαπραγματεύσεις της με την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας, εφόσον αποδίδει στις οδηγίες του έννομα αποτελέσματα συνοδεύοντάς τες με την πλήρη διαδικασία την οποία θα πρέπει να ακολουθήσει η Επιτροπή και χορηγώντας στην ειδική επιτροπή (και στο Συμβούλιο) ρόλο πολύ καθοριστικότερο από αυτόν που προβλέπει το άρθρο 218 ΣΛΕΕ. |
|
28. |
Κατά συνέπεια, θεωρώ σαφές ότι στην κρινόμενη υπόθεση, όπως και στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑114/12, EU:C:2014:2151), η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ( 10 ) και, κατά συνέπεια, μπορεί να ζητηθεί η ακύρωσή της ( 11 ). |
|
29. |
Κατά συνέπεια, η προσφυγή είναι παραδεκτή. |
B – Επί της ουσίας
|
30. |
Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται αμφότεροι από παράβαση των άρθρων 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ, και παραβίαση της αρχής της θεσμικής ισορροπίας, ενώ στον πρώτο λόγο προστίθεται παράβαση του άρθρου 295 ΣΛΕΕ. Λόγω της συνάφειας των δύο λόγων, η οποία οδήγησε ορισμένα παρεμβαίνοντα κράτη να παραπέμψουν στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου στα επιχειρήματά τους σχετικά με τον πρώτο, θα εξετάσω και τους δύο λόγους από κοινού. |
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
31. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η λεπτομερής διαδικασία την οποία προβλέπει το τμήμα Α των οδηγιών διαπραγμάτευσης αποδίδει στο Συμβούλιο αρμοδιότητες που υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα από το άρθρο 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα το Συμβούλιο, επιβάλλοντας μονομερώς μια τέτοια διαδικασία, προσπάθησε να δημιουργήσει νέες αρμοδιότητες υπέρ του ιδίου και υποχρεώσεις εις βάρος της Επιτροπής οι οποίες δεν θεμελιώνονται στις εν λόγω διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ. |
|
32. |
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ αποδίδει συμβουλευτικό απλώς ρόλο στην ειδική επιτροπή, εφόσον ορίζει ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να διεξάγονται σε διαβούλευση με αυτήν. Ασφαλώς, η ειδική επιτροπή μπορεί να εκφράζει την άποψή της όσον αφορά τις διάφορες πτυχές των διαπραγματεύσεων. Εντούτοις, η προσβαλλόμενη απόφαση προχωρεί πολύ περισσότερο, προβλέποντας ότι καθορίζονται «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις» της Ένωσης οι οποίες, κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεωρούνται δεσμευτικές. |
|
33. |
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αρχή της θεσμικής ισορροπίας σημαίνει ότι κάθε θεσμικό όργανο ασκεί τις αρμοδιότητές του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των υπολοίπων. |
|
34. |
Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως που μπορούν να χρησιμεύουν ως εργαλείο για την επίτευξη γενικών στόχων. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, αυτές οι οδηγίες χρησιμεύουν για να καθοδηγούν τον διαπραγματευτή προκειμένου να επιτευχθεί αποτέλεσμα ικανό να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του Συμβουλίου. Ομοίως, το δικαίωμα εγκρίσεως του Κοινοβουλίου δίδει στο εν λόγω όργανο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί στο Συμβούλιο και στον διαπραγματευτή τις παρατηρήσεις του όσον αφορά το περιεχόμενο της μελλοντικής συμφωνίας. |
|
35. |
Το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την απόφαση που εγκρίνει την υπογραφή της συμφωνίας δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της παρακολουθήσεως των διαπραγματεύσεων. Ούτε το Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο επιτρέπεται να διαδραματίζουν ενεργό πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων σφετεριζόμενα τα προνόμια του διαπραγματευτή. Ειδικότερα, το Συμβούλιο δεν μπορεί να αναλάβει, ιδίω ονόματι ή στο όνομα της ειδικής επιτροπής την οποία ορίζει, ρόλο λήψεως αποφάσεων κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η ειδική επιτροπή ασκεί συμβουλευτικό απλώς ρόλο στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων από τον διαπραγματευτή. |
|
36. |
Το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι, στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως διεθνών συμφωνιών, η Επιτροπή διαδραματίζει αυτόνομο, πρωταγωνιστικό ρόλο, μέχρι το στάδιο όπου προτείνει στο Συμβούλιο τη σύναψη συμφωνίας. Το σύστημα το οποίο προβλέπει το άρθρο 218 ΣΛΕΕ χαρακτηρίζεται, κατά συνέπεια, από συνοχή, εφόσον η Επιτροπή αρχικά υποβάλλει σύσταση για την έναρξη διαπραγματεύσεων και στη συνέχεια διεξάγει τις εν λόγω διαπραγματεύσεις. Μόνο μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων αναλαμβάνει την ευθύνη να προτείνει στο Συμβούλιο την υπογραφή και στη συνέχεια τη σύναψη της συμφωνίας. |
|
37. |
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι κανένα από τα στοιχεία που περιέχονται στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ δεν συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι δεν έχει την εξουσία να περιλαμβάνει ορισμένες διαδικαστικές ρυθμίσεις στις οδηγίες διαπραγματεύσεως, όταν παρέχει στην Επιτροπή έγκριση για την έναρξη διαπραγματεύσεων. Η έκφραση «οδηγίες διαπραγματεύσεως» έχει γενική έννοια και, αν δεν μπορούσε να καλύπτει οδηγίες διαδικαστικού χαρακτήρα, το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ θα έχανε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. |
|
38. |
Το Συμβούλιο φρονεί ότι, όταν χορηγεί στην Επιτροπή έγκριση για την έναρξη διαπραγματεύσεων, είναι αρμόδιο να εκτιμά αν είναι απαραίτητο να περιλάβει οδηγίες διαπραγματεύσεως, ορισμένες διαδικαστικές λεπτομέρειες, καθώς και ειδικές οδηγίες για τον διαπραγματευτή. |
|
39. |
Το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι οι διαδικαστικές ρυθμίσεις που συνοδεύουν τις επίδικες οδηγίες διαπραγματεύσεως αφορούν αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής ως διαπραγματευτή και της ειδικής επιτροπής που είναι επιφορτισμένη με την παρακολούθηση των διαπραγματεύσεων. Καμία διάταξη της Συνθήκης δεν του απαγορεύει να περιλάβει ανάλογους διαδικαστικούς κανόνες στις οδηγίες διαπραγματεύσεως. |
|
40. |
Κατά το Συμβούλιο, οι θέσεις που καθορίζονται από την ειδική επιτροπή συνιστούν συγκεκριμένη έκφραση των οδηγιών διαπραγματεύσεως και, υπ’ αυτή την έννοια, σκοπός τους είναι να συνδράμουν τον διαπραγματευτή, χωρίς τούτο να συνεπάγεται υποχρέωση της Επιτροπής να επιτύχει το αποτέλεσμα το οποίο συνιστούν οι κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως. |
|
41. |
Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, καθόσον οι επίδικες εν προκειμένω διατάξεις συνιστούν το απολύτως αναγκαίο έρεισμα της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί, δεν είναι δυνατόν να ακυρωθούν εν μέρει. Συγκεκριμένα, τυχόν ακύρωση του άρθρου 2, δεύτερη περίοδος, και του τμήματος Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως θα τροποποιούσε θεμελιωδώς το συνολικό περιεχόμενο της εγκρίσεως, δεδομένου ότι, λαμβανομένης υπόψη της δομής της προσβαλλομένης αποφάσεως και του παραρτήματός της, οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συνόλου. |
|
42. |
Η Τσεχική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι η ενεργός συμμετοχή του Συμβουλίου κατά τις διαπραγματεύσεις διεθνούς συμφωνίας απορρέει από το γράμμα του άρθρου 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ. Η εξουσία του Συμβουλίου να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως και να προβλέπει υποχρέωση της Επιτροπής να διεξαγάγει τις διαπραγματεύσεις σε διαβούλευση με ειδική επιτροπή συνεπάγεται συνεχή συντονισμό μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου κατά τις διαπραγματεύσεις. |
|
43. |
Όσον αφορά το περιεχόμενο και το πεδίο εφαρμογής των οδηγιών διαπραγματεύσεως, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το γράμμα του άρθρου 218 ΣΛΕΕ δεν προβλέπει κάποιον ιδιαίτερο περιορισμό όσον αφορά την έκδοση των εν λόγω οδηγιών από το Συμβούλιο ούτε αντίκειται στην πρόβλεψη διαδικαστικών κανόνων από αυτές. |
|
44. |
Υποστηρίζει επίσης ότι η εξουσία καθορισμού λεπτομερών διαπραγματευτικών θέσεων απορρέει από τη θέση και τον ρόλο της ειδικής επιτροπής, οι οδηγίες της οποίας πρέπει να επέχουν θέση κατευθυντήριων γραμμών προκειμένου να είναι αποτελεσματικές οι διαπραγματεύσεις. Είναι προς το συμφέρον της Επιτροπής, ως διαπραγματευτή, να λαμβάνει υπόψη αυτές τις οδηγίες και να αποτρέπει κατ’ αυτόν τον τρόπο καταστάσεις στις οποίες το Συμβούλιο θα αρνείτο να εγκρίνει το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο. |
|
45. |
Το Βασίλειο της Δανίας φρονεί ότι, λαμβανομένων υπόψη του ρόλου που διαδραματίζει το Συμβούλιο και των αρμοδιοτήτων του όσον αφορά την έναρξη διαπραγματεύσεων, την έγκριση, τη σύναψη και την κύρωση διεθνών συμφωνιών, το Συμβούλιο θα πρέπει να διαδραματίζει ρόλο και κατά τις διαπραγματεύσεις. |
|
46. |
Είναι της γνώμης ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ προϋποθέτει συνεχή διάλογο μεταξύ του Συμβουλίου και του διαπραγματευτή, ο οποίος μπορεί να λάβει τη μορφή οδηγιών διαπραγματεύσεως και ορισμού ειδικής επιτροπής με την οποία πρέπει να διεξάγονται διαβουλεύσεις κατά τις διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, η δυνατότητα εκδόσεως οδηγιών προς τον διαπραγματευτή δεν περιορίζεται σε κάποια συγκεκριμένη φάση της διαπραγματευτικής διαδικασίας. |
|
47. |
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να λάβει την έγκριση του Συμβουλίου πριν αποστασιοποιηθεί ουσιαστικά από τις «διατάξεις» που περιέχονται στις οδηγίες διαπραγματεύσεως. Έστω και γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, θα πρέπει επίσης να τηρεί τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων τις οποίες προβλέπουν οι εν λόγω οδηγίες. Αυτό απορρέει και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ. |
|
48. |
Υποστηρίζει ότι οι εξειδικευμένες γνώσεις των κρατών μελών στον εν λόγω τομέα δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επαρκώς αν η Επιτροπή μπορούσε να επιβάλει τη βούλησή της να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις κατά εντελώς αυτόνομο τρόπο και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το Συμβούλιο ή τα κράτη μέλη. |
|
49. |
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει επίσης ότι το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την άποψη ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει μόνον κατευθύνσεις σχετικές με το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων και όχι σχετικές με τον τρόπο διεξαγωγής τους. Μια τέτοια ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως την καθιστά άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. |
|
50. |
Η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως μπορούν, χωρίς τούτο να συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ και του άρθρου 218 ΣΛΕΕ ή παραβίαση της αρχής της θεσμικής ισορροπίας, να προβλέπουν ότι οι λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης καθορίζονται στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής ή από το Συμβούλιο. |
|
51. |
Φρονεί ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως δεν περιορίζονται κατ’ ανάγκην στον καθορισμό στρατηγικών επιλογών και ουσιαστικών σκοπών που πρέπει να επιδιωχθούν κατά τις διαπραγματεύσεις, αλλά μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, ο όρος «οδηγίες διαπραγματεύσεως» είναι γενικός, ενώ από το γράμμα του άρθρου 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δεν προκύπτει κάποια ένδειξη που να επιτρέπει να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του. |
|
52. |
Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει επίσης ότι το τμήμα Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως δεν γεννά κάποια εξουσία του Συμβουλίου ή της ειδικής επιτροπής ή κάποια υποχρέωση της Επιτροπής που να μην απορρέει ήδη από το άρθρο 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ και από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας. Αντιθέτως, το τμήμα Α των εν λόγω οδηγιών συγκεκριμενοποιεί τις εξουσίες που απονέμονται στο Συμβούλιο με τις εν λόγω διατάξεις. |
|
53. |
Όσον αφορά τον τρόπο διεξαγωγής των διαβουλεύσεων με την ειδική επιτροπή τον οποίο προβλέπουν οι επίδικες οδηγίες διαπραγματεύσεως, η Γαλλική Δημοκρατία επισημαίνει ότι ο προσδιορισμός του δεν εναπόκειται στην Επιτροπή. Εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει ότι οι διαπραγματεύσεις θα διεξαχθούν σε διαβούλευση με ειδική επιτροπή, μπορεί επίσης να προσδιορίσει και τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθούν οι εν λόγω διαβουλεύσεις. Εξάλλου, προβλέποντας ότι το Συμβούλιο μπορεί να εκδώσει λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως απλώς υπενθυμίζουν το δικαίωμα του Συμβουλίου να διευκρινίζει ανά πάσα στιγμή τις εν λόγω οδηγίες. |
|
54. |
Η Δημοκρατία της Πολωνίας φρονεί ότι ο σύνδεσμος μεταξύ της χορηγήσεως εξουσίας διαπραγματεύσεως και της εκδόσεως οδηγιών διαπραγματεύσεως είναι ιδιαίτερα στενός, διότι μόνον η επίτευξη αποτελέσματος διαπραγματεύσεων αποδεκτού από το Συμβούλιο μπορεί σε τελική ανάλυση να οδηγήσει στην υπογραφή και στη σύναψη της συμφωνίας εξ ονόματος της Ένωσης. Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο, αφής στιγμής οι οδηγίες απευθύνονται στον διαπραγματευτή, να μπορεί το Συμβούλιο να θέτει όρια και να προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους θα διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις. |
|
55. |
Υποστηρίζει ότι η πραγματική άσκηση από το Συμβούλιο της λειτουργίας προσδιορισμού των πολιτικών, μεταξύ των οποίων και της εξωτερικής πολιτικής, απαιτεί η απόφαση που επιτρέπει την έναρξη διαπραγματεύσεων και οι οδηγίες διαπραγματεύσεως που τη συνοδεύουν να μπορούν να περιέχουν οδηγίες διαδικαστικού χαρακτήρα. |
|
56. |
Επίσης, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρατηρεί ότι η εξουσία του Συμβουλίου έχει μόνιμο χαρακτήρα και δεν περιορίζεται στη διατύπωση άπαξ οδηγιών διαπραγματεύσεως που προσαρτώνται στην απόφαση με την οποία εγκρίνεται η έναρξη διαπραγματεύσεων. |
|
57. |
Το Βασίλειο της Σουηδίας φρονεί ότι το Συμβούλιο πρέπει να μπορεί να εκδίδει λεπτομερέστερες οδηγίες διαπραγματεύσεως σε πρώτη φάση, προκειμένου να αποσαφηνίζει τις κατευθυντήριες γραμμές που μπορεί να ακολουθήσει η Επιτροπή. Η ειδική επιτροπή λειτουργεί ως επέκταση του Συμβουλίου κατά τις διαπραγματεύσεις και συνιστά γέφυρα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου. |
|
58. |
Επισημαίνει ότι το γράμμα του άρθρου 218 ΣΛΕΕ δεν εμποδίζει το Συμβούλιο να περιλάβει διαδικαστικές διατάξεις στις οδηγίες διαπραγματεύσεως, όταν η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να αρχίσει διαπραγματεύσεις για λογαριασμό της Ένωσης. Αν υπήρχε η πρόθεση να περιοριστούν μόνο σε ένα συγκεκριμένο είδος ζητημάτων οι εξουσίες του Συμβουλίου να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως, το κείμενο του εν λόγω άρθρου θα περιλάμβανε ρητή διάταξη προς τον σκοπό αυτόν. Όμως, από τον γενικό χαρακτήρα της εκφράσεως «οδηγία διαπραγματεύσεως» προκύπτει ότι σκοπός του άρθρου 218 ΣΛΕΕ δεν ήταν να περιοριστεί μόνο σε ζητήματα ουσιαστικής φύσεως το δικαίωμα του Συμβουλίου να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως. |
|
59. |
Το Βασίλειο της Σουηδίας υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, οι διαδικαστικές διατάξεις των οδηγιών διαπραγματεύσεως αποσκοπούν στην αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, πράγμα που αποτελεί προϋπόθεση ώστε να μπορεί το Συμβούλιο να ασκεί την εξουσία τροποποιήσεως ή συμπληρώσεως των οδηγιών διαπραγματεύσεως κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Αυτή η ροή πληροφοριών συνιστά επίσης προϋπόθεση για την ομαλή διεξαγωγή των διαβουλεύσεων στο εσωτερικό της ειδικής επιτροπής και για την τροποποίηση των θέσεων της Ένωσης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. |
|
60. |
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ δίδει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να περιλαμβάνει διαδικαστικούς κανόνες στις οδηγίες διαπραγματεύσεως. Το κείμενο της εν λόγω διατάξεως δεν απαγορεύει να περιλαμβάνουν οι οδηγίες αυτές διαδικαστικούς κανόνες σχετικούς, για παράδειγμα, με τη διαβούλευση της ειδικής επιτροπής. Εξάλλου, θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ να μην μπορούν οι οδηγίες διαπραγματεύσεως να αφορούν και διαδικαστικά στοιχεία. |
|
61. |
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας προσθέτει ότι το Συμβούλιο μπορεί να χρειάζεται να τηρείται ενήμερο για τις εξελίξεις, ώστε να μπορεί να ασκεί κατά πρόσφορο και αποτελεσματικό τρόπο τις εξουσίες που του αναγνωρίζει το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. Αυτό ισχύει ιδίως στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων κατά τη διάρκεια των οποίων προκύπτει αυξημένος βαθμός δυσκολίας για την επίτευξη συμφωνίας με την άλλη πλευρά. |
|
62. |
Φρονεί ότι η ειδική επιτροπή προφανώς διαδραματίζει ρόλο στη διαδικασία διαπραγματεύσεων. Ορίζεται από το Συμβούλιο προς τον σκοπό αυτόν και η Επιτροπή υποχρεούται να τη συμβουλεύεται. Η ειδική επιτροπή πρέπει, κατά συνέπεια, να έχει το δικαίωμα να εκφράζει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις θέσεις που πρέπει να ακολουθούνται κατά τις διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως ή να τροποποιεί τυχόν υπάρχουσες σε οποιοδήποτε στάδιο της εν λόγω διαδικασίας. |
|
63. |
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντανακλά ορθώς τη θεσμική ισορροπία η οποία εγκαθιδρύεται με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, έτσι ώστε να υπάρχει καλόπιστη συνεργασία κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Πράγματι, στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπραγματεύσεων, το Συμβούλιο και η ειδική επιτροπή την οποία ορίζει καλούνται αμφότερα να διαδραματίσουν ρόλο σύμφωνα με τη Συνθήκη. |
|
64. |
Στην περίπτωση κατά την οποία η προσφυγή γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας συντάσσεται με τα αιτήματα τα οποία υποβάλλει το Συμβούλιο σε σχέση με τις επιπτώσεις ενδεχόμενης ακυρώσεως. Φρονεί ότι δεν δικαιολογείται η διατήρηση των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον ακυρωθεί. |
2. Ανάλυση
α) Οι αρχές
i) Ποια είναι η έννοια του όρου «οδηγίες διαπραγματεύσεως»;
|
65. |
Κατά με τη Συνθήκη ΛΕΕ, «[τ]ο Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες [ ( 12 )] στον διαπραγματευτή [εν προκειμένω, στην Επιτροπή ( 13 )]» (η υπογράμμιση δική μου) ( 14 ). |
|
66. |
Κατ’ αρχάς, γενικά (και στο διοικητικό δίκαιο) η οδηγία είναι κανόνας με τον οποίο αρχή που διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως ορίζει για τον εαυτό της ή επιτάσσει σε άλλη αρχή τρόπο συμπεριφοράς κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας ( 15 ). |
|
67. |
Ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ ανταποκρίνεται σε αυτόν τον ορισμό, ο οποίος προφανώς διαφέρει από τον ορισμό που δίδεται για τον ίδιο όρο με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο «[η] οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών». Στο πλαίσιο των διεθνών διαπραγματεύσεων, οι οδηγίες του Συμβουλίου δεν απευθύνονται στα κράτη μέλη, αλλά στην Επιτροπή· αντιθέτως προς τις οδηγίες κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως δεν δημοσιεύονται –προφανώς διότι κάτι τέτοιο θα αποκάλυπτε τις προθέσεις της Ένωσης στην άλλη πλευρά και θα μπορούσε να παραβλάψει τη διαπραγματευτική θέση της Επιτροπής ( 16 ). |
|
68. |
Στην καλύτερη περίπτωση, ο μόνος παραλληλισμός που μπορεί να γίνει μεταξύ των δύο τύπων οδηγίας είναι ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως αφήνουν επίσης στην Επιτροπή «την επιλογή του τύπου και των μέσων», εφόσον δεν μπορούν παρά να καθοδηγούν την Επιτροπή, υπό την ιδιότητα του διαπραγματευτή, κατά τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα επρόκειτο για «οδηγίες» αλλά για «υπαγόρευση» ( 17 ) διαπραγματεύσεως –πράγμα που επ’ ουδενί αντανακλά τη θεσμική ισορροπία την οποία καθιερώνουν οι Συνθήκες ( 18 ) και η νομολογία του Δικαστηρίου ήδη από το 1958 ( 19 ). Πράγματι, «[ο]ι διαπραγματεύσεις απαιτούν ευελιξία και προσαρμοστικότητα και φαίνεται δύσκολο να δεσμευθεί πρόωρα το περιθώριο ελιγμών των εκτελεστικών οργάνων» ( 20 ). |
|
69. |
Η θεσμική ισορροπία την οποία προβλέπει το άρθρο 218 ΣΛΕΕ για τις διεθνείς συμφωνίες ομοιάζει επίσης με την ισορροπία την οποία καθιερώνει η Συνθήκη όσον αφορά τη θέσπιση κανονισμών, οδηγιών και αποφάσεων, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 218, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, «[η] Επιτροπή […] υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο». Όπως και σε άλλες περιπτώσεις στο πλαίσιο της Συνθήκης, η Επιτροπή είναι εκείνη που έχει το δικαίωμα να προκαλεί τη δράση της Ένωσης. Η Επιτροπή –και όχι το Συμβούλιο– είναι εκείνη που πρέπει να εξετάζει προηγουμένως αν είναι σκόπιμο να συνάψει η Ένωση με ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη διεθνή συμφωνία σε συγκεκριμένο τομέα. |
|
70. |
Επιπλέον, ακόμα και το σχέδιο οδηγιών διαπραγματεύσεως προτείνεται συνήθως από την Επιτροπή στο Συμβούλιο και προσαρτάται στη σύσταση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων ( 21 ). |
|
71. |
Κατά συνέπεια, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως συνιστούν, κατά την άποψή μου, κατευθυντήριες γραμμές σκοπός των οποίων είναι να εκτεθούν στον διαπραγματευτή (εν προκειμένω στην Επιτροπή) οι γενικοί στόχοι που πρέπει να προσπαθήσει να επιτύχει στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων. |
|
72. |
Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο ( 22 ), «η κύρωση για ενδεχόμενη μη τήρηση των οδηγιών που απευθύνει το Συμβούλιο στην Επιτροπή σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις που διεξάγει η τελευταία στο πλαίσιο του άρθρου 300, παράγραφος 1, ΕΚ [νυν άρθρου 218 ΣΛΕΕ], επέρχεται κανονικά με την απόφαση για σύναψη ή μη της συμφωνίας, η οποία εναπόκειται στο Συμβούλιο. Κατά συνέπεια, [οι εν λόγω] οδηγίες δεν περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν στους κανόνες βάσει των οποίων πρέπει να εκτιμάται η νομιμότητα των πράξεων τις οποίες διενεργεί η Επιτροπή στο πλαίσιο των διεθνών διαπραγματεύσεων, εφόσον κατά των πράξεων αυτών χωρεί προσφυγή». |
|
73. |
Ανεξαρτήτως αυτού, όπως θα εκθέσω στη συνέχεια, ο ρόλος της ειδικής επιτροπής την οποία μπορεί να ορίσει το Συμβούλιο είναι ανάλογος με τον ρόλο των οδηγιών διαπραγματεύσεως: η ειδική επιτροπή απλώς και μόνο καθοδηγεί την Επιτροπή κατά τις εργασίες, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, οι διαπραγματεύσεις (πρέπει να) διεξάγονται σε διαβούλευση με την ειδική επιτροπή (η υπογράμμιση δική μου). |
ii) Μπορούν οδηγίες διαπραγματεύσεως όπως οι επίδικες να προβλέπουν διαδικαστικές ρυθμίσεις;
|
74. |
Το τμήμα Α περιλαμβάνει τέσσερα σημεία που περιγράφουν τον τρόπο καθορισμού των διαπραγματευτικών θέσεων, ενημερώσεως και διαβουλεύσεως που πρέπει να ακολουθείται κατά τις διαπραγματεύσεις. Τα «μέρη» τα οποία αναφέρει είναι η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η ειδική επιτροπή η οποία έχει οριστεί για την παρακολούθηση των διαπραγματεύσεων, εν προκειμένω η «ομάδα εργασίας “Περιβάλλον”». Από τις διατάξεις του προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνει το Συμβούλιο για το χρονοδιάγραμμα και τα υπό διαπραγμάτευση θέματα, να υποβάλλει εκθέσεις στο Συμβούλιο σχετικά με την έκβαση των διαπραγματεύσεων μετά από κάθε συνεδρία και να ενημερώνει το Συμβούλιο, καθώς και να διαβουλεύεται με την ειδική επιτροπή για κάθε σημαντικό πρόβλημα που ανακύπτει κατά τις διαπραγματεύσεις. Προβλέπεται επίσης ότι, εφόσον απαιτείται, καθορίζονται λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής ή του Συμβουλίου και ότι, πριν από κάθε διαπραγματευτική συνεδρία, διεξάγεται συνεδρίαση της ειδικής επιτροπής, μεταξύ άλλων προκειμένου να καθοριστούν οι θέσεις ή οι κατευθυντήριες γραμμές της διαπραγματεύσεως. |
– Εισαγωγή
|
75. |
Επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι, αντιθέτως προς τον εσφαλμένο τρόπο με τον οποίο την παρουσιάζουν ορισμένα κράτη μέλη, η θέση της Επιτροπής δεν είναι ότι δεν πρέπει να αποδοθεί κανένας ρόλος στην ειδική επιτροπή ή/και στο Συμβούλιο ή ότι η Επιτροπή δεν υπέχει καμία υποχρέωση. Είναι σαφές ότι η Επιτροπή δεν σκέφθηκε σε καμία περίπτωση να ενεργήσει «αυτόνομα» ( 23 ). |
|
76. |
Επίσης, πολυάριθμα υπομνήματα παρεμβάσεως εμμένουν στον μάλλον εύλογο χαρακτήρα ορισμένων διαδικαστικών διατάξεων που περιέχονται στις επίδικες οδηγίες διαπραγματεύσεως, παραβλέποντας ότι η αιτίαση της Επιτροπής ουδόλως αφορά τους συγκεκριμένους κανόνες του τμήματος Α, αλλά αντιθέτως βασιζόμενη στο άρθρο 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ, αμφισβητεί αυτή καθαυτήν την αρμοδιότητα του Συμβουλίου προς έκδοση των εν λόγω διαδικαστικών κανόνων, ανεξαρτήτως του εύλογου ή μη χαρακτήρα τους. |
|
77. |
Η απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑114/12, EU:C:2014:2151), στην οποία αναφέρθηκα στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της κρινόμενης προσφυγής, δεν παρέχει ενδείξεις σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως του Συμβουλίου στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης ήταν σαφώς λιγότερο λεπτομερείς από τις επίδικες (βλ. σκέψεις 32 και 33 της εν λόγω αποφάσεως), οι οποίες με τη σειρά τους είναι λιγότερο λεπτομερείς από τις οδηγίες διαπραγματεύσεως για την TTIP που εκτείνονται σε 18 σελίδες, έναντι τεσσάρων στην κρινόμενη υπόθεση ( 24 ). |
– Απάντηση στην ερώτηση
|
78. |
Φρονώ ότι, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς στην Επιτροπή λεπτομερή διαδικασία κατά τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων για διεθνή συμφωνία ( 25 ). |
|
79. |
Ασφαλώς, μπορεί να είναι δικαιολογημένο να συμφωνείται ο τρόπος συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, ιδίως στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων, αλλά στην περίπτωση αυτή πρέπει να συμφωνείται μέσω διοργανικών συμφωνιών ( 26 ) και όχι με απόφαση που επιβάλλεται μονομερώς από ένα θεσμικό όργανο σε ένα ή περισσότερα άλλα. Πράγματι, «[η] τεχνική των διοργανικών συμφωνιών αναδεικνύει τη συμπληρωματικότητα των [αρχών της θεσμικής ισορροπίας και της καλόπιστης συνεργασίας ( 27 )]. Στους τομείς συντρέχουσας αρμοδιότητας των τριών πολιτικών θεσμικών οργάνων, η διοργανική συμφωνία επιτρέπει τον καθορισμό ορθών πρακτικών, την πρόληψη των συγκρούσεων και, σε κάθε περίπτωση, τη διατήρηση της θεσμικής ισορροπίας» ( 28 ). |
|
80. |
Αυτή η μέθοδος προβλέπεται, εξάλλου, ρητώς από το άρθρο 295 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προβαίνουν σε αμοιβαίες διαβουλεύσεις και οργανώνουν, βάσει κοινής συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες της συνεργασίας τους. Για τον σκοπό αυτό μπορούν, τηρουμένων των Συνθηκών, να συνάπτουν διοργανικές συμφωνίες οι οποίες ενδέχεται να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα». |
|
81. |
Όταν, για παράδειγμα, η Επιτροπή θέλησε να διευκρινίσει την υποχρέωση προς ενημέρωση του Κοινοβουλίου την οποία προβλέπει το άρθρο 218, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ, συνήψε συμφωνία-πλαίσιο με το Κοινοβούλιο. Βάσει της εν λόγω συμφωνίας‑πλαισίου που συνήφθη το 2010, «όταν η Επιτροπή προτείνει σχέδιο οδηγιών διαπραγμάτευσης με σκοπό την έγκρισή τους από το Συμβούλιο, η Επιτροπή το υποβάλλει ταυτόχρονα και στο Κοινοβούλιο» ( 29 ). Επίσης, η συμφωνία-πλαίσιο προβλέπει ότι η Επιτροπή «ενημερώνει το Κοινοβούλιο τακτικά και πάραυτα για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων έως ότου μονογραφεί η συμφωνία και εξηγεί κατά πόσο και πώς ενσωματώθηκαν οι παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου στα υπό διαπραγμάτευση κείμενα και στην αντίθετη περίπτωση για ποιο λόγο αυτό δεν έγινε» ( 30 ). |
|
82. |
Κατά συνέπεια –αντιθέτως προς την οδό την οποία ακολούθησε το Συμβούλιο εν προκειμένω– το Κοινοβούλιο, συνάπτοντας την εν λόγω διοργανική συμφωνία, υπογράμμισε την απόλυτη ανάγκη να γίνουν σεβαστοί ο ρόλος διαπραγματευτή της Επιτροπής και το περιθώριο κινήσεων το οποίο απαιτεί κάθε διαπραγμάτευση. |
|
83. |
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να συναφθεί από την Επιτροπή και το Συμβούλιο, ή ακόμα και από τα τρία όργανα ( 31 ), διότι το άρθρο 295 ΣΛΕΕ αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα να οργανώνουν τα τρία όργανα τα οποία μνημονεύονται στην εν λόγω διάταξη, «βάσει κοινής συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες της συνεργασίας τους». Εξάλλου, δεν κατανοώ για ποιο λόγο η συμμετοχή των τριών οργάνων σε ανάλογη συμφωνία (ή πολύ περισσότερο των δύο εξ αυτών) θέτει σε κίνδυνο, όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο, την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων την οποία προβλέπει το άρθρο 218 ΣΛΕΕ. |
|
84. |
Όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, μια διάταξη όπως αυτή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ (ή, προηγουμένως, του άρθρου 228 ΕΟΚ, το οποίο κατέστη, μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, άρθρο 300 ΕΚ) συνιστά, όσον αφορά τη σύναψη συνθηκών, αυτόνομο και γενικό κανόνα θεσμικής ισχύος, καθόσον παρέχει στα όργανα της Ένωσης συγκεκριμένες αρμοδιότητες με σκοπό την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των οργάνων αυτών ( 32 ). |
|
85. |
Το Δικαστήριο προσθέτει ότι «η αρμοδιότητα για τη σύναψη συμβάσεων που έχει παρασχεθεί στο Συμβούλιο ισχύει μόνον “υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής στον τομέα αυτόν”» ( 33 ). |
|
86. |
Κατά συνέπεια, έχει ζωτική σημασία τα θεσμικά όργανα να τηρούν αυστηρά την εν λόγω ισορροπία, ούτως ώστε να αποφεύγεται τυχόν εισπήδηση από ένα θεσμικό όργανο στις αρμοδιότητες άλλου. |
|
87. |
Είμαι της γνώμης ότι, προβλέποντας με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως διαδικασία η οποία στερεί από την Επιτροπή το περιθώριο κινήσεων που είναι απαραίτητο για τη διαπραγμάτευση της επίδικης διεθνούς συμφωνίας και την οποία επέβαλε στην Επιτροπή με απόφαση που απευθύνεται σε αυτή, το Συμβούλιο εισπήδησε στις εξουσίες της Επιτροπής. |
|
88. |
Με τον τρόπο αυτόν, αντιθέτως προς την προεκτεθείσα κατάσταση μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής, το Συμβούλιο καθόρισε μονομερώς ( 34 ) τη μορφή και τη συχνότητα τόσο της κυκλοφορίας των πληροφοριών όσο και της ανακοινώσεως των θέσεων ή των κατευθυντήριων γραμμών που θα υιοθετούνται κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, σε σημείο ώστε να μετατραπεί σε πραγματικό διαπραγματευτή. |
|
89. |
Πράγματι, φρονώ ότι οι οδηγίες διαπραγματεύσεως πρέπει να αφορούν τις στρατηγικές και αντικειμενικές επιλογές ουσίας που πρέπει να υποστηριχθούν κατά τις διαπραγματεύσεις, με άλλα λόγια το περιεχόμενο του προς διαπραγμάτευση κειμένου. |
|
90. |
Αντιθέτως, δεν μπορούν να επιβάλλουν συγκεκριμένες διαδικασίες στον διαπραγματευτή ( 35 ), εν προκειμένω στην Επιτροπή, η οποία εξάλλου είναι αρμόδια να καθορίζει η ίδια τον τρόπο διαβουλεύσεως με την ειδική επιτροπή που ορίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. |
iii) Οι «οδηγίες διαπραγματεύσεως» και η ιδιότητα του διαπραγματευτή
|
91. |
Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας (βλ. σημείο 188 των παρουσών προτάσεων) ( 36 ), κωδικοποιεί τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει κρίνει, όσον αφορά το Συμβούλιο, ότι «από το γράμμα και από την οικονομία του συστήματος που καθιερώνει η Συνθήκη προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εφαρμογή των κανόνων [της Συνθήκης]» και, κατά συνέπεια, «δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει μια εναλλακτική διαδικασία, επί παραδείγματι για την έκδοση πράξεως η οποία δεν είναι η απόφαση καθαυτή η προβλεπόμενη σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ή η οποία εκδόθηκε υπό συνθήκες διαφορετικές από αυτές που επιβάλλουν οι εφαρμοστέες διατάξεις» ( 37 ). |
|
92. |
Πάντως στο τμήμα Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως αναφέρεται επανειλημμένα το Συμβούλιο ως πραγματικός παράγων των διαπραγματεύσεων ( 38 ), πράγμα που αντιβαίνει στη θεσμική ισορροπία την οποία προβλέπει το άρθρο 218 ΣΛΕΕ. Πράγματι, αφής στιγμής το Συμβούλιο εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις, δεν μπορεί να μετέχει άμεσα στη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για την ειδική επιτροπή ( 39 ), η οποία είναι συμβουλευτικό απλώς όργανο. |
|
93. |
Η διαβούλευση με την ειδική επιτροπή μπορεί να βοηθήσει την Επιτροπή να προσδιορίσει αν ορισμένες διατάξεις της μελλοντικής συμφωνίας μπορούν να συγκεντρώσουν την πολιτική έγκριση του Συμβουλίου, αρμόδια όμως να αποφασίζει πώς θα εντάξει το στοιχείο αυτό στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις είναι η Επιτροπή. |
|
94. |
Είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνει ο P. Eeckhout ( 40 ), «[t]he Commission conducts the negotiations in accordance with directives [...] [t]hat does not mean that the Commission has a free hand in the negotiations. Through the ‘special committees’, consisting of national governments representatives, the Council machinery keeps a close eye on how the negotiations are evolving. The Commission is therefore often a double negotiator: both with the other party to the negotiations and with Member States’ representatives or the Council itself». |
|
95. |
Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνουν οι I. MacLeod, I. D. Hendry και S. Hyett ( 41 ), η διατύπωση της Συνθήκης ΕΚ «σε συνεννόηση με τις ειδικές επιτροπές που ορίζονται από το Συμβούλιο για να την επικουρούν στο έργο [του διαπραγματευτή]», [υπογραμμίζουν] «the pre-eminent role of the Commission in any negotiation: the committee does not give the Commission direct instructions, and the Treaty does not imply that the committee, or its representatives, may be present during the face to face negotiations, at least when the agreement relates only to matters within the competence of the Community under the Treaty. But the Commission is under an obligation to consult the committee. It would be unlikely to ignore its views: the results of any negotiation have to be acceptable to the Council, so there would be little point in the Commission side-stepping any committee set up to assist in the negotiations» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
96. |
Όσον αφορά τη διατύπωση «within the framework of [such directives as the Council may issue]» ( 42 ), προσθέτουν ορθώς ότι «[a]lthough the Commission’s negotiating discretion is limited by the directives of the Council, the Commission’s basic discretion as negotiator remains: the Council may issue ‘directives’, but it may not seek to regulate the conduct of the negotiations on a line-by-line basis» (η υπογράμμιση δική μου) ( 43 ). |
|
97. |
Συμφωνώ επίσης με τον P. Eeckhout ( 44 ) ότι, «[n]otwithstanding such supervision by the Council, the negotiation of international agreements does amount to a significant Commission prerogative. The Commission is generally in a position to try to find a common denominator of the, often varying, interests of the Member States. Moreover, in some cases the Commission can be quite deft in the use of its authority to negotiate. Two examples, both from the Uruguay Round negotiations leading to the establishment of the WTO, illustrate this». |
|
98. |
Οι οδηγίες διαπραγματεύσεως δεν μπορούν να μετατρέψουν το Συμβούλιο σε πραγματικό διαπραγματευτή και το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο για την ειδική επιτροπή την οποία προβλέπει το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. |
|
99. |
Όπως προβλέπει το εν λόγω άρθρο, η εν λόγω ειδική επιτροπή έχει απλώς συμβουλευτικό ρόλο, εφόσον οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται σε διαβούλευση με αυτή. |
|
100. |
Φρονώ ότι αυτό έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς το τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία δίδεται στην ειδική επιτροπή εξουσία λήψεως αποφάσεων για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, δεδομένου ότι στο σημείο 1 προβλέπεται δυνατότητα της ειδικής επιτροπής να καθορίζει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης», ενώ στο σημείο 3 προβλέπεται ότι «πριν από κάθε διαπραγματευτική συνεδρία διεξάγεται συνεδρίαση με την ειδική επιτροπή, ούτως ώστε να καθορισθούν τα βασικά ζητήματα και οι διαπραγματευτικές θέσεις ή κατευθυντήριες γραμμές, κατά περίπτωση». |
|
101. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας υπογράμμισε ότι η Επιτροπή έπρεπε απλώς να «διαβουλεύεται» με την ειδική επιτροπή, και όχι να την «υπακούει». Δεν αντιλαμβάνομαι πώς η θέση αυτή μπορεί να συμφιλιωθεί με την εξουσία την οποία διαθέτει η εν λόγω επιτροπή να καθορίζει λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επίσης, το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η ειδική επιτροπή δεν μπορούσε να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως (πράγμα που αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου) –ενώ όλοι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η ειδική επιτροπή δεν διεξήγε ψηφοφορίες και, εξάλλου, δεν δεσμευόταν από κανόνες ψηφοφορίας, αλλά, κατά τη γνώμη μου, οι δηλώσεις αυτές αντιφάσκουν προς το γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η ειδική επιτροπή μπορεί να καθορίζει λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις. |
iv) Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ υπό το πρίσμα της αρχής της θεσμικής ισορροπίας
|
102. |
Αυτή η αυστηρή οριοθέτηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ συνάδει απολύτως με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει υπογραμμίσει τη σημασία της «ισορροπίας εξουσιών» ( 45 ), του «καταμερισμού των εξουσιών μεταξύ των κοινοτικών οργάνων» ( 46 ), του «συστήματος κατανομής των αρμοδιοτήτων και της θεσμικής ισορροπίας μεταξύ της δικαστικής και της διοικητικής εξουσίας» ( 47 ), αλλά και της «θεσμικής θέσεως» ( 48 ) ή της «θεσμικής οργανώσεως» ( 49 ), υπογραμμίζοντας ότι η θεσμική ισορροπία συνιστά «χαρακτηριστικό της θεσμικής δομής της Κοινότητας» ( 50 ). |
|
103. |
Πράγματι, κατά τη νομολογία, η «αρχή της θεσμικής ισορροπίας [συνεπάγεται ότι] κάθε κοινοτικό όργανο πρέπει να ασκεί τις αρμοδιότητές του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των άλλων» ( 51 ). Η θεσμική ισορροπία δεν είναι τίποτα περισσότερο από την έκφραση της κλασικής αρχής (του σεβασμού) των δοτών αρμοδιοτήτων, ενώ η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μπορεί να θεωρηθεί εργαλείο που επιτρέπει την καλύτερη δυνατή προσαρμογή του δικαστικού ελέγχου στον σεβασμό της θεσμικής ισορροπίας ( 52 ). Όπως ορθώς επισημαίνει ο J.-P. Jacqué ( 53 ), η θεσμική ισορροπία «συναρτάται […] προς το γεγονός ότι η κοινοτική θεσμική δομή βασίζεται σε καταμερισμό των εξουσιών μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων». |
|
104. |
Όπως επισήμανα ανωτέρω ( 54 ), το Δικαστήριο έχει εκφράσει την ίδια άποψη σε σχέση με το πρώην άρθρο 228 ΕΟΚ (κατόπιν άρθρο 300 ΕΚ και νυν άρθρο 218 ΣΛΕΕ) ( 55 ), περί του οποίου έκρινε ότι «αποτελεί, όσον αφορά τη σύναψη συνθηκών, μια αυτόνομη και γενική διάταξη θεσμικού περιεχομένου, καθόσον παρέχει στα κοινοτικά όργανα συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Καθώς σκοπός του είναι η επίτευξη μιας ισορροπίας μεταξύ των οργάνων αυτών, το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι οι [διαπραγματεύσεις για] συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και ενός ή περισσοτέρων κρατών διεξάγονται από την Επιτροπή και, στη συνέχεια, συνάπτονται από το Συμβούλιο ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη περιπτώσεις. Ωστόσο, η αρμοδιότητα για τη σύναψη συμβάσεων που έχει παρασχεθεί στο Συμβούλιο ισχύει μόνον “υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής στον τομέα αυτόν”». |
|
105. |
Ο ίδιος κανόνας ισχύει (κατά μείζονα λόγο) για την ειδική επιτροπή. Η δυνατότητα που της αναγνωρίζεται (όπως και στο Συμβούλιο) να καθορίζει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις» που παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταβάλλει την ισορροπία των εξουσιών μεταξύ των θεσμικών οργάνων, καθιστώντας το Συμβούλιο –ή την ειδική επιτροπή– τον καθοριστικό παράγοντα της Ένωσης στη διαπραγματευτική διαδικασία, ενώ η Επιτροπή παύει να είναι διαπραγματευτής που αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη, περιοριζόμενη σε δευτερεύοντα ρόλο εκπροσώπου ή εντολοδόχου του Συμβουλίου ή της ειδικής επιτροπής. Θα πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί η διαφορά μεταξύ των «λεπτομερών διαπραγματευτικών θέσεων» και των «οδηγιών διαπραγματεύσεως», λαμβανομένου υπόψη ότι οι πρώτες δεν μπορούν να εκληφθούν ως απλές «τροποποιήσεις» των οδηγιών διαπραγματεύσεως. Επισημαίνεται ότι, ενώ το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει και να τροποποιεί οδηγίες διαπραγματεύσεως, η Συνθήκη δεν προβλέπει κάτι αντίστοιχο για την ειδική επιτροπή, η οποία θα ήταν πολλώ μάλλον περίεργο να μπορεί να εκδίδει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις». |
|
106. |
Με την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 56 ) (η οποία αφορούσε τις προνομίες του Κοινοβουλίου), το Δικαστήριο έκρινε ότι «[ο]ι προνομίες αυτές αποτελούν ένα από τα στοιχεία της μεταξύ των θεσμικών οργάνων ισορροπίας που έχει καθιερωθεί από τις Συνθήκες. Πράγματι, με τις τελευταίες έχει θεσπιστεί ένα σύστημα κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων οργάνων της Κοινότητας, με το οποίο ανατίθεται στο καθένα η δική του αποστολή εντός του πλαισίου της θεσμικής διαρθρώσεως της Κοινότητας και της πραγματοποιήσεως του έργου που της έχει ανατεθεί». |
β) Τα αντίθετα επιχειρήματα του Συμβουλίου και των κρατών μελών
|
107. |
Πολλά από τα επιχειρήματα του Συμβουλίου και των κρατών μελών χρήζουν λεπτομερέστερου σχολιασμού. |
i) Πρώτο επιχείρημα
|
108. |
Το Συμβούλιο καθώς και ορισμένα κράτη μέλη ( 57 ) υπερασπίζονται το τμήμα Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως επικαλούμενα το άρθρο 16 ΣΕΕ, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο ασκεί καθήκοντα «χάραξης πολιτικών». |
|
109. |
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό. |
|
110. |
Πράγματι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αυτά τα καθήκοντα «χάραξης πολιτικών» ασκούνται «σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι Συνθήκες». |
|
111. |
Εξάλλου, το άρθρο 16 ΣΕΕ προδήλως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πολιτικό ρόλο σε αυτό το πλαίσιο διαδραματίζει μόνο το Συμβούλιο, ενώ τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα όχι. Επίσης, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το Συμβούλιο ως γενικής εφαρμογής διάταξη που μπορεί να πληρώσει τα «κενά» τα οποία θεωρεί το Συμβούλιο ότι υπάρχουν κάθε φορά που εκτιμά ότι κάποια διάταξη της Συνθήκης δεν του αναθέτει επαρκώς πρωταγωνιστικό ρόλο. |
|
112. |
Το Συμβούλιο μπορεί να ασκεί τον πολιτικό του ρόλο σε σχέση με διεθνείς συμφωνίες μόνο στα στάδια και με τον τρόπο που προβλέπει ρητώς το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, το οποίο συνιστά «αυτόνομο και γενικό κανόνα» (όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο). Ο ρόλος αυτός δεν είναι δευτερεύων, εφόσον ασκείται (αλλά δεν μπορεί παρά να ασκείται) ( 58 ) με την απόφαση με την οποία εγκρίνεται ή όχι η έναρξη διαπραγματεύσεων, με τη δυνατότητα εκδόσεως οδηγιών με αποδέκτη τον διαπραγματευτή (οι οποίες εκλαμβάνονται ακριβώς ως κατευθυντήριες γραμμές που αφορούν τις στρατηγικές επιλογές και τους πολιτικούς στόχους των διαπραγματεύσεων) και, ασφαλώς, με την εξουσία συνάψεως ή όχι της συμφωνίας. |
|
113. |
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τσεχική Δημοκρατία υποστήριξε ότι είναι απαράδεκτο να απορρίπτει το Συμβούλιο ό,τι έχει διαπραγματευθεί η Επιτροπή, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο για τη διεθνή εικόνα της Ένωσης. Υπενθυμίζω συναφώς ότι, κατά κανόνα, στις διεθνείς συμφωνίες το κείμενο που προκύπτει από τις διαπραγματεύσεις υπόκειται στην κύρωση αρχής (συνήθως κοινοβουλίου) που δεν έχει συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις και δεν έχει καν την εξουσία να εκδίδει οδηγίες διαπραγματεύσεως. |
|
114. |
Το ίδιο το Συμβούλιο φαίνεται να αποδέχεται το γεγονός ότι δεν έχει την εξουσία να υποχρεώνει την Επιτροπή να του υποβάλει την πρόταση την οποία επιθυμεί, καθόσον, σύμφωνα με το σημείο 25 του υπομνήματος ανταπαντήσεώς του, «δεν αμφισβητεί ότι η Επιτροπή παραμένει πλήρως υπεύθυνη για τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο αυτό. Κατ’ αρχήν, κάθε απόφαση την οποία λαμβάνει η Επιτροπή στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων επικυρώνεται μόνο με την απόφαση του Συμβουλίου να εγκρίνει ή όχι το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, αν η Επιτροπή αποφασίσει, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, να υποβάλει πρόταση». |
|
115. |
Σε αυτό το πλαίσιο, οι J. Cloos, G. Reinesch, D. Vignes και J. Weyland ( 59 ) επισημαίνουν ότι, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη θέσπιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, «[μ]ια ουσιαστική εισήγηση της Επιτροπής αφορούσε τον χρόνο παρεμβάσεως της επιτροπής 113 [ ( 60 )]. Πράγματι, η Επιτροπή πρότεινε να αντικατασταθούν οι όροι “σε συνεννόηση” [ ( 61 )] με “κατόπιν διαβούλευσης” [...]. Η τροποποίηση αυτή θα διηύρυνε το περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής που θα μπορούσε να αρκείται σε διαβουλεύσεις με την επιτροπή 113 μία μόνο φορά, κατά την έναρξη μιας διαπραγματεύσεως. Τα κράτη μέλη δεν θέλησαν να ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση, εκτιμώντας ότι η τακτική παρακολούθηση των διαπραγματεύσεων από την επιτροπή 113 ήταν απαραίτητη προκειμένου να αποφεύγονται δυσάρεστες εκπλήξεις κατά τον χρόνο ολοκληρώσεως των διαπραγματεύσεων [...]. Μια άλλη τροποποίηση, ή μάλλον διευκρίνιση σχετικά με το άρθρο 113, την οποία εισηγήθηκε η λουξεμβουργιανή προεδρία δεν έγινε δεκτή από τις αντιπροσωπίες. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, θα αναφερόταν ρητώς ότι “στους τομείς τους οποίους καλύπτει το παρόν άρθρο και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 228 [ΕΟΚ], η θέση της Κοινότητας εκφράζεται από την Επιτροπή στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες, στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών και στο πλαίσιο διεθνών διασκέψεων”. Το εδάφιο αυτό, το οποίο εντούτοις είναι αυτονόητο σε έναν τομέα αμιγώς κοινοτικής αρμοδιότητας, παραλείφθηκε στο τελευταίο κείμενο [...] που υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μάαστριχτ. Το επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για την κατάργηση αυτή ήταν ακριβώς ότι δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ρητώς το αυτονόητο. Ο πραγματικός λόγος πρέπει προφανώς να αναζητηθεί στο κλίμα καχυποψίας έναντι της Επιτροπής στον εμπορικό τομέα: πράγματι, ορισμένα κράτη μέλη φοβούνταν ότι η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Δικαστήριο, θα επωφελούνταν κάθε ευκαιρίας προκειμένου να προωθήσει τις, φιλόδοξες στον τομέα αυτόν, θέσεις της». |
|
116. |
Η κρινόμενη υπόθεση γενικά και οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου και επτά κρατών μελών ειδικότερα καταδεικνύουν ότι, μετά από περισσότερα από είκοσι έτη, το κλίμα καχυποψίας κατά της Επιτροπής συνεχίζει να υφίσταται ( 62 ). |
|
117. |
Πράγματι, στην κρινόμενη υπόθεση το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο λόγος υπάρξεως των οδηγιών διαπραγματεύσεως (αλλά και μιας ειδικής επιτροπής) είναι η αποφυγή τετελεσμένου που θα ήταν «πολιτικά απαράδεκτο», εφόσον «το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την έγκριση της συμφωνίας» ( 63 ). |
|
118. |
Εξάλλου, η θέση αυτή αποτελεί τον κοινό τόπο της επιχειρηματολογίας των περισσότερων κρατών μελών που υπέβαλαν υπομνήματα παρεμβάσεως υπέρ του Συμβουλίου ( 64 ). Επίσης, τα ίδια κράτη μέλη υπογραμμίζουν ότι η στενή συνεργασία την οποία επιτάσσουν οι εν λόγω οδηγίες εγγυάται την ομαλή διεξαγωγή της διαπραγματευτικής διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου των διαπραγματεύσεων. |
|
119. |
Όπως επισημαίνει το ίδιο το Συμβούλιο, το επιχείρημα αυτό είναι πολιτικής φύσεως. Ακόμα και αν η δυνατότητα εκδόσεως οδηγιών διαπραγματεύσεως αποσκοπεί στη μείωση του κινδύνου συγκρούσεως μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, παρά ταύτα η εξουσία αυτή δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι εκμηδενίζει την αποστολή της Επιτροπής να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις και το δικαίωμα πρωτοβουλίας που διαθέτει κατά το πέρας των διαπραγματεύσεων. |
|
120. |
Αν το Συμβούλιο αποφασίσει να μην εγκρίνει τη συμφωνία, θα ασκήσει την εξουσία που του αναγνωρίζουν οι Συνθήκες, η οποία δεν εκτείνεται έως το να επιβάλει στην Επιτροπή να υποβάλει οπωσδήποτε πρόταση που θα συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία στο Συμβούλιο. |
|
121. |
Με άλλα λόγια, η εξουσία χαράξεως πολιτικών δεν καλύπτει ούτε τη διατύπωση της προτάσεως μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων, η οποία εναπόκειται στην Επιτροπή. |
ii) Δεύτερο επιχείρημα
|
122. |
Ακολουθώντας την προεκτεθείσα επιχειρηματολογία του Συμβουλίου, ορισμένα κράτη μέλη ( 65 ) υποστηρίζουν ότι το τμήμα Α και η συμμετοχή του Συμβουλίου στις διαπραγματεύσεις είναι απαραίτητα προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του ρόλου του ως οργάνου που λαμβάνει την τελική απόφαση, κατά το στάδιο της υπογραφής και της συνάψεως. Το επιχείρημα αυτό παρουσιάζεται επίσης και ως εχέγγυο της αξιοπιστίας της Ένωσης ως σοβαρού διαπραγματευτικού εταίρου. |
|
123. |
Μολονότι η άποψη αυτή μπορεί να υποστηριχθεί (και να αμφισβητηθεί) σε πολιτικό επίπεδο, παραβλέπει ακριβώς τη θεσμική ισορροπία στην οποία αποσκοπεί ιδίως το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, το οποίο θεσπίζει διαδικασία ( 66 ) στο πλαίσιο της οποίας τα τρία θεσμικά όργανα –Επιτροπή, Συμβούλιο και Κοινοβούλιο– διαδραματίζουν αυστηρά καθορισμένο ρόλο. |
|
124. |
Όπως ορθώς υπογραμμίζει το Κοινοβούλιο, «[πρέπει να ληφθεί υπόψη η όλη] οικονομία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνολική συνοχή του» ( 67 ), ενώ η άποψη που δικαιολογεί τον ρόλο του Συμβουλίου στις διαπραγματεύσεις στηριζόμενη στην τελική του εξουσία να συνάψει ή όχι τη συμφωνία τροποποιεί θεμελιωδώς την οικονομία του εν λόγω άρθρου 218 ΣΛΕΕ. |
|
125. |
Το επιχείρημα αυτό υποστηρίχθηκε κατά το παρελθόν και από το Συμβούλιο (τη νομική υπηρεσία του) που θεωρούσε ότι η προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να αναλάβει «προ-έννομες» υποχρεώσεις («pre-legal commitments») στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, διότι άλλως το Συμβούλιο θα έχανε κάθε επιρροή στην πραγματική διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Όπως ορθώς επισημαίνει ο Y. Devuyst ( 68 ), αυτή η έννοια των «pre-legal commitments», όπως χαρακτηρίζεται από το Συμβούλιο (τη νομική υπηρεσία του), δεν προβλεπόταν από τη Συνθήκη και η εισαγωγή της «προσθέτει ένα νέο διαδικαστικό στάδιο […] που δεν προβλέπεται από τις Συνθήκες». «Κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταβάλλεται η θεσμική ισορροπία υπέρ του Συμβουλίου», καθόσον «όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων μεταξύ της ενάρξεως και της υπογραφής της συμφωνίας εμπίπτουν λογικά στην ευθύνη της Επιτροπής». «Αν το Συμβούλιο ενέκρινε κάθε σημαντικό “pre-legal commitment” […], οι ειδικές διαδικασίες των άρθρων 207, παράγραφος 3, και 218 ΣΛΕΕ θα καθίσταντο σε μεγάλο βαθμό κενές ουσίας» και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μεταβαλλόταν σε «εταίρο με τον οποίον είναι αδύνατον να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις». |
|
126. |
Εξάλλου, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι ο σκοπός της Επιτροπής δεν μπορεί να είναι απλώς η επίτευξη διεθνούς συμφωνίας που να μπορεί να εγκριθεί από το Συμβούλιο, αλλά η διαπραγμάτευση συμφωνίας που να εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ένωσης ( 69 ), πριν να υποβληθεί από την Επιτροπή στο Κοινοβούλιο προς έγκριση, όπου αυτό απαιτείται, και στη συνέχεια στο Συμβούλιο. |
|
127. |
Επισημαίνω συναφώς ότι, όπως παραδέχεται και το Συμβούλιο, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να αποφασίσει να μην προτείνει τη σύναψη της συμφωνίας ( 70 ), πράγμα που, παραδόξως, θα κινδύνευε να συμβαίνει συχνότερα αν το Συμβούλιο (ή η ειδική επιτροπή, δεδομένου ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν κάνουν διάκριση μεταξύ των δύο) ήταν εκείνο που έπρεπε να προσδιορίσει τη διαπραγματευτική θέση, αγνοώντας τυχόν αντίθετες γνώμες της Επιτροπής. |
iii) Τρίτο επιχείρημα
|
128. |
Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, θα πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Συμβούλιο και η άρνηση εγκρίσεως του σχεδίου τελικής συμφωνίας να έχει αρνητική επίπτωση στις σχέσεις με την άλλη πλευρά. Η Τσεχική Κυβέρνηση προβάλλει την, κατά τη γνώμη της, «χρήσιμη αναλογία» με τον σκοπό της διαδικασίας γνωμοδοτήσεως κατά το άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ, ο οποίος είναι επίσης η εξάλειψη του κινδύνου ασυμβατότητας της διεθνούς συμφωνίας που έχει προκύψει από τις διαπραγματεύσεις με το δίκαιο της Ένωσης και η πρόληψη των προβλημάτων που θα προκαλούσε αυτό στον τομέα των διεθνών σχέσεων. Κατά την άποψή της, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σαφέστατα σχετικά με το ζήτημα αυτό, κρίνοντας ότι «η δικαστική απόφαση με την οποία θα αναγνωριζόταν, ενδεχομένως, ότι μια τέτοια συμφωνία είναι, είτε λόγω του περιεχομένου της είτε λόγω της ακολουθηθείσας για τη σύναψη της διαδικασίας, ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις της Συνθήκης, θα δημιουργούσε, ασφαλώς, όχι μόνο σε κοινοτικό, αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, σοβαρές δυσχέρειες και θα μπορούσε να βλάψει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων και των τρίτων χωρών» ( 71 ). |
|
129. |
Είμαι της γνώμης ότι αυτή η παραπομπή στο άρθρο 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ και στη γνωμοδότηση 2/94 δεν είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της κρινομένης υποθέσεως ( 72 ). |
|
130. |
Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η μη σύναψη διεθνούς συμφωνίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με την ακύρωση αποφάσεως περί συνάψεως συμφωνίας η οποία έχει αρχίσει να ισχύει. Η άρνηση του Συμβουλίου να εγκρίνει τη συμφωνία μπορεί στη χειρότερη περίπτωση να έχει πολιτικές συνέπειες που θα ανακύψουν επίσης αν η Επιτροπή δεν προτείνει τη σύναψη της συμφωνίας ή αν το Κοινοβούλιο δεν την εγκρίνει, όταν αυτό απαιτείται. Από την άποψη των διεθνών σχέσεων, ο λόγος μη εγκρίσεως της συμφωνίας ουδεμία επιρροή ασκεί και δεν δικαιολογεί το προβάδισμα ενός οργάνου έναντι των λοιπών. |
iv) Τέταρτο επιχείρημα
|
131. |
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει το Βασίλειο της Σουηδίας ( 73 ), η Επιτροπή ουδέποτε υποστήριξε ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να ασκεί «οποιαδήποτε επιρροή στην υπό διαπραγμάτευση συμφωνία». |
|
132. |
Εξάλλου, η Επιτροπή αναγνώρισε ( 74 ) ότι –καθόσον το Συμβούλιο έχει την τελευταία λέξη όσον αφορά τη σύναψη ή όχι της συμφωνίας, παράγων που αναμφισβήτητα ασκεί επιρροή στο περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων– δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό το σενάριο ( 75 ) η ίδια να επενδύσει στη διαπραγμάτευση διεθνούς συμφωνίας που έχει μικρές πιθανότητες να τεθεί σε ισχύ επειδή το Συμβούλιο (ή το Κοινοβούλιο) είναι αντίθετο. Αυτό το μέλημα της Επιτροπής μπορεί να εκληφθεί ως εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας. |
|
133. |
Θα πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο έχει το δικαίωμα να απαιτεί πλήρη και τακτική λογοδοσία όσον αφορά τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, μέσω ακριβώς της ειδικής επιτροπής η οποία γνωστοποιεί τη γνώμη της (και τη γνώμη του Συμβουλίου) στον διαπραγματευτή καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας διαβουλεύσεως. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, αντιθέτως προς ό,τι προκύπτει από το υπόμνημα αντικρούσεως του Συμβουλίου (σημείο 32), δεν ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν χρειάζεται να γνωστοποιεί τις απόψεις του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αλλά υπογραμμίζει με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις που εκφράζει το Συμβούλιο (ή το Κοινοβούλιο). |
|
134. |
Επίσης, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί την υποχρέωση που υπέχει να διαβουλεύεται με την ειδική επιτροπή και να έχει τακτικές επαφές με αυτή. Η υποχρέωση αυτή απορρέει λογικά από το άρθρο 218 ΣΛΕΕ και μάλιστα περιγράφεται λεπτομερέστερα στην περίπτωση εμπορικών συμφωνιών ( 76 ). |
|
135. |
Κατά συνέπεια, δεν προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει το άρθρο 2, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
136. |
Τίθεται επίσης το ερώτημα αν το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιήσει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως κατά τη διάρκεια της διαπραγματευτικής διαδικασίας. |
|
137. |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ύπαρξη συστάσεως δεν συνιστά απλώς τυπική ενέργεια η οποία είναι απαραίτητη για την κίνηση της διαδικασίας και την οποία, στη συνέχεια, το Συμβούλιο μπορεί να χειριστεί απολύτως κατά το δοκούν. Αν το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η εξουσία του κατά τις διαπραγματεύσεις θεμελιώνεται στην εξουσία του να επιτρέπει την έναρξή τους και στην εξουσία του να εγκρίνει τη συμφωνία, δύο εξουσίες οι οποίες, με τη σειρά τους, πρέπει να θεμελιώνονται σε προτάσεις (ή συστάσεις) της Επιτροπής, θα πρέπει επίσης να δεχθεί ότι πρόταση ή σύσταση είναι επίσης απαραίτητη πριν από κάθε αναθεώρηση ή τροποποίηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το Συμβούλιο θα αποκτούσε μεγαλύτερες εξουσίες κατά τις διαπραγματεύσεις (δηλαδή σε ένα στάδιο κατά το οποίο οι Συνθήκες δεν του απονέμουν καμία εξουσία) από ό,τι κατά το στάδιο της εγκρίσεως της ενάρξεως διαπραγματεύσεων ή της συνάψεως της διεθνούς συμφωνίας (δηλαδή στα δύο στάδια κατά τα οποία ο ρόλος του Συμβουλίου προβλέπεται από τις Συνθήκες). |
|
138. |
Η επιχειρηματολογία αυτή της Επιτροπής δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει (θα πρέπει να επισημανθεί, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν ζητεί την ακύρωση της πρώτης περιόδου του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «[τ]ο Συμβούλιο μπορεί να επανεξετάζει ανά πάσα στιγμή το περιεχόμενο των οδηγιών»). |
|
139. |
Φρονώ ότι, εφόσον το Συμβούλιο θα κληθεί σε τελική ανάλυση να εγκρίνει τη συμφωνία που προκύπτει από τις διαπραγματεύσεις, θα ήταν παράλογο να μπορεί να εκφέρει γνώμη μόνον κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων και όχι κατά τη διάρκειά τους ( 77 ). Πράγματι, είναι σαφές ότι, κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή γνωρίζουν λεπτομερώς τις θέσεις των τρίτων χωρών. Επιπλέον, οι διαπραγματεύσεις είναι συχνά πολύπλοκες και μακροχρόνιες, οι κυβερνήσεις και η πραγματικότητα αλλάζουν, πράγμα που συνηγορεί επίσης υπέρ της δυνατότητας να τροποποιούνται οι οδηγίες διαπραγματεύσεως κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, προκειμένου να αποφεύγονται στο μέτρο του δυνατού οι διαφορές μεταξύ των θεσμικών οργάνων, σκοπός που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν το Συμβούλιο ενημερωνόταν μόνο μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Ανεξαρτήτως αυτού, η μομφή του Συμβουλίου και ορισμένων κρατών μελών ότι η Επιτροπή δεν δέχεται να ενημερώνει το Συμβούλιο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είναι ανακριβής. Επισημαίνω, εξάλλου, ότι, εφόσον το άρθρο 218, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ προβλέπει ρητώς ότι το Κοινοβούλιο ενημερώνεται «σε όλα τα στάδια της διαδικασίας», θεωρώ αυτονόητο ότι η Επιτροπή υποχρεούται να ενημερώνει τακτικά και το Συμβούλιο. |
|
140. |
Κατά συνέπεια, συμφωνώ με το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη ότι, χωρίς η Επιτροπή να πρέπει να του υποβάλλει αναθεωρημένες συστάσεις, το Συμβούλιο μπορεί, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και βάσει των πληροφοριών που του παρέχει η Επιτροπή, να επανεξετάζει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως και να τις τροποποιεί ή να τις συμπληρώνει, κατά περίπτωση. |
|
141. |
Το ότι το Συμβούλιο μπορεί επίσης να καθοδηγεί την Επιτροπή κατά τις διαπραγματεύσεις προκύπτει, κατά την άποψή μου, από το γράμμα του άρθρου 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, το οποίο είναι διατυπωμένο κατά αρκετά γενικό τρόπο. Πράγματι, η εν λόγω διάταξη, κατά την οποία «το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες στον διαπραγματευτή και να ορίζει ειδική επιτροπή, σε διαβούλευση με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις», διακρίνεται από τις παραγράφους 5 και 6, οι οποίες θέτουν ως προϋπόθεση για τη λήψη αποφάσεων την υποβολή «προτάσεως του διαπραγματευτή». Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη δεν προβλέπει πότε το Συμβούλιο πρέπει (ή μπορεί) να απευθύνει τις οδηγίες στον διαπραγματευτή. |
|
142. |
Εξάλλου, η Επιτροπή παραμένει κάπως ασαφής όσον αφορά το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα τροποποιήσεως των οδηγιών ( 78 ). |
|
143. |
Το γεγονός ότι το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί τις οδηγίες διαπραγματεύσεως χωρίς προηγούμενη πρόταση της Επιτροπής φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την πράξη (στο μέτρο που, κατά το Συμβούλιο, η Επιτροπή ζητεί συχνά την επικαιροποίησή τους χωρίς εντούτοις να υποβάλλει προτάσεις), ενώ έχει υπογραμμιστεί και από τη θεωρία. Όπως ορθώς επισημαίνουν οι J. MacLeod κ.λπ. ( 79 ), «the Council may issue further directives unilaterally, without a Commission proposal, during the negotiations» και «[i]t is for the Council to decide whether further directives are necessary: it does not need a Commission proposal before acting». Φαίνεται ότι, στην πράξη, σπάνια το Συμβούλιο εκδίδει συμπληρωματικές οδηγίες ( 80 ). |
|
144. |
Επίσης, σύμφωνα με τον σχολιασμένο τόμο Mégret ( 81 ), «[τ]ο Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει κατά την έναρξη των διαπραγματεύσεων, αλλά και κατά τη διάρκειά τους, προκειμένου να τροποποιεί, να αντικαθιστά ή να συμπληρώνει οδηγίες που έχει απευθύνει στην Επιτροπή. Οι οδηγίες αυτές είναι συχνά αποτέλεσμα μακρών διαβουλεύσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου και σπανίως παραμένουν απόρρητες. Η ανεπίσημη “δημοσιότητά” τους ασφαλώς δυσχεραίνει το έργο της Επιτροπής έναντι του εταίρου της περιορίζοντας το περιθώριο ελιγμών της μέχρι του σημείου να το καθιστά ανύπαρκτο [...]» (η υπογράμμιση δική μου). |
|
145. |
Εντούτοις, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει το Συμβούλιο, αφού εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων και ανακοινώσει, ή ακόμα και τροποποιήσει, τις κατευθυντήριες γραμμές του, να διεκδικήσει, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, ηγετικό ρόλο που περιορίζει το αναγκαίο περιθώριο ελιγμών το οποίο πρέπει να διαθέτει ο διαπραγματευτής προκειμένου να επιτύχει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ανάλογο ρόλο δεν μπορεί να διαδραματίσει ούτε η ειδική επιτροπή την οποία ορίζει το Συμβούλιο, η λειτουργία της οποίας είναι αυστηρά συμβουλευτική. |
|
146. |
Πράγματι, εκείνη που διαπραγματεύεται είναι η Επιτροπή ως εκπρόσωπος των συμφερόντων της Ένωσης εξ ονόματος και για λογαριασμό της Ένωσης (και όχι για λογαριασμό του Συμβουλίου). |
v) Πέμπτο επιχείρημα
|
147. |
Το Συμβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι η ερμηνεία την οποία υποστηρίζει, δηλαδή ότι το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ επιτρέπει να περιληφθούν στις οδηγίες διαπραγματεύσεως διαδικαστικές διατάξεις και να μην περιορίζονται οι οδηγίες σε ασαφείς δηλώσεις προθέσεων, διασφαλίζει πλήρως την ικανότητα της Ένωσης να εκφράζεται με μια φωνή στη διεθνή σκηνή. |
|
148. |
Δεν πείθομαι από αυτή την επιχειρηματολογία, διότι, εν πάση περιπτώσει, η ενότητα εξασφαλίζεται από το ότι μόνος ο διαπραγματευτής είναι εξουσιοδοτημένος να διαπραγματεύεται εξ ονόματος της Ένωσης εντός του πλαισίου που καθορίζουν οι οδηγίες τις οποίες εκδίδει το Συμβούλιο, ενδεχομένως μετά από διαβούλευση με την ειδική επιτροπή. |
|
149. |
Εξάλλου, αυτή η «μία φωνή» προβλέπεται από τις Συνθήκες, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[η Επιτροπή] εξασφαλίζει την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης». |
|
150. |
Η σημασία της «ενότητας δράσεως [της Ένωσης] προς τα έξω» έχει υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94 (EU:C:1994:384, σκέψεις 106 επ.), προκειμένου να αυξηθεί η διαπραγματευτική ισχύς της Ένωσης. |
vi) Έκτο επιχείρημα
|
151. |
Το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη επικαλούνται επίσης τη (φερόμενη) πάγια τακτική στον τομέα των μεταφορών να τίθενται διαδικαστικοί κανόνες με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως. |
|
152. |
Η Επιτροπή απαντά ότι τα δύο έγγραφα στα οποία παραπέμπει το Συμβούλιο ( 82 ) αφορούν συμφωνίες για τις οποίες οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται υπό μορφή μικτών συμφωνιών. Στα έγγραφα περιλαμβάνεται ένα πρώτο παράρτημα με «οδηγίες διαπραγματεύσεως» και ένα δεύτερο (ξεχωριστό) παράρτημα που φέρει τον τίτλο «Διαδικασίες ad hoc για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Αλγερίας [ή της Γεωργίας], αφετέρου, στον τομέα των μεταφορών» ( 83 ). Κύριος σκοπός αυτού του δεύτερου παραρτήματος, το οποίο δεν αποτελούσε μέρος των οδηγιών διαπραγματεύσεως, ήταν απλώς ο καθορισμός διαδικασίας συντονισμού με τα κράτη μέλη. |
|
153. |
Κατά συνέπεια, τα στοιχεία αυτά δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο συμφωνίας την οποία συνάπτει αποκλειστικά η Ένωση, όπως εν προκειμένω. |
|
154. |
Επίσης, σύμφωνα με ορισμένα κράτη μέλη, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως περιέχουν συχνά διαδικαστικές διατάξεις ( 84 ). |
|
155. |
Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι τούτο είναι αληθές (πράγμα που αντικρούει σθεναρά η Επιτροπή), κατά τη νομολογία, «μια απλή πρακτική δεν μπορεί να υπερισχύει των κανόνων της Συνθήκης» ( 85 ). Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει κρίνει, με τη σκέψη 23 της αποφάσεως Wybot (149/85, EU:C:1986:310), ότι «[π]ρέπει […] να εξεταστεί μήπως η πρακτική που ακολουθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθιστά ανενεργούς τις [επίδικες στην υπόθεση εκείνη διατάξεις των Συνθηκών ΕΚΑΧ, ΕΟΚ και ΕΚΑΕ] οι οποίες παρέχουν, όχι μόνο στην πλειοψηφία των μελών του, αλλά επίσης και σε άλλα όργανα, όπως το Συμβούλιο και την Επιτροπή, την ευχέρεια να ζητήσουν τη σύγκληση έκτακτης συνόδου. Πράγματι, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τις Συνθήκες ισορροπίας εξουσιών μεταξύ των οργάνων, η [επίδικη] πρακτική που ακολουθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν πρέπει να στερεί από τα άλλα όργανα ένα προνόμιο που τους παρέχουν οι ίδιες οι Συνθήκες» (η υπογράμμιση δική μου). |
vii) Έβδομο επιχείρημα
|
156. |
Κατά το Συμβούλιο, η ένταξη στις οδηγίες διαπραγματεύσεως ορισμένων διαδικαστικών λεπτομερειών και ειδικών απαιτήσεων απορρέει από το δικαίωμά του να αποφασίζει αν πρέπει ή όχι να χορηγήσει έγκριση. |
|
157. |
Όπως όμως επισήμανα ανωτέρω, αφής στιγμής το Συμβούλιο εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις, δεν μπορεί να μετέχει άμεσα στη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών. Πράγματι, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι η έγκριση από το Συμβούλιο και οι οδηγίες διαπραγματεύσεως αποκαλούνται κοινώς «διαπραγματευτική εντολή» (στην αγγλική «the negotiating mandate»), η Επιτροπή δεν λαμβάνει από το Συμβούλιο «εντολή», αλλά «έγκριση» ( 86 ). |
|
158. |
Η επιλογή του Συμβουλίου να αναφερθεί σε «εντολή» (σημείο 42 του υπομνήματος αντικρούσεως), αντί να χρησιμοποιήσει τη διατύπωση των Συνθηκών δεν είναι αθώα ( 87 ). Η εντολή δεν συνιστά απλώς εθελούσια πράξη, αλλά προϋποθέτει ότι ο εντολοδόχος ενεργεί για λογαριασμό άλλου, εντός των ορίων και βάσει των δεσμευτικών οδηγιών που επιβάλλει ο εντολέας. |
|
159. |
Πράγματι, όπως ορθώς επισήμαναν οι J. Waelbroeck κ.λπ. ( 88 ), η χρήση των όρων «εντολή διαπραγματεύσεως»«δημιουργεί νομικώς εσφαλμένη εντύπωση: στην πραγματικότητα, το Συμβούλιο δεν μπορεί να δώσει εντολή, κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, σε οποιονδήποτε για να διαπραγματευτεί εξ ονόματος της Κοινότητας. Το μονοπώλιο στον τομέα αυτόν το έχει η Επιτροπή. Πράγματι, αυτό που συμβαίνει είναι μάλλον ότι το Συμβούλιο κινεί τη διαδικασία που επιτρέπει στην Επιτροπή και μόνο σε αυτή να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις». |
|
160. |
Η χρησιμοποίηση του όρου «εντολή» έχει νόημα μόνον όταν η Επιτροπή διαπραγματεύεται εξ ονόματος των κρατών μελών ( 89 ). |
|
161. |
Εν πάση περιπτώσει, οι Συνθήκες δεν αναφέρουν κάποιου είδους «εντολή» σε σχέση με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, όρο τον οποίο εντούτοις χρησιμοποιούν σε άλλα άρθρα, όπως το άρθρο 18, παράγραφος 2, ΣΕΕ σε σχέση με τον ύπατο εκπρόσωπο. |
|
162. |
Φρονώ ότι, αν οι συντάκτες των Συνθηκών ήθελαν η Επιτροπή να ενεργεί βάσει «εντολής», θα είχαν χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο. |
|
163. |
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δώσει ή όχι την έγκρισή του δεν σημαίνει ότι έχει το δικαίωμα να προσαρτήσει ό,τι επιθυμεί στην έγκριση αυτή. Το περιεχόμενο της εγκρίσεως πρέπει να σέβεται τις διατάξεις των Συνθηκών. Εξάλλου, αν το επιχείρημα του Συμβουλίου ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θα αρνείτο να δώσει την έγκρισή του σε περίπτωση μη αποδοχής των διαδικαστικών ρητρών, αυτό θα μπορούσε να ισοδυναμεί με κατάχρηση εξουσίας. |
viii) Όγδοο επιχείρημα
|
164. |
Κατά το Συμβούλιο, «[ο]ι θέσεις που καθορίζονται στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής θεωρούνται συγκεκριμένη έκφραση των οδηγιών διαπραγματεύσεως του Συμβουλίου και, υπ’ αυτή την έννοια, έχουν ως σκοπό να συνδράμουν τον διαπραγματευτή διευκρινίζοντας τις απόψεις τις οποίες εγκρίνει η πολιτική εξουσία που θα πρέπει, σε τελική ανάλυση, να αποφασίσει αν εγκρίνει ή όχι το κείμενο που προκύπτει από τις διαπραγματεύσεις» (υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 42). Υπό το πρίσμα αυτό, ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων, εκτός από το να παρουσιαστεί στην άλλη πλευρά ένα σύνολο επί του οποίου δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε τροποποίηση; |
|
165. |
Πέραν όσων προανέφερα ( 90 ) σχετικά με την έννοια της «εντολής», φρονώ ότι, ακόμα και αν η διαβούλευση με την ειδική επιτροπή μπορεί να βοηθήσει την Επιτροπή να καταλήξει αν ορισμένες διατάξεις της μελλοντικής συμφωνίας είναι δυνατόν να τύχουν της «πολιτικής εγκρίσεως» του Συμβουλίου ή όχι, στην Επιτροπή (και μόνο σε αυτή) εναπόκειται να αποφασίσει πώς θα εντάξει το στοιχείο αυτό στις διαπραγματεύσεις. Κάθε άλλη ερμηνεία θα εκμηδένιζε το δικαίωμα πρωτοβουλίας που διαθέτει, εφόσον θα προϋπέθετε την υποχρέωση να προτείνει κάποιο κείμενο για τον μόνο λόγο ότι απηχεί τις θέσεις τις οποίες έχει εγκρίνει το Συμβούλιο. Είναι προφανές ότι ανάλογη υποχρέωση δεν υφίσταται στο δίκαιο της Ένωσης ( 91 ). |
|
166. |
Επισημαίνω επίσης ότι η χρήση του οριστικού άρθρου στη φράση «η πολιτική εξουσία» θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αυτή η πολιτική εξουσία αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του Συμβουλίου. Όμως η Επιτροπή (και το Κοινοβούλιο) είναι θεσμικά όργανα που διαδραματίζουν επίσης σημαντικό πολιτικό ρόλο στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων. |
|
167. |
Τέλος, το άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ αποδίδει συμβουλευτικό απλώς ρόλο στην ειδική επιτροπή, εφόσον ορίζει ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να διεξάγονται «σε διαβούλευση» με αυτή. Αυτό σημαίνει, ασφαλώς, ότι η ειδική επιτροπή μπορεί να εκφράζει την άποψή της σχετικά με τις διάφορες πτυχές των διαπραγματεύσεων, αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση προχωρεί πολύ περισσότερο. Πράγματι, προβλέπει ( 92 )ότι η ειδική επιτροπή (ή το Συμβούλιο, βάσει του σημείου 1 του τμήματος Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως) καθορίζει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης» (η υπογράμμιση δική μου), οι οποίες, κατά συνέπεια, είναι δεσμευτικές για την Επιτροπή, διότι αν δεν τις τηρήσει, αφίσταται από θέσεις που χαρακτηρίζονται ως θέσεις της Ένωσης και όχι απλώς ως θέσεις της ειδικής επιτροπής (ή του Συμβουλίου). |
|
168. |
Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει παραλληλισμός μεταξύ της κρινόμενης υποθέσεως και της αποφάσεως Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστής ως «απόφαση CITES» ( 93 ) (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψεις 43 και 44), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε –στο πλαίσιο μεν της διατάξεως του νυν άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ– ότι ο καθορισμός της θέσεως «της Ένωσης» παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για τα θεσμικά όργανα. Εξάλλου, μπορεί να προστεθεί ότι το σημείο 3 του τμήματος Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως κάνει διάκριση μεταξύ «θέσεων» και «κατευθυντήριων γραμμών». |
|
169. |
Κατά το Συμβούλιο, είναι ανακριβές να λέγεται ότι η Επιτροπή «δεν είναι ελεύθερη να αποστεί» και αποκρούει τον «ψευδοπαραλληλισμό» με τις θέσεις που εγκρίνει δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, οι οποίες είναι διαφορετικής φύσεως και για τις οποίες το Συμβούλιο έχει κρίνει ότι παράγουν «δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα» και έχουν «υποχρεωτικό χαρακτήρα» για τα θεσμικά όργανα ( 94 ). Τέλος, κατά το Συμβούλιο, στην Επιτροπή εναπόκειται να αποφασίσει πώς θα διαπραγματευθεί ( 95 ), ακολουθώντας όμως πάντα τις κατευθυντήριες γραμμές που λαμβάνει στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής, είτε υπό μορφή προφορικών οδηγιών είτε υπό μορφή θέσεων που εκτίθενται σε έγγραφα. |
|
170. |
Συναφώς, ακόμα και αν η έκδοση οδηγιών διαπραγματεύσεως είναι πράγματι διαδικασία διαφορετική από τη διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, το γράμμα των επίδικων οδηγιών διαπραγματεύσεως αναφέρει τη «θέση της Ένωσης» κατά τρόπο απολύτως παρεμφερή προς τη διατύπωση του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο όμως χορηγεί στην ειδική επιτροπή (ή διατηρεί για τον εαυτό του) την εξουσία να καθορίζει τη θέση της Ένωσης, με αντίστοιχη υποχρέωση του διαπραγματευτή της Ένωσης να μην αποστεί από αυτή. |
|
171. |
Κατά το Συμβούλιο, όπως αναφέρεται στις διαδικαστικές διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, «αν αποδεικνύεται αδύνατον να επιτευχθούν όσα προβλέπονται στη θέση, [η Επιτροπή] πρέπει να υποβάλει σχετική έκθεση στην ειδική επιτροπή και να ζητήσει νέες κατευθυντήριες γραμμές» (υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 44). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο επιβεβαιώνει τον δεσμευτικό για την Επιτροπή χαρακτήρα των θέσεων που εγκρίνει η ειδική επιτροπή (ή που καθορίζει το ίδιο), ενώ το μοναδικό περιθώριο ελιγμών της Επιτροπής είναι το «πώς» θα διαπραγματευθεί. |
|
172. |
Η Γαλλική Δημοκρατία (σημείο 11 του υπομνήματος παρεμβάσεως) υποστηρίζει κατ’ ουσίαν το ίδιο όταν εκθέτει ότι η Επιτροπή χαίρει μιας κάποιας ευελιξίας όσον αφορά τη στρατηγική των διαπραγματεύσεων, αλλά πρέπει να επανέλθει ενώπιον του Συμβουλίου ή της ειδικής επιτροπής αν σκοπεύει να απομακρυνθεί από τη θέση τους. |
|
173. |
Επισημαίνω ότι το Συμβούλιο, επιτείνοντας τη σύγχυση, χρησιμοποιεί τον όρο «σύσταση» για να χαρακτηρίσει τις συνέπειες της θέσεως της ειδικής επιτροπής (στα σημεία 46 και 53 του υπομνήματος αντικρούσεως αναφέρεται ο όρος «συνιστώμενο αποτέλεσμα»). Το Συμβούλιο αναφέρεται επίσης στην υποχρέωση να «λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις» και να «μεταφέρονται στην πράξη» (υπόμνημα ανταπαντήσεως, σημεία 23 και 25). Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φρονεί ότι η ειδική επιτροπή απλώς μπορεί να εκφράζει την άποψή της (σημεία 23 και 24). Όλες αυτές οι απόψεις δύσκολα συμβιβάζονται με το σαφές γράμμα του τμήματος Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως, όπου γίνεται λόγος για τον καθορισμό των «θέσεων της Ένωσης» και όχι απλώς για «συστάσεις προς την Επιτροπή» ή για «θέσεις του Συμβουλίου (ή/και της ειδικής επιτροπής)». Το επιχείρημα του Συμβουλίου προσκρούει επίσης ευθέως στο γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία χρησιμοποιούνται οι όροι «καθορίζονται» και «να καθορισθούν» στις φράσεις «[ό]που ενδείκνυται, καθορίζονται λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις της Ένωσης, στο πλαίσιο της ειδικής επιτροπής[…] ή στο πλαίσιο του Συμβουλίου» και «[π]ριν από κάθε διαπραγματευτική συνεδρία διεξάγεται συνεδρίαση με την ειδική επιτροπή, ούτως ώστε να καθορισθούν τα βασικά ζητήματα και οι διαπραγματευτικές θέσεις ή κατευθυντήριες γραμμές, κατά περίπτωση» (η υπογράμμιση δική μου) ( 96 ). Στις διαπραγματεύσεις όμως αυτές, η Επιτροπή δεν εκπροσωπεί το Συμβούλιο, αλλά την Ένωση. |
|
174. |
Ο δεσμευτικός χαρακτήρας των θέσεων που εγκρίνει η ειδική επιτροπή δεν συνάδει με το γράμμα του άρθρου 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, στο οποίο χρησιμοποιείται ο όρος «διαβούλευση». Αν οι συντάκτες της Συνθήκης επιθυμούσαν να δεσμεύεται η Επιτροπή από τις κατευθυντήριες γραμμές ή τις θέσεις της ειδικής επιτροπής, θα είχαν χρησιμοποιήσει ισχυρότερη φρασεολογία για να χαρακτηρίσουν τον ρόλο της ειδικής επιτροπής (ή του Συμβουλίου). |
|
175. |
Πράγματι, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι, αν ο στόχος είναι η παροχή «συνδρομής στον διαπραγματευτή», απόκειται στον διαπραγματευτή να αποφασίσει πώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι εν λόγω θέσεις. Το ότι διευκρινίζεται ποιες απόψεις έχουν την έγκριση της πολιτικής εξουσίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί με υποχρέωση να ακολουθηθεί η θέση της ειδικής επιτροπής. |
|
176. |
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν υπέχει νομική υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη τις θέσεις που καθορίζει με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως το Συμβούλιο ή η ειδική επιτροπή ( 97 ), αλλά η υποχρέωση αυτή πρέπει να διακρίνεται από την υποχρέωση να μην αφίσταται από αυτές, η οποία, όπως υπογραμμίζει το Κοινοβούλιο, μετατρέπει την Επιτροπή σε εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων της ειδικής επιτροπής (ή του Συμβουλίου). |
|
177. |
Αξίζει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί –σε διαφορετικό, ασφαλώς, πλαίσιο– με τη διαφορετική έκταση και φύση των δύο αυτών τύπων υποχρεώσεων. |
|
178. |
Το Δικαστήριο εξέτασε αυτές τις διαφορές με την απόφαση Mediaset (C‑69/13, EU:C:2014:71). Η υπόθεση αφορούσε αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες καθεστώς ενισχύσεων κηρύχθηκε παράνομο και ασύμβατο προς την εσωτερική αγορά, και ειδικότερα τον ρόλο του εθνικού δικαστηρίου και τη συνεκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο των θέσεων που είχε υποστηρίξει η Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτελέσεως της αποφάσεώς της. |
|
179. |
Με τη σκέψη 31 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «μολονότι οι θέσεις τις οποίες λαμβάνει η Επιτροπή δεν δεσμεύουν το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, στο μέτρο που τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στις εν λόγω θέσεις καθώς και στις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής τις οποίες έχει ενδεχομένως ζητήσει το εθνικό δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως οι εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη, σκοπούν στη διευκόλυνση της εκπληρώσεως του καθήκοντος των εθνικών αρχών στο πλαίσιο της άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως και βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να τις λάβει υπόψη ως στοιχείο εκτιμήσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί και να αιτιολογήσει την απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει κατατεθεί ενώπιόν του». |
|
180. |
Συνεπώς, «καίτοι, προς εκτέλεση μιας αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία καθεστώς ενισχύσεων κηρύσσεται παράνομο και ασύμβατο προς την εσωτερική αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των επιμάχων ενισχύσεων, αλλά δεν προσδιορίζονται οι κατ’ ιδίαν λήπτες των ενισχύσεων αυτών και τα ακριβή ποσά που πρέπει να επιστραφούν, το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση αυτή, δεν δεσμεύεται, αντιθέτως, από τις θέσεις που λαμβάνει το εν λόγω θεσμικό όργανο στο πλαίσιο της εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως. Πάντως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ [ ( 98 )], να λάβει υπόψη τις θέσεις αυτές ως στοιχείο εκτιμήσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί». |
|
181. |
Τα προεκτεθέντα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά την κρινόμενη υπόθεση, η ύπαρξη «υποχρεώσεως να λαμβάνονται υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου» (όπως αναγνώρισε η Επιτροπή στην κρινόμενη υπόθεση ( 99 )) δεν είναι το ίδιο με την ύπαρξη «νομικής υποχρεώσεως να ακολουθούνται» (πράγμα που φαίνεται να υποστηρίζουν το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη). |
|
182. |
Προσθέτω ότι η Επιτροπή πρέπει να εξακολουθήσει να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ότι δεν είναι προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης η πλήρης συμμόρφωση προς τη γνώμη της ειδικής επιτροπής, η οποία ενδέχεται να υπαγορεύεται από καθαρά εθνικά συμφέροντα. |
|
183. |
Όπως υπογράμμισα στο σημείο 126 των παρουσών προτάσεων, αποστολή της Επιτροπής δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, να καταλήξει σε διεθνή συμφωνία που να εγκριθεί από το Συμβούλιο (είτε συμφωνούν τα λοιπά θεσμικά όργανα είτε όχι), αλλά να διαπραγματευτεί συμφωνία που να εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ένωσης και να μπορεί να γίνει δεκτή από τα τρία θεσμικά όργανα. Είναι σαφές ότι αυτό μπορεί να απαιτεί συμβιβασμούς μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων. |
ix) Ένατο επιχείρημα
|
184. |
Κατά το Συμβούλιο, το περιεχόμενο των διαδικαστικών λεπτομερειών απλώς και μόνον εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα πρέπει να συγκεκριμενοποιούν την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων. |
|
185. |
Ορισμένα κράτη μέλη επικαλούνται επίσης στις παρεμβάσεις τους την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας ως λιγότερο ή περισσότερο έμμεση βάση των επίδικων διαδικαστικών ρυθμίσεων ( 100 ). |
|
186. |
Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας (κοινοτικής πίστεως ( 101 )) βρίσκεται ασφαλώς στο επίκεντρο του νομικού συστήματος της Ένωσης ( 102 ) και αποτελεί ένα πρωταρχικό στοιχείο της θεσμικής ισορροπίας που εγκαθιδρύει η Συνθήκη. Θεωρείται «θεμελιώδης αρχή της κοινοτικής θεσμικής δομής» ( 103 ). |
|
187. |
Τούτου λεχθέντος, όπως υπενθυμίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, «σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (νυν άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ), τα όργανα της Κοινότητας οφείλουν να ενεργούν μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που τους απονέμει η Συνθήκη» ( 104 ). |
|
188. |
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ ( 105 ) το επιβεβαιώνει σαφέστατα, ορίζοντας ότι «[κ]άθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει» ( 106 ). |
|
189. |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να λησμονείται ότι «[t]he distribution of the powers between the institutions reflects the place that the authors of the treaties wanted to grant to each one of them in the exercise of the missions that they entrusted to the Community. In this context, the task of the Court is to ensure that this system is maintained, in order to prevent the compromises made at the time of the drafting of the treaties being called into question again. The balance to which the Court refers is therefore that established by the Treaty. It is therefore not acceptable for one institution to extend its powers unilaterally to the detriment of another institution» ( 107 ). |
|
190. |
Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen ( 108 ), «αφενός, […] η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας επιτρέπει την αντιμετώπιση των αβεβαιοτήτων που προκύπτουν από τις ασαφείς ρυθμίσεις των Συνθηκών, όπως είναι το ζήτημα του τρόπου ασκήσεως της εξουσίας αποσύρσεως [την οποία αφορούσε η κρινόμενη υπόθεση]. Αφετέρου, παρά το γεγονός ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε επίπεδο ανεπίσημης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το περιεχόμενό της δεν έχει αποσαφηνισθεί ( 109 )». |
|
191. |
Σε σχέση με το επιχείρημα του Συμβουλίου που εκτίθεται στο σημείο 184 των παρουσών προτάσεων, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτός ο «τρόπος με τον οποίο τα θεσμικά όργανα πρέπει να συγκεκριμενοποιούν» την εν λόγω αρχή πρέπει να συμφωνείται μεταξύ των δύο (ή τριών) ενδιαφερομένων οργάνων και όχι να επιβάλλεται μονομερώς από το ένα στο άλλο (ή στα άλλα). |
|
192. |
Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά το παρελθόν, το Συμβούλιο, στηριζόμενο στην αρχή της θεσμικής ισορροπίας, αντέδρασε (και πάλι ενώπιον «τετελεσμένων γεγονότων») όταν το Κοινοβούλιο επέβαλε μονομερώς, μέσω των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία στο Συμβούλιο, τη δική του άποψη όσον αφορά τις σχέσεις με τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα ( 110 ). |
|
193. |
Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το γεγονός ότι επιβάλλονται διαδικαστικοί κανόνες σε άλλο θεσμικό όργανο χωρίς τη συγκατάθεσή του σαφώς αντιβαίνει στην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, ιδίως όταν οι επιβαλλόμενοι κανόνες έχουν ως συνέπεια ο πολιτικός ρόλος τον οποίον απονέμει στην Επιτροπή η Συνθήκη να περιορίζεται σε έναν καθαρά τεχνικό και υποδεέστερο ρόλο γραμματείας ( 111 ) (έστω και γενικής γραμματείας) ( 112 ) που δεν συνάδει με τη φύση της ως οργάνου πολιτικά υπεύθυνου έναντι του Κοινοβουλίου (άρθρο 17, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ ( 113 )) και του οποίου ο συγκεκριμένος ρόλος στις διαπραγματεύσεις διεθνών συμφωνιών προσιδιάζει απόλυτα στην αποστολή που του αναθέτει το άρθρο 17 ΣΕΕ να εξασφαλίζει την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης (πλην της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας). Η διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών είναι μία από τις μορφές της εξωτερικής εκπροσωπήσεως της Ένωσης ( 114 ). |
|
194. |
Σε σχέση με το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το οποίο αποδίδει στην Επιτροπή ρόλο θεματοφύλακα των Συνθηκών, η Γερμανική Κυβέρνηση έθεσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το ερώτημα ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες ( 115 ), εφόσον η Επιτροπή μπορεί να διαπραγματεύεται «χωρίς έλεγχο». Συναφώς, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι ο ρόλος αυτός ανήκει στο Κοινοβούλιο, μέσω της πολιτικής ευθύνης της Επιτροπής, και στο Δικαστήριο, μέσω του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων, μεταξύ των οποίων και της Επιτροπής. |
x) Δέκατο επιχείρημα
|
195. |
Το Συμβούλιο προσπαθεί να αιτιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυριζόμενο κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις διαβουλεύσεως με την ειδική επιτροπή στο πλαίσιο ανάλογων διαπραγματεύσεων με την Ελβετία. Την εμπειρία των διαπραγματεύσεων με την Ελβετική Συνομοσπονδία επικαλούνται και ορισμένα κράτη μέλη ( 116 ). Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, ακόμα και σήμερα, η Επιτροπή παραπέμπει στον δικτυακό τόπο της Ελβετικής ομοσπονδιακής υπηρεσίας περιβάλλοντος για μια συνολική επισκόπηση των εν λόγω διαπραγματεύσεων. Κατά την Επιτροπή, ο εν λόγω δικτυακός τόπος αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη στο κοινό πηγή πληροφοριών. |
|
196. |
Εν πάση περιπτώσει, για τις ανάγκες της κρινόμενης υποθέσεως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις διαβουλεύσεως με την ειδική επιτροπή τις οποίες υπέχει βάσει των Συνθηκών. |
|
197. |
Πράγματι, όπως προκύπτει από τον πίνακα 1 «Ημερομηνίες συνεδριών ανωτάτου επιπέδου και επικαιροποιήσεις των πληροφοριών που δίδονται στην ομάδα “Περιβάλλον” σχετικά με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων για τη σύνδεση», τον οποίον υπέβαλε στο Δικαστήριο η Επιτροπή, κατά τον χρόνο υποβολής του υπομνήματος απαντήσεως ( 117 ), είχαν διεξαχθεί τέσσερις κύκλοι επίσημων διαπραγματεύσεων με αντικείμενο τη σύνδεση με την Ελβετική Συνομοσπονδία. Προβλέπονταν άλλοι δύο κύκλοι, που όμως αναβλήθηκαν ή ακυρώθηκαν. Η Επιτροπή είχε ενημερώσει την ομάδα «Περιβάλλον» για κάθε κύκλο διαπραγματεύσεων. Γενικά, η Επιτροπή παρουσίασε επικαιροποιημένες πληροφορίες λίγο πριν ή/και μετά κάθε κύκλο διαπραγματεύσεων και διαβίβασε, κατά περίπτωση, έγγραφα στην ομάδα «Περιβάλλον». Μερικές φορές, στάθηκε δύσκολο για την Επιτροπή να βρει κάποιο κενό στο πρόγραμμα εργασίας της ομάδας «Περιβάλλον». |
|
198. |
Η Επιτροπή εξηγεί ότι, για παράδειγμα, στις 9 Νοεμβρίου 2012, ζήτησε από το Συμβούλιο να της αφιερώσει η ομάδα «Περιβάλλον» μέρος του χρόνου της, αλλά αυτό κατέστη δυνατό μόνο τον Ιανουάριο 2013. Σε άλλες περιπτώσεις, της δόθηκε χρόνος, αλλά στη συνέχεια η προεδρία ανέβαλε την εμφάνισή της στην ομάδα, χωρίς να ενημερωθεί επίσημα. Για παράδειγμα, η ομάδα «Περιβάλλον» επρόκειτο να αφιερώσει χρόνο στην Επιτροπή τον Μάρτιο 2013, αλλά η συνεδρίαση αναβλήθηκε για τις 18 Απριλίου 2013. Μολονότι είναι αληθές ότι το 2012 η Επιτροπή παρουσίασε στην ομάδα «Περιβάλλον» μόνον επικαιροποίηση των πληροφοριών για τη σύνδεση με την Ελβετική Συνομοσπονδία, αυτό οφείλεται στην πολύ περιορισμένη πρόοδο που επιτεύχθηκε καθόλη τη διάρκεια του έτους σε σχέση με τη σύνδεση, λόγω σοβαρών διαφωνιών μεταξύ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την κάλυψη της διεθνούς αεροπλοΐας. Κατά τις τακτικές συνεδριάσεις εργασίας του 2012 πραγματοποιήθηκαν ελάχιστες τεχνικές ανταλλαγές απόψεων. |
|
199. |
Ανεξαρτήτως αυτού, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο αξιολόγησε ορθώς τη συμπεριφορά της Επιτροπής στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ελβετικής Συνομοσπονδίας (πράγμα που δεν ισχύει), αυτό δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τη συμπεριφορά αυτή σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις ως επιχείρημα για τη μη τήρηση των Συνθηκών. |
|
200. |
Το Συμβούλιο επισημαίνει επίσης ότι κατά τις εργασίες της ομάδας «Περιβάλλον» η Επιτροπή συνεργάστηκε ανεπιφύλακτα στη σύνταξη του τμήματος του συμπληρώματος του παραρτήματος που είναι αφιερωμένο στη διαδικασία και ότι δεν αντιτάχθηκε στο κείμενό της όταν απεστάλη για άτυπη έγκριση. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι «[μ]πορεί κανείς να αντιληφθεί, κατά συνέπεια, την έκπληξη που προκάλεσε η δήλωση της Επιτροπής κατά την έκδοση της [προσβαλλομένης] αποφάσεως» (σημείο 29 του υπομνήματος αντικρούσεως). |
|
201. |
Η Επιτροπή απορρίπτει αυτή την άποψη εξηγώντας ότι η πρότασή της δεν περιλάμβανε αυτό το τμήμα και ότι είχε εκφράσει σαφώς την αντίθεσή της σε αυτό το τμήμα πολλές εβδομάδες πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
202. |
Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι χρειάστηκε κάποιο χρόνο πριν αντιδράσει (από τις 22 Απριλίου έως τις 2 Μαΐου 2013) μετά τη διαβίβαση του πρώτου σχεδίου δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρανομία που διαπράχθηκε και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή συνεργάστηκε αδιαμαρτύρητα ή ενέκρινε ατύπως το κείμενο. |
xi) Ενδέκατο επιχείρημα
|
203. |
Μολονότι η Συνθήκη ΛΕΕ δεν προβλέπει διαβούλευση «με το Συμβούλιο», το Βασίλειο της Σουηδίας και το Βασίλειο της Δανίας αντικρούουν αυτή την αντίρρηση υποστηρίζοντας ότι «η ειδική επιτροπή λειτουργεί ως προέκταση του Συμβουλίου» και «αποτελεί πλατφόρμα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου» ( 118 ). Τα εν λόγω κράτη μέλη υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το γεγονός ότι η Συνθήκη αναφέρεται στην ειδική επιτροπή ή στο Συμβούλιο ασκεί ελάχιστη επιρροή, εφόσον στην πράξη πρόκειται για την ίδια ενιαία οντότητα ( 119 ). Η θέση των υπόλοιπων κρατών μελών φαίνεται επίσης να θεμελιώνεται στη μη διάκριση μεταξύ της ειδικής επιτροπής και του Συμβουλίου. |
|
204. |
Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, αρκεί να επισημανθεί ότι η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις Συνθήκες ή στη νομολογία. Εξάλλου, αντλώντας έμπνευση από άλλους τομείς του δικαίου της Ένωσης, οι επιτροπές της «επιτροπολογίας» που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν μέσο που επιτρέπει στα κράτη μέλη, και όχι στο Συμβούλιο, να ελέγχουν τις αρμοδιότητες της Επιτροπής (άρθρο 291, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ). |
|
205. |
Είναι αναμφισβήτητο ότι, όταν το άρθρο 218 ΣΛΕΕ αναφέρεται στην «ειδική επιτροπή», αυτό σημαίνει κάτι διαφορετικό από «το Συμβούλιο». Επίσης, αν η Συνθήκη επιθυμούσε να αναθέσει στο Συμβούλιο ρόλο στις διαπραγματεύσεις ανάλογο με αυτόν που υποστηρίζουν ορισμένα κράτη μέλη, θα το είχε διευκρινίσει. |
|
206. |
Το γεγονός ότι το Συμβούλιο θα έχει τον τελευταίο λόγο στη σύναψη της συμφωνίας δεν του επιτρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην ξεχωριστή φάση των διαπραγματεύσεων και κατά συνέπεια δεν δικαιολογεί την εισπήδηση στον ρόλο της Επιτροπής ως διαπραγματευτή, ακριβώς όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο είναι συννομοθέτες δεν δικαιολογεί την παρέμβασή τους στη διαδικασία εκπονήσεως της προτάσεως της Επιτροπής ( 120 ). |
|
207. |
Προκειμένου να διαφυλαχθεί «η ισορροπία μεταξύ των οργάνων, διασφαλίζοντας την πλήρη εφαρμογή των σχετικών με την κατανομή αρμοδιοτήτων διατάξεων των Συνθηκών» ( 121 ), προτείνω στο Δικαστήριο, βάσει των προεκτεθέντων, να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής καθόσον αφορά το τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
208. |
Αν το Δικαστήριο ακολουθήσει την πρότασή μου, μένει να προσδιοριστεί η έκταση και οι επιπτώσεις της ακυρώσεως. |
Γ – Έκταση και αποτελέσματα της ακυρώσεως
|
209. |
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η μερική ακύρωση αποφάσεως είναι δυνατή εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη απόφαση ( 122 ). |
|
210. |
Είμαι της γνώμης ότι αυτό ισχύει προδήλως εν προκειμένω, εφόσον το τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να αποσπασθεί από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, αυτές οι λεπτομερείς διαδικαστικές διατάξεις κανονικά δεν περιλαμβάνονται σε αποφάσεις αυτού του είδους. |
|
211. |
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι το τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος παραπέμπει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως και υποστηρίζει ότι το εν λόγω τμήμα δεν μπορεί να αποσπασθεί από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
212. |
Η παραπομπή στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ουδεμία επιρροή ασκεί ( 123 ). Ακόμα και αν ακυρωθεί το τμήμα Α, ο διορισμός της ειδικής επιτροπής δεν θα επηρεαστεί. Επίσης, δεδομένου ότι κείμενο όπως του τμήματος Α δεν περιλαμβάνεται στις εκατοντάδες αποφάσεων με τις οποίες έχει εγκριθεί η έναρξη διαπραγματεύσεων για διεθνείς συμφωνίες, η δυνατότητα να αποσπασθεί είναι προφανής. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, η απόφαση για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Συνομοσπονδία της Ελβετίας δεν περιείχε διατάξεις αυτού του είδους. Κατά συνέπεια, το αποτέλεσμα δεν θα είναι «εντελώς ασυνεπές» (υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 57). |
|
213. |
Επιπλέον, το ζήτημα αν η μερική ακύρωση θα μετέβαλλε την ουσία της προσβαλλομένης πράξεως είναι αντικειμενικό κριτήριο και όχι υποκειμενικό κριτήριο που συνδέεται με την πολιτική βούληση της αρχής η οποία εξέδωσε την επίμαχη πράξη ( 124 ). Επίσης, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις μερικής ακυρώσεως, η απόφαση δεν μπορεί να ακυρωθεί στο σύνολό της ( 125 ). |
|
214. |
Φρονώ ότι, βάσει των προεκτεθέντων, τα Δικαστήριο είναι απολύτως σε θέση να ακυρώσει μόνον το τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως. |
|
215. |
Επικουρικώς, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να ακυρώσει εν όλω την προσβαλλόμενη απόφαση, η διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων της βάσει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ είναι απαραίτητη και δικαιολογημένη, διότι αποτρέπει την αναστολή των διαπραγματεύσεων με την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας. |
V – Πρόταση
|
216. |
Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
Επικουρικώς προτείνω στο Δικαστήριο:
Εν πάση περιπτώσει, προτείνω στο Δικαστήριο:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Η αρχή της θεσμικής ισορροπίας, η οποία συνεπάγεται μια κάποια αυτονομία των θεσμικών οργάνων, πρέπει να συσχετίζεται προς την υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας την οποία υπέχουν και η οποία είναι συνώνυμη με καθήκοντα ενέργειας και αποχής, ενώ «δεν επιβάλλει απλώς στα θεσμικά όργανα να σέβονται τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, αλλά επιτρέπει και τη θέσπιση διαδικασιών που εξασφαλίζουν την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων υπό την προϋπόθεση να μη θίγουν τη θεσμική ισορροπία και να τηρούν τη Συνθήκη» (βλ. Jacqué, J-P., Droit institutionnel de l’UE, Dalloz, 2004, σ. 184).
( 3 ) Βλ., σε αυτό το πλαίσιο, για παράδειγμα, εκτός των υποθέσεων που μνημονεύονται στις παρούσες προτάσεις, υπόθεση C‑73/14, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σε σχέση με την απόφαση της Επιτροπής να υποβάλει στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας γραπτές παρατηρήσεις εξ ονόματος της Ένωσης χωρίς προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου), ή υπόθεση C‑660/13, Συμβούλιο κατά Επιτροπής (σε σχέση με την υπογραφή, εξ ονόματος της Ένωσης, προσθήκης στο μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ελβετικής Συνομοσπονδίας). Οι δύο αυτές υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Βλ., επίσης, Anderson, D., στην εισαγωγή του έργου που θεωρείται κλασικό για το θέμα: Eeckhout, P., EU External Relations Law, 2η έκδοση, Οξφόρδη, 2011, όπου περιγράφεται εξαιρετικά αυτό το πεδίο αντιπαραθέσεως: «[t]his book functions [...] as a definitive military history of that forty years’ war, ranging from the dramatic early breakthroughs of ERTA and Opinion 1/76 and the set-piece battles of Opinion 1/94 and Open Skies to more recent skirmishes over such vitally important matters – to those involved – as whether it is open to a Member State to propose a pollutant for regulation in an international forum where the Commission is also represented».
( 4 ) Που θα καλύπτει το 45,5 % του παγκόσμιου ακαθάριστου εσωτερικού προϊόντος.
( 5 ) Βλ. τον δικτυακό τόπο της Επιτροπής για τις εν λόγω διαπραγματεύσεις, στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ttip/index_fr.htm. Επισημαίνεται ότι στις 9 Οκτωβρίου 2014 το Συμβούλιο αποφάσισε να αποχαρακτηρίσει τις οδηγίες διαπραγματεύσεως για την TTIP (της 17ης Ιουνίου 2013). Βλ. δικτυακό τόπο του Συμβουλίου στη διεύθυνση: http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-11103-2013-DCL-1/el/pdf.
( 6 ) ΕΕ L 275, σ. 32.
( 7 ) ΕΕ L 140, σ. 63.
( 8 ) Η μορφή υπό την οποία εκδίδεται μια πράξη ή μια απόφαση είναι, καταρχήν, αδιάφορη όσον αφορά το παραδεκτό προσφυγής περί ακυρώσεώς τους (βλ. διάταξη Makhteshim-Agan Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑69/09 P, EU:C:2010:37, σκέψεις 37 και 38).
( 9 ) Σχολιασμένος τόμος Mégret, J., Le droit de la CE et de l’Union européenne, Relations extérieures, Éditions de l’Université de Bruxelles, 2005, σ. 84.
( 10 ) Με ανάλογη επιχειρηματολογία, βλ. και Eeckhout, P., External relations of the European Union, Οξφόρδη, 2005, σ. 173: «[i]t is thus not clear at this stage whether Commission observance of the Council’s negotiating directives is subject to judicial review. In principle, any Commission act producing legal effects can be challenged on grounds of violation of the Treaty in an action for annulment. In so far as the Commission adopts such an act in the framework of an international negotiation, it would seem possible to argue a violation of the provisions of Article 300(1) EC. The case is unlikely to arise, however, as the Commission’s actions are subject to political review by the Council. If the latter is unhappy with the outcome of a negotiation, it may simply refuse to conclude the agreement. Where it does conclude [it], it obviously agrees with the Commission’s approach, and a challenge to particular Commission conduct in the course of negotiations would then in any event be unable to affect the outcome, namely conclusion of the agreement, as this is a separate Council act».
( 11 ) Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί συναφώς ότι, στο σημείο 22 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση εκείνη, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ρητώς ότι, κατά την άποψή του, οι οδηγίες διαπραγματεύσεως είχαν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για την Επιτροπή: «[ε]πιπλέον, οι οδηγίες διαπραγμάτευσης, όπως εν προκειμένω, αποτελούν μέρος αποφάσεως που εκδίδεται από το Συμβούλιο με αποδέκτη την Επιτροπή. Για τον λόγο αυτόν, είναι δεσμευτικές για την Επιτροπή». Η θέση αυτή διαφέρει σημαντικά από τη θέση που είχε υποστηρίξει παλαιότερα το Συμβούλιο. Στη γνωμοδότηση 3/94 (EU:C:1995:436), το Δικαστήριο είχε συνοψίσει ως εξής τα επιχειρήματα του Συμβουλίου όσον αφορά τη συμβατότητα της συμφωνίας στην οποία καταλήγει η Επιτροπή με τις οδηγίες διαπραγματεύσεως: «Πρακτικά, η Επιτροπή αναγκάζεται συχνά να υπερβεί το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών όταν διαπραγματεύεται διεθνή συμφωνία. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Συμβούλιο, αντί να τροποποιήσει τις εν λόγω οδηγίες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δέχεται απλώς το τελικό αποτέλεσμα υπογράφοντας τη συμφωνία».
( 12 ) Βλ., για την κρινόμενη υπόθεση, δεύτερη περίοδο του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως και τμήμα Α του συμπληρώματος του παραρτήματος κατά των οποίων βάλλει η προσφυγή της Επιτροπής.
( 13 ) Εφόσον η επίδικη συμφωνία δεν αφορά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, δεν είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά στον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας.
( 14 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.
( 15 ) Βλ., για παράδειγμα, Cornu, G., Vocabulaire juridique, PUF, 2007, σ. 312.
( 16 ) Μολονότι, στην πράξη, ο Τύπος αποκαλύπτει συχνά το περιεχόμενο των οδηγιών διαπραγματεύσεως.
( 17 ) Ή απόφαση που επιβάλλεται μονομερώς, στην οποία δεν μπορεί κανείς να αντιταχθεί και η οποία δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στους αποδέκτες της. Βλ. Le Petit Robert, Dictionnaire de la langue française, VUEF, 2003, σ. 750.
( 18 ) Υπενθυμίζω ότι η Συνθήκη ΛΕΕ αναθέτει τον ρόλο του διαπραγματευτή στην Επιτροπή (βλ. υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων).
( 19 ) Βλ. απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (9/56, EU:C:1958:7). Αξίζει να επισημανθεί ότι οι Συνθήκες δεν προβλέπουν ρητώς την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, εκτός από το πρωτόκολλο 7 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, το οποίο προσαρτάται στην Συνθήκη του Άμστερνταμ και σύμφωνα με το οποίο «[κ]ατά την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας τηρούνται οι γενικές διατάξεις και οι στόχοι της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά […] τη θεσμική ισορροπία».
( 20 ) Βλ. Blumann, C., και Dubouis, L., Droit institutionnel de l’UE, 5η έκδ., LexisNexis, 2013, σ. 401 («[ο τομέας της κοινής εμπορικής πολιτικής] γεννούσε ανέκαθεν αντιπαραθέσεις τόσο από την πλευρά της Επιτροπής, η οποία θεωρεί ότι περιορίζεται υπερβολικά και δεν είναι σε θέση να αναλάβει έστω και ελάχιστες πραγματικές πρωτοβουλίες, όσο και από την πλευρά του Συμβουλίου ή των κρατών μελών που θεωρούν, αντιθέτως, ότι η Επιτροπή αποδεσμεύεται με υπερβολικά μεγάλη ευκολία από το πλαίσιο που της καθορίζεται. Οι μεγάλες διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των ΓΣΔΕ-ΠΟΕ αποτελούν το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα των αντιπαραθέσεων αυτού του είδους. Το πρόβλημα επικεντρώνεται κυρίως στις οδηγίες διαπραγμάτευσης, στον βαθμό ακριβείας τους»).
( 21 ) Όπως επισημαίνει ο H. Paemen, που ήταν ο «Commission’s Chief Negotiator» κατά τις διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης, στην πράξη δεν είναι εύκολο να εκδοθούν οδηγίες διαπραγματεύσεως που να αντιπροσωπεύουν το κοινοτικό συμφέρον, διότι «[the] uppermost concern [of the Member States] is to look after their national interests, in the narrow sense of the term [and] [i]nevitably, [the Commission] proposals [for negotiating directives] intended to reflect the collective position – ie the Community interest – are amended to take account of disparate national views until, in many cases, all that is left is the ‘lowest common denominator’» (βλ. Devuyst, Y., EU law and practice in the negotiation and conclusion of international trade agreements, Journal of International Business and Law, 2014, τόμος 12, τεύχος 2, άρθρο 13, σ. 290).
( 22 ) Βλ. απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής (T‑226/04, EU:T:2006:85, σκέψεις 76 και 78) και υποσημείωση 8 των παρουσών προτάσεων.
( 23 ) Βλ., για παράδειγμα, σημείο 11 των παρατηρήσεων της Τσεχικής Κυβερνήσεως.
( 24 ) Βλ. υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Το συμπέρασμα αυτό θα αιτιολογηθεί στη συνέχεια, μετά από ανάλυση de lege lata της απόψεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (υπόμνημα παρεμβάσεως, σημείο 27) ότι είναι «επιζήμιο για τα συμφέροντα της Ένωσης» διότι είναι πολιτικής φύσεως.
( 26 ) Βλ. συναφώς Guerassimoff, C., La coopération interinstitutionnelle dans l’Union européenne, RAE, Παρίσι, 1997, σ. 472· Huiban, O., «Les accords interinstitutionnels dans l’Union européenne», Problèmes actuels du droit communautaire, LGDJ, 1998, σ. 93· Gautron, J.-C., «Les accords interinstitutionnels dans l’ordre juridique communautaire», Les règles et principes non écrits en droit public, LGDJ, 2000, σ. 195· Godet, R., Accords interinstitutionnels et équilibre institutionnel dans la Communauté européenne, Université Panthéon-Sorbonne, Παρίσι, 2001.
( 27 ) Βλ. Tournepiche, M.-A., Les accords interinstitutionnels dans l’Union européenne, τόμος 18, Bruylant, 2011, και Blumann, C., Les accords interinstitutionnels, JCI. Europe, τόμος 1, τεύχος 193 (βλ. επίσης, του ίδιου συγγραφέα, «Équilibre institutionnel et séparation des pouvoirs en droit communautaire», Clés pour le siècle, Dalloz, 2000, σ. 1639).
( 28 ) Βλ. Blumann, C., και Dubouis, L., όπ.π., σ. 199 (βλ. επίσης το κεφάλαιο σχετικά με την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, σ. 194 επ.).
( 29 ) Βλ. συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, παράρτημα ΙΙΙ, παράγραφος 2 (ΕΕ L 304, σ. 47), η οποία έχει εξάλλου ενσωματωθεί στον εσωτερικό κανονισμό του Κοινοβουλίου ως παράρτημα XIII. Για σχολιασμό της συμφωνίας-πλαισίου, βλ. Weiler, J., «Dispatch from the Euro Titanic: And the Orchestra Played On», European Journal of International Law που έχει δημοσιευθεί στο διαδίκτυο στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.ejiltalk.org/dispatch-from-the-euro-titanic-and-the-orchestra-played-on-ejil-editorial/.
( 30 ) Όπ.π. (παράρτημα III, παράγραφος 4).
( 31 ) Ορισμένοι θεωρούν ότι σε μια τέτοια συμφωνία θα πρέπει πάντα να συμμετέχουν και τα τρία θεσμικά όργανα. Βλ. Weiler, J., όπ.π. («What is rather astonishing in this respect is the fact that this [Framework] Agreement [between the Parliament and the Commission] was negotiated in its entirety without Council involvement – arguably contrary to the very Treaty stipulations on interinstitutional agreements [δηλ. το άρθρο 295 ΣΛΕΕ]»).
( 32 ) Βλ. απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση για τη συμφωνία Επιτροπής/Ηνωμένων Πολιτειών περί ανταγωνισμού» (C‑327/91, EU:C:1994:305, σκέψη 28).
( 33 ) Όπ.π.
( 34 ) Και παρά την αντίδραση της Επιτροπής (βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων).
( 35 ) Το δε απλό γεγονός που επικαλείται το Συμβούλιο και ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (υπόμνημα παρεμβάσεως, σημείο 13) και το Βασίλειο της Σουηδίας (υπόμνημα παρεμβάσεως, σημεία 24 και 25), ότι δεν απαγορεύονται ρητώς από το άρθρο 218, παράγραφοι 2 έως 4, ΣΛΕΕ, δεν αρκεί για να τις δικαιολογήσει.
( 36 ) Βλ. συναφώς, για παράδειγμα, Krajewski, M., «External Trade Law and the Constitution Treaty: Towards a Federal and More Democratic Common Commercial Policy?», Common Market Law Review, Kluwer Law, 2005, και Müller-Graff, P.-C., The Common Commercial Policy Enhanced by the Reform Treaty of Lisbon?, Dashwood, A. και Maresceau, M., Law and Practice of EU External Relations, Cambridge University Press, 2008, σ. 188.
( 37 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑27/04, EU:C:2004:436, σκέψη 81).
( 38 ) Σύμφωνα με το τμήμα Α, το Συμβούλιο καθορίζει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις» (σημείο 1)· ενημερώνεται για το «προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα και τα υπό διαπραγμάτευση θέματα» (σημείο 2)· η Επιτροπή «υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο» σχετικά με την έκβαση κάθε διαπραγματευτικής συνεδρίας (σημείο 4 και άρθρο 2, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως) και «αναφέρει» στο Συμβούλιο «τα σημαντικά προβλήματα που ανακύπτουν» (σημείο 4).
( 39 ) Η οποία μνημονεύεται επίσης στο τμήμα Α και είναι επιφορτισμένη να καθορίζει «λεπτομερείς διαπραγματευτικές θέσεις» (σημείο 1), καθώς και «τα βασικά ζητήματα και [τις] διαπραγματευτικές θέσεις ή κατευθυντήριες γραμμές, κατά περίπτωση» (σημείο 3).
( 40 ) Βλ. Eeckhout, P., External relations of the European Union, Οξφόρδη, 2005, σ. 171.
( 41 ) Βλ. MacLeod, I., Hendry, I. D., και Hyett, S., The external relations of the European Communities, Oxford University Press, 1998, σ. 88, σε σχέση με το άρθρο 228 ΕΟΚ, νυν άρθρο 218 ΣΛΕΕ. Στο σημείο αυτό τα κείμενα των δύο διατάξεων συγκλίνουν, πλην του ότι το άρθρο 228 ΕΟΚ διευκρίνιζε ότι οι «διαπραγματεύσεις αυτές διεξάγονται από την Επιτροπή, σε συνεννόηση με τις ειδικές επιτροπές που ορίζονται από το Συμβούλιο για να την επικουρούν στο έργο αυτό», ενώ το άρθρο 218 ΣΛΕΕ προβλέπει ότι το «Συμβούλιο μπορεί […] να ορίζει ειδική επιτροπή, σε διαβούλευση με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις».
( 42 ) Η οποία, στο άρθρο 218 ΣΛΕΕ, τροποποιήθηκε ως εξής: «Το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει οδηγίες στον διαπραγματευτή».
( 43 ) Βλ. MacLeod, I., Hendry, I. D., και Hyett, S., όπ.π. Όπως ορθώς επισημαίνουν οι συγγραφείς, για παράδειγμα, «Article 228 [EEC] does not preclude the possibility of involvement of experts from Member States in such negotiations if the Commission is agreeable, but the ‘conduct’ of the negotiations is the responsibility of the Commission» (σ. 87), ενώ οι οδηγίες διαπραγμάτευσης «could not authori[s]e – or require – the Commission to begin a completely new set of negotiations with other parties. Such a change of tack would require a new Commission recommendation. On the other hand, it would seem to be possible for the Council to call a halt to negotiations by a directive under Article 228 [EEC]» (σ. 89).
( 44 ) P. Eeckhout, όπ.π., σ. 171. Για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τα δύο παραδείγματα που αναφέρονται εδώ (πρόκειται, αφενός, για τη Συμφωνία Blair House και, αφετέρου, για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τις μπανάνες), βλ. σ. 172 επ.
( 45 ) Βλ. απόφαση Wybot (149/85, EU:C:1986:310, σκέψη 23).
( 46 ) Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «απόφαση AETR» (22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 73), και Massey-Ferguson (8/73, EU:C:1973:90, σκέψη 4).
( 47 ) Αυτή τη φορά ήταν το Γενικό Δικαστήριο: βλ. απόφαση Roquette Frères κατά Επιτροπής (T‑322/01, EU:T:2006:267, σκέψη 327).
( 48 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (13/83, EU:C:1985:220, σκέψη 17).
( 49 ) Γνωμοδότηση 1/78 (EU:C:1979:224, σκέψη 30).
( 50 ) Βλ. απόφαση Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (9/56, EU:C:1958:7, σ. 44).
( 51 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C‑133/06, EU:C:2008:257, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., συναφώς, Etienne, J., «Le principe de l’équilibre institutionnel, manifestation et condition de l’État de droit», L’état de droit en droit international, Pedone, 2009, σ. 249.
( 52 ) Όπως αναφέρει ο C. Delcourt, «Le principe de coopération loyale entre les institutions dans le traité établissant une Constitution pour l’Europe», Le droit de l’Union européenne en principes: liber amicorum en l’honneur de Jean Raux, Apogée, 2006, σ. 464.
( 53 ) Jacqué, J.-P., Droit institutionnel de l’Union européenne, 4η έκδοση, Dalloz, Παρίσι, 2006, σ. 217.
( 54 ) Βλ. σημείο 84 των παρουσών προτάσεων.
( 55 ) Βλ. απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση για τη συμφωνία Επιτροπής/Ηνωμένων Πολιτειών περί ανταγωνισμού» (C‑327/91, EU:C:1994:305, σκέψη 28).
( 56 ) C‑70/88 (EU:C:1990:217, σκέψη 21).
( 57 ) Υπομνήματα παρεμβάσεως του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (σημείο 8)· του Βασιλείου της Δανίας (σημεία 9 έως 12)· της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (σημεία 29 και 32)· της Γαλλικής Δημοκρατίας (σημείο 6) και της Δημοκρατίας της Πολωνίας (σημείο 7).
( 58 ) Βλ. απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση για τη συμφωνία Επιτροπής/Ηνωμένων Πολιτειών περί ανταγωνισμού» (C‑327/91, EU:C:1994:305, σκέψη 28) και σημείο 84 των παρουσών προτάσεων.
( 59 ) Cloos, J., Reinesch, G., Vignes, D., και Weyland, J., Le traité de Maastricht – Genèse, analyse, commentaires, 2η έκδ., Bruylant, 1994, σ. 343. Βλ. επίσης Krenzler, H.G., και Pitschas, C., «Progress or Stagnation?: The Common Commercial Policy After Nice», European Foreign Affairs Review, 2001, τεύχος 6, σ. 291.
( 60 ) Αποκαλούμενη έτσι κατά παραπομπή στο άρθρο 113 ΕΟΚ, το οποίο αντιστοιχεί στο νυν άρθρο 207 ΣΛΕΕ. Βλ. επίσης MacLeod κ.λπ., όπ.π., σ. 88: «Article 113 [...] established a committee [...] to assist the Commission in the negotiation of agreements [...] This committee developed a general monitoring role across the whole field of the common commercial policy, but there was no similar arrangement in the original Treaty for the systematic scrutiny of the conduct of negotiations in other areas. In practice, this caused no great problem: the Commission’s progress in negotiation of agreements for the Community was kept under review in the Council’s regular working groups and in COREPER [...] Article 228 [EEC] codifies the existing arrangements, and develops them. The Council is now specifically given a right to establish special committees and the Commission is required to negotiate ‘in consultation with’ these committees».
( 61 ) Συγκεκριμένα στη φράση «Η Επιτροπή διεξάγει τις διαπραγματεύσεις σε συνεννόηση με ειδική επιτροπή που ορίζεται από το Συμβούλιο για να την επικουρεί στο έργο της αυτό (άρθρο 113, παράγραφος 3, ΕΟΚ, στη συνέχεια άρθρο 133, παράγραφος 3, ΕΚ μετά το Άμστερνταμ και νυν άρθρο 207, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ).
( 62 ) Η ένταση μεταξύ των δύο αυτών θεσμικών οργάνων είναι εμφανής και στην εκκρεμή υπόθεση Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C‑73/14, βλ. υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων), στην οποία το Συμβούλιο ζητεί την ακύρωση της «αποφάσεως» της Επιτροπής να υποβάλει στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας γραπτή δήλωση εξ ονόματος της Ένωσης –χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου. Στη σελίδα 87 του σχολιασμένου τόμου Mégret, όπ.π., επισημαίνεται ότι «το φόβητρο των συμφωνιών του Blair House (για τον γεωργικό τομέα και του Μαρακές (για τις μπανάνες) προκάλεσε μια κάποια δυσπιστία έναντι της Επιτροπής, μερικά χρόνια αργότερα, κατά τη ΔΔ του 1996. Επισημαίνεται εντούτοις ότι στην πράξη η συνεργασία μεταξύ των αντιπροσωπιών των κρατών μελών και της Επιτροπής κατά τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων δεν είχε προκαλέσει δυσκολίες. Αντιθέτως, φαίνεται ότι συνέβαλε στην επιτυχία των διαπραγματεύσεων και επέτρεψε στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη να ερμηνεύσουν κατά τρόπο ρεαλιστικό και ευέλικτο τις οδηγίες διαπραγμάτευσης του Συμβουλίου [...]» (η υπογράμμιση δική μου).
( 63 ) Βλ. σημείο 13 του υπομνήματος αντικρούσεως. Βλ. επίσης την προσπάθεια να αποφευχθούν «δυσάρεστες εκπλήξεις» που επισημαίνεται στο σημείο 115 των παρουσών προτάσεων.
( 64 ) Τσεχική Δημοκρατία (σημείο 6), Βασίλειο της Δανίας (σημείο 17), Γαλλική Δημοκρατία (σημείο 21) και Δημοκρατία της Πολωνίας (σημείο 5).
( 65 ) Βασίλειο της Δανίας (σημεία 14 και 17) και Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (σημείο 15, στοιχείο c).
( 66 ) Χαρακτηριστική της κοινοτικής και όχι της διακυβερνητικής μεθόδου.
( 67 ) Κοινοβούλιο (σημείο 34).
( 68 ) Devuyst, Y., «EU law and practice in the negotiation and conclusion of international trade agreements», Journal of International Business and Law, τεύχος 12, αριθ. 2, 2014, άρθρο 13, σ. 295 επ. (ανεπίσημη μετάφραση των παρατιθέμενων χωρίων).
( 69 ) Βλ., για παράδειγμα, Cremona, M., «Defending the Community Interest: the Duties of Cooperation and Compliance», EU Foreign Relations Law: Constitutional Fundamentals, de Witte, 2008.
( 70 ) Σημείο 5 του υπομνήματος ανταπαντήσεως.
( 71 ) Γνωμοδότηση 2/94 (EU:C:1996:140, σκέψη 4, η υπογράμμιση από την Τσεχική Κυβέρνηση).
( 72 ) Βλ. επίσης, με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση Συμβούλιο κατά in ‘t Veld (C‑350/12 P, EU:C:2014:2039, σκέψη 58), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα τέτοιο επιχείρημα δεν ασκούσε επιρροή σε ανάλογο πλαίσιο.
( 73 ) Βασίλειο της Σουηδίας (σημείο 16).
( 74 ) Βλ. σημείο 28 των παρατηρήσεων της Επιτροπής επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως.
( 75 ) Βλ. σημείο 95 των παρουσών προτάσεων.
( 76 ) Το άρθρο 207, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ορίζει ότι «η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά έκθεση στην ειδική επιτροπή καθώς και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων».
( 77 ) Την ίδια άποψη φαίνεται να ακολουθεί και το μεγαλύτερο μέρος της θεωρίας. Βλ., για παράδειγμα, Lenaerts, K., και Van Nuffel, P., Constitutional law of the European Union, Thomson/Sweet & Maxwell, 2005, σ. 883 (εφόσον το Συμβούλιο πρέπει να εγκρίνει τη συμφωνία που προκύπτει από τις διαπραγματεύσεις, είναι εύλογο να μπορεί να γνωστοποιεί την άποψή του κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων).
( 78 ) Βλ. σημείο 36 των παρατηρήσεων της Επιτροπής επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως.
( 79 ) Βλ., ιδίως, MacLeod, J., Hendry, I. D. και Hyett, S., The External Relations of the European Communities: a manual of law and practice, Oxford University Press, 1996, σ. 89.
( 80 ) Όπ.π.
( 81 ) Όπ.π., σ. 85. Βλ. και Devuyst, Y., όπ.π., σ. 294: «[t]he Council may adopt negotiating directives at the time of launching the negotiations or at a later point in time; they may be updated and supplemented at any time during the negotiations», με παραπομπή στο έγγραφο της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2005, με τίτλο Commission Services, Legal Issues Relating to the Negotiations within the Framework of the WTO’s Doha Development Agenda 4 SEC (2005) 566 τελικό.
( 82 ) Έγγραφα SEC(2008)2721 και SEC(2009)83.
( 83 ) Η συμφωνία με τη Γεωργία έχει υπογραφεί (ΕΕ L 321, σ. 1).
( 84 ) «Τακτικά», όπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στο σημείο 15, στοιχείο δʹ, του υπομνήματός του.
( 85 ) Απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, γνωστή ως «απόφαση για τη συμφωνία Επιτροπής/Ηνωμένων Πολιτειών περί ανταγωνισμού» (C‑327/91, EU:C:1994:305, σκέψη 36). Βλ., επίσης, γνωμοδότηση 1/94 (EU:C:1994:384, σκέψη 52).
( 86 ) Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται ιδίως από τους MacLeod κ.λπ., όπ.π., σ. 87 («Strictly, the Commission is not ‘mandated’ by the Council, but ‘authori[s]ed»).
( 87 ) Κατά το Συμβούλιο, «η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις εντός των ορίων της εντολής που της δίδει το Συμβούλιο» (σημείο 42 του υπομνήματος αντικρούσεως).
( 88 ) Βλ. Waelbroeck, M., Louis, J. V., Vignes, D., και Dewost, J.-L.: «Le droit de la Communauté économique européenne, Relations extérieures», τόμος 12, Éditions de l’Université, Βρυξέλλες, 1981, σ. 30.
( 89 ) Πράγμα που δεν ισχύει εν προκειμένω, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται το Βασίλειο της Σουηδίας (σημείο 4), βασιζόμενο στο ότι η πολιτική για το περιβάλλον εμπίπτει στη συντρέχουσα αρμοδιότητα. Οι διαπραγματεύσεις εγκρίθηκαν και διεξήχθησαν με βάση την αρχή ότι η συμφωνία θα συναφθεί αποκλειστικά από την Ένωση. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας όταν η σύναψη αυτή προβλέπεται σε νομοθετική πράξη της Ένωσης (εν προκειμένω, στο άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/87).
( 90 ) Βλ. σημείο 157 των παρουσών προτάσεων.
( 91 ) Άρθρα 225 ΣΛΕΕ και 241 ΣΛΕΕ.
( 92 ) Τόσο στο σημείο 1 (για την έναρξη των διαπραγματεύσεων) όσο και στο σημείο 3 (πριν κάθε διαπραγματευτική συνεδρία) του τμήματος Α των οδηγιών διαπραγματεύσεως.
( 93 ) Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «απόφαση CITES» (C‑370/07, EU:C:2009:590, σκέψεις 43 και 44).
( 94 ) – Το αρκτικόλεξο CITES αναφέρεται στη Σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση.
( 95 ) Κατά το Συμβούλιο, «εναπόκειται στην Επιτροπή να κρίνει πώς πρέπει να διαπραγματευτεί» (η υπογράμμιση στο πρωτότυπο του υπομνήματος αντικρούσεως, σημείο 43).
( 96 ) Επισημαίνεται ότι το πρωτότυπο κείμενο των οδηγιών διαπραγματεύσεως είναι το αγγλικό.
( 97 ) Όπως επισημαίνει η Τσεχική Δημοκρατία, αυτό επιτρέπει επίσης να αποφεύγονται τα προβλήματα κατά το στάδιο της εγκρίσεως της συμφωνίας από το Συμβούλιο (σημείο 16).
( 98 ) Το οποίο ορίζει ότι, «[σ]ύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας».
( 99 ) Βλ. προσφυγή (σημεία 20 και 27) και υπόμνημα απαντήσεως (σημεία 7 και 35).
( 100 ) Βλ., για παράδειγμα, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (σημείο 17). Η Γαλλική Δημοκρατία δέχεται ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιβάλλει νέους διαδικαστικούς όρους, αλλά υποστηρίζει ότι το τμήμα Α είναι απλώς η μεταφορά στην πράξη του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας (υπόμνημα παρεμβάσεως, σημεία 27, 28, 32 και 33).
( 101 ) «Η κάπως μυστηριώδης αυτή έννοια που δεν ξέρουμε αν είναι ηθική, πολιτική ή νομική» (βλ. Verhoeven, J., εισαγωγή, La loyauté. Mélanges offerts à Etienne Cerexhe, Larcier, 1997, σ. 1).
( 102 ) «[Υ]πό τις διάφορες μορφές της –αμοιβαία καλόπιστη συνεργασία μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της, οριζόντια αλληλεγγύη μεταξύ κρατών μελών, καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων– η αρχή της κοινοτικής πίστεως βρίσκεται στο επίκεντρο του κοινοτικού νομικού συστήματος» (βλ. Simon, D., Le système juridique communautaire, 3η έκδ., 2001, σ. 151). Το Δικαστήριο έχει συναγάγει «αρχή καλόπιστης συνεργασίας» (απόφαση Wells, C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 64), «καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας» (απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑33/90, EU:C:1991:476, σκέψη 20), «αμοιβαία καθήκοντα ειλικρινούς συνεργασίας» (απόφαση Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, 230/81, EU:C:1983:32, σκέψη 37), «υποχρέωση έντιμης συνεργασίας» (απόφαση Αθανασόπουλος κ.λπ., C‑251/89, EU:C:1991:242, σκέψη 57), «επιταγές ειλικρινούς συνεργασίας» (απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑105/02, EU:C:2006:637, σκέψη 87), «υποχρέωση [...] εντιμότητας» (απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑459/03, EU:C:2006:345, σκέψη 169), «αρχή αγαστής συνεργασίας» (απόφαση EU-Wood-Trading, C‑277/02, EU:C:2004:810, σκέψη 48), ή «πλαίσιο αγαστής συνεργασίας» (απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑494/01, EU:C:2005:250, σκέψη 45) (βλ. Magnon, X., «La loyauté dans le droit institutionnel de l’Union européenne», Revue des affaires européennes, 2011/2, σ. 245). Επίσης, βλ., για παράδειγμα, απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «απόφαση περί των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων» (C‑65/93, EU:C:1995:91, σκέψεις 21 έως 28), με την οποία, εντούτοις, το Δικαστήριο στάθμισε το συμφέρον της προστασίας της θεσμικής ισορροπίας με την απαίτηση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων [βλ. και αντίθετες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην εν λόγω υπόθεση (C‑65/93, EU:C:1994:405)].
( 103 ) Βλ. Simon, D., Le système juridique communautaire, Παρίσι, PUF, 2001, 3η έκδ., σ. 149. Βλ. επίσης, με ανάλογη επιχειρηματολογία, Burgorgue-Larsen, L., «La coopération interinstitutionnelle – Approche comparative et tentative de systématisation», Auvret-Finck, J., L’Union européenne carrefour de coopérations, LGDJ, 2002, σ. 13 επ.· Neframi, E., «The duty of loyalty: rethinking its scope through its application in the field of EU external relations», Common Market Law Review, υπ. αριθ. 47, 2010, σ. 323· Le Barbier-Le Bris, M., «Les principes d’autonomie institutionnelle et procédurale et de coopération loyale», Le droit de l’Union européenne en principes, όπ.π., σ. 419· Potvin-Solis, L., «Le principe de coopération loyale», Annuaire du droit européen, τόμος VI/2008 (2011), σ. 165· Thies, A., «Le devoir de coopération loyale dans l’exercice des compétences externes de l’Union européenne des États membres», Objectifs et compétences dans l’Union européenne, Bruylant, 2013, σ. 315.
( 104 ) Βλ. αποφάσεις Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής (C‑403/05, EU:C:2007:624, σκέψη 49) και Κοινοβούλιο και Δανία κατά Επιτροπής (C‑14/06 και C‑295/06, EU:C:2008:176, σκέψη 50).
( 105 ) Πρώην άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
( 106 ) Πράγματι, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, κατά πάγια νομολογία σχετική με το άρθρο 13, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, ΣΕΕ, επιβάλλεται και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης (βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, αποφάσεις Ελλάδα κατά Συμβουλίου, 204/86, EU:C:1988:450, σκέψη 16, και Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «απόφαση περί των γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων», C‑65/93, EU:C:1995:91, σκέψεις 23 και 27).
( 107 ) Βλ. Jacqué, J. P., The Principle of Institutional Balance, Common Market Law Review υπ. αριθ. 41, 2004, σ. 384, ο οποίος εντάσσει τη θεσμική ισορροπία στις διαρθρωτικές αρχές, μαζί με τη θεσμική αυτοτέλεια και την καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, και τη χαρακτηρίζει θεσμική αρχή. Βλ. και Van Raepenbusch, S., Droit institutionnel de l’Union européenne, 4η έκδ., Larcier, 2005, σ. 451 (πρόκειται για αρχή που βρίσκεται στη βάση του θεσμικού συστήματος της Κοινότητας), Tridimas, T., The General Principles of EU Law, 2η έκδ., Oxford European Union, 2006, σ. 4 (η αρχή αυτή συγκαταλέγεται μεταξύ των «systemic principles which underlie the constitutional structure of the Community and define the Community legal edifice»)· Guillermin, G., Le principe de l’équilibre institutionnel dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautés européennes, JDI, 1992, σ. 319 (τη χαρακτηρίζει διαρθρωτική αρχή), Papadopoulou, R. E., Principes généraux du droit et droit communautaire, Bruylant, 1996, σ. 118 (πρόκειται για γενική αρχή θεσμικής φύσεως, θεμελιώδη ή διαρθρωτική), De Witte, B., Institutional Principles: A Special Category of General Principles of EC Law, Bernitz, U., και Nergelius, J., General Principles of EC Law, Kluwer, 2000, σ. 143 (η θεσμική ισορροπία συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του θεσμικού δικαίου, στην κατηγορία των οριζόντων αρχών).
( 108 ) Βλ. προτάσεις του στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C‑409/13, EU:C:2014:2470, σημείο 98).
( 109 ) Για ενδελεχή ανάλυση, ο γενικός εισαγγελέας N. Jääskinen παραπέμπει στον Blumann, C., «Caractéristiques générales de la coopération interinstitutionnelle», Auvret-Finck, J., L’Union européenne carrefour de coopérations, LGDJ, 2000, σ. 29 έως 61.
( 110 ) Βλ. Jacqué, J. P., όπ.π., σ. 386, ο οποίος προσθέτει ότι «the principle has [also] provided useful support for the Commission when it tried to oppose claims of the Parliament to obtain the withdrawal of its proposals».
( 111 ) Όπως ορθώς υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας A. Tizzano (βλ. γνώμη στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑27/04, EU:C:2004:313, σημείο 140), θα ήταν αντίθετο προς την ισορροπία μεταξύ των θεσμικών οργάνων να ερμηνευθούν οι Συνθήκες υπό την έννοια ότι περιορίζουν τον ρόλο ενός οργάνου στη συστηματική έγκριση των συστάσεων του άλλου περιορίζοντάς το σε ένα «συμβολαιογραφικό» ρόλο. Το επιχείρημα αυτό, το οποίο στην υπόθεση εκείνη αφορούσε το Συμβούλιο, ισχύει προφανώς mutatis mutandis για τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα (εν προκειμένω για την Επιτροπή).
( 112 ) Λαμβανομένου υπόψη ότι το Συμβούλιο αφήνει στην Επιτροπή μόνο το «πώς να διαπραγματεύεται» και της αφαιρεί το «τι να διαπραγματεύεται». Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι έχει «the right to steer the negotiations», πράγμα προφανώς αντίθετο, κατά τη γνώμη μου, στη Συνθήκη ΛΕΕ.
( 113 ) Εξάλλου, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[η] λειτουργία της Ένωσης θεμελιώνεται στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία».
( 114 ) Σε αυτό το πλαίσιο, όπως ορθώς επισημαίνει ο Eeckhout, P., όπ.π., σ. 196, «there is clearly a need for the Commission, which ensures the application of the Treaties and of EU legislation (again with the exception of the CFSP), to be the negotiator for agreements covering matters of internal policy-making under the TFEU. The negotiated agreement will need to fit into the broader framework of EU law, and the Commission has the institutional capacity and memory to ensure this».
( 115 ) Κατά τον Ρωμαίο συγγραφέα Γιουβενάλη: «sed quis custodiet ipsos custodes?»
( 116 ) Για παράδειγμα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας της Γερμανίας (σημεία 6 έως 10).
( 117 ) Δηλαδή τον Νοέμβριο 2013.
( 118 ) Βασίλειο της Σουηδίας (σημείο 38)· Βασίλειο της Δανίας (σημείο 31).
( 119 ) Βασίλειο της Σουηδίας (σημείο 42).
( 120 ) Εξάλλου, όπως επισημαίνεται στον σχολιασμένο τόμο Mégret, J., όπ.π., σ. 436, «[ο] ρόλος της Επιτροπής, ως οργάνου που ενσαρκώνει το γενικό συμφέρον [της Ένωσης], στον τομέα της διεθνούς εκπροσωπήσεως πρέπει […] να διευρυνθεί πέραν των αποκλειστικών ή βασικών αρμοδιοτήτων της [Ένωσης]. Σε μια Ευρώπη με ολοένα και περισσότερα κράτη, η Επιτροπή αποκτά, για διάφορους λόγους, τον ρόλο του συνομιλητή που επιβάλλεται στα διεθνή φόρα για να εκφράσει τη φωνή [της Ένωσης] και των κρατών μελών της: διαθέτει αδιαμφισβήτητη εμπειρογνωμοσύνη, ενσαρκώνει τη σταθερότητα σε σχέση με τον στρόβιλο των προεδριών που εναλλάσσονται ανά εξάμηνο και των οποίων το προσωπικό γνωρίζει άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο ορισμένους διεθνείς φακέλους. Αν αναλογιστούμε μια διεθνή διαπραγμάτευση που διαρκεί τρία έτη, θα δούμε, εξαιρουμένων των τομέων αποκλειστικής αρμοδιότητας, να εναλλάσσονται έξι συνομιλητές στην καρέκλα της προεδρίας, ορισμένοι γνωστοί και άλλοι άγνωστοι και χωρίς λάμψη [...]».
( 121 ) Βλ. απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, γνωστή ως «απόφαση για τη Σύμβαση του Λομέ» (C‑316/91, EU:C:1994:76, σκέψεις 11 και 12).
( 122 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑29/99, EU:C:2002:734, σκέψη 45, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 123 ) Πρόβλημα μπορεί να δημιουργηθεί αν εξαφανιστεί διάταξη στην οποία γίνεται παραπομπή, αλλά όχι, κανονικά, όταν εξαφανίζεται η παραπέμπουσα διάταξη.
( 124 ) Πρόκειται για πάγια νομολογία: βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑239/01, EU:C:2003:514, σκέψη 37)· Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑244/03, EU:C:2005:299, σκέψη 12).
( 125 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Département du Loiret (C‑295/07 P, EU:C:2008:707, σκέψη 104)· απόφαση Επιτροπή κατά Verhuizigen Coppens (C-441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 54).