This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62003CC0295
Opinion of Mr Advocate General Ruiz-Jarabo Colomer delivered on 12 April 2005.#Alessandrini Srl and Others v Commission of the European Communities.#Appeal - Bananas - Third-country imports - Regulation (EC) No 2362/98 - Import licences for bananas from ACP States - Measures under Article 20(d) of Regulation (EEC) No 404/93 - Non-contractual liability of the Community.#Case C-295/03 P.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 12ης Απριλίου 2005.
Alessandrini Srl και λοιπών κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Αίτηση αναιρέσεως - Μπανάνες - Εισαγωγή από τρίτες χώρες - Κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 - Πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών από χώρες ΑΚΕ - Μέτρα δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 - Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
Υπόθεση C-295/03 P.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer της 12ης Απριλίου 2005.
Alessandrini Srl και λοιπών κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Αίτηση αναιρέσεως - Μπανάνες - Εισαγωγή από τρίτες χώρες - Κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 - Πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών από χώρες ΑΚΕ - Μέτρα δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 404/93 - Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
Υπόθεση C-295/03 P.
Συλλογή της Νομολογίας 2005 I-05673
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2005:214
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 12ης Απριλίου 2005 (1)
Υπόθεση C-295/03 P
Alessandrini και λοιποί
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Μπανάνες – Εισαγωγή από τρίτες χώρες – Κανονισμός (ΕΚ) 2362/98 – Πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών προελεύσεως χωρών ΑΚΕ – Μέτρα δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 404/93 – Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-93/00 και Τ-46/01, Alessandrini κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II-1635), με την οποία απορρίφθηκαν οι προσφυγές ακυρώσεως που είχαν ασκηθεί κατά ορισμένων εγγράφων με τα οποία το εν λόγω όργανο αρνήθηκε σε διαφόρους παραδοσιακούς εισαγωγείς μπανανών προελεύσεως χωρών Λατινικής Αμερικής το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν πιστοποιητικά εισαγωγής για μπανάνες προελεύσεως χωρών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού (ΑΚΕ) προκειμένου να εισαγάγουν μπανάνες προελεύσεως άλλων τρίτων χωρών.
2. Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής θίγονται διάφορες πτυχές της κοινής οργανώσεως της αγοράς της μπανάνας, όπως αυτή απορρέει από την τροποποίηση την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο το 1998. Η τροποποίηση αυτή, αφού τέθηκε σε εφαρμογή από την Επιτροπή, είχε ως συνέπεια την κατάργηση της διακρίσεως αναλόγως της προελεύσεως (ΑΚΕ ή τρίτων χωρών) η οποία εχρησιμοποιείτο μέχρι τότε για τη διαχείριση των πιστοποιητικών εισαγωγής.
3. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι νυν αναιρεσείουσες υποστήριξαν, συγκεκριμένα, ότι οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τους οποίους θέσπισε η Επιτροπή αντέβαιναν στη βασική ρύθμιση και ότι, κατά τα λοιπά, οι κανόνες αυτοί τους είχαν προξενήσει οικονομική ζημία, καθόσον η Επιτροπή δεν θέσπισε τα επιβαλλόμενα μεταβατικά μέτρα.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, οι αναιρεσείουσες περιορίζονται να ζητήσουν την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.
II – Το νομικό πλαίσιο
Κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93
4. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (2), υποκατέστησε, υπό τον τίτλο IV, από 1ης Ιουλίου 1993, τα διάφορα εθνικά καθεστώτα με ένα ενιαίο καθεστώς εμπορικών συναλλαγών με τις τρίτες χώρες. Ο κανονισμός αυτός διακρίνει μεταξύ των «κοινοτικών μπανανών», που παράγονται εντός της Κοινότητας, των «μπανανών από κράτη ΑΚΕ» και των «μπανανών από τρίτες χώρες εκτός ΑΚΕ». Εντός της δεύτερης κατηγορίας, οι «παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ» αντιστοιχούσαν στις εξαγόμενες από τις χώρες ΑΚΕ μπανάνες που δεν υπερέβαιναν την παραδοσιακά εξαγόμενη ποσότητα, ενώ οι «μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ» αντιστοιχούσαν στις ποσότητες μπανανών που υπερέβαιναν την ανώτατη αυτή ποσότητα, όπως οι ποσότητες αυτές καθορίζονταν στο παράρτημα του κανονισμού 404/93.
5. Κατά το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 404/93, για την εισαγωγή μπανανών στην Κοινότητα απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού το οποίο εκδίδεται από τα κράτη μέλη μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, ανεξαρτήτως του τόπου εγκαταστάσεώς του στην Κοινότητα, υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για την εφαρμογή των άρθρων 18 και 19.
6. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, ως είχε προτού τροποποιηθεί, προέβλεπε ότι ανοίγεται κάθε έτος δασμολογική ποσόστωση δύο εκατομμυρίων τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Στο πλαίσιο της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες υπέκειντο σε δασμό 100 ECU ανά τόνο, οι δε εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ υπέκειντο σε μηδενικό δασμό. Το άρθρο 18, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, ως είχε προτού τροποποιηθεί, προέβλεπε ότι οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ και μπανανών τρίτων χωρών οι οποίες πραγματοποιούνταν πέραν της εν λόγω ποσοστώσεως υπέκειντο σε δασμό ύψους 750 ECU και 850 ECU ανά τόνο αντιστοίχως.
7. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προέβλεπε την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως ανοίγοντάς την μέχρι ποσοστού 66,5 % για τους επιχειρηματίες που είχαν διαθέσει στην αγορά μπανάνες από τρίτες χώρες ή μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (κατηγορία Α), 30 % για τους επιχειρηματίες που είχαν διαθέσει στην αγορά κοινοτικές μπανάνες ή παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ (κατηγορία Β) και 3,5 % για την κατηγορία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα επιχειρηματιών οι οποίοι είχαν αρχίσει να εμπορεύονται μπανάνες πλην των κοινοτικών μπανανών ή των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ από το 1992 (κατηγορία Γ).
8. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 404/93 ορίζει τα ακόλουθα:
«Βάσει υπολογισμών διενεργούμενων [χωριστά] για καθεμία των κατηγοριών επιχειρηματιών [Α και Β], κάθε επιχειρηματίας λαμβάνει πιστοποιητικά εισαγωγής σε συνάρτηση με τη μέση ποσότητα μπανάνας που επώλησε στα τρία τελευταία χρόνια για τα οποία υπάρχουν στατιστικά στοιχεία.»
Κανονισμός (ΕΟΚ) 1442/93
9. Στις 10 Ιουνίου 1993, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (3) (στο εξής: καθεστώς του 1993). Το καθεστώς αυτό ίσχυσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998.
10. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1442/93, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ήταν υποχρεωμένες να καθορίζουν κατ’ έτος, για κάθε επιχειρηματία των κατηγοριών Α και Β που ήταν καταχωρισμένος στα μητρώα τους, τον μέσο όρο των ποσοτήτων που είχαν διατεθεί στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών πριν από το έτος που προηγείτο του έτους εκείνου για το οποίο είχε ανοίξει η ποσόστωση, υποδιαιρουμένων αναλόγως της φύσεως των δραστηριοτήτων που ασκούσε ο επιχειρηματίας σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Αυτός ο μέσος όρος ονομαζόταν «ποσότητα αναφοράς».
11. Το άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 1442/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2444/94 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 1994 (ΕΕ L 261, σ. 3), προβλέπει ότι «[ο]ι αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής κατατίθενται στις αρχές οιουδήποτε κράτους μέλους κατά τη διάρκεια των επτά πρώτων ημερών του τελευταίου μηνός του τριμήνου που προηγείται του τριμήνου για το οποίο [εκδίδονται] τα πιστοποιητικά.»
Κανονισμός (ΕΚ) 1637/98
12. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1637/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την τροποποίηση του κανονισμού 404/93 (ΕΕ L 210, σ. 28), επέφερε, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1999, σημαντικές τροποποιήσεις στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της μπανάνας. Ο κανονισμός αυτός τροποποίησε μεταξύ άλλων τα άρθρα 16 έως 20 του τίτλου IV του κανονισμού 404/93.
13. Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, προέβλεπε ότι ανοίγεται ετησίως δασμολογική ποσόστωση 2,2 εκατομμυρίων τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Στο πλαίσιο αυτής της δασμολογικής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανανών από τρίτα κράτη υπέκειντο σε δασμό 75 ECU ανά τόνο, οι δε εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ πραγματοποιούνταν ατελώς.
14. Το άρθρο 18, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, προέβλεπε ότι ανοίγεται ετησίως συμπληρωματική δασμολογική ποσόστωση 353 000 τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ. Στο πλαίσιο της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες υπέκειντο σε δασμό ύψους 75 ECU ανά τόνο, οι δε εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ πραγματοποιούνταν ατελώς.
15. Δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με το σύστημα της επιτροπής διαχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 27, να θεσπίσει μέτρα σχετικά με τις δασμολογικές ποσοστώσεις του άρθρου 18, συμπεριλαμβανομένων «[των] τυχόν [αναγκαίων ειδικών διατάξεων] για τη διευκόλυνση της μετάβασης από το καθεστώς εισαγωγής που εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 1993 και μετά στο καθεστώς του τίτλου [...] IV [του κανονισμού 404/93]».
Κανονισμός (ΕΚ) 2362/98
16. Στις 28 Οκτωβρίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2362/98, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 404/93 σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (4), το άρθρο 31 του οποίου κατάργησε τον κανονισμό 1442/93 από 1ης Ιανουαρίου 1999. Οι νέες διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση των πιστοποιητικών εισαγωγής στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων περιλαμβάνονται στους τίτλους Ι, ΙΙ και IV του κανονισμού 2362/98 (στο εξής: καθεστώς του 1999).
17. Το καθεστώς του 1999 εισάγει ορισμένες καινοτομίες σε σχέση προς το καθεστώς του 1993:
α) δεν διαφοροποιεί πλέον τους επιχειρηματίες ανάλογα με τις εργασίες που εκτελούν·
β) λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες μπανάνας που εισάγονται·
γ) προβλέπει ότι η διαχείριση των πιστοποιητικών εισαγωγής γίνεται χωρίς να μνημονεύονται η προέλευση (ΑΚΕ ή τρίτα κράτη) των μπανανών·
δ) αυξάνει τις δασμολογικές ποσοστώσεις και το μερίδιο που αναλογεί στους νεοεμφανιζόμενους επιχειρηματίες.
18. Το άρθρο 2 του κανονισμού 2362/98 προβλέπει μεταξύ άλλων ότι οι δασμολογικές ποσοστώσεις και οι παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, στις οποίες αναφέρονται, αντιστοίχως, το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, και το άρθρο 16 του κανονισμού 404/93, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98, κατανέμονται ως ακολούθως:
– 92 % για τους παραδοσιακούς εμπορικούς φορείς που ορίζονται στο άρθρο 3·
– 8 % για τους νεοεμφανιζόμενους εμπορικούς φορείς που ορίζονται στο άρθρο 7.
19. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2362/98 προβλέπει ότι κάθε παραδοσιακός εμπορικός φορέας, που είναι καταχωρισμένος σε κράτος μέλος, λαμβάνει ετησίως, για το σύνολο των προελεύσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού, ενιαία ποσότητα αναφοράς καθοριζόμενη σε συνάρτηση με τις ποσότητες μπανανών που εισήγαγε πράγματι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ίδιου κανονισμού, για εισαγωγές του 1999 η περίοδος αναφοράς αποτελείται από τα έτη 1994, 1995 και 1996.
20. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «κάθε έτος, το αργότερο στις 30 Σεπτεμβρίου, στο τέλος των αναγκαίων ελέγχων και επαληθεύσεων, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν για κάθε παραδοσιακό εμπορικό φορέα προσωρινή εφάπαξ ποσότητα αναφοράς, σε συνάρτηση με το μέσο όρο των ποσοτήτων μπανάνας που εισήχθησαν πραγματικά από χώρες καταγωγής που αναφέρονται στο παράρτημα Ι κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5». Η ποσότητα αναφοράς καθορίζεται σύμφωνα με έναν τριετή μέσον όρο, ακόμα και αν ο εμπορικός φορέας δεν πραγματοποίησε εισαγωγή κατά τη διάρκεια ενός μέρους της περιόδου αναφοράς. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να ανακοινώνουν κάθε έτος στην Επιτροπή τον κατάλογο των παραδοσιακών εμπορικών φορέων που καταχωρίστηκαν καθώς και το σύνολο των προσωρινών ποσοτήτων αναφοράς των τελευταίων.
21. Οι λεπτομερείς κανόνες για την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής περιέχονται στα άρθρα 14 έως 22 του κανονισμού 2362/98.
22. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, προβλέπει ότι, «για τα τρία πρώτα τρίμηνα, μπορεί να καθοριστεί για την έκδοση των πιστοποιητικών εισαγωγής ενδεικτική ποσότητα εκφρασμένη σε ενιαίο ποσοστό των διαθέσιμων ποσοτήτων για καθεμία από τις προελεύσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι».
23. Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, «οι αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής υποβάλλονται, για κάθε τρίμηνο, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο [είναι καταχωρισμένοι] οι εμπορικοί φορείς, κατά τη διάρκεια των επτά πρώτων ημερών του μήνα που προηγ[είται] του τριμήνου, για το οποίο [εκδίδονται] τα πιστοποιητικά».
24. Το άρθρο 17 προβλέπει ότι, αν για ένα τρίμηνο και για μία ή περισσότερες χώρες καταγωγής που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, οι ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων έκδοσης πιστοποιητικού υπερβαίνουν αισθητά την ενδεικτική ποσότητα που έχει καθοριστεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, ή υπερβαίνουν τις διαθέσιμες ποσότητες, καθορίζεται ποσοστό μείωσης που εφαρμόζεται στις αιτήσεις».
25. Το άρθρο 18 έχει ως εξής:
«1. Όταν για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες χώρες καταγωγής, καθορίζεται ποσοστό μείωσης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17, ο εμπορικός φορέας που υπέβαλε αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής μπορεί κυρίως:
α) να αρνηθεί τη χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού με ανακοίνωση προς την αρμόδια αρχή που εκδίδει τα πιστοποιητικά, εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση του κανονισμού που καθορίζει το ποσοστό μείωσης· σε παρόμοια περίπτωση η εγγύηση που αφορά το πιστοποιητικό αποδεσμεύεται αμέσως ή
β) εντός του συνολικού ορίου μιας ποσότητας ίσης ή χαμηλότερης της ποσότητας της αίτησης που δεν έχει κατακυρωθεί, να υποβληθούν μία ή περισσότερες άλλες νέες αιτήσεις έκδοσης πιστοποιητικού για τις χώρες καταγωγής για τις οποίες οι διαθέσιμες ποσότητες δημοσιεύονται από την Επιτροπή. Μια τέτοια αίτηση υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο στοιχείο α΄ και υπόκειται στην τήρηση όλων των όρων που ισχύουν για την υποβολή αίτησης εκδόσεως πιστοποιητικού.
2. Η Επιτροπή καθορίζει, χωρίς αναβολή, τις ποσότητες για τις οποίες μπορούν να εκδοθούν πιστοποιητικά για την ή τις εν λόγω χώρες καταγωγής.»
26. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι «οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν τα πιστοποιητικά εισαγωγής το αργότερο στις 23 του τελευταίου μήνα κάθε τριμήνου για το επόμενο τρίμηνο».
27. Το άρθρο 20, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[ο]ι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες ενός πιστοποιητικού κατακυρώνονται εκ νέου, κατόπιν αιτήσεως, στον ίδιο εμπορικό φορέα, ανάλογα με το αν κάποιος είναι δικαιούχος ή εκδοχέας, για το επόμενο τρίμηνο, αλλά, ωστόσο, κατά τη διάρκεια του έτους έκδοσης του πρώτου πιστοποιητικού. Η εγγύηση καταπίπτει ανάλογα με τις ποσότητες που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί.»
28. Στον τίτλο V του κανονισμού 2362/98 περιλαμβάνονται ορισμένες μεταβατικές διατάξεις για το 1999. Κατά το άρθρο 28, παράγραφος 1, οι επιχειρηματίες έπρεπε να υποβάλουν τις αιτήσεις καταχωρίσεως για το 1999 το αργότερο έως τις 13 Νοεμβρίου 1998. Οι αιτήσεις αυτές έπρεπε να συνοδεύονται, για τους εμπορικούς παραδοσιακούς φορείς, από την ένδειξη του συνόλου των ποσοτήτων μπανάνας που είχαν πράγματι εισαχθεί κατά τη διάρκεια καθενός από τα έτη της περιόδου αναφοράς 1994-1996, από τη μνεία των αριθμών όλων των πιστοποιητικών και των αποσπασμάτων πιστοποιητικών που χρησιμοποιήθηκαν για τις εισαγωγές αυτές, καθώς και από τα στοιχεία όλων των δικαιολογητικών εγγράφων καταβολής των δασμών.
29. Το παράρτημα Ι του κανονισμού 2362/98 ορίζει τον τρόπο κατανομής των δασμολογικών ποσοστώσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 404/93 καθώς και την παραδοσιακή ποσότητα ΑΚΕ (857 000 τόνοι).
Το καθεστώς του 2001
30. Το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 216/2001, της 29ης Ιανουαρίου 2001, το άρθρο 1 του οποίου τροποποίησε τα άρθρα 16 έως 20 του κανονισμού 404/93 (5).
31. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του τίτλου IV του κανονισμού 404/93, όπως αυτός τροποποιήθηκε, ορίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 896/2001 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2001, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 404/93 του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (6). Οι διατάξεις αυτές ισχύουν από 1ης Ιουλίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού 896/2001.
III – Τα πραγματικά περιστατικά
32. Οι αναιρεσείουσες είναι εισαγωγείς μπανανών από χώρες της Λατινικής Αμερικής. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές στις οποίες είναι καταχωρισμένες ως παραδοσιακοί εμπορικοί φορείς (της Ιταλίας και, όσον αφορά την London Fruit Ltd, του Ηνωμένου Βασιλείου) τους χορήγησαν ορισμένες προσωρινές ατομικές ποσότητες αναφοράς για το 1999. Ως εκ τούτου, οι αναιρεσείουσες ζήτησαν και έλαβαν πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών από τρίτα κράτη για τα τρία πρώτα τρίμηνα του έτους αυτού.
33. Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση Τ-93/00 αφορούν το τέταρτο τρίμηνο του 1999, περίοδο για την οποία οι αναιρεσείουσες υπέβαλαν στις αρμόδιες εθνικές αρχές αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής για την υπολειπόμενη προσωρινή ατομική ποσότητά τους αναφοράς. Οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές εντός του ορίου των ποσοτήτων που ήταν διαθέσιμες για την εισαγωγή μπανανών από τρίτα κράτη (7).
34. Καθ’ ο μέρος οι αιτήσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές, οι αναιρεσείουσες είχαν ακόμη τη δυνατότητα να ζητήσουν πιστοποιητικά εισαγωγής για ποσότητα 308 978,252 τόνων παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (8). Ζήτησαν, ως εκ τούτου, τη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών ΑΚΕ εντός των ορίων των υπολειπομένων ποσοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2362/98. Οι αντίστοιχες ποσότητες αναφοράς κατανεμήθηκαν ως εξής:
Alessandrini Srl 2 050 kg
Anello Gino di Anello Luigi & C. Snc 1 859 kg
Arpigi SpA 757 kg
Bestfruit Srl 2 637 kg
Co-Frutta SpA 209 392 kg
Co-Frutta Soc. coop. arl 30 207 kg
Dal Bello Sife Srl 1 533 kg
Frigofrutta Srl 2 990 kg
Garletti Snc 4 419 kg
London Fruit Ltd 286 004 kg
35. Στις 13 Οκτωβρίου 1999, οι αρμόδιες εθνικές αρχές χορήγησαν στις αναιρεσείουσες πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών ΑΚΕ για το σύνολο της ποσότητας που είχε ζητηθεί, όμως, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους, οι αναιρεσείουσες δεν κατόρθωσαν να προμηθευτούν μπανάνες ΑΚΕ.
36. Λόγω της καταστάσεως αυτής, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 232 ΕΚ, κάλεσαν την Επιτροπή στις 18 Νοεμβρίου 1999:
1) να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τα πιστοποιητικά του τετάρτου τριμήνου που είχαν χορηγηθεί για τις εισαγωγές από κράτη ΑΚΕ προκειμένου να πραγματοποιήσουν εισαγωγές μπανανών από χώρες τις Λατινικής Αμερικής ή από άλλες τρίτες χώρες,
2) να ορίσει, σε κάθε περίπτωση, ότι οι εγγυήσεις για τα εν λόγω πιστοποιητικά αποδεσμεύονται, εφόσον δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, δεδομένου ότι η παράλειψη χρησιμοποιήσεώς τους δεν μπορεί να καταλογιστεί στον δικαιούχο τους.
37. Δεδομένου ότι δεν έλαβαν απάντηση στο αίτημά τους αυτό, οι αναιρεσείουσες, με τηλεομοιοτυπία της 22ας Δεκεμβρίου 1999, επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά επρόκειτο να λήξουν στις 7 Ιανουαρίου 2000 και την κάλεσαν να λάβει θέση επί των αιτημάτων τους.
38. Με το υπ’ αριθ. 02418 έγγραφο, της 26ης Ιανουαρίου 2000, το οποίο απεστάλη στον πληρεξούσιο των αναιρεσειουσών, η Επιτροπή απάντησε ως εξής:
«Με το από 22 Δεκεμβρίου 1999 έγγραφό σας αναφερθήκατε στις δυσχέρειες που συνήντησαν ορισμένοι επιχειρηματίες κατά τη χρησιμοποίηση των πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών τα οποία χορηγήθηκαν βάσει του τετάρτου τριμήνου του 1999, μεταξύ άλλων, για την εισαγωγή μπανανών από τις χώρες ΑΚΕ.
Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα προβλήματα αυτά είναι ουσιαστικά εμπορικής φύσεως και, ως εκ τούτου, είναι συμφυή με τις δραστηριότητες των επιχειρηματιών. Πράγματι, το πρόβλημα που ανέκυψε αφορά την αναζήτηση εμπορικών εταίρων για την αγορά και τη μεταφορά ορισμένων προϊόντων και, ιδίως, εν προκειμένω, των μπανανών από τις χώρες ΑΚΕ. Μολονότι αυτό είναι λυπηρό, το γεγονός ότι οι πελάτες σας δεν ήσαν σε θέση να συνάψουν συμβάσεις για την προμήθεια μπανανών ΑΚΕ αποτελεί μέρος του εμπορικού κινδύνου τον οποίο αναλαμβάνουν κατά κανόνα οι επιχειρηματίες.
Τέλος, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι δυσχέρειες αυτές αφορούν ορισμένους μόνον επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν προσδιορίζονται ειδικότερα, και ότι υπάρχει ο κίνδυνος μια ενδεχόμενη παρέμβαση της Επιτροπής να ευνοήσει τους επιχειρηματίες αυτούς εις βάρος άλλων επιχειρηματιών οι οποίοι ανέλαβαν τους κινδύνους που συνδέονται με την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.»
39. Εξάλλου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές διέταξαν την κατάπτωση των εγγυήσεων που είχαν συστήσει οι αναιρεσείουσες, αφού θεώρησαν ότι οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες προκειμένου να τους επιστραφούν οι εγγυήσεις αυτές δεν αποτελούσαν περίπτωση ανωτέρας βίας, μόνη περίπτωση στην οποία είναι δυνατό να ζητηθεί η επιστροφή τους.
40. Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση Τ-46/01 αφορούν το τέταρτο τρίμηνο του 2000. Για την περίοδο αυτή, το υπόλοιπο της διαθέσιμης ατομικής ποσότητας αναφοράς για κάθε μία από τις αναιρεσείουσες καθορίστηκε ως εξής:
Alessandrini Srl 5 667 kg
Anello Gino di Anello Luigi & C. Snc 5 140 kg
Arpigi SpA 15 792 kg
Bestfruit Srl 7 290 kg
Co-Frutta SpA 236 746 kg
Co-Frutta Soc. coop. Arl 80 301 kg
Dal Bello Sife Srl 4 110 kg
Frigofrutta Srl 8 266 kg
Garletti Snc 7 329 kg
London Fruit Ltd 324 124 kg.
41. Δεδομένου ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση πιστοποιητικών για τις μπανάνες τρίτων χωρών υπερέβησαν τις διαθέσιμες ποσότητες, η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1971/2000 (9), καθόρισε την ποσότητα των μπανανών που μπορούσαν ακόμα να εισαχθούν για το τέταρτο τρίμηνο του 2000. Δυνάμει του παραρτήματος του κανονισμού αυτού, υπήρχε ακόμη η δυνατότητα χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής για παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ έως τους 329 787,675 τόνους, έστω και αν οι αναιρεσείουσες δεν ζήτησαν τη χορήγησή τους.
42. Στις 10 Οκτωβρίου 2000, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 232 ΕΚ, ζήτησαν από την Επιτροπή, κυρίως, να λάβει μέτρα βάσει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93 ώστε να τους χορηγηθούν, για το τέταρτο τρίμηνο του 2000, πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών από τρίτες χώρες για το υπολειπόμενο τμήμα των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που τους είχαν χορηγηθεί. Επικουρικώς, ζήτησαν από την Επιτροπή να τους αποζημιώσει για τα διαφυγόντα κέρδη λόγω της αδυναμίας εισαγωγής των μπανανών αυτών και διαθέσεώς τους στην αγορά.
43. Με το υπ’ αριθ. AGR 030905 έγγραφο, της 8ης Δεκεμβρίου 2000, το οποίο απέστειλε στον πληρεξούσιο των αναιρεσειουσών, η Επιτροπή απέρριψε τα αιτήματα αυτά με την ακόλουθη αιτιολογία:
«Με το από 10 Οκτωβρίου 2000 έγγραφό σας ενημερώσατε την Επιτροπή για τις δυσχέρειες που συνάντησαν ορισμένοι επιχειρηματίες προκειμένου να προμηθευτούν ποσότητες μπανανών ούτως ώστε να χρησιμοποιήσουν πλήρως κατά το τέταρτο τρίμηνο τις ποσότητες αναφοράς που τους είχαν γνωστοποιηθεί για το 2000 στο πλαίσιο του καθεστώτος των δασμολογικών ποσοστώσεων κατά την εισαγωγή.
Οι δυσχέρειες τις οποίες επικαλείστε είναι ουσιαστικά εμπορικής φύσεως. Μετά λύπης μας είμαστε υποχρεωμένοι να τονίσουμε ότι η κοινοτική ρύθμιση δεν παρέχει αρμοδιότητες στην Επιτροπή ως προς το σημείο αυτό. Εξάλλου, και εσείς αναγνωρίζετε την κατάσταση αυτή όταν δηλώνετε ότι οι επιχειρηματίες οι οποίοι δεν έχουν συνήθεις σχέσεις με τους παραγωγούς μπανανών ΑΚΕ συναντούν δυσκολίες προκειμένου να προμηθευτούν τα εν λόγω εμπορεύματα.
Εξάλλου, και εσείς δηλώνετε ότι οι επιχειρηματίες τους οποίους εκπροσωπείτε αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που τους χορηγήθηκαν.
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι, από νομικής απόψεως, οι ποσότητες αναφοράς αποτελούν απλώς δυνατότητες παρεχόμενες στους επιχειρηματίες και καθοριζόμενες βάσει των προγενέστερων δραστηριοτήτων τους, κατ’ εφαρμογήν των κοινοτικών κανονισμών, και ότι παρέχουν στους ενδιαφερομένους αποκλειστικά το δικαίωμα υποβολής αιτήσεων για τη λήψη πιστοποιητικών εισαγωγής προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελέσουν τις εμπορικές πράξεις για τις οποίες συνήψαν συμβάσεις με τους προμηθευτές των χωρών παραγωγής.
Τέλος, πρέπει να προσθέσουμε ότι, βάσει των στοιχείων που διαβιβάσατε στην Επιτροπή, προκύπτει ότι οι δυσχέρειες τις οποίες επικαλείστε δεν έχουν “μεταβατικό χαρακτήρα”, υπό την έννοια ότι οφείλονται στη μετάβαση από το προγενέστερο του 1999 καθεστώτος στο καθεστώς το οποίο άρχισε έκτοτε να εφαρμόζεται. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού [...] 404/93 δεν παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να λάβει τα ειδικά μέτρα τα οποία ζητείτε.»
IV – Η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου
44. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις άσκησαν, κάθε μία, ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή κατά των προμνησθέντων εγγράφων της Επιτροπής της 16ης Ιανουαρίου 2000 (υπόθεση Τ-93/00) και της 8ης Δεκεμβρίου 2000 (υπόθεση Τ-46/01).
45. Επικαλούμενες την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβλέπει το άρθρο 241 ΕΚ, προέβαλαν, με κάθε προσφυγή, τρεις λόγους ακυρώσεως συνιστάμενους στην παράβαση του κανονισμού 404/93, στην προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αναλήψεως οικονομικών πρωτοβουλιών καθώς και στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
V – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
46. Η απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003 εξετάζει καταρχάς την προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγουσών.
47. Καίτοι κάθε ένα από τα προσβαλλόμενα έγγραφα συνιστούσε απάντηση σε διαφορετικής φύσεως αίτημα (10), το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι αμφότερα αναφέρονταν στη δυνατότητα της Επιτροπής να λάβει μέτρα δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93. Η απόφασή της να μη κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής έθιγε άμεσα και ατομικά τις αποδέκτριες επιχειρήσεις, καθόσον επηρέαζε τα συμφέροντά τους μεταβάλλοντας αισθητά τη νομική τους κατάσταση (11).
48. Αφού απορρίπτει αυτή την ένσταση απαραδέκτου, το Πρωτοδικείο εξετάζει τους τρεις λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι τότε προσφεύγουσες υποστηρίζοντας την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 2362/98 της Επιτροπής και οι οποίοι αντλούνται αντιστοίχως: από την παράβαση της βασικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δηλαδή του κανονισμού 404/93 του Συμβουλίου, από την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και την παραβίαση της αρχής της οικονομικής ελευθερίας, καθώς και από την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
49. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτούς τους λόγους ακυρώσεως κρίνοντας ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν την ύπαρξη άμεσου νομικού δεσμού μεταξύ, αφενός, των εγγράφων της 26ης Ιανουαρίου 2000 και της 8ης Δεκεμβρίου 2000 και, αφετέρου, των διατάξεων του κανονισμού 2362/98 (12).
50. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, δυνάμει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93, η Επιτροπή είχε υποχρέωση να λάβει γνώση της πρακτικής αδυναμίας τους να προμηθευτούν μπανάνες από τις χώρες ΑΚΕ και να τους παράσχει τη δυνατότητα να εισαγάγουν μπανάνες από τρίτα κράτη μέχρι του ύψους των μη εξαντληθεισών ατομικών ποσοτήτων αναφοράς τους (13).
Το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως την οποία διαθέτει η Επιτροπή όταν λαμβάνει τα «αναγκαία ειδικά μέτρα» προκειμένου να διευκολύνει τη μετάβαση από το καθεστώς του 1993 στο καθεστώς του 1999 και περιόρισε τον έλεγχο της νομιμότητας της ασκήσεως αυτής της εξουσίας στη διαπίστωση τυχόν πρόδηλου σφάλματος εκτιμήσεως. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, οι ζημίες που θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι τότε προσφεύγουσες δεν οφείλονταν άμεσα στη μετάβαση αυτή, αλλά απέρρεαν από την αδυναμία των προσφευγουσών να προμηθευτούν μπανάνες ΑΚΕ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1999 (όσον αφορά την υπόθεση Τ-93/00) ή από την άρνησή τους να ζητήσουν τα πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών ΑΚΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 2000 (όσον αφορά την υπόθεση Τ-46/01) (14).
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή, αρνηθείσα να λάβει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93, δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει και, συνεπώς, απέρριψε ολοσχερώς αυτόν τον λόγο ακυρώσεως (15).
51. Το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, εντούτοις, όσον αφορά την υπόθεση Τ-93/00, ότι, έστω και αν η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποδίδει την αδυναμία ανευρέσεως εμπορικών εταίρων στο γεγονός ότι άρχισε να ισχύει το καθεστώς του 1999, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν με επαρκή στοιχεία ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως αρνούμενη να δεχθεί την αίτησή τους για τη λήψη μέτρων βάσει του άρθρου 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93 (16).
52. Τέλος, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα αιτήματα αποζημιώσεως που είχαν υποβάλει οι προσφεύγουσες εταιρίες επικαλούμενες την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής, λόγω της εφαρμογής ενιαίας διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων των τρίτων χωρών και των κρατών ΑΚΕ, καθώς και, ειδικότερα, λόγω της ενοποιήσεως των ποσοτήτων αναφοράς και της μη λήψεως μέτρων προς εξάλειψη των επιζήμιων συνεπειών της.
53. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται την άποψη της Επιτροπής ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των μεταβολών που επέφερε ο κανονισμός 2362/98 και των δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι προσφεύγουσες προκειμένου να προμηθευτούν μπανάνες ΑΚΕ.
54. Κατά το Πρωτοδικείο, «στην υπόθεση Τ-93/00, η αιτία της προβαλλομένης ζημίας οφείλεται στο γεγονός ότι οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να ανεύρουν προμηθευτές δυνάμενους να τις προμηθεύσουν με μπανάνες ΑΚΕ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1999. Ως προς την υπόθεση Τ-46/01, το διαφυγόν κέρδος για το οποίο παραπονούνται οι προσφεύγουσες πρέπει να καταλογιστεί απευθείας στο γεγονός ότι δεν επέδειξαν την οφειλόμενη επιμέλεια. Οι προσφεύγουσες δεν επιχείρησαν να λάβουν πιστοποιητικά εισαγωγής για μπανάνες ΑΚΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 2000, υπό τις προβλεπόμενες στον κανονισμό 1971/2000 προϋποθέσεις, άπαξ εξαντλήθηκε η ποσότητα μπανανών από τρίτες χώρες. Εξάλλου, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισαν κατά το τέταρτο τρίμηνο το 1999, δεν επιχείρησαν να συνάψουν σχέσεις με προμηθευτές μπανανών ΑΚΕ κατά το 2000 προκειμένου να μπορέσουν να προμηθευτούν ποσότητες μπανανών κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους αυτού» (17).
VI – Εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως
55. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει μερικώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον απορρίπτει τα αιτήματά τους περί επιδικάσεως αποζημιώσεως·
– να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστησαν λόγω της μη χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα τόσο της ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
56. Το κοινοτικό όργανο, από την πλευρά του, ζητεί να κριθεί η αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη. Για την περίπτωση μερικής αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ζητεί την αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου ώστε αυτό να κρίνει επί της ουσίας, καθώς και, εν πάση περιπτώσει, την καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα.
57. Η ένσταση απαραδέκτου στηρίζεται στη mutatio litis την οποία επιχειρούν οι αναιρεσείουσες οι οποίες, αντίθετα προς τα αιτήματα που υπέβαλαν ενώπιον του επί της ουσίας δικαστηρίου, επιδιώκουν τώρα να αποφανθεί το Δικαστήριο ευθέως επί της εξωσυμβατικής ευθύνης της Επιτροπής.
58. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών στο πλαίσιο των οποίων ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω το παραδεκτό του αιτήματος αποζημιώσεως μαζί με την ουσία της διαφοράς.
59. Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε το σύνολο των επιχειρημάτων που προέβαλαν προς στήριξη του αιτήματος αποζημιώσεως στο μέτρο που, καταλογίζοντας εσφαλμένως τη ζημία την οποία υπέστησαν στην αδυναμία τους να εισαγάγουν μπανάνες ΑΚΕ, δεν αναγνώρισε την αδυναμία λήψεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τις ποσότητες αναφοράς που αντιστοιχούσαν στις τρίτες χώρες, πιστοποιητικών τα οποία είχαν, ωστόσο, δικαίωμα να ζητήσουν. Οι αναιρεσείουσες προσθέτουν ότι, αν η Επιτροπή δεν είχε προχωρήσει στην ενοποποίηση των δασμολογικών ποσοστώσεων και των ποσοτήτων αναφοράς, οι ίδιες θα είχαν μπορέσει να λάβουν τα πιστοποιητικά αυτά.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι κύριος στόχος της προσφυγής τους ήταν να αποδείξουν ότι ο κανονισμός 2362/98 υπήρξε η άμεση πηγή της ζημίας την οποία υπέστησαν.
60. Τέλος, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν τις σκέψεις 56 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως –στις οποίες συνοψίζονται τα αιτήματα των διαδίκων–, στο μέτρο που υπονοούν ότι η ζημία την οποία υπέστησαν οφειλόταν στα έγγραφα της 26ης Ιανουαρίου 2000 και της 8ης Δεκεμβρίου 2000, ενώ αυτό δεν είναι ακριβές.
61. Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της ως απαράδεκτη, καθόσον οι αναιρεσείουσες περιορίζονται να ζητήσουν αποζημίωση χωρίς να αμφισβητούν την απόφαση του Πρωτοδικείου ως προς την προβληθείσα έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 2362/98.
62. Όσον αφορά τη μερική αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αναιρεσείουσες συγχέουν ορισμένες πτυχές της προβαλλομένης ζημίας –ήτοι το ότι δεν εξάντλησαν την ποσότητα αναφοράς τους– με την απαιτούμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας αυτής και της καθ’ υπόθεση παράνομης συμπεριφοράς που την προξένησε.
63. Όσον αφορά την αιτίαση που αναφέρεται στην ατυχή διατύπωση των σκέψεων 56 και 58 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι σκέψεις αυτές ορθώς συνοψίζουν το περιεχόμενο της συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτό προκύπτει από τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν τόσο εγγράφως όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
64. Η Επιτροπή αναφέρει, επίσης, ότι, αν το επί της ουσίας δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι το αίτημα αποζημιώσεως στηριζόταν αποκλειστικά στα δύο επίδικα έγγραφα, των οποίων τη νομιμότητα είχε αναγνωρίσει προηγουμένως, δεν θα είχε εξετάσει την αιτιώδη συνάφεια, καθόσον, εν απουσία παράνομης συμπεριφοράς, δεν θα υπήρχε ευθύνη.
65. Οι αναιρεσείουσες επικεντρώνουν τη στρατηγική τους κυρίως στην απόδειξη του ότι, εξετάζοντας το αίτημα αποζημιώσεως, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα του κανονισμού 2362/98, ο οποίος όχι μόνον αντέβαινε στον κανονισμό 404/93 του Συμβουλίου, αλλά και συνιστούσε προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας καθώς και παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
66. Επικαλούμενες παράβαση της υποχρεώσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 20, στοιχείο δ΄, του κανονισμού 404/93, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αλλαγή καθεστώτος το 1999 μείωσε τις δυνατότητές τους να προμηθευτούν μπανάνες προελεύσεως τρίτων χωρών καλύπτουσες το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς τους.
67. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο, αφού καταλογίζει την προξενηθείσα ζημία στη συμπεριφορά των τότε προσφευγουσών, δεν εξετάζει το υποστατό των ισχυρισμών τους σύμφωνα με τους οποίους η αδυναμία τους να ανεύρουν προμηθευτές μπανανών ΑΚΕ οφειλόταν στους κανόνες εφαρμογής του καθεστώτος του 1999. Συγκεκριμένα, στην απόφασή του, το Πρωτοδικείο απαριθμεί ορθώς τις άμεσες αιτίες των οικονομικών ζημιών των τότε προσφευγουσών, ήτοι την αδυναμία να ανεφοδιαστούν και να λάβουν πιστοποιητικά εισαγωγής για το τελευταίο τρίμηνο, αντιστοίχως, των ετών εμπορίας 1999 και 2000. Ωστόσο, δεν αποφαίνεται όσον αφορά την αρχική αιτία αυτών των δυσλειτουργιών: τις επιπτώσεις που είχε ο κανονισμός 2362/98 στην εμπορική πρακτική των επιχειρηματιών.
68. Σε σχέση προς την έννοια της δίκαιης δίκης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Ρώμης, της 4ης Νοεμβρίου 1950, δεν απαιτεί από τα δικαιοδοτικά όργανα λεπτομερή απάντηση σε κάθε ένα από τα επιχειρήματα των διαδίκων. Ωστόσο, όταν, αναλόγως των χαρακτηριστικών κάθε ένδικης διαφοράς, μια αιτίαση ή μια ένσταση είναι σαφώς και επακριβώς διατυπωμένες, στηρίζονται σε αξιόπιστες αποδείξεις και είναι καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της δίκης, η αιτιολογία δεν μπορεί να τις αγνοήσει, άλλως δημιουργείται σύγχυση ως τα επιχειρήματα αυτά, ιδίως ως προς το αν το δικαστήριο λησμόνησε να τα εξετάσει, σε περίπτωση απορρίψεώς τους, και, κυρίως, ως προς τους λόγους οι οποίοι το οδήγησαν στη λύση αυτή (18).
69. Στα δικόγραφα των προσφυγών όχι μόνον εκτίθεται σαφώς ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κανονισμού 26362/98, αλλά εξηγείται και η επίπτωση της ρυθμίσεως αυτής στην οικονομική δραστηριότητα του τομέα και στην ικανότητα των εταιριών που εκ παραδόσεως εισάγουν μπανάνες από τρίτες χώρες να εφοδιαστούν με μπανάνες καταγωγής ΑΚΕ.
70. Κατά τις αναιρεσείουσες, η καθιέρωση της ενιαίας διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων καθώς και η ενοποίηση των ποσοτήτων αναφοράς όχι μόνο διατήρησαν την πλεονεκτική θέση των εισαγωγέων μπανανών ΑΚΕ, αλλά και την ενίσχυσαν. Ενώ, στο πλαίσιο του καθεστώτος του 1993, οι επιχειρηματίες που ήταν ειδικευμένοι στις εισαγωγές από τρίτες χώρες είχαν ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά των μπανανών ΑΚΕ, το νέο σύστημα τους υποχρεώνει να χρησιμοποιούν τις ποσότητες αναφοράς τους.
71. Κατά τις αναιρεσείουσες, το γεγονός ότι περισσότερο από το ένα τρίτο της ποσότητας παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ δεν χρησιμοποιήθηκε αποδεικνύει ότι ο νέος μηχανισμός ευνοεί τους επιχειρηματίες ΑΚΕ σε βάρος των επιχειρηματιών που πραγματοποιούν εισαγωγές από τρίτες χώρες.
72. Οι εξηγήσεις των αναιρεσειουσών δεν διακρίνονται ούτε για τη σαφήνεια ούτε για την πειστικότητά τους. Φαίνεται ότι οι νέοι κανόνες της ενοποιήσεως των ποσοτήτων αναφοράς και της ενιαίας διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων προκάλεσαν μετακίνηση της ζητήσεως από την εισαγωγή μπανανών ΑΚΕ προς την εισαγωγή μπανανών τρίτων χωρών, προκαλώντας την πρόωρη εξάντληση της ποσοστώσεως της τελευταίας αυτής κατηγορίας.
Οι αναιρεσείουσες δεν έδωσαν συμπληρωματικές πληροφορίες ως προς τη φύση των δυσκολιών που συνάντησαν όταν επιχείρησαν να εφοδιαστούν με μπανάνες ΑΚΕ κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1999. Στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, «παρά τα επανειλημμένα διαβήματά τους», οι προσφεύγουσες δεν κατόρθωσαν να προμηθευτούν μπανάνες ΑΚΕ.
Το στοιχείο αυτό –το οποίο υποδηλώνει ότι δεν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων– έπρεπε να ωθήσει το Πρωτοδικείο να εξετάσει το αξιόπιστο των άλλων εξηγήσεων όσον αφορά τη γενεσιουργό αιτία της ζημίας και, ενδεχομένως, να εκτιμήσει το κύρος του κανονισμού 2352/98.
73. Αν γίνει δεκτό, έστω και μόνο για λόγους διαλεκτικής, ότι οι αναιρεσείουσες, καίτοι επέδειξαν εύλογη επιμέλεια, δεν βρήκαν προμηθευτές μπανανών ΑΚΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 1999, λογικό ήταν, κατά το τέταρτο τρίμηνο του επομένου έτους, να παραιτηθούν από την εξίσου μάταιη αυτή αναζήτηση.
Θα πρέπει, επιπλέον, να ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες που παρουσιάζει η απόδειξη μιας αρνητικής περιστάσεως όπως η έλλειψη εύλογης πιθανότητας ανευρέσεως εμπορικού εταίρου σε μια ορισμένη χρονική στιγμή.
74. Καταλήγω, συνεπώς, ότι, στην υπόθεση Τ-93/00, αλλά επίσης και –σε μικρότερο βαθμό– στην υπόθεση Τ-46/01, οι προσφεύγουσες είχαν επικαλεστεί ένα λόγο επαρκώς σαφή και ακριβή ώστε να αξίζει τουλάχιστον να τύχει ρητής απορρίψεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
75. Εφόσον το Πρωτοδικείο δεν ενήργησε αναλόγως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από νομική πλάνη, συνιστάμενη στη μη τήρηση μιας από τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η απόφαση αυτή πρέπει να αναιρεθεί στο μέτρο που, στη σκέψη 108, περιορίζεται να θεωρήσει ως αποκλειστική αιτία της προβαλλομένης ζημίας τη συμπεριφορά των προσφευγουσών, χωρίς να εξετάζει τις συνέπειες της εφαρμογής του νέου καθεστώτος που εγκαθιδρύθηκε με τη θέσπιση του κανονισμού 2362/98.
VII – Εξέταση της ουσίας της υποθέσεως
76. Κατά το άρθρο 54 του Οργανισμού (ΕΚ) του Δικαστηρίου, «έαν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει». Μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της δυνατότητας είναι να υπάρχει πλάνη in judicando, ενώ η έκθεση των πραγματικών περιστατικών είναι πλήρης και επαρκής προκειμένου να κριθεί οριστικά η διαφορά και δεν απαιτούνται πρόσθετες αποδείξεις. Το Δικαστήριο φαίνεται να έχει ερμηνεύσει έτσι τη δυνατότητα αυτή με τη νομολογία του, έστω και αν ουδέποτε διευκρίνισε τον λόγο για τον οποίο μπορούσε να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς και έστω και αν περιορίστηκε να αναφέρει λακωνικώς, π.χ., ότι «συντρέχει η περίπτωση αυτή εν προκειμένω» (19). Τελικά, το Δικαστήριο αρμόζει να αποφαίνεται επί της ουσίας όταν από τις αποφάσεις μπορεί να συναχθεί ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, πράγμα που προϋποθέτει ανάλυση, έστω και συνοπτική, των κυριοτέρων στοιχείων της διαδικασίας αποζημιώσεως την οποία κίνησαν οι προσφεύγουσες και, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, των συγκεκριμένων λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως του κανονισμού 2362/98. Κατά τα λοιπά, για λόγους προστασίας των δικονομικών δικαιωμάτων των αναιρεσειουσών, οι διάδικοι κλήθηκαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, να επικεντρώσουν τα επιχειρήματά τους στο ζήτημα της ενδεχόμενης ελλείψεως νομιμότητας του προμνησθέντος κανονισμού.
77. Οι αναιρεσείουσες, οι οποίες παραπέμπουν στα επιχειρήματα που εξέθεσαν στο πλαίσιο της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλαν πρωτοδίκως, επικαλούνται τρεις λόγους προς στήριξη του ακυρωτικού τους αιτήματος.
78. Κατά τη γνώμη τους, ο κανονισμός 2362/98 είναι παράνομος όχι μόνο διότι αντιβαίνει στον κανονισμό 404/93, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1637/98 (πρώτος λόγος ακυρώσεως), αλλά και λόγω προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης αναλήψεως επιχειρηματικών πρωτοβουλιών (δεύτερος λόγος) και λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (τρίτος λόγος).
79. Στο πλαίσιο του προμνησθέντος πρώτου λόγου ακυρώσεως, επικρίνουν, αφενός, τον καθορισμό της τριετίας 1994-1996 ως περιόδου αναφοράς για τη χορήγηση των ποσοστώσεων.
80. Η επιλογή της επίμαχης περιόδου επηρεάζει τον υπολογισμό των επιτρεπομένων ατομικών ποσοστώσεων, δεδομένου ότι σε κάθε επιχειρηματία χορηγείται ορισμένη ποσόστωση η οποία αποτελεί συνάρτηση του μέσου όρου των εισαγωγών του κατά τα τρία αυτά έτη εμπορίας. Ωστόσο, όπως αναγνώρισε ο εκπρόσωπός τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αίτημα αποζημιώσεως στην παρούσα διαδικασία στηρίζεται στην αδυναμία λήψεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τις ποσότητες που χορηγήθηκαν στις αναιρεσείουσες. Το θέμα του τρόπου της εκ των προτέρων κατανομής των ποσοτήτων αναφοράς είναι ξένο προς το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως άσχετος με το υπό κρίση ζήτημα.
81. Αφετέρου, οι αναιρεσείουσες επικρίνουν την υιοθέτηση της μεθόδου ενιαίας διαχειρίσεως των δασμολογικών ποσοστώσεων η οποία, συνδυαζόμενη με την ενοποίηση των ποσοτήτων αναφοράς, οδήγησε στην ενίσχυση της πλεονεκτικής θέσεως των εισαγωγέων μπανανών ΑΚΕ.
82. Κατά την Επιτροπή, ο ενιαίος χαρακτήρας της ποσοστώσεως ευνοεί τις εμπορικές συναλλαγές και ενισχύει την ελευθερία των επιχειρηματιών. Μη διακρίνοντας μεταξύ εισαγωγέων μπανανών ΑΚΕ και εισαγωγέων μπανανών τρίτων χωρών, προσφέρει τόσο στους μεν όσο και στους δε τη δυνατότητα να εφοδιάζονται με μπανάνες οποιασδήποτε προελεύσεως.
83. Αρκεί η παρατήρηση ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 404/93, όπως έχει τροποποιηθεί, παρέχει στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της βασικής κανονιστικής ρυθμίσεως, υπό τον μοναδικό όρο ότι η επιλεγόμενη μέθοδος πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τις παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 20, στοιχείο ε΄, του ίδιου κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί, επιβάλλει στην Επιτροπή να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες τις οποίες συνάπτει η Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 228 της Συνθήκης.
84. Υπενθυμίζεται ότι, στον τομέα της γεωργικής πολιτικής, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί να ανταποκρίνονται στα ισχύοντα κριτήρια εγκυρότητας (20).
85. Όμως, κανένας από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών δεν επιτρέπει να εννοηθεί ότι η Επιτροπή, επιλέγοντας τη μέθοδο διαχειρίσεως που απέβλεπε στους ως άνω στόχους, υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που της είχε θέσει το Συμβούλιο.
86. Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αδυναμία λήψεως πιστοποιητικών εισαγωγής για τις μπανάνες τρίτων χωρών συνιστά προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος της ελεύθερης αναλήψεως επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.
87. Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς της μπανάνας, οι ποσότητες αναφοράς δεν αποτελούν παρά άδεια εισαγωγής. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, καίτοι περιλαμβάνονται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιβάλλονται όρια, ιδίως στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως των αγορών, εφόσον οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα και δεν αποτελούν υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που θίγει αυτή καθαυτήν την ουσία των διασφαλιζομένων με τον τρόπο αυτόν δικαιωμάτων (21).
88. Η θέσπιση της κοινοτικής ποσοστώσεως και των κανόνων κατανομής της δεν ενδιαφέρει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των εισαγωγέων μπανανών τρίτων χωρών, καθόσον κανένας από αυτούς δεν μπορεί να προβάλει τέτοιο δικαίωμα ιδιοκτησίας επί ποσοστού της αγοράς που υπήρχε πριν από τη δημιουργία της κοινής οργανώσεως των αγορών και δεδομένου ότι το ποσοστό αυτό της αγοράς αντιπροσωπεύει απλώς μια προσωρινή οικονομική θέση εκτεθειμένη στις συγκυριακές μεταβολές των περιστάσεων.
89. Ούτε μπορούν οι επιχειρηματίες να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα ή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση μιας υφισταμένης καταστάσεως εφόσον τα κοινοτικά όργανα, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως τους ασκουμένης εντός των επιτρεπτών ορίων, έχουν το δικαίωμα να την τροποποιήσουν (22).
90. Κανένας από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η δράση της Επιτροπή προσέβαλε την ίδια την ουσία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία επικαλούνται.
91. Τέλος, τρίτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το σύστημα το οποίο θεσπίζει ο κανονισμός συνεπάγεται δυσμενή διάκριση σε βάρος των εισαγωγέων που εφοδιάζονταν εκ παραδόσεως από τρίτες χώρες έναντι εκείνων που εφοδιάζονταν από τις χώρες ΑΚΕ.
92. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί χωρίς καν να χρειάζεται να αναλυθεί λεπτομερώς, στο μέτρο που οι αναιρεσείουσες δεν εξήγησαν πώς η υποτιθέμενη άνιση μεταχείριση συνέβαλε στη γένεση της υποχρεώσεως αποζημιώσεως την οποία επικαλούνται.
93. Εν κατακλείδι, κανένας από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών δεν μπόρεσε να αποδείξει την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού 2362/98, πράγμα που απαλλάσσει το Πρωτοδικείο από την υποχρέωση να εξετάσει τις λοιπές προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας.
VIII – Δικαστικά έξοδα
94. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Παρά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επί της ουσίας αιτήματα της προσφυγής είναι απορριπτέα. Συνεπώς, οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικαστούν στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
IX – Πρόταση
95. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-93/00 και Τ-46/01)·
2) να απορρίψει την προσφυγή·
3) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – ΕΕ L 47, σ. 1.
3 – ΕΕ L 142, σ. 6.
4 – ΕΕ L 293, σ. 32.
5 – ΕΕ L 31, σ. 2.
6 – ΕΕ L 126, σ. 6.
7 – Δημοσιεύθηκαν στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1824/1999 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 1999, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1623/1999 περί καθορισμού των προς εισαγωγή ποσοτήτων μπανανών στην Κοινότητα για το τέταρτο τρίμηνο του 1999, στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και της ποσότητας παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ (ΕΕ L 221, σ. 6).
8 – Ποσότητα καθορισθείσα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1998/1999 της Επιτροπής, της 17ης Σεπτεμβρίου 1999, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανάνας στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 1999 και την υποβολή νέων αιτήσεων (ΕΕ L 247, σ. 10).
9 – Κανονισμός (ΕΚ) 1971/2000 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής μπανανών στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ για το τέταρτο τρίμηνο του 2000 και την υποβολή νέων αιτήσεων (ΕΕ L 235, σ. 10).
10 – Με το πρώτο αίτημα, οι νυν αναιρεσείουσες ζητούσαν να τους επιτραπεί να χρησιμοποιήσουν τα πιστοποιητικά τους για την εισαγωγή μπανανών τρίτων χωρών για το τέταρτο τρίμηνο του 1999 και να αποδεσμευθούν οι συσταθείσες για τα μη χρησιμοποιηθέντα πιστοποιητικά εγγυήσεις (σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Με το δεύτερο, ζητούσαν να τους χορηγηθούν πιστοποιητικά εισαγωγής μπανανών τρίτων χωρών για το τέταρτο τρίμηνο του 2000 για τις εναπομένουσες ατομικές ποσότητες αναφοράς ή, άλλως, να αποζημιωθούν για τα διαφυγόντα κέρδη (σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
11 – Σκέψη 65 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
12 – Όπ.π., σκέψη 81.
13 – Όπ.π., σκέψη 83.
14 – Όπ.π., σκέψεις 86 έως 95.
15 – Όπ.π., σκέψεις 91, 96 και 97.
16 – Όπ.π., 92. Η υπογράμμιση δική μου.
17 – Όπ.π., σκέψη 108.
18 – Βλ. αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 9ης Δεκεμβρίου 1994, Ruiz Torija κατά Ισπανίας (σειρά A, αριθ. 303 A), σκέψεις 29 και 30, και Hiro Balani κατά Ισπανίας (σειρά A, αριθ. 303 B), σκέψεις 27 και 28.
19 – Αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1992, C-345/90, Κοινοβούλιο κατά Hanning (Συλλογή 1992, σ. Ι-949 επ., συγκεκριμένα σ. Ι-989), και της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-2555, σκέψη 55).
20 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 31), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 55).
21 – Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schraeder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 15), και της 13ης Ιουλίου 1989, 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 18).
22 – Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982, 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27).