Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62002CC0103

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro της 18ης Μαΐου 2004.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας.
Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγίες 75/442/EΟΚ και 91/689/EΟΚ - Έννοια της ποσότητας αποβλήτων - Απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας.
Υπόθεση C-103/02.

Συλλογή της Νομολογίας 2004 I-09127

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2004:306

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

POIARES MADURO

της 18ης Μαΐου 2004 (1)

Υπόθεση C-103/02

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ιταλικής Δημοκρατίας

«Περιβάλλον – Οδηγίες 75/442 και 91/689 – Επικίνδυνα και μη επικίνδυνα απόβλητα – Εργασίες διαθέσεως ή αξιοποιήσεως των αποβλήτων – Απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας – Έννοια της “ποσότητας”»





1.        Με την παρούσα προσφυγή ζητείται από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 9, 10 και 11 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ (3), και από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689/EΟΚ (4), όταν θέσπισε το decreto 5 febbraio 1998 sull’individuazione dei rifiuti non pericolosi sottoposti alle procedure semplificate di recupero ai sensi degli articoli 31 e 33 del decreto legislative 5 febbraio 1997, nο 22 (διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου 1998 περί του χαρακτηρισμού των μη επικίνδυνων αποβλήτων που υποβάλλονται στις απλουστευμένες διαδικασίες αξιοποιήσεως κατά την έννοια των άρθρων 31 και 33 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 22 της 5ης Φεβρουαρίου 1997) (5).

I –    Νομικό πλαίσιο

2.        Σκοπός της οδηγίας 75/442 είναι να δοθούν κίνητρα για τη λήψη μέτρων περιορισμού της παραγωγής αποβλήτων, να ενισχυθεί η αξιοποίηση των αποβλήτων και, όταν αυτό δεν είναι εφικτό, να οργανωθεί η διάθεσή τους (6). Η οδηγία αυτή προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που προτίθεται να προβεί σε εργασίες αξιοποιήσεως πρέπει προηγουμένως να λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή (7). Δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας προβλέπεται με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων του άρθρου 11 της εν λόγω οδηγίας.

3.        Η οδηγία 91/689 έχει ως σκοπό την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων (8). Για τα επικίνδυνα απόβλητα ισχύουν περιοριστικότεροι όροι από ό,τι για τα μη επικίνδυνα απόβλητα, είτε πρόκειται για την αξιοποίησή τους είτε για τη διάθεσή τους (9). Είναι, επομένως, σημαντική η ακριβής διάκριση μεταξύ επικίνδυνων και μη επικίνδυνων αποβλήτων. Τα άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 ορίζει ως επικίνδυνα τα απόβλητα που «περιλαμβάνονται σε κατάλογο» καταρτιζόμενο κυρίως βάσει των παραρτημάτων Ι έως ΙΙΙ της οδηγία συμφωνία αυτής Ο εν λόγω κατάλογος θεσπίστηκε με την απόφαση 94/904/ΕΚ (10).

4.        Οι έννοιες της διαθέσεως και της αξιοποιήσεως των αποβλήτων ορίζονται στα άρθρα 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 75/442 και διευκρινίζονται με τα παραρτήματα ΙΙ Α και ΙΙ Β, αντιστοίχως, της αποφάσεως 96/350/EK (11).

5.        Το επίδικο διάταγμα μεταφέρει τις οδηγίες 75/442 και 91/689 στην εσωτερική έννομη τάξη.

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

6.        Στις 28 Φεβρουαρίου 2000 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γνωστοποίησε στις ιταλικές αρχές, με έγγραφο οχλήσεως που τους απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, ότι, κατά την άποψή της, η Ιταλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας το επίδικο διάταγμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 9, 10 και 11 της οδηγίας 75/442 και 3 της οδηγίας 91/689.

7.        Με τα από 3 και 26 Μαΐου 2000 έγγραφά της, η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε σε τρεις μόνο από τις τέσσερις αιτιάσεις της Επιτροπής. Η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως ως προς την τέταρτη αιτίαση, που αφορά τις εργασίες ανακτήσεως, τα δε σχετικά στοιχεία που προσκόμισε η Ιταλική Δημοκρατία εξετάζονται ακόμη.

8.        Στις 11 Απριλίου 2001 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών. Οι ιταλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 17ης Αυγούστου 2001.

9.        Η Επιτροπή δεν πείστηκε από την απάντηση αυτή και, κατά συνέπεια, άσκησε την παρούσα προσφυγή, η οποία στηρίζεται σε τρεις αιτιάσεις. Η Επιτροπή προσάπτει, καταρχάς, στην Ιταλική Δημοκρατία ότι παρέχει στις εγκαταστάσεις και τις επιχειρήσεις που αξιοποιούν μη επικίνδυνα απόβλητα τη δυνατότητα απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας, χωρίς αυτή η απαλλαγή να προϋποθέτει την τήρηση των όρων των άρθρων 4, 10 και 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442. Η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην Ιταλική Κυβέρνηση ότι δεν προσδιόρισε με ακρίβεια τα είδη αποβλήτων που εμπίπτουν στην απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας, με συνέπεια την παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας. Τέλος, κατά την Επιτροπή, η Ιταλική Δημοκρατία χαρακτήρισε ως εργασίες για την «αξιοποίηση του περιβάλλοντος» ορισμένες εργασίες που αποτελούν στην πραγματικότητα εργασίες διαθέσεως, κατά παράβαση των άρθρων 9 και 11, σε συνδυασμό με τα το άρθρο 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της οδηγίας 75/442. Οι τρεις αυτές αιτιάσεις θα εξεταστούν διαδοχικώς, ενώ σε κάθε περίπτωση θα προσδιορίζεται το σχετικό νομικό πλαίσιο.

III – Εκτίμηση

10.      Πρέπει, καταρχάς, να αναφερθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί, με υπαινικτικό τρόπο, το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής, η οποία αφορά μόνο, όπως υποστηρίζει, «τις διαδικασίες και τη μέθοδο», στοιχεία που άπτονται της αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών μελών, προκειμένου για μεταφορά οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Δεδομένου ότι το ζήτημα που ανακύπτει αφορά, στην πραγματικότητα, την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε συγκεκριμένες διατάξεις της οδηγίας 75/442, φρονώ ότι δεν υφίσταται αμφιβολία περί του παραδεκτού της προσφυγής για τη διαπίστωση παραβάσεως.

Α –      Η έννοια της ποσότητας κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 75/442

11.      Οι σχετικές με την πρώτη αυτή αιτίαση κρίσιμες διατάξεις είναι τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας 75/442, καθώς και το άρθρο 7 του επίδικου διατάγματος.

12.      Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 προβλέπει τη δυνατότητα απαλλαγής των επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων από την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας, προκειμένου να πραγματοποιήσουν εργασίες αξιοποιήσεως:

«–      όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν θεσπίσει γενικούς κανόνες για κάθε είδους δραστηριότητα, οι οποίοι ορίζουν το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων και τους όρους υπό τους οποίους η συγκεκριμένη δραστηριότητα μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωση της αδείας, και

–      αν το είδος και οι ποσότητες αποβλήτων και οι τρόποι διαθέσεως ή αξιοποιήσεως είναι τέτοιοι ώστε να τηρούνται οι όροι του άρθρου 4».

13.      Το άρθρο 4 της οδηγίας 75/442 ορίζει γενικώς ότι «η διάθεση ή η αξιοποίηση των αποβλήτων θα πραγματοποιείται χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η υγεία του ανθρώπου και χωρίς να χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, ιδίως δε χωρίς να δημιουργείται κίνδυνος για το νερό, τον αέρα ή το έδαφος, ούτε για την πανίδα και τη χλωρίδα, χωρίς να προκαλούνται ενοχλήσεις από τον θόρυβο ή τις οσμές, χωρίς να βλάπτονται οι τοποθεσίες και τα τοπία που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον».

14.      Το άρθρο 7 του επίδικου διατάγματος μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο τους όρους υπό τους οποίους χωρεί απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας με την εξής διατύπωση: «με την επιφύλαξη των διατάξεων που προβλέπονται ειδικώς στα παραρτήματα, οι μέγιστες ετήσιες ποσότητες αποβλήτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο των εργασιών αξιοποιήσεως που διέπει το παρόν διάταγμα καθορίζονται βάσει του ετήσιας ικανότητας παραγωγής της εγκαταστάσεως στην οποία πραγματοποιείται η εργασία, αφού αφαιρεθεί η πρώτη ύλη που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκε και κατά τέτοιο τρόπο ώστε η εργασία να μην ενέχει κανένα κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. […] Όσον αφορά τις εργασίες ενεργητικής αξιοποιήσεως […], η μέγιστη ποσότητα αποβλήτων καθορίζεται με κριτήριο την ενεργειακή αξία του αποβλήτου, την ονομαστική θερμική ισχύ της εγκαταστάσεως στην οποία πραγματοποιείται η εργασία αξιοποιήσεως και την εκτιμώμενη διάρκεια λειτουργίας κάθε εγκαταστάσεως αξιοποιήσεως. Οι ετήσιες ποσότητες αποβλήτων που πρόκειται να αξιοποιηθούν πρέπει να αναφέρονται στην ανακοίνωση ενάρξεως της εργασίας, με την επισήμανση ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου».

15.      Το επίδικο διάταγμα εισάγει, επομένως, ένα μηχανισμό υπολογισμού βάσει των χαρακτηριστικών κάθε επιχειρήσεως και όχι ένα ανώτατο όριο σε απόλυτη αξία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο βασίζεται η επίκριση της Επιτροπής, η οποία φρονεί ότι το ανώτατο όριο πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442, να καθορίζεται σε συνάρτηση με κάθε εργασία που πραγματοποιείται.

16.      Η Επιτροπή διατυπώνει πολλές επικρίσεις κατά του διατάγματος. Υποστηρίζει ότι συνέπεια του εν λόγω διατάγματος είναι ότι δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία η συνήθης διαδικασία στερείται εφαρμογής, στον βαθμό που κάθε επιχείρηση μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση λήψεως αδείας, ανεξαρτήτως της ποσότητας αποβλήτων που αξιοποιεί. Ως εκ τούτου, η τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442 δεν μπορεί να εξασφαλισθεί. Επιπλέον, αν τα κράτη μέλη θέσπιζαν συστήματα απαλλαγής από την υποχρέωση αδείας πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, θα καθίστατο αδύνατο για την Επιτροπή να ελέγξει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη.

17.      Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 11 της οδηγίας 75/442 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο, το οποίο, αν τηρείται από τις εγκαταστάσεις αξιοποιήσεως, δεν βλάπτει, καταρχήν, το περιβάλλον. Ένα τέτοιο ανώτατο όριο ισοδυναμεί με τη μέγιστη ποσότητα που ισχύει για όλες τις εγκαταστάσεις του ίδιου τομέα. Η τήρηση του άρθρου 4 της οδηγίας 75/442 προϋποθέτει την επιβολή του εν λόγω ανώτατου ορίου. Η γενική οικονομία της οδηγίας επιβάλλει επίσης τον καθορισμό ενός ανώτατου ορίου για τη χορήγηση απαλλαγής, δεδομένου ότι η συνήθης διαδικασία απαιτεί τη λήψη προηγούμενης αδείας. Το σύστημα αυτό είναι παρεμφερές με εκείνο που ισχύει, για παράδειγμα, στον τομέα της λογιστικής, στον οποίο οι επιχειρήσεις υπέχουν διαφορετικές υποχρεώσεις ανάλογα με τις διαστάσεις τους. Η διαφορετική μεταχείριση επιχειρήσεων διαφορετικών διαστάσεων δεν συνιστά, ως εκ τούτου, δυσμενή διάκριση μεταξύ τους.

18.      Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Δημοκρατία εκθέτει δύο κυρίως επιχειρήματα. Αφενός, υποστηρίζει ότι η εκ μέρους της μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 στο εσωτερικό δίκαιο συνάδει προς την οδηγία, καθόσον το κριτήριο του άρθρου 7 του επίδικου διατάγματος είναι σαφές και συμβάλλει στην ενθάρρυνση της αξιοποιήσεως των αποβλήτων τηρουμένων των σκοπών της εν λόγω οδηγίας. Αφετέρου, αμφισβητεί την ερμηνεία της Επιτροπής περί ανάγκης καθορισμού ανώτατου ορίου, καθόσον η οδηγία δεν επιβάλλει ρητώς τον καθορισμό απόλυτων μέγιστων ποσοτήτων. Επιπλέον, ένα σύστημα απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας που στηρίζεται σε ανώτατο όριο καθορισθέν σε απόλυτη αξία περιάγει αδίκως σε μειονεκτική θέση τις επιχειρήσεις μεγάλων διαστάσεων, ακόμη και αν συχνά οι δραστηριότητές τους ελέγχονται καλύτερα και βλάπτουν λιγότερο το περιβάλλον από ό,τι εκείνες των επιχειρήσεων μικρότερων διαστάσεων.

19.      Συναφώς, όσον αφορά τη γενική οικονομία της οδηγίας 75/442, το άρθρο 11 εισάγει εξαίρεση από την κατ’ άρθρο 10 συνήθη διαδικασία λήψεως προηγούμενης άδειας. Το κείμενο της επίδικης διατάξεως αναφέρει χωρίς αμφισημία ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως αδείας πρέπει να εξαρτάται από «γενικούς κανόνες για κάθε είδος δραστηριότητας, οι οποίοι ορίζουν το είδος και τις ποσότητες αποβλήτων». Το σύστημα, όμως, που καθιερώνει το διάταγμα δεν ανταποκρίνεται στον εν λόγω ορισμό, καθόσον δεν καθορίζει όριο ανάλογα με το είδος ή τις ποσότητες των αξιοποιηθέντων αποβλήτων, αλλά με κριτήριο τις δυνατότητες κάθε επιχειρήσεως να πραγματοποιήσουν εργασίες αξιοποιήσεως. Επίσης, δεδομένου ότι τα ανώτατα όρια που καθιερώνει το ιταλικό διάταγμα καθορίζονται για κάθε επιχείρηση σε διαφορετικό επίπεδο, δεν μπορούν να θεωρηθούν περιορισμοί με τη στενή του όρου έννοια. Κατά συνέπεια, η εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 75/442 δεν είναι προσήκουσα.

20.      Βεβαίως, η Συνθήκη ΕΚ παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λάβουν ενισχυμένα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος (12). Σημειωτέον, ωστόσο, ότι το σύστημα απαλλαγής που καθιέρωσε η Ιταλική Δημοκρατία δεν είναι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της, οπωσδήποτε πιο προστατευτικό για το περιβάλλον από αυτό της οδηγίας 75/442, διότι παρέχει πράγματι σε επιχειρήσεις τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν εργασίες επεξεργασίας των δυνητικώς βλαβερών για το περιβάλλον αποβλήτων, χωρίς να τις υποβάλει σε προηγούμενο έλεγχο. Η απαίτηση λήψεως προηγούμενης άδειας δεν προδικάζει τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως εργασιών επεξεργασίας αποβλήτων. Επιπλέον, το ιταλικό σύστημα αντιβαίνει στον μηχανισμό χορηγήσεως προηγούμενης άδειας που καθιερώνει η οδηγία 75/442 και που σκοπεί στην πρόληψη βλαβερών για το περιβάλλον αποτελεσμάτων. Τα δε επιχειρήματα περί της δυσμενούς διακρίσεως που εισάγει η υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας δεν μπορούν παρά να απορριφθούν. Συγκεκριμένα, το ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να προβεί στις εργασίες αξιοποιήσεως που επιθυμεί να πραγματοποιήσει, εφόσον αποδείξει ότι οι εν λόγω εργασίες είναι αβλαβείς για το περιβάλλον.

Β –      Επί του εσφαλμένου χαρακτηρισμού επικίνδυνων αποβλήτων ως μη επικίνδυνων

21.      Η Επιτροπή προσάπτει στο επίδικο διάταγμα ότι περιέχει υπερβολικά αόριστους ορισμούς των αποβλήτων, με συνέπεια την έλλειψη ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τη διάκριση μεταξύ επικίνδυνων και μη επικίνδυνων αποβλήτων. Επιπλέον, η Επιτροπή προσάπτει στο καθού κράτος μέλος ότι αγνόησε τους κωδικούς του Ευρωπαϊκού καταλόγου αποβλήτων (ΕΚΑ) και χρησιμοποίησε εσφαλμένους κωδικούς ή κωδικούς που δεν αντιστοιχούν στην τυπολογία των οικείων αποβλήτων.

22.      Η Επιτροπή δεν εξηγεί σε τι συνίσταται η έλλειψη διευκρινίσεων που προσάπτεται στην ιταλική νομοθεσία. Κατά πάγια νομολογία, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει τις παραβάσεις που επικαλείται (13). Ελλείψει σχετικής αποδείξεως, η φερόμενη παράβαση δεν μπορεί να διαπιστωθεί.

23.      Επιβάλλεται, επίσης, η επισήμανση ότι η Επιτροπή, αυτή καθαυτή, εξέδωσε στις 13 Νοεμβρίου 2002 την απόφαση 2002/909/ΕΚ για τους κανόνες της Ιταλίας σχετικά με τις απαλλαγές από τις απαιτήσεις για τη χορήγηση αδειών σε εγκαταστάσεις και επιχειρήσεις αξιοποίησης επικινδύνων αποβλήτων δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 91/689 (14), η οποία προβλέπει ότι «η τυπολογία των αντιστοίχων αποβλήτων διευκρινίζεται δεόντως περιλαμβάνοντας τις αντίστοιχες αναφορές στον [ΕΚΑ]», στο πλαίσιο της ιταλικής νομοθεσίας.

24.      Συνεπώς, η εξέταση της παραβάσεως που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία θα περιοριστεί στις τρεις περιπτώσεις που, κατά την Επιτροπή, στοιχειοθετούν την παράβαση, με συγκεκριμένες αναφορές στο επίδικο διάταγμα.

25.      Το σημείο 5.9 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος αναφέρεται στα τμήματα καλωδίου από επικαλυμμένη διηλεκτρική, ημιδιηλεκτρική και μεταλλική οπτική ίνα. Η Επιτροπή επισημαίνει την έλλειψη αναφοράς στους κωδικούς του ΕΚΑ. Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι εισήγαγε τους σχετικούς κωδικούς στο παράρτημα C της direttiva 9 aprile 2002 (15). Ωστόσο, δεδομένου ότι η εσωτερική αυτή διάταξη θεσπίστηκε μετά την παρέλευση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, αποδεικνύεται η παράβαση που προσάπτεται στην Ιταλική Δημοκρατία.

26.      Όσον αφορά το σημείο 7.8 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος, η Επιτροπή φρονεί ότι η αναφορά στα απόβλητα από πυρίμαχα υλικά για εργασίες που εκτελούνται σε υψηλή θερμοκρασία δεν αποδεικνύει ότι τα χρησιμοποιηθέντα υλικά επικαλύψεως, που προέρχονται από μεταλλουργική επεξεργασία αλουμινίου, εμπίπτουν στα πρότυπα αυτά, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ επικίνδυνων και μη επικίνδυνων αποβλήτων. Δεδομένου ότι η παράβαση δεν αμφισβητείται, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει την ύπαρξή της.

27.      Όσον αφορά το σημείο 3.10 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος, το οποίο αφορά τις αποφορτισμένες ηλεκτρικές στήλες από πρωτοξείδιο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναφορά, εντός του διατάγματος, του κωδικού ΕΚΑ 160605 (άλλες ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές) είναι εσφαλμένη, διότι συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό των εν λόγω ηλεκτρικών στηλών ως μη επικίνδυνων αποβλήτων. Λαμβανομένης υπόψη της περιεκτικότητας σε υδράργυρο των ηλεκτρικών στηλών, ορθός είναι ο κωδικός 160603 (ξηρές ηλεκτρικές στήλες υδραργύρου), ο οποίος συνεπάγεται χαρακτηρισμό των εν λόγω αποβλήτων ως επικίνδυνων. Η Ιταλική Δημοκρατία φρονεί, αντιθέτως, ότι η κατάταξη των εν λόγω αποβλήτων στην κατηγορία με κωδικό «μη επικίνδυνα» αποδίδει πλήρως τα χημικά και φυσικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο σημείο 3.10: ατσάλινο περίβλημα που περιέχει οξείδια και/ή άλατα αργύρου σε ποσοστό ανώτερο του 1 %, ψευδάργυρο σε ποσοστό κατώτερο του 9 % και νικέλιο σε ποσοστό κατώτερο του 55 %. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι η σύνθεση των ηλεκτρικών στηλών δεν περιλαμβάνει υδράργυρο, η κατάταξη που προτείνει η Επιτροπή δεν πρέπει να γίνει δεκτή. Ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται παράβαση επί του σημείου αυτού.

28.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα σημεία 5.9 και 7.8 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος δεν συνάδουν με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 και με το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689.

Γ –      Επί της διακρίσεως μεταξύ εργασιών αξιοποιήσεως και εργασιών διαθέσεως των αποβλήτων

29.      Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι, χαρακτηρίζοντας εσφαλμένως ορισμένες εργασίες ως εργασίες «αξιοποιήσεως αποβλήτων», ενώ επρόκειτο για εργασίες διαθέσεως αποβλήτων, παρέβη τα άρθρα 9 και 11, σε συνδυασμό με τα σημεία ε΄ και στ΄, των παραρτημάτων ΙΙ Α και ΙΙ Β της οδηγίας 75/442. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις της οδηγίας 75/442, μόνον οι εργασίες διαθέσεως απαιτούν τη λήψη προηγούμενης άδειας.

30.      Σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο ε΄, της οδηγίας 75/442, ως διάθεση νοείται «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Α». Το άρθρο 1, σημείο στ΄, διευκρινίζει ότι αξιοποίηση συνιστά «κάθε εργασία που προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙ Β».

31.      Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του επίδικου διατάγματος ορίζει ότι: «οι εργασίες αξιοποιήσεως του περιβάλλοντος που προβλέπει το παράρτημα 1 σκοπούν στην αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων ζωνών για την ενίσχυση της παραγωγής ή για κοινωνικούς λόγους, με τη λήψη μέτρων μορφολογικής αναμορφώσεως». Στο παράρτημα Ι του επίδικου διατάγματος περιγράφονται τα «γενικά τεχνικά πρότυπα για την αξιοποίηση μη επικίνδυνων αποβλήτων», η δε περιγραφή περιλαμβάνει το είδος των αποβλήτων με αναφορά στον ΕΚΑ, την προέλευση των αποβλήτων, τα χαρακτηριστικά τους και τις σχεδιαζόμενες εργασίες αξιοποιήσεως, καθώς και τα χαρακτηριστικά των πρώτων υλών και των τελικών προϊόντων.

32.      Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι εν λόγω εργασίες αξιοποιήσεως αντιστοιχούν στο σημείο R 10 του παραρτήματος II B της οδηγίας 75/442, με τίτλο «Εμπλουτισμός εδάφους με θετικά αποτελέσματα για τη γεωργία και το περιβάλλον […]». Ο χαρακτηρισμός των εν λόγω εργασιών ως εργασιών αξιοποιήσεως επιβάλλεται, καθότι περιλαμβάνουν την επαναχρησιμοποίηση ορισμένων αποβλήτων. Επιπλέον, η διαφύλαξη του περιβάλλοντος προϋποθέτει επίσης την αναζωογόνηση ζωνών.

33.      Η Επιτροπή προέβη αρχικώς σε διαφορετικό χαρακτηρισμό, εκτιμώντας ότι η κάλυψη χωματερών, η οποία συγκαταλέγεται ενίοτε στις εργασίες αξιοποιήσεως με τα τεχνικά πρότυπα του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος, αποτελεί εργασία διαθέσεως, εντασσόμενη στο πλαίσιο του σημείου D 1 του παραρτήματος II A της οδηγίας 75/442, με τίτλο «Απόθεση επάνω ή μέσα στο έδαφος (π.χ. απόρριψη σε χωματερές κ.λπ.)». Ωστόσο, με το υπόμνημα απαντήσεως και λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως ASA (16), η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ορισμένες εργασίες μορφολογικής αναμορφώσεως και καλύψεως χωματερής, τις οποίες αφορά το άρθρο 5 του επίδικου διατάγματος, μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εργασίες αξιοποιήσεως. Η Επιτροπή ενέμεινε, πάντως, στις επικρίσεις της όσον αφορά τα σημεία 7.14 και 7.15 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αφορούν εργασίες αξιοποιήσεως, καθόσον αναφέρονται στη χρήση αποβλήτων και καταλοίπων γεωτρήσεων που ενδέχεται να περιέχουν έως και 50 kg/t υδρογονανθράκων και 300 kg/t πετρελαίου χαμηλής τοξικότητας.

34.      Συναφώς, σύμφωνα με τη σκέψη 68 της προπαρατεθείσας αποφάσεως ASA, «δεν προκύπτει από το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ούτε από άλλη διάταξη της οδηγίας [75/442] ότι το αν τα απόβλητα είναι ή όχι επικίνδυνα αποτελεί καθαυτό λυσιτελές κριτήριο προκειμένου να εκτιμηθεί αν μια εργασία επεξεργασίας αποβλήτων πρέπει να χαρακτηριστεί ως “αξιοποίηση” υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο στ΄, της [εν λόγω] οδηγίας» (17).

35.      Για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι μια εργασία συνιστά αξιοποίηση αποβλήτων, πρέπει απλώς να καθοριστεί αν «το ουσιώδες χαρακτηριστικό μιας εργασίας αξιοποιήσεως αποβλήτων συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή σκοπεί πρωτίστως στο να μπορούν τα απόβλητα να επιτελέσουν χρήσιμη λειτουργία, υποκαθιστώντας τη χρησιμοποίηση άλλων υλικών που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία αυτή, πράγμα που καθιστά δυνατή τη διαφύλαξη των φυσικών πόρων» (18).

36.      Το σημείο 7.14 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος προβλέπει την επαναχρησιμοποίηση των αποβλήτων στη τσιμεντοβιομηχανία, για την αναζωογόνηση του περιβάλλοντος σε περίπτωση αφαλατώσεως, ή για την κάλυψη χωματερών αστικών στερεών αποβλήτων. Τα απόβλητα για τα οποία γίνεται λόγος στο σημείο 7.15 μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου στη βιομηχανία οικοδομικών πλίνθων, εκτονωμένου αργίλου, από τις τσιμεντοβιομηχανίες, για την αναζωογόνηση του περιβάλλοντος σε περίπτωση ξηρασίας και αφαλατώσεως, ή για την κάλυψη χωματερών αστικών στερεών αποβλήτων. Η Επιτροπή δέχθηκε ότι η κάλυψη χωματερής μπορούσε να θεωρηθεί ως εργασία αξιοποιήσεως, προκειμένου για τα σημεία 4.4.3, στοιχείο g, 11.2.3, στοιχείο e, 12.1.3, στοιχείο g, 12.3.3, στοιχείο i και 12.4.3, στοιχείο g του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος (19). Όμως οι υπηρεσίες καλύψεως χωματερής που περιγράφουν τα σημεία 7.14 και 7.15 του ίδιου παραρτήματος συμπίπτουν απολύτως με τις τελευταίες αυτές εργασίες. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι εργασίες ανακτήσεως των αποβλήτων που προβλέπονται στα σημεία 7.14 και 7.15 του παραρτήματος 1 του επίδικου διατάγματος δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εργασίες αξιοποιήσεως κατά την έννοια της οδηγίας 75/442.

IV – Πρόταση

37.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:

1)         να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, χορηγώντας απαλλαγή από την υποχρέωση λήψεως προηγούμενης άδειας που απαιτείται για την πραγματοποίηση εργασιών διαθέσεως και αξιοποιήσεως των αποβλήτων δυνάμει του άρθρου 7 του decreto 5 febbraio 1998 sull’individuazione dei rifiuti non pericolosi sottoposti alle procedure semplificate di recupero ai sensi degli articoli 31 e 33 del decreto legislative 5 febbraio 1997, no 22, χωρίς να έχει θεσπίσει γενικούς κανόνες για κάθε είδος εργασίας, καθορίζοντες τα είδη και τις ποσότητες αποβλήτων καθώς και τις προϋποθέσεις απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως αδείας κατά τρόπο που δεν βλάπτει την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4 και 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991·

2)         να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας αποδείξει ότι τα απόβλητα που αναφέρονται στα σημεία 5.9 και 7.8 του παραρτήματος 1 του «decreto 5 febbraio 1998» είναι επικίνδυνα απόβλητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, καθώς και από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα·

3)         να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά τα λοιπά.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.


2– Οδηγία του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ L 194, σ. 39).


3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 75/442 (ΕΕ L 78, σ. 32)


4– Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20).


5– Gazzetta ufficiale della Repubblica italiana (GURI) αριθ. 88 της 16ης Απριλίου 1998, στο εξής: επίδικο διάταγμα.


6– Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.


7– Άρθρο 10 της οδηγίας.


8 – Άρθρο 1 της οδηγίας 91/689.


9 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/689.


10– Απόφαση του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (ΕΕ L 356, σ.14). Η απόφαση αυτή καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 2002 με την απόφαση 2000/532/EK της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2000, για αντικατάσταση της αποφάσεως 94/3/ΕΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 και της αποφάσεως 94/904 (ΕΕ L 226, σ. 3).


11– Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Μαΐου 1996 (ΕΕ L 135, σ. 32).


12 – Άρθρα 176 ΕΚ και 95, παράγραφος 4, ΕΚ.


13– Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Αυγούστου 1995, C-431/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. I-2189, σκέψη 45).


14 – EΕ L 315, σ. 16. Η Επιτροπή αναφέρεται στη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση στα σημεία 11 και 12 του υπομνήματός της απαντήσεως.


15– Direttiva 9 aprile 2002 che ricodifica i rifiuti individuati nel D. M. 5/2/98, ai sensi della decisione 2000/532/CE (οδηγία που κωδικοποιεί εκ νέου τα απόβλητα τα οποία αφορά το υπουργικό διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου 1998, κατ’ εφαρμογή της αποφάσεως 2000/532).


16– Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, C‑6/00, ASA (Συλλογή 2002, σ. I‑1961). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-228/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-1439), C-458/00, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2003, σ. Ι-1553), και της 3ης Απριλίου 2003, C-116/01, SITA (Συλλογή 2003, σ. Ι-2969), και τη διάταξη της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-307/00 έως C-311/00, Oliehandel Koeweit κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I-1821).


17 – Προπαρατεθείσα απόφαση ASA, σκέψη 68.


18 – Προπαρατεθείσα απόφαση ASA, σκέψη 69· βλ. επίσης προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 45, και Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, σκέψη 36.


19– Σημείο 24 του υπομνήματος απαντήσεως της Επιτροπής.

Top