This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62001CC0140
Opinion of Mr Advocate General Alber delivered on 13 December 2001. # Commission of the European Communities v Kingdom of Belgium. # Failure by a Member State to fulfil its obligations - Directive 98/18/EC - Transport by sea - Safety rules and standards for passenger ships. # Case C-140/01.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber της 13ης Δεκεμβρίου 2001.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου.
Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 98/18/ΕΚ - Θαλάσσιες μεταφορές - Κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία.
Υπόθεση C-140/01.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber της 13ης Δεκεμβρίου 2001.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου.
Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 98/18/ΕΚ - Θαλάσσιες μεταφορές - Κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία.
Υπόθεση C-140/01.
Συλλογή της Νομολογίας 2002 I-02105
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2001:706
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber της 13ης Δεκεμβρίου 2001. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου. - Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 98/18/ΕΚ - Θαλάσσιες μεταφορές - Κανόνες και πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία. - Υπόθεση C-140/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-02105
1. Η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου του Βελγίου εξαιτίας της εκπρόθεσμης και μη πλήρους μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία (στο εξής: οδηγία 98/18) . Το Βασίλειο του Βελγίου φέρεται ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και από τη Συνθήκη ΕΚ.
2. Το άρθρο 14 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 1998. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε για κανένα μέτρο μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην προαναφερθείσα ημερομηνία ούτε και αργότερα, απηύθυνε στη Βελγική Κυβέρνηση προειδοποιητική επιστολή στις 11 Αυγούστου 1999. Με την απάντησή της, της 27ης Σεπτεμβρίου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε το βασιλικό διάταγμα της 12ης Νοεμβρίου 1981, το οποίο καλύπτει τμήμα του τομέα που ρυθμίζει η οδηγία 98/18. Ανήγγειλε εξάλλου την έκδοση νέου βασιλικού διατάγματος με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2000, η Επιτροπή απηύθηνε στη Βελγική Κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, στην οποία η εν λόγω κυβέρνηση απάντησε στις 17 Οκτωβρίου 2000, αναγγέλλοντας την έκδοση του διατάγματος για τον Δεκέμβριο 2000. Στις 27 Μαρτίου 2001, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή, που πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 28 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή δεν είχε ακόμα ενημερωθεί για ενδεχόμενη πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
3. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να κοινοποιήσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, ή παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από τη Συνθήκη ΕΚ,
2) να καταδικάσει τη Βελγική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
4. Τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλέστηκε, αφενός, το βασιλικό διάταγμα της 12ης Νοεμβρίου 1981 και, αφετέρου, ένα βασιλικό διάταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1998, που μεταφέρουν, αμφότερα, εν μέρει την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. άντως, η Βελγική Κυβέρνηση δέχθηκε και κατά τη διοικητική διαδικασία και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η οδηγία 98/18 έχει μεταφερθεί μόνον εν μέρει και ότι καταρτίζεται βασιλικό διάταγμα με σκοπό την πλήρη μεταφορά της οδηγίας.
5. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , η καθοριστική ημερομηνία για να κριθεί αν συντρέχει παράβαση είναι η ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη. Όταν παρήλθε η δίμηνη προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, η οποία είχε ως αφετηρία την ημέρα κοινοποιήσεως της γνώμης αυτής, το αναγγελθέν βασιλικό διάταγμα δεν είχε ακόμα εκδοθεί.
6. Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι ενδεχόμενες πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τάξης ενός κράτους μέλους δεν δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες άρα ούτε και την εκπρόθεσμη ή μη πλήρη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Δεδομένου ότι κατά την εκπνοή της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η οδηγία 98/18 δεν είχε ακόμα μεταφερθεί πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
7. Η υποχρέωση του κράτους μέλους να μεταφέρει την οδηγία απορρέει αφενός από την οδηγία και αφετέρου από το άρθρο 249, παράγραφος 3, ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ. Αφού, επομένως, το Βασίλειο του Βελγίου δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, προτείνω να καταδικαστεί σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
8. Η κρίση σχετικά με τα δικαστικά έξοδα απορρέει από το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
9. ροτείνω συνεπώς το ακόλουθο διατακτικό:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία, και από τη Συνθήκη ΕΚ, διότι δεν θέσπισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί πλήρως προς την οδηγία.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.