ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 27.6.2019
COM(2019) 292 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) όσον αφορά την εποπτεία ομίλου και τη διαχείριση κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης
I.Εισαγωγή
Από την έναρξη ισχύος της, την 1η Ιανουαρίου 2016, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ παρέχει ένα σταθερό και άρτιο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην ΕΕ. Βάσει του προφίλ κινδύνου μεμονωμένων επιχειρήσεων, προάγει τη συγκρισιμότητα, τη διαφάνεια και την ανταγωνιστικότητα.
Ο τίτλος ΙΙΙ της οδηγίας Φερεγγυότητα II αφορά την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο (εφεξής «εποπτεία ομίλου»). Η οδηγία χρησιμοποιεί ένα καινοτόμο μοντέλο εποπτείας στο πλαίσιο του οποίου ανατίθεται βασικός ρόλος σε μια αρχή εποπτείας του ομίλου, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται και διατηρείται ο σημαντικός ρόλος των αρχών εποπτείας μεμονωμένων ασφαλιστικών οντοτήτων.
Η παρούσα έκθεση αξιολογεί το όφελος από τη βελτίωση της εποπτείας ομίλου και της διαχείρισης κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, όπως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 242 παράγραφος 2 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ,.
Στις 7 Ιουνίου 2018, η Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA) να παράσχει στοιχεία για την έκθεση. Η συνεισφορά της EIOPA, όπως υποβλήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2018, λήφθηκε υπόψη στην παρούσα έκθεση.
Η έκθεση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το κεφάλαιο ΙΙ αναλύει τις εποπτικές πρακτικές και τις προκλήσεις που σχετίζονται με τον καθορισμό του πεδίου της εποπτείας και με την άσκηση εποπτικών εξουσιών σε ομίλους. Τα κεφάλαια III και IV αξιολογούν τις προκλήσεις και τις ανασφάλειες δικαίου που σχετίζονται με τον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου, τη διακυβέρνηση του ομίλου και την αναφορά στοιχείων του ομίλου. Τέλος, το κεφάλαιο V παρέχει σύντομη επισκόπηση των εξελίξεων που έχουν συντελεστεί όσον αφορά τη διαμεσολάβηση σε διαφορές στον τομέα της εποπτείας και τα συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων (ΣΕΑ), τα οποία δεν σχετίζονται άμεσα με την εποπτεία ομίλου.
Η παρούσα έκθεση δεν πραγματεύεται ορισμένα ζητήματα. Το άρθρο 242 παράγραφος 2 στοιχεία ζ) και θ) της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ αναφέρεται σε πλαίσια αντιμετώπισης κρίσεων. Παρότι η Επιτροπή παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις που σχετίζονται με την αντιμετώπιση κρίσεων και τον συστημικό κίνδυνο, δεν έχει αναληφθεί ευρεία πρωτοβουλία σε επίπεδο ΕΕ στον συγκεκριμένο τομέα από την έναρξη ισχύος της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ. Ομοίως, το άρθρο 242 παράγραφος 2 στοιχείο στ) αφορά εναρμονισμένο πλαίσιο για τη μεταφορά στοιχείων ενεργητικού, και διαδικασίες αφερεγγυότητας και εκκαθάρισης. Επί του παρόντος, δεν αναπτύσσεται πολιτική στον συγκεκριμένο τομέα, ούτε σε επίπεδο ΕΕ ούτε σε διεθνές επίπεδο.
Η έκθεση χρησιμοποιεί στοιχεία μέχρι το τέλος του 2017, τα οποία καλύπτουν τα 28 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
II.Πεδίο εποπτείας του ομίλου και εποπτικές εξουσίες επί ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων
Η οδηγία Φερεγγυότητα II προβλέπει ότι η εποπτεία ομίλου πρέπει να εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
·επικεφαλής του ομίλου είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), και τουλάχιστον μία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις του είναι άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία με έδρα στον ΕΟΧ ή σε τρίτη χώρα·
·ο όμιλος περιλαμβάνει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση στον ΕΟΧ, και η μητρική εταιρεία του ομίλου είναι είτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είτε ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (στην οδηγία: «εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών») με έδρα στον ΕΟΧ ή σε τρίτη χώρα·
·ο όμιλος περιλαμβάνει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση στον ΕΟΧ, και η μητρική εταιρεία του ομίλου είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας· σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, η εποπτεία ομίλου περιορίζεται στην εποπτεία των συναλλαγών εντός του ομίλου που αφορούν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
Με βάση τα στοιχεία περί εποπτείας που κοινοποιούν οι εθνικές εποπτικές αρχές (εφεξής «ΕΕΑ»), περίπου 350 όμιλοι εποπτεύονται από αρχή εποπτείας ομίλου στην ΕΕ.
α.
Άσκηση εποπτείας ομίλου όταν η τελική μητρική εταιρεία έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα
Ο αριθμός απόκτησης συμμετοχών ευρωπαϊκών ασφαλιστικών επιχειρήσεων από επενδυτές εκτός ΕΟΧ έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Πράγματι, η θέσπιση της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ απαίτησε από τους ασφαλιστές να επανεξετάσουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες υπό το πρίσμα των νέων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Σύμφωνα με ορισμένους επαγγελματίες του κλάδου, το γεγονός αυτό ενδεχομένως διευκόλυνε τον εντοπισμό καταλληλότερων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων για μεταβιβάσεις και αποκτήσεις νέων συμμετοχών, μολονότι δεν υπάρχουν αναμφισβήτητες αποδείξεις περί αυτού. Οι δραστηριότητες εποπτείας της EIOPA συμβάλλουν στην παρακολούθηση αυτής της τάσης.
Επί του παρόντος, περίπου 200 ασφαλιστικοί όμιλοι έχουν την τελική μητρική επιχείρησή τους σε τρίτη χώρα. Οι όμιλοι αυτοί υπόκεινται σε εποπτεία ομίλου δυνάμει της οδηγίας Φερεγγυότητα II. Παρότι οι ΕΕΑ πρέπει να βασίζονται στην εποπτεία ομίλου που ασκείται από τις εποπτικές αρχές ισοδύναμων τρίτων χωρών, οφείλουν να ασκούν άμεσα εποπτεία ομίλου σε παγκόσμιο επίπεδο όταν η τελική μητρική εταιρεία έχει την έδρα της σε μη ισοδύναμη τρίτη χώρα. Όταν δεν υπάρχει εταιρεία χαρτοφυλακίου ενοποίησης στον ΕΟΧ, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ προβλέπει ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να είναι η εποπτική αρχή η οποία έχει εκδώσει την άδεια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού.
Μπορεί επομένως να είναι δύσκολο να ασκηθεί πλήρης εποπτεία ομίλου στο επίπεδο της τελικής μητρικής εταιρείας, καθώς συνεπάγεται πρόσβαση σε πληροφορίες που σχετίζονται με δραστηριότητες εκτός της Ένωσης. Για τον λόγο αυτόν, σε τέτοιες περιπτώσεις, το άρθρο 262 παράγραφος 2 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ επιτρέπει στις εποπτικές αρχές να εφαρμόζουν «άλλες μεθόδους» οι οποίες εξασφαλίζουν κατάλληλη εποπτεία ομίλου. Οι εν λόγω μέθοδοι δεν περιγράφονται αναλυτικά στην οδηγία, η οποία αναφέρει ρητά μόνο τη δυνατότητα της αρχής εποπτείας του ομίλου να απαιτήσει την ίδρυση ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου στην Ένωση στην οποία εφαρμόζονται όλες οι απαιτήσεις εποπτείας ομίλου.
Εντούτοις, στην πράξη, εφαρμόζονται πολύ διαφορετικές πρακτικές όσον αφορά την εποπτεία ομίλων των οποίων οι μητρικές εταιρείες έχουν την έδρα τους σε μη ισοδύναμες τρίτες χώρες.
Αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 262 παράγραφος 2, ως το τέλος του 2018, η Επιτροπή έλαβε αρκετές κοινοποιήσεις χρήσης «άλλων μεθόδων» από δύο ΕΕΑ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εν λόγω κοινοποιήσεις περιλάμβαναν εποπτεία ομίλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο και είχαν ως στόχο άλλες απαιτήσεις αναφοράς για την παρακολούθηση των κινδύνων που απορρέουν από το εκτός ΕΟΧ σκέλος του ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου.
Αφετέρου, με βάση τα κοινοποιούμενα στοιχεία περί εποπτείας, άλλες ΕΕΑ εποπτεύουν ομίλους των οποίων οι τελικές μητρικές εταιρείες έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες. Σύμφωνα με την EIOPA, μία ΕΕΑ εκτιμά ότι αρκεί η απαίτηση περί ίδρυσης εταιρείας χαρτοφυλακίου στον ΕΟΧ, και ότι δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία ομίλου το εκτός ΕΟΧ σκέλος ομίλων τρίτων χωρών. Άλλες ΕΕΑ οι οποίες αποφάσισαν να μην χρησιμοποιούν «άλλες μεθόδους» αναφέρουν ότι η εφαρμογή του άρθρου 262 παράγραφος 2 ενδέχεται παρουσιάζει δυσκολίες, και εκτιμούν ότι θα πρέπει να τους επιτρέπεται να απαλλάσσονται εντελώς από την παγκόσμια εποπτεία ομίλου. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για την κατάλληλη παρακολούθηση των κινδύνων που απορρέουν από τα εκτός ΕΟΧ σκέλη ομίλων τρίτων χωρών, και η συμβατότητά τους με την οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ τίθεται ενδεχομένως υπό αμφισβήτηση.
β.
Πεδίο εφαρμογής εποπτείας του ομίλου και εποπτεία στο επίπεδο εταιρειών χαρτοφυλακίου
Η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορεί να αποφασίσει, σε κατά περίπτωση βάση, και εφόσον πληρούνται ορισμένα κριτήρια, να μην συμπεριλάβει μια επιχείρηση στο πεδίο εποπτείας του ομίλου (περιλαμβανομένης της τελικής μητρικής εταιρείας του ομίλου). Η εν λόγω απόφαση ενδέχεται να οδηγήσει ενίοτε σε παντελή απουσία εποπτείας ομίλου, η οποία μπορεί να είναι επιζήμια για την προστασία των αντισυμβαλλόμενων και την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού.
Κίνδυνοι μη εξασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού ελλοχεύουν ακόμη και όταν η εξαίρεση της τελικής μητρικής εταιρείας δεν οδηγεί στην απουσία εποπτείας ομίλου, αλλά στην άσκηση εποπτείας ομίλου στο επίπεδο ενδιάμεσης μητρικής εταιρείας. Τέτοιες αποφάσεις εξαίρεσης μπορεί πράγματι να συνεπάγονται σημαντική μείωση της κεφαλαιακής απαίτησης για τον όμιλο, σε περιπτώσεις στις οποίες η τελική μητρική εταιρεία δεν κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου των εν λόγω θυγατρικών.
Επιπλέον, όταν η μητρική εταιρεία ενός ομίλου είναι εταιρεία χαρτοφυλακίου, η εποπτεία ομίλου μπορεί να περιορίζεται στην αναφορά των συναλλαγών εντός του ομίλου, εάν η αρχή εποπτείας του ομίλου εκτιμά ότι η βασική δραστηριότητα της μητρικής εταιρείας δεν είναι να κατέχει συμμετοχές σε ασφαλιστικές θυγατρικές. Επομένως, η εφαρμογή ανακόλουθων προσεγγίσεων όσον αφορά τον εντοπισμό εταιρειών χαρτοφυλακίου είναι πιθανό να έχει ως συνέπεια τη μη εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γενικότερα, η EIOPA σημειώνει ότι οι εξουσίες παρέμβασης των αρχών εποπτείας του ομίλου στο επίπεδο των εταιρειών χαρτοφυλακίου, οι οποίες ορίζονται από τα εθνικά δίκαια, είναι περιορισμένες σε ορισμένες δικαιοδοσίες.
γ.
Πλαίσιο έγκαιρης επέμβασης σε επίπεδο ομίλου
Η έγκαιρη επέμβαση ορίζεται από την EIOPA ως «στάδιο στο οποίο η κατάσταση φερεγγυότητας ενός ασφαλιστή αρχίζει να επιδεινώνεται και στο οποίο είναι πιθανό ότι θα συνεχίσει να επιδεινώνεται και θα σημειώσει πτώση κάτω των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας αν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα».
Η έγκαιρη επέμβαση σε επίπεδο ομίλου προϋποθέτει ότι οι αρχές εποπτείας του ομίλου έχουν έγκαιρη πληροφόρηση για την επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών. Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ απαιτεί από τη συμμετέχουσα επιχείρηση ασφαλιστικού ή αντασφαλιστικού ομίλου να πληροφορεί την αρχή εποπτείας του ομίλου μόλις παραβιαστούν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας (εφεξής «ΚΑΦ)» του ομίλου ή σε περίπτωση που ενδέχεται να παραβιαστούν μέσα στους επόμενους τρεις μήνες. Η EIOPA αναφέρει τέσσερις περιπτώσεις κοινοποιήσεων σε τρία διαφορετικά κράτη μέλη μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 (μία από τις εν λόγω περιπτώσεις αντιστοιχεί σε πραγματική παραβίαση των ΚΑΦ). Εντός δύο μηνών από τη στιγμή που διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση προς τις ΚΑΦ του ομίλου, πρέπει να υποβληθεί σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εποπτείας του ομίλου. Αυτό έγινε στην περίπτωση του ομίλου που παραβίασε τις ΚΑΦ του.
Αν και δεν καλύπτονται ρητώς, οι εξουσίες έγκαιρης επέμβασης είναι ενσωματωμένες σε κάποιον βαθμό στην οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ. Σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης, οι αρχές εποπτείας θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων εάν η κατάσταση φερεγγυότητας ασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθεί να επιδεινώνεται
. Σε επίπεδο ομίλου, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ θεσπίζει την υποχρέωση για όλες τις ΕΕΑ ως αρχές εποπτείας ομίλου να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα εάν προκύπτουν κίνδυνοι για τη φερεγγυότητα του ομίλου (ακόμη και αν ο όμιλος πληροί όλες τις κανονιστικές απαιτήσεις) ή εάν οι εντός του ομίλου συναλλαγές ή οι συγκεντρώσεις κινδύνων αποτελούν απειλή για τη χρηματοοικονομική θέση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του ομίλου
.
Παρά την ύπαρξη αυτών των διατάξεων, η EIOPA αναφέρει στην έκθεσή της ότι μόνο δώδεκα ΕΕΑ διαθέτουν ρητές εξουσίες έγκαιρης επέμβασης σε επίπεδο ομίλου. Απαιτούνται ενδεχομένως περαιτέρω έρευνες προκειμένου να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίον οι περισσότερες ΕΕΑ, σύμφωνα με την έκθεση της EIOPA, δεν έχουν εξουσία έγκαιρης επέμβασης σε επίπεδο ομίλου παρά τις διατάξεις που υπάρχουν στο πλαίσιο.
Μεταξύ των διαφόρων εθνικών πλαισίων που παρέχουν εξουσίες έγκαιρης επέμβασης στις ΕΕΑ, οι παράγοντες ενεργοποίησης των εν λόγω εξουσιών διαφέρουν σημαντικά, από αμιγώς ποσοτικά (για δύο ΕΕΑ) έως αμιγώς ποιοτικά κριτήρια (για δύο άλλες ΕΕΑ), ενώ οκτώ ΕΕΑ χρησιμοποιούν ποσοτικούς και ποιοτικούς παράγοντες ενεργοποίησης των εξουσιών αυτών. Τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι ΕΕΑ ως αρχές εποπτείας ομίλου για την άσκηση των εξουσιών έγκαιρης επέμβασης διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών: παρότι κάποια είναι ευρέως διαθέσιμα (για παράδειγμα, περιορισμός καταβολής μερισμάτων), άλλα είναι διαθέσιμα μόνο σε περιορισμένο αριθμό ΕΕΑ (για παράδειγμα, υποχρέωση πώλησης θυγατρικών).
III.Πυλώνας I: υπολογισμός και εποπτεία φερεγγυότητας ομίλου
Η εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου συνεπάγεται παρακολούθηση ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια στον όμιλο, τα οποία να είναι πάντοτε τουλάχιστον ίσα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου. Ο υπολογισμός της φερεγγυότητας του ομίλου πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με την προκαθορισμένη μέθοδο 1 («μέθοδος με βάση τη λογιστική ενοποίηση»). Σε αυτήν την περίπτωση, τόσο τα ίδια κεφάλαια του ομίλου όσο και οι ΚΑΦ του ομίλου υπολογίζονται με βάση τους ενοποιημένους λογαριασμούς. Πάνω από το 90% των ευρωπαϊκών ομίλων εφαρμόζουν την προκαθορισμένη προσέγγιση.
Εφόσον η αποκλειστική εφαρμογή της μεθόδου 1 κρίνεται ακατάλληλη, οι αρχές εποπτείας του ομίλου δύνανται να αποφασίσουν, μετά από διαβουλεύσεις με τις λοιπές ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και τον ίδιο τον όμιλο, να εφαρμόζουν σε έναν όμιλο είτε τη μέθοδο 2 («μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης») είτε συνδυασμό των μεθόδων 1 και 2. Προτού λάβει την προαναφερθείσα απόφαση, η αρχή εποπτείας του ομίλου πρέπει να συνεκτιμήσει τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 328 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής (εφεξής «κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός Φερεγγυότητα ΙΙ»). Σε αυτήν την περίπτωση, οι εταιρείες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της μεθόδου 1 συμβάλλουν στα ίδια κεφάλαια του ομίλου και στις ΚΑΦ του ομίλου μέσω του αναλογικού μεριδίου των μεμονωμένων ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακών απαιτήσεών τους.
Στην πράξη, και με βάση τα στοιχεία περί εποπτείας που κοινοποιούν οι ΕΕΑ, η «πλήρης» μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης εφαρμόζεται σπανίως, και οι όμιλοι τους οποίους αφορά αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 0,9% του συνολικού ύψους των ιδίων κεφαλαίων ομίλων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
α.
Ίδια κεφάλαια ομίλου
I.Ταξινόμηση ιδίων κεφαλαίων ομίλου
Για να την ταξινόμησή τους σε επίπεδο ομίλου, τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από θυγατρικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 331 έως 333 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού Φερεγγυότητα ΙΙ. Αυτό συνεπάγεται ότι για να είναι επιλέξιμο σε επίπεδο ομίλου ένα στοιχείο ιδίου κεφαλαίου, δεν αρκεί να ταξινομηθεί ως στοιχείο ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης.
Πρόσθετη ρητή απαίτηση είναι το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων του ομίλου να είναι ελεύθερο βαρών. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται ότι η αξιολόγηση των βαρών που εκπονείται σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης πρέπει ενδεχομένως να συμπληρωθεί με πρόσθετη ανάλυση σε επίπεδο ομίλου.
Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 127 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού Φερεγγυότητα ΙΙ παρατίθεται παράδειγμα βάρους σχετικά με στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών (στον κανονισμό: «χρηματοοικονομικές εταιρείες χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας»). Η EIOPA τονίζει ότι, κατά την αξιολόγηση της ύπαρξης βάρους ή όχι, θα πρέπει να ακολουθείται η συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη. Ωστόσο, ορισμένες ΕΕΑ επιθυμούν μεγαλύτερη σαφήνεια σε μια νομική διάταξη προκειμένου να διασφαλίζεται ο εκτελεστός χαρακτήρας της εν λόγω απαίτησης. Επιπλέον, η EIOPA τονίζει ότι δεν είναι σαφές κατά πόσο οι αρχές που καθορίζονται στην αιτιολογική σκέψη θα πρέπει να εφαρμόζονται και στις μητρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των οποίων τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων οφείλουν επίσης να είναι ελεύθερα βαρών. Λίγες ΕΕΑ ακολουθούν ήδη την αιτιολογική σκέψη 127 ανεξάρτητα από τη φύση της μητρικής εταιρείας.
Πρόσθετη απαίτηση για τα ίδια κεφάλαια ομίλου
είναι ότι θα πρέπει να προβλέπουν την ακύρωση ή την αναβολή των διανομών
, καθώς και την αναστολή της αποπληρωμής ή της εξόφλησής τους
σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (ή εάν οι διανομές συνεπάγονται ενδεχομένως μη συμμόρφωση) με τις ΚΑΦ του ομίλου και/ή τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (ΕΚΑ) του ομίλου. Εντούτοις, ο κανονισμός δεν αποσαφηνίζει κατά πόσο η μη συμμόρφωση με την εν λόγω απαίτηση συνεπάγεται ότι το μέσο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναγνωριστεί ως ίδιο κεφάλαιο ομίλου, ακόμη και αν συμβάλλει στην κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από συνδεδεμένη ασφαλιστική εταιρεία.
II.Διαθεσιμότητα ιδίων κεφαλαίων ομίλου
Το άρθρο 330 παράγραφος 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού Φερεγγυότητα ΙΙ ορίζει τα κριτήρια που θα πρέπει να συνεκτιμούν οι ΕΕΑ κατά την αξιολόγηση της διαθεσιμότητας ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδο ομίλου. Η αξιολόγηση της διαθεσιμότητας των ιδίων κεφαλαίων του ομίλου απαιτεί κατανόηση του δικαίου των συμβάσεων και του εταιρικού δικαίου των διαφόρων χωρών όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος, γεγονός που ενέχει προκλήσεις για τις αρχές εποπτείας του ομίλου, ιδίως δε σε περιπτώσεις μεγάλων διασυνοριακών ομίλων.
Ενίοτε, η αξιολόγηση της διαθεσιμότητας συγχέεται με την απλή αξιολόγηση της ρευστότητας των στοιχείων του ενεργητικού, καθώς η αξιολόγηση της διαθεσιμότητας καλύπτει τόσο την ικανότητα των ιδίων κεφαλαίων να απορροφούν όλα τα είδη ζημιών όσο και τη δυνατότητα μεταβίβασης των στοιχείων του ενεργητικού. Αποτελεί δε αντικείμενο εποπτικών πρακτικών που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους υπολογισμούς της φερεγγυότητας του ομίλου. Αυτές οι αβεβαιότητες σχετίζονται με:
·τις μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να καταδειχθεί ότι είναι δυνατή η διάθεση ιδίων κεφαλαίων εντός μέγιστης προθεσμίας εννέα μηνών,
·τη μεταχείριση συγκεκριμένων στοιχείων όπως το εξισωτικό αποθεματικό (συμπεριλαμβανομένων των αναμενόμενων κερδών που περιλαμβάνονται σε μελλοντικά ασφάλιστρα και του οφέλους των μεταβατικών μέτρων για τα επιτόκια άνευ κινδύνου ή για τις τεχνικές προβλέψεις), ή οι μειοψηφικές συμμετοχές,
·την ερμηνεία της διάταξης που επιτρέπει τη συμπερίληψη ορισμένων μη διαθέσιμων στοιχείων στα ίδια κεφάλαια του ομίλου μέχρι το ύψος της συνεισφοράς κάθε συνδεδεμένης ασφαλιστικής επιχείρησης στις ΚΑΦ του ομίλου.
β.
Κεφαλαιακές απαιτήσεις ομίλου
I.Χρήση μεθόδου 1 (μέθοδος με βάση τη λογιστική ενοποίηση)
Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ απαιτεί από τους ομίλους να ενοποιούν πλήρως όλες τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές θυγατρικές επιχειρήσεις εντός και εκτός ΕΟΧ, ή όπου δεν είναι διαθέσιμες οι αναγκαίες πληροφορίες, να αφαιρούν πλήρως τη λογιστική αξία των εν λόγω εταιρειών. Εντούτοις, ορισμένες ΕΕΑ δεν θεωρούν πρακτικές αυτές τις απαιτήσεις για μεγάλους διεθνείς ομίλους, και εκτιμούν ότι υπάρχει περιθώριο για απλουστευμένες προσεγγίσεις. Γενικότερα, άλλες διαφορές που εντοπίζονται στις προσεγγίσεις ενοποίησης τις οποίες ακολουθούν η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ και τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) μπορεί να δημιουργούν σημαντικές λειτουργικές δυσχέρειες στους ομίλους.
Οι ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ενός ομίλου θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη συνολική διαφοροποίηση των κινδύνων που υπάρχει στο σύνολο των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζεται δεόντως ο κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται ο όμιλος. Επομένως, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, όπου χρησιμοποιείται η μέθοδος 1, οι ΚΑΦ του ομίλου θα είναι χαμηλότερες από το άθροισμα των μεμονωμένων ΚΑΦ όλων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης του εν λόγω ομίλου. Ωστόσο, σύμφωνα με την EIOPA, ορισμένες αρχές εποπτείας ομίλου περιορίζουν τα οφέλη διαφοροποίησης, εκτιμώντας ότι οι ΚΑΦ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποτελούν εμπόδιο στη δυνατότητα μεταβίβασης των ιδίων κεφαλαίων της. Μια τέτοια ερμηνεία έχει ενδεχομένως τον ίδιο αντίκτυπο στη φερεγγυότητα του ομίλου με την απαγόρευση των οφελών διαφοροποίησης μεταξύ επιχειρήσεων συγκεκριμένου ομίλου.
Επιπλέον, κάποιοι ενδιαφερόμενοι υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση που ακολουθείται για τον υπολογισμό των ελάχιστων ενοποιημένων ΚΑΦ του ομίλου (εφεξής «ΕΚΑ ομίλου») ενδέχεται να έχει ανεπιθύμητες επιπτώσεις. Πράγματι, ενώ σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης, οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (εφεξής «ΕΚΑ») δεν πρέπει να είναι κατώτερες του 25% ούτε να υπερβαίνουν το 45% των ΚΑΦ μιας επιχείρησης, δεν υπάρχει τέτοιο «περιθώριο» σε επίπεδο ομίλου. Συνεπώς, για ορισμένους ομίλους, οι ΕΚΑ ομίλου προσεγγίζουν (ή ακόμη ισούνται με) τις ΚΑΦ ομίλου, και ο δείκτης ΕΚΑ ομίλου μπορεί να είναι μικρότερος από τον δείκτη ΚΑΦ ομίλου ή πολύ κοντά σε αυτόν. Επομένως, είναι δυνατό να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ένας όμιλος παραβιάζει τις ΕΚΑ ομίλου του πριν από τις ΚΑΦ ομίλου του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ΕΚΑ ομίλου περιορίζουν τα οφέλη διαφοροποίησης που δύνανται να αναγνωρίσουν οι όμιλοι στις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους.
Τέλος, η αντιμετώπιση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών στο πλαίσιο των ΕΚΑ ομίλου ενδέχεται να μην είναι επαρκώς σαφής, παρά τις κατευθυντήριες γραμμές της EIOPA στο συγκεκριμένο θέμα.
II.Χρήση συνδυασμού των μεθόδων 1 και 2
Όταν χρησιμοποιείται συνδυασμός των μεθόδων, κάποιες ΕΕΑ εκτιμούν ότι οι εταιρείες που περιλαμβάνονται μέσω της μεθόδου 2 θα πρέπει να συνεχίσουν να συνεισφέρουν στο ενοποιημένο σκέλος των ΚΑΦ του ομίλου. Άλλες ΕΕΑ δεν συμφωνούν με αυτήν την προσέγγιση, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε διπλό υπολογισμό των ίδιων κινδύνων, καθώς οι εν λόγω εταιρείες συμβάλλουν επίσης στις συνολικές ΚΑΦ του ομίλου μέσω του αναλογικού μεριδίου των μεμονωμένων ΚΑΦ τους. Από την άλλη πλευρά, όταν χρησιμοποιείται αποκλειστικά η μέθοδος 2, οι ΚΑΦ του ομίλου βασίζονται στις μεμονωμένες ΚΑΦ κάθε εταιρείας χωρίς να εξαλείφονται οι εντός του ομίλου συναλλαγές (οδηγώντας, επομένως, σε διπλό υπολογισμό των ίδιων κινδύνων).
Άλλη αβεβαιότητα είναι κατά πόσο η μέθοδος 2 μπορεί να εφαρμοστεί επίσης σε ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και όχι μόνο σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αυτό θα σήμαινε, ωστόσο, ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο υπολογισμός ονομαστικής κεφαλαιακής απαίτησης για αυτού του είδους τις εταιρείες με συνέπεια σε ολόκληρη την Ένωση.
Τέλος, δεν είναι σαφές κατά πόσο η μέθοδος 2 μπορεί να εφαρμοστεί σε ενοποιημένο υπο-όμιλο. Η EIOPA εκτιμά ότι η μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε μεμονωμένες εταιρείες.
III.Εσωτερικά υποδείγματα ομίλου
Σύμφωνα με τη βασισμένη στον κίνδυνο προσέγγιση που ακολουθεί, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ επιτρέπει στις εταιρείες και τους ομίλους ασφάλισης να χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των ΚΑΦ, αντί του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, κατόπιν έγκρισης των εποπτικών αρχών. Το άρθρο 231 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ ορίζει τα εσωτερικά υποδείγματα ομίλου και προβλέπει κανόνες για τον τρόπο λήψης κοινής απόφασης επί αίτησης για χρήση κάποιου υποδείγματος.
Με βάση τα στοιχεία περί εποπτείας που κοινοποιούν οι ΕΕΑ, υπάρχουν 45 εγκεκριμένα εσωτερικά υποδείγματα σε επίπεδο ομίλου σε δέκα διαφορετικά κράτη μέλη της ΕΕ. Σε γενικές γραμμές, οι ΕΕΑ εκτιμούν ότι η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ παρέχει τα μέτρα και την ευελιξία που απαιτούνται για την αξιολόγηση, την έγκριση και την παρακολούθηση της καταλληλότητας των εσωτερικών υποδειγμάτων ομίλου.
Εάν το πεδίο εφαρμογής ενός εσωτερικού υποδείγματος ομίλου δεν καλύπτει όλες τις συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις (μερικό εσωτερικό υπόδειγμα ομίλου), οι όμιλοι δύνανται να αποφασίσουν να εφαρμόσουν σε εταιρείες που δεν καλύπτονται από το εσωτερικό πρότυπο:
·μία από τις τεχνικές ενσωμάτωσης που παρατίθενται στο παράρτημα XVIII του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής (εφεξής «κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός Φερεγγυότητα ΙΙ»),
·τη μέθοδο αφαίρεσης και άθροισης (μέθοδος 2).
Ωστόσο, οι τεχνικές ενσωμάτωσης είχαν σχεδιαστεί αρχικά για την ενσωμάτωση κινδύνων και όχι εταιρειών. Επομένως, η χρήση των εν λόγω τεχνικών σε επίπεδο ομίλου μπορεί να μην αντικατοπτρίζει κατάλληλα ορισμένες αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων. Μπορεί ακόμη να υπάρχουν ευκαιρίες για ρυθμιστικό αρμπιτράζ ανάμεσα στη χρήση μιας τεχνικής ενσωμάτωσης (η οποία δεν απαιτεί ειδική διαδικασία έγκρισης) και τη χρήση της μεθόδους αφαίρεσης και άθροισης (η οποία υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών). Πράγματι, η συμπερίληψη μιας εταιρείας ενδέχεται να είναι περισσότερο επωφελής μέσω κάποιας τεχνικής ενσωμάτωσης παρά μέσω της μεθόδου αφαίρεσης και άθροισης, εκτός εάν η οικεία επιχείρηση έχει την έδρα της σε ισοδύναμη τρίτη χώρα, περίπτωση στην οποία ο όμιλος ενδέχεται να έχει κίνητρο να υποβάλει αίτηση για τη μέθοδο 2 προκειμένου να κάνει χρήση των τοπικών κανόνων.
Τέλος, η EIOPA αναφέρει ότι ορισμένοι όμιλοι εξαιρούν κάποιες δικαιοδοσίες από το πεδίο εφαρμογής των εσωτερικών υποδειγμάτων τους λόγω διαφορετικών εποπτικών πρακτικών. Επιπλέον, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης κοινής απόφασης, το ίδιο εσωτερικό υπόδειγμα μπορεί να εφαρμοστεί με διαφορετικούς τρόπους σε επίπεδο ομίλου και σε επίπεδο συνδεδεμένων επιχειρήσεων για βασικές πτυχές, όπως η εφαρμογή της δυναμικής προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, ή η μοντελοποίησητου κινδύνου χώρας. Τέτοιου είδους αποκλίσεις ενδέχεται να επηρεάζουν τη διαχείριση κινδύνου του ομίλου.
IV.Αντιμετώπιση επιχειρήσεων από άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους
Επιχειρήσεις από άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους (για παράδειγμα, πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα, ή ιδρύματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης) θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου μέσω του αναλογικού μεριδίου τους στα κλαδικά ίδια κεφάλαια και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. Τόσο η EIOPA όσο και οι ΕΕΑ εκτιμούν ότι το νομικό πλαίσιο δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίον αυτές οι εταιρείες θα πρέπει να συνεισφέρουν στην κάλυψη των ΚΑΦ του ομίλου.
Συγκεκριμένα, η αξιολόγηση της ποιότητας και της διαθεσιμότητας κλαδικών ιδίων κεφαλαίων υπό το πρίσμα των αρχών της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη. Ομοίως, το νομικό πλαίσιο δεν αποσαφηνίζει τη μεταχείριση των κλαδικών κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας και των κλαδικών πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.
Τέλος, το άρθρο 228 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ προβλέπει ότι κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας ομίλου ο οποίος περιλαμβάνει πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων, ο εν λόγω όμιλος δύναται να εφαρμόζει, τηρουμένων των αναλογιών, τις μεθόδους 1 ή 2 που παρατίθενται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει επίσης ότι η μέθοδος 1 δύναται να εφαρμόζεται μόνο εάν η αρχή που ασκεί την εποπτεία του ομίλου είναι «ικανοποιημένη ως προς το επίπεδο της ενοποιημένης διοίκησης και του εσωτερικού ελέγχου αναφορικά με τις οντότητες οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της ενοποίησης». Εντούτοις, στην πράξη, οι μέθοδοι που παρατίθενται στην οδηγία 2002/87/ΕΚ παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες στην εφαρμογή τους, λόγω των διαφορετικών προτύπων αποτίμησης και ενοποίησης δυνάμει των δύο πλαισίων, και της απουσίας κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης του επιπέδου ενοποιημένης διοίκησης και εσωτερικού ελέγχου.
IV.Πυλώνες 2 και 3: διακυβέρνηση του ομίλου και αναφορά στοιχείων του ομίλου
α.
Διακυβέρνηση ομίλου
I.Εφαρμογή, τηρουμένων των αναλογιών, σε επίπεδο ομίλου των διατάξεων που εφαρμόζονται σε επίπεδο μεμονωμένης εταιρείας
Οι απαιτήσεις διακυβέρνησης σε επίπεδο ομίλου δεν προσδιορίζονται πλήρως στην οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ. Αντιθέτως, η οδηγία προβλέπει απλώς ότι διάφορες διατάξεις που εφαρμόζονται σε επίπεδο μεμονωμένης εταιρείας εφαρμόζονται επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, στο επίπεδο του ομίλου, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων από τις αρχές εποπτείας ομίλου, σύμφωνα με την EIOPA. Οι βασικές προκλήσεις αφορούν:
·το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου. Πρώτον, οι μη ασφαλιστικές εταιρείες εμπίπτουν στο πεδίο των ομίλων και καλύπτονται επομένως από το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου, γεγονός το οποίο ενδέχεται να παρουσιάζει δυσκολίες. Επιπλέον, ενδέχεται να υπάρχουν νομικές αβεβαιότητες όσον αφορά τον ορισμό και την ευθύνη του «διοικητικού, διαχειριστικού και εποπτικού οργάνου» (εφεξής «ΔΔΕΟ») σε επίπεδο ομίλου. Τέλος, το ΔΔΕΟ μεμονωμένης εταιρείας καλείται ενδεχομένως να ικανοποιήσει αντικρουόμενους στόχους, καθώς οφείλει να διασφαλίσει τόσο την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της μεμονωμένης εταιρείας όσο και τη συνέπεια του τελευταίου με το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου.
·απαιτήσεις ικανότητας και ήθους, οι οποίες εξαρτώνται από τις εξουσίες παρέμβασης των ΕΕΑ στο επίπεδο των εταιρειών χαρτοφυλακίου. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω απαιτήσεων είναι ασαφές κατά την άποψη της EIOPA (το ΔΔΕΟ και/ή τα πρόσωπα που διευθύνουν όντως τις δραστηριότητες ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου και/ή όσοι διαθέτουν καίριες θέσεις).
·πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις ομίλου, συγκεκριμένα δε σε σχέση με τη διακυβέρνηση. Δεδομένου ότι το σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου ορίζεται εν μέρει μέσω αναφοράς στην τηρουμένων των αναλογιών εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόζονται στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, που αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας, είναι δυσκολότερο για μια αρχή εποπτείας ομίλου να διαπιστώσει σημαντική απόκλιση από την οδηγία.
Αυτά τα διαφορετικά παραδείγματα καταδεικνύουν ότι οι διατάξεις που εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών αφήνουν πολύ μεγάλο περιθώριο ερμηνείας, και ενδέχεται να δυσκολεύουν τις αρχές εποπτείας να επιβάλουν τη δική τους ερμηνεία των κανόνων. Η EIOPA έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για ορισμένα από τα προαναφερθέντα ζητήματα. Ορισμένες ΕΕΑ, κατά τη μεταφορά της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ στην εθνική νομοθεσία, ανέπτυξαν επίσης τους δικούς τους εθνικούς κανόνες ή κατευθυντήριες γραμμές.
II.Κεντρική διαχείριση κινδύνου σε ομίλους
Οι ασφαλιστικοί και αντασφαλιστικοί όμιλοι οφείλουν να θεσπίζουν αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου τα οποία να εφαρμόζονται συνεκτικά σε όλες τις μεμονωμένες επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στο πεδίο εποπτείας του ομίλου. Εντούτοις, η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ προβλέπει ακόμη ότι οι όμιλοι δύνανται να υποβάλουν αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς εποπτείας ομίλου με κεντρική διαχείριση κινδύνου (ΚΔΚ) στο πλαίσιο του οποίου οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της μητρικής εταιρείας καλύπτουν και τις θυγατρικές του. Το καθεστώς ΚΔΚ συνεπάγεται επομένως μεταβίβαση των καθηκόντων διαχείρισης κινδύνου από συνδεδεμένη επιχείρηση στη συμμετέχουσα επιχείρηση του ίδιου ομίλου.
Οι διατάξεις για την ΚΔΚ δεν έχουν τύχει εφαρμογής μέχρι στιγμής. Σε κάθε περίπτωση, το καθεστώς ΚΔΚ δεν θα είχε πιθανώς σημαντικό αντίκτυπο στη διάθεση κεφαλαίων στο εσωτερικό ενός ομίλου, καθώς οι συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα συνέχιζαν να βαρύνονται με την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις μεμονωμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις τους. Γενικότερα, βάσει του τρέχοντος πλαισίου, οι όμιλοι δεν έχουν σαφές όφελος να εφαρμόσουν το καθεστώς ΚΔΚ. Όταν εφαρμόζεται το καθεστώς ΚΔΚ, οι ρυθμίσεις ανάμεσα στη μητρική εταιρεία και τις θυγατρικές της όσον αφορά τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου εμπίπτουν στο πεδίο της εξωτερικής ανάθεσης. Επομένως, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εταιρείες του ομίλου θα συνέχιζαν να βαρύνονται με την υποχρέωση συμμόρφωσης με όλες τις απαιτήσεις εξωτερικής ανάθεσης της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ, και γενικότερα θα εξακολουθούσαν να είναι υπεύθυνες για την καταλληλότητα του δικού τους συστήματος διακυβέρνησης.
β.
Αναφορά των συναλλαγών εντός του ομίλου, της συγκέντρωσης κινδύνων και των αποτελεσμάτων διαφοροποίησης σε επίπεδο ομίλου
I.Εσωτερικές συναλλαγές του ομίλου
Εσωτερική συναλλαγή ομίλου είναι μια συναλλαγή δια της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, και έναντι πληρωμής ή μη.
Οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί όμιλοι οφείλουν να αναφέρουν στις αρχές εποπτείας του ομίλου τις σημαντικές συναλλαγές εντός του ομίλου τουλάχιστον ανά έτος, και τις πολύ σημαντικές συναλλαγές εντός του ομίλου το συντομότερο δυνατό. Οι αρχές εποπτείας του ομίλου πρέπει να προσδιορίζουν επίσης το είδος των συναλλαγών εντός του ομίλου που θα πρέπει να αναφέρουν οι όμιλοι σε κάθε περίσταση.
Ο ορισμός της συναλλαγής εντός ομίλου που παρατίθεται στην οδηγία ενδέχεται να μην είναι επαρκώς σαφής και αναλυτικός, γεγονός που συνεπάγεται διαφορετικές ερμηνείες τόσο μεταξύ των αρχών εποπτείας όσο και μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Συγκεκριμένα, δεν είναι βέβαιο αν περιλαμβάνονται στο πεδίο αναφοράς οι εταιρείες χαρτοφυλακίου, οι επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών και οι εταιρείες από άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.
Αν και οι κατευθυντήριες γραμμές της EIOPA θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης, ενδέχεται να πρέπει ούτως ή άλλως να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου μέσω της τροποποίησης του ορισμού των συναλλαγών εντός ομίλου στην οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ. Η σαφής οριοθέτηση του πεδίου των εντός του ομίλου συναλλαγών δύναται επίσης να έχει αντίκτυπο στην ενεργοποίηση μέτρων επιβολής, καθώς οι εποπτικές αρχές έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα εάν οι εντός του ομίλου συναλλαγές (ή οι συγκεντρώσεις κινδύνων) «αποτελούν απειλή για τη χρηματοοικονομική θέση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων». Η EIOPA αναφέρει μία περίπτωση στην οποία χρησιμοποιήθηκαν τέτοια μέτρα επιβολής τόσο σε επίπεδο μεμονωμένης εταιρείας όσο και σε επίπεδο ομίλου.
Οι αρχές εποπτείας ομίλων ακολουθούν διαφορετικές διαδικασίες και χρησιμοποιούν διαφορετικά κριτήρια και όρια όταν απαιτούν την αναφορά των εντός ομίλου συναλλαγών. Ενώ κάποιες αρχές εποπτείας εκτιμούν ότι η χρήση ειδικής, κατά περίπτωση, μεθόδου δικαιολογείται από την ανάγκη λήψης υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε ομίλου, άλλες ΕΕΑ πιστεύουν ότι απαιτείται μεγαλύτερη εναρμόνιση, καθώς ο καθορισμός ακατάλληλων ορίων (είτε πολύ χαμηλών είτε πολύ υψηλών) παρεμποδίζει την εποπτεία των εντός του ομίλου συναλλαγών, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής αξιολόγησης κινδύνου των ομίλων.
II.Συγκέντρωση κινδύνων
Οι συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών οφείλουν να αναφέρουν στις αρχές εποπτείας του ομίλου οποιαδήποτε σημαντική συγκέντρωση κινδύνων τουλάχιστον ανά έτος. Οι αρχές εποπτείας του ομίλου πρέπει να καθορίζουν επίσης το είδος των κινδύνων που θα πρέπει να αναφέρουν σε κάθε περίπτωση οι όμιλοι.
Εντούτοις, δεν διατυπώνεται σαφής ορισμός των συγκεντρώσεων κινδύνων. Το άρθρο 376 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού Φερεγγυότητα ΙΙ ορίζει έμμεσα τη «σημαντική» συγκέντρωση κινδύνων με βάση τον δυνητικό της αντίκτυπο στη φερεγγυότητα του ομίλου ή τη θέση ρευστότητας. Στο εν λόγω άρθρο παρατίθεται επίσης μη εξαντλητικός κατάλογος των περιπτώσεων άμεσης και έμμεσης έκθεσης τις οποίες θα πρέπει να συνεκτιμούν οι όμιλοι κατά την αναφορά των σημαντικών συγκεντρώσεων κινδύνων.
Η οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στις σημαντικές συγκεντρώσεις κινδύνων, για τις οποίες πρέπει να ορίζονται ποσοτικά όρια, και τις συγκεντρώσεις κινδύνων οι οποίες πρέπει να αναφέρονται σε κάθε περίπτωση και οι οποίες θα πρέπει να καθορίζονται με βάση το «είδος». Ενώ ορισμένες ΕΕΑ τηρούν αυστηρά αυτή τη διάκριση, άλλες συνδυάζουν ποσοτικά όρια με ποιοτικά κριτήρια (για παράδειγμα, διαφορετικά όρια ανάλογα με την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας του μέσου). Στο στάδιο αυτό, η Επιτροπή δεν διαθέτει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η ποικιλία εποπτικών πρακτικών στο πλαίσιο αυτό είναι επιζήμια για την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού.
Γενικότερα, η EIOPA εντοπίζει παρόμοιες προκλήσεις όσον αφορά τις εντός του ομίλου συναλλαγές σε σχέση με τον καθορισμό ορίων και τύπων συγκεντρώσεων κινδύνων που πρέπει να αναφέρονται: ενώ κάποιες αρχές εποπτείας προτιμούν την κατά περίπτωση μέθοδο, άλλες ΕΕΑ τάσσονται υπέρ της μεγαλύτερης εναρμόνισης.
III.Αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις οδηγίες Φερεγγυότητα ΙΙ και FICOD
Όταν ένας ασφαλιστικός όμιλος είναι επίσης χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων (ή ανήκει σε τέτοιον όμιλο) ο οποίος υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ (εφεξής «FICOD»), η αρμόδια αρχή για την εποπτεία του ομίλου δυνάμει της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ μπορεί, μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να αποφασίζει να μην διενεργήσει την εποπτεία της συγκέντρωσης κινδύνου και/ή των συναλλαγών εντός του ομίλου. Η δυνατότητα αυτή αιτιολογείται από την ύπαρξη παρόμοιων απαιτήσεων αναφοράς στην οδηγία FICOD.
Η EIOPA αναφέρει μόνο δύο περιπτώσεις χρήσης της εν λόγω απαλλαγής. Η οδηγία FICOD προβλέπει ότι εάν δεν υπάρχει συμφωνημένο όριο, θα πρέπει να αναφέρονται μόνο οι εντός του ομίλου συναλλαγές των οποίων τα ποσά υπερβαίνουν το 5% του συνολικού ποσού των κεφαλαιακών απαιτήσεων του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων. Αν το ασφαλιστικό σκέλος του χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων δεν είναι πολύ μεγάλο σε σύγκριση με το τραπεζικό σκέλος, το εν λόγω όριο είναι πιθανό να είναι υπερβολικά ψηλό για την επαρκή κάλυψη των ασφαλιστικών συναλλαγών. Επομένως, ελλείψει συμφωνίας με την αρχή τραπεζικής εποπτείας για πιο λεπτομερή όρια, η αρχή εποπτείας του ασφαλιστικού ομίλου δεν έχει κίνητρο να χορηγήσει την απαλλαγή.
IV.Αποτελέσματα διαφοροποίησης σε έναν όμιλο
Οι όμιλοι οφείλουν να παρέχουν στις αρχές εποπτείας του ομίλου σαφή στοιχεία σχετικά με τη διαφορά μεταξύ του ύψους των ΚΑΦ καθεμιάς από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης και των ενοποιημένων ΚΑΦ του ομίλου. Εντούτοις, η EIOPA εκτιμά ότι η απουσία εναρμονισμένων υποδειγμάτων αναφοράς των οφελών διαφοροποίησης έχει ως αποτέλεσμα την παροχή στις αρχές εποπτείας του ομίλου πληροφοριών που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς την ποιότητα και το επίπεδο λεπτομέρειας.
Δεν υπάρχει, πάντως, μια ενιαία προσέγγιση όσον αφορά την αξιολόγηση των οφελών διαφοροποίησης, η οποία θα πρέπει να προσαρμόζεται στον κίνδυνο, τη φύση και την πολυπλοκότητα κάθε ομίλου. Επομένως, ορισμένες ΕΕΑ εκτιμούν ότι η πλήρως τυποποιημένη αναφορά και δημοσιοποίηση των οφελών διαφοροποίησης δεν επιτρέπει την κατάλληλη αποτύπωση της ειδικής κατάστασης κάθε ομίλου.
V.Άλλα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 242 παράγραφος 2 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ, τα οποία δεν σχετίζονται με την εποπτεία ομίλου.
α.
Διαμεσολάβηση της EIOPA σε διαφορές στον τομέα της εποπτείας
Ως το τέλος του 2018, δεν είχε υποβληθεί κανένα αίτημα για δεσμευτική διαμεσολάβηση. Κάποιες ΕΕΑ προσέγγισαν την EIOPA αιτούμενες μη δεσμευτική διαμεσολάβηση σε σχέση με διασυνοριακά ζητήματα. Η EIOPA δημοσίευσε την πρώτη της γνωμοδότηση σε επίπεδο μη δεσμευτικής διαμεσολάβησης τον Ιούνιο του 2018.
β.
Συστήματα εγγύησης των ασφαλίσεων (εφεξής «ΣΕΑ»)
Η κατάσταση στην Ευρώπη όσον αφορά τα ΣΕΑ είναι κατακερματισμένη. Ενώ κάποιες χώρες διαθέτουν περισσότερα από ένα ΣΕΑ, άλλες δεν διαθέτουν κανένα. Ουσιαστικές διαφορές εντοπίζονται επίσης σε σχέση με τις καλυπτόμενες κατηγορίες δραστηριοτήτων, το επίπεδο κάλυψης, το πεδίο εφαρμογής, τις πηγές χρηματοδότησης, τον ρόλο του ΣΕΑ, τη βάση υπολογισμού των συνεισφορών των συμμετεχόντων στην αγορά, και την ικανότητα του ΣΕΑ να συγκεντρώνει πρόσθετα χρηματοδοτικά κονδύλια σε περίπτωση ελλείψεων.
VI.Συμπέρασμα
Συνολικά, το πλαίσιο προληπτικής εποπτείας ομίλου αποδεικνύεται ότι είναι άρτιο, ότι δίδει έμφαση στη διαχείριση και τη διακυβέρνηση των κεφαλαίων, και ότι επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση και παρακολούθηση των κινδύνων σε επίπεδο ομίλου. Ορισμένοι τομείς του πλαισίου ενδέχεται, πάντως, να μην διασφαλίζουν την εναρμονισμένη εφαρμογή των κανόνων από τους ομίλους και τις ΕΕΑ, με δυνητικές επιπτώσεις στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού και στις στρατηγικές διαχείρισης κεφαλαίων.
Το κεφάλαιο ΙΙ καταδεικνύει ότι οι αποκλίνοντες τρόποι εφαρμογής της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ για την εποπτεία ομίλου είναι ενδεχομένως επιζήμιοι για την προστασία των αντισυμβαλλόμενων, αναλόγως του τρόπου με τον οποίο οι ΕΕΑ καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας και ασκούν εποπτεία στο επίπεδο των μητρικών εταιρειών χαρτοφυλακίου. Επισημαίνει ακόμη τη σημασία της διασφάλισης κατάλληλης εποπτείας ομίλων των οποίων η μητρική εταιρεία έχει έδρα σε τρίτη χώρα. Επιπλέον, υπό το πρίσμα των μεγάλων διαφορών ανάμεσα στις εποπτικές εξουσίες των διαφόρων ΕΕΑ, επιβάλλεται η αξιολόγηση της καταλληλότητας των εξουσιών έγκαιρης επέμβασης που προβλέπονται στην οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ.
Το κεφάλαιο ΙΙΙ επισημαίνει διάφορες νομικές αβεβαιότητες και εποπτικές πρακτικές που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη φερεγγυότητα του ομίλου. Αφορούν τόσο τα ίδια κεφάλαια του ομίλου όσο και τις ΚΑΦ και τις ΕΚΑ του ομίλου. Η χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων ομίλου μπορεί να εγείρει πρόσθετα ζητήματα. Πρώτον, διαφορετική εφαρμογή του ίδιου εσωτερικού υποδείγματος σε επίπεδο μεμονωμένης επιχείρησης και σε επίπεδο ομίλου για βασικές πτυχές, όπως η δυναμική προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας η οποία μπορεί να επηρεάσει τη διαχείριση κινδύνου του ομίλου. Επιπλέον, η χρήση μερικού εσωτερικού υποδείγματος από έναν όμιλο θα μπορούσε να προκαλέσει ρυθμιστικό αρμπιτράζ όσον αφορά τον τρόπο ενσωμάτωσης στη φερεγγυότητα του ομίλου των οντοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του υποδείγματος.
Το κεφάλαιο IV παρουσιάζει το μεγάλο περιθώριο ερμηνειών που μπορούν να δοθούν στις διατάξεις για τη διακυβέρνηση ομίλου, οι οποίες ορίζονται γενικώς στην οδηγία Φερεγγυότητα ΙΙ ως εφαρμογή των απαιτήσεων που εφαρμόζονται στις μεμονωμένες επιχειρήσεις, τηρουμένων των αναλογιών. Το εν λόγω κεφάλαιο παραθέτει ακόμη κάποιους λόγους για τους οποίους το καθεστώς ΚΔΚ δεν εφαρμόζεται επί του παρόντος από κανέναν όμιλο. Όσον αφορά τις απαιτήσεις του πυλώνα ΙΙΙ, η EIOPA και οι ΕΕΑ εκτιμούν ότι δεν υπάρχει επαρκής σαφήνεια και πληρότητα στον ορισμό και το πεδίο εφαρμογής των εντός του ομίλου συναλλαγών που πρέπει να αναφέρονται. Ωστόσο, οι απόψεις μεταξύ των αρχών εποπτείας διίστανται όσον αφορά το κατάλληλο επίπεδο εναρμόνισης της αναφοράς των εντός ομίλου συναλλαγών και των συγκεντρώσεων κινδύνων, καθώς και της ποσοτικοποίησης των αποτελεσμάτων διαφοροποίησης.
Τέλος, το ιδιαίτερα κατακερματισμένο τοπίο στην Ευρώπη όσον αφορά τα ΣΕΑ, όπως καταδεικνύεται στο κεφάλαιο V, μπορεί να επηρεάσει την προστασία των αντισυμβαλλόμενων, όπως φαίνεται από αρκετές πρόσφατες περιπτώσεις αστοχίας ασφαλιστών που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο. Η EIOPA διερευνά επί του παρόντος περαιτέρω την ανάγκη ενδεχόμενης λήψης πρόσθετων μέτρων προς την κατεύθυνση της εναρμόνισης των ΣΕΑ, σε συνέχεια του εγγράφου προβληματισμού που δημοσίευσε το 2018.
Σύμφωνα με το άρθρο 242 παράγραφος 2 της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ, η έκθεση της Επιτροπής δύναται να συνοδεύεται από νομοθετικές προτάσεις. Η παρούσα έκθεση εντόπισε ορισμένα σημαντικά ζητήματα τα οποία ίσως χρήζουν αντιμετώπισης, δυνητικά και μέσω νομοθετικών αλλαγών, μεταξύ άλλων. Ωστόσο, χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση των επιπτώσεων των εν λόγω δυνητικών αλλαγών στους κανόνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να συμπεριλάβει την εποπτεία σε επίπεδο ομίλου στο πεδίο επανεξέτασης της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ το 2020. Η Επιτροπή έχει καλέσει την EIOPA να παράσχει έως τις 30 Ιουνίου 2020 τεχνικές συμβουλές σχετικά με τα ζητήματα που επισημάνθηκαν στην παρούσα έκθεση, καθώς και σχετικά με άλλα ζητήματα που είναι ενδεχομένως επιζήμια για την προστασία των αντισυμβαλλόμενων, στο πλαίσιο της επανεξέτασης της οδηγίας Φερεγγυότητα ΙΙ το 2020.