ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 4.2.2016
COM(2016) 46 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Αποτίμηση της αποτελεσματικότητας του υπάρχοντος συστήματος ευρωπαϊκών δημόσιων χρηματοδοτικών οργανισμών για την προώθηση των επενδύσεων στην Ευρώπη και στις γειτονικές χώρες
{SWD(2016) 22 final}
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στις 16 Νοεμβρίου 2011 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την απόφαση αριθ. 1219/2011/ΕΕ σχετικά με την εγγραφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για την απόκτηση νέων μεριδίων στο μετοχικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (ΕΤΑΑ).
Η παρούσα έκθεση ανταποκρίνεται στην έκκληση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 8 της απόφασης να υποβάλει η Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως τα τέλη του 2015, έκθεση στην οποία θα αποτιμά την αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος συστήματος ευρωπαϊκών δημόσιων χρηματοδοτικών οργανισμών που προωθούν τις επενδύσεις στην Ευρώπη και στις γειτονικές χώρες και η οποία θα περιλαμβάνει συστάσεις για τη συνεργασία μεταξύ των αντίστοιχων τραπεζών και τη βελτιστοποίηση και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων τους.
Η Επιτροπή στηρίζει ενεργά τις ευρωπαϊκές και τις γειτονικές χώρες μέσω ενός ευρέος φάσματος χρηματοδοτικών προγραμμάτων και μέσων, τα οποία διοχετεύονται επίσης μέσω των διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών (ΔΧΟ). Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ΕΤΑΑ και ο όμιλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), ο οποίος αποτελείται από την ΕΤΕπ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΕ). Η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, του ομίλου της ΕΤΕπ και της ΕΤΑΑ διέπεται από το μνημόνιο συναντίληψης για τις δραστηριότητες εκτός της ΕΕ (το αποκαλούμενο «τριμερές μνημόνιο συναντίληψης» που υπογράφηκε το 2011 και αναθεωρήθηκε το 2013).
2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Η ανάλυση καλύπτει την περίοδο 2010-2014 και επικεντρώνεται στις χώρες της ΕΕ στις οποίες δραστηριοποιείται η ΕΤΑΑ και στην Ευρωπαϊκή Γειτονία («η Περιοχή»), που για τους σκοπούς της παρούσας έκθεσης χωρίζονται στις ακόλουθες διακριτές γεωγραφικές περιοχές: κράτη μέλη της ΕΕ της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΕΕ-11)· Νότια και Ανατολική Μεσόγειος· Νοτιοανατολική Ευρώπη· Ανατολική Ευρώπη και Καύκασος· Κεντρική Ασία· Ρωσία και Τουρκία.
Σε ολόκληρη την Περιοχή, ο όμιλος της ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ είναι μακράν οι πλέον δραστήριοι ΔΧΟ και, ως εκ τούτου, τα συμπεράσματα και οι συστάσεις βασίζονται σε ενδελεχή ανάλυση των δύο αυτών ΔΧΟ και στην αξιολόγηση της συνεργασίας τους. Μια γενικότερη αξιολόγηση, που παρουσιάζεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (SWD) που υποβάλλεται μαζί με την παρούσα έκθεση, πραγματοποιήθηκε επίσης για άλλους ΔΧΟ οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Περιοχή και στους οποίους περιλαμβάνονται: ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων του Διεθνούς Οργανισμού Χρηματοδότησης (ΔΟΧ) και της Διεθνούς Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΔΤΑΑ) που είναι θυγατρικές του, η Εμπορική και Αναπτυξιακή Τράπεζα του Ευξείνου Πόντου (ΕΑΤΕΠ), ο γερμανικός οργανισμός KfW Entwicklungsbank (KfW) και ο γαλλικός οργανισμός Agence Française de Développement (AFD), η Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΤΑΣΕ) και η Bank Gospodarstwa Krajowego (BGK).
Κατά την κατάρτιση της έκθεσης, η Επιτροπή επικουρήθηκε από εξωτερικό σύμβουλο για τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων. Κατά τη διαδικασία αυτή χρησιμοποιήθηκαν τέσσερα διαφορετικά επιχειρησιακά εργαλεία: έρευνα τεκμηρίωσης και ανάλυση της σχετικής βιβλιογραφίας, συνεντεύξεις με ενδιαφερόμενα μέρη, ανάλυση βάσης δεδομένων και ανάλυση περιπτωσιολογικών μελετών.
3. ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΤΗΣ ΕΤΕπ
Οι δύο ΔΧO έχουν διαφορετικούς μετόχους, χωριστές εντολές και ιδιαίτερα επιχειρηματικά μοντέλα. Οι διαφορές αυτές παρέχουν στους δύο ΔΧΟ τα ιδιαίτερά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία τους επιτρέπουν να μεγιστοποιήσουν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της αντίστοιχης δημόσιας χρηματοδότησής τους, με αποτέλεσμα να επωφελούνται και οι οικονομίες στην Περιοχή.
Όσον αφορά τους μετόχους των ΔΧΟ, η ΕΤΑΑ είναι πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης, με μετόχους τα κράτη μέλη της ΕΕ, την ίδια η ΕΕ και την ΕΤΕπ, καθώς και ορισμένες τρίτες χώρες. Οι χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται περιλαμβάνουν τόσο χώρες της ΕΕ όσο και τρίτες χώρες. Ως μέλος της ΕΤΑΑ, η ΕΕ εκπροσωπείται από την Επιτροπή με έδρα στο συμβούλιο των διοικητών και στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΑΑ. Η ΕΤΕπ εκπροσωπείται επίσης στην ΕΤΑΑ από έναν διοικητή και έναν εκτελεστικό διευθυντή στο διοικητικό συμβούλιο. Η ΕΕ, η ΕΤΕπ και τα κράτη μέλη διαθέτουν συνολικό μετοχικό μερίδιο 63 %. Επιπλέον, η ΕΕ είναι ένας από τους μεγαλύτερους δωρητές μη επιστρεπτέων ενισχύσεων στην ΕΤΑΑ για τεχνική συνεργασία, επιχορηγήσεις επενδύσεων, μηχανισμούς χρηματοδότησης με επιμερισμό των κινδύνων, αμοιβές απόδοσης και προνομιακή χρηματοδότηση. Το 2014 η ΕΕ συνεισέφερε 105 εκατομμύρια ευρώ στην ΕΤΑΑ (που αντιπροσωπεύουν το 31 % των εισπραχθέντων κεφαλαίων δωρητών).
Οι μέτοχοι της ΕΤΕπ είναι τα 28 κράτη μέλη και οι μέτοχοι του ΕΤΕ είναι η ΕΤΕπ (63,7 %), η ΕΕ (24,3 %) και 26 δημόσιοι και ιδιωτικοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί (12 %). Η Επιτροπή είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΤΕπ και του ΕΤΕ.
Όσον αφορά τις εντολές των ΔΧΟ, με τη συμφωνία για τα βασικά έγγραφα της ΕΤΑΑ (καταστατικό της ΕΤΑΑ) συστήνεται ο οργανισμός και καθορίζονται τα προνόμια και οι ασυλίες του. Η εντολή της ΕΤΑΑ είναι να «ευνοεί τη μετάβαση προς την οικονομία της αγοράς και να ενθαρρύνει την ιδιωτική και επιχειρηματική πρωτοβουλία» σε όλες τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, της Κεντρικής Ασίας και, πιο πρόσφατα, της περιοχής της Νότιας και Ανατολικής Μεσογείου. Η ΕΤΑΑ αναλαμβάνει δράση σε χώρες που έχουν δεσμευτεί να τηρούν τις αρχές της πολυκομματικής δημοκρατίας, του πλουραλισμού και της οικονομίας της αγοράς, ενώ συμβάλλει επίσης στον στόχο για την ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Μολονότι η ΕΤΑΑ δεν έχει συγκεκριμένη εντολή να εκτελεί τις πολιτικές της ΕΕ, όπως συμβαίνει με την ΕΤΕπ, λειτουργεί με γνώμονα τις πολιτικές της ΕΕ τις οποίες και επιδιώκει να προωθήσει στις πράξεις της (π.χ. στο πλαίσιο των περιβαλλοντικών και κοινωνικών πολιτικών, όπου αποτελούν ειδικά σημεία αναφοράς τα πρότυπα της ΕΕ). Η εντολή της ΕΤΑΑ όσον αφορά τη μεταβατική διαδικασία αποτελεί ένα ακόμη σημείο διαφοροποίησης, καθώς η ΕΤΑΑ εργάζεται ενεργά με τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται στον τομέα των πολιτικών μεταρρυθμίσεων, με στόχο τη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού κλίματος και την προώθηση ανταγωνιστικών και κατάλληλα ρυθμιζόμενων αγορών που θα προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια.
Η ΕΤΕπ είναι χρηματοδοτικός οργανισμός της ΕΕ που ιδρύθηκε με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεωρείται επίσης πολυμερής τράπεζα ανάπτυξης (ΠΤΑ). Σύμφωνα με το καταστατικό της, η ΕΤΕπ έχει σαφή εντολή να στηρίζει την επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ. Χρησιμοποιεί τις χρηματοδοτικές της πράξεις για την επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της κοινωνικής συνοχής. Πάνω από το 90 % της δραστηριότητάς της επικεντρώνεται στους εσωτερικούς στόχους της ΕΕ, αλλά στηρίζει επίσης τις πολιτικές της ΕΕ στο εξωτερικό και τις αναπτυξιακές πολιτικές της. Εκτός της ΕΕ, η ΕΤΕπ λειτουργεί βάσει ειδικών εντολών από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή αναλαμβάνοντας η ίδια τον κίνδυνο σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού της. Εντός του ομίλου της ΕΤΕπ, το ΕΤΕ αποτελεί τον εξειδικευμένο πάροχο κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) σε ολόκληρη την ΕΕ και τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες.
Το άρθρο 19 του καταστατικού της ΕΤΕπ ορίζει ότι όλες οι αιτήσεις χρηματοδότησης με ίδιους πόρους της ΕΤΕπ υποβάλλονται στην Επιτροπή για γνωμοδότηση πριν υποβληθούν για έγκριση στο συμβούλιο των διοικητών της ΕΤΕπ. Το 1975 η Επιτροπή δημιούργησε το «Groupe Interservice BEI» (GIB) μέσω του οποίου καταρτίζει συλλογική γνωμοδότηση σχετικά με τη συμμόρφωση των αιτήσεων χρηματοδότησης από την ΕΤΕπ με τους κανόνες και τις πολιτικές της ΕΕ. Αυτό παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκεί έντονη και τυπική επιρροή επί των δραστηριοτήτων της ΕΤΕπ σε αρχικό στάδιο της προετοιμασίας των έργων. Όσον αφορά την ΕΤΑΑ, διοργανώνονται άτυπες συνεδριάσεις συντονισμού μεταξύ του διευθυντή που εκπροσωπεί την ΕΕ και των διευθυντών που εκπροσωπούν την ΕΤΕπ και τα κράτη μέλη της ΕΕ, προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του συνολικού μετοχικού μεριδίου 63 % των κρατών μελών της ΕΕ, της ΕΤΕπ και της ΕΕ, και να συμφωνηθεί ενιαία θέση στο συμβούλιο των διοικητών. Επιπλέον, ο επίσημος συντονισμός σχετικά με πιο στρατηγικά θέματα πραγματοποιείται στις συνεδριάσεις της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής (ΟΔΕ) στις Βρυξέλλες. Η Επιτροπή δεν ασκεί στα έργα της ΕΤΑΑ, σε πρώιμο στάδιο της προετοιμασίας τους, επίσημη επιρροή παρόμοια με εκείνη που προβλέπεται για τα έργα της ΕΤΕπ μέσω της διαδικασίας του άρθρου 19.
Ως θυγατρική της ΕΤΕπ και μέρος του ομίλου της ΕΤΕπ, το ΕΤΕ είναι χρηματοδοτικός οργανισμός της ΕΕ που παρέχει χρηματοδότηση επιχειρηματικού κινδύνου για τις ΜΜΕ και προάγει την εφαρμογή των πολιτικών της ΕΕ στους τομείς της επιχειρηματικότητας, της τεχνολογίας, της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης. Το ΕΤΕ λειτουργεί βάσει ειδικών εντολών από τα όργανα της ΕΕ, την ΕΤΕπ, τα κράτη μέλη της ΕΕ και άλλα τρίτα μέρη ή αναλαμβάνοντας το ίδιο τον κίνδυνο.
Επιπλέον, η ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ έχουν διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα. Το επιχειρηματικό μοντέλο της ΕΤΑΑ βασίζεται στην αξιολόγηση του αντικτύπου της διαδικασίας μετάβασης, καθώς και στις αρχές της υγιούς τραπεζικής και της προσθετικότητας των έργων της ΕΤΑΑ, στην περιβαλλοντικά ορθή και βιώσιμη ανάπτυξη, στην ικανότητα μεγαλύτερης αλλά συνετής ανάληψης κινδύνων, στη μόχλευση πρόσθετης χρηματοδότησης από τον ιδιωτικό τομέα και στην ισχυρή επιτόπια παρουσία σε καθεμία από τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται. Επιπλέον, η ΕΤΑΑ συνεργάζεται με τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται μέσω του πολιτικού διαλόγου και της εφαρμογής των προϋποθέσεων.
Σε σύγκριση με την ΕΤΑΑ, το επιχειρηματικό μοντέλο της ΕΤΕπ, μολονότι εδράζεται επίσης σε υγιείς τραπεζικές αρχές, βασίζεται κατά κύριο λόγο σε μεθοδολογία τριών πυλώνων για την εκτίμηση της προστιθέμενης αξίας των πράξεών της και του τρόπου με τον οποίο αυτές συμβάλλουν στην ισόρροπη ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, με τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, στον βαθμό που δεν υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση από άλλες πηγές με λογικούς όρους. Τα έργα πρέπει να συνάδουν με τις πολιτικές της ΕΕ, να στηρίζουν τους στόχους προτεραιότητας της ΕΕ και τον διάλογο με τις χώρες εταίρους εκτός της ΕΕ, και να υποβάλλονται σε τεχνική, οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική εκτίμηση της χρηματοδοτικής και μη χρηματοδοτικής συμβολής της ΕΤΕπ.
Με βάση τις διαφορετικές εντολές της ΕΤΑΑ και του ομίλου της ΕΤΕπ, οι δύο οργανισμοί ακολουθούν διαφορετικές πολιτικές τιμολόγησης για τη χρηματοδότηση των πράξεών τους. Ειδικότερα:
Η ΕΤΑΑ χρηματοδοτεί έργα όταν ο δικαιούχος δεν είναι σε θέση να αντλήσει από άλλες πηγές επαρκή χρηματοδότηση με όρους και προϋποθέσεις που η ΕΤΑΑ κρίνει εύλογους, σύμφωνα με τις τρεις αρχές της υγιούς τραπεζικής, του αντικτύπου της διαδικασίας μετάβασης και της προσθετικότητας. Η ΕΤΑΑ, στο πλαίσιο της εντολής της να στηρίζει τις οικονομίες της αγοράς, όταν χορηγεί δάνειο ή συμμετέχει στην πώληση τίτλων, χρεώνει περιθώριο και/ή τέλος το οποίο είναι ανάλογο προς τον κίνδυνο που αναλαμβάνει, αντικατοπτρίζει τις συνθήκες της αγοράς και επιτρέπει κάποια οικονομική απόδοση («πολιτική τιμολόγησης βάσει της αγοράς»).
Η ΕΤΕπ παρέχει δάνεια ή εγγυήσεις όταν η εκτέλεση της επένδυσης συντελεί στην αύξηση της οικονομικής παραγωγικότητας εν γένει και ευνοεί την πραγματοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια από άλλες πηγές με λογικούς όρους. Η πολιτική τιμολόγησης βασίζεται στην έννοια της τιμολόγησης κινδύνου τεχνικώς και οικονομικώς βιώσιμων έργων, η οποία καλύπτει τις δαπάνες που συνδέονται με έργα σε μη κερδοσκοπική βάση και την κανονιστική απαίτηση να δημιουργούνται αποθεματικά κεφάλαια. Η τιμολόγηση κινδύνου είναι ατομική για κάθε έργο («πολιτική τιμολόγησης βάσει κινδύνου»).
Αυτά τα συμπληρωματικά επιχειρηματικά μοντέλα συνεπάγονται επίσης διαφορές στους ισολογισμούς των δύο τραπεζών. Όπως φαίνεται κατωτέρω, η ΕΤΕπ λειτουργεί με μεγαλύτερη μόχλευση και μεγαλύτερο όγκο δανειοδότησης από την ΕΤΑΑ (επισημαίνεται ότι τα κατωτέρω αριθμητικά στοιχεία αφορούν τους συνολικούς ισολογισμούς των δύο τραπεζών).
Διάγραμμα 1: Υπογραφές δανείων και μόχλευση της ΕΤΕπ και της ΕΤΑΑ
Όσον αφορά την εξέταση των αιτημάτων για τη χορήγηση δανείου από τους δύο ΔΧΟ, η ΕΤΑΑ δίδει πολύ μεγάλη έμφαση στην άμεση δανειοδότηση (86 % των αναλήψεων υποχρεώσεων, 45 δισ. ευρώ σε απόλυτες τιμές). Ο όμιλος της ΕΤΕπ χρηματοδοτεί επίσης τις περισσότερες από τις πράξεις του με άμεσο τρόπο (72 % των αναλήψεων υποχρεώσεων, 67 δισ. ευρώ σε απόλυτες τιμές). Επιπλέον, μπορεί να τονιστεί ότι η άμεση δανειοδότηση της ΕΤΕπ εστιάζεται σε μεγάλα έργα με γνωστούς και φερέγγυους εταίρους.
Το ύψος των δανείων είναι ένα στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί το μοντέλο δανειοδότησης της ΕΤΕπ από εκείνο της ΕΤΑΑ. Για την περίοδο 2010-2014 το μέσο ύψος των δανείων της ΕΤΑΑ ανήλθε σε 19 εκατ. ευρώ ανά πράξη, ενώ για την ΕΤΕπ ανήλθε σε 66 εκατ. ευρώ ανά πράξη.
Όσον αφορά την περιφερειακή κατανομή (συνολικά για την υπό εξέταση περίοδο), η δανειοδότηση της ΕΤΑΑ σε χώρες εκτός ΕΕ ανήλθε σε 34,1 δισ. ευρώ στην Περιοχή και σε 9,6 δισ. ευρώ στην ΕΕ-11, ενώ οι χρηματοδοτήσεις από τον όμιλο της ΕΤΕπ ανήλθαν σε 27 δισ. ευρώ σε χώρες εκτός ΕΕ της Περιοχής και σε 49,4 δισ. ευρώ στην ΕΕ-11. Η σχετική σημασία της ΕΕ-11 και των χωρών εκτός ΕΕ στο σύνολο των υπογραφέντων δανείων των δύο τραπεζών στην Περιοχή εμφαίνεται στο ακόλουθο διάγραμμα:
Διάγραμμα 2: Σύνολο των υπογραφέντων δανείων του ομίλου της ΕΤΕπ και της ΕΤΑΑ στην Περιοχή
4. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ
Προκειμένου να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του υφιστάμενου συστήματος των ΔΧΟ για την προώθηση επενδύσεων στην περιοχή, αναλύθηκαν οι ακόλουθοι τομείς (λεπτομερέστερη ανάλυση παρουσιάζεται στο συνημμένο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής).
Αποτελεσματικότητα ως προς την κάλυψη των αναγκών της αγοράς: η ανάλυση έδειξε ότι ο όμιλος της ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ έχουν αναπτύξει σειρά διαφορετικών χρηματοδοτικών μέσων και τεχνική βοήθεια που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα αναγκών της αγοράς. Ωστόσο, ορισμένοι παράγοντες περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των πράξεών τους, όπως επισημάνθηκε κατά τη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως, για παράδειγμα, η ανεπαρκής ανάπτυξη του κανονιστικού πλαισίου στις χώρες δραστηριοποίησης ή το γεγονός ότι κοινά χρηματοδοτικά μέσα δεν έχουν κατορθώσει να παράσχουν επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου λόγω της πρόσθετης περιπλοκότητας σε σύγκριση με τα δάνεια μέσω τρίτων.
Λοιπές επιπτώσεις: Οι θετικές εξωγενείς επιδράσεις που ανακύπτουν από τις πράξεις των δύο οργανισμών μπορούν να θεωρηθούν ως πολύ σημαντικό στοιχείο για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεών τους. Αυτές οι θετικές εξωγενείς επιδράσεις αποτελούν, συνεπώς, μέρος της λογικής που διέπει τις παρεμβάσεις των ΔΧΟ. Διακρίνονται ποικίλες μορφές θετικών επιπτώσεων των πράξεων των δύο οργανισμών, και ιδίως:
oΧρηματοπιστωτικές επιπτώσεις (μεταξύ των οποίων και αποτελέσματα επίδειξης) που έχουν και οι δύο ΔΧΟ στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ιδίως μέσω της διάρθρωσης νέων προϊόντων και του εντοπισμού νέων τύπων δικαιούχων. Οι χρηματοπιστωτικές επιπτώσεις επιτυγχάνονται επίσης μέσω της στήριξης των ανοικτών χρηματοπιστωτικών αγορών για τους ιδιώτες επενδυτές και την ανάπτυξη οικονομιών της αγοράς, τη στήριξη των εγχώριων αγορών κεφαλαίων και την προώθηση διεθνών χρηματοπιστωτικών προτύπων και προτύπων σχετικών με τους κινδύνους.
oΟικονομικές επιπτώσεις, όπως η τόνωση της απασχόλησης, ο αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων ή η προώθηση των διεθνών τεχνικών προτύπων.
oΚοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις και επιπτώσεις από πλευράς διακυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, οι τομεακές μεταρρυθμίσεις και ο πολιτικός διάλογος, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στο νομικό και κανονιστικό πλαίσιο· η εταιρική διακυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της αντιμετώπισης των παράνομων ροών κεφαλαίων και της ενδεχομένης φοροδιαφυγής· οι κοινωνικές επιδόσεις· η αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος και η ενεργειακή απόδοση· και η βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος.
Μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης: Από την ανάλυση των στοιχείων προέκυψε ότι ο όμιλος της ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ κατορθώνουν να μοχλεύσουν χρηματοδότηση από τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, η επιτυχία τους στη μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης ποικίλλει μεταξύ των τομέων, των χωρών και των παρεχόμενων τύπων χρηματοδοτικών προϊόντων και μέσων.
Στην ανάλυση εξετάστηκε επίσης η σχέση μεταξύ των δύο τραπεζών όσον αφορά τη συνεργασία τους. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η ανάλυση έδειξε πως υπάρχει ορισμένη μορφή ανταλλαγής πληροφοριών, συντονισμού ή συνεργασίας μεταξύ της ΕΤΕπ και της ΕΤΑΑ σχεδόν σε όλες τις πράξεις. Τούτο μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι υπάρχει ένα πολύ πυκνό δίκτυο επίσημων και ανεπίσημων επαφών μεταξύ τους σε όλα τα επίπεδα, από το τεχνικό προσωπικό έως τα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Εξάλλου, οι δύο οργανισμοί καταβάλλουν επίσης κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποφεύγεται η επικάλυψη των εργασιών, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης των έργων και δέουσας επιμέλειας, τις διαπραγματεύσεις, τη χρηματοδότηση και την παρακολούθηση των συγχρηματοδοτούμενων πράξεων. Κατά την ανάλυση εντοπίστηκε επίσης σειρά επίσημων και ανεπίσημων μηχανισμών αμοιβαίας εμπιστοσύνης που καθιστούν δυνατόν τον συντονισμό των δράσεων μεταξύ της ΕΤΑΑ και του ομίλου της ΕΤΕπ, ιδίως όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με έργα και πελάτες, την κοινή παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων.
Επιπλέον, από την ανάλυση προέκυψε αύξηση του όγκου των συγχρηματοδοτούμενων πράξεων στους τομείς στους οποίους έχουν εντοπιστεί σχεδόν τέλειες συνέργειες (δημοτικές και περιβαλλοντικές υποδομές, ενέργεια και μεταφορές). Η Επιτροπή διαδραματίζει ρόλο στη διευκόλυνση της επικοινωνίας και του συντονισμού μεταξύ της ΕΤΕπ, της ΕΤΑΑ και των ομότιμων οργανισμών. Ο ρόλος αυτός θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω, μεταξύ άλλων με τη διερεύνηση της δυνατότητας για στενότερη συμμετοχή της ΕΤΑΑ στην εφαρμογή των χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ χρηματοδοτικών μέσων, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται, π.χ. στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης. Ωστόσο, η συγχρηματοδότηση ή η συνεπένδυση δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτοσκοπός και δεν θα πρέπει να επιβάλλεται σε περιπτώσεις στις οποίες το μέγεθος της πράξης είναι πάρα πολύ μικρό ή στις οποίες ενδέχεται να παραγκωνίζεται η ιδιωτική χρηματοδότηση, ούτε σε περιπτώσεις στις οποίες τα αναγκαία χρηματοδοτικά προϊόντα δεν είναι κατάλληλα για παροχή από περισσότερους του ενός ΔΧΟ ή στις οποίες οι στόχοι πολιτικής των ΔΧΟ δεν είναι απολύτως ευθυγραμμισμένοι.
Όσον αφορά τη συμπληρωματικότητα και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, κατά την ανάλυση εξετάστηκαν οι ακόλουθες πτυχές: η γεωγραφική εστίαση, η τομεακή κάλυψη, η φύση των δικαιούχων και η προσφορά χρηματοδοτικών προϊόντων. Η ανάλυση έδειξε ότι οι ΔΧΟ καθώς και οι λοιποί ΔΧΟ είναι ενήμεροι για τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα —ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, τους τύπους των χρηματοδοτικών προϊόντων και τα χαρακτηριστικά των περιφερειακών και εθνικών αγορών— και ότι τα λαμβάνουν υπόψη κατά την εξέταση πιθανών πράξεων και για τον προσδιορισμό των δυνατοτήτων συνεργασίας.
5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ
Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, η Επιτροπή πιστεύει ότι το υφιστάμενο σύστημα ευρωπαϊκών δημόσιων χρηματοδοτικών οργανισμών είναι αποτελεσματικό όσον αφορά την προώθηση επενδύσεων στην Ευρώπη και στις γειτονικές χώρες: εξυπηρετείται ένα ευρύ φάσμα αναγκών της αγοράς με σημαντικές θετικές επιπτώσεις, και συνοδεύεται από τις προσπάθειες των ΔΧΟ για τη μόχλευση ιδιωτικής χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι οι δύο οργανισμοί, η ΕΤΑΑ και ο όμιλος της ΕΤΕπ, έχουν διαφορετικές ικανότητες που απορρέουν από την ιδιαίτερη τεχνογνωσία τους, το επιχειρηματικό τους μοντέλο και την κεφαλαιακή τους διάρθρωση. Καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποφεύγεται η επικάλυψη των εργασιών, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης των έργων και δέουσας επιμέλειας, τις διαπραγματεύσεις, τη χρηματοδότηση και την παρακολούθηση των χρηματοδοτούμενων πράξεων. Επιπλέον, παρατηρήθηκε η ύπαρξη, σε θεσμικό επίπεδο, επίσημης ανταλλαγής πληροφοριών που προκύπτει από τακτικές επιχειρησιακές και θεσμικές συναντήσεις στο πλαίσιο του μνημονίου συναντίληψης.
Η ανάλυση κατέδειξε επίσης ότι η συγχρηματοδότηση από τους δύο οργανισμούς γίνεται ανά έργο και μέσω κοινών μηχανισμών ή ταμείων, όποτε αυτό είναι σκόπιμο από επενδυτική και πολιτική σκοπιά. Αυτό αφορά, ειδικότερα, τα μεγάλα έργα (π.χ. ενέργεια, μεταφορές και δημοτικές υποδομές), όπου το κόστος και οι κίνδυνοι της επένδυσης είναι υψηλοί και κάθε οργανισμός μπορεί να αξιοποιήσει τα δικά του συγκριτικά πλεονεκτήματα, καθώς και τις πράξεις στις οποίες οι στόχοι πολιτικής και τα συμφέροντα των δύο οργανισμών είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα (επιπλέον των έργων στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των δημοτικών υποδομών, μπορούν να αναφερθούν και έργα με επίκεντρο τις θετικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όπως τα έργα ενεργειακής απόδοσης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και πράξεις που στηρίζουν την ανάπτυξη των ΜΜΕ).
Σε γενικές γραμμές, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αμφότεροι οι ΔΧΟ έχουν επίγνωση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων τους, όσον αφορά τις αντίστοιχες εντολές τους, τα μοντέλα δανεισμού τους και τις πολιτικές τιμολόγησής τους, και γενικά κάνουν καλή χρήση των εν λόγω συγκριτικών πλεονεκτημάτων.
Παρά τα γενικά θετικά συμπεράσματα, η Επιτροπή διατυπώνει τις ακόλουθες συστάσεις (το σχετικό σκεπτικό παρατίθεται στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής), προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων των ΔΧΟ.
Σύσταση 1
Παρά το γεγονός ότι υπάρχει ήδη στενός διοργανικός διάλογος υψηλού επιπέδου στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών μέσων της ΕΕ
, η ΕΤΑΑ και ο όμιλος της ΕΤΕπ θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τη συνεργασία σε επιχειρησιακό επίπεδο. Οι δύο ΔΧΟ θα πρέπει να αναπτύξουν περαιτέρω τις υφιστάμενες συνέργειες μεταξύ των εντολών, των επιχειρηματικών μοντέλων και των επακόλουθων συγκριτικών πλεονεκτημάτων τους, προκειμένου να ενταθεί η συνεργασία τους, ιδίως όταν χρησιμοποιούν πόρους της ΕΕ στα πλαίσια συνδυασμού χρηματοδοτικών μέσων. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, οι ΔΧΟ θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο της χρήσης πιο τυποποιημένης ή συστηματικής προσέγγισης και να ελαχιστοποιήσουν τη δημιουργία ειδικών μέσων. Στις περιπτώσεις όπου αποφασίζουν να συνεργαστούν με την Επιτροπή και/ή τις διαχειριστικές αρχές διαφόρων κρατών μελών [συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης χρήσης των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων 2014-2020 (ΕΔΕΤ)
], θα πρέπει κατά προτίμηση να χρησιμοποιούν την υφιστάμενη δομή των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής της ΕΕ και/ή των χρηματοδοτικών μέσων στο πλαίσιο των ΕΔΕΤ, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, και των αποκαλούμενων «έτοιμων προς χρήση» μέσων.
Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω ο πολιτικός αντίκτυπος και η μόχλευση, η Επιτροπή θα πρέπει να εξακολουθήσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση, τη δημιουργία και την εποπτεία των κοινών μηχανισμών/ταμείων, χωρίς απαραιτήτως να εμπλέκεται άμεσα στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων ή στη διαχείρισή τους. Ειδικότερα, η συμμετοχή της Επιτροπής στη δημιουργία κοινών μηχανισμών/ταμείων θα μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω με τη μικτή χρηματοδότηση σε συνδυασμό με επιχορηγήσεις της ΕΕ, ιδίως με στόχο τη βελτίωση της προστιθέμενης αξίας και την παροχή κινήτρων για τη συνεργασία των δύο ΔΧΟ, μολονότι ο όμιλος της ΕΤΕπ και η ΕΤΑΑ συνεργάζονται επίσης χωρίς να συμμετέχουν ταμεία της ΕΕ.
Επιπλέον, όταν χρησιμοποιούν ταμεία της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων των ΕΔΕΤ), οι δύο ΔΧΟ θα πρέπει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, να βασίζονται στις ήδη υφιστάμενες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων σε επίπεδο έργου, συμπεριλαμβανομένων της χρηματοδοτικής και διοικητικής συμφωνίας-πλαισίου που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και του ομίλου της ΕΤΕπ και της διοικητικής συμφωνίας-πλαισίου μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΤΑΑ, κατά την εκπλήρωση των σχετικών απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων για την ΕΕ ή/και τα ΕΔΕΤ. Στο πλαίσιο αυτό, ο διοικητικός φόρτος τυχόν νέων απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικίνητρο για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις χρηματοδοτικές πράξεις των ΔΧΟ.
Παράλληλα, ορισμένα οικονομικά αποτελέσματα δεν καλύπτονται από τα τρέχοντα συστήματα υποβολής εκθέσεων των ΔΧΟ, όπως συμβαίνει με την ΕΤΑΑ όσον αφορά τις επιπτώσεις στην απασχόληση. Τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο για περαιτέρω εναρμόνιση των προσεγγίσεων περί υποβολής εκθέσεων μεταξύ της Επιτροπής και των δύο ΔΧΟ, ιδίως όταν χρησιμοποιούν πόρους της ΕΕ. Επιπλέον, αμφότεροι οι ΔΧΟ θα πρέπει να βελτιώσουν και να εναρμονίσουν τον τρόπο με τον οποίο υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα μόχλευσης, καθώς κατά την ανάλυση εντοπίστηκαν αποκλίνουσες μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των αριθμητικών στοιχείων της μόχλευσης.
Σύσταση 2
Από την ανάλυση προέκυψε ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όπως η ανταλλαγή πληροφοριών κατά τις διαδικασίες αξιολόγησης, ο επιμερισμός της δέουσας επιμέλειας για από κοινού χρηματοδοτούμενα έργα, ένα συμφωνημένο πρωτόκολλο σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις για τα συγχρηματοδοτούμενα έργα και μια συναντίληψη πολλαπλών ΔΧΟ ως προς την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος. Ωστόσο, η αμοιβαία εμπιστοσύνη θα μπορούσε ίσως να ενισχυθεί περαιτέρω, ιδίως όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για κοινές συμβάσεις, τον συντονισμό και την ανταλλαγή των αξιολογήσεων της αγοράς, και (όπως αναφέρεται ανωτέρω) την περαιτέρω ευθυγράμμιση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων, ιδίως με τους στόχους της ΕΕ όταν χρησιμοποιούνται πόροι της ΕΕ. Εντούτοις, πρέπει να δοθεί δέουσα προσοχή στις διαφορές των οικείων εντολών και προτύπων πολιτικής, που ενδέχεται να περιορίζουν τον βαθμό στον οποίο ο κάθε οργανισμός μπορεί να εμπιστεύεται τον άλλον όσον αφορά τη δέουσα επιμέλεια και τη διενεργηθείσα αξιολόγηση.
Επιπλέον, στο θέμα ενδέχεται να υπεισέλθουν παράγοντες διαχείρισης των κινδύνων, λόγω των οποίων οι δύο οργανισμοί μπορεί να αναγκαστούν, ακόμη και σε περίπτωση συγχρηματοδότησης του ίδιου έργου, να εφαρμόσουν χωριστές διαδικασίες δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τις δικές τους διαδικασίες αξιολόγησης, προκειμένου να λάβουν την έγκριση των αντίστοιχων συμβουλίων τους. Ως εκ τούτου, η πλήρης αμοιβαία εμπιστοσύνη, και ιδίως η αναγνώριση των διαδικασιών ή των προτύπων, δεν φαίνεται να αποτελεί αυτοσκοπό.
Σύσταση 3
Υπό το πρίσμα των συνεχών προσπαθειών που καταβάλλουν οι οργανισμοί για να εξασφαλίζουν την προσθετικότητα —στην περίπτωση της ΕΤΕπ— ή τον αντίκτυπο της διαδικασίας μετάβασης —στην περίπτωση της ΕΤΑΑ—, την ποιότητα και την αρτιότητα των πράξεών τους, οι δύο ΔΧΟ θα πρέπει να αναπτύξουν περαιτέρω τόσο τα οικονομικά, όσο και τα μη οικονομικά κίνητρά τους, καθώς και τους βασικούς δείκτες επιδόσεων, ώστε να εξακολουθήσει να τονώνεται το ενδιαφέρον του προσωπικού τους για την επίτευξη των στόχων αυτών.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δανειοδοτικοί στόχοι της ΕΤΑΑ και του ομίλου της ΕΤΕπ από πλευράς όγκου θα πρέπει να συνοδεύονται από φιλόδοξους στόχους για την προσθετικότητα/τον αντίκτυπο της διαδικασίας μετάβασης, την ποιότητα και την αρτιότητα των πράξεων. Εν προκειμένω είναι επίσης σημαντικό η ΕΤΑΑ και ο όμιλος της ΕΤΕπ να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσέλκυση ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι δομές επιμερισμού των κινδύνων (όπως οι δευτερεύουσες οφειλές και οι οφειλές μειωμένης εξασφάλισης, τα ενδιάμεσα προϊόντα, οι εγγυήσεις, το μετοχικό κεφάλαιο, οι προνομιακές οφειλές με υψηλότερο προφίλ κινδύνου) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα και πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν μέρος των στρατηγικών αμφοτέρων των ΔΧΟ για την προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης. Εφόσον το επιτρέπουν οι περιστάσεις (όπως οι ανεπάρκειες της αγοράς ή οι ειδικοί διαπραγματευτές), οι συνδυαστικοί μηχανισμοί της ΕΕ θα μπορούσαν να συμβάλουν στην προετοιμασία του εδάφους για μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τον ιδιωτικό τομέα.
Επιπλέον, φαίνεται ότι είναι σκόπιμο να τονωθεί επίσης το ενδιαφέρον του προσωπικού και των δύο ΔΧΟ, ώστε να διατηρηθεί ο πολιτικός διάλογος μεταξύ αυτών και με την Επιτροπή, ιδίως όσον αφορά τις πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ, όπως η τοπική οικονομική διακυβέρνηση, η ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών, η ανάπτυξη βιώσιμων υποδομών κ.λπ. — βλ. επίσης σύσταση 6.
Σύσταση 4
Η συνεργασία μεταξύ των δύο ΧΔΟ θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω μέσω της συμμετοχής της ΕΤΑΑ στο επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη, μια εμβληματική πρωτοβουλία της ΕΕ. Η ΕΤΑΑ θα μπορούσε να συμμετάσχει, ειδικότερα, μέσω των επενδυτικών πλατφορμών που προβλέπονται από τον κανονισμό για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ)
. Η εμπειρογνωμοσύνη και οι γνώσεις της ΕΤΑΑ σχετικά με τον εντοπισμό βιώσιμων έργων, τη διαμόρφωση και την ομαδοποίηση έργων, καθώς και την προσέλκυση δυνητικών επενδυτών θα είναι πολύτιμες για τη δημιουργία επενδυτικών πλατφορμών που καλύπτουν την Περιοχή της ΕΕ-11.
Οι επενδυτικές πλατφόρμες έχουν ως στόχο την περαιτέρω μόχλευση κονδυλίων της ΕΕ και τη συμμετοχή των δημόσιων χρηματοδοτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών τραπεζών και οργανισμών προώθησης, και των θεσμικών επενδυτών και εμπορικών χρηματοδοτών στην υλοποίηση των στόχων του ΕΤΣΕ. Οι εν λόγω πλατφόρμες μπορούν να λάβουν διάφορες μορφές, έτσι ώστε να είναι δυνατή η παροχή άμεσων και έμμεσων εισφορών κεφαλαίων, καθώς και η παροχή εγγυήσεων για υψηλής ποιότητας τιτλοποίηση των δανείων και άλλων προϊόντων για την επιδίωξη των στόχων του ΕΤΣΕ.
Σύσταση 5
Οι δύο ΔΧΟ θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να εξασφαλίσουν προορατικά τη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών, όπως συνταξιοδοτικά ταμεία και κρατικά επενδυτικά ταμεία, στη συγχρηματοδότηση έργων υποδομής στις κοινές χώρες δραστηριοποίησής τους. Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία, τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστές διαθέτουν ευρεία ρευστότητα για επενδύσεις και αποτελούν τον πλέον φυσικό τύπο επενδυτών για έργα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης σε τομείς όπως η χρηματοδότηση υποδομών, λόγω της απαίτησής τους αναφορικά με την αντιστοίχιση των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων.
Η ενισχυμένη αυτή συνεργασία μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να απαιτήσει τη λεγόμενη «διαστρωμάτωση των επενδυτών», πράγμα που σημαίνει ότι εκδίδονται διάφορες κατηγορίες μετοχών με διαφορετικά προφίλ κινδύνου-απόδοσης και βαθμούς επιρροής στο πλαίσιο ενός ενιαίου επενδυτικού μηχανισμού.
Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί το αυξημένο ενδιαφέρον και η εμπειρογνωμοσύνη των ασφαλιστικών εταιρειών και των συνταξιοδοτικών ταμείων με έδρα στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΑΑ και ο όμιλος της ΕΤΕπ θα μπορούσαν να ενθαρρυνθούν να αναπτύξουν από κοινού έργα με τις οντότητες αυτές. Από την άλλη πλευρά, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία θα πρέπει να συμμετέχουν μόνον εφόσον πληρούν αποδεκτά πρότυπα διακυβέρνησης και διασφαλίζουν την ευθυγράμμιση με τις πολιτικές και τη νομοθεσία της ΕΕ.
Σύσταση 6
Η Επιτροπή θα πρέπει να ενθαρρύνει και τις δύο τράπεζες να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο, ιδίως στην ανάπτυξη κεφαλαιουχικών προϊόντων και στον πολιτικό διάλογο. Η ΕΤΑΑ θα μπορούσε να εντείνει τη συνεργασία της με την Επιτροπή και τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιείται για την επίτευξη αμοιβαίως επωφελών πρωτοβουλιών πολιτικής. Στην ΕΕ-11 για παράδειγμα, αμφότεροι οι ΔΧΟ θα μπορούσαν να συνδράμουν τις εθνικές κυβερνήσεις στη χάραξη πολιτικών που θα συμβάλουν στην πρόοδο προς την κατεύθυνση μιας κοινής αγοράς κεφαλαίων στην Ευρώπη, όπως προωθείται από την πρόσφατη ανακοίνωση σχετικά με την εμβληματική πρωτοβουλία για την Ένωση Κεφαλαιαγορών. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία είναι σύμφωνη με τις εντολές της ΕΤΑΑ και του ομίλου της ΕΤΕπ για τη χρηματοδότηση ΜΜΕ και έργων υποδομής, με στόχο την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και την ανάπτυξη ενός ανοικτού και σταθερού χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη διευκόλυνση της πρόσβασης του ιδιωτικού τομέα σε χρηματοδότηση.
Τέλος, υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω συνεργασία των δύο ΔΧΟ με την Επιτροπή στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου για τον καθορισμό κατάλληλων κοινών πολιτικών μέτρων αντιμετώπισης των περιφερειακών και ειδικών ανά χώρα προκλήσεων, μέσω της τακτικής και διαρθρωμένης ανταλλαγής ανάλυσης πολιτικών και της συζήτησης για τις στρατηγικές με στόχο την προώθηση των κοινών στόχων και προτεραιοτήτων.
***