This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52013DC0056
REPORT FROM THE COMMISSION Progress report on establishing appropriate relations between the European Union and the European Space Agency (ESA)
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Έκθεση προόδου σχετικά με τη διαμόρφωση κατάλληλων σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA)
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Έκθεση προόδου σχετικά με τη διαμόρφωση κατάλληλων σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA)
/* COM/2014/056 final */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Έκθεση προόδου σχετικά με τη διαμόρφωση κατάλληλων σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Διαστήματος (ESA) /* COM/2014/056 final */
ΕΚΘΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Έκθεση
προόδου
σχετικά με τη
διαμόρφωση
κατάλληλων
σχέσεων μεταξύ
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και της της
Ευρωπαϊκής
Υπηρεσίας
Διαστήματος (ESA) 1. Το
πολιτικό
πλαίσιο Οι
σχέσεις μεταξύ
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και της της
Ευρωπαϊκής
Υπηρεσίας
Διαστήματος (ESA)
έχουν
αποτελέσει
αντικείμενο
μακροχρόνιων
πολιτικών
συζητήσεων,
ένα πρακτικό
αποτέλεσμα των
οποίων είναι η
συμφωνία
πλαίσιο ΕΕ/(ESA)[1] που
τέθηκε σε ισχύ
τον Μάιο του 2004. Η
Συνθήκη της
Λισαβόνας[2]
έδωσε νέα
ώθηση στις
συζητήσεις
αυτές
ενισχύοντας
την πολιτική
διάσταση των
διαστημικών
θεμάτων στην
ΕΕ και
προβλέποντας
ότι η ΕΕ «καθιερώνει
κάθε ωφέλιμη
σύνδεση με τον
Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία
Διαστήματος». Η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
ασχολήθηκε με
το ζήτημα αυτό
σε δύο
επόμενες
ανακοινώσεις
της. Στην ανακοίνωση
του Απριλίου 2011 «Προς
μια διαστημική
στρατηγική της
ΕΕ στην
υπηρεσία του
πολίτη» [3],
η Επιτροπή
εξέφρασε την
άποψη ότι η ΕSA «πρέπει
να συνεχίσει
να εξελίσσεται
προς ένα μοντέλο
οργάνωσης που
να επιτρέπει
την συνύπαρξη
εντός της
ίδιας δομής αφενός
των
στρατιωτικών
και πολιτικών
προγραμμάτων
και αφετέρου
μιας
διακυβερνητικής
πτέρυγας και
μιας ενωσιακής
πτέρυγας» και
θα πρέπει «να
συνεχίσει την
προσέγγιση του
με την Ένωση
και να συνεχίσει
να
εξοπλίζεται,
όπου αυτό
κρίνεται
αναγκαίο, με
δομές διαχείρισης
που να
ασχολούνται
αποκλειστικά
με προγράμματα
της Ένωσης».
Και στην
ανακοίνωση «Για
τη διαμόρφωση
κατάλληλων
σχέσεων μεταξύ
της ΕΕ και της ESA»[4] που
εξέδωσε η
Επιτροπή τον
Νοέμβριο του 2012,
αναφέρεται ότι
«Η ανάγκη για
μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα,
συμμετρία σε
θέματα άμυνας
και ασφάλειας,
πολιτικό
συντονισμό και
ευθύνη μπορεί
να καλυφθεί, μακροπρόθεσμα,
μόνον μέσω της
προσέγγισης τηςυ
ΕSA προς την
Ευρωπαϊκή
Ένωση. Η
Επιτροπή
θεωρεί ότι θα
πρέπει να
οριστεί μια σαφής
ημερομηνία
υλοποίησης
μεταξύ 2020 και 2025 γι'
αυτόν τον
μακροπρόθεσμο
στόχο». Το
Συμβούλιο της
ΕΕ, στα
συμπεράσματά
του της 18ης Φεβρουαρίου
2013[5],
αναγνώρισε ότι
μπορεί να
χρειαστεί «η
αναθεώρηση και
ενίσχυση της
λειτουργίας
της σχέσης
μεταξύ ΕΕ και ΕSA,
λόγω των
αλλαγών που
μεσολάβησαν
στην πολιτική
σκηνή, του
διογκούμενου
ρόλου της ΕΕ
στον τομέα του
Διαστήματος,
των προκλήσεων
στον τομέα της
ανταγωνιστικότητας
και της αυξανόμενης
σπουδαιότητας
των
διαστημικών
δραστηριοτήτων
για την
κοινωνία». Το
Συμβούλιο
αναγνώρισε
επίσης ότι «η συμφωνία-πλαίσιο
στη σημερινή
μορφή της,
καθώς και οι
παράμετροι της
διακυβέρνησής
της, πιθανώς
δεν παρέχουν
πλέον το πιο
κατάλληλο
πλαίσιο για
την υλοποίηση
μιας
αποτελεσματικής
ευρωπαϊκής πολιτικής
στον τομέα του
Διαστήματος
που να εκμεταλλεύεται
με πληρότητα
και συνοχή τις
αρμοδιότητες
της ΕΕ και της
ΕSΑ αντίστοιχα.»
Το Συμβούλιο
κάλεσε «την
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή να
συνεργαστεί με
τον Γενικό
Διευθυντή της
ΕSΑ και να
αναπτύξει
στενή
συνεργασία με
τα κράτη μέλη
της ΕΕ και τα
κράτη της ΕSΑ... να
εξασφαλίσει
συνοχή,
σύγκλιση και
συμπληρωματικότητα,
με στόχο να
ετοιμαστούν
νέες προτάσεις
για τη
μελλοντική εξέλιξη
των σχέσεων
μεταξύ ΕΕ και ΕSA
βάσει της
κοινής
ανάλυσης και
να ληφθούν
σχετικές
αποφάσεις από
τα αντίστοιχα
όργανα έως το 2014»[6]. Η
αυξανόμενη
οικονομική
συμμετοχή της
ΕΕ σε
διαστημικές
δραστηριότητες
ενισχύει
περαιτέρω τα
επιχειρήματα
υπέρ της ανάγκης
να δοθεί
προσοχή στην
εξέλιξη των
σχέσεων ΕΕ-ΕSA.
Στο νέο
πολυετές
δημοσιονομικό
πλαίσιο 2014-2020, η ΕΕ
διαθέτει
περίπου 12
δισεκατομμύρια
ευρώ σε
μεγάλης κλίμακας
ευρωπαϊκά
διαστημικά
προγράμματα,
όπως το Galileo, το EGNOS
και το Copernicus, και σε
διαστημικές
ερευνητικές
δραστηριότητες
βάσει του
προγράμματος
πλαισίου «Ορίζοντας
2020». Το ποσό αυτό
αποτελεί
υπερδιπλασιασμό
των επενδύσεων
σε σύγκριση με
την προηγούμενη
περίοδο
χρηματοδοτικού
προγραμματισμού
και αντανακλά
την αυξανόμενη
σημασία που αποδίδει
η ΕΕ στις
διαστημικές
δραστηριότητες
για την
αντιμετώπιση
των
οικονομικών
και κοινωνικών
προκλήσεων που
αντιμετωπίζει
η Ένωση και τα κράτη
μέλη της. Η ΕΕ διαθέτει
σήμερα ένα
μεγάλο μέρος
(περίπου 75 %) του
προϋπολογισμού
της για το
Διάστημα στην ΕSA.
Επομένως, η ΕΕ
πραγματοποιεί
τη μεγαλύτερη
συνεισφορά στην
ΕSA και αποτελεί
σημαντική πηγή
θεσμικής
χρηματοδότησης
των
διαστημικών
δραστηριοτήτων
στην Ευρώπη. Το
ποσό του
ενωσιακού
προϋπολογισμού
που θα διατεθεί
στην ΕSA την
επόμενη
επταετία θα
υπερβεί τις
επιμέρους συνεισφορές
όλων των
κρατών μελών της
ΕSA. Τα
προερχόμενα
από την ΕΕ
κεφάλαια που
διαχειρίζεται η
ΕSA υπόκεινται
στον
δημοσιονομικό
κανονισμό της
ΕΕ. Κατά την
άποψη της
Επιτροπής, η
οποία διατηρεί
τη συνολική
πολιτική
ευθύνη για την
εκτέλεση των
διαστημικών
προγραμμάτων
της ΕΕ,
απαιτούνται
μηχανισμοί που
θα εγγυώνται
ότι οι
δραστηριότητες
που
ανατίθενται στην
ΕSA έχουν τα
αναμενόμενα
αποτελέσματα
και διενεργούνται
και
εκτελούνται με
τον πλέον κατάλληλο,
αποδοτικό και
υπεύθυνο
τρόπο,
εφαρμόζοντας
αυστηρά τους
κανόνες και
τις
διαδικασίες
της ΕΕ, σε ένα
περιβάλλον στα
πρότυπα της
Ένωσης. Την άποψη
αυτή έχει
υιοθετήσει ο
συννομοθέτης
στον νέο κανονισμό
για το
πρόγραμμα Galileo[7].
Όπως τονίζεται
στην
ανακοίνωση του
Νοεμβρίου του 2012,
η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
επιδιώκει να
συνάψει σχέσεις
με την ΕSA που να
εξασφαλίζουν «μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα,
συμμετρία σε
θέματα άμυνας
και ασφάλειας,
πολιτικό
συντονισμό και
ευθύνη[8]».
H ESA, από την
πλευρά της,
έχει ξεκινήσει
σκέψεις για
την περαιτέρω
εξέλιξή της.
Όπως
αναφέρεται
στην πολιτική
δήλωση[9]
που εξέδωσε το
Συμβούλιο της ESA
σε υπουργικό
επίπεδο στις 20
Νοεμβρίου 2012, η
εξέλιξη αυτή
θα πρέπει να
αξιοποιεί
πλήρως και να
περιλαμβάνει,
μεταξύ άλλων,
«τις
δυνατότητες
της ΕΕ στο
Διάστημα, κατά
την προσαρμογή
των επιπτώσεων
στη λειτουργία
της ESA και,
επομένως, την
επίτευξη της
αποτελεσματικής
διαχείρισης
των
χρηματοδοτούμενων
από την ΕΕ προγραμμάτων
σύμφωνα με
τους κανόνες
της ΕΕ». Τα κράτη
μέλη της ESA
ανέθεσαν στον
Γενικό
Διευθυντή της ESA
«να
συνεργαστεί με
την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή ώστε
να
πραγματοποιηθεί
κοινή ανάλυση
της κατάστασης
του ευρωπαϊκού
διαστημικού
τομέα και να
αναπτυχθεί ένα
κοινό όραμα
για την
εξέλιξή του με
στόχο την
ανάπτυξη
συνοχής,
σύγκλισης και
συμπληρωματικότητας
μεταξύ των
διαφόρων
φορέων». Σε αυτό
το πλαίσιο, η
Επιτροπή
διενήργησε
προκαταρκτική
αξιολόγηση
τεσσάρων
επιλογών για
την εξέλιξη
των σχέσεων ΕΕ-ESA
και των
πιθανών
επιπτώσεών
τους όσον
αφορά το
κόστος, τα
οφέλη και τις
θεσμικές και
νομικές επιπτώσεις.
Η παρούσα
έκθεση
παρουσιάζει
την τρέχουσα
κατάσταση όσον
αφορά τις
σκέψεις της
Επιτροπής και
τα πιθανά
επόμενα
βήματα. Η
έκθεση αποτελεί
το πρώτο
στάδιο
συνεχιζόμενων
ανοικτών και
διαφανών διαδικασιών
αναλύσεων και
σκέψεων, καθώς
και συζητήσεων
με τα κράτη
μέλη και τον
Γενικό
Διευθυντή της ESA,
που θα πρέπει
να οδηγήσουν
σε συνεκτικά
και κοινά
συμπεράσματα
μεταξύ της ΕΕ, της
ESA και των κρατών
μελών προς τα
τέλη του 2014,
αρχές του 2015. Μεγάλο
μέρος της
προκαταρκτικής
αξιολόγησης
που παρουσιάζεται
στην παρούσα
έκθεση προόδου
βασίζεται στα
αποτελέσματα
μιας
εξωτερικής
τεχνικής μελέτης[10], από
την οποία
προέκυψαν
ορισμένα
χρήσιμα στοιχεία
ανάλυσης. Οι
υπηρεσίες της
Επιτροπής
διατήρησαν
επαφές με τον Γενικό
Διευθυντή της ESA προκειμένου
να
εξασφαλιστεί ο
συντονισμός
και η συνοχή
των αναλύσεων
και των
επιλογών που
μελετούνται
από αμφότερες
τις πλευρές,
παρόλο που τα
σημεία αφετηρίας
και τα
κριτήρια
αξιολόγησης
ενδέχεται να
διαφέρουν για
κάθε
οργανισμό. Κατά
τη διάρκεια
αυτής της
προπαρασκευαστικής
φάσης, η
Επιτροπή
διεξήγαγε
επίσης διάλογο
με εκπροσώπους
των κρατών
μελών σε
επίπεδο
εμπειρογνωμόνων
μέσω της
ομάδας
εμπειρογνωμόνων
για τη διαστημική
πολιτική. 2. Διαρθρωτικά
ζητήματα προς
εξεταση Στην
ανακοίνωση του
Νοεμβρίου του 2012,
η Επιτροπή
προσδιόρισε πέντε
διαρθρωτικά
ζητήματα στις
σχέσεις ΕΕ-ESA τα
οποία
αποτέλεσαν την
αφετηρία της
ανάλυσης. Στα
ζητήματα αυτά
περιλαμβάνονται
οι διαφορές στους
χρηματοδοτικούς
κανόνες, η
ασυμμετρία
μεταξύ των
μελών, η ασυμμετρία
σε ζητήματα
ασφάλειας και
άμυνας, η απουσία
μηχανισμών για
τον συντονισμό
των πολιτικών
και η έλλειψη
πολιτικής
ευθύνης εντός
της ESA έναντι του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου.
Η ανάλυση που
διενήργησε ο
εξωτερικός
σύμβουλος
κατέδειξε ότι
τα ζητήματα αυτά
οδηγούν σε
ανεπάρκειες
που ποικίλουν
ως προς την
ένταση και τις
επιπτώσεις
τους. Για
παράδειγμα: ·
Η
αναντιστοιχία
των
χρηματοδοτικών
κανόνων και των
διαφορετικών
διαδικασιών
αυξάνει τον
χρόνο που
απαιτείται για
τη λήψη
αποφάσεων.
Αυτό συνεπάγεται
αύξηση του
κόστους των
προγραμμάτων
και επηρεάζει
τη συνολική
απόδοση του
συστήματος,
ιδίως όταν οι
δραστηριότητες
βρίσκονται σε
μια κρίσιμη
διαδρομή[11]. Για
παράδειγμα, η
υφιστάμενη
διαδικασία
προμηθειών
απαιτεί
πολλαπλά
στάδια
επικύρωσης
(για τη διόρθωση
των ελλείψεων
ή τη
συμπλήρωση και
βελτίωση των
φακέλων, όπως
απαιτείται),
γεγονός που θα
μπορούσε να
οδηγήσει σε
καθυστερήσεις
στον χρόνο
λήψης αποφάσεων. ·
Σύμφωνα
με την έκθεση
του εξωτερικού
συμβούλου, η
ασυμμετρία
μεταξύ των
μελών
αξιολογείται
ως μικρότερο
πρόβλημα βάσει
της έως σήμερα
εμπειρίας αλλά
θα μπορούσε,
ωστόσο, να
δημιουργήσει προβλήματα
στο μέλλον. Για
παράδειγμα,
ενδέχεται να
ανακύψουν
κίνδυνοι από
την
περιορισμένη
δυνατότητα να
επιβληθεί το
καθήκον
πίστεως σε κράτη
που δεν
ανήκουν στην
ΕΕ για τα ενωσιακά
προγράμματα
στα οποία
συμμετέχουν. Η
κατάσταση αυτή
θα μπορούσε να
οδηγήσει
ενδεχομένως σε
πώληση
ευαίσθητων
τεχνολογιών σε
τρίτες χώρες. Επιπροσθέτως,
τα κράτη που
δεν ανήκουν
στην ΕΕ ενδεχομένως
να εμποδίσουν
τη λήψη
σημαντικών
αποφάσεων
σχετικά με το
μέλλον των
προγραμμάτων
της ΕΕ (όπως η
εκτόξευση
δορυφόρων ή η
μεταβίβαση της
κυριότητας περιουσιακών
στοιχείων λόγω
των
διαφορετικών
κανόνων ψηφοφορίας
στο
διακυβερνητικό
σύστημα της ESA. ·
Η
ασυμμετρία σε
ζητήματα
ασφάλειας και
άμυνας μπορεί
να προκαλέσει
επίσης
προβλήματα. Η
ενδεχόμενη
πώληση ευαίσθητων
τεχνολογιών σε
τρίτες χώρες
θα μπορούσε να εγείρει
ζητήματα
στρατηγικής
ασφάλειας για
την ΕΕ. Ο
χειρισμός
απόρρητων
δεδομένων της
ΕΕ μπορεί να
αυξάνει το
επίπεδο
πολυπλοκότητας
της διαχείρισης
των προγραμμάτων
στην ESA. Για
ορισμένα
ευαίσθητα
καθήκοντα που
άπτονται της
ασφάλειας, η ESA μπορεί
να πρέπει να
προσλάβει μόνο
πολίτες κρατών
μελών της ΕΕ
που διαθέτουν
το απαιτούμενο
επίπεδο πιστοποίησης
της ασφαλείας. ·
Η έλλειψη
μηχανισμών
συντονισμού
των πολιτικών
συνεπάγεται
ότι τα
προγράμματα
δεν είναι απαραιτήτως
ευθυγραμμισμένα
ώστε να
υποστηρίζουν
τους
ευρύτερους
πολιτικούς
στόχους της
Ένωσης. Οι
στόχοι
βιομηχανικής
πολιτικής της ESA ενδέχεται
να αποκλίνουν
των στόχων
παροχής
υπηρεσιών της
ΕΕ. Οι
μηχανισμοί που
προβλέπονται
στην τρέχουσα
συμφωνία πλαίσιο
ΕΕ-ESA δεν
θεωρούνται
αποτελεσματικό
εργαλείο για
τον εν λόγω
συντονισμό. Το
υφιστάμενο
πλαίσιο δεν
προβλέπει
σαφείς
μηχανισμούς
συντονισμένης
λήψης αποφάσεων.
Επομένως, ο
συντονισμός
των πολιτικών πραγματοποιείται
μόνο σε
επίπεδο
προγράμματος,
μέσω μηχανισμών
που πρέπει να
συμφωνούνται
σε κάθε πρόγραμμα
ξεχωριστά κατά
τρόπο
χρονοβόρο.
Αυτή η απουσία
ειδικών
μηχανισμών για
τον συντονισμό
των πολιτικών
ενδέχεται να
οδηγήσει σε
καθυστερήσεις
στην έναρξη
των προγραμμάτων. ·
Το ζήτημα
της πολιτικής
και
οικονομικής
λογοδοσίας
έναντι του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
είναι ουσιώδες,
δεδομένου του
ύψους της
ενωσιακής
χρηματοδότησης
που
διαχειρίζεται η
ESA και του
κυρίαρχου
ρόλου της στην
υλοποίηση των
προγραμμάτων.
Η Επιτροπή, ως
το αρμόδιο
όργανο για την
εκτέλεση του
προϋπολογισμού
σύμφωνα με το
άρθρο 317 της
Συνθήκης για τη
λειτουργία της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης, είναι
πλήρως υπόλογη
έναντι του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου
της Ευρωπαϊκής
Ένωσης για
οποιεσδήποτε καθυστερήσεις
ή υπερβάσεις
δαπανών που
ανακύπτουν στις
εμβληματικές
πρωτοβουλίες
της ΕΕ, ενώ η ESA
διαχειρίζεται
επιχειρησιακά
τα προγράμματα
αυτά εκ μέρους
της Επιτροπής μέσω
συμφωνιών
ανάθεσης
αρμοδιοτήτων.
Δεδομένου ότι
η Επιτροπή
αναλαμβάνει
τον τελικό κίνδυνο
του έργου,
μειώνονται τα
κίνητρα της ESA να
εκτελεί τα
προγράμματα
εγκαίρως,
βάσει του προγραμματισμένου
κόστους και
εστιάζοντας
στους στόχους
που αφορούν
την πολιτική
και τους
χρήστες. Στα
συγχρηματοδοτούμενα
προγράμματα, η
ΕΕ επηρεάζει
μόνο σε περιορισμένο
βαθμό τις
τεχνικές
αποφάσεις που
λαμβάνει η ESA. Εάν
τα αρχικά
στάδια ενός
διαστημικού
προγράμματος
χρηματοδοτούνται
μόνο από την ESA, η
Επιτροπή
ενδέχεται να
δυσκολευτεί
στα μεταγενέστερα
στάδια του
προγράμματος
να εξασφαλίσει
τη χρήση των κονδυλίων
της ΕΕ για την
εφαρμογή των
πολιτικών της. Από την
ανάλυση των εν
λόγω
περιορισμών
προκύπτει η αναγκαία
λογική για τη
διαμόρφωση των
επιλογών που
παρουσιάζονται
κατωτέρω. 3. Περιγραφή
των επιλογών
που έχουν
προσδιοριστεί Στην
ανακοίνωση του
Νοεμβρίου του 2012,
η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
περιέγραψε
τέσσερις επιλογές
για την
περαιτέρω
εξέλιξη των
σχέσεων ΕΕ-ESA για
την επίτευξη
του τελικού
στόχου της
προσέγγισης.
Παρόλο που οι
επιλογές αυτές
δεν συνιστούν
εξαντλητικό
κατάλογο,
είναι αυτές
που έχει
προσδιορίσει η
Επιτροπή ως τις
πλέον
ρεαλιστικές
και εφικτές
για την
αντιμετώπιση
των
διαρθρωτικών
περιορισμών
που υπάρχουν σήμερα
στις σχέσεις
ΕΕ-ESA. Οι ίδιες
επιλογές
αξιολογήθηκαν
από τον Γενικό
Διευθυντή της ESA,
γεγονός που
εξασφαλίζει το
απαραίτητο
επίπεδο συνοχής
μεταξύ αυτών
των δύο
παράλληλων
διαδικασιών. Οι
τέσσερις
επιλογές είναι
σε
διαβαθμισμένη
σειρά,
προχωρώντας
από μια
επιλογή που
προβλέπει
βελτιώσεις
χωρίς αλλαγές
στο υφιστάμενο
νομικό πλαίσιο
των σχέσεων ΕΕ-ESA έως
μια επιλογή
στην οποία η ESA
παύει να
υπάρχει ως
διακυβερνητικός
οργανισμός και
μετατρέπεται
σε οργανισμό
της ΕΕ. 3.1. Επιλογή
1: Καμία
μεταβολή
(βασικό
σενάριο) Η
κατάσταση
παραμένει
αμετάβλητη
σύμφωνα με τους
όρους της
υφιστάμενης
συμφωνίας
πλαισίου ΕΕ-ESA. Η
ΕΕ και η ESA
παραμένουν δύο
ξεχωριστοί
φορείς χωρίς
να υπάρχουν
επαρκείς μηχανισμοί
που διασφαλίζουν
μεγαλύτερη
συνοχή ή
συντονισμό. Η
ΕΕ θα
συγχρηματοδοτεί
ορισμένα
διαστημικά
προγράμματα
από κοινού με την
ESA ή/και θα
χρηματοδοτεί
εξ ολοκλήρου
άλλα, η εκτέλεση
των οποίων θα
ανατίθεται στην
ESA. Θα
αναπτυχθούν
προγράμματα
βάσει
συγκεκριμένων
συμφωνιών που
θα προκύψουν
από
διαπραγμάτευση
των επιμέρους
σταδίων,
χρησιμοποιώντας
τα γενικά μέσα
που
προβλέπονται
στους
δημοσιονομικούς
κανονισμούς
της ΕΕ. Οι
στόχοι της
πολιτικής και
της αποστολής
θα
καθορίζονται
από την ΕΕ και την
ESA σύμφωνα με τα
αντίστοιχα
θεσμικά
πλαίσια του
καθενός. 3.2. Επιλογή
2: Βελτιωμένη
συνεργασία στο
πλαίσιο της υπάρχουσας
κατάστασης Η ΕΕ και η ESA
παραμένουν δύο
ξεχωριστές
οντότητες αλλά
η διασύνδεση
μεταξύ τους προσαρμόζεται,
βάσει
τροποποιήσεων
της
υφιστάμενης
συμφωνίας πλαισίου
ΕΕ-ESA και
βελτίωσης των
συμφωνιών
ανάθεσης
αρμοδιοτήτων.
Οι στόχοι της
πολιτικής και
της αποστολής
θα καθορίζονται
από κοινού από
την ΕΕ και την ESA
και ο
συντονισμός θα
διασφαλίζεται
μέσω της
ανάπτυξης μιας
νέας συμφωνίας-πλαισίου.
Η συμφωνία
αυτή θα εγκιθείί
από το
Συμβούλιο της ESA
και το
Συμβούλιο της
ΕΕ με τη
συναίνεση του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου.
Κατά την
εκτέλεση των
προγραμμάτων, η
ESA θα εξακολουθεί
να αναπτύσσει
εσωτερικά τις
ικανότητες
διαχείρισης
των λεπτών
διαφορών μεταξύ
των δύο
χρηματοδοτικών
καθεστώτων (ΕΕ
και ESA) και θα
εργαστεί για
τη σταδιακή
ευθυγράμμιση
των
διαδικασιών
λογιστικής,
εσωτερικού
ελέγχου και
οικονομικού
ελέγχου του με
τους
αντίστοιχους ενωσιακούς
κανόνες. Η νέα
συμφωνία θα
περιλαμβάνει
ειδικούς
μηχανισμούς
συντονισμού. 3.3. Επιλογή
3: Θέσπιση μιας
προγραμματικής
δομής αποκλειστικά
αφιερωμένης
στη διαχείριση
προγραμμάτων
της ΕΕ (ήτοι,
«ενωσιακός
πυλώνας») Δεν
υπάρχει
προηγούμενος
ορισμός αυτού
του «ενωσιακού
πυλώνα» εντός της
ESA. Ωστόσο, όπως
προκύπτει από
τις
ανακοινώσεις
της Επιτροπής,
ο πυλώνας
αυτός πρέπει
να αποτελεί
ένα βήμα προς «μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα,
συμμετρία σε
θέματα άμυνας
και ασφάλειας,
πολιτικό
συντονισμό και
ευθύνη[12]»
και να
δημιουργεί ένα
«περιβάλλον
στα πρότυπα
της ΕΕ»[13]. Έχει
υιοθετηθεί μια
πραγματιστική
προσέγγιση για
τον καθορισμό
της επιλογής
αυτής,
ξεκινώντας από
τα προβλήματα
που αναμένεται
να επιλύσει
για να
καθοριστεί το
ιδανικό
πλαίσιό της,
και
εξετάζοντας
στη συνέχεια
το νομικό μέσο
που είναι
απαραίτητο για
την υλοποίησή
της. Θεωρείται
ουσιαστικό το
γεγονός ότι ο
«ενωσιακός
πυλώνας» έχει
σχεδιαστεί με
τρόπο ώστε να
λειτουργεί
βάσει
ενωσιακών
κανόνων. Αυτό
θα επιτρέψει
την
αντιμετώπιση
του ζητήματος
των διαφορετικών
χρηματοδοτικών
κανόνων. Δεν θα
ανακύψουν
ζητήματα
ασυμμετρίας
μεταξύ των
μελών εντός
του «ενωσιακού
πυλώνα», ο
οποίος θα
λειτουργεί ως
ένα περιβάλλον
«κατά τα πρότυπα
της ΕΕ». Ο
«ενωσιακός
πυλώνας» θα
«φιλοξενηθεί»
εντός της ESA και
εντός των
φυσικών
εγκαταστάσεων
της ESA και θα
μπορούσε να
χρησιμοποιεί
κάποιες κοινές
υπηρεσίες που θα
χρησιμοποιούνται
από τον
«ενωσιακό
πυλώνα» και από
τον
διακυβερνητικό
πυλώνα της ESA. Η
δημιουργία
ενός
«ενωσιακού
πυλώνα» εντός της
ESA δεν θα
επηρεάσει τη
λειτουργία των
υπόλοιπων τμημάτων
της
διακυβερνητικής
ESA, όπως αυτή
υφίσταται
σήμερα. Για την
επιλογή αυτή απαιτείται
μια
περισσότερο
ενδελεχής
ανάλυση των
νομικών και
θεσμικών
ζητημάτων,
ιδίως όσον αφορά
την πολιτική
ευθύνη και τις
διαδικασίες
απαλλαγής από
ευθύνη. Τέλος, η
πραγματιστική
προσέγγιση που
περιγράφεται
ανωτέρω θα πρέπει
να εφαρμοστεί
σε πλήρη
συμμόρφωση με
τους ισχύοντες
χρηματοδοτικούς
κανόνες και
ιδίως τις δημοσιονομικές
αρχές που
διατυπώνονται
στον
δημοσιονομικό
κανονισμό[14]. 3.4. Επιλογή
4: Η ESA καθίσταται
οργανισμός της
ΕΕ, ενώ
διατηρεί ορισμένα
από τα
διακυβερνητικά
χαρακτηριστικά
του Σύμφωνα
με την επιλογή
αυτή, η ESA
μετατρέπεται
σε οργανισμό
της ΕΕ. Αυτός ο
διαστημικός
οργανισμός της
Ευρωπαϊκής
Ένωσης θα
διατηρήσει
ορισμένες
δομές ώστε να
διευκολυνθεί η
διακυβερνητική
συνεργασία
(ήτοι,
προαιρετικά
προγράμματα
που διαφέρουν
από τα
προγράμματα
της ΕΕ, τα οποία
χρηματοδοτούνται
απευθείας από
τα κράτη μέλη και
δεν
περιλαμβάνονται
στον
προϋπολογισμό
της ΕΕ). Ο
οργανισμός θα
διαθέτει
ενωσιακή
νομική βάση
και θα
διέπεται από
τους κανόνες
της ΕΕ. 4. Σύγκριση
των επιλογών Οι
τέσσερις
επιλογές που
σκιαγραφήθηκαν
εξετάζουν τους
περιορισμούς
στις
υφιστάμενες
σχέσεις ΕΕ-ESA σε
διαφορετικό
βαθμό και
παρουσιάζουν
διαφορετικά
πλεονεκτήματα
και
μειονεκτήματα.
Οι προσπάθειες
που απαιτούνται
για την
υλοποίηση
καθεμιάς
επιλογής διαφέρουν
επίσης
σημαντικά. Οι
επιλογές έχουν
αξιολογηθεί
από δύο κύριες
οπτικές: (i) την
«αποτελεσματικότητά
τους», η οποία
γίνεται
κατανοητή ως η
ικανότητα αντιμετώπισης
των
διαρθρωτικών
ζητημάτων και
των επιχειρησιακών
ανεπαρκειών
που έχουν
προσδιοριστεί προς
το παρόν, την
εξοικονόμηση
δαπανών
προσωπικού και
την επίδραση
στον χρόνο που
απαιτείται για
τη λήψη αποφάσεων∙
και (ii) τις
«δαπάνες» που
συνδέονται με
τις επιλογές,
οι οποίες
αξιολογούνται
από την οπτική
της ευκολίας
εφαρμογής των
απαιτούμενων
νομικών
προσαρμογών
και της
αναμενόμενης
ταχύτητας υλοποίησης.
Οι επιλογές
διαβαθμίστηκαν
σε αυτή τη βάση. Μια
ποιοτική
ανάλυση της
ικανότητας των
επιλογών να
επιλύουν τους
διαρθρωτικούς
περιορισμούς
που έχουν προσδιοριστεί
καταδεικνύει
ότι η 1η επιλογή
δεν μπορεί να
αντιμετωπίσει
οποιονδήποτε
από τους περιορισμούς
σε διαρθρωτικό
επίπεδο∙ η 2η
επιλογή
αντιμετωπίζει
ορισμένους
αλλά μόνο σε
περιορισμένο
βαθμό∙ αντίθετα,
η 3η και η 4η
επιλογή
επιλύουν τους
περιορισμούς
αυτούς στο
μεγαλύτερο
δυνατό βαθμό
(επιλύονται
πλήρως στην 4η
επιλογή και
σχεδόν πλήρως
στην 3η επιλογή).
Αναλυτικότερα: ·
Η
αναντιστοιχία
των
χρηματοδοτικών
κανόνων αντιμετωπίζεται
σχεδόν εξ
ολοκλήρου στην
4η και την 3η
επιλογή. Η 2η
επιλογή
εξαλείφει την
αναντιστοιχία
σε μεγάλο
βαθμό, αλλά
προσφέρει
ελαφρώς
μικρότερη
εμπιστοσύνη
στην εφαρμογή
χρηματοοικονομικών
διαδικασιών
ισοδύναμων με
αυτές που εφαρμόζει
η ΕΕ. ·
Η
ασυμμετρία
μεταξύ των
μελών
αντιμετωπίζεται
σε μεγάλο
βαθμό από την ESA
υπό τη μορφή
οργανισμού της
ΕΕ και από τον
«ενωσιακό
πυλώνα» εντός της
ESA. Η βελτιωμένη
συνεργασία στο
πλαίσιο της
υπάρχουσας
κατάστασης
επιλύει το
εμπόδιο αυτό
σε πολύ μικρότερο
βαθμό. ·
Η
ασυμμετρία σε
ζητήματα
ασφάλειας και
άμυνας
εξαλείφεται σε
εξίσου μεγάλο
βαθμό με την 3η και
την 4η επιλογή
και επιλύεται
σε
περιορισμένο βαθμό
με τη 2η επιλογή.
Η απειλή
πώλησης
ευαίσθητης
τεχνολογίας
εξακολουθεί να
αποτελεί ένα
ζήτημα σε όλες
τις επιλογές,
αν και η
δυνατότητα
άσκησης
επιρροής στα
κράτη μέλη
είναι
μεγαλύτερη
στην 3η και την 4η
επιλογή. ·
Η απουσία
μηχανισμών για
τον συντονισμό
των πολιτικών
αντιμετωπίζεται
σχεδόν εξ
ολοκλήρου στην
4η επιλογή και
σε κάποιο
βαθμό στην 3η
και τη 2η επιλογή.
Ο συντονισμός
των πολιτικών
και η ευθυγράμμιση
των στόχων
βιομηχανικής
πολιτικής θα
αυξηθούν με
την προσέγγιση
μεταξύ της ESA και
της ΕΕ. Η
συντονισμένη
λήψη αποφάσεων
αναμένεται να
εξακολουθήσει
να αποτελεί
ένα ζήτημα, εκτός
εάν η ESA
μετατραπεί σε
οργανισμό της
ΕΕ. Οι
επιλογές
μπορούν να
παράγουν
περαιτέρω
θετικές
επιπτώσεις
(οφέλη) όσον
αφορά την
εξοικονόμηση
κόστους που
προκύπτει από
την ενδεχόμενη
μείωση του
χρόνου που
απαιτείται για
τη λήψη
αποφάσεων
σχετικά με την
υλοποίηση
προγραμμάτων
και από
βελτιστοποιήσεις
των επιπέδων προσωπικού
στην Επιτροπή
και την ESA. Όσον
αφορά τις
νομικές
προσαρμογές
που θα απαιτηθούν
για την
εφαρμογή των
διαφόρων
επιλογών, η ανάλυση
οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι
η εφαρμογή της
2ης επιλογής θα
είναι σχετικά
εύκολη. Για τη 2η
επιλογή θα
απαιτηθούν
είτε
τροποποιήσεις στην
υφιστάμενη
συμφωνία
πλαίσιο ΕΕ-ESA
είτε μια νέα
συμφωνία. Η
Επιτροπή είναι
της γνώμης ότι
για την 3η
επιλογή θα
απαιτηθεί μια
νομοθετική
πράξη της ΕΕ η
οποία θα
προβλέπει,
μεταξύ άλλων, τον
ορισμό των
καθηκόντων του
«ενωσιακού
πυλώνα», των απαιτήσεων
σχετικά με τη
διάρθρωση και των
χρηματοοικονομικών
απαιτήσεων,
βάσει μιας
λεπτομερούς
ποσοτικής
ανάλυσης κόστους-ωφέλειας
και μιας
αξιολόγησης
των πολύπλοκων
θεσμικών και
νομικών
επιπτώσεων της
επιλογής αυτής,
ενδεχομένως
συμπεριλαμβάνοντας
τροποποιήσεις
στο νομικό
πλαίσιο της ESA. Η 4η
επιλογή
φαίνεται να
είναι
περισσότερο
πολύπλοκη.
Βάσει αυτής
της επιλογής, η ESA
θα πάψει να
υφίσταται ως
διακυβερνητικός
οργανισμός και
θα
δημιουργηθεί
ένας
οργανισμός της
ΕΕ. Θα πρέπει να
θεσπιστεί
κανονισμός για
το προσωπικό
(συμπεριλαμβανομένων
μεταβατικών
διατάξεων) και
δημοσιονομικός
κανονισμός για
τον νέο οργανισμό.
Η επιλογή αυτή
θεωρείται
επίσης ως η
λιγότερο
εφικτή, καθώς
συνεπάγεται
μια δύσκολη
διαδικασία
υλοποίησης και
απαιτεί
πολιτική
συναίνεση η
οποία
ενδέχεται να
είναι δύσκολο
να επιτευχθεί
στο εγγύς
μέλλον. Συνδυάζοντας
τα διάφορα
κριτήρια
αξιολόγησης, το
ακόλουθο σχήμα
παρουσιάζει
έναν
προκαταρκτικό
χάρτη των
επιλογών όσον
αφορά τη σχέση
«κόστους» και
«αποτελεσματικότητας».
Δεδομένου ότι
οι σχετικές
επιλογές δεν
είναι αμοιβαία
αποκλειόμενες,
θα μπορούσαν
να εξεταστούν
πολλαπλές
επιλογές
ανάλογα με το
χρονοδιάγραμμα
που
υιοθετείται. Σχήμα:
Προκαταρκτική
διαβάθμιση της
σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας
των επιλογών Πηγή: Roland Berger Strategy
Consultants, «Εξέλιξη των
σχέσεων ΕΕ-ESA:
αξιολόγηση
κόστους/ωφέλειας
των επιλογών»
Είναι
σημαντικό να
σημειωθεί ότι
η πρόσφατη
έκθεση της ESA
«Κατάσταση των
σχέσεων ESA-ΕΕ -
Αξιολόγηση
σεναρίων», η
οποία
υποβλήθηκε στο
Συμβούλιο της ESA
στις 19
Δεκεμβρίου 2013
στο πλαίσιο
της συνεχούς
παρακολούθησης
της πολιτικής
δήλωσης που
εγκρίθηκε από
τη συνεδρίαση
του Συμβουλίου
της ESA σε
υπουργικό
επίπεδο στις 20
Νοεμβρίου 2012,
παρουσιάζει ως
τα πλέον
υποσχόμενα
σενάρια
εξέλιξης ένα
αποκαλούμενο
σενάριο
«βελτιωμένου Status quo»
και ένα
σενάριο
«ενωσιακού
τμήματος», τα
οποία προσομοιάζουν
στη 2η και την 3η
επιλογή που
περιγράφονται
στην παρούσα
έκθεση..
Σύμφωνα με την
έκθεση της ESA, το σενάριο
«βελτιωμένου Status quo»
θα υλοποιηθεί
βραχυπρόθεσμα
μέσω
συγκεκριμένων
συμφωνιών επί
προγραμμάτων
που θα
βασίζονται σε
υφιστάμενες νομικές
δομές της ΕΕ (π.χ.
κανονισμούς)
και της ESA (π.χ.
σύμβαση)...
Μεσοπρόθεσμα,
το σενάριο
αυτό θα μπορούσε
να συνεπάγεται
είτε μια
αναθεώρηση της
συμφωνίας-πλαισίου,
είτε τη σύναψη
μιας νέας
συμφωνίας
συνεργασίας». Η
έκθεση
αναφέρει ότι
«Το «ενωσιακό
τμήμα» θα είναι
μια ειδική,
αυτόνομη δομή
που θα
προστεθεί στην
υπάρχουσα
νομική δομή της
ESA, η οποία
παραμένει
αμετάβλητη... Το
σενάριο αυτό
συνεπάγεται τη
συνύπαρξη,
κάτω από τη
συνολική δομή
της ESA, δύο παράλληλων
«τμημάτων»: ενός
διακυβερνητικού
και ενός
ενωσιακού».
Στην έκθεση
παρουσιάζεται
και ένα τρίτο
σενάριο – ο
«οργανισμός
της ΕΕ» – ως μια
επιλογή που θα
εξαρτηθεί από
ένα
μακροπρόθεσμο
όραμα πέραν
του 2020, για το
οποίο δεν
υπάρχει ακόμα
συναίνεση μεταξύ
των κρατών
μελών της ESA. 5. Συμπέρασμα
και επόμενα
βήματα Στόχος
των στοιχείων
της ανάλυσης
που παρουσιάστηκαν
ανωτέρω είναι
να προσφέρουν
μια εικόνα των διαφόρων
επιλογών και
της ικανότητάς
τους να μειώσουν
τα διαρθρωτικά
προβλήματα και
να επιφέρουν βελτιώσεις
στην
υφιστάμενη
οργάνωση των
σχέσεων ΕΕ-ESA.
Ωστόσο, τα
στοιχεία αυτά
δεν είναι, κατά
το παρόν στάδιο,
επαρκή ώστε να
δικαιολογήσουν
μια οριστική
επιλογή μεταξύ
των διαφόρων
εναλλακτικών. Σύμφωνα
με την
εξωτερική
μελέτη, «η
δημιουργία
ενός ειδικού
φορέα εντός της
ESA... αποτελεί,
μεσοπρόθεσμα,
την καλύτερη
συμβιβαστική
λύση μεταξύ
της
αναμενόμενης
αποτελεσματικότητας
και της
ευκολίας
εφαρμογής». Η
Επιτροπή
θεωρεί ότι η
επιλογή αυτή
διαθέτει πλεονεκτήματα
τα οποία
πρέπει να
αναλυθούν και
να συζητηθούν
περαιτέρω με την
ESA ώστε να
αξιολογηθούν
πλήρως οι
νομικές,
τεχνικές
επιπτώσεις της
και οι
επιπτώσεις της
όσον αφορά τους
ανθρώπινους
πόρους. Το
πλεονέκτημα
της επιλογής
αυτής είναι
ότι θα
διατηρηθεί η
διακυβερνητική
δομή της ESA,
δημιουργώντας
ένα κατάλληλο
πλαίσιο για τη
διαχείριση των
χρηματοδοτικών
πόρων που
εισφέρει η ΕΕ. Παρόλο
που η 3η επιλογή μπορεί
να αποτελεί
μια καλύτερη
λύση για την
αντιμετώπιση
των διαρθρωτικών
ζητημάτων στις
σχέσεις ΕΕ-ESA, η 2η
επιλογή
(αναθεώρηση
της ισχύουσας
συμφωνίας-πλαισίου)
θα πρέπει να
εξεταστεί
παράλληλα με
την 3η επιλογή. Θα
πρέπει να
τονιστεί
επίσης ότι,
όπως
υπογραμμίζεται
στην
ανακοίνωση του
Νοεμβρίου 2012, οι
συμφωνίες
ανάθεσης
αρμοδιοτήτων
έχουν συμβάλει
στην προσέγγιση
μεταξύ της ΕΕ
και της ESA και
μπορούν να
συμβάλουν
περαιτέρω στη
βελτίωση της
επιχειρησιακής
απόδοσης και
της
λειτουργικής
σχέσης μεταξύ
της ΕΕ και της ESA
όσον αφορά τη
συμμετοχή της ESA
στην υλοποίηση
των
προγραμμάτων
Galileo και Copernicus.
Επομένως, η 2η
και η 3η επιλογή
θα πρέπει να μελετηθούν
υπό το πρίσμα
των βελτιώσεων
στις λειτουργικές
ρυθμίσεις
μεταξύ ΕΕ και ESA
που δύναται να
επιτευχθούν
μέσω των εν
λόγω συμφωνιών
ανάθεσης
αρμοδιοτήτων. Η
Επιτροπή
θεωρεί ότι η
πορεία που θα
επιλεγεί πρέπει
να προσφέρει
προστιθέμενη
αξία προς
όφελος και των
δύο
οργανισμών,
της ΕΕ και της ESA,
και να
αποφεύγει τη
σύγχυση των
αρμοδιοτήτων.
Η λύση που θα
επιλεγεί
πρέπει να
είναι
ρεαλιστική και
να αποφεύγει
μια προσέγγιση
τύπου «big-bang», αλλά
να προσφέρει
ταυτόχρονα μια
σταθερή και
βιώσιμη (νομική)
βάση, επί της
οποίας θα
μπορούν να
εξελιχθούν
μακροπρόθεσμα
οι σχέσεις
αυτές, με
ορίζοντα το 2020
και μετά, σε
πλήρη
συμμόρφωση με
τους ισχύοντες
χρηματοδοτικούς
κανόνες και
ιδίως τις
δημοσιονομικές
αρχές που
διατυπώνονται
στον
δημοσιονομικό
κανονισμό. Οι
επιπτώσεις σε
προγράμματα
που βρίσκονται
σε εξέλιξη θα
πρέπει να
αξιολογηθούν
προσεκτικά
ώστε να μειωθεί
οποιοσδήποτε
ενδεχόμενος
κίνδυνος διατάραξής
τους. Το παρόν
έγγραφο
αποτελεί ένα
βήμα στην
απάντηση της
Επιτροπής στην
πρόσκληση του
Συμβουλίου
(που διατυπώθηκε
στα
συμπεράσματα
του
Φεβρουαρίου 2013)
να καταρτίσει
προτάσεις για
την περαιτέρω
εξέλιξη των
σχέσεων ΕΕ-ESA.
Βάσει αυτής
της αρχικής
αξιολόγησης, η
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή θα
εντατικοποιήσει
τις συζητήσεις
με τα κράτη
μέλη και με τον
Γενικό
Διευθυντή της ESA
ώστε να
βελτιωθούν
περαιτέρω οι
κανονιστικές
και τεχνικές
αναλύσεις των
επιλογών και
να διατυπωθούν
τελικά
συνεκτικές
προτάσεις από
την Επιτροπή,
αφενός, και τον
Γενικό
Διευθυντή της ESA,
αφετέρου, για
μια
συγκλίνουσα
προσέγγιση που
θα καθορίζει
το μελλοντικό
πλαίσιο των
σχέσεων μεταξύ
των δύο οργανισμών. Η ESA
αναμένεται να
λάβει απόφαση
για την
εξέλιξη της
Υπηρεσίας κατά
τη συνεδρίαση
του Συμβουλίου
του σε υπουργικό
επίπεδο τον
Δεκέμβριο του 2014.
Από την
πλευρά της ΕΕ,
στόχος του
παρόντος
εγγράφου είναι
να
τροφοδοτήσει
τη συζήτηση
στο Συμβούλιο με
στόχο να
προσδιοριστεί
πολιτικός
προσανατολισμός
για τα επόμενα
μέτρα που θα
ληφθούν σε
στενή
συνεργασία με
τον Γενικό
Διευθυντή της ESA.
Ανάλογα με την
έκβαση των
συζητήσεων
αυτών, του συνεχιζόμενου
διαλόγου και
βάσει της
περαιτέρω
εσωτερικής
ανάλυσης των
επιλογών, η
Επιτροπή
δύναται να
παρουσιάσει
συγκεκριμένες
προτάσεις για
την αναμόρφωση
του υφιστάμενου
πλαισίου
σχέσεων μεταξύ
ΕΕ και ESA προς τα
τέλη του 2014,
αρχές του 2015. Το
έγγραφο δεν
προδικάζει τυχόν
μελλοντικές
προτάσεις της
Επιτροπής, οι
οποίες θα
βασίζονται και
θα
συνοδεύονται
από μια ολοκληρωμένη
εκτίμηση
επιπτώσεων η
οποίοα θα
αναλύει και θα
ποσοτικοποιεί
περαιτέρω τις
επιπτώσεις
τουλάχιστον
της 2ης και της
3ης επιλογής. Πρόσθετες
εργασίες απαιτούνται
ιδίως για την
αξιολόγηση των
επιλογών όσον
αφορά την
αποτελεσματικότητα
στον συντονισμό
και την
εφαρμογή των
πολιτικών,
καθώς και τις
επιπτώσεις της
συνδυασμένης
δράσης της ΕΕ
και της ESA στους
συνολικούς
πολιτικούς
στόχους της ΕΕ
(π.χ. στρατηγική
σημασία του
Διαστήματος
για την Ευρώπη,
συμβολή των
διαστημικών
δραστηριοτήτων
στις κοινωνικές
προκλήσεις και
ανταγωνιστικότητα
της διαστημικής
βιομηχανίας
της ΕΕ). Η
ανάλυση θα
πρέπει να περιλαμβάνει
επίσης
στοιχεία
προβλέψεων
σχετικά με τις
μακροπρόθεσμες
τεχνολογικές,
βιομηχανικές
και οικονομικές
εξελίξεις,
καθώς και τις
ενδεχόμενες
παγκόσμιες
εξελίξεις που
θα μπορούσαν
να επηρεάσουν
τις σχέσεις
της ΕΕ με την ESA. [1] ΕΕ L 261 της 6.8.2004, σ.
64. [2] Άρθρο 189 της
ΣΛΕΕ [3] COM(2011)152 της 4ης
Απριλίου 2011 [4] COM(2012)671 της 14ης
Νοεμβρίου 2012 [5] ST6571/13 [6] Σε έγγραφη
δήλωση σχετικά
με τα
συμπεράσματα
του Συμβουλίου,
η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
θέλησε να
διασαφηνίσει
ότι «θεωρεί ότι
η χρήση του
όρου «κοινές» πριν
από τον όρο
«προτάσεις»
αποδίδει ένα
νόημα που δεν
είναι σωστό
από νομική και
θεσμική άποψη.
Ασκώντας το
δικαίωμα
πρωτοβουλίας
της, η Επιτροπή
θα καθορίσει
τον πλέον
κατάλληλο
τρόπο για να
εξασφαλιστεί
στενή
συνεργασία με
τον Γενικό
Διευθυντή της
Ευρωπαϊκής
Υπηρεσίας
Διαστήματος (ΕSA)
και με τα κράτη
μέλη της ΕΕ
κατά την
κατάρτιση των
προτάσεών της
για τις
μελλοντικές
κατάλληλες
σχέσεις μεταξύ
της ΕΕ και της (ΕSA)ESA». [7] Για
παράδειγμα,
αναφερόμενη
στη συμφωνία
ανάθεσης
αρμοδιοτήτων
που θα
συναφθεί
μεταξύ της
Ένωσης και της (ΕSA)
ESA για τη φάση
εγκατάστασης
του
προγράμματος
Galileo, στην
αιτιολογική
σκέψη 30 του
κανονισμού
αναφέρεται ότι
«Προκειμένου
να είναι σε
θέση η
Επιτροπή να
ασκεί πλήρως
τις ελεγκτικές
της εξουσίες, η
συμφωνία ανάθεσης
αρμοδιοτήτων
θα πρέπει να
περιλαμβάνει ιδίως
τους γενικούς
όρους
διαχείρισης
των κονδυλίων
που
διατίθενται στην
Ευρωπαϊκήό Υπηρεσία
Διαστήματος.
Σχετικά με τις
δραστηριότητες
που χρηματοδοτούνται
αποκλειστικά
από την Ένωση,
οι όροι αυτοί
θα πρέπει να
εγγυηθούν έναν
βαθμό ελέγχου
συγκρίσιμο με
τον βαθμό που
θα απαιτείτο
αν η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία
Διαστήματος
ήταν
οργανισμός της
Ένωσης.»
(Κανονισμός (ΕΕ)
αριθ. 1285/2013 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου για
την εφαρμογή
και εκμετάλλευση
των ευρωπαϊκών
συστημάτων
δορυφορικής πλοήγησης∙
ΕΕ L 247 της 20.12.2013) [8] Προς το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο [9] Political declaration towards the European Space Agency that
best serves Europe (Πολιτική
δήλωση προς
μια Ευρωπαϊκή
Υπηρεσία Διαστήματος
που εξυπηρετεί
με τον
καλύτερο τρόπο
την Ευρώπη) ESA/C-M/CCXXXIV/Res. 4
(final), της 20ής
Νοεμβρίου 2012 [10] Εξέλιξη
των σχέσεων
ΕΕ-ΕSA:
Αξιολόγηση
κόστους-ωφέλειας
των επιλογών, Roland
Berger Strategy Consultants,
Νοέμβριος 2013. [11] Οι
αναλύσεις που
έχουν
διενεργηθεί
στο παρελθόν για
το GNSS
καταδεικνύουν
ότι μία ημέρα
καθυστέρησης
στην κρίσιμη
πορεία
συνεπάγεται
κόστος περίπου
1 εκατομμυρίου
ευρώ. [12] Προς το
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο [13] Η έννοια
ενός
«ενωσιακού
πυλώνα» στην
αποτελεί μέρος
των σκέψεων
της Επιτροπής
για τις
σχέσεις της με
την ΕSA ως ένα
βήμα προς το
μακροπρόθεσμο
στόχο της προσέγγισης.
Στην
ανακοίνωση του
Απριλίου 2011, η
Επιτροπή δήλωσε
ότι η ΕSA «θα
συνεχίσει να
εξοπλίζεται με
δομές
διαχείρισης
που να
ασχολούνται
αποκλειστικά
με προγράμματα
της Ένωσης».
Στην
ανακοίνωση του
Νοεμβρίου 2012, η
Επιτροπή αναφέρει
επίσης ότι, για
την επίτευξη
του
μακροπρόθεσμου
στόχου της
προσέγγισης, η ΕSAθα
μπορούσε να «επιφέρει
τις αναγκαίες
διαρθρωτικές
προσαρμογές
(λήψη
αποφάσεων για
χρηματοδοτικά
και εσωτερικά
ζητήματα) και
να διασφαλίσει
ότι οι
δραστηριότητες
που ανατέθηκαν
στην ΕSA από την
Επιτροπή
εκτελούνται σε
περιβάλλον στα
πρότυπα της ΕΕ
(π.χ. μέσω
ειδικής
διεύθυνσης που
θα
διαχειρίζεται
τα προγράμματα
της ΕΕ στο
πλαίσιο της ΕSA)».
Η επιλογή αυτή
εξετάζεται
επίσης από τη ΕSA
στο πλαίσιο
των σκέψεων
για την πιθανή
μελλοντική
εξέλιξή του
(σκέψεις που
ξεκίνησαν στο
Συμβούλιο της
ΕSA σε υπουργικό
επίπεδο το
Νοέμβριο 2012). [14] Κανονισμός
αριθ. 966/2012 του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου
σχετικά με
τους
δημοσιονομικούς
κανόνες που
εφαρμόζονται
στον γενικό
προϋπολογισμό
της Ένωσης∙ ΕΕ L
298 της 26.10.2012 (βλ. μέρος
Ι, τίτλος ΙΙ).