This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52012DC0400
REPORT FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT AND THE COUNCIL Second Report on Effects of Directives 2006/48/EC and 2006/49/EC on the Economic Cycle
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Δεύτερη έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ στον οικονομικό κύκλο
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Δεύτερη έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ στον οικονομικό κύκλο
/* COM/2012/0400 final */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Δεύτερη έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ στον οικονομικό κύκλο /* COM/2012/0400 final */
ΠΙΝΑΚΑΣ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1........... Εισαγωγή...................................................................................................................... 3 2........... Κυκλικότητα
των εποπτικών
κεφαλαιακών
απαιτήσεων.............................................. 4 3........... Επίπτωση
των
κεφαλαιακών
απαιτήσεων στα
επίπεδα των
τραπεζικών
κεφαλαίων.... 7 4........... Επίπτωση
των επιπέδων
των τραπεζικών
κεφαλαίων στη
δανειοδοτική
δραστηριότητα
των τραπεζών 9 5........... Αντίκτυπος
των
πιστοδοτήσεων
στον
οικονομικό κύκλο............................................. 9 6........... Μέτρα
για την
αντιμετώπιση
της
φιλοκυκλικότητας.................................................. 10 6.1........ Ενιαίο
εγχειρίδιο
κανόνων.......................................................................................... 10 6.2........ Αντικυκλική
κεφαλαιακή
εφεδρεία (ΑΚΕ)................................................................. 11 6.3........ Δείκτης
μόχλευσης..................................................................................................... 11 6.4........ Οργανισμοί
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας
(ΟΑΠΙ).................................... 12 6.5........ Μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
(ΜΜΕ)........................................................................... 13 7........... Συμπεράσματα............................................................................................................ 14 8........... Βιβλιογραφία............................................................................................................... 15 ΕΚΘΕΣΗ
ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΠΡΟΣ ΤΟ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
ΚΑΙ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Δεύτερη
έκθεση σχετικά
με τις
επιπτώσεις των
οδηγιών 2006/48/ΕΚ
και 2006/49/ΕΚ στον
οικονομικό
κύκλο 1. Εισαγωγή 1. Οι ελάχιστες
κεφαλαιακές
απαιτήσεις των
τραπεζών
δυνάμει της
οδηγίας της ΕΕ
περί
κεφαλαιακών
απαιτήσεων (ΟΚΑ)[1], βάσει του
πλαισίου της
Βασιλείας II,
παρουσιάζουν
ευαισθησία
στον κίνδυνο.
Κατά συνέπεια,
καθώς οι
πιστωτικοί
κίνδυνοι και
οι κίνδυνοι
αγοράς
αυξάνονται σε
περίοδο
οικονομικής κάμψης,
θα αυξηθούν
και οι
ελάχιστες
κεφαλαιακές απαιτήσεις
των τραπεζών
προκειμένου να
ανταποκριθούν
στους εν λόγω
αυξημένους
κινδύνους. Οι
τράπεζες θα
πρέπει ενδεχομένως
να αντλήσουν
πρόσθετα
κεφάλαια για να
καλύψουν αυτές
τις αυξημένες
απαιτήσεις σε
μια χρονική
στιγμή, κατά
την οποία οι
κεφαλαιακοί πόροι
τους
μειώνονται
λόγω των
ζημιών, ενώ οι
ευκαιρίες για
άντληση
κεφαλαίων
είναι σπάνιες
και δαπανηρές.
Αυτό μπορεί να
περιορίσει τη
δανειοδοτική
ικανότητα των
τραπεζών προς
την οικονομία, επιτείνοντας
έτσι την
οικονομική
κάμψη. Ομοίως,
σε περίοδο οικονομικής
ανάκαμψης,
όταν οι τιμές
παρουσιάζουν σταθερή
αύξηση και οι
αθετήσεις υποχρεώσεων
μειώνονται, η
εμφανής μείωση
του κινδύνου
μπορεί να
περιορίσει τις
κεφαλαιακές
απαιτήσεις και
να ενισχύσει
τον δανεισμό,
ωθώντας
περαιτέρω την
οικονομία. Εάν
η ρύθμιση έχει
τέτοια
επίδραση,
χαρακτηρίζεται
ως
«φιλοκυκλική». 2. Το ενδεχόμενο
να συντελεί η
ΟΚΑ στη
φιλοκυκλικότητα
που
παρατηρείται
στο χρηματοπιστωτικό
σύστημα,
σύμφωνα με το
προϋπάρχον
πλαίσιο της
Βασιλείας I,
οδήγησε στη
συμπερίληψη
του άρθρου 156
στην ΟΚΑ[2], βάσει
του οποίου
απαιτείται από
την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή
(Επιτροπή) να
παρακολουθεί
περιοδικά αν η
ΟΚΑ έχει «σημαντικές
επιπτώσεις
στον
οικονομικό
κύκλο» και να
υποβάλλει ανά
διετία στο
Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το
Συμβούλιο
έκθεση μαζί με
τυχόν κατάλληλα
διορθωτικά
μέτρα. 3. Η
Επιτροπή
εκπόνησε την
πρώτη έκθεσή
της σχετικά με
τη
φιλοκυκλικότητα
το 2010. Η παρούσα
δεύτερη έκθεση
βασίζεται και
πάλι στην
ανάλυση της
ΕΚΒ, η οποία προσυπογράφηκε
από την ομάδα
μελέτης των
επιπτώσεων (ISG),
που συστάθηκε
από κοινού από
την επιτροπή
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας
(ΕΧΣ) του ΕΣΚΤ
και την
Ευρωπαϊκή Αρχή
Τραπεζών (ΕΑΤ)
το 2011, ως
διάδοχος της
κοινής ομάδας
δράσης για τις
επιπτώσεις του
νέου
κεφαλαιακού
πλαισίου (Joint Task Force on the
Impact of the new Capital Framework - JTFICF). Η
έκθεση της ΕΚΤ
επικεντρώνεται
σε μια
ποσοτική ανάλυση
τραπεζικών
δεδομένων
βάσει της
μεθόδου IRB,
περιλαμβάνει
όμως συνοπτική
εξέταση της
πιθανής
φιλοκυκλικότητας
της
τυποποιημένης
μεθόδου, η οποία
περιέχεται
στην παρούσα
έκθεση[3]. 4. Η
ανάλυση της
σχέσης μεταξύ
εποπτικών
κεφαλαιακών
απαιτήσεων και
φιλοκυκλικού
δανεισμού των
τραπεζών
εξακολουθεί να
είναι
περίπλοκη.
Όπως
επισημάνθηκε
στην πρώτη έκθεση,
τα καίρια
ερωτήματα που
πρέπει να
απαντηθούν
είναι τα εξής: α) Είναι
οι κεφαλαιακές
απαιτήσεις
κυκλικές; β) Εάν
ναι, έχουν οι
κυκλικές
κεφαλαιακές
απαιτήσεις
αντίκτυπο στο
επίπεδο των
κεφαλαίων που
οι τράπεζες
επιθυμούν ή
πραγματικά
διαθέτουν; γ) Εάν
ναι, έχει το
επιθυμητό ή το
πραγματικό
ύψος του
τραπεζικού
κεφαλαίου αντίκτυπο
στην
κυκλικότητα
του δανεισμού; δ) Εάν
ναι, έχει ο
κυκλικός
δανεισμός
αντίκτυπο στον
οικονομικό
κύκλο; 5. Τον
Ιούλιο του 2011, η
Επιτροπή
πρότεινε μια
νομοθετική δέσμη
για τη
μεταρρύθμιση των
κανονιστικών
ρυθμίσεων για
τον τραπεζικό
τομέα,
περιλαμβανομένων
μιας οδηγίας
(ΟΚΑ IV) και ενός
κανονισμού
(ΚΚΑ). Η πρόταση
της Επιτροπής
περιέχει
ορισμένα μέτρα
τα οποία
ενδέχεται να
περιορίσουν τη
φιλοκυκλικότητα.
Η παρούσα
έκθεση
καταλήγει με
μια προοπτική σχετικά
με τον βαθμό
στον οποίο τα
εν λόγω αντικυκλικά
μέτρα
πολιτικής
δύνανται να
περιορίσουν τις
φιλοκυκλικές
επιπτώσεις της
ΟΚΑ στον χρηματοπιστωτικό
και τον
οικονομικό
κύκλο. 2. Κυκλικότητα
των εποπτικών κεφαλαιακών
απαιτήσεων 6. Κοινή
και συνεπής
άποψη των
εθνικών
εποπτικών αρχών,
που ερωτήθηκαν
από την ΕΚΤ το 2011,
είναι ότι το
ελάχιστο
απαιτούμενο
κεφάλαιο (ΕΑΚ) που
προβλέπεται
από την ΟΚΑ
παρουσιάζει
μεγαλύτερη
ευαισθησία
στον κίνδυνο
και τείνει να
είναι
περισσότερο
κυκλικό σε σχέση
με τις
προηγούμενες
απαιτήσεις της
Βασιλείας I. Η
αύξηση της
κυκλικότητας
των
κεφαλαιακών απαιτήσεων
αποδίδεται,
κατά κύριο
λόγο, στη
μεγαλύτερη
ευαισθησία του
γενικού
πλαισίου στον
κίνδυνο,
ιδιαίτερα όσον
αφορά τον
υπολογισμό των
κεφαλαιακών
απαιτήσεων
σύμφωνα με τις
μεθόδους
εσωτερικών
διαβαθμίσεων
(μέθοδος IRB). 7. Η
ποσοτική
ανάλυση της
ΕΚΤ εξέταζε
τον βαθμό στον
οποίο
παράμετροι
εισροών
κινδύνου στα μοντέλα
IRB, ήτοι
εκτιμήσεις
πιθανοτήτων
αθέτησης (PD) και
ζημιών σε
περίπτωση
αθέτησης (LGD), και
ανοίγματα συσχετίζονται
με
μακροοικονομικούς
παράγοντες,
καθώς και τον
βαθμό στον
οποίο αυτά
τροφοδοτούν το
κυκλικό ΕΑΚ. Οι
διαπιστώσεις θα
πρέπει να
ιδωθούν ως
προκαταρκτικές
ενδείξεις και
όχι ως καλά
τεκμηριωμένα
εμπειρικά
πορίσματα[4].
8. Η ΕΚΤ διαπίστωσε
ότι οι
πιθανότητες
αθέτησης (PD)
εταιρικών
ανοιγμάτων και
ανοιγμάτων
λιανικής που
δεν είναι σε
αθέτηση
τείνουν να
αυξάνονται
εντονότερα σε
συνθήκες
χαμηλότερης
μακροοικονομικής
δραστηριότητας,
χαμηλότερων
τιμών ακινήτων
και υψηλότερης
ανεργίας, γεγονός
που πληροί μια
προϋπόθεση για
κυκλικές
κεφαλαιακές
απαιτήσεις.
Συγκριτικά,
σχετικά
περιορισμένος
ήταν ο κυκλικός
αντίκτυπος για
τις ζημίες σε
περίπτωση αθέτησης
(LGD), κάτι που
πιθανόν να
αντανακλά το
γεγονός ότι οι
τιμές των
ζημιών σε
περίπτωση
αθέτησης, που
εφαρμόζονται
στα εσωτερικά
μοντέλα των
τραπεζών,
είναι κατά
κάποιον τρόπο σταθερότερες
από τις
αντίστοιχες
πιθανότητες
αθέτησης (PD) και,
επομένως,
ενδέχεται να
αντιδρούν με
καθυστέρηση
στις αλλαγές
του μακροοικονομικού
περιβάλλοντος.
Οι μεταβολές
στα ανοίγματα
συσχετίστηκαν
με
καθυστερούμενες
μεταβολές στη
βιομηχανική
πίστη και στην
καταναλωτική
πίστη
(ενδείξεις του
οικονομικού
κύκλου) για το
εταιρικό χαρτοφυλάκιο
και το
χαρτοφυλάκιο
λιανικής
αντίστοιχα,
γεγονός που
επίσης υπονοεί
την ύπαρξη
κυκλικότητας:
οι τράπεζες
περιορίζουν τα
ανοίγματα στα
εν λόγω
χαρτοφυλάκια
ενώπιον
αντίξοων
οικονομικών
προοπτικών. Συνολικά,
η αξιολόγηση
των παραμέτρων
εισροών κινδύνου
στους
υπολογισμούς
του ΕΑΚ
υποδεικνύει
ορισμένες
αντισταθμιστικές
επιπτώσεις
μεταξύ κυκλικών
παραμέτρων
κινδύνου, όπως
οι πιθανότητες
αθέτησης (PD) ή οι
ζημίες σε
περίπτωση
αθέτησης (LGD), από
τη μία πλευρά,
και κυκλικών
εξελίξεων στα
ανοίγματα, από
την άλλη: σε
περίοδο
οικονομικής
κάμψης, η
επίδραση μιας
υψηλότερης
πιθανότητας
αθέτησης
ενδέχεται να αντισταθμίζεται
από τον
περιορισμό των
ανοιγμάτων,
όταν αυτά
συνδυάζονται
ως εισροές στο
ΕΑΚ. Οι αντισταθμιστικές
αυτές
επιπτώσεις
μπορούν δυνητικά
να καταστήσουν
την κυκλική
επίδραση στο
συνολικό ΕΑΚ
σχετικά ασαφή
ή ακόμη και
ασταθή με το
πέρασμα του χρόνου,
καθώς η
ταχύτητα των
προσαρμογών
ενδεχομένως να
διαφέρει ανά
παραμέτρους
και
χαρτοφυλάκια. 9. Τα
αποτελέσματα από
την εκτίμηση των
μεταβολών στο
συνολικό
τραπεζικό ΕΑΚ
δεν
υποδεικνύουν
σημαντική σχέση
μεταξύ της
μεταβολής του
ΕΑΚ και της
αύξησης του
ΑΕΠ για το
συνολικό
δείγμα σε
επίπεδο
τραπεζών (και
όχι
χαρτοφυλακίων).
Εντούτοις,
όταν η ανάλυση περιορίζεται
σε τράπεζες
της ομάδας 1[5]
παρατηρείται
σημαντική
συσχέτιση
ανάμεσα στην
πτώση της
αύξησης του ΑΕΠ
και την αύξηση
του ΕΑΚ. Το
γεγονός αυτό
τείνει να υποδεικνύει
κάποια
κυκλικότητα
του ΕΑΚ για τις
τράπεζες της
ομάδας 1. 10. Θα
πρέπει να
σημειωθεί ότι
το σύνολο των
δεδομένων
περιοριζόταν
σε τράπεζες
της μεθόδου IRB
και απέκλειε
πολλές
μικρότερες
τράπεζες της
ομάδας 2 – οι
οποίες
χρησιμοποιούν
την τυποποιημένη
μέθοδο.
Συνεπώς, η
κυκλικότητα
του ΕΑΚ για τις
τράπεζες της
ομάδας 2 στο
σύνολό τους
ενδέχεται να
είναι επίσης
σημαντική,
παρά το
γεγονός ότι οι
σχετικές
στατιστικές
ενδείξεις δεν
εμπίπτουν στο
πεδίο
εφαρμογής της
μελέτης της
ΕΚΤ (βλ. σημείο 13). 11. Υπάρχουν
ενδείξεις για
μερική
κυκλικότητα
του ΕΑΚ σε
επίπεδο
χαρτοφυλακίων.
Αναφορικά με
την καθυστερούμενη
ανάπτυξη του
ΑΕΠ, που
συνιστά τον
βασικότερο δείκτη
του
οικονομικού
κύκλου,
υπάρχει
σημαντική
αρνητική σχέση
με το ΕΑΚ του
εταιρικού
χαρτοφυλακίου,
μόνο όμως των
τραπεζών της
ομάδας 1. Ωστόσο,
υπάρχει επίσης
σημαντική
αρνητική σχέση
ανάμεσα στις μειωμένες
τιμές των
εμπορικών
ακινήτων και
το ΕΑΚ του εταιρικού
χαρτοφυλακίου
για όλες τις
τράπεζες του
δείγματος.
Όσον αφορά το
χαρτοφυλάκιο
λιανικής, η
ανάπτυξη του
ΑΕΠ επίσης
σχετίζεται
αποκλειστικά
με τις τράπεζες
της ομάδας 1, σε
χαμηλότερο
όμως επίπεδο
σημαντικότητας.
Οι μεταβολές
στα ποσοστά
ανεργίας επηρεάζουν
σημαντικά το
ΕΑΚ του
χαρτοφυλακίου
λιανικής για
το συνολικό
δείγμα, χωρίς
όμως να υπάρχει
σημαντική διαφορά
για τις
τράπεζες της
ομάδας 1. 12. Εν
κατακλείδι, οι
κυκλικές
επιπτώσεις σε
επίπεδο χαρτοφυλακίου
φαίνεται ότι
μετριάζονται
σε επίπεδο τραπεζών.
Όπως ήδη
υποδεικνύεται
από τις διαπιστώσεις
για τις
αντισταθμιστικές
κυκλικές
επιδράσεις των
παραμέτρων του
ΕΑΚ, οι εν λόγω
περιορισμοί
πιθανόν να
οφείλονται,
κατά κύριο
λόγο, στην
προσαρμογή των
χαρτοφυλακίων
όσον αφορά το μέγεθος
και τη σύνθεση των
συνολικών
χαρτοφυλακίων
των τραπεζών.
Ωστόσο, οι
παρατηρούμενες
ανακατανομές
των περιουσιακών
στοιχείων
μάλλον ενεργοποιήθηκαν
περισσότερο
από τη
χρηματοπιστωτική
κρίση και
λιγότερο από
αλλαγές στις
υποκείμενες
παραμέτρους
κινδύνου καθαυτές.
Επί παραδείγματι,
οι τράπεζες
μπορεί να
στόχευαν σε
υψηλότερο ποσό
περιουσιακών
στοιχείων
επιλέξιμων ως
εγγύηση σε
δραστηριότητες
ρευστότητας
των κεντρικών
τραπεζών,
προκειμένου να
ενισχύσουν τη
θέση τους ως
προς τη
ρευστότητα και
να δύνανται να
επωφεληθούν
από φθηνή
χρηματοδότηση
κεντρικών
τραπεζών. Στην
περίπτωση
αυτή, εάν δεν
υπήρχε κρίση,
το ΕΑΚ θα
μπορούσε να
ήταν
κυκλικότερο. 13. Ένας
ακόμη
παράγοντας,
που
ενδεχομένως να
συμβάλλει στην
κυκλικότητα των
ελάχιστων
κεφαλαιακών
απαιτήσεων,
πηγάζει από
τις εξωτερικές
διαβαθμίσεις
αναφορικά με
συγκεκριμένα
περιουσιακά
στοιχεία που
περιλαμβάνονται
στους τραπεζικούς
ισολογισμούς.
Σημαντικός
αριθμός τραπεζών
σε χώρες της ΕΕ
εφαρμόζουν
(πλήρως ή εν
μέρει) την
τυποποιημένη
μέθοδο (ΤΜ) για
τον υπολογισμό
των
κεφαλαιακών
απαιτήσεών
τους. Εφόσον η
ΤΜ βασίζεται
σε μεγάλο βαθμό
στη χρήση
εξωτερικών
διαβαθμίσεων
για εποπτικούς
σκοπούς,
οιαδήποτε
κυκλικότητα
στις εξωτερικές
διαβαθμίσεις
θα οδηγούσε
επίσης σε
κυκλικές
μεταβολές των
κεφαλαιακών
απαιτήσεων[6].
Οι τράπεζες
που χρησιμοποιούν
την ΤΜ μπορεί
να συνιστούν
επιπρόσθετη
και σημαντική
δύναμη για
οιαδήποτε
επηρεαζόμενη
από την ΟΚΑ
φιλοκυκλικότητα
στον τραπεζικό
δανεισμό. 14. Επιπλέον,
οι απαιτήσεις τις
οποίες έχουν
καθορίσει οι
οργανισμοί
αξιολόγησης
της πιστοληπτικής
ικανότητας (ΟΑΠΙ)
αποτελούν
σημαντικούς
παράγοντες
στις
τραπεζικές
αποφάσεις περί
κατανομής των
κεφαλαίων,
διότι οι
τράπεζες συχνά
στοχεύουν στη
διατήρηση ή
την επίτευξη
μιας
αξιολόγησης-στόχου
ως
επιχειρηματική
στρατηγική,
γεγονός που μπορεί
να υποδεικνύει
μεγαλύτερο και
περισσότερο
κυκλικό δείκτη
κεφαλαιακής
επάρκειας από
ό,τι
εντέλλεται η
ΟΚΑ[7]. 3. Επίπτωση
των κεφαλαιακών
απαιτήσεων στα
επίπεδα των τραπεζικών
κεφαλαίων 15. Η
δυνατότητα και
η προθυμία των
τραπεζών να
δανείζουν
εξαρτάται εν
μέρει από τον
βαθμό δεσμευτικότητας
των ελάχιστων
κεφαλαιακών
περιορισμών.
Ένα
φιλοκυκλικό
ΕΑΚ, το οποίο
αυξάνεται κατά
τη διάρκεια
μιας περιόδου
οικονομικής
κάμψης, θα
περιόριζε
απότομα τις
τραπεζικές
κεφαλαιακές
εφεδρείες πάνω
από το
ελάχιστο,
εξωθώντας μια
προνοητική
τράπεζα στην
αναζήτηση
περισσότερων
κεφαλαίων ή
εναλλακτικά
στον
περιορισμό του
ΕΑΚ, μέσα από
την περικοπή
του δανεισμού. 16. Σύμφωνα
με την
ακαδημαϊκή
βιβλιογραφία
για τη συμπεριφορά
των τραπεζικών
κεφαλαιακών
εφεδρειών στη
διάρκεια του
οικονομικού
κύκλου, οι
κεφαλαιακές
εφεδρείες των
τραπεζών
υπερβαίνουν
γενικά τη
μείωση του ΕΑΚ
όταν
σημειώνεται
αύξηση της επιχειρηματικής
δραστηριότητας,
γεγονός που
συνεπάγεται
υπερβολική
ανάληψη
κινδύνου σε
περιόδους
οικονομικής
ανάκαμψης και
περιορισμό του
δανεισμού σε
περιόδους οικονομικής
κάμψης[8]. 17. Η
εμπειρική
ανάλυση της
ΕΚΤ καταλήγει
σε ελαφρώς σημαντικές
συσχετίσεις
μεταξύ της
ανάπτυξης του
ΑΕΠ και των
εταιρικών
κεφαλαιακών
εφεδρειών, γεγονός
που
συνεπάγεται
την αντίστροφη
συμπεριφορά –
μεγαλύτερες
εφεδρείες σε
περιόδους οικονομικής
ανάκαμψης και
χαμηλότερες σε
περιόδους
οικονομικής
κάμψης. Ωστόσο,
δεδομένης της
σύντομης
χρονικής
περιόδου της
δειγματοληψίας
και της
αύξησης της κεφαλαιακής
εφεδρείας,
λόγω της
κρίσης του
δεύτερου
εξαμήνου του 2010
και του πρώτου
εξαμήνου του 2011,
οι εν λόγω
παρατηρήσεις
πρέπει να
γίνουν δεκτές με
επιφύλαξη[9]. 18. Τα
επίπεδα των
κεφαλαίων τα
οποία
διαθέτουν οι
τράπεζες
μπορούν επίσης
να επηρεαστούν
από την
αναμονή
μελλοντικών
εποπτικών απαιτήσεων.
Οι μελλοντικές
απαιτήσεις
καλύπτουν τον κανονισμό
που
προβλέπεται
στις συμφωνίες
«Βασιλεία ΙΙΙ», τα
πρόσφατα μέτρα
της ΕΑΤ[10],
καθώς και οιουσδήποτε
άλλους
επιπρόσθετους
εθνικούς
κανονισμούς σχετικά
με δείκτες
κεφαλαιακής
επάρκειας, που
εγκρίθηκαν
πρόσφατα ή
αναμένεται να
εγκριθούν στο
εγγύς μέλλον.
Συνολικά, από
τις ενδείξεις
της έρευνας
προκύπτει αξιοσημείωτος
αντίκτυπος των
εποπτικών
μεταβολών τόσο
στα ισοζύγιά
τους όσο και
στις δανειακές
πολιτικές
τους, συμπεριλαμβανομένων
των κριτηρίων
πιστοληπτικής διαβάθμισης[11].
19. Η ΕΑΤ
έχει
δημοσιοποιήσει
προκαταρκτικές
ενδείξεις
σχετικά με τη διαδικασία
ανακεφαλαιοποίησης[12].
Οι συνολικές
ενέργειες
παρέχουν
προκαταρκτικό αθροιστικό
κεφαλαιακό
πλεόνασμα
ύψους περίπου 26%.
Οι ενέργειες
επικεντρώνονται
κυρίως σε
απευθείας
κεφαλαιακά
μέτρα, τα οποία
αναλογούν σε
ποσοστό 96% του
κεφαλαιακού
ελλείμματος
και σε 77% του συνολικού
ύψους των
προτεινόμενων
ενεργειών. Η
πλειονότητα
αυτών αφορούν
αύξηση του
κεφαλαίου, αδιανέμητα
κέρδη και
μετατροπή
υβριδίων σε
κοινές μετοχές.
Τα μέτρα με
επιπτώσεις στα
σταθμισμένα
βάσει κινδύνου
στοιχεία
ενεργητικού (RWA)
αντιστοιχούν
στο εναπομείναν
23% του συνόλου
των ενεργειών.
Λαμβανομένων υπόψη
των μέτρων που
προκύπτουν από
αποφάσεις της
ΕΕ για
κρατικές
ενισχύσεις με
στόχο την
τραπεζική
αναδιάρθρωση ή
άλλα
προγράμματα
χωρών, οι επιπτώσεις
των ενεργειών
για τον
περιορισμό του
δανεισμού στην
πραγματική
οικονομία θα αποτελούν
ποσοστό
μικρότερο του 1% επί
του συνόλου.
Ωστόσο, η
Επιτροπή, η ΕΑΤ
και η ΕΚΤ έχουν
δεσμευτεί να
παρακολουθήσουν
στενά τη
διαδικασία
απομόχλευσης,
ασχέτως αν αυτή
συνδέεται ή
όχι με το
σχέδιο
ανακεφαλαιοποίησης.
Συγκεκριμένα,
εφόσον η
απομόχλευση
είναι πιθανόν
να συντρέξει
με μη βασικές
ενέργειες
ή/και εκτός της
εγχώριας
αρμοδιότητας,
σημαντικό
είναι να
υπάρχει στενή
συνεργασία
μεταξύ χωρών
καταγωγής και
υποδοχής, τόσο
εντός όσο και
εκτός της ΕΕ. Επιπλέον,
το μερίδιο των
συνολικών
πιστώσεων των τραπεζών
της ζώνης του
ευρώ για την
κεντρική και ανατολική
Ευρώπη (ΚΑΕ) (47,3%)
είναι υψηλό σε σύγκριση
με άλλες
αναδυόμενες
οικονομίες,
γεγονός που
υποδεικνύει
ιδιαίτερα
αυξημένη πιστωτική
εξάρτηση και
ιδιαίτερα
μεγάλη
ευαισθησία σε
αποφάσεις των
μητρικών εταιρειών
περί
απομόχλευσης.
Για
συγκεκριμένες
χώρες της
περιοχής, η
παροχή
πιστώσεων
ελέγχεται
σχεδόν αποκλειστικά
από
τραπεζικούς
ομίλους της
ζώνης του ευρώ[13].
4. Επίπτωση
των επιπέδων
των τραπεζικών
κεφαλαίων στη δανειοδοτική
δραστηριότητα
των τραπεζών 20. Η
μεγάλη
πλειοψηφία των
εθνικών
εποπτικών
αρχών δήλωσαν
ότι υπάρχουν
σαφείς δεσμοί
ανάμεσα στις τραπεζικές
πολιτικές
διαχείρισης
των κεφαλαίων
και τη
διαδικασία
χορήγησης
δανείων που
αυτές
εφαρμόζουν.
Στις
περισσότερες
περιπτώσεις,
σημαντικό ρόλο
διαδραματίζουν
οι εποπτικές
κεφαλαιακές
απαιτήσεις της
ΟΚΑ. Ωστόσο, οι
αρχές δεν
έχουν
προσδιορίσει
σαφείς
επιπτώσεις των
εποπτικών
κεφαλαιακών
απαιτήσεων σε
ορισμένες κατηγορίες
στοιχείων του
ενεργητικού ή
κατηγορίες
δανείων. Άλλες
κινητήριες
δυνάμεις πίσω
από τις
πολιτικές
διαχείρισης
του κεφαλαίου
δυσχεραίνουν
τη διάκριση
της επιρροής
της ΟΚΑ στον
τραπεζικό
δανεισμό. Στις
εν λόγω
κινητήριες
δυνάμεις
περιλαμβάνονται
οι πολιτικές
των τραπεζών
όσον αφορά τη
διάθεση
ανάληψης
κινδύνων, οι
προσομοιώσεις
ακραίων
καταστάσεων,
οι αξιώσεις του
πυλώνα I/II και το RAROC[14],
καθώς και οι
στόχοι
ανάπτυξης των
χαρτοφυλακίων.
Όσον αφορά
τους
παράγοντες από
την πλευρά της
προσφοράς και
της ζήτησης
που ενδέχεται
να επηρεάζουν
την
κυκλικότητα σε
δανειακά
ανοίγματα, οι
απόψεις των
αρχών
διίστανται,
όμως οι εν λόγω
παράγοντες
θεωρούνται
συνήθως σημαντικότεροι
από τις
εποπτικές
κεφαλαιακές
απαιτήσεις.
Στους συναφείς
παράγοντες
χορήγησης
δανείων
περιλαμβάνονται
το
μακροοικονομικό
περιβάλλον
(κόστος
χρηματοδότησης,
διαθεσιμότητα
κεφαλαίου και
ρευστότητα, εμπιστοσύνη
της αγοράς) και
η επιμέρους
δανειοδοτική
στρατηγική των
τραπεζών. Η
ζήτηση σε
δάνεια
επηρεάζεται,
κατά κύριο
λόγο, από
μακροοικονομικές
συνθήκες (ρυθμός
ανάπτυξης,
πληθωρισμός,
ανεργία,
αύξηση του
εισοδήματος,
αφερεγγυότητες,
κατανάλωση
(προσδοκία), εξαγωγές
κ.λπ.), όμως
αναφορά έγινε
επίσης στις
συνθήκες της αγοράς
(επιτόκια,
διαθεσιμότητα
χρηματοδότησης).
Οι αρχές
επεσήμαναν
επίσης ότι οι
απομειώσεις και
οι διαγραφές
δανείων έχουν
περισσότερο
κυκλικό
χαρακτήρα από
τις εποπτικές
κεφαλαιακές
απαιτήσεις για
τα
εξυπηρετούμενα
δάνεια.
Σημαντικές
κινητήριες
δυνάμεις για
τη
δανειοδοτική
δραστηριότητα
των τραπεζών
θεωρούνται
επίσης η λογιστική
βάσει της
εύλογης αξίας
και τα ΔΠΧΑ. 5. Αντίκτυπος
των πιστοδοτήσεων
στον οικονομικό
κύκλο 21. Η
ποσοτικοποίηση
των επιπτώσεων
των μεταβολών
του ΕΑΚ στον
δανεισμό και
το ΑΕΠ
εξακολουθεί να
αποτελεί
ακανθώδες
ζήτημα. Η ΕΚΤ
αναθεώρησε τα
αποτελέσματα
μιας ανάλυσης
που διεξήγαγε
η ομάδα
μακροοικονομικής
αξιολόγησης (BIS, 2010),
η οποία
συστάθηκε από
την επιτροπή
τραπεζικής εποπτείας
της Βασιλείας
και το
Συμβούλιο
Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας,
με σκοπό την
εκτίμηση των
μακροοικονομικών
επιπτώσεων στη
μετάβαση στις
υψηλότερες
απαιτήσεις σε
κεφάλαιο και
ρευστότητα
δυνάμει της
Βασιλείας III.
Ωστόσο, η εν
λόγω μελέτη
αναφέρεται
μόνον
ενδεικτικά,
καθώς
επικεντρωνόταν
περισσότερο στην
εφάπαξ
μετάβαση σε
υψηλότερες
απαιτήσεις παρά
στον καθορισμό
μιας τυπικής
παράλληλης
εξέλιξης μεταξύ
ΕΑΚ, δανεισμού
και ΑΕΠ. 22. Η
ομάδα
μακροοικονομικής
αξιολόγησης
(ΟΜΑ) επεσήμανε
ότι τα τυπικά
μακροοικονομικά
μοντέλα δεν επιτρέπουν
εύκολα την
έγκαιρη
διερεύνηση των
επιπτώσεων των
αλλαγών της
προληπτικής
πολιτικής στον
δανεισμό και
το ΑΕΠ.
Μολονότι τα
διαφορετικά
μοντέλα που
χρησιμοποιούνται
από την ΟΜΑ
περιλαμβάνουν
πολλές από τις
βασικές πτυχές,
δεν υπάρχει
ένα ενιαίο
μοντέλο το
οποίο να ενσωματώνει
όλους τους
συναφείς
μηχανισμούς.
Συνεπώς, η
μελέτη
παρουσιάζει το
μέσο
αποτέλεσμα αρκετών
μοντέλων ως
κεντρική
εκτίμηση του
αντικτύπου σε
όλα τα μοντέλα
και τις χώρες[15].
23. Ωστόσο,
δεδομένων όλων
των
περιορισμών
που απαντούν
στην ποσοτική
ανάλυση της
ΕΚΤ για την
κυκλικότητα
του ΕΑΚ, επί
παραδείγματι
τα ιδιαίτερα
περιορισμένα
δεδομένα που
είναι διαθέσιμα
και ο
αντίκτυπος της
χρηματοπιστωτικής
κρίσης μέσα
από
επιπρόσθετες
εποπτικές
αλλαγές,
κυβερνητικές
παρεμβάσεις
και
προσαρμογές
της συμπεριφοράς,
φαίνεται ότι
είναι ακόμη
πολύ νωρίς για
να εκτιμηθεί
ποσοτικά το
δυνητικό
μέγεθος του
φιλοκυκλικού
αντικτύπου των
κεφαλαιακών
απαιτήσεων της
ΟΚΑ στον
δανεισμό και
το ΑΕΠ. 6. Μέτρα
για την αντιμετώπιση
της φιλοκυκλικότητας 24. Τον
Ιούλιο του 2011, η
Επιτροπή
πρότεινε μια
νομοθετική δέσμη
για τη
μεταρρύθμιση των
κανονιστικών
ρυθμίσεων για
τον τραπεζικό
τομέα, περιλαμβανομένης
μιας οδηγίας
(ΟΚΑ IV) και ενός
κανονισμού
(ΚΚΑ). Οι
εξελίξεις
αυτές έπονται
της συμφωνίας
Βασιλεία III και
αναμένεται να επιτύχουν
τον βασικό
στόχο της
διατήρησης της
παροχής πιστώσεων
στην
πραγματική
οικονομία στην
ΕΕ. 25. Η
πρόταση
περιλαμβάνει
αριθμό μέτρων
που δύνανται
να περιορίσουν
τη
φιλοκυκλικότητα
στον τομέα του
τραπεζικού
δανεισμού: ένα
ενιαίο
εγχειρίδιο κανόνων,
αντικυκλική
κεφαλαιακή
εφεδρεία,
εισαγωγή ενός
δείκτη
μόχλευσης,
μειωμένη
εξάρτηση από οργανισμούς
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας για
τις απαιτήσεις
προληπτικής
εποπτείας, και
πεδίο
εφαρμογής για
την ανάληψη
περαιτέρω
μέτρων με
σκοπό τη μεγαλύτερη
διαθεσιμότητα
δανείων για
μικρομεσαίες επιχειρήσεις. 6.1. Ενιαίο
εγχειρίδιο
κανόνων 26. Όπως
αναφέρεται παραπάνω
στο σημείο 19,
λόγω της
ολοκλήρωσης
του ευρωπαϊκού
τραπεζικού τομέα,
η απομόχλευση
των πιστώσεων
σε διεθνείς τράπεζες,
ως απάντηση
στις εποπτικές
απαιτήσεις που
θέτουν οι
εθνικές
εποπτικές
αρχές,
ενδεχομένως να
συμβαίνει
εκτός της
εγχώριας δικαιοδοσίας.
Η εισαγωγή
ενός ενιαίου
εγχειριδίου
κανόνων δεν θα
περιορίσει
μόνον το
ρυθμιστικό
αρμπιτράζ,
αλλά θα
αποδυναμώσει
επίσης τις
φιλοκυκλικές
επιπτώσεις της
ασύμμετρης
απομόχλευσης
στις «χώρες
υποδοχής». 6.2. Αντικυκλική
κεφαλαιακή
εφεδρεία (ΑΚΕ) 27. Μία βασική
εποπτική
αντίδραση στην
εκτιμώμενη
φιλοκυκλικότητα
του τραπεζικού
δανεισμού
είναι η αντικυκλική
κεφαλαιακή
εφεδρεία (ΑΚΕ),
που συνιστά αναπόσπαστο
μέρος της
πρότασης της
Επιτροπής για
την ΟΚΑ IV. Η
επιπρόσθετη
αυτή εφεδρεία,
η οποία συσσωρεύεται
σταδιακά σε
περιόδους με
θετικές
οικονομικές
συνθήκες,
μπορεί να
αποδεσμεύεται
σε περίπτωση
οικονομικής
κάμψης,
προκειμένου οι
τράπεζες να
δύνανται να
απορροφήσουν
τις ζημίες
τους με ομαλό
τρόπο και να
μην
προκαλούνται
δαπανηρές
αυξήσεις στην
τιμή της
πίστωσης,
γεγονός ικανό
να επιδεινώσει
την ύφεση. Η
εφεδρεία θα
περιορίσει
τόσο την
υφιστάμενη
αδυναμία απόκρισης
των εποπτικών
απαιτήσεων στη
συσσώρευση
κινδύνων σε
μακροοικονομικό
επίπεδο όσο
και την
κυκλικότητά
τους. 28. Δεδομένου
ότι οι
δυναμικές
μπορούν να διαφέρουν
μεταξύ
διαφορετικών
αγορών, οι
εφεδρείες
προσδιορίζονται
επί τη βάσει
των εθνικών
αγορών. Το
Ευρωπαϊκό
Συμβούλιο
Συστημικού
Κινδύνου (ΕΣΣΚ)
θα είναι
αρμόδιο για
την ανάπτυξη
κοινών κατευθύνσεων
και τη
διευκόλυνση
και τον
συντονισμό του
εν λόγω μακροπροληπτικού
μέσου στο
πλαίσιο της
θητείας του. 29. Η
έκθεση της ΕΚΤ
επισημαίνει
ότι, παρά το
γεγονός ότι
προκύπτουν
ορισμένα
εννοιολογικά
ζητήματα αναφορικά
με την
πρακτική
εφαρμογή της
ΑΚΕ[16], το
συνολικό ύψος
της ΑΚΕ θα
ακολουθούσε
σαφή αντικυκλική
τάση. Σύμφωνα
με την
πιστωτική
επέκταση που
σημειώθηκε τα
χρόνια πριν
από την κρίση
και βάσει μιας
υποθετικής
εφαρμογής της
ΑΚΕ το 2005, ο
οδηγός
εφεδρείας θα
οδηγούσε
σταδιακά σε
ανώτατα
επίπεδα ύψους
περίπου 290
δισεκατ. ευρώ
για όλες τις
χώρες στην ΕΕ
το 2007[17]. 6.3. Δείκτης
μόχλευσης 30. Ο
δείκτης
μόχλευσης
είναι μία
ακόμη
κεφαλαιακή απαίτηση
που δύναται να
καταστεί
δεσμευτικό
ανώτατο όριο
για τη
μόχλευση πέραν
από ένα
συγκεκριμένο
πολλαπλάσιο
των περιουσιακών
στοιχείων σε
σύγκριση με το
κεφάλαιο
κατηγορίας 1.
Τούτο θα
συνέβαλλε στον
περιορισμό του
υπερβολικού
τραπεζικού
δανεισμού στις
φάσεις
οικονομικής
ανάπτυξης ενός
οικονομικού
κύκλου, όταν οι
τράπεζες έχουν
την ευχέρεια
να διευρύνουν
τους ισολογισμούς
τους, χωρίς την
προσήκουσα
αύξηση
κεφαλαίων. 31. Σύμφωνα
με τη Βασιλεία III,
η Επιτροπή
έχει προτείνει
τον δείκτη
μόχλευσης ως
μέτρο του
πυλώνα 2 με
«στόχο τη
μετάβαση σε
ένα δεσμευτικό
μέσο (του
πυλώνα 1), βάσει
της δέουσας
επανεξέτασης
και
βαθμονόμησης».
Καθώς ο
δείκτης
μόχλευσης
συνιστά ένα
νέο μέσο για την
ΕΕ (και στην
παρούσα μορφή
του για
ολόκληρο τον
κόσμο), η
Επιτροπή
πρότεινε μια επιμελή
προσέγγιση με
επισταμένη
επανεξέταση
και παράλληλη
δοκιμαστική
περίοδο πριν
από τη λήψη
αποφάσεων
σχετικά με την
τελική μορφή
του μέσου[18].
6.4. Οργανισμοί
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας (ΟΑΠΙ) 32. Μείζονα
ρόλο στον
προσδιορισμό
ενός
πραγματικού
επιπέδου
κεφαλαίων των
τραπεζών
μπορούν επίσης
να
διαδραματίσουν
οι οργανισμοί
αξιολόγησης πιστοληπτικής
ικανότητας (ΟΑΠΙ),
καθώς και τα
μοντέλα
οικονομικού
κεφαλαίου. Όπως
επισημαίνεται
στο σημείο 13, η
εξωτερική
διαβάθμιση
συσχετίζεται
στενά με τον
οικονομικό
κύκλο, γεγονός
που σημαίνει
ότι οι κεφαλαιακές
απαιτήσεις που
συνδέονται με
αυτήν θα
ακολουθήσουν
επίσης σαφές
κυκλικό
μοτίβο, τουλάχιστον
σε επίπεδο
μεμονωμένων ανοιγμάτων.
Η μεγάλη
εξάρτηση της
τυποποιημένης
μεθόδου για
τον πιστωτικό
κίνδυνο από
την εξωτερική
αξιολόγηση
σημαίνει ότι
το ζήτημα αυτό
αφορά ιδιαίτερα
τις τράπεζες
που δεν έχουν
ακόμη μεταβεί
στη μέθοδο IRB. 33. Με το
δεδομένα αυτό,
η πρόταση ΟΚΑ IV
ενθαρρύνει τη
χρήση της
εσωτερικής
διαβάθμισης,
με παράλληλο
περιορισμό του
αριθμού
αναφορών στην εξωτερική
διαβάθμιση και
ενίσχυση των
διατάξεων
σχετικά με τον
τρόπο χρήσης
της εξωτερικής
διαβάθμισης[19]. Σέβεται
την αρχή της
αναλογικότητας,
καθώς
επιτρέπει σε
πιστωτικά
ιδρύματα και
επιχειρήσεις
επενδύσεων να
επιλέγουν τη
μέθοδο IRB, η οποία
εξαρτάται
λιγότερο από
τους
οργανισμούς αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας
(και είναι
περισσότερο
ευαίσθητη στον
κίνδυνο),
επιτρέποντας
τη χρήση των
απλούστερων
δυνατών διαδικασιών
διαβάθμισης[20].
Η χρήση της
μεθόδου IRB
απαιτεί
δυνατότητα
ανεξάρτητης
εκτίμησης του
κινδύνου, ενώ
αποτελεί
κίνητρο για
καλύτερες
τεχνικές
διαχείρισης
του κινδύνου,
με στόχο τον
έλεγχο του
πιστωτικού
κινδύνου στα τραπεζικά
χαρτοφυλάκια. 34. Επιπλέον,
στις 15
Νοεμβρίου 2011, η
Επιτροπή
ενέκρινε
νομοθετική
πρόταση[21], η
οποία
περιλαμβάνει
τη γενική
υποχρέωση για
όλα τα
εποπτευόμενα
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα να προβαίνουν
στις δικές
τους
εκτιμήσεις
πιστωτικού
κινδύνου, ενώ
παραπλήσιες
προτάσεις για
ασφαλιστικά
ιδρύματα
πρόκειται να
ακολουθήσουν
αργότερα το 2012.
Επίσης, η
Επιτροπή
εμπλέκεται
στενά και
υποστηρίζει
τις εργασίες
που
επιτελούνται
στη Βασιλεία,
επιδιώκοντας
τον περιορισμό
της βαρύτητας
των διαβαθμίσεων
ως κριτηρίου
για τον
προσδιορισμό
των ρευστοποιήσιμων
στοιχείων
ενεργητικού
και αναζητώντας
εναλλακτικές λύσεις
για τον
υπολογισμό των
κεφαλαιακών
απαιτήσεων για
επενδύσεις σε
τιτλοποιήσεις.
Όλα αυτά θα
μπορούσαν να
περιορίσουν τη
φιλοκυκλικότητα
της χρηματοπιστωτικής
ρύθμισης που
προκύπτει από την
υπερβολική
εξάρτηση από
τους
οργανισμούς αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας. 6.5. Μικρομεσαίες
επιχειρήσεις
(ΜΜΕ) 35. Οι
ΜΜΕ είναι
οργανισμοί που
έχουν
μεγαλύτερη εξάρτηση
από τις
τράπεζες, και καθώς
έχουν
λιγότερες
ευκαιρίες να
βρουν εναλλακτικές
πηγές
χρηματοδότησης
και αποτελούν
τη ραχοκοκαλιά
της ευρωπαϊκής
οικονομίας[22],
οιαδήποτε
φιλοκυκλικότητα
στις
κεφαλαιακές απαιτήσεις
μπορεί να
επηρεάσει
σημαντικότατα
την ανάπτυξη
στην
πραγματική
οικονομία μέσα
από τον περιορισμένο
δανεισμό των
ΜΜΕ. 36. Στην
έρευνα «SAFE» της
ΕΚΤ για το
διάστημα
Απριλίου-Σεπτεμβρίου
του 2011
διαπιστώθηκε
επιδείνωση στα
τραπεζικά
δάνεια σε ΜΜΕ,
τάση η οποία
επιβεβαιώθηκε
στην έρευνα της
περιόδου από
τον Οκτώβριο
του 2011 έως τον
Μάρτιο του 2012.
Σύμφωνα με τα
εν λόγω
αποτελέσματα
της τελευταίας
έρευνας, οι
ανάγκες
χρηματοδότησης
των ΜΜΕ της
ζώνης του ευρώ
αυξήθηκαν κατά
το
συγκεκριμένο
διάστημα, με
ποσοστό 19% εξ
αυτών να αναφέρει
αύξηση των
αναγκών τους
(ζήτηση) σε τραπεζικά
δάνεια, από 17% που
ήταν, ενώ
μείωση ανέφερε
11% εξ αυτών, σε
σύγκριση με το
παλαιότερο 12%. Το
καθαρό υπόλοιπο
των
επιχειρήσεων
που αναφέρουν
επιδείνωση στη
διαθεσιμότητα
(παροχή)
τραπεζικών
δανείων ανήλθε
σε 20%, από 14% στον
προηγούμενο
γύρο[23].
Το ίδιο
χρονικό
διάστημα, στην
τελευταία
(Απρίλιος 2012) τριμηνιαία
έκθεση της
Έρευνας
Τραπεζικών
Χορηγήσεων (BLS)
της ΕΚΤ, η
καθαρή
αυστηροποίηση
των κριτηρίων
πιστοληπτικής
διαβάθμισης για
δάνεια σε ΜΜΕ
έπεσε από 28% το
τέταρτο
τρίμηνο του 2011 σε
1% το πρώτο
τρίμηνο του 2012,
ενώ η καθαρή
αυστηροποίηση
των κριτηρίων
πιστοληπτικής
διαβάθμισης
στην ομάδα των μη
χρηματοδοτικών
εταιρειών στο
σύνολό της
έπεσε από 35% σε 9%,
πτώση πολύ
μεγαλύτερη από
ό,τι ανέμεναν
οι
συμμετέχοντες
στον προηγούμενο
γύρο έρευνας.
Τούτο
εξηγείται ίσως
από την
εντυπωσιακή
πτώση του
καθαρού
ποσοστού των
τραπεζών της
ζώνης του ευρώ
που αναφέρουν
ότι το κόστος
του κεφαλαίου
και οι περιορισμοί
των
ισολογισμών
συνεισέφεραν
στην αυστηροποίηση
των κριτηρίων
πιστοληπτικής
διαβάθμισης – 8%
των τραπεζών
ανέφεραν
δυσχερές
περιβάλλον χρηματοδότησης
της αγοράς σε
σχέση με το
παλαιότερο 28%.
Ωστόσο, μια ενδεχόμενη
ανάπαυλα από
την περαιτέρω
αυστηροποίηση
των κριτηρίων
πιστοληπτικής
διαβάθμισης δεν
διευκολύνει
τις δυσχερείς
συνθήκες
χρηματοδότησης
για τις ΜΜΕ. 37. Τα
ανοίγματα των
ΜΜΕ υπόκεινται
σε ευνοϊκή
μεταχείριση
υπό την
υφιστάμενη
ΟΚΑ. Οι
κεφαλαιακές
απαιτήσεις της
πρότασης ΟΚΑ IV
είναι αυξημένες
συνολικά για
τα ανοίγματα
πιστωτικού
κινδύνου, γεγονός
που
συνεπάγεται
ότι οι ΜΜΕ
διατηρούν την προνομιακή
μεταχείρισή
τους στη
Βασιλεία ΙΙΙ όσον
αφορά άλλα
ανοίγματα.
Ακόμη κι έτσι, η
Επιτροπή έχει
ζητήσει από
την ΕΑΤ να
αναλύσει και
να υποβάλει
έκθεση σχετικά
με τους ισχύοντες
συντελεστές
στάθμισης
κινδύνου του
δανεισμού των
ΜΜΕ και με τα
όρια που
χρησιμοποιούνται
για τον
καθορισμό των
ΜΜΕ στο
πλαίσιο των νέων
κριτηρίων της
Βασιλείας III.
Μεταξύ των
επιλογών για
την περαιτέρω
ενίσχυση της
ευνοϊκής
μεταχείρισης
των ανοιγμάτων
των ΜΜΕ
περιλαμβάνονται,
για
παράδειγμα, η
μείωση της
στάθμισης
κινδύνου από 75%
σε 50% ή η αύξηση
του ορίου
ανοίγματος για
τις ΜΜΕ από 1
εκατ. ευρώ σε 2 ή
σε 5 εκατ. ευρώ. Η
Επιτροπή θα
εξετάσει προσεκτικά
τις εν λόγω
επιλογές στο
πλαίσιο του
πρωτεύοντος
στόχου της ΟΚΑ IV,
που συνίσταται
στην ενίσχυση
της
χρηματοπιστωτικής
σταθερότητας. 38. Αξίζει
επίσης να
αναφερθεί ότι
οι ΜΜΕ, στον βαθμό
που είναι
αποδέκτες
πιστώσεων από
τις τράπεζες,
αναμένεται ότι
θα είναι οι
κύριοι
δικαιούχοι της
εξομαλυμμένης
φιλοκυκλικότητας
που θα
προκύψει από
τα βελτιωμένα
αντικυκλικά
μέτρα της ΟΚΑ IV. 7. Συμπεράσματα 39. Η ΕΚΤ
εντόπισε
ορισμένες
ενδείξεις για
κυκλικό ΕΑΚ
που
επηρεάζεται
από κυκλικές
πιθανότητες
αθέτησης (PD) για
μεγαλύτερες
τράπεζες της
ομάδας 1 οι
οποίες
χρησιμοποιούν
τη μέθοδο IRB για
τον πιστωτικό
κίνδυνο, με
κάποια αντιστάθμιση
λόγω κυκλικών
ανοιγμάτων
(ήτοι μείωση σε
περίοδο οικονομικής
κάμψης). Παρόλο
που τα κυκλικά
ΕΑΚ
εντοπίζονται
κατ’ αρχάς σε
επίπεδο
χαρτοφυλακίου
(εταιρικού και
λιανικής), το
φαινόμενο αυτό
φαίνεται ότι
είναι μετριασμένο
σε επίπεδο
τραπεζών, σε
σύγκριση με το
συνολικό
δείγμα
τραπεζών. 40. Οι εν
λόγω
περιορισμοί
ενδεχομένως να
οφείλονται,
κατά κύριο
λόγο, στην
επηρεαζόμενη
από την κρίση
προσαρμογή των
χαρτοφυλακίων,
επί
παραδείγματι
προκειμένου να
υπάρξει
επικέντρωση σε
περισσότερα
περιουσιακά
στοιχεία
επιλέξιμα ως εγγύηση
σε
δραστηριότητες
ρευστότητας
των κεντρικών
τραπεζών, και,
συνεπώς, εάν
δεν υπήρχε
κρίση, θα
υπήρχαν πιο
εύρωστες
ενδείξεις για
κυκλικό ΕΑΚ.
Κυκλικό ΕΑΚ
μπορεί επίσης
να διαθέτουν
οι τράπεζες
που
χρησιμοποιούν
την
τυποποιημένη
μέθοδο, λόγω
της εξάρτησης
της μεθόδου
από
εξωτερικούς
οργανισμούς
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας,
των οποίων οι
διαβαθμίσεις
είναι
κυκλικές. 41. Η
δυνατότητα και
η προθυμία των
τραπεζών να
δανείζουν
εξαρτάται εν
μέρει από τον
βαθμό
δεσμευτικότητας
των ελάχιστων
κεφαλαιακών
περιορισμών.
Παρά το
γεγονός ότι το
ΕΑΚ που υπολογίζεται
υπό την
τρέχουσα ΟΚΑ
ενδεχομένως να
είχε κάποιον
αντίκτυπο στα
πραγματικά
επίπεδα
κεφαλαίου που
διαθέτουν οι
τράπεζες,
πέραν αρκετών
άλλων παραγόντων,
η αναμονή
αυστηρότερων
μελλοντικών εποπτικών
απαιτήσεων
ενδέχεται να
οδήγησε σε κεφαλαιακούς
στόχους οι
οποίοι τέθηκαν
σημαντικά
υψηλότερα από
το ΕΑΚ, με
μείζονες
επιπτώσεις
στους
ισολογισμούς
και τις
δανειοδοτικές
πολιτικές.
Ωστόσο, η
εξέλιξη αυτή
συνιστά
κινητήριο
δύναμη
διαφορετική
από την κυκλικότητα
της ισχύουσας
νομοθεσίας. 42. Η ΟΚΑ IV, με
την οποία θα
εφαρμοστεί η
Βασιλεία III στην
ΕΕ, θα συνιστά
μια
διαρθρωτική ρήξη
με το παρελθόν,
με
απαιτητικότερο
ΕΑΚ όσον αφορά
την ποιότητα
και την
ποσότητα του
απαιτούμενου
κεφαλαίου,
καθώς και νέες
απαιτήσεις για
ρευστότητα και
μόχλευση. Σημαντικό
είναι επίσης
ότι θα
περιλαμβάνει
αριθμό
αντικυκλικών
μέτρων
πολιτικής,
περιλαμβανομένων
ενός ενιαίου
εγχειριδίου
κανόνων, μιας
αντικυκλικής
τραπεζικής εφεδρείας,
ενός δείκτη
μόχλευσης και
μέτρων για τους
οργανισμούς
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας και
τις ΜΜΕ. Εφόσον
απαιτείται, η
εφαρμογή
μέτρων θα
εισαχθεί σταδιακά
συν τω χρόνω,
ούτως ώστε να
αποφευχθούν
φιλοκυκλικές
επιδράσεις. 8. Βιβλιογραφία Επιτροπή
της Βασιλείας
για την
Τραπεζική
Εποπτεία,
Τράπεζα
Διεθνών
Διακανονισμών,
16 Δεκεμβρίου 2010, «Basel
III: A global regulatory framework for more resilient banks and banking systems»
(Βασιλεία ΙΙΙ: Γενικό
εποπτικό
πλαίσιο για ανθεκτικότερες
τράπεζες και
τραπεζικά
συστήματα),
διαθέσιμο στη
διεύθυνση http://www.bis.org/publ/bcbs189.pdf
BIS
(2010), Ομάδα
Μακροοικονομικής
Αξιολόγησης:
Ενδιάμεση
έκθεση, «Assessing the macroeconomic impact of
the transition to stronger capital and liquidity requirements» (Εκτίμηση
του μακροοικονομικού
αντικτύπου της
μετάβασης σε
αυστηρότερες
απαιτήσεις
κεφαλαίου και
ρευστότητας), Αύγουστος
2010, διαθέσιμη στη
διεύθυνση http://www.bis.org/publ/othp10.pdf
ΕΚΤ, ΑΕΤ (2012),
Pro-Cyclicality of Capital Requirements (Η
φιλοκυκλικότητα
των κεφαλαιακών
απαιτήσεων),
Δεύτερη έκθεση ΕΚΤ (2010), «EU Banking Structures» (Τραπεζικές
δομές της ΕΕ),
διαθέσιμο στη
διεύθυνση: http://www.ecb.int/pub/pdf/other/eubankingstructures201009en.pdf
Ευρωπαϊκή
Επιτροπή,
Ιούνιος 2010, «Έκθεση
της Επιτροπής
προς το
Συμβούλιο και
το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
σχετικά με τις
επιπτώσεις των
οδηγιών 2006/48/ΕΚ
και 2006/49/ΕΚ στον
οικονομικό
κύκλο»,
διαθέσιμη στη
διεύθυνση: http://ec.europa.eu/internal_market/bank/docs/regcapital/monitoring/23062010_report_en.pdf
Περιλαμβάνεται
επίσης
περαιτέρω
βιβλιογραφία Ευρωπαϊκή
Επιτροπή,
Ιούλιος 2011, Νέες
προτάσεις
σχετικά με τις
κεφαλαιακές
απαιτήσεις
(ΟΚΑ IV),
περισσότερες
πληροφορίες
παρέχονται στη
διεύθυνση: http://ec.europa.eu/internal_market/bank/regcapital/index_en.htm
[1] Περιλαμβάνει
την οδηγία 2006/48/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου
σχετικά με την
ανάληψη και
την άσκηση
δραστηριότητας
πιστωτικών
ιδρυμάτων και
την οδηγία 2006/49/ΕΚ
του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου για
την επάρκεια
των ιδίων
κεφαλαίων των
επιχειρήσεων επενδύσεων
και των
πιστωτικών
ιδρυμάτων. [2] Τροποποιήθηκε,
το 2009, με την
οδηγία 2009/111/ΕΚ του
Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου
και του
Συμβουλίου,
της 16ης
Σεπτεμβρίου 2009. [3] Η ποσοτική
αξιολόγηση από
την ΕΚΤ
περιλαμβάνει τριμηνιαία
δεδομένα από
το τέταρτο
τρίμηνο του 2008 έως
το δεύτερο
τρίμηνο του 2011
από περίπου 80
τράπεζες οι
οποίες
χρησιμοποιούν
τη μέθοδο
εσωτερικών διαβαθμίσεων
(μέθοδος IRB) για
τον υπολογισμό
των
κεφαλαιακών
απαιτήσεών τους.
Η ποσοτική
αξιολόγηση βασίζεται
σε ερευνητικά
στοιχεία που
προέρχονται από
εθνικές
εποπτικές
αρχές και από
την Έρευνα Τραπεζικών
Χορηγήσεων (BLS)
του
Ευρωσυστήματος. [4] Δύο είναι
οι βασικοί
περιορισμοί
που εξακολουθούν
να υφίστανται:
η εφαρμογή της
ΟΚΑ είναι
σχετικά
πρόσφατη
(χρησιμοποιούνται
προηγμένα
μοντέλα από το
2008) και, συνεπώς,
περιορίζεται η
διαθεσιμότητα
των συναφών
δεδομένων για
έναν ολόκληρο
οικονομικό
κύκλο, με αποτέλεσμα
η ανάλυση να
βασίζεται σε
μεταξύ των
χωρών διαφορές
στα στάδια του
οικονομικού
κύκλου· και η
διαθέσιμη
περίοδος
δειγματοληψίας
καλύπτει την
πρόσφατη
χρηματοπιστωτική
κρίση, όπου η
κρίση προκάλεσε
αλλαγές
συμπεριφοράς
και οι
παρεμβάσεις
πολιτικής
ενδέχεται να
έχουν
αλλοιώσει τις
γενικές σχέσεις
συμπεριφοράς. [5] Μια
τράπεζα
θεωρείται ότι
ανήκει στην
ομάδα 1 αν τα
κεφάλαια
πρώτης
κατηγορίας τα
οποία διαθέτει
υπερβαίνουν τα
3
δισεκατομμύρια
ευρώ και
εμφανίζει
επαρκή
διαφοροποίηση
και δραστηριότητα
σε διεθνές
επίπεδο. Όλες
οι υπόλοιπες
τράπεζες
ταξινομούνται
ως τράπεζες
της ομάδας 2. [6] Βλ. σχόλιο
και διαγράμματα
1, 2 και 3 στο
συνοδευτικό
έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής. [7] Βλ. επίσης σημείο
6.4. [8] Βλ. για
παράδειγμα Ayuso, Perez and Saurina
(2004), Bikker and Metzemakers (2004), Lindquist (2004). Jokipii and Milne
(2008) και Stolz and Wedow (2011). [9] Ωστόσο, η
ΕΚΤ
επισημαίνει
ότι ορισμένες
θεωρητικές
εργασίες (λ.χ. Heid (2007), Zhu
(2008), Jokivuolle, Kiema and Vesala (2009) και Repullo and Suarez
(2009))
υποδεικνύουν
την πιθανότητα
αλλαγής στη
συμπεριφορά
των τραπεζικών
κεφαλαιακών
εφεδρειών με τη
μετάβαση σε
ένα πλαίσιο
βασισμένο στη
Βασιλεία II. Οι
τράπεζες
ενδέχεται να
αποφασίσουν να
λειτουργήσουν
με
επιπρόσθετες
εφεδρείες, και
με πιο μελλοντοστραφή
τρόπο,
προκειμένου να
διασφαλιστούν από
το αναμενόμενο
κυκλικότερο
ΕΑΚ. Το γεγονός
αυτό δεν αποκλείεται
να συμβάλλει
στην αύξηση
των κεφαλαιακών
εφεδρειών που
μετακινούνται
με τον κύκλο· οι
οποίες θα
είναι
υψηλότερες σε
περιόδους
οικονομικής
ανάκαμψης και
το αντίθετο. [10] Η ΕΑΤ
καθόρισε έναν
κεφαλαιακό
στόχο για 70
ευρωπαϊκές
τράπεζες, ο
οποίος συνίσταται
σε δύο μέρη
προγραμματισμένα
να υλοποιηθούν
έως τον Ιούνιο
του 2012. Το πρώτο
μέρος αφορά
προσωρινή
κεφαλαιακή
εφεδρεία
έναντι
κρατικών
ανοιγμάτων σε
τιμές αγοράς,
αρχής
γενομένης από
τον Σεπτέμβριο
του 2011. Το δεύτερο
μέρος
συνίσταται
στην αύξηση
των βασικών
δεικτών
κεφαλαιακής
επάρκειας
πρώτης κατηγορίας
σε ποσοστό 9%. [11] Βλ.
διαγράμματα 4, 5, 6, 7
με ορισμένα
αποτελέσματα
από την Έρευνα
Τραπεζικών
Χορηγήσεων (Bank Lending Survey
– BLS) στη ζώνη του
ευρώ για τις
επιπτώσεις των
εποπτικών
μεταβολών στη δανειοδοτική
συμπεριφορά
των τραπεζών.
Εντούτοις,
πρέπει να
υπογραμμιστεί
ότι πρόκειται
για φαινόμενο
διαφορετικό
από τη
φιλοκυκλικότητα
των υφιστάμενων
απαιτήσεων. [12] Δικτυακός
τόπος της ΕΑΤ, 9
Φεβρουαρίου 2012, http://www.eba.europa.eu/News--Communications/Year/2012/The-EBAs-Board-of-Supervisors-makes-its-first-agg.aspx.
[13] Βλ. Πίνακα 1.
Στοιχεία του
ενεργητικού
τραπεζών της
ΕΕ και
διαγράμματα 8
και 9 στο
έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής για
περισσότερες
πληροφορίες
και ανάλυση
σχετικά με τη
διασυνοριακή
παροχή
πιστώσεων. [14] Απόδοση
κεφαλαίου
σταθμισμένου
κινδύνου (Risk adjusted
return on capital), ένα
μέτρο
κερδοφορίας
βασισμένο στον
κίνδυνο. [15] Βλ.
διάγραμμα 10:
Αποτελέσματα
της μελέτης
μοντέλων της
ομάδας
μακροοικονομικής
αξιολόγησης
στο έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής. [16] Η ΕΚΤ
εξέτασε τον
οδηγό αναφοράς
της Βασιλείας III,
τον λόγο
πιστώσεων προς
ΑΕΠ σε διάφορα
κράτη μέλη. [17] Βλ.
διάγραμμα 11 στο
έγγραφο
εργασίας των
υπηρεσιών της
Επιτροπής. [18] Η πρόταση
ΟΚΑ IV αναθέτει
στην ΕΑΤ την εκπόνηση
έκθεσης
σχετικά με την
αποτελεσματικότητα
και τον
αντίκτυπο του
δείκτη
μόχλευσης, η
οποία πρέπει
να υποβληθεί
στην Επιτροπή
έως τον Ιούνιο
του 2016. Βάσει της
έκθεσης της
ΕΑΤ, η Επιτροπή
θα υποβάλει
έκθεση στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο
και το Συμβούλιο,
έως τις 31
Δεκεμβρίου 2016,
σχετικά με την
αποτελεσματικότητα
και τον αντίκτυπο
του δείκτη
μόχλευσης και,
το 2018, θα
υποβάλει «όπου
χρειάζεται»
νομοθετική
πρόταση για
την εισαγωγή
ενός δείκτη
μόχλευσης
(άρθρο 482 παράγραφος
1). [19] Σε διεθνές
επίπεδο, το
Συμβούλιο
Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας
(ΣΧΠ) εξέδωσε,
τον Οκτώβριο
του 2010, αρχές για
τον περιορισμό
της εξάρτησης
των αρχών και
των
χρηματοπιστωτικών
ιδρυμάτων από
τις διαβαθμίσεις
των οργανισμών
αξιολόγησης
πιστοληπτικής
ικανότητας. (http://www.financialstabilityboard.org/publications/r_101027.pdf). [20] Αιτιολογικές
σκέψεις 28-29 της
πρότασης ΟΚΑ
του Ιουλίου 2011. [21] Για
περισσότερες
πληροφορίες, βλ.
http://ec.europa.eu/internal_market/securities/agencies/index_en.htm. [22] Οι ΜΜΕ
αντιστοιχούν
σε ποσοστό 99,8%
των
επιχειρήσεων, 66,9%
των
εργαζομένων
και 58,4% της ακαθάριστης
προστιθέμενης
αξίας στην ΕΕ
των 27 (εκτίμηση 2010,
Eurostat/National Statistics Offices of Member States/Cambridge
Econometrics/Ecorys). [23] Η έρευνα
για την
πρόσβαση των
ΜΜΕ της ζώνης του
ευρώ στη
χρηματοδότηση
(SAFE) είναι
διαθέσιμη στη
διεύθυνση http://www.ecb.europa.eu/stats/money/surveys/sme/html/index.en.html.