Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52004PC0324

Τροποποιημένη πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

/* COM/2004/0324 τελικό - CNS 2002/0298 */

52004PC0324

Τροποποιημένη πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ) /* COM/2004/0324 τελικό - CNS 2002/0298 */


Τροποποιημένη πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί τροποποιήσεως της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Στις 11 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [1].

[1] COM (2002) 719 τελικό.

2. Σκοπός της πρότασης αυτής είναι να εξασφαλίσει την πλήρη ισότητα των δύο σκελών της νομοθετικής αρχής όσον αφορά τον έλεγχο της άσκησης, από την Επιτροπή, των αρμοδιοτήτων εκτέλεσης των πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης. Αυτός ο ισότιμος έλεγχος από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αφορά τα εκτελεστικά μέτρα που έχουν κανονιστικό περιεχόμενο, δηλαδή τα μέτρα τα οποία συνίστανται στην υλοποίηση ουσιαστικών στοιχείων ή στην προσαρμογή ορισμένων στοιχείων των βασικών πράξεων, π.χ. την προσαρμογή των οδηγιών στην επιστημονική και την τεχνική πρόοδο ή την τροποποίηση ορισμένων παραρτημάτων τους. Έτσι, γι' αυτά τα μέτρα εκτέλεσης των πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης προβλέπεται μια νέα διαδικασία κανονιστικής επιτροπής. Η έγκριση των άλλων μέτρων εκτέλεσης των πράξεων που εκδίδονται με συναπόφαση υπόκειται στη διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία παραμένει αμετάβλητη.

3. Στις 10 Ιανουαρίου 2003, το Συμβούλιο ζήτησε τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 202 της Συνθήκης.

Κατά τη σύνοδό του της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε νομοθετικό ψήφισμα με το οποίο ενέκρινε την πρόταση της Επιτροπής, με την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή θα λάβει υπόψη της εννέα τροπολογίες.

4. Η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να δεχθεί σημαντικό μέρος των τροπολογιών που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ήτοι τέσσερις τροπολογίες εξ ολοκλήρου και τέσσερις εν μέρει. Πράγματι, οι τροπολογίες αυτές επιτρέπουν την αποσαφήνιση και την ενίσχυση της νέας διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποβάλλει τροποποιημένη πρόταση.

5. Από τις τέσσερις τροπολογίες που αποδέχεται εξ ολοκλήρου η Επιτροπή:

Ορισμένες τροπολογίες υπενθυμίζουν τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Επιτροπή, ήτοι την υποχρέωση που προβλέπεται από την απόφαση 1999/468/ΕΚ να δημοσιοποιούνται τα στοιχεία όλων των εγγράφων που διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε μητρώο διαθέσιμο στο Διαδίκτυο [2] (τροπολογία 9) και τις ειδικές δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί στον τομέα των κινητών αξιών (τροπολογία 3).

[2] http://europa.eu.int/comm/ secretariat_general/regcomito/registre.cfm?CL=fr

Κάποιες άλλες προσαρμογές (τροπολογίες 4 και 5) έχουν καθαρά φραστικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στην ενίσχυση της εν γένει συνοχής του κειμένου.

6. Από τις τροπολογίες που αποδέχεται εν μέρει η Επιτροπή:

6.1. Η τροπολογία 1 υπενθυμίζει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Επιτροπή όσον αφορά τη διαβίβαση των εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το έγγραφο αναφοράς που πρέπει να μνημονευθεί όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών από την Επιτροπή στο Κοινοβούλιο είναι η διμερής συμφωνία σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [3].

[3] ΕΕ L 256 της 10.10.2000, σ. 19.

6.2. Οι τροπολογίες 2 και 6 αφορούν την άσκηση της εκτελεστικής αρμοδιότητας από την Επιτροπή στο πλαίσιο της νέας διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής. Η Επιτροπή αναγνωρίζει την ορθότητα των παρατηρήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει σε περίπτωση ενδεχομένων αντιρρήσεων του νομοθέτη. Ως εκ τούτου, προτείνει την τροποποίηση της πρότασής της. Σε περίπτωση αντιρρήσεων του Κοινοβουλίου και/ή του Συμβουλίου για το σχέδιο μέτρων, η Επιτροπή θα μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του νομοθέτη, να επιλέξει μία από τις ακόλουθες τέσσερις δυνατότητες:

- τροποποίηση του σχεδίου μέτρων της.

- υποβολή νομοθετικής πρότασης.

- έκδοση του σχεδίου μέτρων της χωρίς τροποποίηση. Το Κοινοβούλιο προτείνει να συνοδεύεται, στην περίπτωση αυτή, το σχέδιο μέτρων από «κατάλληλη δήλωση». Η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να ενεργοποιεί την ευθύνη της ως εκτελεστικού οργάνου με αυτόνομο τρόπο και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να δεσμεύεται από τη θέση του νομοθέτη. Επομένως, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ερμηνευτική δήλωση που υποχρεώνει την Επιτροπή να ερμηνεύσει το εκδοθέν μέτρο με τον τρόπο που επιθυμεί το ένα και/ή το άλλο σκέλος της νομοθετικής αρχής.

- απόσυρση του σχεδίου μέτρου. Όπως εισηγείται το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, να αποφασίζει ότι μια δράση που αποτέλεσε αντικείμενο σχεδίου μέτρων δεν είναι πλέον σκόπιμη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή διατηρεί τη δυνατότητα να αποσύρει το σχέδιό της.

Στην περίπτωση αντιρρήσεων του ενός ή/και του άλλου κλάδου του νομοθέτη, η Επιτροπή δεσμεύεται παράλληλα να τον ενημερώσει για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις θέσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της.

Στο παράρτημα δίνεται μια γραφική παρουσίαση αυτής της διαδικασίας.

Έτσι, στην αιτιολογική σκέψη 6, η τελευταία περίοδος τροποποιείται ως εξής: "Συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του ενός ή του άλλου σκέλους της νομοθετικής αρχής, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, είτε να εκδώσει το αρχικό της σχέδιο μέτρων, είτε να εκδώσει ένα τροποποιημένο σχέδιο, είτε να αποσύρει το σχέδιο μέτρων της. Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της. "

Στο άρθρο 1 παράγραφος 4, το τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 5α τροποποιείται ως εξής: "η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης είτε να εκδώσει το αρχικό της σχέδιο μέτρων, είτε να εκδώσει ένα τροποποιημένο σχέδιο, είτε να αποσύρει το σχέδιο μέτρων της. Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της."

6.3. Η τροπολογία 7 επιτρέπει, υπό ορισμένους όρους, τη χαλάρωση της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης. Η παράταση κατά έναν επιπλέον μήνα της προθεσμίας που παρέχεται στο νομοθέτη για να λάβει θέση είναι νοητή μόνο στο μέτρο που οι εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται και εφαρμόζονται προσωρινά από την Επιτροπή αμέσως μόλις ληφθεί η γνώμη της κανονιστικής επιτροπής. Το προτεινόμενο κείμενο ενισχύει την πτυχή αυτή. Ομοίως, αν η Επιτροπή επιλέξει στη συνέχεια να υποβάλει νομοθετική πρόταση, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει προσωρινά το εκδοθέν μέτρο έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία συναπόφασης. Αντίθετα, η απόσυρση του μέτρου δεν πρέπει να περιλαμβάνεται μεταξύ των επιλογών των σχετικών με τη διαδικασία επείγουσας ανάγκης.

Στο άρθρο 1 παράγραφος 4, προστίθενται στην πρώτη περίοδο της παραγράφου 6 του άρθρου 5α οι λέξεις "και να εφαρμόσει". Οι επόμενες περίοδοι της παραγράφου αυτής τροποποιούνται ως εξής: "Εντός προθεσμίας ενός μηνός από την εν λόγω ανακοίνωση, προθεσμίας που μπορεί να παραταθεί κατά έναν ακόμη μήνα αν το ζητήσει το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2, μπορούν να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης, διατηρώντας, κατά περίπτωση, προσωρινά το εκδοθέν μέτρο, είτε να διατηρήσει το εκδοθέν μέτρο, είτε να το τροποποιήσει. Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της."

7. Τέλος, η Επιτροπή δεν μπορεί να δεχθεί την τροπολογία 8, που αφορά την αναθεώρηση της διαδικασίας διασφάλισης, το αντικείμενο της οποίας δεν έχει σχέση με το αντικείμενο της πρότασής της.

8. Για να διευκολυνθεί η ανάγνωση και η εξέταση, επισυνάπτεται επίσης το πλήρες κείμενο της τροποποιημένης πρότασης.

COM(2004) 324 τελικό

2002/0298 (CNS)

Τροποποιημένη πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί τροποποιήσεως της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο [202] τρίτη περίπτωση,

την πρόταση της Επιτροπής [4],

[4] ΕΕ C της , σ. .

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [5],

[5] ΕΕ C της , σ. .

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Δυνάμει του άρθρου 202 της Συνθήκης, η αρμοδιότητα εκτέλεσης των κανόνων που θεσπίζει το Συμβούλιο, ενδεχομένως μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανήκει κατ' αρχήν στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ασκεί την εν λόγω αρμοδιότητα κατά τους όρους που καθορίζει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 202 και σύμφωνα με το πλαίσιο που καθορίζεται προς τούτο στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται βάσει της συνθήκης.

(2) Από την παρούσα εξέλιξη των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων φαίνεται ότι οι νομοθετικές πράξεις απαιτούν όλο και συχνότερα την έκδοση συμπληρωματικών μέτρων, οι αρχές και οι τεχνικές λεπτομέρειες των οποίων πρέπει να θεσπίζονται βάσει κατάλληλων αναλύσεων και εξειδικευμένων γνώσεων, εντός των ενδεδειγμένων προθεσμιών. Εφόσον η εξέλιξη αυτή οδηγεί το νομοθέτη να προβαίνει σε ευρύτερες μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή, ο νομοθέτης πρέπει να διαθέτει όλες τις πληροφορίες που προβλέπονται στη συμφωνία της 10ης Οκτωβρίου 2000 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ [6] και να έχει τη δυνατότητα να αποφαίνεται επί των μέτρων που σχεδιάζει να θεσπίσει η Επιτροπή.

[6] ΕΕ L 256 της 10.10.2000, σ. 19.

(3) Οι όροι που καθορίζονται στην απόφαση 1999/468/ΕΚ δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτή την εξέλιξη. Ο έλεγχος για υπέρβαση εξουσίας, ο οποίος ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 8 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, αποδεικνύεται ανεπαρκής. Εξάλλου, ο έλεγχος που ασκεί το Συμβούλιο οδηγεί ενδεχομένως σε σύγχυση μεταξύ εκτελεστικών και νομοθετικών αρμοδιοτήτων ή σε παράλυση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Οι όροι που καθορίζονται με την απόφαση 1999/468/ΕΚ ενδέχεται επίσης να έχουν ως συνέπεια να πρέπει η Επιτροπή να θεσπίσει πράξη ελλείψει γνώμης της επιτροπής και ελλείψει αντιδράσεων εκ μέρους του νομοθέτη.

(4) Συνεπώς, πρέπει να τροποποιηθεί η απόφαση 1999/468/ΕΚ, με σκοπό να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, μέσω της αποσαφήνισης των αρμοδιοτήτων και των διαδικασιών.

(5) Για την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων οι οποίες έχουν πραγματική κανονιστική εμβέλεια, τροποποιώντας ως προς την ουσία την προϋπάρχουσα νομική κατάσταση, απαιτείται αποτελεσματικός έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ως συννομοθέτες. προς τούτο, η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής πρέπει να εφαρμόζεται στα μέτρα γενικής ισχύος τα οποία αποσκοπούν στην εφαρμογή των ουσιαστικών στοιχείων ή στην προσαρμογή ορισμένων άλλων στοιχείων των βασικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης.

(6) Για τις περιπτώσεις αυτές, η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες της κατά τη θέσπιση των εκτελεστικών μέτρων, αφού λάβει τη γνώμη της επιτροπής των αντιπροσώπων των κρατών μελών, παρέχοντας συγχρόνως τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να ελέγχουν την άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας. Συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του ενός ή του άλλου σκέλους της νομοθετικής αρχής, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, κατά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης είτε να εκδώσει το αρχικό της σχέδιο μέτρων είτε να εκδώσει ένα τροποποιημένο σχέδιο, είτε να αποσύρει το σχέδιο μέτρων της. Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της.

(7) Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών οι οποίες προβλέπονται για την εν λόγω διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής, πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία επείγοντος που να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να θεσπίζει αμέσως τα εκτελεστικά μέτρα, με την επιφύλαξη του εκ των υστέρων ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(8) Οι αρμοδιότητες εκτέλεσης των σχετικών βασικών πράξεων οι οποίες αφορούν αποκλειστικά και μόνον διαδικαστικούς όρους ή ατομικές αποφάσεις δεν πρέπει να υπόκεινται, ως τέτοιες, σε ειδικούς όρους ελέγχου εκ μέρους του νομοθέτη, καθώς τα εν λόγω μέτρα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και αρχές που περιλαμβάνονται στη βασική πράξη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι χρήσιμο να συμβουλεύεται η Επιτροπή επιτροπές συγκροτούμενες από αντιπροσώπους των κρατών μελών οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στο σχετικό αντικείμενο. Προς τούτο, η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής θα αποτελεί τον κανόνα για τα εκτελεστικά μέτρα υπό την προαναφερόμενη έννοια, όπως η εκτέλεση των προγραμμάτων οικονομικής στήριξης. Επομένως, η διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής καταργείται για την εκτέλεση των πράξεων που εκδίδονται με συναπόφαση.

(9) Λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του παρόντος εγχειρήματος, δεν χρειάζεται προς το παρόν αναθεώρηση των όρων άσκησης των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή στο πλαίσιο βασικών πράξεων διαφορετικών από εκείνες που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης. Επομένως, οι όροι αυτοί δεν θίγονται από την παρούσα απόφαση. Αντίθετα, όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία, πρέπει να διενεργηθεί επανεξέταση των όρων τους οποίους προβλέπουν, βάσει έκθεσης που θα καταρτισθεί από την Επιτροπή το αργότερο εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

(9α) Η εφαρμογή της παρούσας απόφασης δεν θίγει με κανένα τρόπο τυχόν δεσμεύσεις που ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον τομέα της νομοθεσίας για τις κινητές αξίες, και ιδίως την επίσημη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή ενώπιον του Κοινοβουλίου στις 5 Φεβρουαρίου 2002 και την επιστολή την οποία απηύθυνε στις 2 Οκτωβρίου 2001 ο αρμόδιος για θέματα εσωτερικής αγοράς επίτροπος προς τον πρόεδρο της επιτροπής οικονομικής και νομισματικής πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 1999/468/ΕΚ τροποποιείται ως ακολούθως:

1. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 2α:

" Άρθρο 2α

Η επιλογή διαδικασίας για την έγκριση των μέτρων εκτέλεσης των βασικών πράξεων οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης γίνεται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια:

α) η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής εφαρμόζεται όταν τα εκτελεστικά μέτρα έχουν ατομικό χαρακτήρα ή αφορούν διαδικαστικούς όρους εφαρμογής των βασικών πράξεων.

β) η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής εφαρμόζεται όταν τα εκτελεστικά μέτρα θέτουν γενικά σε εφαρμογή τα ουσιαστικά στοιχεία που περιλαμβάνει η βασική πράξη ή προσαρμόζουν ορισμένα άλλα στοιχεία αυτής της πράξης.

2. Στο άρθρο 4, παράγραφος 3, και στο άρθρο 5 παράγραφος 3, απαλείφονται οι λέξεις «με την επιφύλαξη του άρθρου 8».

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 5 καταργείται. "

3α. Στο άρθρο 5 παράγραφος 6, απαλείφονται οι λέξεις "Κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση αυτή, ".

4. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 5α:

"Άρθρο 5α

Διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής για τις βασικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης.

1. Η Επιτροπή επικουρείται από κανονιστική επιτροπή συγκροτούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.

2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των ληπτέων μέτρων. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της επί του σχεδίου αυτού, προβαίνοντας ενδεχομένως σε ψηφοφορία, εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με το επείγον του θέματος. Η γνώμη δίδεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2 της συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων τις οποίες καλείται να λάβει το Συμβούλιο έπειτα από πρόταση της Επιτροπής. Οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών στην επιτροπή σταθμίζονται με τον τρόπο που ορίζει το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.

3. Εάν η επιτροπή γνωμοδοτήσει ευνοϊκά, η Επιτροπή εγκρίνει το οριστικό σχέδιο. Σε περίπτωση δυσμενούς γνώμης ή ελλείψει γνώμης της επιτροπής, η Επιτροπή παρουσιάζει αμελλητί νέο σχέδιο, προσπαθώντας να λάβει υπόψη τη θέση που εξέφρασε η επιτροπή, και της το υποβάλλει εκ νέου. η επιτροπή μπορεί να διατυπώσει παρατηρήσεις εντός προθεσμίας ενός μηνός αφότου της διαβιβάσθηκε το νέο σχέδιο. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, η Επιτροπή καταρτίζει το οριστικό της σχέδιο. Η έλλειψη γνώμης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν εμποδίζει την κατάρτιση οριστικού σχεδίου.

4. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί το οριστικό της σχέδιο συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εάν κανένα από τα δύο όργανα δεν διατυπώσει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη διαβίβαση του σχεδίου, το προτεινόμενο μέτρο εκδίδεται από την Επιτροπή. Κατ' αίτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία ενός μηνός για τη διατύπωση αντιρρήσεων παρατείνεται κατά έναν ακόμη μήνα.

5. Εάν, εντός προθεσμίας ενός μηνός, ενδεχομένως παραταθείσας κατά έναν ακόμη μήνα, από τη διαβίβαση του οριστικού σχεδίου της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο, με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2 της συνθήκης, διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, είτε να εκδώσει το αρχικό της σχέδιο μέτρων, είτε είτε να αποσύρει το σχέδιο μέτρων της.Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της.6. Σε περίπτωση που, για λόγους κατεπείγουσας επιτακτικής ανάγκης, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να εκδώσει και να εφαρμόσει τα εκτελεστικά μέτρα, αφού λάβει τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Ανακοινώνει αμελλητί τα μέτρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη. Εντός προθεσμίας ενός μηνός από την εν λόγω ανακοίνωση, προθεσμίας που μπορεί να παραταθεί κατά έναν ακόμη μήνα αν το ζητήσει το Συμβούλιο ή το Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2, μπορούν να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή δύναται, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε να υποβάλει πρόταση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, διατηρώντας, κατά περίπτωση, προσωρινά το εκδοθέν μέτρο, είτε να διατηρήσει το εκδοθέν μέτρο, είτε να το τροποποιήσει.Η Επιτροπή ενημερώνει το νομοθέτη για τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει στις αντιρρήσεις του καθώς και για την αιτιολόγησή της.7. Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις διαδικασίες διασφάλισης και τις διαδικασίες κατεπείγοντος που προβλέπονται σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια, την υγεία του ανθρώπου και των ζώων ή το περιβάλλον από βασική πράξη εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης."

5. Το άρθρο 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

"3. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται τακτικά από την Επιτροπή για τις εργασίες των επιτροπών. Προς τούτο, λαμβάνουν τις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεων, τα σχέδια που υποβάλλονται στις επιτροπές και αφορούν μέτρα εκτέλεσης των πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, καθώς και τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών, τα συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων και τους καταλόγους των αρχών και οργανισμών στους οποίους ανήκουν τα άτομα που ορίζουν τα κράτη μέλη ως αντιπροσώπους τους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται επίσης για κάθε μέτρο που διαβιβάζεται στο Συμβούλιο από την Επιτροπή και για τα σχέδια που αφορούν τα ληπτέα μέτρα."

β) Στην παράγραφο 4, η τελευταία φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

" Η Επιτροπή δημοσιεύει επίσης ετήσια έκθεση των εργασιών των επιτροπών."

γ) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"5. Όλα τα έγγραφα που διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 απαριθμούνται σε μητρώο διαθέσιμο στο Διαδίκτυο, το οποίο δημιούργησε προς τούτο η Επιτροπή το 2003."

6. Το άρθρο 8 καταργείται.

Άρθρο 2

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έπειτα από πρόταση της Επιτροπής, προβαίνουν σε επανεξέταση των διαδικασιών οι οποίες προβλέπονται από τις βασικές πράξεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, βάσει έκθεσης η οποία θα καταρτισθεί από την Επιτροπή το αργότερο ένα έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Top