This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52003DC0587
Communication from the Commission to the Council - Shaping support for private sector development in the Mediterranean {SEC(2003) 1110}
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο - Οργάνωση της στήριξης στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή της Μεσογείου {SEC(2003) 1110}
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο - Οργάνωση της στήριξης στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή της Μεσογείου {SEC(2003) 1110}
/* COM/2003/0587 τελικό */
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο - Οργάνωση της στήριξης στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή της Μεσογείου {SEC(2003) 1110} /* COM/2003/0587 τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ - ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ {SEC(2003) 1110} 1. Εισαγωγη Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Laeken στις 14-15 Δεκεμβρίου 2001 κάλεσε το Συμβούλιο και την Επιτροπή να εξετάσουν τη δημιουργία μιας ευρωμεσογειακής τράπεζας ανάπτυξης. Ανταποκρινόμενη στο αίτημα αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε στις 27.02.2002 έκθεση στο Συμβούλιο με τίτλο "´Νέα Ευρωμεσογειακή Τράπεζα" [1]. Στην έκθεση εξετάζονται διάφορες εναλλακτικές λύσεις και προτείνεται η δημιουργία κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕ στην οποία θα ενσωματωθούν όλες οι δραστηριότητες της Τράπεζας στην περιοχή της Μεσογείου. [1] SEC (2002) 218. Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και η ΕΤΕπ συμφωνούσαν γενικά ότι η ανεπάρκεια των επενδύσεων και της ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στους μεσογειακούς εταίρους αποτελούσε καθοριστικής σημασίας εμπόδιο στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και στη γενικότερη μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, καθώς και ότι οι χρηματοδοτικές παρεμβάσεις της ΕΕ στην περιοχή πρέπει να κατευθύνονται κατά προτεραιότητα σε επενδυτικά σχέδια του ιδιωτικού τομέα. Το Μάρτιο του 2002, το Συμβούλιο Ecofin και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης αποφάσισαν να ενισχύσουν τις δραστηριότητες της ΕΤΕπ στην περιοχή με τη δημιουργία ειδικού μηχανισμού στο πλαίσιο της Τράπεζας. Έκριναν ωστόσο ότι η απόφαση για την ενσωμάτωση του μηχανισμού σε μια θυγατρική της ΕΤΕπ πρέπει να επανεξεταστεί μετά από ένα έτος. Στα συμπεράσματά του της 14ης Μαρτίου 2002, το Συμβούλιο ECOFIN αναφέρει ότι "μετά από αξιολόγηση της λειτουργίας του μηχανισμού και λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων με τους εταίρους μας της διαδικασία της Βαρκελώνης, πρέπει να εξεταστεί η σκοπιμότητα δημιουργίας κατά πλειοψηφία θυγατρική της ΕΤΕπ, στην οποία θα ενσωματωθούν οι δραστηριότητες του μηχανισμού στους μεσογειακούς εταίρους. η απόφαση θα ληφθεί ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του μηχανισμού". Ο νέος μηχανισμός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο ευρύτερο πλαίσιο της Βαρκελώνης για την ευρωμεσογειακή εταιρική σχέση, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή το Νοέμβριο του 1995. Ο οικονομικός και ο χρηματοδοτικός πυλώνας του πλαισίου της Βαρκελώνης αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ζώνης κοινής ευημερίας με την προοδευτική οικοδόμηση ενός χώρου ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και των εταίρων της και μεταξύ των ίδιων των μεσογειακών εταίρων, και περιλαμβάνει μια ουσιαστική χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ για την προώθηση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων στους μεσογειακούς εταίρους και για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας. Πιο πρόσφατα, το Μάρτιο του 2003, στην ανακοίνωσή της στο Συμβούλιο σχετικά με μια "Ευρύτερη Ευρώπη" [2], η Επιτροπή πρότεινε ένα νέο πλαίσιο για τις σχέσεις με τις γείτονες χώρες στα ανατολικά και τα δυτικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσφέροντάς τους μια προοπτική συμμετοχής στην ενιαία αγορά προκειμένου να τις παροτρύνει να επιτύχουν ουσιαστική προόδου με βάση τις κοινές αξίες για την αποτελεσματική υλοποίηση των πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Ο μηχανισμός FEMIP ή, με την επιφύλαξη της επανεξέτασης από το Συμβούλιο, μια ενδεχόμενη Ευρωμεσογειακή Τράπεζα, εντοπίστηκε ως ένα από τα μέσα που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας ευημερούσας γειτονικής περιοχής. [2] COMM (2003) 104 τελικό της 11.3.2003. Ο νέος μηχανισμός άρχισε τις δραστηριότητές του την 1η Σεπτεμβρίου 2002 και τέθηκε επίσημα σε λειτουργία σε συνεδρίαση στη Βαρκελώνη στις 18 Οκτωβρίου 2002. Η συνεδρίαση αυτή αποτέλεσε επίσης την ευκαιρία για τη σύσταση της Επιτροπής Διαλόγου και Συντονισμού των Πολιτικών (PDCC), ένα συμβουλευτικό όργανο και φόρουμ συζητήσεων για τη βελτίωση του περιβάλλοντος του ιδιωτικού τομέα, το οποίο θα συνέρχεται δύο φορές το χρόνο. Στην PDCC εκπροσωπούνται τα κράτη μέλη, η Επιτροπή, αλλά και οι μεσογειακοί εταίροι και οι διεθνείς χρηματοδοτικοί οργανισμοί. Η δεύτερη συνεδρίαση της PDCC πραγματοποιήθηκε στις 3 Απριλίου 2003 στην Κωνσταντινούπολη. Η επανεξέταση που ζήτησε το Συμβούλιο το Μάρτιο του 2002 θα πραγματοποιηθεί το Φθινόπωρο του 2003, δηλαδή ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του FEMIP. Για να διευκολύνει την επανεξέταση, η Επιτροπή άρχισε μια διεξοδική αξιολόγηση των επιπτώσεων του FEMIP. Οι αξιολογήσεις επιπτώσεων χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή ως μέσο βελτίωσης της διαδικασίας ανάπτυξης των πολιτικών της και πρέπει να πραγματοποιούνται για όλες τις σημαντικές πρωτοβουλίες [3]. Η έκθεση αξιολόγησης επιπτώσεων των υπηρεσιών της Επιτροπής ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2003. Μετά την εξέταση της σημερινής λειτουργίας του FEMIP, η έκθεση αξιολογεί τις δύο βασικές εναλλακτικές λύσεις - ενίσχυση του FEMIP ή δημιουργία θυγατρικής - και τις δυνητικές τους επιπτώσεις σε μια σειρά κριτηρίων. Η διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων δεν έχει ως σκοπό να αντλήσει συμπεράσματα για την πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί, αλλά να προβάλλει γεγονότα και αναλύσεις που μπορούν να συμβάλουν στον προσδιορισμό των καλύτερων δυνατών επιλογών και του αντίκτυπού τους και, με τον τρόπο αυτό, να αποσαφηνίσει τις συνέπειες των αποφάσεων πολιτικής που θα ληφθούν. [3] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την αξιολόγηση επιπτώσεων, COM(2002) 276 της 5.6.2002. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν τη γνώμη των κυριότερων ενδιαφερόμενων μερών, και ιδίως των μεσογειακών εταίρων. Πολλοί από τους εταίρους αυτούς ζήτησαν διευκρινίσεις για τα χαρακτηριστικά καθεμίας από τις δύο εναλλακτικές λύσεις και τη φύση της επιλογής που πρέπει να γίνει και εκείνοι που έκαναν γνωστές τις απόψεις τους αναγνώρισαν ότι η δημιουργία θυγατρικής θα τους παρείχε δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής στην ιδιοκτησιακή διάρθρωση του μέσου και θα ερμηνευόταν ως μια ισχυρή και ορατή πολιτική δέσμευση. Ορισμένοι ζήτησαν επίσης πληροφορίες σχετικά με το κόστος των προϊόντων που θα προσφέρει η θυγατρική και τη σύγκρισή του με τους όρους που είναι διαθέσιμοι σήμερα στο πλαίσιο του FEMIP. Με βάση τα συμπεράσματα της διεξοδικής αξιολόγησης επιπτώσεων και την περιορισμένη εμπειρία από τη μέχρι τώρα λειτουργία του FEMIP, η παρούσα ανακοίνωση αποσκοπεί να παράσχει τα στοιχεία που θα επιτρέψουν στο Συμβούλιο να λάβει την απόφαση που ανήγγειλε το Μάρτιο του 2002. Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να υποστηριχθεί η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα των μεσογειακών εταίρων, η παρούσα ανακοίνωση εξετάζει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων, προσδιορίζει το κόστος τους και παρέχει συστάσεις για τη μελλοντική πορεία. 2. πρεπει να δοθει προτεραιοτητα στην αναπτυξη του ιδιωτικου τομεα Την τελευταία δεκαετία, η οικονομική ανάπτυξη των μεσογειακών εταίρων ήταν ανεπαρκής για να απορροφήσει το αυξανόμενο εργατικό δυναμικό τους. Η βραδεία ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα [4] θεωρείται βασική αιτία αυτής της κατάστασης, η οποία επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία δύο χρόνια. Η ενίσχυση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα πρέπει συνεπώς να αποτελέσει κεντρικό στόχο σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Πρέπει ιδίως να δοθεί στις ΜΜΕ η δυνατότητα να προσφεύγουν σε κατάλληλα χρηματοπιστωτικά μέσα για την κάλυψη των επενδυτικών τους αναγκών. [4] Στην παρούσα ανακοίνωση, ο ιδιωτικός τομέας περιλαμβάνει τις επιχειρήσεις που ελέγχονται από ιδιώτες μετόχους. Στους μεσογειακούς εταίρους, η μετατόπιση της έμφασης από το κράτος στην αγορά έγινε με αργούς ρυθμούς και το κράτος συμμετέχει ακόμα σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της πραγματικής οικονομίας και στο χρηματοπιστωτικό τομέα σε πολλές χώρες, ιδίως στη Συρία, την Αλγερία και την Αίγυπτο, αποθαρρύνοντας έτσι τις επενδύσεις. Αργοί ήταν επίσης οι ρυθμοί των ιδιωτικοποιήσεων, παρόλο που αυτό αποτελεί μία μόνο πτυχή της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. Οι επιχειρήσεις, και ιδίως οι ΜΜΕ, δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένες για να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό και πρέπει να πραγματοποιήσουν σημαντικές επενδύσεις για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους. Οι νέοι επιχειρηματίες που επιθυμούν να εισέλθούν στις αγορές αντιμετωπίζουν δυσχέρειες και η διαδικασία μεταρρυθμίσεων καθυστερεί ή έχει διακοπεί. Οι μεσογειακοί εταίροι πρέπει να καταβάλουν ακόμα πολλές προσπάθειες για να εκσυγχρονίσουν το εταιρικό δίκαιο, τις ρυθμίσεις για τις επενδύσεις και τη φορολογική τους νομοθεσία. Η ανεπάρκεια των νομικών πλαισίων (εφαρμογή των συμβάσεων και δικαιώματα ιδιοκτησίας) δημιουργεί αβεβαιότητα και εμποδίζει τις επενδύσεις. Το επίπεδο των άμεσων ξένων επενδύσεων στους μεσογειακούς εταίρους ήταν χαμηλό σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα και δεν ακολούθησε τους ρυθμούς της παγκόσμιας επέκτασης των κεφαλαιακών ροών. Η σύγκριση των τρεχουσών επενδυτικών αναγκών με τα χαρακτηριστικά της προσφοράς χρηματοδοτικών μέσων στους μεσογειακούς εταίρους καταδεικνύει μια αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς κεφαλαίων και χρηματοδοτικών αναγκών, κυρίως λόγω της δυσχέρειας κινητοποίησης μακροπρόθεσμων χρηματοδοτικών πόρων. Οι μεσογειακοί εταίροι διατηρούν την κύρια ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση του ιδιωτικού τομέα και για τη μελλοντική πορεία του. Οι χώρες αυτές πρέπει να διευκολύνουν την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα με τη δημιουργία φιλικού για τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος και με τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα τους, ο οποίος είναι συχνά πολύ εκτεταμένος. Η ύπαρξη αποτελεσματικού χρηματοπιστωτικού τομέα αποτελεί επίσης ουσιώδη προϋπόθεση για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Ωστόσο, οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις στις χώρες αυτές καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη ενός μέσου που να μπορεί να προσφέρει τις απαιτούμενες χρηματοδοτήσεις σε ένα δυσμενές περιβάλλον. Η πρόσβαση των ΜΜΕ στις χρηματοδοτήσεις, ιδίως σε μακροπρόθεσμη βάση, εξακολουθεί να είναι πολύ περιορισμένη και πρέπει να διευκολυνθεί. Η απλή αναμονή μιας μεταβολής από την πλευρά της ζήτησης δεν θα οδηγήσει κατ' ανάγκη σε γρήγορη βελτίωση της κατάστασης. Όπως υπογραμμίζεται στη Δήλωση της Βαρκελώνης και στις διμερείς συμφωνίες σύνδεσης, η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ευρωμεσογειακής πολιτικής της ΕΕ. Το οικονομικό σκέλος των συμφωνιών αυτών προβλέπει ιδίως ότι τα μέτρα ελευθέρωσης του εμπορίου θα τονώσουν τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης των μεσογειακών οικονομιών. Η ΕΕ και οι μεσογειακοί εταίροι της χρειάζονται ένα δυναμικό μέσο και ένα κατάλληλο πλαίσιο σχέσεων που να μπορούν να στηρίξουν τις δανειοδοτήσεις στον ιδιωτικό τομέα με την παροχή εξειδικευμένων τραπεζικών και χρηματοδοτικών συμβουλών και με τη σταδιακή ανάπτυξη εγχώριων αγορών μακροπρόθεσμων πιστώσεων. Το συχνά δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή καθιστά ακόμα πιο επείγουσα την ανάγκη ενός ειδικού μέσου για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποστολή του FEMIP για τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα έχει πρωταρχική σημασία. Η στήριξη της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα αποτελούσε ήδη την πρώτη προτεραιότητα της Επιτροπής στην έκθεση που υπέβαλε στο Συμβούλιο το Φεβρουάριο του 2002. Η ΕΤΕπ και τα κράτη μέλη συμφώνησαν με την Επιτροπή και το Μάρτιο του 2002 το Συμβούλιο Ecofin [5] αναγνώρισε την ανάγκη να προωθηθεί η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στους μεσογειακούς εταίρους για να διευκολυνθεί η επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης που να είναι συνεπείς με την αύξηση του εργατικού δυναμικού στην περιοχή. Η δημιουργία του FEMIP αποτέλεσε ένα ιδιαίτερα σημαντικό πρώτο βήμα, ιδίως διότι ήταν η πρώτη πρωτοβουλία για τον αναπροσανατολισμό της ευρωμεσογειακής συνεργασίας προς τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα. [5] Συμπεράσματα της συνόδου του Συμβουλίου Ecofin της 14ης Μαρτίου 2002. 3. εναλλακτικεσ επιλογεσ για την αναπτυξη της ευρωμεσογειακησ χρηματοδοτικησ συνεργασιας Κατά την προσεχή επανεξέταση του μηχανισμού, το Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει ποιο μέσο - το FEMIP ή η θυγατρική - μπορεί να στηρίξει πιο αποτελεσματικά και να επιταχύνει τον αναπροσανατολισμό των δανειοδοτήσεων υπέρ των μεσογειακών εταίρων προς την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Για το σκοπό αυτό, αναλύονται δύο βασικές εναλλακτικές λύσεις. Η πρώτη λύση, η ανάπτυξη του FEMIP, βασίζεται στην υπόθεση της συνέχισης και ενίσχυσης των δραστηριοτήτων του FEMIP. Η δεύτερη λύση είναι εκείνη της ενσωμάτωσης του συνόλου ή μέρους του χαρτοφυλακίου του FEMIP σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική της ΕΤΕπ. Οι δύο εναλλακτικές επιλογές που εξετάστηκαν Η πρώτη επιλογή είναι η ενίσχυση του νεοσυσταθέντος μηχανισμού, με αποστολή τη στήριξη της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. Αυτό θα απαιτούσε ορισμένες προσαρμογές στις χρηματοδοτικές πολιτικές της Τράπεζας, ιδίως όσον αφορά τις δραστηριότητές της με τους μεσογειακούς εταίρους. Με την επιλογή αυτή, το FEMIP θα εξακολουθούσε να αποτελεί τμήμα της Τράπεζας, με προσωπικό της ΕΤΕπ όπως σήμερα, αλλά δυνητικά σημαντικότερο. Το FEMIP θα συνέχιζε έτσι τις δραστηριότητές του και να ανέπτυσσε τις δανειοδοτήσεις του με τη γενική κάλυψη της ΕΤΕπ και ιδίως του καταστατικού και των χρηματοδοτικών πολιτικών της. Θα εξακολουθούσε να λειτουργεί κυρίως στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών αποστολών που του αναθέτει το Συμβούλιο, επί του παρόντος με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού και με χορηγήσεις από τον προϋπολογισμό αυτό, κυρίως για την τεχνική στήριξη των δανειοδοτήσεών του, για τις πράξεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου και για τις επιδοτήσεις επιτοκίου για σχέδια περιβαλλοντικών έργων. Η διαχείριση των δραστηριοτήτων του θα εξακολουθούσε να γίνεται κεντρικά από το Λουξεμβούργο, με γραφεία σε ορισμένες περιοχές ή χώρες. Η δεύτερη επιλογή συνίσταται στη δημιουργία μιας κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ. Με τη λύση αυτή, ένα μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου δανειοδοτήσεων της τράπεζας υπέρ των μεσογειακών εταίρων θα ενσωματωνόταν στη θυγατρική. Η νέα θυγατρική θα είχε δικό της προσωπικό, καταστατικό και χρηματοδοτικές πολιτικές και θα ενεργούσε, όπως και το FEMIP, βάσει αποστολής για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Το προσωπικό της θα αυξανόταν σημαντικά για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της υπέρ του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες έχουν υψηλή ένταση ανθρώπινων πόρων. Η νέα θυγατρική θα προσέφερε ευρύ φάσμα χρηματοδοτικών προϊόντων, θα είχε χαρακτηριστικά παρεμφερή με εκείνα των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης, και ιδίως χρηματοοικονομική κατάσταση και κεφαλαιακή βάση που θα της εξασφάλιζαν καθεστώς προνομιακού πιστωτή, καθώς και βαθμολογική κατάταξη ΑΑΑ για την πιστοληπτική της ικανότητα. Η διαχείριση των δραστηριοτήτων της θα γινόταν από τα κεντρικά της γραφεία, αλλά ο ρόλος των τοπικών γραφείων στις διάφορες χώρες θα ήταν επίσης σημαντικός. Λαμβάνεται ως παραδοχή ότι ενώ η Τράπεζα θα διατηρεί πλειοψηφική συμμετοχή στη θυγατρική, στο κεφάλαιό της θα μπορούν επίσης να συμμετέχουν και τα κράτη μέλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ενδεχομένως και οι μεσογειακοί εταίροι. Η διακυβέρνησή της θα αντικατοπτρίζει αυτή την ανοικτή μετοχική σύνθεση. Κατά την ανάλυση αυτών των δύο βασικών εναλλακτικών λύσεων έγιναν ορισμένες παραδοχές για τα διάφορα χαρακτηριστικά τους. Οι παραδοχές αυτές δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη ότι η λύση που τελικά θα αποφασιστεί από το Συμβούλιο πρέπει να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, εφόσον υπάρχουν επικαλύψεις μεταξύ των δύο επιλογών και ορισμένα στοιχεία τους μπορούν να μεταβληθούν με την πάροδο του χρόνου υπό την επίδραση, πολιτικών, θεσμικών ή δημοσιονομικών παραγόντων. 3.1 Πρώτη εναλλακτική λύση: διατήρηση και ενίσχυση του FEMIP Η δημιουργία του FEMIP Η ΕΤΕπ έχει μακρά πείρα στην περιοχή της Μεσογείου. Το χαρτοφυλάκιο εγκεκριμένων σχεδίων της, αξίας 10 δισεκατ. EUR περίπου, και το επιχειρησιακό της δίκτυο την κατατάσσουν σήμερα μεταξύ των σημαντικότερων διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών στην περιοχή. Η δημιουργία του FEMIP ως χρηματοδοτικού μέσου της ΕΤΕπ αποφασίστηκε το 2002 και επέτρεψε στην Τράπεζα να συνεχίσει τις δραστηριότητές της στη Μεσόγειο και, αφετέρου, στους μεσογειακούς εταίρους να επωφεληθούν από την επιχειρησιακή ικανότητα της ΕΤΕπ και από τους ευνοϊκούς όρους των δανειοδοτήσεών της. Η Τράπεζα χορηγεί δάνεια στους δικαιούχους μεσογειακούς εταίρους στο πλαίσιο των αποστολών που της αναθέτει το Συμβούλιο. Η σημερινή της αποστολή προβλέπει συνολικές δανειοδοτήσεις, με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, μέχρι ποσού 6,4 δισεκατ. EUR στην περίοδο 2000-2007 και αποτελεί σήμερα αντικείμενο ενδιάμεσης επανεξέτασης. Στο πλαίσιο της γενικής αποστολής της για τις δανειοδοτήσεις εκτός ΕΕ, η Τράπεζα χορηγεί επίσης δάνεια στην Τουρκία από τους πόρους ενός ειδικού προγράμματος δράσης (μέχρι ποσού 450 εκατ. EUR) και του προγράμματος Terra (μέχρι ποσού 600 εκατ. EUR). Επιπλέον της γενικής αυτής αποστολής, μια ειδική πιστωτική διευκόλυνση ποσού 1 δισεκατ. EUR δημιουργήθηκε στην ΕΤΕπ το 2000, μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, για τη χρηματοδότηση σημαντικών διαπεριφειακών σχεδίων μεταφορών, ενέργειας και περιβάλλοντος στην περιοχή, χωρίς την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού . Το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων αυτών αφορούσε παραδοσιακά το δημόσιο τομέα. Για ορισμένα σχέδια που δεν καλύπτονται από κρατική εγγύηση, η Τράπεζα εφαρμόζει το μηχανισμό επιμερισμού των κινδύνων με τον οποίο καλύπτει τον εμπορικό κίνδυνο μέσω ενός τρίτου εγγυητή και τον πολιτικό κίνδυνο μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού. Στο παρόν στάδιο, ο επιμερισμός των κινδύνων αντιπροσωπεύει το 15% (4% περίπου χωρίς την Τουρκία) των δανειοδοτήσεων της Τράπεζας στην περιοχή, στο πλαίσιο αποστολής ή σε άλλη παρόμοια βάση, ενώ το Συμβούλιο έχει θέσει ως στόχο ένα ποσοστό 30% όλων των πράξεων στο πλαίσιο της συνολική αποστολής εξωτερικών δανειοδοτήσεων σε κάθε περιοχή. Τα σχέδια που χρηματοδοτούνται με "συνολικά δάνεια" μέσω ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών συμβάλλουν επίσης στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, στο βαθμό που οι τελικοί δικαιούχοι τους είναι ΜΜΕ, παρόλο που οι περισσότεροι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί είναι κρατικές τράπεζες. Συνολικά, οι συνδυασμένες δραστηριότητες της Τράπεζας υπέρ της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα, δηλαδή τα δάνεια σε επιχειρήσεις και τα συνολικά δάνεια από ίδια κεφάλαια, καθώς και τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου από πόρους του κοινοτικού προϋπολογισμού, αντιπροσώπευαν τα τελευταία τρία χρόνια έως και το 30% των δραστηριοτήτων της Τράπεζας στους μεσογειακούς εταίρους. Για την ανάπτυξη του FEMIP, η Τράπεζα δημιούργησε ένα ειδικό κέντρο κόστους και αύξησε το προσωπικό του μηχανισμού. Στα μέσα του 2003, 25 υπάλληλοι εργάζονταν αποκλειστικά στο FEMIP (άλλοι 25 περίπου υπάλληλοι παρείχαν με πλήρη απασχόληση υλικοτεχνική στήριξη στο πλαίσιο της Τράπεζας). Η Τράπεζα σχεδιάζει να προσλάβει μεταξύ 12 και 18 συμπληρωματικούς υπαλλήλους για να δημιουργήσει έως τα τέλη του 2003 μια ομάδα 40 συνολικά υπαλλήλων ειδικά για το FEMIP. Οι ανάγκες σε προσωπικό επανεξετάζονται αυτή τη στιγμή. Το επιχειρησιακό πρόγραμμα του FEMIP, που κατάρτισε η Τράπεζας τον Οκτώβριο του 2002, προβλέπει: - σημαντική αύξηση των δανειοδοτήσεων στην περίοδο 2003-2006, μέχρι ποσού 2 δισεκατ. EUR περίπου ετησίως έως το τέλος της περιόδου, έναντι 1,4 δισεκατ. EUR περίπου το 2001. - σταδιακό αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων προς τον ιδιωτικό τομέα. Το πρώτο επιχειρησιακό σχέδιο προβλέπει ότι οι δανειοδοτήσεις στον ιδιωτικό τομέα θα αντιπροσωπεύουν ακόμα το 2005-2006 λιγότερο από το ήμισυ των ετήσιων δανειοδοτήσεων της Τράπεζας. Αναγνωρίζοντας την προτεραιότητα του ιδιωτικού τομέα, η Τράπεζα δημιούργησε, στο πλαίσιο του Τμήματος FEMIP, μια ειδική μονάδα για τις πράξεις με τον ιδιωτικό τομέα. Η εξέλιξη των δραστηριοτήτων του FEMIP από τη δημιουργία του δείχνει ότι η υπέρβαση των συντηρητικών εκτιμήσεων του επιχειρησιακού σχεδίου είναι δυνατή: το FEMIP λειτούργησε αποτελεσματικά κατά το πρώτο έτος, εφόσον, από τη δημιουργία του μηχανισμού τον Οκτώβριο 2002 έως τον Αύγουστο 2003, περισσότερο από το 50% των πράξεων κατ' όγκο αφορούσαν τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, η τάση αυτή πρέπει να επιβεβαιωθεί σε μακροχρόνια περίοδο, δεδομένου ότι η αναλογία των πράξεων με τον ιδιωτικό τομέα εξαρτάται ακόμα από μικρό αριθμό σημαντικών πράξεων. Τόσο η παρελθούσα όσο και η πρόσφατη εμπειρία δείχνουν πόσο δύσκολο είναι για την ΕΤΕπ, όπως για τους άλλους διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς, να εστιάσει τις δραστηριότητές της στη Μεσόγειο στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Η ΕΕ υποστηρίζει πλήρως τις δραστηριότητες της ΕΤΕπ στην περιοχή, ιδίως με σημαντικές συνεισφορές από τον προϋπολογισμό της ΕΚ για: i./ σχηματισμό προβλέψεων για το ταμείο εγγυήσεων του κοινοτικού προϋπολογισμού: για κάθε 1 δισεκατ. EUR εγγυημένων δανείων ΕΤΕπ-FEMIP πρέπει να σχηματιστούν προβλέψεις ύψους 58,5 εκατ. EUR από το αποθεματικό για εγγυήσεις. ii./ επιδοτήσεις επιτοκίου για περιβαλλοντικά σχέδια, οι οποίες χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό MEDA και αφορούν ποσά που ποικίλλουν σημαντικά κάθε έτος (με μέσο όρο 30 εκατ. EUR περίπου σε μακροχρόνια βάση). iii./ κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό (κυρίως πόροι του προϋπολογισμού MEDA). Η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να διαθέσει κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών ύψους 150 εκατ. EUR στην περίοδο του επιχειρησιακού προγράμματος (2003-2006). το σημερινό καταστατικό [6] της Τράπεζας δεν της επιτρέπει κανονικά να χρηματοδοτεί με ίδιους πόρους την απόκτηση συμμετοχών σε επιχειρήσεις. ο περιορισμός αυτός αντισταθμίζεται με τη διάθεση από τον κοινοτικό προϋπολογισμό κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών που διαχειρίζεται η Τράπεζα. [6] Το άρθρο 20 του καταστατικού της ΕΤΕπ απαγορεύει την απόκτηση από την Τράπεζα συμμετοχών στο κεφάλαιο επιχειρήσεων. iv./ τεχνική βοήθεια: μια από τις κυριότερες μεταβολές μετά τη δημιουργία του FEMIP είναι το γεγονός ότι είναι σήμερα δυνατή η διάθεση σημαντικού όγκου μη επιστρεπτέων πόρων MEDA για τη χρηματοδότηση της τεχνικής βοήθειας. Τον Ιούνιο του 2002, η Επιτροπή δεσμεύθηκε να χορηγήσει πιστώσεις συνολικού ποσού 105 εκατ. EUR για τη στήριξη σχεδίων τεχνικής βοήθειας του FEMIP στην περίοδο 2003-2006. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική αύξηση των πόρων που διατίθενται για την τεχνική βοήθεια σε 25 εκατ. EUR ετησίως στο πλαίσιο του FEMIP (από 3 εκατ. EUR πριν από τη δημιουργία του FEMIP). Η ΕΕ παρείχε τη στήριξή της στην Τράπεζα με την προϋπόθεση ότι στο τέλος της περιόδου το μεγαλύτερο μέρος των δανειοδοτήσεων της ΕΤΕπ στην περιοχή θα διατίθεται υπέρ του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, το κόστος της κοινοτικής στήριξης είναι υψηλό και η μακροχρόνια διατηρησιμότητα του μέσου δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο με την ανάληψη σε τακτά διαστήματα νέων υποχρεώσεων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό (βλέπε τα στοιχεία κόστους κατωτέρω). Ενίσχυση του FEMIP Για να αυξηθεί η συνεισφορά του FEMIP στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και να διατηρηθεί το μερίδιο των δανειοδοτήσεων υπέρ του ιδιωτικού τομέα πάνω από το επίπεδο του 50%, λαμβάνεται ως υπόθεση ότι θα γίνουν ορισμένες προσαρμογές και καινοτομίες στο σημερινό μηχανισμό: - η αυξημένη προσφυγή σε τοπικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τη διάθεση των δανείων σε τοπικές επιχειρήσεις, και ιδίως σε ΜΜΕ, μπορεί να επηρεάσει με καταλυτικό τρόπο την προσφορά από τον τοπικό χρηματοπιστωτικό τομέα χρηματοδοτήσεων προσαρμοσμένων στις ανάγκες τοπικών επιχειρηματιών, όπως οι "μικροπιστώσεις" και τα κεφαλαία επιχειρηματικών συμμετοχών. - η διερεύνηση της δυνατότητας για την ΕΤΕπ να αντλεί κεφάλαια από τοπικές κεφαλαιαγορές και να χορηγεί στους τοπικούς δανειζόμενους δάνεια σε τοπικό νόμισμα, επιτρέποντας έτσι στους δανειζόμενους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι δραστηριοποιούνται περισσότερο στις τοπικές παρά στις εξαγωγικές αγορές, να αποφεύγουν το συναλλαγματικό κίνδυνο. - προσφορά νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ιδίως εγγυήσεις υπέρ των ΜΜΕ, χάρη στην εμπειρία και την εμπειρογνωμοσύνη του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων. στο βαθμό που η τροποποίηση του καταστατικού της ΕΤΕπ είναι δυνατή, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 20 παράγραφος 2, το οποίο απαγορεύει την απόκτηση συμμετοχών σε επιχειρήσεις, η Τράπεζα θα μπορούσε να αυξήσει τις παρεμβάσεις της με κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και να παρέχει από τους πόρους της ίδια κεφάλαια σε επιχειρήσεις. - ενίσχυση του προφίλ κινδύνου της Τράπεζας, με την αποδοχή εγγυήσεων μεμονωμένων δανειζόμενων και την αναθεώρηση των απαιτήσεων για την φερεγγυότητα των εγγυητών, στο πλαίσιο του άρθρου 18 παράγραφος 3. στο βαθμό που το άρθρο αυτό μπορεί να τροποποιηθεί, οι χρηματοδοτικές πολιτικές της Τράπεζας θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν με ουσιώδη τρόπο προκειμένου να ενισχυθεί το προφίλ κινδύνου της. παράλληλα, η Τράπεζα θα μπορούσε να διαβαθμίσει, σε συνάρτηση με το ενισχυμένο προφίλ κινδύνου της, τους όρους των δανείων της και την πολιτική σχηματισμού προβλέψεων για τις χρηματοδοτήσεις στον ιδιωτικό τομέα. - αύξηση της μόχλευσης που επιτρέπουν οι παρεμβάσεις της Τράπεζας στις άλλες πηγές χρηματοδοτήσεων, περιορίζοντας τη σχετική συμμετοχή της σε κάθε χρηματοδοτούμενο σχέδιο και προσφεύγοντας περισσότερο σε κοινοπρακτικά δάνεια. Σύνοψη: οι δραστηριότητες του FEMIP με ίδιους πόρους επωφελούνται από την ικανότητα της ΕΤΕπ να αντλεί σημαντικά κεφάλαια στις κεφαλαιαγορές με ευνοϊκούς όρους χάρη στο καθεστώς της ως προνομιακού πιστωτή. Επωφελούνται επίσης από το χαμηλό λειτουργικό κόστος της Τράπεζας, το οποίο, σε συνδυασμό με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, επιτρέπει στο FEMIP να προσφέρει ελκυστικούς όρους για τα δάνεια που χορηγεί. Ωστόσο, το σημερινό καταστατικό της ΕΤΕπ και η "επιχειρησιακή παράδοσή" της δυσχεραίνουν τον αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων του FEMIP και την ανάληψη καταλυτικού ρόλου στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα των μεσογειακών εταίρων. Μακροχρόνια, και εφόσον γίνουν ορισμένες βελτιώσεις στον τρόπο λειτουργίας του, όπως ιδίως η υιοθέτηση ενός προφίλ μικρότερης αποστροφής στον κίνδυνο, το FEMIP θα μπορούσε να συμβάλει πιο καθοριστικά στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή. 3.2. Δεύτερη εναλλακτική λύση: ενσωμάτωση μέρους ή του συνόλου του FEMIP σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική της ευρωπαϊκής τράπεζας επενδύσεων Η δεύτερη δυνατή επιλογή για την ενίσχυση της ευρωμεσογειακής χρηματοδοτικής συνεργασίας και τον αναπροσανατολισμό των παρεμβάσεών της προς την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, είναι η δημιουργία μιας κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ, που θα αναλάβει μέρος ή το σύνολο των δραστηριοτήτων του FEMIP. Εξετάστηκε μια σειρά επιχειρημάτων για τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής, ιδίως στο πλαίσιο της διεξοδικής αξιολόγησης επιπτώσεων. Προφίλ κινδύνου: το σημερινό πολύ συντηρητικό προφίλ κινδύνου της Τράπεζας, η οποία δεν μπορεί, σύμφωνα με το καταστατικό της, να αποκτά συμμετοχές στο κεφάλαιο επιχειρήσεων και οφείλει να εξασφαλίσει επαρκείς εγγυήσεις για τις δανειοδοτήσεις της, δυσχεραίνει τον αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων του FEMIP προς την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή μπορεί να αλλάξει εάν οι τροποποιήσεις στο καταστατικό της Τράπεζας που ενέκρινε πρόσφατα το Συμβούλιο Διοικητών της ΕΤΕπ εγκριθούν και επικυρωθούν από τη Διακυβερνητική Διάσκεψη. Ένταση των πόρων: η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα απαιτεί την κινητοποίηση σημαντικών πόρων, και ιδίως ανθρώπινων πόρων, όπως καταδεικνύεται από την εμπειρία άλλων διεθνών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχουν ως αποστολή τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα (ΔΧΕ και ΕΤΑΑ). ένα χωριστό χρηματοδοτικό μέσο θα μπορούσε πιο εύκολα να αποκλίνει από τα σημερινά πρότυπα της ΕΤΕπ όσον αφορά την πολιτική προσωπικού, παρόλο που δεν υπάρχει απόλυτο εμπόδιο στην αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων του FEMIP. Επιχειρησιακή παράδοση: παρά την υψηλή αναλογία των δανειοδοτήσεών της υπέρ του ιδιωτικού τομέα στο σύνολο των πράξεών της στο εσωτερικό της ΕΕ, η Τράπεζα ειδικεύεται ακόμα σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότηση δημόσιων υποδομών και ανέπτυξε κατά την πολυετή λειτουργία της μια επιχειρησιακή παράδοση που αντικατοπτρίζει αυτή την εξειδίκευση. μια θυγατρική θα διευκόλυνε την υιοθέτηση προτύπων εμπορικής τραπεζικής. Εταιρική σχέση: ο σημερινός μηχανισμός αντικατοπτρίζει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και διακυβέρνησης που εφαρμόζονται στις πράξεις στο εσωτερικό της ΕΕ. αυτό σημαίνει ότι τα σχέδια δανειοδοτήσεων της ΕΤΕπ υπέρ των μεσογειακών εταίρων εγκρίνονται από το Συμβούλιο Διοικητών της Τράπεζας όπως όλα τα άλλα σχέδια, χωρίς συμμετοχή των μεσογειακών εταίρων στη λήψη των αποφάσεων. Ωστόσο, η Τράπεζα έχει συστήσει ένα συμβουλευτικό όργανο, το PDCC, στο οποίο εξετάζονται οι βασικές κατευθύνσεις του μηχανισμού και το επιχειρησιακό του σχέδιο. Η νέα θυγατρική θα είχε πιο στενές σχέσεις με τους μεσογειακούς εταίρους, στους οποίους θα δινόταν η δυνατότητα να συμμετάσχουν στο νέο φορέα. Αυτό θα ενίσχυε την ιδιοκτησιακή διάρθρωση του νέου φορέα και την εταιρική σχέση με τους δικαιούχους του. Αλληλεπίδραση με τις τοπικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Η αλληλεπίδραση με τις τοπικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα ήταν πιο αποτελεσματική μέσω μιας θυγατρικής με αυξημένο προσωπικό, εξειδίκευση στις τραπεζικές εργασίες με τον ιδιωτικό τομέα, και δυνατότητα άμεσης εποπτείας των σχεδίων του ιδιωτικού τομέα. Οι εκπρόσωποι των μεσογειακών εταίρων στο διοικητικό συμβούλιο της θυγατρικής - εφόσον οι χώρες αυτές εγγράψουν ένα τμήμα του κεφαλαίου της - θα μπορούσαν επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο από την άποψη αυτή. Αυτή η δυναμική αλληλεπίδραση θα διευκόλυνε τη δημιουργία στην περιοχή ενός νομικού και οικονομικού περιβάλλοντος πιο φιλικού για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, θα παρείχε στους μεσογειακούς εταίρους κίνητρα να χρησιμοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα άλλα μέσα της ευρωμεσογειακής εταιρικής σχέσης. Μακροπρόθεσμη πολιτική δέσμευση και ορατότητα. Η ενσωμάτωση του FEMIP σε μια θυγατρική θα έδινε αναμφίβολα ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα και θα άνοιγε μια μακροπρόθεσμη προοπτική διατηρησιμότητας μιας ευρωμεσογειακής συνεργασίας εστιασμένης στη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Αντί να εξαρτάται από ετήσιες πιστώσεις του προϋπολογισμού, η συνεισφορά της ΕΕ θα μπορούσε θα λάμβανε τη μορφή μιας συμμετοχής στο κεφάλαιο της θυγατρικής. Αυτό θα αύξανε επίσης σημαντικά την ορατότητα της πολιτικής της δέσμευσης. Η Επιτροπή εξέτασε δύο δυνατές υποεπιλογές για την ενδεχόμενη δημιουργία μιας κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ: Υποεπιλογή 1: πλήρης ενσωμάτωση του FEMIP σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική. Με αυτήν την πρώτη υποεπιλογή, το σύνολο του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου του FEMIP, δηλαδή περίπου 10 δισεκατ. EUR (εγκεκριμένες πράξεις) θα ενσωματωνόταν στη νέα θυγατρική. Αυτό θα παρουσίαζε μια σειρά πλεονεκτήματα: - η θυγατρική θα επωφελούνταν αμέσως από μια ροή εσόδων από τις τρέχουσες πράξεις η οποία θα διευκόλυνε τη χρηματοοικονομική της διατηρησιμότητα. - οι υφιστάμενες ομάδες στελεχών και το λοιπό προσωπικό θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα του προσωπικού του νέου ιδρύματος και να αξιοποιήσουν την εμπειρία τους από τις μέχρι τώρα πράξεις στους μεσογειακούς εταίρους. - στο εσωτερικό του ίδιου ιδρύματος, οι πράξεις με το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα αλληλοσυμπληρώνονται, εφόσον υπάρχουν σχέδια που αφορούν και τους δύο τομείς, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις ή ορισμένες μορφές εταιρικής συνεργασίας δημόσιων-ιδιωτικών φορέων (όπως τα σχέδια υποδομών "BOT" (κατασκευή-λειτουργία-μεταβίβαση)), τα οποία μπορούν να επωφεληθούν από αυτή τη διττή τραπεζική προσέγγιση δημόσιο-ιδιωτικοί φορείς. Το νέο ίδρυμα πρέπει να διαθέτει ασφαλή κεφαλαιακή βάση που να αντικατοπτρίζει το προφίλ κινδύνου του και χρηματοοικονομική θέση που να του παρέχει καθεστώς προνομιακού πιστωτή. Εάν η εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού επεκταθεί στις πράξεις της νέας θυγατρικής, τουλάχιστον για τον πολιτικό κίνδυνο, ο δείκτης χορηγήσεις-κεφάλαια του νέου ιδρύματος θα μπορούσε να καθοριστεί σε ενδιάμεσο επίπεδο μεταξύ του σημερινού δείκτη της ΕΤΕπ, που είναι 2,5 : 1, και του συνήθους δείκτη των αναπτυξιακών τραπεζών, δηλαδή 1 : 1. Οι εισφορές στην κεφαλαιοποίηση της νέας θυγατρικής θα εξαρτηθούν από τη μετοχική της σύνθεση. Ενώ η ΕΤΕπ θα εισφέρει το χαρτοφυλάκιό της και θα εγγράψει το σύνολο ή μεγάλο μέρος της πλειοψηφικής της συμμετοχής με ίδια περιουσιακά στοιχεία, οι άλλοι μέτοχοι - κράτη μέλη και Ευρωπαϊκή Ένωση - πρέπει να εγγράψουν το μερίδιό τους στο καταβεβλημένο κεφάλαιο με πληρωμές σε μετρητά. Τα αναγκαία ποσά (βλέπε τμήμα για τα στοιχεία κόστους κατωτέρω) θα εξαρτηθούν από το σχετικό μερίδιο των μειοψηφικών συμμετοχών και την αναλογία του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Εάν δοθεί στους μεσογειακούς εταίρους δυνατότητα συμμετοχής στην ιδιοκτησιακή διάρθρωση του νέου ιδρύματος και εάν εγγράψουν μέρος του κεφαλαίου του, θα πρέπει να συνεισφέρουν και στην κεφαλαιοποίησή του. Υποεπιλογή 2: μόνο τα σχέδια του FEMIP υπέρ του ιδιωτικού τομέα θα ενσωματωθούν σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική της ΕΤΕπ. Με αυτή την εναλλακτική υποεπιλογή, μόνον οι δανειοδοτήσεις της Τράπεζας στον ιδιωτικό τομέα θα ενσωματωθούν στο νέο ίδρυμα. Οι υπόλοιπες δραστηριότητες του FEMIP υπέρ των μεσογειακών εταίρων - κυρίως σχέδια δημόσιων υποδομών - θα εξακολουθήσουν να ασκούνται από την ίδια την ΕΤΕπ. Συνεπώς, η υποεπιλογή αυτή συνδυάζει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της ΕΤΕπ με τους δημόσιους φορείς των μεσογειακών εταίρων με την ανάθεση στη θυγατρική μιας αποστολής που θα περιορίζεται στον ιδιωτικό τομέα στο εσωτερικό του ομίλου της ΕΤΕπ. Μια σειρά επιχειρημάτων συνηγορούν υπέρ αυτής της εναλλακτικής επιλογής. Η αναγκαία κεφαλαιοποίηση θα είναι περιορισμένη, ακόμα και εάν ληφθεί ως υπόθεση ένας δείκτης χορηγήσεις-κεφάλαια 1:1, εφόσον το χαρτοφυλάκιο των προς ενσωμάτωση πράξεων θα είναι πολύ μικρότερο, μεταξύ 1 έως 2 δισεκατ. EUR, ανάλογα με τις υποθέσεις που θα ληφθούν υπόψη για την οριοθέτηση των πράξεων με τον ιδιωτικό τομέα. Δεν θα είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί νέα κεφαλαιακή βάση για το μεγαλύτερο μέρος των υφιστάμενων σχεδίων της Τράπεζας - κυρίως σχέδια δημόσιων υποδομών - ούτε για το μελλοντικό μερίδιο των δανειοδοτήσεων στο δημόσιο τομέα. Οι συνεισφορές της ΕΕ και των κρατών μελών στο κεφάλαιο του νέου ιδρύματος θα είναι επομένως χαμηλότερες από ό,τι στην περίπτωση της ενσωμάτωσης του συνόλου του χαρτοφυλακίου του FEMIP. Η υψηλή αποτελεσματικότητα των δανειοδοτήσεων ΕΤΕπ-FEMIP στο δημόσιο τομέα θα διασφαλιστεί. Οι δανειοδοτήσεις ΕΤΕπ-FEMIP στο δημόσιο τομέα - δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών της πράξεων, κυρίως στον τομέα των υποδομών -είχαν ικανοποιητικά αποτελέσματα στο πλαίσιο τόσο των προηγούμενων όσο και της σημερινής αποστολής εξωτερικών δανειοδοτήσεων και θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικές λόγω της αναγνωρισμένης εμπειρογνωμοσύνης της ΕΤΕπ στον τομέα αυτό και της βέλτιστης σχέσης κόστους-αποτελέσματος των παρεμβάσεών της. Σε συνδυασμό με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, η αποτελεσματικότητα αυτή της επιτρέπει να χορηγεί δάνεια με χαμηλά επιτόκια και να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη χρηματοδότηση των υποδομών στη Μεσόγειο. Η επιλογή αυτού του διπλού σχήματος, δηλαδή του FEMIP για το δημόσιο τομέα και της θυγατρικής για τον ιδιωτικό τομέα, δεν θα έθετε σε κίνδυνο αυτό το σημαντικό πλεονέκτημα. Ευελιξία στο προφίλ κινδύνου και στις πολιτικές επιτοκίων. Το προφίλ κινδύνου της νέας θυγατρικής θα είναι προσαρμοσμένο στις αναπτυξιακές ανάγκες του ιδιωτικού τομέα. Η επιτοκιακή πολιτική της νέας θυγατρικής θα είναι σύμφωνη με το κόστος λειτουργίας και το προφίλ κινδύνου της. Η εφαρμογή επιτοκίων χορηγήσεων που θα ακολουθούν τα επιτόκια της αγοράς θα περιόριζε τους κινδύνους στρεβλώσεων και ενδεχόμενου παραγκωνισμού άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Συμβατότητα με τους υφιστάμενους μηχανισμούς εγγυήσεων. Ο κοινοτικός προϋπολογισμός εγγυάται το μεγαλύτερο μέρος των εξωτερικών πράξεων της Τράπεζας και συμβάλλει με τον τρόπο αυτό στα χαμηλά επιτόκια των δανειοδοτήσεών της, εφόσον ο κίνδυνος υπερημερίας των δανειζομένων δεν βαρύνει τους λογαριασμούς της ίδιας της ΕΤΕπ. Η ενδιάμεση επανεξέταση των εξωτερικών αποστολών της ΕΤΕπ για την περίοδο 2000-2007 θα πραγματοποιηθεί στο Συμβούλιο ταυτόχρονα με την επανεξέταση του καθεστώτος του FEMIP. Αναμένεται ότι με την ευκαιρία αυτής της ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή θα προτείνει τη συνέχιση έως τον Ιανουάριο του 2007 των αποστολών εξωτερικών δανειοδοτήσεων με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Σε περίπτωση επιλογής της διπλής διάρθρωσης FEMIP-δημόσιος τομέας / θυγατρική-ιδιωτικός τομέας, δεν θα υπάρξει άμεση ανάγκη αναστολής ή τροποποίησης του καθεστώτος εγγυήσεων για τις δανειοδοτήσεις υπέρ του δημόσιου τομέα, ούτε τροποποίησης των επιτοκίων των δανειοδοτήσεων αυτών. Οι δανειοδοτήσεις της νέας θυγατρικής υπέρ του ιδιωτικού τομέα θα εξαιρούνταν de jure από το πεδίο της υφιστάμενης εγγύησης του προϋπολογισμού της ΕΕ, η οποία εφαρμόζεται μόνο στις τρέχουσες αποστολές που έχει αναθέσει το Συμβούλιο στην ΕΤΕπ. Σύνοψη: αναμένεται ότι η ενσωμάτωση του FEMIP σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική που θα προορίζεται ειδικά για την κάλυψη των αναπτυξιακών αναγκών του ιδιωτικού τομέα θα προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών, με την ανάληψη του υψηλότερου κινδύνου που ενέχουν οι χρηματοδοτήσεις στον ιδιωτικό τομέα. Πρέπει συνεπώς να αναμένεται ότι η λύση αυτή θα έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή. Ο νέος φορέας θα είχε μεγαλύτερη ορατότητα σε πολιτικό επίπεδο και, χάρη στο υψηλότερο επίπεδο ιδιοκτησίας που θα επιτευχθεί με τη συμμετοχή των μεσογειακών εταίρων στο κεφάλαιο και στη διακυβέρνηση του ιδρύματος, θα διευκόλυνε επίσης την αλληλεπίδραση με τις τοπικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις και θα προωθούσε έτσι ένα περιβάλλον πιο φιλικό για τις επιχειρήσεις. Το κόστος κεφαλαιοποίησης που συνεπάγεται η εγγραφή μειοψηφικών συμμετοχών από την ΕΕ και τα κράτη μέλη θα μπορούσε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να αντισταθμιστεί με την εξοικονόμηση πόρων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η μετατροπή του FEMIP σε θυγατρική θα μπορούσε να καλύψει είτε το σύνολο του χαρτοφυλακίου του, επιτρέποντας στη νέα θυγατρική να επωφεληθεί από μια σημαντική ροή εσόδων, είτε μόνο το μέρος του χαρτοφυλακίου του που αφορά τις πράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, απαιτώντας έτσι αρχικά μια πιο περιορισμένη κεφαλαιακή βάση και χαμηλότερες εγγραφές στο κεφάλαιό του. 4. στοιχεια κοστους Και οι δύο βασικές επιλογές - ανάπτυξη του FEMIP ή δημιουργία θυγατρικής - έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις. Οι πράξεις του FEMIP θα εξακολουθήσουν να καλύπτονται "θεωρητικά" από ένα μέρος του κεφαλαίου της ΕΤΕπ, το 5% του οποίου έχει καταβληθεί (συνεισφορές των κρατών μελών στον προϋπολογισμό). Επιπλέον, το FEMIP βαρύνει με σχετικά υψηλό κόστος τον κοινοτικό προϋπολογισμό (σχηματισμός προβλέψεων, δημοσιονομική στήριξη). Τα κράτη μέλη θα αποφασίσουν ενδεχομένως να εισφέρουν συμπληρωματικούς πόρους στο FEMIP, ιδίως για τη δημιουργία Trust Fund για τις συνεισφορές των χορηγών, την οποία διερευνά σήμερα η Τράπεζα. Η ενσωμάτωση του FEMIP σε μια θυγατρική θα είχε τις ακόλουθες δημοσιονομικές επιπτώσεις: - υψηλότερο άμεσο κόστος κεφαλαιοποίησης για τους μετόχους της μειοψηφίας, ιδίως την ΕΚ, τα κράτη μέλη και ενδεχομένως τους μεσογειακούς εταίρους, σε σχέση με το αντίστοιχο "θεωρητικό" κόστος κεφαλαιοποίησης για την ΕΤΕπ - ενδεχόμενη εξοικονόμηση του κόστους που βαρύνει τον κοινοτικό προϋπολογισμό για το σχηματισμό προβλέψεων, σε περίπτωση πλήρους ή μερικής απόσυρσης της εγγύησης του κοινοτικού προϋπολογισμού. - ενδεχόμενη εξοικονόμηση πόρων του κοινοτικού προϋπολογισμού για τις πράξεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, εφόσον η θυγατρική δεν θα υπόκειται στους περιορισμούς του καταστατικού της ΕΤΕπ και θα μπορεί να χρηματοδοτεί κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών με ιδίους πόρους και όχι με πόρους του κοινοτικού προϋπολογισμού. Από τη σύγκριση [7] αυτή προκύπτει ότι παρόλο που και οι δύο εναλλακτικές λύσεις έχουν ένα κόστος: [7] Βλέπε διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων, ιδίως τμήμα III.4.3. - η διατήρηση του FEMIP με τα κυριότερα σημερινά χαρακτηριστικά του είναι δυνατή μόνο με διαρκή και ενδεχομένως υψηλότερη στήριξη του κοινοτικού προϋπολογισμού για την εγγύηση των δανειοδοτήσεών του και τη χρηματοδότηση των πράξεων με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, της τεχνικής βοήθειας και των επιδοτήσεων επιτοκίου για σχέδια περιβαλλοντικών έργων. - εάν ληφθεί ως υπόθεση ότι η ΕΚ και τα κράτη μέλη θα αποκτήσουν ουσιαστική συμμετοχή στη νέα θυγατρική, το κόστος της πλήρους ενσωμάτωσης του FEMIP σε μια θυγατρική θα είναι, συνολικά για την ΕΕ, υψηλότερο από το κόστος διατήρησης του σημερινού μηχανισμού, παρά τις δυνατές εξοικονομήσεις πόρων από τη διακοπή των ενισχύσεων του MEDA στις πράξεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου ή από τη μείωση ή ακύρωση των προβλέψεων για δάνεια της ΕΤΕπ από ιδίους πόρους. Έτσι, από τη στενή προοπτική του κοινοτικού προϋπολογισμού, η επίπτωση της ενσωμάτωσης του FEMIP σε μια θυγατρική μπορεί να ποικίλλει σημαντικά σε μακροχρόνια βάση, ανάλογα με τις παραδοχές που λαμβάνονται υπόψη. - το συνολικό κόστος για την ΕΕ της μερικής ενσωμάτωσης του FEMIP σε μια θυγατρική θα μπορούσε να μην είναι αισθητά υψηλότερο από τη διατήρηση και ενίσχυση του σημερινού μηχανισμού και, με ορισμένες παραδοχές, ενδέχεται να είναι χαμηλότερο. Από τη στενή προοπτική του κοινοτικού προϋπολογισμού, το κόστος της επιλογής αυτής θα μπορούσε δυνητικά να είναι χαμηλότερο χάρη στις προαναφερθείσες εξοικονομήσεις πόρων από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Οι πρόσθετες δαπάνες του προϋπολογισμού της ΕΚ για την κεφαλαιοποίηση της θυγατρικής πρέπει να είναι συμβατές με τα περιορισμένα περιθώρια ελιγμών που επιβάλλουν οι ισχύουσες δημοσιονομικές προοπτικές. Ενδεικτικά, σε περίπτωση πλήρους ενσωμάτωσης του FEMIP ήδη το 2004 και λαμβάνοντας ως υπόθεση ένα χαρτοφυλάκιο μακροπρόθεσμων δανειοδοτήσεων 25 δισεκατ. EUR: - με δείκτη χορηγήσεις-κεφάλαια 2:1, συμμετοχή της ΕΚ στο νέο φορέα της τάξης του 10% και καταβολή του 10% του κεφαλαίου σε 10 χρόνια, η ετήσια επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού θα ανέλθει σε 12,5 εκατ. EUR το 2004, 2005 και 2006. - με δείκτη χορηγήσεις-κεφάλαια 1:1, συμμετοχή της ΕΚ στο νέα φορέα της τάξης του 10% και καταβολή του 20% του κεφαλαίου σε 10 χρόνια, η ετήσια επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού θα ανέλθει σε 50 εκατ. EUR το 2004, 2005 και 2006. Τα ποσά αυτά έχουν ενδεχομένως ήδη εξασφαλιστεί πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό από την εξοικονόμηση πόρων του MEDA (με τον αποπρογραμματισμό της στήριξης των παρεμβάσεων με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου από το 2004, δηλαδή 122 περίπου εκατ. EUR στην περίοδο 2004-2006) και φαίνεται ότι είναι συμβατά με τις δημοσιονομικές προοπτικές. Το φάσμα των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ωστόσο ευρύτερο, όπως προκύπτει από τον κατωτέρω πίνακα, και εξαρτάται από τις υποθέσεις που γίνονται για τις βασικές παραμέτρους (δείκτης χορηγήσεις-κεφάλαια μεταξύ 1:1 και 2,5:1, συμμετοχή της ΕΚ μεταξύ 5% και 25%, καταβεβλημένο κεφάλαιο μεταξύ 10% και 25%). Εάν υποτεθεί ότι η καταβολή του κεφαλαίου γίνεται σε περίοδο 10 ετών, αυτό θα συνεπαγόταν ετήσιες πληρωμές από τον προϋπολογισμό μεταξύ 5 και 156 εκατ. EUR το 2004, 2005 και 2006. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Η μερική ενσωμάτωση του FEMIP (για παράδειγμα με την εναλλακτική λύση "ιδιωτικός τομέας μόνο" που αναφέρεται ανωτέρω) θα ήταν λιγότερο δαπανηρή και θα ήταν συμβατή με τις δημοσιονομικές προοπτικές. Ενδεικτικά, εάν υποτεθεί ότι το χαρτοφυλάκιο δανείων ανέρχεται σε 7,5 δισεκατ. EUR, ο δείκτης χορηγήσεις-κεφάλαια σε 1:1, η συμμετοχή της ΕΚ στο νέο φορέα σε 10% και το ποσοστό καταβεβλημένου κεφαλαίου σε 10% έως 20% σε περίοδο 10 ετών, οι ετήσιες πληρωμές από τον κοινοτικό προϋπολογισμό θα ανέλθουν σε 7,5 έως 15 εκατ. EUR το 2004, 2005 και 2006. Το πλήρες φάσμα των δυνατών επιβαρύνσεων, με την υπόθεση ότι ο δείκτης χορηγήσεις-κεφάλαια είναι 1:1 και με αμετάβλητες τις άλλες παραδοχές, αντιστοιχεί σε ετήσιες πληρωμές μεταξύ 4 και 47 εκατ. EUR ήδη το 2004, 2005 και 2006. Κάθε απόφαση για ενδεχόμενη επέκταση ή αναθεώρηση της εγγύησης του προϋπολογισμού της ΕΚ στις δανειοδοτήσεις της θυγατρικής θα πρέπει να είναι συνεπής με το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης αναθεώρηση των αποστολών εξωτερικών δανειοδοτήσεων της Τράπεζας που θα πραγματοποιήσει το Συμβούλιο ταυτόχρονα με την επανεξέταση του καθεστώτος του FEMIP. 5. συμπερασμα Η ανεπαρκής ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και το δυσμενές για τις επιχειρήσεις περιβάλλον εμποδίζουν την ανάπτυξη των μεσογειακών εταίρων. Εάν η κατάσταση δεν αναστραφεί, οι μεσογειακοί εταίροι δεν θα μπορέσουν να προσφέρουν επαρκείς ρυθμούς ανάπτυξης και αποδεκτό μέλλον σε ένα πληθυσμό και ένα εργατικό δυναμικό που αυξάνονται συνεχώς. Με τα δεδομένα αυτά, αποφασίστηκε το Μάρτιο του 2002 στη Βαρκελώνη να αναπροσανατολιστεί δυναμικά η ευρωμεσογειακή χρηματοδοτική συνεργασία προς την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του ιδιωτικού τομέα. Η διαδικασία αυτή οδήγησε στη δημιουργία του FEMIP. Η δημιουργία ενός μέσου για τη στήριξη των ιδιωτικών επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων στην περιοχή αντιπροσωπεύει ωστόσο μια πρόκληση για την ΕΤΕπ. Η επιτυχία της περαιτέρω ανάπτυξης του μηχανισμού θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το γενικότερο θεσμικό περιβάλλον της ΕΤΕπ, το οποίο επηρεάζει καθοριστικά τα κυριότερα χαρακτηριστικά του FEMIP. Το FEMIP ανήκει στην ΕΤΕπ και επωφελείται έτσι, όπως γενικότερα όλες οι πράξεις της Τράπεζας, από υψηλή ικανότητα μόχλευσης και αποτελεσματικότητα από πλευράς κόστους. Η δημιουργία ενός πιο ευέλικτου μέσου με διαφορετικό καθεστώς, μεγαλύτερο ειδικευμένο προσωπικό και νέα επιχειρησιακά πρότυπα και διακυβέρνηση, με την ενσωμάτωση του FEMIP σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική που θα έχει ως σκοπό να καλύπτει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του ιδιωτικού τομέα, θα αύξανε την αποτελεσματικότητα του μέσου, δηλαδή την ικανότητά του να εκπληρώσει, με περιορισμένο κόστος, την αποστολή του για τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα. Η Επιτροπή εκτιμά συνεπώς ότι, παρόλο που τόσο η ενίσχυση του FEMIP όσο και η δημιουργία μιας κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ για τις δραστηριότητες υπέρ των μεσογειακών εταίρων θα συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στις χώρες αυτές, μια θυγατρική ικανή να στηρίξει με αποφασιστικό τρόπο τον ιδιωτικό τομέα θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο. Θα επέτρεπε μια πιο ευέλικτη αντιμετώπιση των αναγκών του ιδιωτικού τομέα, ιδίως εάν υιοθετούσε ένα προφίλ μικρότερης αποστροφής στον κίνδυνο, το οποίο είναι πιο προσαρμοσμένο στις χρηματοδοτήσεις υπέρ του ιδιωτικού τομέα, και εάν προσέφερε ένα πλήρες φάσμα σύγχρονων χρηματοπιστωτικών προϊόντων κατάλληλων για τις χρηματοδοτήσεις στον ιδιωτικό τομέα. Το κόστος κεφαλαιοποίησης που συνεπάγεται η απόκτηση μειοψηφικών συμμετοχών από την ΕΚ και τα κράτη μέλη στο κεφάλαιο της θυγατρικής θα μπορούσε, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να αντισταθμιστεί από τις εξοικονομήσεις πόρων που κοινοτικού προϋπολογισμού. Η ενσωμάτωση του FEMIP σε μια θυγατρική θα βελτίωνε την ιδιοκτησιακή διάρθρωση και την ορατότητα του μέσου και θα εξασφάλιζε τη μακροχρόνια διατηρησιμότητα της ευρωμεσογειακής χρηματοδοτικής συνεργασίας. Η δημιουργία κατάλληλου πλαισίου διακυβέρνησης του νέου φορέα θα ενίσχυε την αλληλεπίδραση με τους μεσογειακούς εταίρους κατά την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που πρέπει να γίνουν στις χώρες αυτές. Η Επιτροπή εκτιμά συνεπώς ότι η δημιουργία θυγατρικής πρέπει να θωρηθεί ως η προτιμότερη λύση. Ωστόσο, εάν το Συμβούλιο θεωρήσει ότι η λύση της θυγατρικής δεν είναι δυνατή στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή θα συνιστούσε τη διατήρηση και ενίσχυση του FEMIP, σε ένα πρώτο στάδιο, και να συμφωνηθεί η ενσωμάτωσή του, σε ένα δεύτερο στάδιο, σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική της ΕΤΕπ. Με την επιφύλαξη των συμπερασμάτων στα οποία θα καταλήξει το Συμβούλιο, η Επιτροπή είναι έτοιμη να υποβάλει τις αναγκαίες νομοθετικές προτάξεις για τη δημιουργία κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ στην οποία θα ενσωματωθεί μέρος ή το σύνολο των τρεχουσών δανειοδοτήσεων του FEMIP με αποστολή τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα, και στην οποία η ΕΕ θα είναι μέτοχος. Η πρόταση της Επιτροπής θα παραμείνει σε κάθε περίπτωση συνεπής με τις ισχύουσες δημοσιονομικές προοπτικές. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Σύνοψη της διεξοδικής αξιολόγησης επιπτώσεων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων από τις υπηρεσίες της Επιτροπής Σύνοψη [8] [8] Το πλήρες κείμενο του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τη διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων για την "Οργάνωση της στήριξης στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα στις χώρες της Μεσογείου" διατίθεται στο κοινό μαζί με την παρούσα ανακοίνωση. i. Την τελευταία δεκαετία, η οικονομική ανάπτυξη στις χώρες-εταίρους στην περιοχή της Μεσογείου (εφεξής "μεσογειακοί εταίροι") ήταν ανεπαρκής για να απορροφήσει το αυξανόμενο εργατικό δυναμικό τους. Η βραδεία ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα θεωρείται βασική αιτία αυτής της κατάστασης, η οποία επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία δύο χρόνια. Η ενίσχυση του ρόλου του ιδιωτικού τομέα πρέπει συνεπώς να αποτελέσει κεντρικό στόχο σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Αυτό απαιτεί καταρχήν τη δημιουργία πιο φιλικού για τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος. Από την άποψη αυτή, μια σύγκριση μεταξύ των σημερινών επενδυτικών αναγκών και των χαρακτηριστικών της προσφοράς χρηματοδοτικών μέσων στους μεσογειακούς εταίρους καταδεικνύει μια αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς κεφαλαίων και χρηματοδοτικών αναγκών, κυρίως λόγω της δυσχέρειας κινητοποίησης μακροπρόθεσμων χρηματοδοτικών πόρων. Πρέπει ιδίως να δοθεί στις ΜΜΕ η δυνατότητα να προσφεύγουν σε κατάλληλα χρηματοπιστωτικά μέσα για την κάλυψη των επενδυτικών τους αναγκών. ii. Για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες αυτές, το Συμβούλιο Ecofin και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας αποφάσισαν το Μάρτιο του 2002 να ενισχύσουν τις υφιστάμενες δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) στους μεσογειακούς εταίρους με τη δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού στο πλαίσιο της Τράπεζας. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα θεωρήθηκε στόχος πρώτης προτεραιότητας. Η Τράπεζα προχώρησε γρήγορα στη δημιουργία αυτού του μηχανισμού ευρωμεσογειακών επενδύσεων και εταιρικής σχέσης (FEMIP). Το FEMIP άρχισε τις δραστηριότητές του την 1η Σεπτεμβρίου 2002 και τέθηκε επίσημα σε λειτουργία σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στη Βαρκελώνη στις 18 Οκτωβρίου 2002. iii. Ωστόσο, το Συμβούλιο Ecofin και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έκριναν ότι ένα έτος μετά την έναρξη λειτουργίας του FEMIP πρέπει να εξεταστεί εάν είναι σκόπιμη η ενσωμάτωση του μηχανισμού σε μια κατά πλειοψηφία θυγατρική της ΕΤΕπ. Η εξέταση που ζητήθηκε από το Συμβούλιο Ecofin και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει προγραμματιστεί για το Φθινόπωρο του 2003, δηλαδή ένα έτος μετά τη δημιουργία του μηχανισμού. iv. Για να προετοιμάσει τη θέση της ενόψει της επανεξέτασης αυτής, η Επιτροπή αποφάσισε να πραγματοποιήσει διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων [9]. [9] Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής 2003, COM(2002) 0590, Παράρτημα 2. Οι αξιολογήσεις επιπτώσεων Οι αξιολογήσεις επιπτώσεων χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή ως εργαλείο για τη βελτίωση της διαδικασίας ανάπτυξης των πολιτικών της και πρέπει να πραγματοποιούνται για όλες τις σημαντικές πρωτοβουλίες [10]. Εξετάζουν τις κυριότερες επιλογές από την άποψη της απόφασης πολιτικής που πρέπει να ληφθεί και αναλύουν, εκ των προτέρων, τις δυνητικές επιπτώσεις των διαφόρων επιλογών. Εντοπίζουν επίσης τις πιθανές θετικές και αρνητικές επιπτώσεις των προτεινόμενων πολιτικών, επιτρέποντας έτσι την ενημερωμένη εκτίμησή τους και τον προσδιορισμό των εναλλακτικών τρόπων επίτευξης ανταγωνιστικών στόχων. [10] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την αξιολόγηση επιπτώσεων, COM(2002) 276 της 5.6.2002. Στα πρώτα στάδια της διαδικασίας μπορεί να γίνεται προκαταρκτική αξιολόγηση επιπτώσεων. Η διεξοδική αξιολόγηση επιπτώσεων - όπως στην παρούσα περίπτωση - πρέπει να πραγματοποιείται πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης. v. Επιλογές. Δύο γενικές επιλογές πολιτικής εξετάστηκαν στο πλαίσιο αυτής της αξιολόγησης επιπτώσεων. Για να διευκολυνθούν οι συγκρίσεις, για καθεμία από τις επιλογές αυτές λήφθηκαν υπόψη ορισμένες παραδοχές. Δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή η σχηματική προσέγγιση προδικάζει την τελική μορφή των δύο επιλογών. Ως αφετηρία για τη σύγκριση των δύο επιλογών λαμβάνεται μια άλλη δυνατή λύση που συνίσταται στη διατήρηση του σημερινού μηχανισμού χωρίς περαιτέρω ενίσχυση. vi. Η πρώτη επιλογή είναι η ενίσχυση του νεοσυσταθέντος μηχανισμού (ενίσχυση του FEMIP, εφεξής "η επιλογή FEMIP"), με αποστολή τη στήριξη της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. Αυτό θα απαιτούσε ορισμένες προσαρμογές στις χρηματοδοτικές πολιτικές της Τράπεζας, ιδίως όσον αφορά τις δραστηριότητές της με τους μεσογειακούς εταίρους. Με την επιλογή αυτή, το FEMIP θα εξακολουθούσε να αποτελεί τμήμα της Τράπεζας, με προσωπικό της ΕΤΕπ όπως σήμερα, αλλά δυνητικά σημαντικότερο. Το FEMIP θα συνέχιζε έτσι τις δραστηριότητές του και να ανέπτυσσε τις δανειοδοτήσεις του με τη γενική κάλυψη της ΕΤΕπ και ιδίως του καταστατικού και των χρηματοδοτικών πολιτικών της. Θα εξακολουθούσε να λειτουργεί κυρίως στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών αποστολών που του αναθέτει το Συμβούλιο, επί του παρόντος με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού και με χορηγήσεις από τον προϋπολογισμό αυτό, κυρίως για την τεχνική στήριξη των δανειοδοτήσεών του, για τις πράξεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου και για τις επιδοτήσεις επιτοκίου για σχέδια περιβαλλοντικών έργων. Η διαχείριση των δραστηριοτήτων του θα εξακολουθούσε να γίνεται κεντρικά από το Λουξεμβούργο, με γραφεία σε ορισμένες περιοχές ή χώρες. vii. Η δεύτερη επιλογή συνίσταται στη δημιουργία μιας κατά πλειοψηφία θυγατρικής της ΕΤΕπ (η "θυγατρική"). Με τη λύση αυτή, ένα μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων της τράπεζας υπέρ των μεσογειακών εταίρων θα ενσωματωνόταν στη θυγατρική. Η νέα θυγατρική θα είχε δικό της προσωπικό, καταστατικό και χρηματοδοτικές πολιτικές, και θα ενεργούσε, όπως και το FEMIP, βάσει αποστολής για την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Το προσωπικό της θα αυξανόταν σημαντικά για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της υπέρ του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες έχουν υψηλή ένταση ανθρώπινων πόρων. Η νέα θυγατρική θα προσέφερε ευρύ φάσμα χρηματοδοτικών προϊόντων, θα είχε χαρακτηριστικά παρεμφερή με εκείνα των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης, και ιδίως χρηματοοικονομική κατάσταση και κεφαλαιακή βάση που θα της εξασφάλιζαν καθεστώς προνομιακού πιστωτή, καθώς και βαθμολογική κατάταξη ΑΑΑ για την πιστοληπτική της ικανότητα. Η διαχείριση των δραστηριοτήτων της θα γινόταν από τα κεντρικά της γραφεία, αλλά ο ρόλος των τοπικών γραφείων στις διάφορες χώρες θα ήταν επίσης σημαντικός. Λαμβάνεται ως παραδοχή ότι ενώ η Τράπεζα θα διατηρεί πλειοψηφική συμμετοχή στη θυγατρική, στο κεφάλαιό της θα μπορούν επίσης να συμμετέχουν και τα κράτη μέλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ενδεχομένως και οι μεσογειακοί εταίροι. Η διακυβέρνησή της θα αντικατοπτρίζει αυτή την ανοικτή μετοχική σύνθεση. viii. Για την αξιολόγηση των δύο εναλλακτικών επιλογών πρέπει να οριστούν πρώτα ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης επιπτώσεων, τα οποία περιλαμβάνουν ιδίως την αποτελεσματικότητα των επιλογών ως προς την επίτευξη των στόχων και την αποδοτικότητά τους σε σχέση με τους πόρους που διατίθενται. Ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα αποτέλεσε βασικό στοιχείο αναφοράς για την αξιολόγηση αυτών των επιλογών. Επιπλέον, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ της 15-16 Ιουνίου 2001, στην παρούσα έκθεση εξετάστηκαν κριτήρια αξιολόγησης επιπτώσεων που καλύπτουν μια ευρεία προοπτική διατηρήσιμης ανάπτυξης, με οικονομική, χρηματοπιστωτική και περιβαλλοντική διάσταση και με πτυχές που σχετίζονται άμεσα με την απασχόληση. ix. Διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διατήρησαν στενές επαφές με τις υπηρεσίες της ΕΤΕπ στη διάρκεια της αξιολόγησης. Ζητήθηκε ιδίως η γνώμη των μεσογειακών εταίρων, οι οποίοι είναι οι κυριότεροι ενδιαφερόμενοι στη διαδικασία αυτή. Πολλοί από τους εταίρους αυτούς ζήτησαν διευκρινίσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά των δύο επιλογών που εξετάζονται και εκείνοι που έκαναν γνωστές τις απόψεις τους αναγνώρισαν ότι η δημιουργία θυγατρικής θα τους παρείχε δυνατότητα μεγαλύτερης συμμετοχής στην ιδιοκτησιακή διάρθρωση και θα ερμηνευόταν ως ισχυρή και ορατή πολιτική δέσμευση. Ορισμένοι εταίροι ζήτησαν ιδίως πληροφορίες για το κόστος των προϊόντων που θα προσφέρει η θυγατρική και τη σύγκρισή του με τους όρους που εφαρμόζει σήμερα το FEMIP. Οι κλαδικές ενώσεις επιχειρήσεων υπογράμμισαν τη σημασία των χρηματοδοτικών αναγκών των ΜΜΕ [11] και ζήτησαν την ενίσχυση και τη διαφοροποίηση της προσφοράς χρηματοδοτήσεων. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν επίσης μια σειρά άτυπων επαφών με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΕ), την Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνή Χρηματοδοτικό Οργανισμό (IFC), την Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ). [11] Στην ΕΚ, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) ορίζονται συνήθως ως επιχειρήσεις με λιγότερους από 500 απασχολούμενους. x. Αποτελεσματικότητα. Από την άποψη της αποτελεσματικότητας - κυρίως στην επίτευξη του κεντρικού στόχου της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα - το εκτιμώμενο αποτέλεσμα των δύο επιλογών εξαρτάται από τις παραδοχές που λαμβάνονται υπόψη. Είναι ωστόσο σαφές ότι καθεμία από τις δύο επιλογές έχει διαφορετικό αποτέλεσμα στην κάλυψη των επενδυτικών αναγκών του ιδιωτικού τομέα στην περιοχή και στη γενικότερη ανάπτυξή της. Αξιολογήθηκε επίσης η αποτελεσματικότητα σε σχέση με μια σειρά άλλων στόχων, όπως ιδίως η ικανότητα στήριξης της ανάπτυξης του τοπικού χρηματοπιστωτικού τομέα, η κάλυψη των αναγκών των τοπικών ΜΜΕ και η χρηματοδότηση σχεδίων διεθνικών υποδομών κεντρικής σημασίας και σχεδίων εταιρικής συνεργασίας μεταξύ δημόσιου τομέα και ιδιωτικών φορέων. xi. Όσον αφορά την επιλογή της ενίσχυσης του σημερινού μηχανισμού, το FEMIP κατέστη γρήγορα λειτουργικό χάρη στην ισχυρή δέσμευση του αφοσιωμένου προσωπικού του. Επωφελείται από το εταιρικό περιβάλλον της ΕΤΕπ, την υλικοτεχνική υποδομή της, τις εγκαταστάσεις και την εμπειρία της. Με την επιλογή FEMIP, οι δραστηριότητες με τον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, σε σχέση με το σημερινό περιορισμένο επίπεδό τους, με την προσφυγή σε τοπικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τη χορήγηση των δανείων σε τοπικές επιχειρήσεις, και ιδίως σε ΜΜΕ. Ωστόσο, με την επιλογή αυτή ο προσανατολισμός των πράξεων προς τον ιδιωτικό τομέα αποτελεί μια πραγματική, αλλά όχι αδύνατη, πρόκληση και απαιτεί την προσαρμογή μιας σειράς καταστατικών διατάξεων και καθιερωμένων πρακτικών της ΕΤΕπ, εφόσον για τις άλλες δραστηριότητες της ΕΤΕπ δεν υπάρχει παρόμοια αποστολή στήριξης του ιδιωτικού τομέα. xii. Η επιλογή της θυγατρικής θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικότερη από την επιλογή FEMIP για την κάλυψη των αναπτυξιακών αναγκών του ιδιωτικού τομέα, δεδομένου ότι συνεπάγεται την υιοθέτηση ενός προφίλ μικρότερης αποστροφής στον κίνδυνο σε σχέση με την ΕΤΕπ, την ανάπτυξη μιας ενεργούς προσέγγισης χάρη στη διάθεση υψηλού επιπέδου ανθρώπινων πόρων για τις τραπεζικές εργασίες με τον ιδιωτικό τομέα, την εξασφάλιση άμεσων σχέσεων με τους τοπικούς φορείς, την εφαρμογή πολιτικών τιμολόγησης με κριτήρια αγοράς για την κάλυψη τόσο των υψηλότερων κινδύνων που θα αναλαμβάνονται όσο και το υψηλότερο λειτουργικό κόστος, καθώς και με την ανάπτυξη πλήρους φάσματος σύγχρονων χρηματοπιστωτικών προϊόντων προσαρμοσμένων στις απαιτήσεις των χρηματοδοτήσεων στον ιδιωτικό τομέα, τις οποίες η τοπική προσφορά κεφαλαίων δεν επαρκεί επί του παρόντος να καλύψει. xiii. Αποδοτικότητα. Ο μηχανισμός FEMIP είναι με τη σημερινή του μορφή πολύ αποτελεσματικός από πλευράς κόστους και μόχλευσης στο πλαίσιο των πράξεων που πραγματοποιούνται με ίδιους πόρους της Τράπεζας. Επωφελείται από το χαμηλό κόστος δανεισμού της ΕΤΕπ και από συνέργιες με άλλες δραστηριότητες και άλλα τμήματα της Τράπεζας. Χορηγεί δάνεια με ευνοϊκούς όρους στους μεσογειακούς εταίρους και έχει υψηλή ικανότητα μόχλευσης των άλλων πηγών κεφαλαίων που αντλεί από την αγορά για τις δραστηριότητές του. Από την άποψη της αναλογικότητας των κινητοποιούμενων μέσων, μπορεί να θεωρηθεί ότι η επιλογή FEMIP παρέχει υψηλότερη ικανότητα μόχλευσης των ιδίων πόρων από ό,τι η επιλογή της θυγατρικής. Ωστόσο, κατά τη σύγκριση αυτή πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με το σημερινό καταστατικό, το FEMIP πρέπει να προσφεύγει σε εξωτερική χρηματοδότηση για τις παρεμβάσεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου. xiv. Με την επιλογή της θυγατρικής, οι δανειοδοτήσεις δεν πρέπει πλέον να καλύπτονται από κεφάλαια αντίστοιχα προς το προφίλ κινδύνου και - σε συνάρτηση με το προφίλ κινδύνου που θα επιλεγεί - ο δείκτης χορηγήσεις-κεφαλαία μπορεί να είναι χαμηλότερος από το σημερινό συνολικό δείκτη 2.5:1 της ΕΤΕπ. Για την εξασφάλιση της κεφαλαιακής επάρκειας της θυγατρικής, το ποσοστό του καταβεβλημένου κεφαλαίου ενδέχεται να είναι υψηλότερο από το σημερινό επίπεδο της ΕΤΕπ (5%). Αυτό όμως θα εξασφαλίσει επίσης την ικανότητα πληρέστερης προσφοράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων και διενέργειας πράξεων με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση. xv. Εάν η ΕΕ και τα κράτη μέλη επιθυμούν να αποκτήσουν άμεση συμμετοχή στη θυγατρική, θα πρέπει επίσης να εισφέρουν στο κεφάλαιό της. Η έκταση της στήριξης αυτής θα εξαρτηθεί από τα τελικά χαρακτηριστικά της θυγατρικής και θα αντισταθμιστεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με πόρους που θα εξοικονομηθούν από τον προϋπολογισμό της ΕΚ, εφόσον ούτε η στήριξη που παρέχει σήμερα το MEDA [12] στις χρηματοδοτήσεις με κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, ούτε ή σύσταση προβλέψεων στο ταμείο εγγυήσεων για εξωτερικές δανειοδοτήσεις θα είναι πλέον αναγκαίες, τουλάχιστον εν μέρει. [12] Το πρόγραμμα MEDA, το οποίο θεσπίστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/96 του Συμβουλίου αποτελεί το κυριότερο χρηματοδοτικό μέσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίηση της ευρωμεσογειακής εταιρικής σχέσης. Το πρόγραμμα προσφέρει τεχνική βοήθεια και χρηματοδοτική στήριξη για τις μεταρρυθμίσεις των οικονομικών και κοινωνικών διαρθρώσεων στους μεσογειακούς εταίρους. xvi. Για τους μεσογειακούς εταίρους, τα ενισχυμένα χαρακτηριστικά της θυγατρικής σε σύγκριση με την επιλογή FEMIP θα είχαν ως αποτέλεσμα υψηλότερα επιτόκια και ενδεχόμενη εισφορά στο κεφάλαιο της θυγατρικής, εάν τους δοθεί αυτή η δυνατότητα. Αυτές οι ενδεχόμενες επιπτώσεις από πλευράς κόστους αποτελούν το αντάλλαγμα για τη σημαντικότερη συμμετοχή στην ιδιοκτησιακή διάρθρωση του μέσου και για τα πρόσθετα πλεονεκτήματα από πλευράς ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. xvii. Η επικουρικότητα εξασφαλίζεται καλύτερα με τη διατήρηση ενός κοινοτικού μέσου - το FEMIP ή μια θυγατρική- παρά με τον πολλαπλασιασμό των εθνικών προγραμμάτων χρηματοδότησης. Η άμεση συμμετοχή της ΕΕ σε μια θυγατρική μπορεί ήδη να χρηματοδοτηθεί με βάση τις ισχύουσες δημοσιονομικές προοπτικές. θα ενίσχυε επιπλέον τη συνεργασία με τα άλλα κοινοτικά μέσα όπως το MEDA και θα εξασφάλιζε τη συνοχή με τους στόχους της πολιτικής της ΕΕ στη Μεσόγειο. Οποιαδήποτε επιλογή για την επέκταση ή την αναθεώρηση της εγγύησης του προϋπολογισμού της ΕΚ στις δανειοδοτήσεις της θυγατρικής θα πρέπει επίσης να είναι συνεπής με την τρέχουσα ενδιάμεση επανεξέταση των αποστολών για τις εξωτερικές δανειοδοτήσεις της Τράπεζας. xviii. Βιώσιμη ανάπτυξη. Εάν ληφθεί ως υπόθεση ότι η θυγατρική θα υιοθετήσει γενικά τις σημερινές περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΤΕπ και θα συνεχίσει τις δραστηριότητές της στον τομέα αυτό, οι δύο επιλογές είναι ουδέτερες από πλευράς περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παρόλο που δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί μια ποσοτική επίπτωση των σημερινών δραστηριοτήτων της ΕΤΕπ στην απασχόληση στους μεσογειακούς εταίρους, εκτιμάται ότι η θυγατρική θα συνέβαλε μακροχρόνια πιο αποτελεσματικά στην τόνωση της ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, οι επιπτώσεις από την προσαρμογή και ενίσχυση του FEMIP θα ήταν επίσης θετικές. xix. Η εταιρική σχέση με τους μεσογειακούς εταίρους εξασφαλίζεται επί του παρόντος με τη συμμετοχή τους στη συμβουλευτική επιτροπή του FEMIP, την Επιτροπή Διαλόγου και Συντονισμού της Πολιτικής (PDCC). Η επιτροπή αυτή έχει συμβουλευτικό μόνο ρόλο και η διακυβέρνηση του FEMIP, η οποία διέπεται από τους κανόνες της ΕΤΕπ, δεν εξασφαλίζει τη συμμετοχή των μεσογειακών εταίρων στη λήψη των αποφάσεων. Η επιλογή της θυγατρικής θα ενίσχυε την ιδιοκτησιακή διάρθρωση του μέσου εάν δινόταν στους δικαιούχους των δραστηριοτήτων του δυνατότητα να εγγράψουν μέρος του κεφαλαίου του νέου φορέα. Αυτό θα τους επέτρεπε να συμμετάσχουν στη διακυβέρνησή του ως ισότιμοι εταίροι.