Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52002DC0046

Ανακοίνωση της Επιτροπής - Πρωτη έκθεση προόδου σχετικά με την οικονομική και κοινωνική συνοχή

/* COM/2002/0046 τελικό */

52002DC0046

Ανακοίνωση της Επιτροπής - Πρωτη έκθεση προόδου σχετικά με την οικονομική και κοινωνική συνοχή /* COM/2002/0046 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ - Πρώτη έκθεση προόδου σχετικά με την οικονομική και κοινωνική συνοχή

Σύνοψη και προσεχή βήματα

Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Ιουνίου 2001, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις ανησυχίες που εξέφρασαν τα κράτη μέλη και οι υποψήφιες για ένταξη χώρες, ιδίως το μνημόνιο που υπέβαλε η ισπανική αντιπροσωπεία σχετικά με τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στην οικονομική και κοινωνική συνοχή. Η Επιτροπή δήλωσε επίσημα ότι «θα συνεχίσει το έργο της και θα υποβάλλει τακτικά έκθεση στο Συμβούλιο. Θα προετοιμάσει την τρίτη έκθεση για τη συνοχή, στο πλαίσιο της σύνταξης των απαραίτητων προτάσεων για την εξακολούθηση της εφαρμογής της πολιτικής για τη συνοχή, μετά το 2006».

Η εν λόγω έκθεση πεπραγμένων για τη συνοχή, έχει δύο βασικούς στόχους :

- να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα η ανάλυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή, που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2001, συμπεριλαμβανομένης για πρώτη φορά, μιας ανάλυσης των ανισοτήτων στην Ευρώπη των 25, ενόψει της διεύρυνσης με τα 10 νέα κράτη μέλη τα οποία, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Laeken, θα είναι έτοιμα να ενταχθούν στην Ένωση το 2004, εφόσον συνεχιστεί ο υφιστάμενος ρυθμός των διαπραγματεύσεων,

- να περιγραφεί η κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η συζήτηση για το μέλλον της πολιτικής για τη συνοχή, για την περίοδο μετά το 2006, που άρχισε με τη δημοσίευση της δεύτερης έκθεσης, και να προετοιμαστούν οι επόμενες κινήσεις.

Ακολουθούν τα βασικά συμπεράσματα σους δύο αυτούς τομείς.

I. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑΣΕΙΣ

Από άποψη περιφερειακών εισοδημάτων (ΑΕΠ), στην ανάλυση επιβεβαιώνονται τα ακόλουθα: μια σημαντική μείωση του μέσου επιπέδου του ΑΕΠ κατά κεφαλή, παράλληλα με τη διεύρυνση της Ένωσης με 25 ή 27 μέλη και διεύρυνση των περιφερειακών και εδαφικών ανισοτήτων σε μια κλίμακα που δεν έχει προηγούμενο στο πλαίσιο οποιασδήποτε προηγούμενης διεύρυνσης. Σε μια Ευρώπη των 25 (εκτός της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας που, στο πλαίσιο της διαπραγματευτικής τους θέσης, η ένταξη προβλέπεται σε μεταγενέστερο στάδιο), οι ανισότητες είναι αισθητά μικρότερες και η αύξηση της σχετικής ευημερίας περιφερειών των Δεκαπέντε, λιγότερο έντονη σε σύγκριση με την κατάσταση στην Ευρώπη των 27, ανάλυση της οποίας περιλαμβάνει η δεύτερη έκθεση. Σύμφωνα με στοιχεία του 1999, η αύξηση του αριθμού των μελών στην Ευρώπη, από τα δεκαπέντε στα είκοσι επτά, συνεπάγεται μείωση του κατά κεφαλή ΑΕΠ κατά 18%, ενώ στην Ευρώπη των είκοσι πέντε η εν λόγω μείωση είναι μόνο 13%.

Όσον αφορά την απασχόληση και τα ποσοστά ανεργίας, στην έκθεση επιβεβαιώνεται μια γενική βελτίωση σε ολόκληρη την ΕΕ15. Οι υποψήφιες για ένταξη χώρες παρουσιάζουν μικτή εικόνα που αντικατοπτρίζει την εν εξελίξει προσαρμογή στην αγορά εργασίας. Κατά τον τρόπο αυτό, ενώ στην Ένωση παρατηρήθηκε κατά το έτος 2000 καθαρή αύξηση 3 εκατομμυρίων θέσεων απασχόλησης, οι υποψήφιες για ένταξη χώρες απώλεσαν περί τις 600.000 θέσεις απασχόλησης.

Παρά το γεγονός ότι είναι ενθαρρυντικό ότι το ποσοστό μακροπρόθεσμης ανάπτυξης στις υποψήφιες για ένταξη χώρες, είχε την τάση να υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσοστό των υφιστάμενων κρατών μελών, κατά μία εκατοστιαία μονάδα περίπου ετησίως κατά μέσον όρο, οι έντονες ανισότητες από άποψη εισοδήματος ή απασχόλησης, οι οποίες περιγράφονται στη δεύτερη έκθεση, είναι απίθανο να μειωθούν αισθητά σε βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη βάση. Ένας επιπλέον παράγοντας κατά το εγγύς μέλλον, είναι η πιθανή μείωση της οικονομικής αποδοτικότητας στην Ευρώπη. Εντούτοις, η διάρκεια και η ένταση της μείωσης αυτής εξαρτάται από τις εξελίξεις στη διεθνή οικονομία. Επί του παρόντος είναι πολύ νωρίς για να επιχειρηθεί η εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις στις μακροπρόθεσμες τάσεις για τις ανισότητες από άποψη εισοδήματος και απασχόλησης, σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα στην Ευρώπη.

Όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους, έχουν εντοπιστεί ορισμένες προκλήσεις σχετικά με το μέλλον της πολιτικής για τη συνοχή και ειδικότερα: η ευρεία κλίμακα των περιφερειακών ανισορροπιών στην αγορά εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη, μετά τη διεύρυνση. η πόλωση της αγοράς εργασίας και της κοινωνίας. οι αυξανόμενες ανάγκες σε προσόντα. η συνεχιζόμενη ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων. η ανάγκη εκσυγχρονισμού των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων για την αντιμετώπιση των δημογραφικών μεταβολών. και οι αυξανόμενες πιέσεις από πλευράς μετανάστευσης και κινητικότητας.

II. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΧΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2000-06: Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Με βάση την πείρα των τελευταίων δώδεκα μηνών, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή επέτυχε έναν από τους βασικούς της στόχους, υπό την έννοια ότι προκάλεσε μια έντονη συζήτηση κατά το 2001 σχετικά με τις μελλοντικές ευρωπαϊκές πολιτικές στον τομέα αυτό, για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού που αρχίζει το 2007. Τούτο εκφράζεται με την αθρόα συμμετοχή στο φόρουμ για τη συνοχή, που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες το Μάιο του 2001, με 1800 εκπροσώπους, καθώς και με την υποβολή πολυάριθμων γραπτών θέσεων εθνικών και περιφερειακών αρχών και άλλων ομάδων συμφερόντων, οι οποίες εκτίθενται περιληπτικά στην έκθεση αυτή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν οι πολυάριθμες διαλέξεις και σεμινάρια που οργανώθηκαν ανεξάρτητα με αντικείμενο το θέμα αυτό. Στις γνώμες που εξέδωσαν η Επιτροπή των Περιφερειών και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και περιλαμβάνονται στη δεύτερη έκθεση, καθώς και στις πολυάριθμες συζητήσεις στο Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της προετοιμασίας της γνώμης τους, έχει επίσης επιβεβαιωθεί η κεντρική θέση την οποία κατέχει η συνοχή μεταξύ των πολιτικών της Ένωσης. Είναι δηλαδή σαφές το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τη συνοχή αποτελούν τον καταλύτη για την πραγματοποίηση συζητήσεων και την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τα ευρωπαϊκά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα και ευκαιρίες, σε όλα ουσιαστικά τα επίπεδα, τόσο στα κράτη μέλη, όσο και στις υποψήφιες για ένταξη χώρες.

Η συζήτηση του περασμένου έτους επικεντρώθηκε στα κύρια θέματα που εντοπίζονταν από την Επιτροπή στη δεύτερη έκθεση. Από πλευράς της Επιτροπής, τα θέματα αυτά επελέγησαν σε μια προσπάθεια να ενθαρρυνθεί η συζήτηση για την ουσία της μελλοντικής πολιτικής και να αποφευχθεί μια συζήτηση που θα επικεντρωνόταν κυρίως, ή ακόμα και αποκλειστικά, σε χρηματοοικονομικές πτυχές. Κατ´αυτή την έννοια, με την μέθοδο αυτή, που απηχεί τα προβλεπόμενα στο πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης που διεξάγεται το 2002 για τη μεταρρύθμιση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, επιχειρείται η αντιμετώπιση του ζητήματος που συνίσταται στο τι επιθυμούν τα κράτη μέλη να επιτύχουν από κοινού στον τομέα αυτόν.

Η συζήτηση βρίσκεται ακόμα στην αρχή της. Για παράδειγμα, ελάχιστες εθνικές κυβερνήσεις έχουν μέχρι σήμερα υποστηρίξει μια θέση, παρά το γεγονός ότι το αρμόδιο για θέματα περιφερειακής πολιτικής άτυπο Συμβούλιο Υπουργών, που συνεδρίασε στο Namur τον Ιούλιο του 2001, παρέσχε ενδείξεις σχετικά με ορισμένες βασικές επικρατούσες γνώμες. Κατά συνέπεια, δεν θα ήταν σκόπιμο να προσπαθήσουμε να δώσουμε την εντύπωση ότι στην έκθεση αυτή κάποια από τα κύρια θέματα έχουν ήδη αποφασιστεί. Αντίθετα, η Επιτροπή επιβεβαιώνει την αρχική της πρόταση ότι η τρίτη έκθεση για τη συνοχή (για το χρονοδιάγραμμα της οποίας παρατίθενται περισσότερα στοιχεία κατωτέρω) πρέπει να αποτελέσει την ευκαιρία για να υποβληθούν ορισμένες από τις προτάσεις της στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Ωστόσο, ήδη η συζήτηση του 2001 φαίνεται ότι έχει τονίσει ορισμένα στοιχεία τα οποία η Επιτροπή θα εξετάσει προσεκτικά στην τρίτη έκθεση. Τα στοιχεία αυτά περιγράφονται συνοπτικά κατωτέρω, σε τρία κεφάλαια, σύμφωνα με τη δομή των συμπερασμάτων της δεύτερης έκθεσης. Στο τμήμα που ακολουθεί εξετάζεται το ζήτημα της διαχείρισης και της αποτελεσματικότητας, ως ουσιαστικό στοιχείο της αποδοτικής και αξιόπιστης ευρωπαϊκής πολιτικής για τη συνοχή.

Προτεραιότητες

Η ευρωπαϊκή πολιτική για τη συνοχή πρέπει να εξακολουθήσει να έχει ως στόχο τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες. Παρά το γεγονός ότι έχουν προταθεί αρκετοί εναλλακτικοί τρόποι για τον εντοπισμό των εν λόγω περιφερειών, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν υπάρχει ένας βιώσιμος εναλλακτικός συνθετικός δείκτης σε σχέση με εκείνον του κατά κεφαλή ΑΕΠ, όπως χρησιμοποιείται επί του παρόντος για το στόχο αριθ. 1.

Παρά το γεγονός ότι κατά κανόνα είναι αναμφισβήτητη η ανάγκη να επικεντρωθούν οι ενισχύσεις στις εν λόγω περιφέρειες, στις υποψήφιες για ένταξη χώρες, οι περιφέρειες του στόχου αριθ. 1 στα υπάρχοντα δεκαπέντε κράτη μέλη -τα οποία διαφορετικά θα έχαναν το καθεστώς των κατά προτεραιότητα ενισχυόμενων περιφερειών, δεδομένου ότι στη διευρυμένη ΕΕ θα αυξανόταν ο βαθμός της σχετικής τους ευημερίας- δεν θα πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της διακοπής της ενίσχυσης, ιδίως στις περιπτώσεις όπου τούτο οφείλεται στο στατιστικό αποτέλεσμα της διεύρυνσης. Εντούτοις, δεν έχει επιτευχθεί σαφής συναίνεση για τον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί ίση αντιμετώπιση των εν λόγω περιφερειών που θα πρέπει να ολοκληρώσουν τη διαδικασία της οικονομικής σύγκλισης με την υπόλοιπη Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη οι ειδικές ανάγκες των πλέον απομακρυσμένων περιφερειών, όπως ορίζονται στο άρθρο 299 της Συνθήκης.

Ιδιαίτερα σε περιφερειακή κλίμακα, είναι σαφές το αίτημα, τόσο για πολιτικούς όσο και για οικονομικούς λόγους να μην επικεντρωθεί η μελλοντική πολιτική αποκλειστικά στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες και να εξακολουθήσουν να λαμβάνονται υπόψη τα προβλήματα και οι ευκαιρίες που ανακύπτουν σε αστικές περιοχές, σε περιοχές όπου πραγματοποιείται οικονομική αναδιάρθρωση ή με μόνιμα φυσικά μειονεκτήματα, καθώς και η διασυνοριακή διάσταση. Οι εν λόγω παρεμβάσεις θα πρέπει να επικεντρώνονται αποτελεσματικότερα σε κοινοτικές προτεραιότητες και να υλοποιούνται περισσότερο αποκεντρωμένα, σύμφωνα με τις αρχές της ορθής διακυβέρνησης.

Οι πολιτικές για τη συνοχή θα πρέπει επίσης να ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ των ευρύτερων στρατηγικών στόχων της Κοινότητας, που εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας, και της στήριξης που παρέχεται από τα διαρθρωτικά ταμεία. Μεταξύ των εν λόγω βασικών στόχων είναι: περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης, μεγαλύτερος βαθμός κοινωνικής ένταξης, ίσες ευκαιρίες και διαρκής ώθηση προς την κατεύθυνση της βασιζόμενης στη γνώση κοινωνίας.

Τα ευρωπαϊκά προγράμματα πρέπει να εστιάζουν στην προσθήκη αξίας πέραν εκείνης που είναι εφικτή σε εθνική κλίμακα. Αρκετές θέσεις εκφράστηκαν σχετικά με το θέμα που έθιξε η Επιτροπή στη δεύτερη έκθεση, για τον τρόπο με τον οποίο δύνανται να αντιμετωπιστούν ικανοποιητικότερα οι αυξανόμενες ανάγκες, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όσον αφορά την περιφερειακή διάσταση της συνοχής. Στις εν λόγω θέσεις γίνεται λόγος, για παράδειγμα, για ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής στη στήριξη της δικτύωσης μεταξύ περιφερειών, την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης και τη δημιουργία ενός συνεκτικού σφαιρικού στόχου ως πλαισίου αναφοράς για τη χάραξη πολιτικών συνοχής, ο οποίος στη συνέχεια θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια πολιτική που θα έχει ως ρητό στόχο την επίτευξη συνοχής στην περιφέρεια. Πολλές θέσεις αναγνώριζαν επίσης το ρόλο που διαδραματίζει η πολιτική για τη συνοχή, στην προώθηση της οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας στην Ένωση.

Το σύστημα παροχής

Οι διάφορες τροποποιήσεις του συστήματος παροχής που καθιερώθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος Δράσης 2000, θεωρούνται από πολλούς από εκείνους που εξέθεσαν τον προβληματισμό τους, ότι είχαν περιορισμένο μόνο αποτέλεσμα όσον αφορά την απλούστευση της διαχείρισης των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων.

Από τη συζήτηση προέκυψε μια προφανής αντίθεση μεταξύ, αφενός, των εθνικών και περιφερειακών αρχών που κατά κανόνα επιθυμούν να μειωθούν τα πάγια διοικητικά έξοδα για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών παρεμβάσεων και, αφετέρου, των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων όπως του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ζητούν την ενίσχυση των ελέγχων των σχετικών με τη χρησιμοποίηση των χρημάτων των ευρωπαίων φορολογουμένων.

III. ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Χρονοδιάγραμμα

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Επιτροπή θα εκπονήσει συγκεκριμένες προτάσεις για το μέλλον της σχετικής με τη συνοχή πολιτικής, στο πλαίσιο της τρίτης έκθεσης για τη συνοχή. Η έκθεση αυτή θα αποτελέσει στη συνέχεια ένα συμπληρωματικό στοιχείο στις προτάσεις της Επιτροπής για τη χάραξη των μελλοντικών πολιτικών της Κοινότητας, συνοδευόμενο από ένα νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο για την περίοδο μετά το 2006.

Η Επιτροπή σκοπεύει να παρουσιάσει τις προτάσεις της στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σε κατάλληλο χρόνο έτσι ώστε να γίνει δυνατό να υιοθετηθεί ο Κανονισμός των Διαρθρωτικών Ταμείων και να δημιουργηθούν οι προυποθέσεις για την αποτελεσματική υλοποίηση της νέας γενιάς προγραμμάτων που θα ξεκινήσουν κατά την έναρξη της νέας προγραμματικής περιόδου. Τούτο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον χρονικό προγραμματισμό της έκδοσης της Τρίτης Εκθεσης για τη Συνοχή της Επιτροπής.

Για την αποφυγή καθυστερήσεων στην έγκριση των προγραμμάτων της νέας γενεάς για την περίοδο μετά το 2006, η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλει τις συνολικές προτάσεις της στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο [το συντομότερο δυνατό κατά το 2004/την πλέον κατάλληλη στιγμή]. Τούτο θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στο χρονοδιάγραμμα για τη δημοσίευση από την Επιτροπή της τρίτης έκθεσης για τη συνοχή.

Χρηματοδοτικές πτυχές και διαχείριση

Η Επιτροπή είναι πεισμένη ότι το ζήτημα της απλούστευσης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων απαιτεί περαιτέρω εξέταση, σε μια προσπάθεια να εντοπιστούν οι κατάλληλοι μηχανισμοί που θα συνδυάζουν την περαιτέρω αποκέντρωση αρμοδιοτήτων με την παροχή περισσότερων κινήτρων για αποτελεσματικότητα και ορθή διαχείριση.

Η πεποίθηση αυτή προκύπτει όχι μόνο από τη συζήτηση που διεξήχθη πέρυσι, αλλά και από την πείρα που αποκτήθηκε άμεσα από προγράμματα διαχείρισης. Στο πλαίσιο αυτό, η εμπειρία του 2001 ήταν ιδιαίτερα διδακτική, δεδομένου ότι αποτελούσε, πρώτο το τελευταίο έτος πληρωμών για την προηγούμενη γενεά προγραμμάτων και, δεύτερον, την ουσιαστική έναρξη της εφαρμογής των περισσοτέρων από τα προγράμματα της νέας γενεάς για την περίοδο 2000-06, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής του προενταξιακού μέσου στις υποψήφιες για ένταξη χώρες.

Ο στόχος της Επιτροπής πρέπει να είναι η διατήρηση και, εφόσον απαιτείται, η ενίσχυση των προσπαθειών για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρησιμοποίησης όλων των χρηματοδοτικών πηγών που διατίθενται για τις σχετικές με τη συνοχή πολιτικές. Θα πρέπει να υπενθυμιστεί στο πλαίσιο αυτό ότι, στην δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν πολύ ενωρίς για να ξεκινήσει η συζήτηση σχετικά με το επίπεδο των εν λόγω πηγών για την περίοδο μετά το 2006. Εντούτοις, σε πολλές από τις θέσεις που διατυπώθηκαν κατά το προηγούμενο έτος, επιβεβαιώνεται ότι η συζήτηση επί του θέματος αυτού έχει ήδη αρχίσει, οδηγώντας σε προσομοιώσεις από τις οποίες προέκυψαν διάφορα στοιχεία για τους πόρους που θα πρέπει να διατεθούν για μελλοντικές πολιτικές. Τα στοιχεία αυτά κυμαίνονται επάνω (κυρίως στις συμμετοχές από τις περιφέρειες) και κάτω από το ισοδύναμο του 0,45% του ΑΕΠ σε επίπεδο Ένωσης. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι εκείνο που καθορίζεται από την Επιτροπή στη δεύτερη έκθεση, και αντιστοιχεί στα ποσά του 1999 και σε εκείνο που προβλέπεται για το 2006, όπως συμφωνήθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου, το 1999, για την κάλυψη των σχετικών με την συνοχή πολιτικών στους Δεκαπέντε, στις υποψήφιες για ένταξη χώρες, πριν από την ένταξη, καθώς και σε έξι νέα κράτη μέλη μετά την ένταξη.

Στα επίπεδα αυτά, οι πολιτικές για τη συνοχή θα εξακολουθήσουν να αντιπροσωπεύουν μια σημαντική μεταφορά πόρων, ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, για τα κράτη μέλη με σημαντικό αριθμό ελάχιστα ανεπτυγμένων περιφερειών, που θα έχουν ένα καθεστώς προτεραιότητας στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων. Από τη συζήτηση που διεξήχθη κατά το 2001 και από τα διδάγματα που προέκυψαν από τη διαχείριση των προγραμμάτων συμπεριλαμβανομένων εκείνων του προηγουμένου έτους, αποδεικνύεται ότι η αποτελεσματική χρησιμοποίηση των πόρων απαιτεί να αντιμετωπίζουν οι αρμόδιες εθνικές και περιφερειακές αρχές τις προκλήσεις στους τρεις κατωτέρω τομείς:

- σε διοικητικό επίπεδο, διότι η επιτυχής διαχείριση των παρεμβάσεων και η συνεπής επιδίωξη των στόχων τους, προϋποθέτουν την ύπαρξη τεχνικής πραγματογνωμοσύνης για τη διαχείριση μιας στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης από άποψη σχεδιασμού, υλοποίησης, παρακολούθησης, αξιολόγησης και ελέγχου.

- σε χρηματοδοτικό επίπεδο, δεδομένου ότι όλες οι ευρωπαϊκές παρεμβάσεις πρέπει να συγχρηματοδοτούνται με πόρους που παράγονται σε εθνική κλίμακα. Τούτο αποτελεί μια από τις πάγιες αρχές των διαρθρωτικών ταμείων, που αποσκοπεί στην προώθηση της κυριότητας των προγραμμάτων από τις αρχές επιτόπου, προς όφελος της αποτελεσματικότητας και της ορθής χρηματοδοτικής διαχείρισης. Η παροχή της απαραίτητης συγχρηματοδότησης απαιτεί πολιτική βούληση, ιδίως στις περιπτώσεις που οι εθνικοί προϋπολογισμοί είναι ήδη λεπτομερώς ισοσκελισμένοι ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες.

- σε οικονομικό επίπεδο, διότι οι επενδύσεις μεγάλης κλίμακας που χρηματοδοτούνται από την Ευρώπη, δεν θα πρέπει να υποκαθιστούν τις εθνικές επενδύσεις, από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, που θα πραγματοποιούντο οπωσδήποτε.

Οι προκλήσεις αυτές τείνουν να είναι μεγαλύτερες για χώρες και περιοχές που κρίνονται για πρώτη φορά επιλέξιμες στο πλαίσιο του στόχου αριθ. 1 (και, σε εθνική κλίμακα, για το ταμείο συνοχής). Στην Ένωση σήμερα, οι επιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι είναι εμφανείς, έχουν μετριαστεί μέσω της σταδιακής αύξησης των μεταφορών κονδυλίων. Επομένως, κατά τη διάρκεια των τριών διαδοχικών περιόδων χρηματοδοτικού προγραμματισμού (1989-93, 1994-99, 2000-06) οι ετήσιες κατά κεφαλή μεταφορές κονδυλίων, στο πλαίσιο του στόχου αριθ. 1, αυξήθηκαν αντίστοιχα από 143 EUR σε 187 EUR και σε 217 EUR .

Με βάση την κτηθείσα πείρα, η Επιτροπή παραμένει σταθερά προσκολλημένη σε τρεις αρχές:

- ορθή και αποτελεσματική διαχείριση. Παρά το γεγονός ότι η χρηματοδοτική διαχείριση και έλεγχος αποτελούν πρωτίστως αρμοδιότητα των κρατών μελών, η Επιτροπή πρέπει να συνεχίσει να βεβαιώνεται ότι υπάρχουν οι απαραίτητες δυνατότητες. Κατά κανόνα, η Επιτροπή πρέπει να επιζητεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την ανταλλαγή εμπειριών και βελτίστων μεθόδων σχετικά με τη διοικητική και πρακτική διαχείριση των παρεμβάσεων.

- μεταφορές κονδυλίων εξαρτώμενες από τα αποτελέσματα. Ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, πραγματοποιήθηκε με τη θέσπιση του καλούμενου αποθεματικού επίδοσης για την περίοδο 2000-06. Θα μπορούσαν όμως να ληφθούν περισσότερα μέτρα για να συνδεθούν οι πληρωμές από την Ένωση στις περιφέρειες, με την επίτευξη ποσοτικοποιημένων στόχων.

- δέουσα αξιολόγηση της ικανότητας απορρόφησης. Όλες οι προσπάθειες για να επινοηθεί ένα απλούστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα παροχών για τις μελλοντικές πολιτικές για την επίτευξη συνοχής, θα είναι μάταιες εάν οι μεταφερόμενοι πόροι υπερβαίνουν το επίπεδο πόρων που δύνανται να απορροφηθούν από άποψη διοικητική, χρηματοδοτική και οικονομική. Το υπάρχον κεκτημένο προβλέπει ένα ανώτατο όριο συνολικής μεταφοράς κονδυλίων στα κράτη μέλη και θα πρέπει να αποφεύγεται η υπέρβαση του ορίου άνω του 4% του εθνικού ΑΕΠ. Στη συζήτηση που διεξήχθη μετά τη δημοσίευση της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή, δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά η ύπαρξη του εν λόγω ορίου. Στη δεύτερη έκθεση η Επιτροπή δήλωσε ότι θα μπορούσε να υπάρξει υπέρβαση του ορίου μετά το 2006, έτσι ώστε, για παράδειγμα, να παρασχεθεί η δυνατότητα υλοποίησης ορισμένων σημαντικών έργων με ιδιαίτερο κοινοτικό ενδιαφέρον, που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής.

Εισαγωγή

Η πρώτη έκθεση προόδου σχετικά με τη συνοχή παρουσιάζεται στο πλαίσιο των συζητήσεων που προκύπτουν από τις αναλύσεις και τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στη δεύτερη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή (COM 2001 - 24), η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 31 Ιανουαρίου 2001.

Κατά το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων της 11ης Ιουνίου 2001, η Επιτροπή σημείωσε τις ανησυχίες που εξέφρασαν τα σημερινά και τα μελλοντικά κράτη μέλη, ιδίως το υπόμνημα που υποβλήθηκε από την αντιπροσωπεία της Ισπανίας με θέμα τις συνέπειες της διεύρυνσης επί της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Δήλωσε επίσης ότι «θα συνεχίσει τις εργασίες της και θα υποβάλλει τακτικά έκθεση προς το Συμβούλιο. Θα συντάξει την τρίτη έκθεση για τη συνοχή, με σκοπό να καταρτίσει τις προτάσεις που είναι αναγκαίες για τη συνέχιση της πολιτικής συνοχής μετά το 2006».

Στην παρούσα έκθεση προόδου, η Επιτροπή προχωρεί κατά πρώτον σε ενημέρωση των δεδομένων που περιλαμβάνονταν στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, ιδίως εκείνων που αφορούσαν τις περιφερειακές ανισότητες σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η ενημέρωση αυτή στηρίζεται στα δεδομένα που αφορούν το περιφερειακό ΑΕΠ για το έτος 1999, καθώς και την απασχόληση και την ανεργία για το έτος 2000.

Δεδομένου του διαρθρωτικού χαρακτήρα των εξελίξεων όσον αφορά τη συνοχή, η ενημέρωση των αριθμών αυτών για ένα και μόνο έτος δεν μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μεταβολή της κατάστασης και των τάσεων που παρατηρήθηκαν στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή. Η παρούσα έκθεση προόδου τονίζει εντούτοις νέα στοιχεία σχετικά με την αγορά απασχόλησης και την εξέλιξή της, καθώς και ορισμένους παράγοντες ανταγωνιστικότητας των περιφερειών.

Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Laeken (Δεκέμβριος 2001) διευκρίνισε τα χρονοδιαγράμματα προσχώρησης. Εκτίμησε ότι «εάν διατηρηθεί ο σημερινός ρυθμός διαπραγματεύσεων, η Κύπρος, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Τσεχία και η Σλοβενία θα μπορούσαν να είναι έτοιμες το 2004». Αυτό επιτρέπει στην Επιτροπή να παρουσιάσει επίσης στην παρούσα πρώτη έκθεση προόδου μέσους όρους κατά κεφαλή ΑΕΠ υπολογισμένους με βάση μια Ένωση με 25 κράτη μέλη. Φαίνεται πράγματι ελάχιστα πιθανό να είναι σε θέση η Ρουμανία και η Βουλγαρία να ενταχθούν στην Ένωση πριν από το τέλος της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού, πολύ περισσότερο που οι διαπραγματευτικές θέσεις αυτών των δύο υποψηφίων χωρών προβλέπουν προσχώρηση την 1η Ιανουαρίου 2007.

Στο δεύτερο μέρος της, η παρούσα έκθεση προόδου παρουσιάζει μια πρώτη σύνθεση του διαλόγου για τη μελλοντική πολιτική συνοχής, τον οποίο επεδίωξε η Επιτροπή με την έκδοση της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή και ο οποίος έκτοτε διεξάγεται με εντατικό τρόπο. Από το διάλογο αυτό η έκθεση συνάγει τις πρώτες κατευθύνσεις, χωρίς να προδικάζει ωστόσο τις προτάσεις που η Επιτροπή θα υποβάλει εν καιρώ σχετικά με τη μελλοντική πολιτική συνοχής.

Τέλος, σε παράρτημα η Επιτροπή παρουσιάζει τις αρχές και τα μέσα της διοικητικής προπαρασκευής, η οποία θα είναι αναγκαία στις υποψήφιες χώρες για τη μελλοντική λειτουργία των διαρθρωτικών μέσων. Ως συμπλήρωμα της παρούσας πρώτης έκθεσης προόδου, θα είναι επίσης σημαντικό να δοθούν στις υποψήφιες χώρες οι αναγκαίες ενδείξεις για την προετοιμασία των οικείων εγγράφων προγραμματισμού στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων.

1. Μέρος I: Κατάσταση και τάσεις στις περιφέρειες

Η ενημέρωση των στατιστικών στοιχείων που περιλαμβάνονταν στη δεύτερη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, η οποία δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο 2001, δεν συνεπάγεται ασφαλώς σημαντική τροποποίηση της κατάστασης και των τάσεων που είχαν παρατηρηθεί όσον αφορά την οικονομική, κοινωνική και χωροταξική συνοχή. Όπως ήδη έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει η Επιτροπή, παρόμοιες εξελίξεις εμφανίζονται μόνο μακροπρόθεσμα.

Εξάλλου, τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για το επίπεδο του ΑΕΠ, τα οποία καλύπτουν σε περιφερειακό επίπεδο το έτος 1999 και σε εθνικό επίπεδο το έτος 2000, δεν επιτρέπουν να ληφθούν υπόψη οι περιφερειακές συνέπειες της σημαντικής συγκυριακής επιδείνωσης που γνώρισε η οικονομία της Ένωσης στη διάρκεια του 2001. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Επιτροπής, η οικονομική μεγέθυνση της Ένωσης θα περιοριστεί σε 1,7% το 2001, ποσοστό που αντιπροσωπεύει ισχυρή πτώση σε σχέση με το 3,3% που είχε επιτευχθεί το 2000 [1].

[1] Ευρωπαϊκή οικονομία, φθινόπωρο 2001 - Προβλέψεις για το 2001-2003, Νοέμβριος 2001, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/economy_finance.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι πάντως χρήσιμο να ενημερωθούν τα κυριότερα συμπεράσματα της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή, τα οποία αφορούσαν τα δεκαπέντε σημερινά κράτη μέλη και την υπόθεση μιας Ένωσης διευρυμένης σε 27 μέλη [2]. Ωστόσο, στο μέτρο που διαφαίνεται ολοένα και σαφέστερα ότι τουλάχιστον δύο από τις δώδεκα υποψήφιες χώρες δεν θα γίνουν μέλη της Ένωσης πριν από την έναρξη της επόμενης περιόδου προγραμματισμού, μπορεί επίσης να προχωρήσει κανείς σε μια πρώτη αξιολόγηση της οικονομικής συνοχής με 25 κράτη μέλη (βλέπε ενότητα 1.5). Η ανάλυση που ακολουθεί αποτελεί ενημέρωση στους τομείς όπου υπάρχουν πρόσφατα οικονομικά και κοινωνικά στατιστικά στοιχεία.

[2] Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή περιελάμβανε ένα ειδικό κείμενο εντός πλαισίου σχετικά με τα περιφερειακά χαρακτηριστικά της Τουρκίας, υποψήφιας χώρας με την οποία οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης δεν έχουν ακόμη αρχίσει. «Οι περιφέρειες αυτές θα αποτελέσουν αντικείμενο πιο συστηματικής ανάλυσης στις μελλοντικές εκθέσεις μετά την έναρξη των διαπραγματεύσεων».

1.1. Η οικονομική συνοχή, ένα έτος μετά τη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή

1.1.1. Επιβεβαίωση της πραγματικής σύγκλισης στη σημερινή Ένωση

Αν και οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ των σημερινών κρατών μελών εξακολουθούν να υπάρχουν, έχουν μειωθεί αισθητά από το 1988. Η κυριότερη μεταβολή αφορά τις χώρες συνοχής, οι οποίες πλησίασαν αξιοσημείωτα τον κοινοτικό μέσο όρο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η Ιρλανδία αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, δεδομένου ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανήλθε από 64 σε 119% του μέσου όρου της Ένωσης μεταξύ 1988 και 2000. Η αρχική υστέρηση των τριών άλλων χωρών συνοχής μειώθηκε κατά σχεδόν ένα τρίτο, από 68 σε 79%. (Πίνακας 1 - Αύξηση του ΑΕΠ και του πληθυσμού στις χώρες δικαιούχους του Ταμείου Συνοχής, 1988-2002 - και πίνακας 2 - κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) στις περιφέρειες του στόχου 1, 1995-1999).

Εξάλλου, επιβεβαιώνεται η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, αλλά σε μικρότερο βαθμό απ'ό,τι σε εθνικό επίπεδο (πίνακας 3 - Διαφορές κατά κεφαλή ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) ανάλογα με τις περιφέρειες στους κόλπους των κρατών μελών, 1989-1999). Στο εσωτερικό των κρατών μελών, οι ανισότητες αυτές παρουσίασαν ενίοτε ακόμη και επιδείνωση. Συνολικά, αν και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση πολλών περιφερειών από τις πλέον ευπαθείς της Ένωσης εξελίχθηκε θετικά, για τις περισσότερες η διαδικασία κάλυψης των διαφορών παραμένει μακροπρόθεσμος στόχος.

1.1.2. Τρεις ομάδες κρατών σε μια Ένωση με 27 μέλη

Στο εθνικό επίπεδο, θα μπορούσαν να διακριθούν τρεις ομάδες κρατών σε μια Ένωση με 27 μέλη (διάγραμμα 1 - κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ΜΑΔ, 2000).

- Η πρώτη ομάδα, αποτελούμενη από εννέα υποψήφιες χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Μάλτας, για την οποία είναι πλέον διαθέσιμα στοιχεία σε μονάδες αγοραστικής δύναμης), θα περιλαμβάνει το 16% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των χωρών αυτών θα βρίσκεται στο 41% του κοινοτικού μέσου όρου με 27 μέλη.

- Η δεύτερη ομάδα, η οποία θα περιλαμβάνει τρία σημερινά κράτη μέλη (GR, E και P) καθώς και τρεις υποψήφιες χώρες (CY, SL και CZ), θα βρίσκεται στο 87% του μελλοντικού μέσου όρου της Ένωσης.

- Η τρίτη ομάδα θα περιλαμβάνει όλα τα άλλα σημερινά κράτη μέλη, με μέσο κατά κεφαλή ΑΕΠ κατά πολύ ανώτερο από εκείνο της Ένωσης στο σύνολό της.

Τέλος, σε αυτή τη διευρυμένη Ένωση με 27 μέλη, η σχέση μεταξύ του 10% των πλουσιότερων περιφερειών και του 10% των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών θα έφθανε το 5,8, ενώ είναι μόλις 2,6 στη σημερινή Ένωση (χάρτης 1 - κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανά περιφέρεια (ΜΑΔ), 1999).

Στο περιφερειακό επίπεδο, είναι πλέον δυνατό να παρατηρηθεί η εξέλιξη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ για την περίοδο 1995-1999 στα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες (χάρτης 2 - Μεταβολή του κατά κεφαλή ΑΕΠ (ΜΑΔ), 1995-1999). Συνολικά , το ποσοστό ανάπτυξης στις δώδεκα υποψήφιες χώρες (3,2% ετησίως) ήταν υψηλότερο από εκείνο που παρατηρήθηκε στην Ένωση (2,4%) στη διάρκεια της περιόδου αυτής. Οι περιφέρειες όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη ανάπτυξη βρίσκονται κυρίως στις υποψήφιες χώρες, ιδίως στην Πολωνία, την Τσεχία και τη Σλοβενία. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί πυρήνες ταχείας ανάπτυξης και στα σημερινά κράτη μέλη. Αφορούν ορισμένες περιφέρειες - πρωτεύουσες όπως Στοκχόλμη, Ελσίνκι, Λισσαβόνα και Μαδρίτη, αλλά και περιοχές ευρύτερες, όπως η Ιρλανδία, ένα μεγάλο μέρος της Αγγλίας και των Κάτω Χωρών.

1.2. Απασχόληση και κοινωνική συνοχή στη σημερινή Ένωση και στις δώδεκα υποψήφιες χώρες

1.2.1. Οι ανισότητες στη σημερινή Ένωση

Η απασχόληση προχώρησε κατά 1,8% το 2000, έτσι ώστε κατά το έτος αυτό είχαν εργασία τρία εκατομμύρια άτομα περισσότερα από το 1999. Το ποσοστό απασχόλησης έφθασε το 63,8%, ήτοι μία εκατοστιαία μονάδα περισσότερο από το 1999. Το 2000, ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων υπερέβαινε κατά σχεδόν 10 εκατομμύρια αυτόν που είχε καταγραφεί πέντε έτη ενωρίτερα. Το μερίδιο των θέσεων εργασίας που απαιτούν υψηλά προσόντα στον τριτογενή τομέα στο σύνολο των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο αυτή υπερέβη το 60%. Σε εθνικό επίπεδο, τα ποσοστά απασχόλησης είναι παντού υψηλότερα από τα αντίστοιχα της αρχής της δεκαετίας του 1990, με εξαίρεση τη Γερμανία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία.

Οι ανισότητες ως προς το ποσοστό απασχόλησης εξακολούθησαν να αμβλύνονται (πολύ ελαφρά) στην Ένωση, εξέλιξη που οφείλεται εν μέρει στις σχετικά μεγάλες προόδους της απασχόλησης στην Ισπανία, χώρα όπου το ποσοστό των απασχολουμένων μεταξύ των ατόμων που βρίσκονται σε ηλικία για να εργαστούν είναι κατώτερο από το μέσο όρο. Το 2000, το ποσοστό απασχόλησης ήταν κατώτερο από 60% στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία, ενώ στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στη Σουηδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο υπερέβαινε το 70%, στόχο που έχει οριστεί για την Ένωση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας για τον ορίζοντα 2010.

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι ανισότητες στον τομέα της απασχόλησης παραμένουν εντονότερες μεταξύ των περιφερειών απ'ό,τι μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης. Το 2000, το ποσοστό απασχόλησης που καταγράφηκε στις περιφέρειες με την καλύτερη θέση στον τομέα αυτό (δηλαδή εκείνες που εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά και συγκεντρώνουν το 10% του πληθυσμού των 15) ήταν κατά μέσο όρο 77,2%, ενώ το ποσοστό απασχόλησης που καταγράφηκε στις περιφέρειες με τη χειρότερη θέση (δηλαδή εκείνες που εμφανίζουν τα χαμηλότερα ποσοστά και συγκεντρώνουν επίσης το 10% του πληθυσμού) ήταν κατώτερο από 46% (χάρτης 3 - Ποσοστό απασχόλησης 2000 και πίνακας 4 - Περιφέρειες που εμφανίζουν τα υψηλότερα και τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης αντιστοίχως, 1999-2000). Το εύρος των αποκλίσεων που παρατηρούνται στην Ένωση ως προς την απασχόληση εξακολουθεί να βαρύνει στις οικονομικές δυνατότητές της. πρόκειται για ένα φαινόμενο που επιδεινώνεται περαιτέρω από ανισότητες που εμποδίζουν ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού να επωφεληθούν πλήρως από τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης.

Μεταξύ 1999 και 2000, η ανεργία μειώθηκε από 9,1% σε 8,4% (7,6% τον Αύγουστο 2001). Συνολικά, περίπου 14,5 εκατομμύρια άτομα ήσαν στην ανεργία το 2000, ήτοι 1,5 εκατομμύριο άτομα λιγότερα απ'ό,τι ένα έτος ενωρίτερα, αριθμός που αποτελεί την ισχυρότερη μείωση του αριθμού ανέργων εδώ και δέκα έτη.

Σε εθνικό επίπεδο, σε όλα τα κράτη μέλη παρατηρήθηκε μείωση της ανεργίας το 2000. Σε σχετικούς όρους, οι σημαντικότερες μειώσεις καταγράφηκαν στο Βέλγιο, στην Ισπανία και στη Γαλλία, όπου το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε κατά περίπου 1,7%. Η εξέλιξη της αγοράς εργασίας απέβη λιγότερο ευνοϊκή λόγω της επιβράδυνσης της ανάπτυξης που παρατηρήθηκε το 2001. Στην Αυστρία, την Πορτογαλία και τη Γερμανία παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση του ποσοστού ανεργίας το 2001. Στο πλαίσιο αυτό, το ποσοστό ανεργίας ανήλθε σε μόνο 2,4% στο Λουξεμβούργο το έτος 2000, ενώ ήταν 14,4% στην Ισπανία, ποσοστό που παρέμενε το υψηλότερο της Ένωσης, παρά την εντυπωσιακή πτώση του αριθμού των ανέργων τα τελευταία έτη.

Οι περιφερειακές ανισότητες ως προς την ανεργία παραμένουν σημαντικές (χάρτης 4 - Ανεργία ανά περιφέρεια, 2000). Το ποσοστό ανεργίας που καταγράφηκε στις περιφέρειες με τη καλύτερη θέση ως προς το ποσοστό αυτό (περιφέρειες που συγκεντρώνουν το 10% του ολικού πληθυσμού των δεκαπέντε) ήταν κατά μέσο όρο 2,7% το 2000, αλλά έφθανε το 21,9% στις περιφέρειες με τη χειρότερη θέση (συμπεριλαμβάνονται τα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα). Συγκριτικά προς το 1999, αυτές οι δύο ομάδες περιφερειών επωφελήθηκαν από ουσιαστική αύξηση της απασχόλησης. Πράγματι, η ομάδα των περιφερειών με τη χειρότερη θέση σημείωσε μεγαλύτερη μείωση της ανεργίας απ'ό,τι στις περιφέρειες με την καλύτερη θέση (διάγραμμα 2 - Ποσοστό ανεργίας ανά χώρα και ακραίες περιφερειακές τιμές, 2000).

Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών παραμένουν σημαντικές. Οι εντονότερες διαφορές είναι στην Ιταλία, όπου το ποσοστό ανεργίας που καταγράφηκε στην πλέον μειονεκτούσα από την άποψη αυτή περιφέρεια, την Καλαβρία, ήταν σχεδόν 25 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο από εκείνο που παρατηρήθηκε στην περιφέρεια με τη χαμηλότερη ανεργία, δηλαδή το Trentino-Alto-Adige.

Η μείωση της ανεργίας είχε ως επακόλουθο τη βελτίωση της κατάστασης όσον αφορά τους μακροχρόνια ανέργους στο σύνολο σχεδόν των κρατών μελών. Συγκριτικά με το 1999, ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονταν στην ανεργία τουλάχιστον ένα έτος έπεσε από 46% σε 44,8% του συνολικού αριθμού των ανέργων το 2000 (εξαιρουμένης της Ιρλανδίας). Οι ανισότητες μεταξύ κρατών μελών ως προς το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων παρέμειναν εντούτοις σημαντικές, τα δε σχετικά ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ 19% στη Δανία και άνω του 60% στην Ιταλία (οι χάρτες 5α, β και γ παρουσιάζουν τα αντίστοιχα ποσοστά για τους μακροχρόνια ανέργους, τους νέους και τις γυναίκες).

Η μακροχρόνια ανεργία είναι σαφώς υψηλότερη στις περιφέρειες που εμφανίζουν υψηλό ποσοστό συνολικής ανεργίας. σε σχέση με το 1999, ουσιαστικά δεν έχει μειωθεί στις αναπτυξιακά καθυστερημένες περιφέρειες, παρά την πτώση της συνολικής ανεργίας. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στις εν λόγω περιφέρειες στην εμμονή των διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως η αναντιστοιχία μεταξύ των προσφερόμενων θέσεων εργασίας και των διαθέσιμων δεξιοτήτων στην αγορά απασχόλησης.

Το ποσοστό ανεργίας των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών εξακολούθησε και αυτό να μειώνεται. Το 2000, ανερχόταν στην Ένωση σε 16,1%, έναντι 17,9% το 1999. Στον ενεργό πληθυσμό, η πιθανότητα να βρεθεί κανείς στην ανεργία είναι εντούτοις σχεδόν διπλάσια για τους κάτω των 25 ετών από ό,τι για τους υπόλοιπους. Όπως και για την ανεργία μακράς διαρκείας, η ανεργία των νέων είναι και αυτή σαφώς υψηλότερη στις περιφέρειες που εμφανίζουν μεγάλο ποσοστό συνολικής ανεργίας. Στις περιφέρειες με το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας, το μέσο ποσοστό ανεργίας των νέων δεν υπερέβαινε το 5,5%, ενώ ήταν 41,8% στις περιφέρειες που επλήττοντο βαρύτερα από την ανεργία.

Το 2000, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών μειώθηκε κάτω του 10% για πρώτη φορά από την αρχή της δεκαετίας του 1990, ποσοστό που τελικά είναι αισθητά κατώτερο από εκείνο που είχε καταγραφεί στο μέσο της εν λόγω δεκαετίας (12,6% το 1994). Εξακολουθεί να υπάρχει πάντως, σε πολλά κράτη μέλη και περιφέρειες, σημαντική απόκλιση μεταξύ της ανεργίας ανδρών και γυναικών.

Η κοινωνική συνοχή είναι ένα ζήτημα, το οποίο απασχόλησε πολλές συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μετά το Συμβούλιο της Λισσαβόνας το Μάρτιο 2000. Τα κράτη μέλη αποδέχτηκαν ορισμένες υποχρεώσεις, για να εντείνουν τις προσπάθειες που καταβάλλουν από κοινού για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση, καθορίζοντας στόχους προς επίτευξη στον τομέα αυτό και για την καταπολέμηση του αποκλεισμού, προωθώντας μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη και βελτιώνοντας την κατάσταση της απασχόλησης μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο επιδείνωσης της φτώχειας και του αποκλεισμού.

Παρά τη σχετική υποχώρηση της ανεργίας, τα πλέον πρόσφατα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η φτώχεια και οι κοινωνικός αποκλεισμός είναι ακόμη ευρέως διαδεδομένα στα κράτη μέλη [3]. Περίπου 18% του πληθυσμού, ήτοι άνω των 60 εκατομμυρίων ατόμων, ζουν σε οικοκυριά που διαθέτουν κάτω του 60% του αντίστοιχου μέσου εισοδήματος (ποσοστό που αντιστοιχεί στο κατώφλι της φτώχειας), κατάσταση την οποία βιώνουν τα μισά από αυτά διαρκώς επί τριετία (διάγραμμα 3 - Πληθυσμός με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας). Ως προς την κατανομή του εισοδήματος, φαίνεται ότι το 20% του πληθυσμού που διαθέτει το υψηλότερο εισόδημα στην ΕΕ κερδίζει περίπου 5,7 φορές περισσότερο από το 20% με το χαμηλότερο εισόδημα. Υπάρχουν φυσικά μεγάλες ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών, αλλά οι αριθμοί αποκαλύπτουν τουλάχιστον το εύρος των κοινωνικών ανισοτήτων και την ανεπάρκεια της κοινωνικής συνοχής.

[3] Βλέπε επίσης τη συναφή έκθεση για την κοινωνική ένταξη.

1.2.2. Ανεργία σε μια Ένωση με 27 μέλη

Σε μια Ένωση με 27 κράτη μέλη, το ποσοστό ανεργίας θα ήταν κατά μέσο όρο 9,3% το 2000, ήτοι καλύτερο από το ποσοστό του 1999 (9,6%). Το ποσοστό αυτό είναι πάντως κάπως χειρότερο από εκείνο που σημειώθηκε για τους δεκαπέντε (8,4% το έτος 2000).

Παρά τη βελτίωση της οικονομικής ανάπτυξης, η απασχόληση στις υποψήφιες χώρες υποχώρησε και πάλι κατά 1,4% το 2000, ποσοστό που ισοδυναμεί σε καθαρή απώλεια περίπου 600 000 θέσεων εργασίας. Η Ουγγαρία και η Σλοβενία είναι οι μόνες χώρες που κατέγραψαν το 2000 ποσοστά απασχόλησης ανώτερα από τα αντίστοιχα του 1999. Συνολικά, η απόκλιση μεταξύ των αντίστοιχων ποσοστών απασχόλησης της Ένωσης και των υποψήφιων χωρών επιδεινώθηκε περισσότερο το 2000, αν και ο ρυθμός επιδείνωσης φαίνεται να έχει επιβραδυνθεί κατά το δεύτερο εξάμηνο. Θα έπρεπε να δημιουργηθούν περίπου 3 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας για να ευθυγραμμιστεί το μέσο ποσοστό απασχόλησης των υποψηφίων χωρών με εκείνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναμένει κανείς απώλειες θέσεων απασχόλησης στο γεωργικό τομέα και στη μεταποιητική βιομηχανία. Όσον αφορά τον τομέα των υπηρεσιών, η απασχόληση βεβαίως βελτιώθηκε σημαντικά σε όλες τις υποψήφιες χώρες, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική απόκλιση, καθόσον το ποσοστό απασχόλησης στον τριτογενή τομέα αντιπροσωπεύει μόλις τα τρία τέταρτα του μέσου όρου που καταγράφεται στην Ένωση. Η τριτογενής απασχόληση - χρηματοοικονομικά, εμπόριο, παροχή υπηρεσιών κλπ. - αντιπροσωπεύει ασφαλώς μια ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιήσουν οι υποψήφιες χώρες.

Η ανεργία εξακολούθησε να αυξάνεται στις περισσότερες από τις υποψήφιες χώρες, υπερβαίνοντας το 12% κατά μέσο όρο για το σύνολο των χωρών αυτών, με εθνικά ποσοστά που κλιμακώνονται μεταξύ 6,9% στη Σλοβενία και άνω του 19% στη Σλοβακία. Το 2000, οι χώρες στις οποίες αυξήθηκε περισσότερο η ανεργία είναι η Πολωνία, η Σλοβακία και η Βουλγαρία. Στην Ουγγαρία και τη Σλοβενία για το έτος αυτό παρατηρήθηκε μείωση του αντίστοιχου ποσοστού ανεργίας. Οι περιφερειακές ανισότητες ως προς την ανεργία στις υποψήφιες χώρες εξακολούθησαν και αυτές να επιδεινώνονται. Στο 10% των περιφερειών με την καλύτερη θέση το μέσο ποσοστό ανεργίας ήταν 4,9%, ενώ έφθανε το 23,4% στο 10% των περιφερειών με τη χειρότερη θέση.

Παρόμοια τάση μπορεί να παρατηρηθεί όσον αφορά την μακροχρόνια ανεργία και την ανεργία των νέων. Σε σχέση με το 1999, ο αριθμός των ατόμων χωρίς εργασία από ενός έτους τουλάχιστον αυξήθηκε από 44,3% σε 48,2% του συνολικού αριθμού των ανέργων. Η ανεργία των νέων στις υποψήφιες χώρες αυξήθηκε κατά 3% και έφθασε το 26% το 2000 (έναντι 16% στην Ένωση), με ποσοστά υψηλότερα από 35% στη Βουλγαρία, την Πολωνία και τη Σλοβακία. Αντίθετα από αυτό που συμβαίνει στην Ένωση, όπου η ανεργία εν γένει είναι υψηλότερη για τις γυναίκες απ'ό,τι για τους άνδρες, το ποσοστό ανεργίας των ανδρών ήταν το 2000 μεγαλύτερο από των γυναικών στις περισσότερες από τις υποψήφιες χώρες.

Η συμμετοχή των γυναικών στον κόσμο της εργασίας είναι σήμερα υψηλότερη απ'ό,τι στα κράτη μέλη, κατάσταση που μπορεί να αλλάξει, με δεδομένο το εύρος της αναδιάρθρωσης. Πράγματι, αντίθετα απ'ό,τι συνέβη το 1999, η απασχόληση υποχώρησε εξίσου για τις γυναίκες και για τους άνδρες.

1.3. Νέα δεδομένα για τους παράγοντες που καθορίζουν την πραγματική σύγκλιση

Όσον αφορά τους παράγοντες ανταγωνιστικότητας των περιφερειών, τα στοιχεία της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή επιβεβαιώνονται στους τομείς της παραγωγικότητας και της απασχόλησης ανά τομέα. Παρατηρείται ιδίως εμμονή των ανισοτήτων στην κατανομή της απασχόλησης μεταξύ των τριών τομέων της οικονομίας. Σε ορισμένες περιφέρειες που βρίσκονται ιδίως στις υποψήφιες χώρες, η ισχυρή εξάρτηση από τη γεωργία και τους παραδοσιακούς κλάδους της βιομηχανίας (χάρτες 6α, β, και γ - Απασχόληση ανά τομέα, 2000. χάρτης 7 - ΑΕΠ ανά απασχολούμενο, 1999) προοιωνίζεται, λαμβανομένων υπόψη των ανασυγκροτήσεων και αναδιαρθρώσεων που αναμένονται στους δύο αυτούς τομείς, νέες οικονομικές μεταλλαγές, και πριν αλλά και μετά τη διεύρυνση.

Όσον αφορά τις υποδομές μεταφορών, οι εξελίξεις διαφοροποιούνται. Αν και, ως προς τους αυτοκινητοδρόμους, η κάλυψη της διαφοράς των περιφερειών που είναι επιλέξιμες για το στόχο 1 (ιδίως στην Ισπανία) είναι σημαντική, η κατάσταση δεν είναι καθόλου ικανοποιητική όσον αφορά τις λοιπές οδούς (διάγραμμα 4 - Δείκτης κάλυψης από αυτοκινητοδρόμους και διάγραμμα 5 - Δείκτης κάλυψης από οδούς). Τα δεδομένα σχετικά με τους σιδηροδρόμους ή τις διατροπικές εργασίες δεν έχουν αλλάξει σημαντικά από τη στιγμή έκδοσης της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή, αλλά θα ληφθούν υπόψη στις αναλύσεις της τρίτης έκθεσης.

Η δημογραφική εξέλιξη στη σημερινή Ένωση, τα επίπεδα εκπαίδευσης και η προπαρασκευή για την κοινωνία της γνώσης αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή.

1.3.1. Πολύ διαφορετικές δημογραφικές τάσεις

Στο γενικότερο πλαίσιο της επιβράδυνσης της δημογραφικής ανάπτυξης και της γήρανσης του πληθυσμού της Ένωσης, οι τάσεις σε περιφερειακό επίπεδο παρουσιάζουν μεγαλύτερες διαφορές (χάρτης 8 - Αύξηση πληθυσμού ανά περιφέρεια NUTS 2, 1995-1999).

Στη διάρκεια της περιόδου 1995-1999 [4], η ετήσια αύξηση του πληθυσμού ήταν εντονότερη στις αγγλικές, ιρλανδικές, βελγικές, ολλανδικές, ελληνικές περιφέρειες, όπως και στη νότια Γαλλία και τη βόρεια Γερμανία. Αντίθετα, η μείωση του πληθυσμού πλήττει εντονότερα τις περιφέρειες της βόρειας Φινλανδίας, της κεντρικής και βόρειας Σουηδίας και γενικά τις υποψήφιες χώρες, με εξαίρεση ορισμένες πολωνικές περιφέρειες. Είναι αισθητή επίσης στη νότια Ιταλία, στις περιφέρειες της κεντρικής Γαλλίας, στη Σκωτία, στη βόρεια Ισπανία και στο Alentejo της Πορτογαλίας.

[4] Μόνο τα έτη αυτά λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που από το 1995 η έντονη αύξηση του πληθυσμού που σημειώθηκε στις γερμανικές περιφέρειες μετά την ενοποίηση και τις πολιτικές αλλαγές στις υποψήφιες χώρες, είχε ουσιαστικά τερματιστεί.

Τέλος, οι περιφέρειες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού τους κάθε έτος είναι συχνά εκείνες που έχουν ήδη μεγαλύτερη πυκνότητα από το μέσο όρο. Ομοίως, οι περιφέρειες των οποίων ο πληθυσμός μειώνεται είναι εκείνες που έχουν ήδη χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (χάρτης 9 - Πυκνότητα πληθυσμού ανά περιφέρεια NUTS 3, 1999). Στο επίπεδο της Ένωσης, τα φαινόμενα περιφερειακής δημογραφικής συγκέντρωσης φαίνεται επομένως ότι εξακολουθούν να επιδεινώνονται και συμπληρώνουν τη διάγνωση της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή ως προς την ανισορροπία της χωροταξικής ανάπτυξης.

1.3.2. Γενική αύξηση του μορφωτικού επιπέδου

Τα στοιχεία για το έτος 2000 εμφανίζουν γενική αύξηση του μορφωτικού επιπέδου του πληθυσμού μεταξύ 25 και 59 ετών. Πράγματι, σε σχέση με τα στοιχεία για το 1999, το μερίδιο του πληθυσμού με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο μειώθηκε από 33 σε 31,5%, ενώ το μέσο και το ανώτερο επίπεδο αυξήθηκαν αντιστοίχως από 47,6 σε 48,3% και από 19,4 σε 20,2% (χάρτες 10α, β και γ - Μορφωτικό επίπεδο το 2000).

Ο πληθυσμός που έχει χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συγκεντρώνεται πάντοτε στο νότο της Ένωσης (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα), στην Ιρλανδία και σε ένα πυρήνα που τοποθετείται μεταξύ του Nord-Pas-de-Calais και της Πικαρδίας στη Γαλλία, καθώς και στο Hainaut και τη Λιέγη στο Βέλγιο [5].

[5] Οι περιφέρειες αυτές δεν περιλαμβάνονταν σε εκείνες που είχαν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή. Αλλά η αύξηση του μέσου μορφωτικού επιπέδου μεταξύ 1999 και 2000, καθώς και η πτώση του κατωφλίου της τελευταίας κλάσης του χάρτη (από 46 σε 44%), οδήγησαν στην είσοδό τους στην κατηγορία αυτή. βλέπε τον πίνακα που αφορά τους κυριότερους περιφερειακούς δείκτες.

Ο πληθυσμός με μέσο μορφωτικό επίπεδο βρίσκεται μάλλον στο κέντρο και στα ανατολικά της Ένωσης, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά μόρφωσης παρατηρούνται στις σκανδιναβικές χώρες, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία και στη Μπενελούξ, όπως και στο Παρίσι, τη Μαδρίτη και τη Χώρα των Βάσκων.

1.3.3. Κοινωνία της γνώσης - συνεχίζονται οι σημαντικές ανισότητες

Ο ανθρώπινος παράγων θα είναι ασφαλώς αποφασιστικός για την κάλυψη των καθυστερήσεων των περιφερειών της Ένωσης που είναι λιγότερο ανεπτυγμένες. Για το λόγο αυτό η εκπαίδευση και η κατάρτιση αποτελούν δύο σημαντικά θέματα. Πρέπει ιδίως να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι ευρωπαίοι μπορούν να αποκτήσουν τη γνώση και τις δεξιότητες που είναι αναγκαίες για να ζήσουν και να εργαστούν στην κοινωνία της γνώσης και να τις αναβαθμίζουν καθόλη τη διάρκεια της ύπαρξής τους. Αλλά η προπαρασκευή για την κοινωνία της γνώσης πρέπει επίσης να διέλθει από μέτρα που βοηθούν τις περιφέρειες να ενισχύσουν τις τεχνικές υποδομές τους και την ικανότητά τους για καινοτομία και για έρευνα [6].

[6] Στις 3 Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε ένα στρατηγικό έγγραφο σχετικά με την περιφερειακή διάσταση του ευρωπαϊκού χώρου της έρευνας, COM (2001) 549 τελικό. Το έγγραφο αυτό αποσκοπεί να παρακινήσει τις τοπικές ή περιφερειακές αρχές, ιδίως τις αρχές των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών, να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες που προσφέρει ο ευρωπαϊκός χώρος της έρευνας και να ανοίξουν νέες προοπτικές, τόσο για την πολιτική έρευνας όσο και για την περιφερειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το επίπεδο πρόσβασης στο Διαδίκτυο (ποσοστό οικοκυριών που έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο από το σπίτι) τείνει να παραμείνει κατώτερο από 30% στις χώρες συνοχής, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες και οι Κάτω Χώρες βρίσκονται γύρω στο 60% (στοιχεία Flash Ευρωβαρόμετρο 112 του Νοεμβρίου 2001). Τα χρονικά διαστήματα αναβάθμισης σε αυτούς τους τομείς της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών μπορούν να είναι συντομότερα απ'ό,τι για τις κλασικές υποδομές, στον τομέα των μεταφορών ή της ενέργειας. Πρέπει εντούτοις να υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση που να μεταφράζεται σε μια συνεκτική στρατηγική και σε συγκεκριμένα και φιλόδοξα μέτρα, σύμφωνα με τους στόχους του σχεδίου δράσης eEurope 2002 [7].

[7] «eEurope - Κοινωνία πληροφοριών για όλους», ανακοίνωση σχετικά με μια πρωτοβουλία της Επιτροπής για το έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000 (http://europa.eu.int/eeurope).

Ομοίως, το μερίδιο των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη στο ΑΕΠ είναι κατώτερο από 1% στις χώρες του νότου και υπερβαίνει το 3% στις σκανδιναβικές χώρες. Επιβεβαιώνεται ότι ο αριθμός αιτήσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας παρουσιάζει τις ίδιες ανισότητες (κατώτερος από 20 ανά εκατομμύριο κατοίκων στις χώρες συνοχής και ανώτερος από 300 ανά εκατομμύριο κατοίκων στις σκανδιναβικές χώρες).

1.4. Η χωροταξική συνιστώσα της συνοχής

Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή είχε τέλος εξετάσει πολλές πτυχές της χωροταξικής συνιστώσας της συνοχής. Για το θέμα αυτό, η Επιτροπή εκδήλωσε [8] την πρόθεσή της να απαντήσει στα συμπεράσματα της άτυπης συνάντησης των υπουργών στο Tampere [9] συγχρηματοδοτώντας τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου στο πλαίσιο δικτύου για τη χωροταξία (ORATE) στην Ένωση. Το πρόγραμμα αυτό, το οποίο αναμένεται να εγκριθεί προσεχώς, θα παράσχει χρήσιμες γνώσεις για την προώθηση της αρμονικής ανάπτυξης της Ένωσης και για τη διευκρίνιση της έννοιας της χωροταξικής συνοχής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 της Συνθήκης. Η Επιτροπή κρίνει έτσι σκόπιμο να μπορεί το πρόγραμμα ORATE να συγκεντρώσει αποτελέσματα ικανά να χρησιμεύσουν ως βάση για τις προτάσεις που προτίθεται να υποβάλει όσον αφορά τη χωροταξική διάσταση της συνοχής στην τρίτη έκθεση για τη συνοχή.

[8] Δήλωση της Επιτροπής κατά την έγκριση των κατευθύνσεων για την κοινοτική πρωτοβουλία INTERREG III.

[9] Η άτυπη συνάντηση των υπουργών στο Tampere (Οκτώβριος 1999) καθόρισε ένα πρόγραμμα δώδεκα ενεργειών που αποσκοπούν στην πρώτη εφαρμογή του ΣΑΚΧ, το οποίο είχε εγκριθεί από την άτυπη συνάντηση των υπουργών στο Πότσνταμ (Μάιος 1999).

Προς το παρόν, η ενημέρωση των στοιχείων επιβεβαιώνει τις αναλύσεις της δεύτερης έκθεσης, ιδίως την ισχυρότατη χωροταξική συγκέντρωση των δραστηριοτήτων σε ένα τρίγωνο που περιλαμβάνεται μεταξύ North Yorkshire (Ηνωμένο Βασίλειο), Franche-Comtι (Γαλλία) και Αμβούργου (Γερμανία). Επιβεβαιώνονται επίσης τα στοιχεία σχετικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των παραμεθόριων περιφερειών και την ισχυρή αύξηση της βαρύτητάς τους στη διευρυμένη Ένωση καθώς και τη σημασία του κοινοτικού εδάφους που καλύπτεται από ορεινές περιοχές, από παράκτιες και παραθαλάσσιες περιφέρειες, από νησιά και αρχιπελάγη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή εκπονεί τη στιγμή αυτή ορισμένες μελέτες σχετικές με τις περιοχές που πάσχουν από σοβαρά γεωγραφικά ή φυσικά μειονεκτήματα. Έτσι, έχει ήδη αναθέσει δύο μελέτες, την πρώτη για τις νησιωτικές περιφέρειες [10] (συμπεριλαμβανομένων των ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιφερειών), τη δεύτερη για τις ορεινές περιοχές [11] (συμπεριλαμβανομένων των αρκτικών περιοχών). Προβλέπεται επίσης να επεκταθεί το πεδίο της μελέτης για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση στις αστικές περιοχές της Ένωσης, η οποία είχε οδηγήσει σε μια πρώτη δημοσίευση το έτος 2000.

[10] Οι νησιωτικές περιφέρειες ορίζονται ως έκταση γης τουλάχιστον 1 km , κατοικούμενη διαρκώς από στατιστικά σημαντικό πληθυσμό (τουλάχιστον 50 κατοίκους), η οποία δεν συνδέεται με την ηπειρωτική χώρα με μόνιμες κατασκευές, χωρίζεται από την ευρωπαϊκή ήπειρο από απόσταση τουλάχιστον 1 km και δεν περιλαμβάνει μία από τις πρωτεύουσες ενός κράτους μέλους.

[11] Η μελέτη προβλέπει συμπληρωματική εργασία βελτίωσης ή ενημέρωσης του ορισμού των κριτηρίων για την οριοθέτηση των περιοχών αυτών.

Οι μελέτες αυτές έχουν στόχο εν πρώτοις να αποτελέσουν μια ειδική βάση δεδομένων για τις περιοχές αυτές, συγκεντρώνοντας το σύνολο των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων σε διάφορα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό) σχετικά με τα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης των περιοχών αυτών (δείκτες κοινωνικοοικονομικοί, περιβαλλοντικοί, δημογραφικοί κλπ.).

Επιπλέον, η βάση αυτή θα επιτρέψει να πραγματοποιηθεί αντικειμενική διάγνωση της κατάστασης των περιφερειών αυτών, με βαθμολόγηση και αξιολόγηση των μειονεκτημάτων τους, περιγραφή των ιδιαίτερων αναγκών τους και ανάλυση των ενεργειών και των πολιτικών που έχουν καταρτιστεί από τα κράτη μέλη και από την Ένωση με σκοπό την καταπολέμηση των ενδεχόμενων αναπτυξιακών καθυστερήσεών τους.

Οι περιοχές που πάσχουν από σοβαρά γεωγραφικά ή φυσικά μειονεκτήματα

Οι νησιωτικές περιοχές της Ένωσης παρουσιάζουν άκρα ποικιλομορφία, ως προς τον πληθυσμό τους, την έκτασή τους, το επίπεδο αυτονομίας τους αλλά και το βιοτικό τους επίπεδο - με κατά κεφαλή ΑΕΠ που κυμαίνεται από 45 έως 110% του κοινοτικού μέσου όρου. Τρεις εξωγενείς παράγοντες - το θαλάσσιο περιβάλλον, οι διαστάσεις της νήσου και η απόσταση από άλλα τμήματα ξηράς - δημιουργούν μία ολόκληρη αλυσίδα αιτίων που περιορίζουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μιας νήσου. Η ανάπτυξη αυτή είναι ακόμη περισσότερο άνιση μεταξύ των νήσων καθόσον αυτές είναι εκ φύσεως ανομοιογενείς, ορισμένες δε συγκεντρώνουν διπλό ή και τριπλό μειονέκτημα (νησιωτικές, ορεινές και αραιοκατοικημένες περιοχές).

Η ανάλυση των κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων για τις πέντε νήσους οδηγούς της μελέτης - Bornholm (DK), Κρήτη (EL), Βαλεαρίδες (E), Αζόρες (P) και Western-Isles (UK) - αποκαλύπτει εντούτοις επαναλαμβανόμενες προτεραιότητες:

- ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών, ουσιώδη για την καταπολέμηση της απομόνωσης και των κινδύνων που συνδέονται με αυτή (ειδικά προγράμματα στη Δανία και στην Κρήτη).

- προώθηση καθαρών μορφών ενέργειας (Δανία, Κρήτη, Αζόρες) ή/και σύνδεση των νήσων με την ηπειρωτική χώρα με υποβρύχιο ηλεκτρικό καλώδιο (Ελλάδα), για να επιλυθούν τα προβλήματα εφοδιασμού σε ενέργεια.

- αποτελεσματική διαχείριση των απορριμμάτων, της οποίας ο πολύπλοκος χαρακτήρας συμβαδίζει με το μικρό μέγεθος και την οικολογική ευπάθεια των νήσων. Ένα πρόγραμμα χρηματοδοτικών ενισχύσεων για την εφαρμογή «οικολογικών» λύσεων προβλέπεται στο πλαίσιο του «νόμου για την ενίσχυση των νήσων» της Δανίας.

- επαρκή υδροδότηση με πόσιμο νερό, πρόβλημα ειδικό των μεσογειακών νήσων και των ιδιαίτερα απομακρυσμένων περιφερειών. Οι Βαλεαρίδες επέλεξαν την αφαλάτωση του θαλάσσιου ύδατος.

- οικονομική διαφοροποίηση, αναγκαία για τη ζωογόνηση της νησιωτικής ανάπτυξης προς άλλους τομείς δραστηριοτήτων εκτός από την αλιεία και τον τουρισμό.

Τα έργα που αναπτύσσονται στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων στηρίζονται στην ύπαρξη στερεών τοπικών συνδέσμων.

1.5. Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες σε μια Ένωση με 25 μέλη

Βάσει του σημερινού κεκτημένου, ο κατάλογος των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών για την προσεχή περίοδο προγραμματισμού θα αποφασιστεί με αναφορά στο μέσο όρο των κρατών που θα είναι μέλη τη στιγμή που θα ληφθεί η απόφαση. Τα μελλοντικά έγγραφα προγραμματισμού θα μπορούν έτσι να εγκριθούν πριν από την έναρξη της επόμενης περιόδου προγραμματισμού.

Η Επιτροπή ακόμη δεν διαθέτει βεβαίως στατιστικές που θα χρησιμοποιηθούν για την κατάρτιση του εν λόγω καταλόγου, αλλά είναι δυνατόν να εξεταστεί η κατάσταση με βάση τα πλέον πρόσφατα δεδομένα (χάρτης 11 - Περιφέρειες με κατά κεφαλή ΑΕΠ μικρότερο από το 75% του μέσου όρου (1997-98-99).

Με βάση την υπόθεση μιας Ένωσης αποτελούμενης από 25 κράτη μέλη και ενόψει των στοιχείων των τριών τελευταίων διαθέσιμων ετών (1997-1998-1999), οι περιφέρειες των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι κατώτερο από το κατώφλι του κεκτημένου, δηλαδή 75% του κοινοτικού μέσου όρου, αντιστοιχούσαν σε 115 εκατομμύρια κατοίκους, ήτοι το 25% του συνολικού πληθυσμού. Μεταξύ αυτών, τέσσερις πολίτες στους δέκα βρίσκονται ακόμη στις περιφέρειες των δεκαπέντε σημερινών κρατών μελών. οι υπόλοιποι έξι ανήκουν στις υποψήφιες χώρες, γεγονός που αποδεικνύει τη βαθιά γεωγραφική αναδιοργάνωση των ανισοτήτων μετά τη διεύρυνση.

Οι περιφέρειες που σήμερα επωφελούνται από το στόχο 1 και που θα βρίσκονταν, μετά τη διεύρυνση, πιο πάνω από το κατώφλι του 75%, αντιπροσωπεύουν 37 εκατομμύρια κατοίκους. Για τα δύο τρίτα περίπου του πληθυσμού των περιφερειών αυτών, η κατάσταση αυτή θα προέκυπτε από το αυτόματο αποτέλεσμα της αποβολής τους λόγω της μείωσης του κοινοτικού μέσου όρου κατά περίπου 13%. Το τελευταίο ένα τρίτο βρίσκεται ήδη άνω του κατωφλίου του 75%, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διεύρυνση, γεγονός που προβάλλει ανάγλυφα την πραγματική σύγκλιση ορισμένων περιφερειών των δεκαπέντε (χάρτης 11 - Περιφέρειες με κατά κεφαλή ΑΕΠ μικρότερο από το 75% του μέσου όρου (1997-98-99) και πίνακας 5 - Συνοπτικές στατιστικές για τις περιφέρειες με κατά κεφαλή ΑΕΠ μικρότερο από το 75% εκείνου της ΕΕ).

Οι αποκλίσεις μεταξύ των πλέον εύπορων και των λιγότερο εύπορων περιφερειών θα ήσαν προφανώς λιγότερο έντονες σε μια Ένωση με 25 μέλη απ'ό,τι σε μια Ένωση με 27 μέλη. Έτσι, το 10% των πλέον ανεπτυγμένων περιφερειών θα είχε κατά κεφαλήν ΑΕΠ ίσο με το 170% του κοινοτικού μέσου όρου, ενώ το 10% των λιγότερο εύπορων περιφερειών θα βρισκόταν γύρω στο 38%. Η σχέση μεταξύ των δύο ομάδων θα ήταν επομένως 4,5 (5,8 σε μια Ένωση με 27 μέλη) (πίνακας 6 - Οι πλέον εύπορες και οι λιγότερο εύπορες περιφέρειες).

Λιγότερο έντονες ανισότητες με 25 μέλη απ'ό,τι με 27

Οι βουλγαρικές και ρουμανικές περιφέρειες, οι οποίες αποτελούν την πλειονότητα των λιγότερο εύπορων περιφερειών σε μια Ένωση με 27 μέλη, θα παραχωρούσαν τη θέση τους σε μια Ένωση με 25 μέλη κυρίως σε πολωνικές και ουγγρικές περιφέρειες. Εξάλλου, η λιγότερο ανεπτυγμένη περιφέρεια της σημερινής Ένωσης (Ήπειρος, Ελλάδα) δεν θα περιλαμβανόταν πλέον στον κατάλογο του 10% των λιγότερο εύπορων περιφερειών της Ένωσης με 25 μέλη (πίνακες 7α και β - Κατάλογοι των περισσότερο εύπορων και των λιγότερο εύπορων περιφερειών).

2. Μέρος II: Πρώτος απολογισμός των συζητήσεων για το μέλλον της πολιτικής συνοχής

2.1. Οι συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή και στα θεσμικά όργανα

Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 31 Ιανουαρίου 2001 «παρουσιάζει μια σειρά συμπερασμάτων και συστάσεων, με σκοπό να αρχίσει ο διάλογος σχετικά με το μέλλον της πολιτικής συνοχής μετά το 2006, στο πλαίσιο της διευρυμένης Ένωσης».

Η συζήτηση αυτή έχει ήδη αρχίσει στο επίπεδο των κοινοτικών οργάνων, των κρατών μελών, των περιφερειών και των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων. Οι θέσεις πολλών από αυτούς έχουν διαβιβαστεί επίσημα στην Επιτροπή και η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή παρουσιάστηκε σε πολλές συναντήσεις, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις περιφέρειες.

2.1.1. Το δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή

Το Φόρουμ αυτό, το οποίο διοργανώθηκε στις 20 και 21 Μαΐου 2001, σημείωσε την έναρξη των συζητήσεων για το θέμα της συνοχής. Συγκέντρωσε περισσότερους από 1800 πολιτικούς υπευθύνους από όλη την Ευρώπη, οι οποίοι συμμετέχουν στο σχεδιασμό και την εφαρμογή των διαρθρωτικών πολιτικών που αποβλέπουν στην επίλυση των περιφερειακών και κοινωνικών προβλημάτων στην Ένωση.

Στην εισαγωγή του, ο Πρόεδρος της Επιτροπής, κ. Prodi, υπογράμμισε τη σημασία της «αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, των κρατών και των περιφερειών της Ευρώπης». Η πολιτική συνοχής θεμελιώνεται επάνω σε αυτή τη βασική αρχή. Είναι ένα «απαραίτητο όργανο για την επίτευξη της ενσωμάτωσης των περιφερειών και των πολιτών» στη διευρυμένη Ένωση του αύριο, κατά το μέτρο που μειώνει τις αποκλίσεις στον πλούτο και στις ευκαιρίες και επιτρέπει την προώθηση ουσιαστικής οικονομικής σύγκλισης.

Πράγματι, το Φόρουμ επέτρεψε να λάβουν για πρώτη φορά θέση δημοσίως οι υπεύθυνοι των κρατών μελών, των υποψηφίων χωρών - των οποίων αυτή υπήρξε η πρώτη συμμετοχή σε μια τέτοια εκδήλωση, υπό ίσους όρους με τα κράτη μέλη της Ένωσης - και των περιφερειών στην προοπτική της μελλοντικής πολιτικής συνοχής. Τα πρακτικά του Φόρουμ [12] δημοσιεύτηκαν στις αρχές του 2002.

[12] Διαθέσιμα στο Inforegio http://www.inforegio.cec.eu.int/temporum/forcom_fr.htm

Οι παρεμβάσεις καθώς και τα θέματα που εθίγησαν επέτρεψαν να διαπιστωθεί ότι:

α. Με τη διεύρυνση της Ένωσης, τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες αισθάνονται εντονότερη ανάγκη για την πολιτική συνοχής [13]:

[13] Σύνθεση του Φόρουμ, η οποία παρουσιάστηκε από τον κ. Barnier.

Υπάρχει ομοφωνία ως προς τη διαπίστωση της αύξησης των ανισοτήτων, η οποία συνδέεται με τη διεύρυνση, και ως προς την ενίσχυση της προσπάθειας συνοχής που πρέπει να προκύψει από αυτή. Όπως υπενθύμισαν πολλοί από τους συμμετέχοντες, η πολιτική συνοχής δεν ωφελεί αποκλειστικά τις περιφέρειες που λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή, αλλά και όλες τις άλλες, κατά το μέτρο που τονώνει τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών και ενισχύει τη συνολική ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, και άρα τις ευκαιρίες για μια βιώσιμη ανάπτυξη.

Η πολιτική συνοχής είναι έτσι η έκφραση της αλληλεγγύης της Ένωσης, η οποία δεν αποτελεί απλώς μια μεγάλη αγορά, αλλά οφείλει επίσης να διαφυλάξει ένα ιδιαίτερο κοινωνικό υπόδειγμα. Για το λόγο αυτό η σύνθεση των εργασιών του Φόρουμ σημείωσε ότι «η προσπάθεια διάθεσης του 0,45% του ΑΕΠ της Ένωσης αποτελεί ένα κατώτατο όριο, κάτω του οποίου η αξιοπιστία της μελλοντικής πολιτικής συνοχής θα τεθεί υπό αμφισβήτηση».

Τέλος, η συνοχή δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στη διαρθρωτική πολιτική. Οι λοιπές κοινοτικές πολιτικές, και ιδίως η γεωργική πολιτική και η πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, όπως και οι πολιτικές του περιβάλλοντος και των μεταφορών, οφείλουν να συμβάλουν πιο αποτελεσματικά.

β. Η Ένωση έχει ανάγκη μια πολιτική συνοχής που να απευθύνεται σε τρεις κατηγορίες περιφερειών και διαρθρωτικών προβλημάτων [14]:

[14] Σύνθεση του Φόρουμ, η οποία παρουσιάστηκε από τον κ. Barnier.

- τις περιφέρειες με μεγάλη αναπτυξιακή καθυστέρηση, οι οποίες βρίσκονται στην πλειονότητά τους, αλλά όχι αποκλειστικά στις υποψήφιες χώρες. Οι εκπρόσωποί τους ζήτησαν στη διάρκεια του Φόρουμ μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά τα ποσοστά συγχρηματοδότησης και εξέφρασαν τη βούλησή τους να τηρήσουν τη δημοσιονομική συνυπευθυνότητα, καθώς και την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα απορρόφησης των κοινοτικών πιστώσεων, ακόμη και πέραν του σημερινού ανωτάτου ορίου 4% του εθνικού ΑΕΠ. Θα πρέπει να καθοριστεί, σε μια μεταβατική φάση, η ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ περιφερειοποίησης και πραγματικής ικανότητας διαχείρισης με αποκεντρωμένο τρόπο, ώστε να εξασφαλισθεί η απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων.

- οι περιφέρειες των δεκαπέντε οι οποίες δεν έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης αποτελούν τη δεύτερη ομάδα. Θα πρέπει, την κατάλληλη στιγμή, να βρεθεί μια δίκαιη μεταχείριση για τις περιφέρειες αυτές.

- και άλλες περιφέρειες αντιμετωπίζουν επίσης σοβαρές διαρθρωτικές δυσχέρειες, ιδίως οι αστικές περιοχές, οι αγροτικές περιοχές που εξαρτώνται ακόμη πολύ από τη γεωργία και οι ορεινές, νησιωτικές ή άλλες περιοχές, οι οποίες πάσχουν από φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα. σε αυτήν την τρίτη ομάδα περιλαμβάνονται επίσης οι περιοχές που πλήττονται από τη βιομηχανική ανασυγκρότηση ή αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στον τομέα των υπηρεσιών.

Η πολιτική συνοχής πρέπει επίσης να υλοποιήσει τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους που έχει ορίσει η Κοινότητα και να προωθήσει την επίτευξή τους. Υπάρχει ήδη προφανής συσχέτιση μεταξύ των στρατηγικών στόχων που έχουν υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και της συνδρομής που χορηγείται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία. Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων από την άποψη αυτή πρέπει να αναφερθεί η αύξηση του αριθμού των θέσεων απασχόλησης και η βελτίωση της ποιότητάς τους, η καταπολέμηση του αποκλεισμού και η συνέχιση των προσπαθειών για την ανάπτυξη της κοινωνίας της πληροφορίας. Το Φόρουμ ενέκρινε συνολικά αυτές τις τέσσερις οριζόντιες προτεραιότητες, των οποίων η τήρηση δικαιολογείται σε όλες τις περιφέρειες της Ένωσης και των υποψηφίων χωρών. Εντούτοις, ορισμένες από τις εν λόγω προτεραιότητες μπορεί να απαιτήσουν συντονισμένη δράση σε εθνικό επίπεδο και στο επίπεδο της Ένωσης, με σκοπό τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη λειτουργία των Διαρθρωτικών Ταμείων, για παράδειγμα για την κατάρτιση του πλαισίου εντός του οποίου λειτουργούν η εκπαίδευση και η κατάρτιση σε ένα κράτος μέλος. [15]

[15] Παρέμβαση της κας Άννας Διαμαντοπούλου στο Φόρουμ.

γ. Οι προσδοκίες των περιφερειών και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης για μια πραγματική εταιρική σχέση είναι ισχυρές [16]:

[16] Σύνθεση του Φόρουμ, η οποία παρουσιάστηκε από τον κ. Barnier.

Οι περιφερειακοί παράγοντες θεωρούν ότι πρέπει να προχωρήσει περισσότερο η αποκέντρωση και η διευκρίνιση των ρόλων, ιδίως μεταξύ των κρατών και των περιφερειών, ώστε η εταιρική σχέση να μην περιορίζεται μόνο στο εθνικό επίπεδο. Μια αποτελεσματική εταιρική σχέση, στην οποία συμμετέχουν ο ιδιωτικός τομέας, ερευνητικά ιδρύματα, δημόσιες αρχές, κοινωνικοί εταίροι και άλλοι φορείς της τοπικής ζωής, είναι το κλειδί για μια επιτυχημένη στρατηγική περιφερειακής ανάπτυξης.

Διατυπώθηκαν πολυάριθμες προτάσεις, οι οποίες παρότρυναν την Επιτροπή να προσέχει περισσότερο όχι μόνο τις περιφερειακές και τοπικές πρωτοβουλίες, αλλά και εκείνες που αποσκοπούν στην αυξημένη διασυνοριακή συνεργασία (μεγάλες ζώνες γεωγραφικής συνεργασίας) σε υπερεθνικό και διαπεριφερειακό επίπεδο.

Η Ένωση έχει εισέλθει στην εποχή της κοινωνίας της γνώσης, αλλά με διαφορετικό τρόπο για κάθε περιφέρεια. Η πολιτική συνοχής πρέπει επομένως να ευνοήσει τη δικτύωση των παραγόντων της περιφερειακής ανάπτυξης και να αποφύγει τη δημιουργία ενός ρήγματος, ιδίως ψηφιακού, με τις πλέον μειονεκτούσες ομάδες της κοινωνίας μας.

Η απαίτηση για διαφάνεια και αποτελεσματικότητα ενθαρρύνει την Επιτροπή να ορίσει καλύτερα την κατανομή των αρμοδιοτήτων, αλλά και να επικεντρωθεί μόνο στις ενέργειες που θα προσφέρουν υψηλή κοινοτική προστιθέμενη αξία. Αυτό θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός ισχυρότερου δεσμού μεταξύ των κονδυλίων που χορηγεί η Ένωση, της προστιθέμενης αξίας των κοινοτικών ενεργειών και των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται. Το σύνολο των παρεμβάσεων που έγιναν στο Φόρουμ εκφράζει ένα μήνυμα εμπιστοσύνης στην Επιτροπή.

Σε συνδυασμό με το Φόρουμ, στις 26 Μαρτίου 2001 οργανώθηκε μια «συζήτηση» στο Διαδίκτυο [17] και ένα Φόρουμ συζήτησης άρχισε να λειτουργεί ήδη από το Μάρτιο 2001 στο δικτυακό τόπο της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής [18].

[17] Πρακτικά: http://www.inforegio.cec.eu.int/temporum/chat_fr.htm

[18] http://www.inforegio.cec.eu.int/temporum/orum_fr.cfm

2.1.2. Σε επίπεδο θεσμικών οργάνων

Η ομάδα εργασίας του Συμβουλίου για τις διαρθρωτικές ενέργειες συνεδρίασε επανειλημμένα υπό τη σουηδική προεδρία, ενώ η άτυπη συνάντηση των υπουργών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 13 και 14 Ιουλίου 2001 στο Namur με πρωτοβουλία της βελγικής προεδρίας, εστίασε τους προβληματισμούς της στην «πρόκληση της οικονομικής, κοινωνικής και χωροταξικής συνοχής στην προοπτική της διεύρυνσης.»

Πολλοί συμμετέχοντες χαιρέτισαν την πρώιμη έναρξη του διαλόγου αυτού και το ενδιαφέρον όπως και την ποιότητα των στοιχείων που περιέχονται στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή. Ευρεία ομοφωνία σημειώθηκε ως προς την ανάγκη να διατηρηθεί μια ισχυρή πολιτική συνοχής και ως προς την προτεραιότητα που πρέπει να έχουν οι περιφέρειες με αναπτυξιακή καθυστέρηση, τόσο στις χώρες που θα προσχωρήσουν όσο και στα σημερινά 15 κράτη μέλη.

Αντίθετα, όσον αφορά τις άλλες περιφέρειες, , η συζήτηση αφορούσε κυρίως την επιδίωξη αυξημένης αποτελεσματικότητας, η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη συγκέντρωση των παρεμβάσεων στις ενέργειες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη κοινοτική προστιθέμενη αξία και μέσω των πιθανών συνεργιών με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές.

Εξάλλου, πολλά κράτη μέλη έλαβαν θέση που απευθυνόταν στην Επιτροπή. Πρόκειται ιδίως για το υπόμνημα που απηύθυνε ο πρόεδρος της ισπανικής κυβερνήσεως στην Επιτροπή, καθώς και για τα έγγραφα εργασίας ή τις μελέτες που εκπονήθηκαν με αίτημα υπουργείων των κυβερνήσεων της Λιθουανίας, της Ιταλίας, των Κάτω Χωρών και της Γερμανίας.

Η γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή (έκθεση Musotto) θα εγκριθεί τον Φεβρουάριο 2002. Τέσσερις κοινοβουλευτικές επιτροπές διετύπωσαν γνώμες στην αρμόδια επιτροπή, γεγονός που αποδεικνύει το ενδιαφέρον τους για το θέμα αυτό .

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε μια πρώτη γνωμοδότηση στις 25 Απριλίου 2001, ενόψει του δεύτερου Ευρωπαϊκού Φόρουμ για τη συνοχή. Συμπληρωματικές γνωμοδοτήσεις βρίσκονται στο στάδιο της σύνταξης. Η γνωμοδότηση της ΟΚΕ πραγματεύεται κυρίως το ρόλο της πολιτικής συνοχής και απαντά στις «ερωτήσεις για το διάλογο» που βρίσκονται στο τέλος των «συμπερασμάτων και συστάσεων» της δεύτερης έκθεσης.

Εστιάζοντας τη γνωμοδότησή της στα ζητήματα που εγείρονται στην έκθεση, η ΟΚΕ αναπτύσσει ειδικότερα τις τέσσερις επιλογές που αφορούν τη μεταχείριση των περιφερειών που είναι σήμερα επιλέξιμες για το στόχο 1 και οι οποίες δεν θα είναι πλέον επιλέξιμες σε μια διευρυμένη Ένωση, λόγω της πτώσης του μέσου όρου του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Για το ζήτημα αυτό, αποφαίνεται υπέρ της ανύψωσης του σημερινού κατωφλίου του 75% και της συνέχισης της συγκέντρωσης της κοινοτικής ενίσχυσης στις περιφέρειες αυτές. Η θέση που υιοθέτησε η ΟΚΕ ευνοεί επομένως την τρίτη επιλογή. Η ΟΚΕ συμμερίζεται τη θέση της Επιτροπής ως προς την ανάγκη επαρκών δημοσιονομικών πόρων για την αντιμετώπιση των αναγκών που προκύπτουν από το νέο πλαίσιο, καθώς και σχετικά με τις δέκα κοινοτικές προτεραιότητες που προτείνονται στην έκθεση.

Τέλος, η Επιτροπή των Περιφερειών εξέδωσε επίσης γνωμοδότηση σχετικά με τη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, τον Νοέμβριο 2001. Η ΕτΠ «συμπεραίνει ότι πρέπει να ενισχυθεί η περιφερειακή διάσταση της πολιτικής συνοχής» και ότι η περιφερειακή πολιτική πρέπει να θεωρείται οριζόντια πολιτική με επίπτωση στο σύνολο των δραστηριοτήτων της Ένωσης. Υπογραμμίζει την αναγκαιότητα ισχυρότερης δέσμευσης των κρατών μελών προς όφελος της πολιτικής συνοχής.

Η ΕτΠ εκτιμά ότι «οι περιφέρειες που, χωρίς διεύρυνση, θα ήσαν επιλέξιμες για το στόχο 1 θα πρέπει να διατηρήσουν την επιλεξιμότητά τους στο πλαίσιο μιας διευρυμένης Ένωσης» και ότι καμία περιφέρεια δεν θα έπρεπε να στερηθεί ξαφνικά της συνδρομής των Διαρθρωτικών Ταμείων. Πρέπει να προβλεφθεί, εν πάση περιπτώσει ένα «δίχτυ ασφαλείας ή ένα σύστημα προοδευτικής αποκοπής». Η εφαρμογή των αρχών αυτών, προσθέτει η ΕτΠ, «προϋποθέτει ότι λαμβάνονται υπόψη οι ιδιομορφίες των περιφερειών που πάσχουν από μόνιμα γεωγραφικά μειονεκτήματα: νησιωτικές περιφέρειες, ορεινές περιφέρειες, περιφέρειες με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού και απομακρυσμένες περιφέρειες, όπως γινόταν μέχρι τώρα».

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές πτυχές, η ΕτΠ «απορρίπτει το ανώτατο όριο του 0,45%, το οποίο καθορίστηκε κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου το 1999 για τη χρηματοδότηση των πολιτικών συνοχής».

Τέλος, η ΕτΠ αποφαίνεται υπέρ της «πολυκεντρικής ανάπτυξης του εδάφους της Κοινότητας... που επιτρέπει την αντιμετώπιση των χωροταξικών ανισορροπιών μεταξύ των μεγάλων περιφερειών της Ευρώπης και στο εσωτερικό αυτών».

2.1.3. Οι άλλες συζητήσεις

Το θέμα της μελλοντικής πολιτικής συνοχής στο πλαίσιο της διεύρυνσης αποτέλεσε το βασικό θέμα περισσοτέρων από εκατό σεμιναρίων και συνδιασκέψεων που διοργανώθηκαν στις Βρυξέλλες (με τη συμμετοχή αντιπροσωπειών από τις περιφέρειες) και σε πολλά κράτη μέλη και περιφέρειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το θέμα αποτέλεσε επίσης αντικείμενο συνεδριάσεων με τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους.

Σε ορισμένες περιφέρειες και με την ευκαιρία συσκέψεων που διοργανώθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι συζητήσεις οδήγησαν στην υιοθέτηση γραπτών θέσεων, που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή. Εκπονήθηκαν επίσης μελέτες με θέμα τις συνέπειες της διεύρυνσης για την Ένωση και ειδικότερα για την πολιτική συνοχής. Οι μελέτες παρουσιάζουν τις πρώτες δημοσιονομικές εκτιμήσεις που έγιναν από εμπειρογνώμονες ή κέντρα προβληματισμού, σχετικά με την περίοδο μετά το 2006.

2.2. Τα θέματα που συζητούνται περισσότερο

Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή περιελάμβανε, στο τέλος του τμήματος «συμπεράσματα και συστάσεις», δέκα ερωτήματα με σκοπό να βοηθηθεί η διάρθρωση των συζητήσεων σχετικά με τη μελλοντική πολιτική συνοχής. Εντούτοις, εθίγησαν ευρέως και άλλα θέματα, όπως το θέμα των δημοσιονομικών πόρων. Η παρούσα πρώτη σύνθεση των συνεισφορών που διατυπώθηκαν μέχρι στιγμής πραγματοποιείται και διαρθρώνεται με βάση τα κυριότερα θέματα που συνδέονται με την πολιτική συνοχής.

2.2.1. Προτεραιότητα στην αναπτυξιακή καθυστέρηση

Υπάρχει ομοφωνία ως προς τη διαπίστωση της επιδείνωσης των περιφερειακών ανισοτήτων και, κατά συνέπεια, των αυξημένων αναγκών στον τομέα της συνοχής μετά τη διεύρυνση. Το ίδιο ισχύει ως προς την αναγνώριση της σημασίας της κοινοτικής δράσης υπέρ των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών της σημερινής Ένωσης και των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες περιφέρειες των υποψηφίων χωρών [19]. Η συζήτηση αφορά επομένως περισσότερο το θέμα, μέχρι πού πρέπει να φθάσει ο ορισμός των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών και ποια κριτήρια πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον ορισμό τους.

[19] Βλέπε ιδίως τη σύνθεση της Προεδρίας στην άτυπη συνάντηση των υπουργών (Namur, 13 και 14 Ιουλίου 2001) και τις γνωμοδοτήσεις των θεσμικών οργάνων σχετικά με τη δεύτερη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή.

Η χρηματοδοτική στήριξη των λιγότερο προηγμένων περιφερειών της Ένωσης, και κατόπιν των περιφερειών των χωρών που θα ενταχθούν σε αυτή, πρέπει να συμβαδίζει με τον ορισμό του περιεχομένου της πολιτικής συνοχής. Η Ένωση πρέπει να παράσχει τη στήριξή της στους παράγοντες που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας και συμβάλλουν στη μείωση των βαθειών ανισορροπιών που επηρεάζουν το έδαφος. Αυτό είναι ουσιώδες για να εξασφαλιστεί πως τα κονδύλια θα χρησιμοποιηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλλουν στη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη των ενδιαφερομένων περιφερειών. Το κεντρικό στοιχείο της πολιτικής συνοχής «πρέπει επομένως να αποτελείται από διαρθρωτικούς παράγοντες που βελτιώνουν το πλαίσιο και επιτρέπουν την ανάπτυξη των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών... Η πολιτική συνοχής επιτυγχάνει τα καλύτερα αποτελέσματά της, όταν αποσκοπεί στην ποιότητα των παρεμβάσεων και στην ποιότητα της ανάπτυξης που κατορθώνει να πραγματώσει». [20]

[20] Παρέμβαση στο δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή του προέδρου του Υπουργικού Συμβουλίου της Ιταλίας κ. Giuliano Amato.

Οι περιφερειακές μεταφορές πόρων πρέπει να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο μιας συνεκτικής αναπτυξιακής στρατηγικής, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής ανάπτυξης και σταθερότητας, στηριζόμενης στην ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, σε υγιείς μακροοικονομικές πολιτικές και στην ενεργό στήριξη όλων των ενδιαφερομένων ομάδων συμφερόντων, και ιδίως των κοινωνικών εταίρων [21].

[21] Βλέπε ιδίως τα συμπεράσματα του δεύτερου Ευρωπαϊκού Φόρουμ για τη συνοχή.

Το ζήτημα της προσαρμογής των στόχων της πολιτικής συνοχής στις εντονότερες περιφερειακές ανισότητες που θα εμφανιστούν στη διευρυμένη Ένωση, καθώς και στις νέες πραγματικότητες της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, έχει τεθεί επανειλημμένα. Πολλές συνεισφορές φαίνεται πράγματι να υποδεικνύουν ότι οι σημερινοί τομείς παρέμβασης ενδεχομένως δεν θα είναι κατάλληλοι, όταν θα πρόκειται για την αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων οικονομικής μετάβασης και κάλυψης της υστέρησης των υποψηφίων χωρών [22].

[22] Βλέπε, για παράδειγμα, το υπόμνημα Eurada, Απάντηση στα δέκα ερωτήματα της δεύτερης έκθεσης για την οικονομική και κοινωνική συνοχή: «η προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία στις περιφέρειες των υπό προσχώρηση χωρών προσφέρεται καθεστώς στόχου 1 χωρίς προηγούμενη εξέταση της καταλληλότητας της έννοιας αυτής σε περιφέρειες της τυπολογίας και του βαθμού οικονομικής ανάπτυξης που συναντάται στις χώρες αυτές, φαίνεται να στερείται φιλοδοξίας».

2.2.2. Περιφερειακή ή εθνική προσέγγιση

Ορισμένες μελέτες συνιστούν μια προσέγγιση εθνική παρά περιφερειακή, τόσο όσον αφορά την επιλεξιμότητα των υποψηφίων χωρών για το στόχο 1 όσο και για την αναπτυξιακή στρατηγική που πρέπει να ακολουθείται, την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων ή την ενδεχόμενη δημιουργία πολιτικών και διοικητικών δομών στις περιφέρειες [23].

[23] Μελέτη του γερμανικού ινστιτούτου D.I.W., Deutsches Institut fόr Wirschaftsforchung «Reformbedarf bei den EU-Politiken in Zuge der Osterweiterung», Βερολίνο και Gφttingen, Μάιος 2001. Μελέτη IBO, «The financing of the EU structural policy in the context of the enlargement of the EU», Σεπτέμβριος 2001.

Ορισμένα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ μιας εθνικής προσέγγισης που θα είχε για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την οργάνωση της εφαρμογής των παρεμβάσεων στο περιφερειακό επίπεδο και σε τοπική κλίμακα στη χώρα. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε έτσι να δώσει τη δυνατότητα στους αναπτυξιακούς πόλους, εν γένει ευπορότερους, στα κράτη μέλη, να καλυφθούν από ευρωπαϊκά προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης ικανά να έχουν σχεδόν παντού σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης οικονομίας στο σύνολό της.

Συνδυαζόμενες με μια φιλόδοξη εταιρική σχέση, οι περιφερειακές ή τοπικές προσεγγίσεις προσφέρουν άλλωστε μεγαλύτερη ευκαμψία και είναι καλύτερες σε θέση να ανταποκριθούν στις επιτόπιες ανάγκες και να ενθαρρύνουν την καινοτομία. Στις υποψήφιες χώρες, η δημιουργία περιφερειακών και τοπικών πολιτικών δομών μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, παρακινώντας τους πολίτες να συμμετέχουν ενεργά στη λειτουργία των νεαρών δημοκρατιών τους. Ορισμένες συνεισφορές χαιρέτισαν επίσης τη θεσμική σημασία των περιφερειακών οργανισμών διασυνοριακής, διαπεριφερειακής και υπερεθνικής συνεργασίας που δημιουργούνται στο πλαίσιο της λειτουργίας των Διαρθρωτικών Ταμείων.

Εξάλλου, η εθνική προσέγγιση προϋποθέτει τη χρήση ενός κριτηρίου επιλεξιμότητας το οποίο φαίνεται δύσκολο να συμβιβαστεί τόσο με το κείμενο της Συνθήκης [24], όσο και με το κοινοτικό κεκτημένο που απορρέει από αυτή. Θα επρόκειτο για μεταχείριση διαφορετική από εκείνη που εφαρμόστηκε μέχρι τώρα στα σημερινά κράτη μέλη, για τα οποία τα ίδια επιχειρήματα σχετικά με την εθνική ευημερία είχαν ενίοτε υποστηριχθεί στο παρελθόν [25].

[24] Το άρθρο 158 της Συνθήκης προβλέπει ότι με σκοπό την «ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής, η Κοινότητα αποσκοπεί στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων».

[25] Παρέμβαση στο δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή της Υπουργού Προγραμματισμού της Πορτογαλίας, κας Elisa Ferreira: «το γενικό επίπεδο της πορτογαλικής εθνικής ευημερίας απαιτεί ακόμη τη σημαντική στήριξη της Ευρώπης».

Οι υπέρμαχοι της εθνικής προσέγγισης αποφαίνονται τέλος κατά της «τεχνητής» δημιουργίας περιφερειών στις υποψήφιες χώρες, τις οποίες κατ'αυτούς επιχειρούν να εφαρμόσουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής [26]. Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι η Επιτροπή δεν επιβάλλει τη δημιουργία περιφερειών. Θεωρεί άλλωστε ότι πολλές από τις υποψήφιες χώρες, όπως οι χώρες της Βαλτικής, η Σλοβενία, η Κύπρος και η Μάλτα, δεν έχουν επαρκές μέγεθος που να δικαιολογεί τη δημιουργία περισσότερων εδαφικών ενοτήτων του επιπέδου NUTS II. Μεταξύ των άλλων υποψηφίων χωρών, η καθιέρωση εδαφικών ενοτήτων με μέγεθος συγκρίσιμο αυτών που υφίστανται στη σημερινή Ένωση δημιούργησε ελάχιστες δυσκολίες.

[26] Έγγραφο εργασίας ESRC, Economic and social research council, Sussex European Institute «Regional Deficit in Eastward Enlargement of the European Union : Top down policies and bottom up reactions», 2001.

2.2.3. Οι αναπτυξιακά καθυστερημένες περιφέρειες στα σημερινά κράτη μέλη

Δεν υπήρξαν προτάσεις να περιοριστούν οι κοινοτικές ενισχύσεις στα νέα κράτη μέλη. Αντίθετα, ακόμη και μεταξύ των υποψήφιων χωρών, παρατηρούνται θέσεις που τείνουν να διατηρήσουν τη διαρθρωτική στήριξη στις περιφέρειες που καλύπτονται από το στόχο 1 στα σημερινά κράτη μέλη [27]. Αν και στην αρχή του διαλόγου ορισμένες παρεμβάσεις έθεταν ακόμη το ζήτημα των δύο κατωφλίων (επιλογή 4 της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή), το τελευταίο αυτό δεν φαίνεται πλέον να συγκεντρώνει στήριξη επί του παρόντος. Ο φόβος μήπως ευνοηθεί η ανάπτυξη δύο διαφορετικών περιφερειακών πολιτικών δεν φαίνεται να είναι άσχετος με αυτή την εξέλιξη των θέσεων [28].

[27] Παρεμβάσεις στο δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή του Πρωθυπουργού της Πολωνίας, κου Buzek και του Υπουργού Περιφερειακής Ανάπτυξης της Τσεχίας, κου Lachnit.

[28] Βλέπε τις δύο παρεμβάσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη υποσημείωση και το non paper της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, Μάιος 2001.

Οι περισσότερες από τις περιφέρειες που είναι σήμερα επιλέξιμες για το στόχο 1 θέτουν φυσικά το ζήτημα της στατιστικής μείωσης του κατωφλίου επιλεξιμότητας λόγω της διεύρυνσης και του κινδύνου απώλειας του καθεστώτος που έχουν και που απορρέει από αυτή, χωρίς ωστόσο να έχουν επιλυθεί τα προβλήματα της πραγματικής σύγκλισης [29].

[29] Υπόμνημα του προέδρου της ισπανικής κυβέρνησης που διαβιβάστηκε στον πρόεδρο κ. Prodi, Απρίλιος 2001. παρέμβαση στο δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή της Υπουργού Προγραμματισμού της Πορτογαλίας κας Elisa Ferreira. άποψη της Ένωσης των Περιφερειών Ανθρακωρυχείων, Νοέμβριος 2001. ψήφισμα της RETI (Ένωση των Ευρωπαϊκών Περιφερειών Βιομηχανικής Τεχνολογίας), Απρίλιος 2001. σχόλια του COPA και του COGECA σχετικά με τη δεύτερη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, Νοέμβριος 2001. θέση της Συνέλευσης της Ουαλλίας, Ιανουάριος 2002.

Πολλές παρεμβάσεις επανήλθαν κατά τις συζητήσεις στο θέμα του Προγράμματος Δράσης 2000 σχετικά με τον περιορισμό των ενισχύσεων μόνο στα κράτη που είναι λιγότερο ανεπτυγμένα από το μέσο όρο της Ένωσης (σε συνδυασμό συχνά με τις θέσεις που ευνοούν την εθνική προσέγγιση) [30].

[30] Βλέπε την υποσημείωση αριθ. 23 ανωτέρω.

Όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας και δημοσιονομικής κατανομής, αν και ορισμένοι επιθυμούν να συμπληρωθεί το κριτήριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ με άλλα κριτήρια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι καμία συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών δεν έχει υποβληθεί μέχρι σήμερα [31].

[31] Εκτός από το υπόμνημα της Ιταλίας για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, Ιούνιος 2001. Θεωρεί ότι στόχος της πολιτικής συνοχής «θα είναι να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των περιφερειών των υποψηφίων χωρών και των σημερινών κρατών μελών, αξιοποιώντας τους ενδογενείς πόρους τους - φυσικούς, πολιτιστικούς και ανθρώπινους πόρους - προωθώντας τις δυνατότητες τοπικής ανάπτυξης». Το υπόμνημα προτείνει «τη χρήση στερεών δεικτών, ικανών να μετρήσουν την υποαπασχόληση των πόρων (όπως το ποσοστό απασχόλησης) ή τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά».

2.2.4. Η στήριξη προς τις άλλες ενδιάμεσες περιφέρειες της σημερινής Ένωσης

Πολλές από τις περιφέρειες που είναι σήμερα δικαιούχες, εκτός στόχου 1, εκφράζουν τη λύπη τους για τη μικρή αναγνώριση που δίνεται στην πείρα τους [32]. Η ανταλλαγή εμπειριών με άλλες περιφέρειες που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, καθώς και τα υπερεθνικά σχέδια, αναφέρονται συχνά ως χρήσιμα στοιχεία από την άποψη αυτή [33].

[32] Θέση της περιφερειακής συνέλευσης του North West England, Μάιος 2001. Φόρουμ για το Μέλλον της Ευρώπης στο Musιe de l'Air et de l'Espace - Le Bourget, το οποίο διοργανώθηκε από τη νομαρχία του Seine-Saint-Denis στις 25 Σεπτεμβρίου 2001.

[33] Περίληψη των συζητήσεων του δευτέρου Ευρωπαϊκού Φόρουμ για τη συνοχή.

Αν και γίνεται ευρέως δεκτό ότι το σημερινό σύστημα «άμεσου καθορισμού περιοχών» το οποίο έχει αποφασιστεί από την Επιτροπή, εκτός στόχου 1, δεν θα έπρεπε να διατηρηθεί, προβάλλονται φόβοι σε σχέση με την ανάθεση αποφασιστικών εξουσιών σχετικά με τις επιλέξιμες περιοχές μόνο στις κεντρικές κυβερνήσεις [34]. Η συνεκτίμηση κοινοτικών κριτηρίων για την οριοθέτηση των επιλέξιμων περιοχών παρουσιάζεται συχνά ως αναγκαία.

[34] Βλέπε ιδίως τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ, Απρίλιος 2001, τη θέση της περιφερειακής συνέλευσης και του αναπτυξιακού οργανισμού της περιφέρειας East of England, τη γνώμη της CRPM (διάσκεψη των απομακρυσμένων και θαλάσσιων περιφερειών της Ευρώπης), πρώτη γνωμοδότηση σχετικά με τη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, Φεβρουάριος 2001. Προς την αντίθετη κατεύθυνση, βλέπε την Ένωση περιοχών ανθρακωρυχείων (η οποία δήλωσε το Νοέμβριο 2001: «η EUR-ACOM είναι υπέρ της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών, μετά από διαβούλευση με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές, για την επιλογή των δικών τους περιοχών του στόχου 2») και RETI (τον Απρίλιο 2001).

Ο διάλογος σχετικά με τον προσδιορισμό των ενεργειών με υψηλή κοινοτική προστιθέμενη αξία, στις οποίες θα έπρεπε να επικεντρωθεί η κοινοτική ενίσχυση, δεν έχει ουσιαστικά πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα. Αυτό εξηγείται αφενός, επειδή ο διάλογος αφορά κυρίως τα θέματα προτεραιότητας. αφετέρου, επειδή οι περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες για το θέμα αυτό περιφέρειες θεωρούν τις κοινοτικές ενισχύσεις ως μια επιπρόσθετη συνεισφορά, της οποίας το ποσό δεν είναι εν γένει επαρκές για την τροποποίηση των οικείων εθνικών ή περιφερειακών προτεραιοτήτων.

2.2.5. Δημοσιονομικοί πόροι για τη μελλοντική πολιτική συνοχής

Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή δεν έθιξε τις δημοσιονομικές συνέπειες της διεύρυνσης για την πολιτική συνοχής. Περιορίστηκε να υπενθυμίσει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου είχε προβλέψει να διατεθεί ποσό ισοδύναμο με το 0,45% του ΑΕΠ της Ένωσης στην πολιτική συνοχής το 2006, όταν θα συμπεριληφθούν οι πόροι που προβλέπονται για τις διαρθρωτικές πολιτικές προς όφελος των υποψηφίων χωρών πριν και μετά τη διεύρυνση.

Ορισμένοι πολιτικοί υπεύθυνοι και ευρωπαϊκές οργανώσεις έχουν ωστόσο δώσει προτεραιότητα στο διάλογο σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες, ενίοτε με σκοπό να αξιολογηθούν οι συνεισφορές των κρατών μελών στον κοινοτικό προϋπολογισμό και ειδικότερα στις διαρθρωτικές δαπάνες [35].

[35] Είναι η περίπτωση ιδίως των μελετών DIW και IFO και των συνεισφορών της CRPM.

Ορισμένες θέσεις θεωρούν ότι οι ανάγκες συνοχής απαιτούν ουσιαστική αύξηση των πόρων πέραν του 0,45%, για να μπορεί η πολιτική συνοχής να επεκταθεί σε περιφέρειες άλλες από εκείνες που θεωρούνται ως οι λιγότερο ανεπτυγμένες [36].

[36] CRPM, «Προς μια νέα περιφερειακή πολιτική», Μάιος 2001, έγγραφο όπου αναγράφεται ότι η κοινοτική προσπάθεια πρέπει να τοποθετείται μεταξύ 0,55 και 0,65% του κοινοτικού ΑΕΠ. Yorkshire and the Humber European strategy board, Νοέμβριος 2001: «το τρέχον όριο για τον προϋπολογισμό συνοχής - 0,45% - είναι ανεπαρκές, με δεδομένη την έκταση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα υπό προσχώρηση κράτη και τα συνεχιζόμενα προβλήματα που υπάρχουν στη σημερινή ΕΕ των 15, τα οποία δεν θα έχουν επιλυθεί έως το 2006». σύνοψη των απόψεων από τις περιφέρειες της ανατολικής Φινλανδίας, Αύγουστος 2001. απάντηση της EUROCITIES στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, Ιούλιος 2001. σημείωμα εργασίας της περιφέρειας Βρετάνης, Απρίλιος 2001.

Σε ορισμένες μελέτες που διαβιβάστηκαν πρόσφατα στην Επιτροπή, οι προτάσεις που παρουσιάζονται αποσκοπούν στην ισχυρή μείωση των διαρθρωτικών δαπανών, κυρίως μέσω της κατάργησης της κοινοτικής στήριξης εκτός των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών και μέσω της εφαρμογής χωρίς εξαίρεση του ανωτάτου ορίου του 4% του εθνικού ΑΕΠ για τις μεταφορές πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής.

2.2.6. Απλούστευση

Ένας από τους στόχους που είχαν εξαγγελθεί με το Πρόγραμμα Δράσης 2000 συνίστατο στην απλούστευση του συστήματος λειτουργίας των Διαρθρωτικών Ταμείων. Η πραγματικότητα δεν φαίνεται να έχει εξελιχθεί επαρκώς προς την κατεύθυνση που είχε εξαγγελθεί. Οι διαφωνίες ως προς το βαθμό λεπτομέρειας των στοιχείων που πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή κατά την περίοδο αυτή της έναρξης του προγραμματισμού, οι απαιτήσεις των «συμπληρωμάτων προγραμματισμού», οι αντιφάσεις μεταξύ των κανονισμών, οι οποίοι ανέθεσαν ένα μέρος της ευθύνης στα κράτη μέλη και η ανάγκη προηγούμενης αποδοχής από τις υπηρεσίες της Επιτροπής επί ποινή δέσμευσης των δημοσιονομικών μεταβιβάσεων αποτελούν μερικά παραδείγματα των θεμάτων που προβλήθηκαν στις συζητήσεις, ιδίως εκ μέρους των κρατών μελών [37].

[37] Η άτυπη συνάντηση των υπουργών στο Namur συζήτησε την κατάσταση του προγραμματισμού και τον απολογισμό των διαπραγματεύσεων σχετικά με το στόχο 1 για την περίοδο 2000-2006: «οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών εξέφρασαν εντούτοις τη βασική ανησυχία τους ως προς τον κίνδυνο να μην επιτευχθεί ο στόχος μεγαλύτερης απλούστευσης συνδεδεμένης με την αποκέντρωση, λόγω της εφαρμογής των κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου από την Επιτροπή».

Υπογραμμίστηκε επανειλημμένα ότι τα κέρδη που αποφέρει η πολιτική συνοχής δεν προκύπτουν αποκλειστικά από τη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται στις πιο αδύναμες περιφέρειες, αλλά συνδέονται επίσης εγγενώς με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τη διαχείριση των μεταβιβάσεων και με τη φύση των προγραμμάτων υλοποίησης. Ειδικότερα, το σύστημα εκτέλεσης των Ταμείων θεωρείται ευρέως ότι συμβάλλει σημαντικά στην ενίσχυση των πολιτικών και των διοικητικών δομών σε όλη την Ένωση, διότι προϋποθέτει [38]:

[38] Βλέπε ιδίως τη σύνθεση των συζητήσεων στο δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή.

- τη διαμόρφωση συνεκτικών προγραμμάτων και έργων με στόχο την επίλυση των προβλημάτων κοινωνικής, περιβαλλοντικής και περιφερειακής φύσεως.

- την πολυετή χρήση των μέσων που είναι αναγκαία για την υλοποίηση αυτών των προγραμμάτων και έργων.

- το σχηματισμό εταιρικών σχέσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

- την αποτελεσματική παρακολούθηση και αξιολόγηση των μέτρων που λαμβάνονται.

Η τεχνική βοήθεια και οι δυνατότητες δημιουργίας δικτύου μεταξύ των διαχειριστών και των δικαιούχων των παρεμβάσεων αποτελούν επίσης ένα στοιχείο της κοινοτικής υπεραξίας33.

2.2.7. Οι σχέσεις με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές

Ένα από τα θέματα που συζητούνται περισσότερο στις περιφέρειες είναι το θέμα της συμβολής των άλλων κοινοτικών πολιτικών στη συνοχή ή και οι ενδεχόμενες θετικές ή αρνητικές συνέπειες ορισμένων πολιτικών στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη [39].

[39] Βλέπε ιδίως τη σύνθεση της Προεδρίας κατά την άτυπη συνάντηση των υπουργών στο Namur, τη γνωμοδότηση της ΟΚΕ, το σχέδιο γνωμοδότησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την πρώτη γνωμοδότηση της CRPM, Φεβρουάριος 2001, καθώς και τα σχόλια του COPA-COGECA που «υπογραμμίζουν τα σημαντικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από τη στήριξη της ΚΓΠ τόσο για τους τομείς που προηγούνται και έπονται στην παραγωγή όσο και για τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη γεωργική παραγωγή, καθώς και το σημαντικό ρόλο της γεωργίας στη διαχείριση της υπαίθρου και του τοπίου, που συμβάλλει ευθέως στην ποιότητα ζωής του ευρωπαϊκού πληθυσμού εν γένει».

Οι πολιτικές που αναφέρονται συχνότερα είναι η Κοινή Γεωργική Πολιτική [40], οι πολιτικές μεταφορών [41] και ενέργειας [42] (ιδίως τα διευρωπαϊκά δίκτυα), ανταγωνισμού (ιδίως ο ρόλος των κρατικών ενισχύσεων [43]), περιβάλλοντος και έρευνας και ανάπτυξης [44]. Γενικά, θεωρείται ότι οι πολιτικές αυτές θα μπορούσαν να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τα περιφερειακά προβλήματα.

[40] Στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, λαμβάνονταν υπόψη τα αποτελέσματα της αναμόρφωσης της ΚΓΠ του 1992 και παρουσιαζόταν η θετική συμβολή της ΚΓΠ στη συνοχή σε εθνικό επίπεδο καθώς και οι επιπτώσεις σε περιφερειακό επίπεδο, οι οποίες εμφάνιζαν περισσότερες αντιθέσεις. Βλέπε επίσης τη μελέτη που εκπονήθηκε με αίτηση της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής «επίπτωση των κοινοτικών πολιτικών στο έδαφος και το κόστος της απουσίας συντονισμού», Ιούνιος 2001, ιδίως τα «συμπεράσματα και συστάσεις».

[41] Η Επιτροπή εξέδωσε στις 12 Σεπτεμβρίου 2001 τη Λευκή Βίβλο «η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών», COM (2001) 370 τελικό, η οποία υπογραμμίζει την ανάγκη καλύτερης συνάρθρωσης μεταξύ των χρηματοδοτικών μέσων όπως το Ταμείο Συνοχής και το κονδύλι του προϋπολογισμού για τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα (σελίδες 58 και 59).

[42] Βλέπε σχετικά την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές», COM (2001) 775 τελικό.

[43] Βλέπε σχετικά τη θέση της UNICE σχετικά με τη δεύτερη έκθεση της Επιτροπής για την οικονομική και κοινωνική συνοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Νοέμβριος 2001: «η UNICE ανανεώνει τη σταθερή στήριξή της στη συνέχιση μιας πολιτικής οικονομικής και κοινωνικής συνοχής... οι ευρωπαϊκές ενισχύσεις (όπως και οι κρατικές ενισχύσεις άλλωστε) που έχουν σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα στις περιφέρειες ή/και χώρες με αναπτυξιακή καθυστέρηση να καλύψουν την καθυστέρησή τους ως προς την τοπική ανταγωνιστικότητα πρέπει να διατηρηθούν για επαρκές χρονικό διάστημα... οι όροι που εγγυώνται τον θεμιτό και μη επιβλαβή ανταγωνισμό πρέπει να ενισχυθούν, ιδίως μέσω της συνεχούς και ενεργού μείωσης των κρατικών ενισχύσεων».

[44] «Η πολιτική συνοχής πρέπει να συντονίζεται με τις προσπάθειες στον τομέα των υποδομών, της έρευνας, της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης των γνώσεων», δήλωση αρχών στο Europaforum βόρειας Σουηδίας, Οκτώβριος 2001.

Όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους, στάθηκε δυνατό να κατανοηθεί καλύτερα η μελλοντική πολιτική συνοχής χάρη στον προσδιορισμό ορισμένων προκλήσεων: η πραγματική κλίμακα των περιφερειακών ανισορροπιών ως προς την αγορά εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη μετά τη διεύρυνση. η πόλωση της αγοράς εργασίας και της κοινωνίας. η ανάγκη για αυξημένες δεξιότητες. η εμμονή των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών. ο αναγκαίος εκσυγχρονισμός των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων λόγω των δημογραφικών εξελίξεων. οι αυξανόμενες πιέσεις που ασκούνται από τα μεταναστευτικά ρεύματα και από την κινητικότητα [45]. Οι πολιτικές στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης αποκτούν καίρια σημασία για τη συνοχή ενόψει της επέλευσης της κοινωνίας της γνώσης.

[45] Ομάδα υψηλού επιπέδου για το μέλλον του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, η οποία προεδρεύεται από την κα Άννα Διαμαντοπούλου, μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Πρέπει να σημειωθεί στο πλαίσιο αυτό ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Gφteborg, τον Ιούνιο 2001, αποφάνθηκε υπέρ μιας στρατηγικής ικανής να συμβιβάσει μακροπρόθεσμα την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη, ανακόπτοντας τις αντίθετες τάσεις (κίνδυνοι για την υγεία, μείωση της βιοποικιλότητας, κορεσμός στις μεταφορές). Αυτό θα επιτρέψει να χαραχθούν καλύτερα τα όρια ενός «νέου» υποδείγματος περιφερειακής ανάπτυξης συμβατού με το στόχο της Ένωσης για την προώθηση μιας ισόρροπης ανάπτυξης.

Για ορισμένες πολιτικές, η επίπτωση στη συνοχή θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη ήδη από τη φάση του σχεδιασμού, για παράδειγμα κατά την ανάλυση των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων [46].

[46] Βλέπε για παράδειγμα τη συμπληρωματική συνεισφορά του CEEP, «Ποια είναι η θέση της κοινωνικής συνοχής στην κοινοτική πολιτική μετά τη Λισσαβόνα;», Μάρτιος 2001 και το υπόμνημα της EURADA.

Η Λευκή Βίβλος για τη διακυβέρνηση που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή [47] θίγει το ζήτημα αυτό και προτείνει να καθιερωθεί μια μέθοδος που να επιτρέπει μεγαλύτερο συντονισμό των κοινοτικών πολιτικών που έχουν επίπτωση στη χωροταξία και στην παρέμβαση των εταίρων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Αξιοσημείωτες προσπάθειες καταβάλλονται επίσης για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης [48].

[47] Βλέπε Λευκή Βίβλο για τη διακυβέρνηση, COM (2001) 428 τελικό της 25ης Ιουλίου 2001. Βλέπε ιδίως το σημείο 3.1 «Μεγαλύτερη συμμετοχή».

[48] Βλέπε Λευκή Βίβλο της Επιτροπής για τη διακυβέρνηση και τις επιπτώσεις της για το περιβάλλον, συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 3 και 4 Δεκεμβρίου 2001.

Τέλος, πολλοί ανησυχούν για τις δυσχέρειες που θα αντιμετωπίσουν οι υποψήφιες χώρες για να τηρήσουν το κοινοτικό κεκτημένο σε όλους αυτούς τους τομείς και διερωτώνται μήπως θα έπρεπε να καθιερωθεί η σαφέστερη συνεκτίμηση της περιφερειακής διάστασης κάθε μίας από τις πολιτικές αυτές.

2.3. Η συνέχεια των συζητήσεων

Η Επιτροπή θα διοργανώσει στη διάρκεια του 2002 σεμινάρια αφιερωμένα στις χωροταξικές και οριζόντιες προτεραιότητες, όπως είχε ήδη εξαγγείλει κατά το δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή.

Οι συζητήσεις δεν θα έχουν ως θέμα ούτε τα γενικά προβλήματα που συνδέονται με την επιλεξιμότητα, ούτε τους δημοσιονομικούς πόρους. Ο στόχος των σεμιναρίων θα είναι να εντοπιστούν, στο εσωτερικό κάθε προτεραιότητας, ενέργειες με υψηλή κοινοτική προστιθέμενη αξία, οι οποίες θα αποτελέσουν στο μέλλον τον τομέα παρέμβασης των Διαρθρωτικών Ταμείων. Τα αποτελέσματα των σεμιναρίων θα αποτελέσουν μια πρώτη συνεισφορά στις μελέτες που θα εκπονηθούν στη συνέχεια για τα ίδια θέματα.

Όσον αφορά τις έξι χωροταξικές προτεραιότητες που αναφέρονται στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, το σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί στο τέλος Μαΐου. Τα θέματα θα συγκεντρωθούν σε ομάδες για να διαρθρωθεί η συζήτηση γύρω από την αναπτυξιακή υστέρηση, την αναδιάρθρωση και την ολοκλήρωση των περιφερειών. Το σεμινάριο αυτό θα ακολουθήσει ένα δεύτερο σχετικά με τις οριζόντιες προτεραιότητες, ιδίως την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη.

Η Επιτροπή προτίθεται επίσης να διοργανώσει, στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2002, ένα σεμινάριο αφιερωμένο στη διαχείριση και την απλούστευση της εφαρμογής των διαρθρωτικών ενεργειών, γύρω από τα ακόλουθα θέματα: σύμπραξη δημόσιου - ιδιωτικού τομέα και χρηματοοικονομική τεχνική, σύστημα προγραμματισμού (συμπεριλαμβανομένου του αριθμού των Ταμείων και της συνεκτικότητας με το Ταμείο Συνοχής και τα υπόλοιπα κοινοτικά χρηματοδοτικά μέσα), τρόπος διαχείρισης, παρακολούθηση, δημοσιονομικός έλεγχος και εταιρική σχέση. Η δεύτερη έκθεση για τη συνοχή διαπίστωσε, πράγματι, ότι το νέο σύστημα εφαρμογής ήταν πολύ πρόσφατο για να μπορεί η Επιτροπή να προβεί στον πρώτο απολογισμό. Το εν λόγω σεμινάριο θα δώσει την ευκαιρία να προχωρήσουμε στην ανάλυση αυτή ενόψει της σύνταξης της επόμενης έκθεσης για τη συνοχή.

Εμπειρογνώμονες και εκπρόσωποι των κρατών μελών, των περισσότερο ενδιαφερομένων περιφερειών και των υποψηφίων χωρών θα προσκληθούν από την Επιτροπή να συμμετάσχουν στα σεμινάρια αυτά.

Υπενθύμιση των τεσσάρων επιλογών της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή για την επιλεξιμότητα των αναπτυξιακά καθυστερημένων περιφερειών και για τη μεταβατική στήριξη

Τα συμπεράσματα και οι συστάσεις της δεύτερης έκθεσης για τη συνοχή [49] συνιστούν ότι «σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, η κοινοτική πολιτική σύγκλισης σε σχέση με τις περιφέρειες που υστερούν θα μπορούσε να πάρει μία από τις εξής τέσσερις μορφές:

[49] Δεύτερη έκθεση για τη συνοχή, COM (2001) 24 τελικό, σελίδα xxxi των συμπερασμάτων και συστάσεων.

1. Να εφαρμοστεί το σημερινό όριο του 75% ανεξάρτητα από τον αριθμό χωρών που θα προσχωρήσουν στην Ένωση. Με την επιλογή αυτή θα αποκλειστούν εκ των πραγμάτων πολλές περιφέρειες της EΕ των 15. Η μελλοντική τους επιλεξιμότητα για ενίσχυση από την EΕ θα εξαρτηθεί από τις προτεραιότητες και τα κριτήρια για την υποστήριξη περιοχών που δεν περιλαμβάνονται στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες.

2. Η ίδια προσέγγιση, με τη διαφορά ότι όλες οι περιφέρειες που υπερβαίνουν το όριο αυτό, αλλά σήμερα είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο του στόχου 1 θα πρέπει να λάβουν προσωρινή ενίσχυση (σταδιακή αποχώρηση), το επίπεδο της οποίας θα είναι τόσο υψηλότερο όσο πιο κοντά βρίσκεται το ΑΕΠ τους στο όριο επιλεξιμότητας. Θα μπορούσαν να προβλεφθούν δύο επίπεδα προσωρινής ενίσχυσης, ένα για τις περιφέρειες που λόγω του βαθμού σύγκλισης στο τέλος της περιόδου 2000-2006 δεν θα μπορούσαν πλέον να θεωρηθούν ως περιφέρειες που υστερούν στην EΕ των 15, και ένα, υψηλότερο, για εκείνες που θα βρίσκονταν κάτω από το όριο του 75% εάν δεν είχε γίνει η διεύρυνση.

3. Το όριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ να τεθεί πιο ψηλά από το 75% του μέσου όρου, σε επίπεδο που να μειώνει ή να αποτρέπει τον αυτόματο αποκλεισμό των περιφερειών αυτών στην EΕ15, απλώς λόγω της μείωσης του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ μετά τη διεύρυνση. Το όριο πρέπει, ωστόσο, να τεθεί σε ύψος που να εξαιρεί τις περιφέρειες που δεν θα ήταν πια επιλέξιμες στο τέλος της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού στην EΕ15 χωρίς τη διεύρυνση.

4. Να καθοριστούν δύο όρια επιλεξιμότητας, ένα για περιφέρειες της EΕ των 15 και ένα για τις υποψήφιες χώρες, που θα οδηγούν εκ των πραγμάτων σε δύο κατηγορίες περιφερειών που υστερούν. Αυτό θα μπορούσε να έχει παρόμοιο αποτέλεσμα από οικονομική άποψη με την προηγούμενη λύση στην περίπτωση που το ύψος της κατά κεφαλήν ενίσχυσης από τα κονδύλια της Ένωσης είναι ανάλογο με την ευημερία της περιφέρειας».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Προετοιμασια της διεύρυνσης έως το τέλος του 2006

Έως το 2006, οι υποψήφιες χώρες θα συμμετέχουν στην περιφερειακή πολιτική και την πολιτική συνοχής με βάση το υφιστάμενο κεκτημένο. Είναι αναγκαίο να υλοποιηθεί αυτή η απαιτητική διοικητική προσαρμογή με προσφυγή σε όλες τις δυνατότητες απλούστευσης που προσφέρονται στο πλαίσιο του υφισταμένου κεκτημένου, γεγονός που περιλαμβάνει τις αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο, το Νοέμβριο 2001, ενημερωτικό σημείωμα που αναφέρει τις αρχές που θα πρέπει να καθοδηγούν τις διαπραγματεύσεις προσχώρησης σχετικά με την περιφερειακή πολιτική. Οι αρχές αυτές πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν ότι το αποτέλεσμα των εν λόγω διαπραγματεύσεων θα παραμείνει ανεξάρτητο από τη συζήτηση για το μέλλον της πολιτικής συνοχής μετά το 2006.

Το ενημερωτικό σημείωμα αναπτύσσει λεπτομερώς τις προσδοκίες της Επιτροπής έναντι των υποψηφίων χωρών ως προς την προετοιμασία του διοικητικού πλαισίου για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μέσων. Εξάλλου, προτείνει κριτήρια για το προσωρινό κλείσιμο του κεφαλαίου αυτού και μια μέθοδο για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των νέων κρατών μελών στους τρεις στόχους των Διαρθρωτικών Ταμείων και στο Ταμείο Συνοχής. Τέλος, προτείνει μια μέθοδο για την αντιμετώπιση του ζητήματος των δημοσιονομικών κατανομών από τα Διαρθρωτικά Ταμεία στα νέα κράτη μέλη, εν αναμονή μιας συνολικής απόφασης σχετικά με το δημοσιονομικό πλαίσιο που προτάθηκε στο Βερολίνο.

Με την υπόθεση ότι η προσχώρηση των νέων κρατών μελών θα πραγματοποιηθεί το 2004, η επιλεξιμότητα των περιφερειών για το στόχο 1 θα καθοριστεί από την Επιτροπή, βάσει των στοιχείων για το κατά κεφαλή ΑΕΠ που αφορούν τα τρία τελευταία διαθέσιμα έτη (επί του παρόντος 1997, 1998 και 1999), τα οποία θα υπολογιστούν με αφετηρία τον μέσο όρο της Ευρώπης των 15 (βλέπε χάρτη 12 και πίνακα 8 - το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των περιφερειών των υποψηφίων χωρών). Η εκπόνηση μιας αναπτυξιακής πολιτικής για τις περιφέρειες αυτές είναι ένα νέο έργο για τις αρχές των υποψηφίων χωρών, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένα μέσα. Η δημιουργία μιας αναπτυξιακής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο και η διοικητική αναβάθμιση αποκτούν επομένως καίρια σημασία. Για το λόγο αυτό, αποτελούν αντικείμενο ειδικής συνδρομής με τη βοήθεια του προγράμματος PHARE.

Στον τομέα αυτό έχει ήδη επιτευχθεί σημαντική πρόοδος, αλλά παραμένουν ακόμη προς επίλυση πολλά προβλήματα στις περισσότερες από τις υποψήφιες χώρες. Εκτός από τον καθορισμό μιας εδαφικής οργάνωσης τύπου NUTS που έχει συμφωνηθεί με την Επιτροπή, πρέπει ακόμη, ειδικότερα, να καθορίσουν οι υποψήφιες χώρες τις αρμοδιότητες όσον αφορά τον προγραμματισμό και τη διαχείριση των Διαρθρωτικών Ταμείων (διυπουργική συνεργασία, διορισμός των αρχών διαχείρισης και πληρωμών, αποσαφήνιση του ρόλου των περιφερειών κλπ.), ενόψει της κατάρτισης των πρώτων εγγράφων προγραμματισμού.

Η πρώτη περίοδος προγραμματισμού θα έχει πολύ μικρή διάρκεια, γεγονός που απαιτεί πολύ πριν από την έναρξή της, σημαντική προετοιμασία και διαρκή κινητοποίηση των αρμοδίων αρχών στις υποψήφιες χώρες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή προετοίμασε συστάσεις και ένα ειδικό «φύλλο πορείας» για την προετοιμασία των υποψηφίων χωρών για τη διαχείριση των Διαρθρωτικών Ταμείων. Οι συστάσεις αυτές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

- δεδομένου ότι είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν οι δομές προγραμματισμού και διαχείρισης των Διαρθρωτικών Ταμείων για την πρώτη και σύντομη περίοδο προγραμματισμού, ο αριθμός των εγγράφων προγραμματισμού πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένος.

- οι σχετικές αρχές (αρχές διαχείρισης και πληρωμών) καθώς και η περιγραφή των καθηκόντων που θα ανατεθούν σε άλλους οργανισμούς (ενώ η ευθύνη έναντι της Επιτροπής θα παραμείνει στο επίπεδο των κεντρικών αρχών) πρέπει να ορισθούν ήδη από τώρα.

- κάθε υποψήφια χώρα καλείται να διαβιβάσει στην Επιτροπή, πριν από την υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης, ένα σχέδιο (ή προσχέδιο Ενιαίου Εγγράφου Προγραμματισμού) που θα περιλαμβάνει επιχειρησιακά προγράμματα σύμφωνα με τις διατάξεις του γενικού κανονισμού [50] για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, και για καθένα από τους πρωταρχικούς στόχους για τους οποίους θα είναι επιλέξιμη.

[50] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου.

- η περίοδος μεταξύ της υπογραφής των συνθηκών προσχώρησης και της επικύρωσής τους θα πρέπει επομένως να αξιοποιηθεί για την οριστικοποίηση του συνόλου των εγγράφων προγραμματισμού, έτσι ώστε οι τυπικές διαδικασίες έγκρισης των διαφόρων εγγράφων προγραμματισμού για τα Διαρθρωτικά Ταμεία να μπορέσουν να ολοκληρωθούν στη διάρκεια των πρώτων μηνών μετά τις προσχωρήσεις.

Όλες αυτές οι διατάξεις αποτελούν θέμα σεμιναρίων στις ενδιαφερόμενες χώρες και διαρκούς παρακολούθησης από κοινού με τις αρχές κάθε υποψήφιας χώρας, τις υπηρεσίες της Επιτροπής και εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Εξάλλου, η Επιτροπή θα προτείνει σύντομα στις υποψήφιες χώρες γενικές ενδεικτικές κατευθυντήριες γραμμές, προσαρμοσμένες στην κατάστασή τους, για να τις βοηθήσει στην προετοιμασία του προγραμματισμού των κοινοτικών παρεμβάσεων.

Οι ειδικές ανάγκες των οικονομιών που βρίσκονται στο στάδιο της μετάβασης και η εμπειρία του προγράμματος Phare στην προετοιμασία των υποψηφίων χωρών οδηγούν την Επιτροπή να προτείνει, η πολιτική συνοχής στα μελλοντικά κράτη μέλη να δώσει ιδιαίτερη έμφαση [51] στη δημιουργία και στην ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας των χωρών αυτών, όσον αφορά την εθνική και περιφερειακή διοίκηση (συμπεριλαμβανομένου του στατιστικού μηχανισμού) που είναι αναγκαία για τη λειτουργία των Διαρθρωτικών Ταμείων. Τα Διαρθρωτικά Ταμεία θα πρέπει επίσης να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να απαντήσουν στις προκλήσεις της εσωτερικής αγοράς και να ανταποκριθούν στις κοινοτικές ποιοτικές προδιαγραφές.

[51] Ως συμπλήρωμα των τριών σημερινών κύριων τομέων: υποδομές, ανθρώπινοι πόροι και παραγωγικές επενδύσεις. Η στάθμιση του βάρους καθενός από τους τομείς θα εξαρτάται, όπως και σήμερα, από τη συγκεκριμένη κατάσταση των δικαιούχων χωρών και από τις προτεραιότητες που θα έχουν εγγραφεί στα οικεία έγγραφα προγραμματισμού.

Είναι αναγκαίο να υλοποιηθεί αυτή η απαιτητική διοικητική προετοιμασία, με προσφυγή σε όλες τις δυνατότητες απλούστευσης που προσφέρονται στο πλαίσιο του υφισταμένου κεκτημένου. Από την άποψη αυτή, η διάθεση του ενός τρίτου των διαρθρωτικών πόρων στο Ταμείο Συνοχής, όπως εξαγγέλθηκε στη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή και προτάθηκε στο ενημερωτικό σημείωμα του Νοεμβρίου 2001, και η μείωση όσο το δυνατό περισσότερο του αριθμού των κοινοτικών παρεμβάσεων αποτελούν τα αναγκαία στοιχεία για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των διαρθρωτικών ενεργειών έως το τέλος του 2006.

p.m. πίνακας 9 - Κυριότεροι δείκτες ανά περιφέρεια [52]

[52] Οι χάρτες, τα διαγράμματα και οι πίνακες που περιέχουν στοιχεία για την Κύπρο αναφέρονται μόνο στο νότιο τμήμα του εδάφους της, καθόσον αριθμητικά στοιχεία για το βόρειο τμήμα δεν είναι ακόμα διαθέσιμα.

Πίνακας περιεχομένων

Σύνοψη και προσεχή βήματα

I. ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΑΣΕΙΣ

II. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΧΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2000-06: Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ

III. ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Εισαγωγή

1. Μέρος I: Κατάσταση και τάσεις στις περιφέρειες

1.1. Η οικονομική συνοχή, ένα έτος μετά τη δεύτερη έκθεση για τη συνοχή

1.1.1. Επιβεβαίωση της πραγματικής σύγκλισης στη σημερινή Ένωση

1.1.2. Τρεις ομάδες κρατών σε μια Ένωση με 27 μέλη

1.2. Απασχόληση και κοινωνική συνοχή στη σημερινή Ένωση και στις δώδεκα υποψήφιες χώρες

1.2.1. Οι ανισότητες στη σημερινή Ένωση

1.2.2. Ανεργία σε μια Ένωση με 27 μέλη

1.3. Νέα δεδομένα για τους παράγοντες που καθορίζουν την πραγματική σύγκλιση

1.3.1. Πολύ διαφορετικές δημογραφικές τάσεις

1.3.2. Γενική αύξηση του μορφωτικού επιπέδου

1.3.3. Κοινωνία της γνώσης - συνεχίζονται οι σημαντικές ανισότητες

1.4. Η χωροταξική συνιστώσα της συνοχής

1.5. Οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες σε μια Ένωση με 25 μέλη

2. Μέρος II: Πρώτος απολογισμός των συζητήσεων για το μέλλον της πολιτικής συνοχής

2.1. Οι συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή και στα θεσμικά όργανα

2.1.1. Το δεύτερο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για τη συνοχή

2.1.2. Σε επίπεδο θεσμικών οργάνων

2.1.3. Οι άλλες συζητήσεις

2.2. Τα θέματα που συζητούνται περισσότερο

2.2.1. Προτεραιότητα στην αναπτυξιακή καθυστέρηση

2.2.2. Περιφερειακή ή εθνική προσέγγιση

2.2.3. Οι αναπτυξιακά καθυστερημένες περιφέρειες στα σημερινά κράτη μέλη

2.2.4. Η στήριξη προς τις άλλες ενδιάμεσες περιφέρειες της σημερινής Ένωσης

2.2.5. Δημοσιονομικοί πόροι για τη μελλοντική πολιτική συνοχής

2.2.6. Απλούστευση

2.2.7. Οι σχέσεις με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές

2.3. Η συνέχεια των συζητήσεων

Προετοιμασια της διεύρυνσης έως το τέλος του 2006

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

ΧΑΡΤΕΣ

Χάρτης 1 Κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανά περιφέρεια (ΜΑΔ), 1999

Χάρτης 2 Μεταβολή του κατά κεφαλή ΑΕΠ (ΜΑΔ), 1995-1999

Χάρτης 3 Ποσοστό απασχόλησης, 2000

Χάρτης 4 Ανεργία ανά περιφέρεια, 2000

Χάρτης 5 Ανεργία, 2000

Χάρτης 6 Απασχόληση ανά τομέα, 2000

Χάρτης 7 ΑΕΠ ανά απασχολούμενο άτομο (EUR), 1999

Χάρτης 8 Αύξηση πληθυσμού ανά περιφέρεια NUTS2, 1995-1999

Χάρτης 9 Πυκνότητα πληθυσμού ανά περιφέρεια NUTS3, 1999

Χάρτης 10 Μορφωτικό επίπεδο, 2000

Χάρτης 11 Περιφέρειες με κατά κεφαλή ΑΕΠ μικρότερο από το 75% του μέσου όρου (1997-98-99)

Χάρτης 12 Κατά κεφαλή ΑΕΠ (ΜΑΔ) των υποψήφιων για ένταξη περιφερειών, μέσος όρος 1997-98-99

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ

Διάγραμμα 1 Κατά κεφαλή ΑΕΠ (ΜΑΔ), 2000

Διάγραμμα 2 Ποσοστά ανεργίας ανά χώρα και περιφερειακές ακραίες τιμές, 2000

Διάγραμμα 3 Πληθυσμός με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας, 1997

Διάγραμμα 4 Δείκτης αυτοκινητοδρόμων, 1988 και 1998

Διάγραμμα 5 Δείκτης οδών, 1988 και 1998

ΠΙΝΑΚΕΣ

Πίνακας 1 Αύξηση του ΑΕΠ και του πληθυσμού στις χώρες συνοχής, 1988-2002

Πίνακας 2 Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) στις περιφέρειες του στόχου 1 (1994-99), 1995-1999

Πίνακας 3 Διαφορές κατά κεφαλή ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) ανάλογα με τις περιφέρειες στους κόλπους των κρατών μελών, 1989-1999

Πίνακας 4α Περιφέρειες με τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, ΕΕ-15, 1999/2000

Πίνακας 4β Περιφέρειες με τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης, ΕΕ-15, 1999/2000

Πίνακας 5 Συνοπτικές στατιστικές για τις περιφέρειες με κατά κεφαλή ΑΕΠ μικρότερο από το 75% εκείνου της ΕΕ, 1999

Πίνακας 6 Περισσότερο και λιγότερο εύπορες περιφέρειες στην Ένωση, 1989-1999

Πίνακας 7α Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) στις πλουσιότερες και τις πτωχότερες περιφέρειες, ΕΕ-27, 1999

Πίνακας 7β Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε ΜΑΔ) στις πλουσιότερες και τις πτωχότερες περιφέρειες, ΕΕ-25, 1999

Πίνακας 8 Κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ΜΑΔ) των περιφερειών των υποψηφίων χωρών, 1997-1998-1999

Πίνακας 9 Κυριότεροι δείκτες ανά περιφέρεια

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Top