This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 51999PC0617
Proposal for a DIRECTIVE OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL on the interoperability of the trans-European conventional rail system
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος
/* COM/99/0617 τελικό - COD 99/0252 */
ΕΕ C 89E της 28.3.2000, pp. 11–30
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος /* COM/99/0617 τελικό - COD 99/0252 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 089 E της 28/03/2000 σ. 0011 - 0030
για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 156, την πρόταση της Επιτροπής [1], [1] ΕΕ ... τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2], [2] ΕΕ ... τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [3], [3] ΕΕ ... Εκτιμώντας τα εξής: (1) Για να μπορέσουν οι πολίτες της Ένωσης, οι οικονομικοί παράγοντες, καθώς και οι περιφερειακοί και τοπικοί συλλογικοί φορείς να επωφεληθούν πλήρως των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, είναι σκόπιμο, μεταξύ άλλων, να ευνοηθεί η διασύνδεση και η διαλειτουργικότητα των εθνικών σιδηροδρομικών δικτύων, καθώς και η πρόσβαση στα δίκτυα αυτά. (2) Για την εμπορική εκμετάλλευση των τρένων σε όλη την έκταση του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου χρειάζεται ιδίως άριστη συνοχή μεταξύ χαρακτηριστικών της υποδομής και χαρακτηριστικών του τροχαίου υλικού αλλά και αποτελεσματική διασύνδεση των ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων που διαθέτουν οι διαχειριστές των υποδομών και οι φορείς εκμετάλλευσης των σιδηροδρόμων· ότι, από αυτή τη συνοχή και διασύνδεση, εξαρτώνται οι επιδόσεις, η ασφάλεια, η ποιότητα εξυπηρέτησης και το κόστος της και ότι σε αυτήν τη συνοχή και διασύνδεση στηρίζεται ιδίως η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. (3) Για να επιτευχθούν οι ανωτέρω στόχοι ελήφθη ένα πρώτο μέτρο από το Συμβούλιο στις 23 Ιουλίου 1996 με την έκδοση της οδηγίας 96/48/EΚ [4] για τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας. [4] ΕΕ αριθ L235 της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 (4) Η Επιτροπή, στη Λευκή Βίβλο της [5] σχετικά με "μια στρατηγική για την ανασυγκρότηση των κοινοτικών σιδηροδρόμων" του 1996, εξήγγειλε ένα δεύτερο μέτρο στον τομέα των συμβατικών σιδηροδρόμων και κατόπιν ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης σχετικά με την ολοκλήρωση των εθνικών σιδηροδρομικών δικτύων, της οποίας τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν το Μάιο του 1998 και περιλαμβάνουν σύσταση για την έκδοση οδηγίας βασισμένης στην προσέγγιση που ακολουθήθηκε στον τομέα των τρένων μεγάλης ταχύτητας· ότι η μελέτη συνιστά επίσης να μην αντιμετωπισθούν μετωπικά όλα τα εμπόδια που τίθενται στη διαλειτουργικότητα αλλά τα προβλήματα να επιλυθούν προοδευτικά σύμφωνα με μια ιεράρχηση που θα καθοριστεί συναρτήσει του λόγου κόστους-πλεονεκτημάτων που παρουσιάζει κάθε σχέδιο μέτρου· ότι στην εν λόγω μελέτη, η εναρμόνιση των χρησιμοποιούμενων διαδικασιών και κανόνων, καθώς και η διασύνδεση των ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων αποδείχθηκαν περισσότερο πλεονεκτικές από τα μέτρα που αφορούν επί παραδείγματι το περιτύπωμα των υποδομών. [5] COM(96)421 της 30ής Ιουλίου 1996 (5) Η ανακοίνωση της Επιτροπής για την "Ολοκλήρωση των συμβατικών σιδηροδρομικών συστημάτων"[6] συνιστά την έκδοση της παρούσας οδηγίας και αιτιολογεί τις κύριες ομοιότητες και διαφορές με την οδηγία που εκδόθηκε για το σιδηροδρομικό σύστημα μεγάλης ταχύτητας· ότι οι κύριες διαφορές έγκεινται στην προσαρμογή του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής, την επέκταση του τεχνικού πεδίου εφαρμογής για να ληφθούν ιδίως υπόψη τα αποτελέσματα της μελέτης που προαναφέρθηκε, καθώς επίσης και στην υιοθέτηση βαθμιαίας αντιμετώπισης για την εξάλειψη των εμποδίων που τίθενται στη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος. [6] COM ... (6) Το άρθρο 155 της συνθήκης προβλέπει ότι η Κοινότητα αναλαμβάνει κάθε δράση που αποδεικνύεται αναγκαία για να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα των δικτύων, ιδίως στον τομέα της εναρμόνισης των τεχνικών προτύπων. (7) Το Συμβούλιο που συνήλθε στις 6 Οκτωβρίου 1999 ζήτησε από την Επιτροπή να προτείνει μια στρατηγική για τη βελτίωση της σιδηροδρομικής διαλειτουργικότητας και την εξάλειψη των σημείων συμφόρησης, έτσι ώστε να επιτευχθεί ταχεία άρση των εμποδίων τεχνικής, διοικητικής και οικονομικής φύσεως και ταυτόχρονα να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο ασφαλείας, κατάρτισης και προσόντων του απασχολούμενου προσωπικού. (8) Η οδηγία 91/440/EOK του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την ανάπτυξη των κοινοτικών σιδηροδρόμων[7] συνεπάγεται ότι οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις πρέπει να έχουν αυξημένη πρόσβαση στα δίκτυα των κρατών μελών και ότι αυτό απαιτεί συνεπώς διαλειτουργικότητα των υποδομών, των εξοπλισμών και του τροχαίου υλικού. [7] ΕΕ αριθ. L 237 της 24ης Αυγούστου 1991, σελ. 25. (9) Τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να εξασφαλίζουν την τήρηση των γενικών κανόνων ασφάλειας, υγείας και προστασίας των καταναλωτών, οι οποίοι ισχύουν για τα σιδηροδρομικά δίκτυα κατά το σχεδιασμό, την κατασκευή, τη θέση σε λειτουργία και την εκμετάλλευση· ότι, μαζί με τις τοπικές αρχές, είναι συνυπεύθυνα σε θέματα ιδιοκτησίας επί τους εδάφους, χωροταξίας και προστασίας του περιβάλλοντος. (10) Οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις, όπως και οι εσωτερικές ρυθμίσεις και οι τεχνικές προδιαγραφές που εφαρμόζονται από τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές· ότι οι εν λόγω εθνικές και εσωτερικές ρυθμίσεις περιλαμβάνουν τεχνικές προσαρμοσμένες στην εθνική βιομηχανία· ότι προβλέπουν ιδιαίτερες διαστάσεις, συστήματα και χαρακτηριστικά· ότι η κατάσταση αυτή εμποδίζει τη δυνατότητα κυκλοφορίας των τρένων, υπό ευνοϊκές προϋποθέσεις, στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους. (11) Η κατάσταση αυτή, με την πάροδο των ετών, δημιούργησε στενότατους δεσμούς μεταξύ των εθνικών σιδηροδρομικών βιομηχανιών και των εθνικών σιδηροδρόμων, σε βάρος του πραγματικού ανοίγματος των αγορών· ότι οι εν λόγω βιομηχανίες, για να είναι σε θέση να αναπτύξουν την ανταγωνιστικότητά τους σε παγκόσμια κλίμακα, χρειάζονται μια ανοικτή και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αγορά. (12) Επομένως, είναι σκόπιμο να ορισθούν, για ολόκληρη την Κοινότητα, βασικές απαιτήσεις που θα ισχύουν για το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα. (13) Εξαιτίας της έκτασης και της πολυπλοκότητάς του, το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα αποδείχθηκε αναγκαίο, για λόγους πρακτικούς, να αναλυθεί σε υποσυστήματα· ότι, για καθένα από τα υποσυστήματα αυτά, πρέπει να διευκρινισθούν για ολόκληρη την Κοινότητα οι βασικές απαιτήσεις και να καθοριστούν οι αναγκαίες τεχνικές προδιαγραφές, ιδίως όσον αφορά τα κατασκευαστικά στοιχεία και τις διεπαφές, ώστε να πληρούνται οι βασικές απαιτήσεις. (14) Η εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος δεν πρέπει να δημιουργήσει εμπόδια αδικαιολόγητα από άποψη κόστους/ωφέλειας όσον αφορά τη διασφάλιση της συνοχής του υφιστάμενου σιδηροδρομικού δικτύου κάθε κράτους μέλους, ενώ παράλληλα θα επιδιωχθεί να παραμείνει ως στόχος η διαλειτουργικότητα. (15) Σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να μην εφαρμόζει ορισμένες τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας και να προβλέπονται διαδικασίες που θα εξασφαλίζουν ότι αυτή η παρέκκλιση θα είναι δικαιολογημένη· ότι το άρθρο 155 της συνθήκης ορίζει ότι οι κοινοτικές δραστηριότητες στον τομέα της διαλειτουργικότητας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική βιωσιμότητα των έργων. (16) Για να τηρούνται οι διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων στον τομέα των σιδηροδρόμων, και ειδικότερα οι διατάξεις της οδηγίας 93/38/EOK[8], οι αναθέτοντες φορείς οφείλουν να συμπεριλαμβάνουν τις τεχνικές προδιαγραφές στα γενικά έγγραφα ή στις συγγραφές υποχρεώσεων κάθε σύμβασης· ότι χρειάζεται ένα σύνολο ευρωπαϊκών προδιαγραφών που θα χρησιμεύουν ως στοιχεία αναφοράς για αυτές τις τεχνικές προδιαγραφές. [8] Οδηγία 93/38/EΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στον τομέα των υδάτων, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ αριθ. L 199 της 9. 8. 1993, σελ. 84), όπως τροποποιήθηκε από την πράξη προσχώρησης, και όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/4/ΕΚ του ΕΚ και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, που τροποποιεί την ανωτέρω οδηγία 96/38/ΕΟΚ. (17) Μια ευρωπαϊκή προδιαγραφή είναι, υπό την έννοια της οδηγίας 93/38/EOK, μια κοινή τεχνική προδιαγραφή, μια ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση ή ένα εθνικό πρότυπο με το οποίο μεταφέρεται ένα ευρωπαϊκό πρότυπο· ότι ένα εναρμονισμένο ευρωπαϊκό πρότυπο καταρτίζεται από έναν ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτρονικής Τυποποίησης (CENELEC) ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης (ΕΤSI) στον τομέα των τηλεπικοινωνιών κατόπιν εντολής της Επιτροπής και ότι τα στοιχεία αναφοράς του δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. (18) Ενδιαφέρει την Κοινότητα να υπάρχει ένα διεθνές σύστημα τυποποίησης δυνάμενο να παράγει πρότυπα που θα χρησιμοποιούνται πράγματι από τους διεθνώς εμπορευόμενους και θα ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κοινοτικής πολιτικής· ότι, κατά συνέπεια, οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης πρέπει να συνεχίσουν τη συνεργασία τους με τους διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης. (19) Οι αναθέτοντες φορείς καθορίζουν τις πρόσθετες προδιαγραφές που είναι αναγκαίες για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων· ότι οι προδιαγραφές αυτές δεν πρέπει να διακυβεύουν την τήρηση των εναρμονισμένων σε κοινοτική κλίμακα βασικών απαιτήσεων, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα. (20) Οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης των κατασκευαστικών στοιχείων πρέπει να βασίζονται στη χρήση των ενοτήτων που αποτελούν το αντικείμενο της απόφασης 93/465/EOK [9]· ότι, εφόσον είναι δυνατόν, προκειμένου να ευνοηθεί η ανάπτυξη των σχετικών βιομηχανικών κλάδων, είναι σκόπιμο να αναπτυχθούν οι διαδικασίες στις οποίες χρησιμοποιείται το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας· ότι η έννοια του κατασκευαστικού στοιχείου καλύπτει στοιχεία υλικά και άυλα, όπως το λογισμικό. [9] Απόφαση 93/465/EΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1993, για τις ενότητες που αφορούν τις διάφορες φάσεις των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ποθυ προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στις οδηγίες τεχνικής εναρμόνισης (ΕΕ αριθ. L 220 της 30. 8. 1993, σελ. 23). (21) Η αξιολόγηση της καταλληλότητας χρήσης εφαρμόζεται επί των κατασκευαστικών στοιχείων που είναι τα πλέον καίρια για την ασφάλεια, τη διαθεσιμότητα ή την οικονομία του συστήματος. (22) Στις συγγραφές υποχρεώσεων οι αναθέτοντες φορείς καθορίζουν για τα κατασκευαστικά στοιχεία, παραπέμποντας ιδίως στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, τα χαρακτηριστικά που οφείλουν να τηρούν συμβατικώς οι κατασκευαστές. (23) Υπό τους όρους αυτούς, η συμμόρφωση των κατασκευαστικών στοιχείων συνδέεται κυρίως με τον τομέα χρησιμοποίησής τους, με σκοπό να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του συστήματος και όχι μόνο με την ελεύθερη κυκλοφορία τους στην κοινοτική αγορά. (24) Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να θέσει ο κατασκευαστής την επισήμανση «ΕΚ» στα κατασκευαστικά στοιχεία που υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, αλλά, με βάση την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή/και της καταλληλότητας χρήσης που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία διαδικασίες, αρκεί η δήλωση συμμόρφωσης του κατασκευαστή. (25) Τούτο δεν θίγει την υποχρέωση που υπέχουν οι κατασκευαστές να θέτουν σε ορισμένα κατασκευαστικά στοιχεία την επισήμανση «ΕΚ» η οποία πιστοποιεί τη συμμόρφωσή τους προς άλλες σχετικές κοινοτικές διατάξεις. (26) Τα υποσυστήματα που συγκροτούν το διευρωπαϊκό συμβατικό σιδηροδρομικό δίκτυο πρέπει να υποβάλλονται σε διαδικασία ελέγχου, η οποία θα επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές που εγκρίνουν τη θέση σε λειτουργία, να βεβαιώνονται ότι στο στάδιο σχεδιασμού, κατασκευής και λειτουργίας το αποτέλεσμα είναι σύμφωνο προς τις ισχύουσες κανονιστικές, τεχνικές και λειτουργικές διατάξεις· ότι τούτο θα επιτρέψει, επίσης, στους κατασκευαστές να αναμένουν ισότητα μεταχείρισης σε οποιαδήποτε χώρα· ότι πρέπει, επομένως, να καταρτισθεί μια ενότητα, η οποία να ορίζει τις αρχές και τους όρους ελέγχου «ΕΚ» των υποσυστημάτων. (27) Η διαδικασία ελέγχου «ΕΚ» βασίζεται στις Τεχνικές Προδιαγραφές Διαλειτουργικότητας (ΤΠΔ)· ότι οι εν λόγω ΤΠΔ εκπονούνται κατόπιν εντολής της Επιτροπής από τον κοινό αντιπροσωπευτικό οργανισμό των διαχειριστών της υποδομής, των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και της βιομηχανίας· ότι η παραπομπή στις ΤΠΔ είναι υποχρεωτική ώστε να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου και ότι οι εν λόγω ΤΠΔ υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 18 της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ. (28) Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί που αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης των κατασκευαστικών στοιχείων, καθώς και της διαδικασίας ελέγχου των υποσυστημάτων, οφείλουν, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει ευρωπαϊκή προδιαγραφή, να συντονίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις αποφάσεις τους. (29) Η οδηγία 91/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου επιβάλλει, από άποψη λογιστικής, διαχωρισμό των δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης των υπηρεσιών μεταφορών από τις δραστηριότητες διαχείρισης της σιδηροδρομικής υποδομής· ότι, υπό το ίδιο πνεύμα, είναι σκόπιμο οι ειδικευμένες υπηρεσίες των διαχειριστών των σιδηροδρομικών υποδομών, που θα υποδειχθούν ως κοινοποιημένοι οργανισμοί, να διαθέτουν διάρθρωση πληρούσα τα κριτήρια που πρέπει να ισχύουν για οργανισμούς αυτού του είδους· ότι είναι δυνατό να κοινοποιηθούν και άλλοι ειδικευμένοι οργανισμοί, εφόσον πληρούν τα ίδια κριτήρια. (30) Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας είναι γενικά μέτρα υπό την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [10]. [10] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σελ. 23. (31) Η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος έχει κοινοτική διάσταση· ότι τα κράτη μέλη μεμονωμένα δεν είναι σε θέση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα· ότι πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της αρχής της επικουρικότητας, να αναληφθεί η εν λόγω δράση σε κοινοτικό επίπεδο, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι Γενικές διατάξεις ’ρθρο 1 1. Σύμφωνα με τα άρθρα 154 και 155 της συνθήκης, η παρούσα οδηγία έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να επιτευχθεί στο κοινοτικό έδαφος η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, όπως αυτό περιγράφεται στο παράρτημα I. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τη μελέτη, κατασκευή, θέση σε λειτουργία, αναδιάταξη, ανανέωση, εκμετάλλευση και συντήρηση των στοιχείων του συστήματος αυτού, τα οποία θα τεθούν σε λειτουργία μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας. 2. Η τεχνική εναρμόνιση που θα προκύψει πρέπει να επιτρέψει επίσης τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς στον τομέα του εξοπλισμού και των υπηρεσιών που χρειάζονται για την κατασκευή, την ανανέωση, την αναδιάταξη και τη λειτουργία του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. ’ρθρο 2 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως: α) «συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα»: το σύνολο το οποίο περιγράφεται στο παράρτημα I και απαρτίζεται από τη σιδηροδρομική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων των γραμμών και των μονίμων εγκαταστάσεων του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών, η οποία είναι ειδικά κατασκευασμένη ή διευθετημένη για τις συμβατικές σιδηροδρομικές μεταφορές και τις συνδυασμένες σιδηροδρομικές μεταφορές, και το τροχαίο υλικό το σχεδιασμένο για να κυκλοφορεί επί της υποδομής αυτής· β) «διαλειτουργικότητα»: η ικανότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος να επιτρέπει την ασφαλή και συνεχή κυκλοφορία τρένων, επιτυγχανομένων των αναφερόμενων επιδόσεων για τις συγκεκριμένες γραμμές· Η ικανότητα αυτή βασίζεται στο σύνολο των κανονιστικών, τεχνικών και λειτουργικών προϋποθέσεων που πρέπει να τηρούνται για να πληρούνται οι βασικές απαιτήσεις· γ) «υποσυστήματα»: το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα υποδιαιρείται, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II, σε διαρθρωτικά ή λειτουργικά υποσυστήματα για τα οποία πρέπει να καθοριστούν βασικές απαιτήσεις· δ) «στοιχεία διαλειτουργικότητας»: κάθε στοιχειώδες στοιχείο, ομάδα στοιχείων, υποσύνολο ή πλήρες σύνολο υλικών ενσωματωμένων ή προοριζόμενων να ενσωματωθούν σε ένα υποσύστημα, από το οποίο εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος· ε) «βασικές απαιτήσεις»: το σύνολο των προϋποθέσεων που περιγράφονται στο παράρτημα III στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας και οι διεπαφές· στ) «ευρωπαϊκή προδιαγραφή»: μια κοινή τεχνική προδιαγραφή, μια ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση ή ένα εθνικό πρότυπο με το οποίο έχει μεταφερθεί ένα ευρωπαϊκό πρότυπο, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημεία 8 έως 12 της οδηγίας 93/38/EOK· ζ) «τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας» εφεξής καλούμενες «ΤΠΔ»: οι προδιαγραφές που ισχύουν για κάθε υποσύστημα ή μέρος υποσυστήματος προκειμένου αυτό να ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις και να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος· η) «κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός»: ο οργανισμός που συγκεντρώνει αντιπροσώπους των φορέων διαχείρισης της υποδομής, των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και της βιομηχανίας, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με την εκπόνηση των ΤΠΔ. Ως «φορείς διαχείρισης της υποδομής» νοούνται οι φορείς που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 7 της οδηγίας 91/440/EOK· θ) «κοινοποιημένοι οργανισμοί»: οι οργανισμοί οι επιφορτισμένοι με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας ή τη διεξαγωγή της διαδικασίας ελέγχου «EK» των υποσυστημάτων· ι) «θεμελιώδεις παράμετροι»: κάθε ρυθμιστική, τεχνική ή λειτουργική προϋπόθεση, καίρια για τη διαλειτουργικότητα, η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο απόφασης με βάση τη διαδικασία του άρθρου 21 πριν την εκπόνηση σχεδίων ΤΔΠ από τον κοινό αντιπροσωπευτικό οργανισμό· κ) «ειδική περίπτωση»: κάθε μέρος του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος για το οποίο χρειάζονται ειδικές, προσωρινές ή οριστικές, διατάξεις στις ΤΔΠ εξαιτίας γεωγραφικών, τοπογραφικών περιορισμών, περιορισμών στο αστικό περιβάλλον ή στη συνοχή με το υπάρχον σύστημα· λ) «αναδιάταξη»: σοβαρές εργασίες μεταβολής ενός υποσυστήματος ή μέρους ενός υποσυστήματος για τις οποίες χρειάζεται νέα έγκριση θέσης σε λειτουργία, υπό την έννοια του άρθρου 14· μ) «ανανέωση»: σοβαρές εργασίες υποκατάστασης ενός υποσυστήματος ή μέρους ενός υποσυστήματος για τις οποίες χρειάζεται νέα έγκριση θέσης σε λειτουργία, υπό την έννοια του άρθρου 14. ’ρθρο 3 1. Η παρούσα οδηγία αφορά τις διατάξεις που αναφέρονται, για κάθε υποσύστημα, στις παραμέτρους, τα στοιχεία διαλειτουργικότητας, τις διασυνδέσεις και τις διαδικασίες, καθώς και τις προϋποθέσεις γενικής συνοχής του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος που απαιτούνται για την επίτευξη της διαλειτουργικότητάς του. 2. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων σχετικών κοινοτικών διατάξεων. Ωστόσο, στην περίπτωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας, η ικανοποίηση των βασικών απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας ενδέχεται να απαιτήσει τη χρήση ευρωπαϊκών προδιαγραφών που θα καταρτιστούν ειδικά προς το σκοπό αυτό. ’ρθρο 4 1. Το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα, τα υποσυστήματα και τα στοιχεία διαλειτουργικότητας πρέπει να πληρούν τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. 2. Οι πρόσθετες τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 της οδηγίας 93/38/EOK και χρειάζονται για τη συμπλήρωση των ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή των άλλων προτύπων, εν χρήσει στην Κοινότητα, δεν πρέπει να αντιβαίνουν τις βασικές απαιτήσεις. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Τεχνικές Προδιαγραφές Διαλειτουργικότητας ’ρθρο 5 1. Κάθε υποσύστημα αποτελεί το αντικείμενο μιας ΤΔΠ. 1/4ταν χρειάζεται, ιδίως για να αντιμετωπισθούν ανεξάρτητα οι κατηγορίες γραμμών, κόμβων ή τροχαίου υλικού, ή για να επιλυθούν κατά προτεραιότητα ορισμένα προβλήματα διαλειτουργικότητας, ένα υποσύστημα μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο περισσότερων ΤΔΠ. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για το τμήμα του σχετικού υποσυστήματος. 2. Τα υποσυστήματα πρέπει να είναι σύμφωνα προς τις ΤΠΔ. Η εν λόγω συμμόρφωση πρέπει να διατηρείται συνεχώς καθ'όλη τη χρήση κάθε υποσυστήματος. 3. Κάθε ΤΔΠ, εφόσον είναι αναγκαίο, προκειμένου να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος και η ενιαία αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 1: α) διευκρινίζει τις βασικές απαιτήσεις των σχετικών υποσυστημάτων και διεπαφών τους με τα άλλα υποσυστήματα· β) καθορίζει τις λειτουργικές και τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληροί το υποσύστημα και οι διεπαφές του με τα άλλα υποσυστήματα για να επιτυγχάνονται οι επιδόσεις που έχουν προδιαγραφεί για κάθε κατηγορία γραμμών ή/και κόμβων προβλεπόμενη στο παράρτημα Ι· γ) ορίζει τους τυχόν τρόπους εφαρμογής στις ειδικές περιπτώσεις· δ) προσδιορίζει τα κατασκευαστικά στοιχεία διαλειτουργικότητας και τις διεπαφές που πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο ευρωπαϊκών προδιαγραφών, όπου συγκαταλέγονται και τα ευρωπαϊκά πρότυπα, οι οποίες είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος· ε) αναφέρει, σε κάθε προβλεπόμενη περίπτωση, τις ενότητες, όπως ορίζονται στην απόφαση 93/465/EOK ή, ενδεχομένως, τις συγκεκριμένες διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται για την αξιολόγηση είτε της συμμόρφωσης, είτε της καταλληλότητας χρήσης των στοιχείων διαλειτουργικότητας, καθώς και για τον έλεγχο «EK» των υποσυστημάτων· στ) προτείνει, εφόσον χρειάζεται, ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα και στρατηγική εφαρμογής της ΤΔΠ, καθώς και τα στάδια εξέλιξής της από τεχνική ή/και γεωγραφική άποψη για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. 4. Κάθε ΤΔΠ εκπονείται αφού εξετασθεί το υπάρχον υποσύστημα και αναφέρει το στοχοθετημένο υποσύστημα που μπορεί να παραχθεί προοδευτικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Κατά το τρόπο αυτό, η βαθμιαία έκδοση των ΤΔΠ και η τήρησή τους επιτρέπει να επιτευχθεί προοδευτικά η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος και ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί, κατά το δυνατόν, η συνοχή του σιδηροδρομικού δικτύου κάθε κράτους μέλους. ’ρθρο 6 1. Τα σχέδια ΤΠΔ εκπονούνται κατόπιν εντολής της Επιτροπής, η οποία καθορίζεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. Οι ΤΠΔ εκδίδονται και αναθεωρούνται με την ίδια διαδικασία. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις ΤΠΔ στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 2. Ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός υποδεικνύεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2· τηρεί τους κανόνες που αναφέρονται στο παράρτημα VIII. Σε περίπτωση που ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός δεν τηρεί πλέον τους κανόνες αυτούς ή δεν διαθέτει τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την εκπόνηση μιας συγκεκριμένης ΤΔΠ, ορίζεται άλλος εντολοδόχος με την ίδια διαδικασία. 3. Ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός ή, ενδεχομένως, ο ενδιαφερόμενος εντολοδόχος, επιφορτίζεται να προετοιμάζει την αναθεώρηση και την επικαιροποίηση των ΤΔΠ και να προβαίνει σε οιαδήποτε σκόπιμη σύσταση στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 21, ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της τεχνολογίας ή των κοινωνικών απαιτήσεων. 4. Κάθε σχέδιο ΤΔΠ εκπονείται σε δύο φάσεις. Κατ'αρχήν, ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός προσδιορίζει τις θεμελιώδεις παραμέτρους για τη συγκεκριμένη ΤΔΠ. Για καθεμιά από τις παραμέτρους αυτές, υποβάλλονται οι πλέον συμφέρουσες λύσεις συνοδευόμενες από τεχνική ή οικονομική αιτιολόγηση και λαμβάνεται απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. Στη συνέχεια, ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός εκπονεί το σχέδιο της ΤΔΠ με βάση τις καθορισμένες θεμελιώδεις παραμέτρους. Ενδεχομένως, ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός λαμβάνει υπόψη του τις ήδη πραγματοποιηθείσες εργασίες τυποποίησης, τις εργασίες ήδη συγκροτημένων ομάδων εργασίας και τις αναγνωρισμένες ερευνητικές εργασίες. 5. Κατά την εκπόνηση, έκδοση και αναθεώρηση των ΤΠΔ λαμβάνεται υπόψη το προβλεπόμενο κόστος των τεχνικών λύσεων που επιτρέπουν την τήρησή τους ώστε να επιλεγούν και να εφαρμοστούν οι πλέον συμφέρουσες λύσεις. Για το σκοπό αυτό, ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός επισυνάπτει σε κάθε σχέδιο ΤΠΔ συνολική εκτίμηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων της προδιαγραφόμενης λύσης· στην εκτίμηση αναφέρονται οι επιπτώσεις που αναμένονται για όλους τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς και παράγοντες. Τα κράτη μέλη συμμετέχουν στην εκτίμηση αυτή παρέχοντας όλα τα αναγκαία δεδομένα. 6. Η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 21 κρατείται τακτικά ενήμερη για τις εργασίες εκπόνησης των ΤΠΔ. Η επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια των εργασιών, να διατυπώσει οιαδήποτε σκόπιμη σύσταση σχετικά με το σχεδιασμό των ΤΔΠ, καθώς και με την εκτίμηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων. 7. Κατά την έκδοση κάθε ΤΠΔ, καθορίζεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος της με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. ’ρθρο 7 Ένα κράτος μέλος μπορεί να μην εφαρμόζει ορισμένες ΤΠΔ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν το τροχαίο υλικό, στις ακόλουθες περιπτώσεις και συνθήκες: - για κάθε στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, το οποίο βρίσκεται σε προηγμένο στάδιο ανάπτυξης κατά τη δημοσίευση αυτών των ΤΔΠ, ή - για κάθε σχέδιο που αφορά την ανανέωση ή την αναδιάταξη μιας ήδη υπάρχουσας γραμμής, όταν οι θεμελιώδεις παράμετροι αυτών των ΤΔΠ είναι ασύμβατες με εκείνες της υπάρχουσας γραμμής, και όταν η εφαρμογή των ΤΔΠ διακυβεύει την οικονομική βιωσιμότητα του έργου και τη συνοχή του σιδηροδρομικού συστήματος του κράτους μέλους. Και στις δύο περιπτώσεις, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κοινοποιεί εκ των προτέρων την πρόθεσή του να ζητήσει παρέκκλιση από την Επιτροπή και της διαβιβάζει φάκελο με τις ΤΔΠ ή τα τμήματα των ΤΔΠ που δεν επιθυμεί να εφαρμόσει, καθώς και με τις αντίστοιχες προδιαγραφές που επιθυμεί να εφαρμόσει. Η Επιτροπή εξετάζει εάν τα μέτρα που προτείνει το κράτος μέλος είναι δικαιολογημένα και λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2· εφόσον χρειάζεται, διατυπώνει σύσταση για τις προδιαγραφές που πρέπει να εφαρμοσθούν. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Στοιχεία διαλειτουργικότητας ’ρθρο 8 Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα στοιχεία διαλειτουργικότητας: - να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον επιτρέπουν τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, τηρουμένων των βασικών απαιτήσεων, - να χρησιμοποιούνται στον τομέα χρήσης τους σύμφωνα με τον προορισμό τους και να τοποθετούνται και να συντηρούνται δεόντως. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν παρεμποδίζουν την εμπορία αυτών των στοιχείων για άλλες εφαρμογές. ’ρθρο 9 Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, στο έδαφός τους και για τους λόγους της παρούσας οδηγίας, να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά στοιχείων διαλειτουργικότητας, προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν στο συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα, εφόσον αυτά πληρούν τις διατάξεις της οδηγίας. Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να απαιτούν τη διενέργεια ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για τη δήλωση «ΕΚ» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης. ’ρθρο 10 1. Τα κράτη μέλη θεωρούν δεδομένη τη συμμόρφωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις όταν συνοδεύονται από δήλωση «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης, της οποίας τα στοιχεία παρατίθενται στο παράρτημα IV. 2. Η συμμόρφωση ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις ή η καταλληλότητα χρήσης του καθορίζεται με βάση τους όρους που προβλέπει η αντίστοιχη ΤΔΠ, και οι τυχόν υπάρχουσες σχετικές ευρωπαϊκές προδιαγραφές. 3. Τα στοιχεία αναφοράς των ευρωπαϊκών προδιαγραφών δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και αναφέρονται στην αντίστοιχη ΤΔΠ. Σε περίπτωση που οι σχετικές ευρωπαϊκές προδιαγραφές δημοσιευθούν μετά την έγκριση των ΤΔΠ, πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την αναθεώρηση των ΤΠΔ. 4. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα στοιχεία αναφοράς των εθνικών προτύπων στα οποία έχουν μεταφερθεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα. 5. 1/4σον αφορά την περίοδο πριν τη δημοσίευση μιας ΤΔΠ, ελλείψει ευρωπαϊκών προδιαγραφών και με την επιφύλαξη του άρθρου 20 παράγραφος 5, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τα πρότυπα και τις τεχνικές προδιαγραφές που χρησιμοποιούν για την εφαρμογή των βασικών απαιτήσεων. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος της οδηγίας. 6. 1/4ταν κατά την έκδοση μιας ΤΔΠ δεν υφίσταται ευρωπαϊκή προδιαγραφή, η ΤΔΠ αναφέρει το πλέον προηγμένο σχέδιο προδιαγραφής που διατίθεται το οποίο πρέπει να τηρείται ή περιλαμβάνει ολόκληρο ή μέρος του σχεδίου αυτού. ’ρθρο 11 1/4ταν κράτος μέλος ή η Επιτροπή κρίνει ότι κάποιες ευρωπαϊκές προδιαγραφές δεν πληρούν τις βασικές απαιτήσεις μπορεί, με τη διαδικασία του άρθρου 21 παράγραφος 2, αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί με την οδηγία 98/34/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών εφόσον πρόκειται για ευρωπαϊκά πρότυπα, να αποσυρθούν μερικώς ή πλήρως αυτές οι προδιαγραφές από τις δημοσιεύσεις όπου έχουν καταχωρηθεί ή να τροποποιηθούν. ’ρθρο 12 1. 1/4ταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει ότι ένα στοιχείο διαλειτουργικότητας το οποίο συνοδεύεται με τη δήλωση «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης, διατίθεται στην αγορά και χρησιμοποιείται σύμφωνα με τον προορισμό του, ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ικανοποίηση των βασικών απαιτήσεων, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για να περιορίσει την εφαρμογή του ή να απαγορεύσει τη χρήση του ή να το αποσύρει από την αγορά. Το κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για τα μέτρα που λαμβάνει και αναφέρει τους λόγους της απόφασής του, διευκρινίζοντας, ιδίως, εάν η μη συμμόρφωση προκύπτει από: - μη τήρηση των βασικών απαιτήσεων, - κακή εφαρμογή των ευρωπαϊκών προδιαγραφών, εφόσον έχει γίνει επίκληση της εφαρμογής των εν λόγω προδιαγραφών, - ανεπάρκεια των ευρωπαϊκών προδιαγραφών. 2. Η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη το συντομότερο δυνατόν. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά τη διαβούλευση αυτή, ότι το μέτρο είναι δικαιολογημένο, ενημερώνει αμέσως το κράτος μέλος το οποίο έλαβε την πρωτοβουλία, καθώς και τα άλλα κράτη μέλη. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά τη διαβούλευση αυτή, ότι το μέτρο είναι αδικαιολόγητο, ενημερώνει αμέσως το κράτος μέλος το οποίο έλαβε την πρωτοβουλία, καθώς και τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του. Εφόσον η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αιτιολογείται με την ύπαρξη κενού στις ευρωπαϊκές προδιαγραφές, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 11. 3. 1/4ταν ένα στοιχείο διαλειτουργικότητας συνοδευόμενο από δήλωση «EK» συμμόρφωσης αποδεικνύεται στερούμενο συμμόρφωσης προς τις προδιαγραφές, το αρμόδιο κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έναντι εκείνου που συνέταξε τη δήλωση και ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. 4. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε τα κράτη μέλη να κρατούνται ενήμερα της εξέλιξης και των αποτελεσμάτων της διαδικασίας αυτής. ’ρθρο 13 1. Για να συντάξει τη δήλωση «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας, ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του εφαρμόζει τις διατάξεις που προβλέπονται από τις σχετικές ΤΠΔ. 2. Η αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας πραγματοποιείται από τον κοινοποιημένο οργανισμό, στον οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση ο κατασκευαστής ή εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του. 3. 1/4ταν τα στοιχεία διαλειτουργικότητας αποτελούν αντικείμενο άλλων κοινοτικών οδηγιών που αφορούν άλλες πτυχές, η δήλωση «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης αναφέρει, στην περίπτωση αυτή, ότι τα στοιχεία διαλειτουργικότητας ανταποκρίνονται και στις απαιτήσεις αυτών των οδηγιών. 4. Εάν ούτε ο κατασκευαστής ούτε ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του τηρήσει τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1, 2 και 3, οι υποχρεώσεις αυτές βαρύνουν εκείνον που διαθέτει το στοιχείο διαλειτουργικότητας στην αγορά. Τις ίδιες υποχρεώσεις υπέχει και εκείνος ο οποίος συναρμολογεί στοιχεία διαλειτουργικότητας ή μέρος αυτών, διαφόρων προελεύσεων, ή κατασκευάζει στοιχεία διαλειτουργικότητας για ιδία χρήση, όσον αφορά την παρούσα οδηγία. 5. Με την επιφύλαξη του άρθρου 12: α) κάθε διαπίστωση κράτους μέλους ότι έχει εκδοθεί παρατύπως δήλωση «EK» συμμόρφωσης, συνεπάγεται για τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη συμμόρφωση του στοιχείου διαλειτουργικότητας και να μεριμνήσει για την παύση της παράβασης, υπό τους όρους που έχει καθορίσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος· β) αν η μη συμμόρφωση συνεχιστεί, το κράτος μέλος πρέπει να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διάθεση του σχετικού στοιχείου διαλειτουργικότητας στην αγορά ή να εξασφαλίσει ότι θα αποσυρθεί από την αγορά σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 12. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Υποσυστήματα ’ρθρο 14 1. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να επιτρέπει να τίθενται σε λειτουργία τα διαρθρωτικά υποσυστήματα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος τα οποία ευρίσκονται στην επικράτειά του ή τα οποία εκμεταλλεύονται οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε αυτό. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε σκόπιμο μέτρο ώστε τα εν λόγω υποσυστήματα να μπορούν να τεθούν σε λειτουργία μόνον εάν έχουν σχεδιαστεί, κατασκευαστεί και εγκατασταθεί ή/και αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης κατά τρόπον εναρμονισμένο προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις, όταν ενσωματώνονται στο συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα. 2. Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να ελέγχει κατά τη διάρκεια της θέσης σε λειτουργία, και στη συνέχεια τακτικά, κατά πόσον η εκμετάλλευση ή η συντήρηση των υποσυστημάτων αυτών πραγματοποιείται σύμφωνα με τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. ’ρθρο 15 Με την επιφύλαξη του άρθρου 19, δεν επιτρέπεται στα κράτη μέλη, στην επικράτειά τους και για λόγους που αφορούν την παρούσα οδηγία, να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρακωλύουν την κατασκευή, τη λειτουργία και την εκμετάλλευση διαρθρωτικών υποσυστημάτων του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, τα οποία πληρούν τις βασικές απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα δεν μπορούν να απαιτούν τη διενέργεια ελέγχων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση της δήλωσης «ΕΚ» ελέγχου. ’ρθρο 16 1. Τα κράτη μέλη θεωρούν διαλειτουργικά και σύμφωνα προς τις σχετικές βασικές απαιτήσεις τα διαρθρωτικά υποσυστήματα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος και συνοδεύονται από τη δήλωση «EK» ελέγχου 2. Τηρουμένων των βασικών απαιτήσεων, ο έλεγχος της διαλειτουργικότητας ενός υποσυστήματος του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, γίνεται κατ' αναφορά προς τις ΤΠΔ, εφόσον υπάρχουν. 3. 1/4σον αφορά την περίοδο πριν τη δημοσίευση μιας ΤΔΠ, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή για κάθε υποσύστημα τον κατάλογο των τεχνικών κανόνων που χρησιμοποιούν για την εφαρμογή των βασικών απαιτήσεων. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. ’ρθρο 17 Εάν διαπιστωθεί ότι οι ΤΠΔ δεν ικανοποιούν πλήρως τις βασικές απαιτήσεις, το θέμα μπορεί να τεθεί στην επιτροπή του άρθρου 21, μετά από αίτηση κράτους μέλους ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής. ’ρθρο 18 1. Για τη σύνταξη της δήλωσης «EK» ελέγχου, ο αναθέτων φορέας ή ο εντολοδόχος του αναθέτει τη διεξαγωγή της διαδικασίας ελέγχου «EK» στον κοινοποιημένο οργανισμό που επέλεξε για το σκοπό αυτό. 2. Η αποστολή του κοινοποιημένου οργανισμού ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο «EK» ενός υποσυστήματος αρχίζει από το στάδιο του σχεδίου και καλύπτει ολόκληρη την περίοδο της κατασκευής μέχρι το στάδιο της έγκρισης πριν να τεθεί σε λειτουργία το υποσύστημα. Καλύπτει επίσης τον έλεγχο συνοχής του υποσυστήματος αυτού με το σύστημα στο οποίο ενσωματώνεται. 3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση του τεχνικού φακέλου που πρέπει να συνοδεύει τη δήλωση «EK» ελέγχου. Ο τεχνικός φάκελος πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία έγγραφα τα σχετικά με τα χαρακτηριστικά του υποσυστήματος, καθώς και, κατά περίπτωση, όλα τα δικαιολογητικά από τα οποία προκύπτει η συμμόρφωση των στοιχείων διαλειτουργικότητας. Πρέπει επίσης να περιέχει όλα τα στοιχεία που αφορούν τις προϋποθέσεις και τα όρια χρήσης, τις οδηγίες συντήρησης, συνεχούς ή περιοδικής επιτήρησης, ρύθμισης και διατήρησης. ’ρθρο 19 1. 1/4ταν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει ότι ένα υποσύστημα διαρθρωτικής φύσεως, συνοδευόμενο από δήλωση «EK» ελέγχου μαζί με τον τεχνικό φάκελο, δεν πληροί εξ ολοκλήρου τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και, ιδίως, τις βασικές απαιτήσεις, μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων. 2. Το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή για τους συμπληρωματικούς ελέγχους που ζήτησε αναφέροντας τους λόγους που τους αιτιολογούν. Η Επιτροπή κινεί, χωρίς καθυστέρηση, τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Κοινοποιημένοι οργανισμοί ’ρθρο 20 1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη τους οργανισμούς οι οποίοι έχουν επιφορτιστεί με την εφαρμογή της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης που προβλέπεται στο άρθρο 13 και της διαδικασίας ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 18, αναφέροντας τον τομέα αρμοδιότητας του καθενός. Η Επιτροπή τους χορηγεί αναγνωριστικούς αριθμούς. Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον κατάλογο των εν λόγω οργανισμών με τον αναγνωριστικό αριθμό και τους τομείς αρμοδιότητάς τους και διασφαλίζει την επικαιροποίηση του καταλόγου. 2. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τα κριτήρια του παραρτήματος VII για την αξιολόγηση των προς κοινοποίηση οργανισμών. Οι οργανισμοί που πληρούν τα κριτήρια αξιολόγησης τα οποία προβλέπονται στα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα τεκμαίρεται ότι ανταποκρίνονται στα προαναφερόμενα κριτήρια. 3. Ένα κράτος μέλος αποσύρει την έγκριση που έχει χορηγήσει σε έναν οργανισμό ο οποίος δεν πληροί πλέον τα κριτήρια αξιολόγησης που αναφέρονται στο παράρτημα VII. Ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. 4. Εάν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή κρίνει ότι ένας οργανισμός κοινοποιημένος από άλλο κράτος μέλος δεν πληροί πλέον τα σχετικά κριτήρια, το θέμα τίθεται στην επιτροπή του άρθρου 21, η οποία και διατυπώνει τη γνώμη της εντός τριών μηνών· με βάση τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 21, η Επιτροπή ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για κάθε τροποποίηση που είναι αναγκαία προκειμένου ο κοινοποιημένος οργανισμός να μπορέσει να διατηρήσει το καθεστώς το οποίο του έχει αναγνωριστεί. 5. Ενδεχομένως, ο συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 4. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Επιτροπή και πρόγραμμα εργασίας ’ρθρο 21 1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συγκροτηθεί από το άρθρο 21 της οδηγίας 96/48/EΚ για τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας, η οποία απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών και πρόεδρός της είναι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής (ονομαζόμενη στο εξής "επιτροπή"). 2. 1/4ταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, ισχύει η διαδικασία ρύθμισης που προβλέπεται στο άρθρο 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας. 3. Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ είναι διάρκειας δύο μηνών. 4. Από τη στιγμή έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, η επιτροπή μπορεί να συζητήσει οιοδήποτε θέμα σχετικό με τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. Μπορούν επίσης να ληφθούν πρωτοβουλίες προκειμένου να εξασφαλισθεί διαλειτουργικότητα μεταξύ του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος και εκείνου τρίτων χωρών. 5. Η επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για να την επικουρούν στην εκπλήρωση των καθηκόντων της, παραδείγματος χάριν για να εξασφαλιστεί ο συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών. ’ρθρο 22 1. Η επιτροπή καταρτίζει πρόγραμμα εργασίας λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τη σειρά προτεραιότητας στην εκπόνηση των ΤΔΠ, και αφετέρου, τις σχετικές προτεραιότητες των καθηκόντων της. Το πρόγραμμα εργασίας αποφασίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21 παράγραφος 2. 2. Κατόπιν διαβούλευσης με τον κοινό αντιπροσωπευτικό οργανισμό, εγκρίνεται η σειρά προτεραιότητας εκπόνησης των ΤΠΔ, επί παραδείγματι ανάλογα με τα υποσυστήματα ή τα μέρη αυτών, τις κατηγορίες γραμμών ή του τροχαίου υλικού, τους κόμβους του δικτύου. Η σειρά προτεραιότητας καθορίζεται συγκρινομένων των πλεονεκτημάτων που παρουσιάζει κάθε ΤΠΔ ως προς το προβλεπόμενο κόστος. προς το σκοπό αυτό. Οι πτυχές που ακολουθούν θεωρούνται ότι έχουν την προτεραιότητα στο πρώτο πρόγραμμα εργασίας: έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση, τηλεματικές εφαρμογές στις εμπορευματικές μεταφορές, εκμετάλλευση και διαχείριση της κυκλοφορίας (και προσόντα προσωπικού), ηχητικές οχλήσεις, τροχαίο υλικό. 3. Το πρώτο πρόγραμμα εργασίας θα περιλαμβάνει ιδίως τα εξής στάδια: α) καθορισμό του κοινού αντιπροσωπευτικού οργανισμού· β) εκπόνηση, βάσει σχεδίου του κοινού αντιπροσωπευτικού οργανισμού, μιας αρχιτεκτονικής, αντιπροσωπευτικής του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, βασισμένης στον κατάλογο των υποσυστημάτων (παράρτημα 2), η οποία επιτρέπει να εξασφαλισθεί συνοχή μεταξύ ΤΔΠ. Η εν λόγω αρχιτεκτονική πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως τα διάφορα κατασκευαστικά στοιχεία του συστήματος και τις διεπαφές τους και θα χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς για την οριοθέτηση των τομέων εφαρμογής κάθε ΤΠΔ· γ) έγκριση ενός υποδείγματος διάρθρωσης για την εκπόνηση των ΤΠΔ· δ) έγκριση ενός υποδείγματος διάρθρωσης για την εκπόνηση των ΤΠΔ* ε) υιοθέτηση μιας μεθοδολογίας για την ανάλυση κόστους-πλεονεκτημάτων των λύσεων στις οποίες αποσκοπούν οι ΤΠΔ* στ) έκδοση των εντολών που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση των ΤΠΔ* ζ) για κάθε ΤΠΔ, έγκριση των αντίστοιχων θεμελιωδών παραμέτρων* η) έγκριση των σχεδίων προγράμματος τυποποίησης* θ) διαχείριση της μεταβατικής περιόδου από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας έως τη δημοσίευση των ΤΠΔ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII Τελικές διατάξεις ’ρθρο 23 1/4λες οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται κατ'εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας και αφορούν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή της καταλληλότητας χρήσης στοιχείων διαλειτουργικότητας, τον έλεγχο υποσυστημάτων που συγκροτούν το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα, καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή των άρθρων 11, 12, 17 και 19, αιτιολογούνται επακριβώς. Κοινοποιούνται στον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατόν, αναφέροντας τα μέσα προσφυγής που προβλέπει η ισχύουσα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος νομοθεσία και τις προθεσμίες άσκησής τους. ’ρθρο 24 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο εντός δέκα οκτώ μηνών από την έκδοση της οδηγίας. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή. Η μη δημοσίευση των ΤΠΔ δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την υπέρβαση της προθεσμίας αυτής. 2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν σχετικά να περιέχουν ή να συνοδεύονται κατά την επίσημη δημοσίευσή τους από παραπομπή στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της παραπομπής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. ’ρθρο 25 Η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τις προόδους που έχουν σημειωθεί στη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. Προς το σκοπό αυτό, ο κοινός αντιπροσωπευτικός οργανισμός εκπονεί και επικαιροποιεί τακτικά ένα μέσο ικανό να παρέχει, εφόσον το ζητήσει ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή, πίνακα επιδόσεων του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, η οποία παρουσιάζει, για κάθε στοιχείο του συστήματος (γραμμές και κόμβους του δικτύου, σειρές του αποθέματος τροχαίου υλικού), τα κύρια χαρακτηριστικά (π.χ. τις θεμελιώδεις παραμέτρους) και τη συμμόρφωσή τους προς τα χαρακτηριστικά που προδιαγράφουν οι ΤΔΠ. ’ρθρο 26 Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ 21 ημέρες από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. ’ρθρο 27 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΔΙΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΠΟΔΟΜΗ Η υποδομή του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος συνίσταται στις γραμμές του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών που προσδιορίζονται στην απόφαση αριθ. 1692/96/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τις κοινοτικές κατευθύνσεις για την ανάπτυξη του διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών, ή σε εκείνες που περιλαμβάνονται σε κάθε επικαιροποίηση της απόφασης αυτής η οποία προκύπτει από την αναθεώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 21 των κατευθύνσεων. Για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, το δίκτυο μπορεί να υποδιαιρεθεί ανάλογα με τις κάτωθι κατηγορίες: - γραμμές μεγάλων αποστάσεων προβλεπόμενες για την κυκλοφορία "επιβατών"· - γραμμές προβλεπόμενες για τη μεικτή κυκλοφορία (επιβατών, εμπορευμάτων)· - γραμμές ειδικά σχεδιασμένες ή διευθετημένες για την κυκλοφορία "εμπορευμάτων" (εμπορευματικός διάδρομος)· - γραμμές προβλεπόμενες για την περιφερειακή κυκλοφορία· - κόμβοι "επιβατών"· - κόμβοι εμπορευμάτων· - γραμμές σύνδεσης των ανωτέρω στοιχείων. ΤΡΟΧΑΙΟ ΥΛΙΚΟ Το τροχαίο υλικό περιλαμβάνει όλο το υλικό που μπορεί να κυκλοφορεί σε όλο ή σε μέρος του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, συμπεριλαμβανομένων: - Tων ντηζελοκίνητων ή ηλεκτροκίνητων αυτοκινηταμαξών· - Των ντηζελοκίνητων ή ηλεκτροκίνητων μηχανών έλξης· - Των οχημάτων επιβατών· - Των φορτηγών οχημάτων. ΣΥΝΟΧΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΥ ΔΙΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Η ποιότητα των ευρωπαϊκών σιδηροδρομικών μεταφορών απαιτεί μεταξύ άλλων άριστη συνοχή μεταξύ των χαρακτηριστικών της υποδομής (υπό την ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή τα σταθερά μέρη όλων των σχετικών υποσυστημάτων) και εκείνων του τροχαίου υλικού (το οποίο περιλαμβάνει τα επιβιβαζόμενα μέρη όλων των σχετικών υποσυστημάτων). Από τη συνοχή αυτή εξαρτώνται τα επίπεδα επιδόσεων, ασφαλείας, ποιότητας εξυπηρέτησης και το κόστος τους. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΑ 1. ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ Για τις ανάγκες της παρούσας οδηγίας, το σύστημα που συγκροτεί το συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε υποσυστήματα, τα οποία αντιστοιχούν: α) είτε σε τομείς διαρθρωτικής φύσεως:: - υποδομές - ενέργεια - έλεγχο-χειρισμό και σηματοδότηση - εκμετάλλευση και διαχείριση της κυκλοφορίας - τηλεματικές εφαρμογές για την εξυπηρέτηση των επιβατών και την κυκλοφορία εμπορευμάτων - τροχαίο υλικό β) είτε σε τομείς λειτουργικής φύσεως: - συντήρηση 2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ Για καθένα από τα υποσυστήματα ή για κάθε μέρος υποσυστήματος, ο κατάλογος των στοιχείων και των πτυχών που συνδέονται με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού δικτύου προτείνεται από τον κοινό αντιπροσωπευτικό οργανισμό κατά την εκπόνηση του αντίστοιχου σχεδίου ΤΠΔ. Χωρίς να προδικάζεται ο καθορισμός των πτυχών αυτών ή των στοιχείων διαλειτουργικότητας, ή η σειρά με την οποία τα υποσυστήματα θα υπόκεινται σε αυτές τις ΤΠΔ, τα υποσυστήματα περιλαμβάνουν ιδίως: 2.1. Υποδομή: τις σιδηροτροχιές, τις συσκευές γραμμών, τα τεχνικά έργα (γέφυρες, σήραγγες, κ.α.), τις σχετικές υποδομές των σταθμών (αποβάθρες, χώρους πρόσβασης, κ.α.), τους εξοπλισμούς ασφαλείας και προστασίας. 2.2. Eνέργεια: Το σύστημα ηλεκτροκίνησης, το εναέριο υλικό και τις διατάξεις ηλεκτροδότησης. 2.3. Έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση: 1/4λους τους εξοπλισμούς που είναι αναγκαίοι για την ασφάλεια, το χειρισμό και τον έλεγχο της κυκλοφορίας των τραίνων που επιτρέπεται να κυκλοφορούν στο δίκτυο. 2.4 Eκμετάλλευση και διαχείριση της κυκλοφορίας: Οι διαδικασίες και τα συναφή είδη εξοπλισμού που επιτρέπουν τη συνεχή εκμετάλλευση των διαφορετικών διαρθρωτικών υποσυστημάτων, τόσο κατά την κανονική λειτουργία όσο και κατά τις υποβαθμισμένες λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων της οδήγησης των τρένων, του προγραμματισμού και της διαχείρισης της κυκλοφορίας. 2.5 Τηλεματικές εφαρμογές Το υποσύστημα αυτό υποδιαιρείται σε δύο κατηγορίες: - τις εφαρμογές για την εξυπηρέτηση των επιβατών, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ενημέρωσης των επιβατών πριν και κατά τη διάρκεια του ταξιδίου, των συστημάτων κράτησης θέσεων, των συστημάτων πληρωμής, της διαχείρισης αποσκευών, της διαχείρισης των ανταποκρίσεων μεταξύ τραίνων και με άλλους τρόπους μεταφοράς· - τις εφαρμογές για την κυκλοφορία εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ενημέρωσης (παρακολούθηση εμπορευμάτων και τρένων σε πραγματικό χρόνο), των συστημάτων διαλογής και διάθεσης, των συστημάτων κράτησης θέσεων, πληρωμής και τιμολόγησης, της διαχείρισης των ανταποκρίσεων με άλλους τρόπους μεταφοράς, της έκδοσης ηλεκτρονικών συνοδευτικών δικαιολογητικών. 2.6 Τροχαίο υλικό: Η δομή, το σύστημα χειρισμού και ελέγχου όλων των εξοπλισμών του τρένου, οι εξοπλισμοί έλξης και μετασχηματισμού της ενέργειας, πέδησης, ζεύξης, τα όργανα κύλισης (τροχοφορείς, άξονες) και ανάρτηση, θύρες, διεπαφές ανθρώπου/μηχανής (οδηγός, προσωπικό τρένου, επιβάτες), παθητικές ή ενεργητικές διατάξεις ασφαλείας, διατάξεις αναγκαίες για την υγεία των επιβατών και του προσωπικού του τρένου. 2.7 Συντήρηση: Οι διαδικασίες, οι σχετικοί εξοπλισμοί, οι βοηθητικές εγκαταστάσεις συντήρησης, τα αποθέματα που επιτρέπουν τις υποχρεωτικές επισκευές και την προληπτική συντήρηση που προβλέπονται για να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος και οι αναγκαίες επιδόσεις του. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 1. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ 1.1. Ασφάλεια 1.1.1. Ο σχεδιασμός, η κατασκευή ή η παραγωγή, η συντήρηση και η επιτήρηση των κατασκευαστικών στοιχείων που είναι καίρια για την ασφάλεια και, ειδικότερα, των στοιχείων που υπεισέρχονται στην κυκλοφορία των τρένων, πρέπει να εγγυώνται την ασφάλεια στο επίπεδο που αντιστοιχεί προς τους στόχους που έχουν καθοριστεί για το δίκτυο, ακόμα και υπό τις καθορισμένες αντίξοες συνθήκες. 1.1.2. Οι παράμετροι που υπεισέρχονται στην επαφή τροχού-τροχιάς πρέπει να πληρούν τα κριτήρια σταθερότητας κύλισης που είναι αναγκαία ώστε να εξασφαλίζεται κυκλοφορία με πλήρη ασφάλεια υπό την επιτρεπόμενη μέγιστη ταχύτητα. 1.1.3. Τα χρησιμοποιούμενα στοιχεία πρέπει να ανθίστανται στις καθοριζόμενες συνήθεις ή εξαιρετικές καταπονήσεις κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους. Οι τυχαίες βλάβες τους πρέπει, με τη χρήση ενδεδειγμένων μέσων, να έχουν περιορισμένες συνέπειες επί της ασφαλείας. 1.1.4. Ο σχεδιασμός των μόνιμων εγκαταστάσεων και του τροχαίου υλικού, καθώς και η επιλογή των χρησιμοποιουμένων υλικών, πρέπει να γίνονται έτσι ώστε να περιορίζεται η εκδήλωση, η διάδοση και τα αποτελέσματα της φωτιάς και του καπνού σε περίπτωση πυρκαγιάς. 1.1.5. Οι διατάξεις με προορισμό το χειρισμό από τους χρήστες πρέπει να είναι σχεδιασμένες κατά τρόπο ώστε να μην θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά τους σε περίπτωση προβλεπτέων χρήσεων που δεν είναι σύμφωνες προς τις αναγραφόμενες οδηγίες. 1.2. Αξιοπιστία - διαθεσιμότητα Η επιτήρηση και η συντήρηση των σταθερών ή των κινητών στοιχείων που υπεισέρχονται στην κυκλοφορία των τρένων πρέπει να οργανώνονται, να διενεργούνται και να εκτιμώνται ποσοτικά κατά τρόπο ώστε να διατηρείται η λειτουργία τους υπό τις προβλεπόμενες συνθήκες. 1.3. Υγεία 1.3.1. Τα υλικά που ενδέχεται, με τον τρόπο χρήσης τους, να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των προσώπων που έχουν πρόσβαση σε αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στα τρένα και στη σιδηροδρομική υποδομή. 1.3.2. Η επιλογή, οι εφαρμογές και η χρήση των υλικών αυτών πρέπει να γίνονται κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται οι εκπομπές επιβλαβών και επικινδύνων καπνών ή αερίων, ειδικότερα σε περίπτωση πυρκαγιάς. 1.4. Προστασία του περιβάλλοντος 1.4.1. Κατά το σχεδιασμό του συστήματος, εκτιμώνται και λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις της εγκατάστασης και της εκμετάλλευσης του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις. 1.4.2. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στα τρένα και την υποδομή πρέπει να αποτρέπουν την εκπομπή επιβλαβών και επικίνδυνων για το περιβάλλον καπνών ή αερίων, ιδίως σε περίπτωση πυρκαγιάς. 1.4.3. Το τροχαίο υλικό και τα συστήματα ενεργειακής τροφοδότησης πρέπει να είναι σχεδιασμένα και κατασκευασμένα κατά τρόπον ώστε να είναι συμβατά, από ηλεκτρομαγνητική άποψη, με τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό και τα δημόσια ή ιδιωτικά δίκτυα με τα οποία ενδέχεται να υπάρξει παρεμβολή. 1.4.4. Στην εκμετάλλευση του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος πρέπει να τηρούνται οι κανονισμοί σχετικά με τα επίπεδα ηχητικών οχλήσεων. 1.4.5. Η εκμετάλλευση του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος δεν πρέπει να προκαλεί στο έδαφος επίπεδο δονήσεων, απαράδεκτο για τις δραστηριότητες και το χώρο διέλευσης πλησίον της υποδομής και υπό κανονική κατάσταση συντήρησης. 1.5. Τεχνική συμβατότητα Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της υποδομής και των μόνιμων εγκαταστάσεων πρέπει να είναι συμβατά και μεταξύ τους και με τα χαρακτηριστικά των τρένων που πρόκειται να κυκλοφορούν στο συμβατικό διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα. 1/4ταν είναι δύσκολο να τηρηθούν τα χαρακτηριστικά αυτά σε ορισμένα μέρη του δικτύου, θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή προσωρινές λύσεις που να εγγυώνται τη συμβατότητα στο μέλλον. 2. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑ 2.1. Υποδομή 2.1.1. Ασφάλεια Πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή της ανεπιθύμητης πρόσβασης ή παρείσφρησης στις εγκαταστάσεις. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για να περιορίζονται οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται τα άτομα, κυρίως κατά τη διέλευση των τρένων από τους σταθμούς. Η υποδομή στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό πρέπει να είναι σχεδιασμένη και κατασκευασμένη κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται οι κίνδυνοι για την ασφάλεια των προσώπων (σταθερότητα, πυρκαγιά, πρόσβαση, εκκένωση, κρηπιδώματα, κ.λπ.). Πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες διατάξεις για να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις ασφαλείας εντός των σηράγγων μεγάλου μήκους. 2.2. Ενέργεια 2.2.1. Ασφάλεια Η λειτουργία των εγκαταστάσεων ενεργειακής τροφοδότησης δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια ούτε των τρένων ούτε των προσώπων (χρηστών, προσωπικού εκμετάλλευσης, περίοικων και τρίτων). 2.2.2. Προστασία του περιβάλλοντος Η λειτουργία των εγκαταστάσεων ενεργειακής τροφοδότησης δεν πρέπει να διαταράσσει το περιβάλλον πέραν των προδιαγραφομένων ορίων. 2.2.3. Τεχνική συμβατότητα Τα χρησιμοποιούμενα συστήματα τροφοδότησης με ντήζελ/ηλεκτρική ενέργεια, πρέπει: - να επιτρέπουν στα τρένα να επιτυγχάνουν τις προδιαγεγραμμένες επιδόσεις, - στην περίπτωση ηλεκτροκίνησης, να είναι συμβατά με τα συστήματα λήψης ρεύματος που είναι εγκατεστημένα στα τρένα. 2.3. Έλεγχος-χειρισμός και σηματοδότηση 2.3.1. Ασφάλεια Οι εγκαταστάσεις και οι εργασίες ελέγχου, χειρισμού και σηματοδότησης που χρησιμοποιούνται πρέπει να επιτρέπουν κυκλοφορία των τρένων στο επίπεδο ασφάλειας το οποίο αντιστοιχεί προς τους στόχους που έχουν καθοριστεί για το δίκτυο. 2.3.2. Τεχνική συμβατότητα Κάθε νέα υποδομή και κάθε νέο τροχαίο υλικό που κατασκευάζεται ή αναπτύσσεται μετά την υιοθέτηση συμβατών συστημάτων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης πρέπει να προσαρμόζεται στη χρήση των εν λόγω συστημάτων. Ο εξοπλισμός ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης που είναι εγκατεστημένος στο χώρο της θέσης οδήγησης των τρένων πρέπει να επιτρέπει κανονική εκμετάλλευση, υπό προδιαγεγραμμένες συνθήκες, επί του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. 2.4. Τροχαίο υλικό 2.4.1. Ασφάλεια Η δομή του τροχαίου υλικού και των ζεύξεων μεταξύ των οχημάτων πρέπει να είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο ώστε να προστατεύει τους χώρους επιβατών και οδήγησης σε περίπτωση σύγκρουσης ή εκτροχιασμού. Ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια λειτουργίας των εγκαταστάσεων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης. Οι τεχνικές πέδησης, καθώς και οι ασκούμενες καταπονήσεις, πρέπει να είναι συμβατές με το σχεδιασμό των γραμμών, των τεχνικών έργων και των συστημάτων σηματοδότησης. Λαμβάνονται μέτρα όσον αφορά την πρόσβαση στα στοιχεία υπό τάση ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια των προσώπων. Σε περίπτωση κινδύνου, ορισμένες διατάξεις πρέπει να επιτρέπουν στους επιβάτες να τον επισημαίνουν στο μηχανοδηγό και στο προσωπικό συνοδείας να έρχεται σε επαφή με το μηχανοδηγό. Οι θύρες εισόδου πρέπει να είναι εφοδιασμένες με ένα σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος το οποίο να εγγυάται την ασφάλεια των επιβατών. Πρέπει να προβλέπονται και να επισημαίνονται έξοδοι κινδύνου. Πρέπει να προβλέπονται κατάλληλες διατάξεις για να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες προϋποθέσεις ασφαλείας εντός των σηράγγων μεγάλου μήκους. Είναι υποχρεωτική η εγκατάσταση επί των τρένων ενός συστήματος φωτισμού ασφαλείας επαρκούς έντασης και αυτονομίας. Τα τρένα πρέπει να διαθέτουν ηχητικό σύστημα που να επιτρέπει τη διαβίβαση μηνυμάτων προς τους επιβάτες από το προσωπικό του τρένου και από το προσωπικό ελέγχου εκτός του τρένου. 2.4.2. Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα Ο σχεδιασμός του εξοπλισμού ζωτικής σημασίας, κύλισης, έλξης και πέδησης, καθώς και ελέγχου-χειρισμού, πρέπει να επιτρέπει, υπό καθορισμένες αντίξοες συνθήκες, τη συνέχιση της πορείας του τρένου χωρίς αρνητικές συνέπειες στον εξοπλισμό που παραμένει σε λειτουργία. 2.4.3. Τεχνική συμβατότητα Ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός πρέπει να είναι συμβατός με τη λειτουργία των εγκαταστάσεων ελέγχου-χειρισμού και σηματοδότησης. Στην περίπτωση ηλεκτροκίνησης τα χαρακτηριστικά των συστημάτων λήψης ρεύματος πρέπει να επιτρέπουν την κυκλοφορία των τρένων με τα συστήματα ενεργειακής τροφοδότησης του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. Το τροχαίο υλικό πρέπει να έχει χαρακτηριστικά που να του επιτρέπουν να κυκλοφορεί σε όλες τις γραμμές για τις οποίες προβλέπεται η εκμετάλλευσή του. 2.5. Συντήρηση 2.5.1. Υγεία Οι τεχνικές εγκαταστάσεις και οι χρησιμοποιούμενες διαδικασίες στα κέντρα συντήρησης δεν πρέπει να βλάπτουν την υγεία των προσώπων. 2.5.2. Προστασία του περιβάλλοντος Οι τεχνικές εγκαταστάσεις και οι χρησιμοποιούμενες διαδικασίες στα κέντρα συντήρησης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα επίπεδα οχλήσεων που είναι αποδεκτά για τον περιβάλλοντα χώρο. 2.5.3. Τεχνική συμβατότητα Οι εγκαταστάσεις συντήρησης του συμβατικού τροχαίου υλικού πρέπει να επιτρέπουν να εκτελούνται οι εργασίες ασφάλειας, υγιεινής και άνεσης σε όλο το υλικό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί. 2.6. Eκμετάλλευση και διαχείριση της κυκλοφορίας 2.6.1. Ασφάλεια Η σύγκλιση των κανόνων εκμετάλλευσης των δικτύων, καθώς και τα προσόντα των μηχανοδηγών και του προσωπικού των αμαξοστοιχιών και των κέντρων ελέγχου πρέπει να εγγυώνται ασφαλή εκμετάλλευση. Οι διαδικασίες και η συχνότητα συντήρησης, η εκπαίδευση και τα προσόντα του προσωπικού συντήρησης και των κέντρων ελέγχου, καθώς και το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας που εφαρμόζεται στα κέντρα ελέγχου και συντήρησης των σχετικών φορέων πρέπει να εγγυώνται υψηλό επίπεδο ασφάλειας. 2.6.2. Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα Οι διαδικασίες και η συχνότητα συντήρησης, η εκπαίδευση και τα προσόντα του προσωπικού συντήρησης και των κέντρων ελέγχου, καθώς και το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας που εφαρμόζεται από τους σχετικούς φορείς εκμετάλλευσης στα κέντρα ελέγχου και συντήρησης πρέπει να εγγυώνται υψηλό επίπεδο αξιοπιστίας και διαθεσιμότητας του συστήματος. 2.6.3. Τεχνική συμβατότητα Η σύγκλιση των κανόνων εκμετάλλευσης των δικτύων, καθώς και τα προσόντα των μηχανοδηγών, του προσωπικού των αμαξοστοιχιών και του προσωπικού διαχείρισης της κυκλοφορίας, πρέπει να εγγυώνται την αποδοτική εκμετάλλευση του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. 2.7. Τηλεματικές εφαρμογές για την εξυπηρέτηση των επιβατών και την κυκλοφορία εμπορευμάτων 2.7.1. Τεχνική συμβατότητα Οι βασικές απαιτήσεις στον τομέα των τηλεματικών εφαρμογών που εγγυώνται ελάχιστη ποιότητα εξυπηρέτησης των επιβατών και των πελατών του εμπορευματικού τομέα αφορούν ειδικότερα την τεχνική συμβατότητα. Για τις εφαρμογές αυτές εξασφαλίζεται: -ότι η βάση δεδομένων, τα λογισμικά και τα πρωτόκολλα διαβίβασης των δεδομένων αναπτύσσονται έτσι ώστε να εγγυώνται μέγιστες δυνατότητες ανταλλαγής δεδομένων αφενός μεταξύ διαφορετικών εφαρμογών και αφετέρου μεταξύ διαφορετικών φορέων εκμετάλλευσης· -εύκολη πρόσβαση στις πληροφορίες από τους χρήστες. 2.7.2. Αξιοπιστία και διαθεσιμότητα Οι τρόποι χρήσης, διαχείρισης, επικαιροποίησης και συντήρησης αυτών των βάσεων δεδομένων, λογισμικών και πρωτοκόλλων διαβίβασης των δεδομένων πρέπει να εγγυώνται την αποδοτικότητα των ανωτέρω συστημάτων και την ποιότητα εξυπηρέτησης. 2.7.3 Υγεία Στις διεπαφές των συστημάτων αυτών με τους χρήστες πρέπει να τηρούνται οι ελάχιστοι κανόνες εργονομίας και προστασίας της υγείας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ 1. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ Η δήλωση «EK» ισχύει για τα στοιχεία διαλειτουργικότητας του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος που αναφέρονται στο άρθρο 3. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να είναι: 1.1. Στοιχεία γενικής χρήσεως Είναι τα στοιχεία που δεν αφορούν ειδικά το σιδηροδρομικό σύστημα και μπορούν να χρησιμοποιούνται ως έχουν και σε άλλους τομείς. 1.2. Στοιχεία γενικής χρήσεως με ειδικά χαρακτηριστικά Είναι τα στοιχεία που αυτά καθεαυτά δεν αφορούν ειδικά το σιδηροδρομικό σύστημα αλλά πρέπει να έχουν ειδικές επιδόσεις όταν χρησιμοποιούνται στο σιδηροδρομικό τομέα. 1.3. Ειδικά στοιχεία Πρόκειται για στοιχεία ειδικά για σιδηροδρομικές εφαρμογές. 2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Η δήλωση «EK» αφορά: - είτε την αξιολόγηση, από έναν ή περισσότερους κοινοποιημένους οργανισμούς, της εγγενούς συμμόρφωσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας, εξεταζομένου μεμονωμένα, προς τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληροί, - είτε την εκτίμηση/αξιολόγηση, από έναν ή περισσότερους κοινοποιημένους οργανισμούς, της καταλληλότητας χρήσης ενός στοιχείου διαλειτουργικότητας, εξεταζομένου στο πλαίσιο της σιδηροδρομικής χρήσης και, ιδιαίτερα, στην περίπτωση που πρόκειται περί διασυνδέσεων, σε σχέση με τις υπό έλεγχο τεχνικές προδιαγραφές κυρίως λειτουργικής φύσεως. Οι διαδικασίες αξιολόγησης τις οποίες χρησιμοποιούν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί, στο στάδιο του σχεδιασμού, καθώς και της κατασκευής, διεξάγονται βάσει των ενοτήτων που ορίζονται στην απόφαση 93/465/EOK του Συμβουλίου, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που αναφέρουν οι ΤΠΔ. 3. Περιεχόμενο της δήλωσης «EK» Η δήλωση «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης και τα συνοδευτικά έγγραφα πρέπει να φέρουν ημερομηνία και υπογραφή. Η δήλωση συντάσσεται στην ίδια γλώσσα όπως με τις οδηγίες χρήσεως και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: - τα στοιχεία αναφοράς της οδηγίας, - το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του εγκατεστημένου στην Κοινότητα εντολοδόχου του (πρέπει να αναφέρεται η εταιρική επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση και, σε περίπτωση εντολοδόχου, και η εταιρική επωνυμία του κατασκευαστή), - την περιγραφή του στοιχείου διαλειτουργικότητας (μάρκα, τύπος, κ.λπ.), - την αναφορά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για τη δήλωση συμμόρφωση ή καταλληλότητας χρήσης (άρθρο 13), - κάθε σχετική περιγραφή στην οποία ανταποκρίνεται το στοιχείο διαλειτουργικότητας, και ιδιαίτερα οι προϋποθέσεις χρήσης, - την ονομασία και τη διεύθυνση του ή των κοινοποιημένων οργανισμών οι οποίοι παρενέβησαν στην ακολουθούμενη διαδικασία για τη συμμόρφωση ή την καταλληλότητα χρήσης, καθώς και την ημερομηνία του πιστοποιητικού εξέτασης, ενδεχομένως, με τη διάρκεια και τους όρους ισχύος του πιστοποιητικού, - ενδεχομένως, τα στοιχεία αναφοράς των ευρωπαϊκών προδιαγραφών, - το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί να δεσμεύει με την υπογραφή του τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ΔΗΛΩΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ Η δήλωση «EK» ελέγχου και τα συνοδευτικά έγγραφα πρέπει να φέρουν ημερομηνία και υπογραφή. Η δήλωση συντάσσεται στην ίδια γλώσσα όπως με τις οδηγίες χρήσεως και περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: - τα στοιχεία αναφοράς της οδηγίας, - το όνομα και τη διεύθυνση του αναθέτοντα φορέα ή του εγκατεστημένου στην Κοινότητα εντολοδόχου του (πρέπει να αναφέρεται η εταιρική επωνυμία και η πλήρης διεύθυνση και, σε περίπτωση εντολοδόχου, και η εταιρική επωνυμία του αναθέτοντα φορέα), - τη συνοπτική περιγραφή του υποσυστήματος, - την ονομασία και τη διεύθυνση του κοινοποιημένου οργανισμού ο οποίος διεξήγαγε τον έλεγχο «EK» που αναφέρεται στο άρθρο 18, - τα στοιχεία αναφοράς των εγγράφων που περιέχει ο τεχνικός φάκελος, - όλες τις σχετικές προσωρινές ή οριστικές διατάξεις τις οποίες πρέπει να πληροί το υποσύστημα και, ιδιαίτερα, εάν συντρέχει λόγος, τους περιορισμούς ή τις προϋποθέσεις εκμετάλλευσης, - εάν είναι προσωρινή: τη διάρκεια ισχύος της δήλωσης «EK», - το ονοματεπώνυμο του υπογράφοντος. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΥΠΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο έλεγχος «EK» είναι η διαδικασία με την οποία ένας κοινοποιημένος οργανισμός ελέγχει και πιστοποιεί, εφόσον το ζητήσει ο αναθέτων φορέας ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εντολοδόχος του, ότι ένα υποσύστημα είναι: - σύμφωνο προς τις διατάξεις της οδηγίας, - σύμφωνο προς άλλες κανονιστικές διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με τη συνθήκη, και μπορεί να τεθεί σε λειτουργία. 2. ΣΤΑΔΙΑ Ο έλεγχος του υποσυστήματος περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια: - γενικό σχεδιασμό, - κατασκευή του υποσυστήματος, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, ιδίως, η εκτέλεση των έργων πολιτικού μηχανικού, η συναρμολόγηση των στοιχείων, η ρύθμιση του συνόλου, - δοκιμές του περατωθέντος υποσυστήματος. 3. ΒΕΒΑΙΩΣΗ Ο κοινοποιημένος οργανισμός ο οποίος είναι αρμόδιος για τον έλεγχο «EK» συντάσσει το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που προορίζεται για τον αναθέτοντα φορέα ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του, ο οποίος, με τη σειρά του, συντάσσει τη δήλωση «EK» ελέγχου, η οποία προορίζεται για την εποπτεύουσα αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένο ή/και τίθεται υπό εκμετάλλευση το υποσύστημα. 4. ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ Ο τεχνικός φάκελος, ο οποίος συνοδεύει τη δήλωση ελέγχου, πρέπει να έχει συσταθεί ως ακολούθως: - για την υποδομή: σχέδια των τεχνικών έργων, πρακτικά παραλαβής των έργων εκσκαφής και της σιδηροκατασκευής, εκθέσεις δοκιμών και ελέγχου των κατασκευών από σκυρόδεμα, - για τα λοιπά υποσυστήματα: γενικά και αναλυτικά σχέδια εκτέλεσης των εργασιών, σχέδια ηλεκτρικών και υδραυλικών κυκλωμάτων, σχέδια κυκλωμάτων χειρισμού, περιγραφή των συστημάτων πληροφορικής και των αυτοματισμών, οδηγίες λειτουργίας και συντήρησης, κ.λπ., - κατάλογος των στοιχείων διαλειτουργικότητας που αναφέρονται στο άρθρο 3 τα οποία είναι ενσωματωμένα στο υποσύστημα, - αντίγραφα των δηλώσεων «EK» συμμόρφωσης ή καταλληλότητας χρήσης, τα οποία πρέπει να συνοδεύουν τα εν λόγω κατασκευαστικά στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 της οδηγίας, τα οποία συνοδεύονται, εάν συντρέχει λόγος, από τα αντίστοιχα στοιχεία υπολογισμού και από αντίγραφο των πρακτικών των δοκιμών και εξετάσεων που έχουν διεξαχθεί από τους κοινοποιημένους οργανισμούς βάσει των κοινών τεχνικών προδιαγραφών, - βεβαίωση του κοινοποιημένου οργανισμού ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο «EK» με την οποία βεβαιώνει ότι το έργο είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, συνοδευόμενη από τα αντίστοιχα στοιχεία υπολογισμού και θεωρημένη με τη φροντίδα του οργανισμού, και η οποία αναφέρει, εάν συντρέχει λόγος, τις επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών και δεν έχουν αρθεί, καθώς και συνοδευόμενη από τις εκθέσεις επίσκεψης και ελέγχου, τις οποίες έχει συντάξει στο πλαίσιο της αποστολής του, όπως διευκρινίζεται στα σημεία 5.3 και 5.4 κατωτέρω. 5. ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ 5.1. Σκοπός της επιτήρησης «EK» είναι να εξασφαλιστεί ότι, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του υποσυστήματος, τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον τεχνικό φάκελο. 5.2. Ο κοινοποιημένος οργανισμός ο επιφορτισμένος με τον έλεγχο της εκτέλεσης πρέπει να έχει συνεχώς πρόσβαση στα εργοτάξια, στα εργαστήρια κατασκευής, στους χώρους αποθήκευσης και, εάν συντρέχει λόγος, προκατασκευής, στις εγκαταστάσεις δοκιμών και, εν γένει, σε όλους τους χώρους που μπορεί να κρίνει αναγκαίους για την εκτέλεση της αποστολής του. Ο αναθέτων φορέας ή ο εντολοδόχος του στην Κοινότητα οφείλει να του παραδίδει ή να φροντίζει να του παραδίδονται όλα τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έγγραφα, και ιδίως τα σχέδια εκτέλεσης και η τεχνική τεκμηρίωση σχετικά με το υποσύστημα. 5.3. Ο κοινοποιημένος οργανισμός, για να ελέγξει την εκτέλεση, πραγματοποιεί, κατά τακτά διαστήματα, ελέγχους, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τηρούνται οι διατάξεις της οδηγίας και, με την ευκαιρία αυτή, χορηγεί έκθεση ελέγχου στα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκτέλεση. Μπορεί να απαιτεί να καλείται στο εργοτάξιο σε ορισμένες φάσεις του έργου. 5.4. Εξάλλου, ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επισκέψεις στο εργοτάξιο ή στα εργαστήρια κατασκευής. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, ο κοινοποιημένος οργανισμός μπορεί να διενεργεί πλήρεις ή μερικούς ελέγχους και χορηγεί έκθεση επίσκεψης και, ενδεχομένως, έκθεση ελέγχου στα πρόσωπα που έχουν αναλάβει την εκτέλεση. 6. ΚΑΤΑΘΕΣΗ Ο πλήρης φάκελος που αναφέρεται στην παράγραφο 4 κατατίθεται στον αναθέτοντα φορέα ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εντολοδόχο του ΠΡΟΣ υποστήριξη του πιστοποιητικού συμμόρφωσης που εκδίδει ο κοινοποιημένος οργανισμός που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο του υποσυστήματος σε κατάσταση λειτουργίας. Ο φάκελος επισυνάπτεται στη δήλωση «EK» ελέγχου την οποία υποβάλλει ο αναθέτων φορέας στην εποπτεύουσα αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Ο αναθέτων φορέας διατηρεί αντίγραφο του φακέλου καθόλη τη διάρκεια ζωής του υποσυστήματος. Ο φάκελος κοινοποιείται στα άλλα κράτη μέλη, εφόσον το ζητήσουν. 7. ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Κάθε κοινοποιημένος οργανισμός δημοσιεύει τακτικά τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά: - τις αιτήσεις ελέγχου «EK» που παρέλαβε, - τα πιστοποιητικά συμμόρφωσης που χορηγήθηκαν, - τις βεβαιώσεις συμμόρφωσης που απορρίφθηκαν. 8. ΓΛΩΣΣΑ Οι φάκελοι και η αλληλογραφία σχετικά με τις διαδικασίες ελέγχου «EK» συντάσσονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αναθέτων φορέας ή ο εντολοδόχος του στην Κοινότητα ή σε γλώσσα αποδεκτή από τον αναθέτοντα φορέα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΥΠΟΨΗ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ 1. Ο οργανισμός, ο διευθυντής του και το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με την εκτέλεση των διαδικασιών ελέγχου δεν μπορούν να παρεμβαίνουν ούτε άμεσα ούτε ως εντολοδόχοι στο σχεδιασμό, την κατασκευή, την εκτέλεση, την εμπορία ή τη συντήρηση των στοιχείων διαλειτουργικότητας ή των υποσυστημάτων, ούτε στην εκμετάλλευση. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα ανταλλαγής τεχνικών πληροφοριών μεταξύ κατασκευαστή ή εκτελεστή του έργου και οργανισμού. 2. Ο οργανισμός και το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχο οφείλουν να εκτελούν τις εργασίες ελέγχου με τη μεγαλύτερη επαγγελματική ακεραιότητα και τη μεγαλύτερη τεχνική επάρκεια και να αγνοούν πιέσεις και προτροπές, ιδίως οικονομικής φύσεως, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση τους ή τα αποτελέσματα του ελέγχου τους, ιδιαίτερα εάν προέρχονται από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των ελέγχων. 3. Ο οργανισμός πρέπει να διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό και τα αναγκαία μέσα για να επιτελεί με ικανοποιητικό τρόπο τα τεχνικά και διοικητικά καθήκοντα που συνδέονται με την εκτέλεση των ελέγχων· πρέπει, ομοίως, να έχει πρόσβαση στο υλικό που είναι αναγκαίο για κατ'εξαίρεσιν ελέγχους. 4. Το προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με τους ελέγχους πρέπει να διαθέτει: - καλή τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, - ικανοποιητική γνώση των απαιτήσεων σχετικά με τους ελέγχους που διεξάγει και επαρκή πρακτική εμπειρία των ελέγχων αυτών, - την απαιτούμενη ικανότητα για τη σύνταξη των βεβαιώσεων, των πρακτικών και των εκθέσεων που αποδεικνύουν ότι οι έλεγχοι έχουν πράγματι διεξαχθεί. 5. Πρέπει να υπάρχει εγγύηση για την ανεξαρτησία του προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με τους ελέγχους. Η αμοιβή κάθε υπαλλήλου δεν πρέπει να εξαρτάται ούτε από τον αριθμό των ελέγχων που διενεργεί, ούτε από τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών. 6. Ο οργανισμός οφείλει να συνάπτει σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης, εκτός εάν η ευθύνη αυτή καλύπτεται από το κράτος βάσει του εθνικού δικαίου, ή εάν οι έλεγχοι διενεργούνται απευθείας από το κράτος μέλος. 7. Το προσωπικό του οργανισμού δεσμεύεται από το επαγγελματικό απόρρητο για ο,τιδήποτε περιέρχεται στη γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του (πλην έναντι των αρμόδιων διοικητικών αρχών του κράτους στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του) στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας ή οποιασδήποτε διάταξης εσωτερικού δικαίου που αποσκοπεί στην εφαρμογή αυτής της οδηγίας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΤΗΡΕΙ Ο ΚΟΙΝΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ (ΚΑΟ) 1. Σύμφωνα με τις γενικές κοινοτικές διαδικασίες τυποποίησης, ο ΚΑΟ οφείλει να εργάζεται με ανοικτό και διαφανή τρόπο, με βάση τη συναίνεση και την ανεξαρτησία έναντι των ιδίων συμφερόντων. Προς το σκοπό αυτό, κάθε παράγοντας που ανήκει στις τρεις κατηγορίες - διαχειριστές υποδομών, σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, βιομηχανία - που αντιπροσωπεύει ο ΚΑΟ, οφείλει να γνωμοδοτεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκπόνησης των ΤΔΠ, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του ΚΑΟ πριν την οριστικοποίηση του σχεδίου ΤΔΠ από τον ΚΑΟ. 2. Εάν ο ΚΑΟ δεν διαθέτει τις αναγκαίες ικανότητες για την εκπόνηση σχεδίου μιας συγκεκριμένης ΤΔΠ, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή. 3. Ο ΚΑΟ συγκροτεί τις ομάδες εργασίας που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση των σχεδίων ΤΔΠ· οι ομάδες αυτές έχουν ευέλικτη και αποδοτική δομή. Προς το σκοπό αυτό, ο αριθμός εμπειρογνωμόνων είναι περιορισμένος. Η αντιπροσώπευση είναι ισόρροπη μεταξύ των διαχειριστών υποδομής και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, αφενός, και, αφετέρου, της βιομηχανίας· στην κατανομή αυτή λαμβάνεται υπόψη τηρείται κατάλληλη ισορροπία των εθνικοτήτων. Οι εμπειρογνώμονες των μη κοινοτικών χωρών μπορούν να συμμετέχουν στην ομάδα εργασίας ως παρατηρητές. 4. Οι τυχόν δυσχέρειες που σχετίζονται με την οδηγία και δεν μπορούν να επιλυθούν από την ομάδα εργασίας πρέπει να επισημαίνονται αμέσως στην Επιτροπή. 5. Η Επιτροπή πρέπει να έχει στη διάθεσή της όλα τα έγγραφα εργασίας που είναι αναγκαία για την παρακολούθηση των εργασιών του ΚΑΟ. 6. Ο ΚΑΟ οφείλει να λαμβάνει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα όλων των καίριων πληροφοριών που περιέρχονται στη γνώση του κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων του 7. Ο ΚΑΟ μεριμνά με κάθε τρόπο ώστε τα αποτελέσματα των εργασιών της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 21, καθώς και οι συστάσεις της επιτροπής και της Επιτροπής, να κοινοποιούνται σε όλα τα μέλη και σε όλους τους εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ 1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ Πρόταση οδηγίας του ΕΚ και του Συμβουλίου για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου. 2. ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΟΝΔΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Το κονδύλι B 5-300 χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση δύο ΤΠΔ στο πλαίσιο της οδηγίας 96/48 (Τροχαίο υλικό και συντήρηση). Το κονδύλι B 5-314: για τις εντολές προς τη CEN/CENELEC/ETSI για τα εναρμονισμένα πρότυπα. Το κονδύλι B5-700 (ΔΔΜ) χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση τριών ΤΠΔ στο πλαίσιο της οδηγίας 96/48 (υποδομή, έλεγχος-χειρισμός, ενέργεια). Τα στοιχεία αυτά αφορούν την ονοματολογία του προϋπολογισμού για το 1999 και δεν προδικάζουν ενδεχόμενη τροποποίηση της ονοματολογίας στο μέλλον, ενόψει συγκέντρωσης πιστώσεων στο πλαίσιο των εργασιών που προβλέπονται στην προτεινόμενη οδηγία. 3. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ’ρθρο 155 της Συνθήκης. 4. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ 4.1 Γενικός στόχος του μέτρου Δημιουργία ενός συνόλου υποχρεωτικών τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας (ΤΔΠ) και εναρμονισμένων προτύπων προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου. 4.2 Περίοδος καλυπτόμενη από το μέτρο και προβλεπόμενοι τρόποι ανανέωσής του 2001-2010 5. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ/ΤΟΥ ΕΣΟΔΟΥ Καμία. 6. ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ/ΤΟΥ ΕΣΟΔΟΥ Προβλέπεται επιχορήγηση για την από κοινού χρηματοδότηση από άλλες πηγές του δημοσίου ή/και ιδιωτικού τομέα (βιομηχανία, διαχειριστές υποδομής και σιδηροδρομικές επιχειρήσεις). Δεν προβλέπεται η μερική ή συνολική επιστροφή της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης σε περίπτωση οικονομικής επιτυχίας της δράσης. Δεν προβλέπεται καμία τροποποίηση ως προς τα έσοδα. 7. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ 7.1 Τρόπος υπολογισμού του συνολικού κόστους της δράσης Οι δαπάνες διακρίνονται σε εκείνες που θα προκύψουν από την εκπόνηση των τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας (ΤΔΠ) και σε εκείνες που συνδέονται με την εκπόνηση των προτύπων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των ΤΔΠ. 1/4σον αφορά τις ΤΔΠ, είναι σκόπιμο να προβλεφθούν, στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας του προϋπολογισμού, τα μέσα που θα αντιστοιχούν στον συντονισμό της εργασίας 10 ομάδων εργασίας οι οποίες έχουν συγκροτηθεί από τη βιομηχανία και τους σιδηροδρόμους (CCFE και UIC) και έχουν επιφορτισθεί με την εκπόνηση των τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας (ΤΔΠ) για τα εξής 8 υποσυστήματα: υποδομή, ενέργεια, συντήρηση, έλεγχος-χειρισμός, τροχαίο υλικό, εκμετάλλευση και διαχείριση της κυκλοφορίας, τηλεματικές εφαρμογές για την εξυπηρέτηση επιβατών, τηλεματικές εφαρμογές για την κυκλοφορία εμπορευμάτων. Εξάλλου θα υπάρχουν δύο ομάδες συντονισμού των «διεπαφών» των υποσυστημάτων και «αξιολόγησης της συμμόρφωσης», και μια ομάδα που θα συντονίζει την αξιολόγηση κόστους-οφέλους. Το κύριο μέρος του έργου των ομάδων εργασίας θα εξασφαλιστεί από τους εμπειρογνώμονες της βιομηχανίας και των σιδηροδρόμων. Η Επιτροπή θα συμβάλει χρηματοδοτικά στη δράση των ανωτέρω ομάδων εργασίας. Η Επιτροπή θα αναλάβει εξάλλου τη χρηματοδότηση των συνεδριάσεων της επιτροπής του άρθρου 21. Στην περίπτωση των τρένων μεγάλης ταχύτητας, η κοινοτική χρηματοδοτική συμβολή για την εκπόνηση μιας ΤΔΠ είναι κατά μέσον όρο 400.000 EUR. Ωστόσο, ο τρόπος χρηματοδότησης που προβλέπεται σήμερα δεν είναι ευέλικτος και δεν θα άρμοζε για τον τρόπο εργασίας που προτείνεται στην περίπτωση των συμβατικών σιδηροδρόμων. Επιπλέον, η AEIF εξετάζει το ενδεχόμενο μεταβολής της διάρθρωσής της για να καταστεί πιο επιχειρησιακή και να έχει πιο άμεση ανταπόκριση στις αιτήσεις της Επιτροπής· θα ήταν σκόπιμο να υπάρχει, εκτός από τις σημερινές ομάδες εργασίας, ένας μόνιμος πυρήνας, με τουλάχιστον έναν εμπειρογνώμονα ανά υποσύστημα, ικανό να ανταποκριθεί στις αιτήσεις της Επιτροπής και να προετοιμάζει τα έγγραφα εργασίας ή συμβιβασμού. Κατά τον τρόπο αυτό, η εργασία των ομάδων εμπειρογνωμόνων θα αποβεί πολύ πιο αποτελεσματική και θα δίδεται απάντηση έγκαιρα στα ακριβή αιτήματα που διατυπώνει η Επιτροπή. Αυτή η βελτίωση βέβαια επιφέρει πρόσθετο κόστος ως προς το μέσο κόστος μιας ΤΔΠ, το οποίο υπολογίζεται σε 200.000 EUR. 1/4σον αφορά τη χρηματοδότηση, η AEIF θεωρεί ότι θα ήταν πιο λογικό να χρηματοδοτήσουν οι ίδιες οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και η βιομηχανία το έργο των εμπειρογνωμόνων τους στις διάφορες ομάδες, η δε Κοινότητα να χρηματοδοτήσει σε μεγαλύτερο βαθμό τις εργασίες του μόνιμου πυρήνα. Ένα άλλο στοιχείο αφορά τον αριθμό των ΤΔΠ, ο οποίος θα είναι υψηλότερος στην περίπτωση των συμβατικών σιδηροδρόμων. 1/4ντως, προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του διατακτικού ότι οι ΤΔΠ μπορούν να καλύψουν τεχνικά μέρη του υποσυστήματος ή γεωγραφικά τμήματα του δικτύου, έτσι ώστε να εξαλειφθούν τα εμπόδια που ζημιώνουν ιδιαίτερα την ποιότητα εξυπηρέτησης. Ούτως ή άλλως, εάν στις εργασίες εκπόνησης των ΤΔΠ προστεθεί η αναθεώρηση των ΤΔΠ που θα εκδοθούν το 2000 για τα τρένα μεγάλης ταχύτητας (ιδίως οι προδιαγραφές ERTMS που ενσωματώνονται στην ΤΔΠ έλεγχος-χειρισμός) και άλλες εργασίες, όπως εκείνες που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 24, και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ορισμένα υποσυστήματα θα αποτελέσουν το αντικείμενο πολλών ΤΔΠ, πρέπει να προβλεφθεί κοινοτική χρηματοδότηση τουλάχιστον 2 εκατ. EUR ανά έτος επί 10 έτη. 1/4σον αφορά τα πρότυπα, ο αριθμός τους θα καθοριστεί σε κάθε ΤΔΠ. Μετά την έκδοση μιας ΤΔΠ, η εντολή για την κατάρτιση των προτύπων θα δοθεί στην CEN, CENELEC και ETSI. Υπολογισμός : 10 εκατ. EUR (περίπου 200 πρότυπα, με κόστος ανά πρότυπο υπολογιζόμενο σε 50 χιλ. EUR). Ούτως ή άλλως, οι ως άνω δαπάνες θα καλυφθούν εντός των ορίων των ετήσιων διαθέσεων πόρων των εν λόγω κονδυλίων προϋπολογισμού, χωρίς πρόσθετους ειδικούς πόρους. 7.2 Κατανομή ανά στοιχείο της δράσης Οι ανωτέρω εκτιμήσεις (20 εκατ. EUR για τις ΤΔΠ και 10 εκατ. EUR για τα πρότυπα) πρόκειται να κατανεμηθούν ομοιόμορφα σε μια περίοδο 10 ετών· προς το παρόν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ακριβέστερη εκτίμηση. 7.3 Λειτουργικές δαπάνες μελετών, συνεδριάσεων εμπειρογνωμόνων, κ.λπ. περιλαμβανόμενες στο μέρος Β. Υπολογίζεται προϋπολογισμός 100 χιλ. EUR ανά έτος επί 10 έτη, στον οποίο θα συμπεριληφθούν οι μελέτες, οι αξιολογήσεις, οι συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων, η πληροφόρηση και οι δημοσιεύσεις. 7.4 Ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών α) Εκπόνηση των ΤΔΠ (κονδύλι Β5.700 σύμφωνα με την ονοματολογία του προϋπολογισμού για το 1999) Η εκπόνηση των ΤΔΠ (και των αντίστοιχων προτύπων) συνδέεται με το πρόγραμμα εργασίας που θα έχει η επιτροπή, βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 21, παράγραφος 6 της οδηγίας. -Το χρονοδιάγραμμα βασίζεται στις εξής υποθέσεις: - Η οδηγία θα εκδοθεί στις αρχές του 2001, η πρώτη ανάληψη υποχρεώσεων θα πραγματοποιηθεί τέλη του 2001, το ύψος δε αυτής θα είναι 1.500.000 εκατ. EUR (δύο ΤΔΠ των 600.000 EUR και μία ΤΔΠ των 300.000 EUR: οι πρώτες ΤΔΠ θα αφορούν κατά πάσα πιθανότητα τον έλεγχο-χειρισμό, τις τηλεματικές εφαρμογές για την κυκλοφορία εμπορευμάτων και το πρόβλημα του θορύβου). Οι πρώτες πληρωμές προβλέπονται επομένως για το 2001. - οι πληρωμές κλιμακώνονται, για κάθε ΤΠΔ, σε τρία στάδια: 30 % για το πρώτο έτος (προκαταβολή), 40 % για το δεύτερο έτος (ενδιάμεση πληρωμή) και το υπόλοιπο 30 % για το τρίτο έτος (δεύτερη ενδιάμεση πληρωμή και καταβολή του υπολοίπου). >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ί) Εκπόνηση των προτύπων (κονδύλι Β5.300 και Β5.314 σύμφωνα με την ονοματολογία του προϋπολογισμού για το 1999) Η εκπόνηση των προτύπων εξαρτάται από το ρυθμό ανάπτυξης των ΤΠΔ· ως εκ τούτου το χρονοδιάγραμμα των προτύπων ακολουθεί την ίδια πρόοδο με το ανωτέρω χρονοδιάγραμμα, και βασίζεται στις ίδιες υποθέσεις. 8. ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ 1/4σον αφορά την τυποποίηση, η σύμβαση-πλαίσιο μεταξύ Επιτροπής και CEN, CENELEC και ETSI περιλαμβάνει διατάξεις ελέγχου και ενδεχόμενου λογιστικού ελέγχου. Ο έλεγχος των επιχορηγήσεων ή της παροχής υπηρεσιών και των προπαρασκευαστικών μελετών, σκοπιμότητας ή αξιολόγησης που θα ανατεθούν, πραγματοποιείται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής πριν την πληρωμή, λαμβανομένων υπόψη των συμβατικών υποχρεώσεων και των αρχών εξοικονόμησης και ορθής δημοσιονομικής ή γενικής διαχείρισης. 1/4λες οι συμφωνίες ή συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ Επιτροπής και των δικαιούχων πληρωμής περιλαμβάνουν διατάξεις κατά της απάτης (έλεγχος, υποβολή εκθέσεων, κ.λπ.). 9. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΟΣΤΟΥΣ-ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ 9.1 Στόχοι Σήμερα, δεν υφίστανται οι κοινές διατάξεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την κυκλοφορία των τρένων, όπως δεν υπάρχει τυποποίηση. Στο πλαίσιο της δημιουργίας του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς για το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων και στο πλαίσιο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας αυτού του βιομηχανικού κλάδου, η δράση αποβλέπει στην εκπόνηση κοινοτικών διατάξεων και εναρμονισμένων προτύπων απαραίτητων για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος. Ο πληθυσμός στόχου της προτεινόμενης οδηγίας είναι οι πολίτες και οι οικονομικοί παράγοντες, σε ό,τι αφορά την κινητικότητα· το προσωπικό των διοικήσεων, των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και της βιομηχανίας για τη διαλειτουργικότητα των διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου. 9.2 Αιτιολόγηση της δράσης Οι κανονιστικές και τεχνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σήμερα αντιβαίνουν στην κυκλοφορία των τρένων στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, στις οικονομίες κλίμακος και στο άνοιγμα των αντίστοιχων αγορών. Η κατάσταση αυτή καθιστά πιο δύσκολη την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στις παγκόσμιες αγορές. Αντιβαίνει στη δυνατότητα να παράγονται και να χρησιμοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα κατασκευαστικά στοιχεία και υλικά των σιδηροδρόμων. Το ενδεχόμενο εκούσιας τυποποίησης από τους οικονομικούς παράγοντες, όπως και η αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών ρυθμίσεων, δεν υφίσταται. Ταυτόχρονα η έλλειψη κοινής φιλοσοφίας από άποψη ρυθμίσεων και κοινών κριτηρίων δεν επιτρέπει να εξασφαλιστεί, χωρίς προηγουμένως καθορισμό των απαιτήσεων και των στοιχειωδών παραμέτρων, δημιουργία ενός συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου και μιας ανοικτής και ανταγωνιστικής αγοράς. 9.3 Παρακολούθηση και αξιολόγηση της δράσης Στο άρθρο 24 εισήχθη μια ad hoc παράγραφος, η οποία ζητεί από τον κοινό αντιπροσωπευτικό οργανισμό να εκπονήσει ένα μέσο ικανό να παρέχει αντιπροσωπευτική εικόνα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος, η οποία θα παρουσιάζει, για κάθε στοιχείο του συστήματος, τα κύρια χαρακτηριστικά και τη συμμόρφωσή του προς τα χαρακτηριστικά που προδιαγράφονται στις ΤΔΠ. Έτσι θα επιτραπεί αφενός στην επιτροπή και στην Επιτροπή να κρατούνται ενήμερες για την εξέλιξη του επιπέδου διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος και αφετέρου να παρακολουθούνται επακριβώς η εφαρμογή και τα αποτελέσματα της οδηγίας. 10. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ (ΜΕΡΟΣ Α ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΙΙΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ) 10.1 Επιπτώσεις στον αριθμό θέσεων απασχόλησης >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (*) Gια κάθε περίπτωση, 1 για την παρακολούθηση της εκπόνησης ΤΔΠ και 1 για την παρακολούθηση της εκπόνησης προτύπων (**) Στους δύο μόνιμους υπαλλήλους που ορίζονται με (*), προστίθεται κι άλλος ένας μόνιμος υπάλληλος για την προετοιμασία και το συντονισμό των εργασιών της επιτροπής, που σχετίζονται με την παρούσα οδηγία. 10.2 Συνολικές χρηματοδοτικές επιπτώσεις του ανθρώπινου δυναμικού >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 10.3 ?ύξηση άλλων λειτουργικών δαπανών που απορρέουν από τη δράση >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ?ι δαπάνες που σχετίζονται με το βαθμό Α7 του σημείου 10 θα καλυφθούν από τις πιστώσεις του συνολικού προϋπολογισμού για τις αντίστοιχες ΓΔ . ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ) ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Οδηγία του Συμβουλίου και του ΕΚ για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ Η ΠΡΟΤΑΣΗ 1. Με βάση την αρχή της επικουρικότητας, γιατί είναι αναγκαίο ένα κοινοτικό νομοθέτημα στον τομέα αυτό και ποιοι οι κύριοι στόχοι του; Σήμερα, δεν υφίστανται οι κοινές διατάξεις που είναι απαραίτητες για την κυκλοφορία των τρένων, όπως δεν υπάρχει τυποποίηση. Στο πλαίσιο της δημιουργίας του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς με το άνοιγμα των δημοσίων συμβάσεων και στο πλαίσιο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας αυτού του βιομηχανικού κλάδου, η δράση αποσκοπεί στην εκπόνηση κοινοτικών διατάξεων και εναρμονισμένων προτύπων αναγκαίων για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας του σιδηροδρομικού συστήματος. Οι κανονιστικές και τεχνικές διατάξεις που εφαρμόζονται σήμερα αντιβαίνουν στην κυκλοφορία των τρένων στο διευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, στις οικονομίες κλίμακας και στο άνοιγμα των αντίστοιχων αγορών. Η κατάσταση αυτή καθιστά πιο δύσκολη την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στις παγκόσμιες αγορές. Αντιβαίνει στη δυνατότητα να παράγονται και να χρησιμοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα σιδηροδρομικά κατασκευαστικά στοιχεία και υλικά. Το ενδεχόμενο εκούσιας τυποποίησης από τους οικονομικούς παράγοντες, όπως και η ανοικτή αναγνώριση των εθνικών ρυθμίσεων, δεν υφίσταται. Η έλλειψη ταυτόχρονα μιας κοινής φιλοσοφίας από άποψη ρυθμίσεων και κοινών κριτηρίων δεν επιτρέπει, χωρίς καθορισμό προηγουμένως των βασικών απαιτήσεων και των στοιχειωδών παραμέτρων, να εξασφαλιστεί η δημιουργία ενός συμβατικού σιδηροδρομικού διευρωπαϊκού δικτύου και μια ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά. Το κόστος και τα οφέλη της δράσης που μπορούν να προκύψουν αναφέρονται διεξοδικά στην ανακοίνωση που συνοδεύει την παρούσα πρόταση οδηγίας. ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 2. Ποιον αφορά η πρόταση; - Ποιους κλάδους επιχειρήσεων; Τις επιχειρήσεις παραγωγής σιδηροδρομικού υλικού, τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις διαχείρισης των υποδομών, τις κατασκευαστικές επιχειρήσεις, τις επιχειρήσεις παραγωγής τηλεματικών εφαρμογών. - Ποιο μέγεθος επιχειρήσεων (μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων); Το επίκεντρο της παραγωγής σιδηροδρομικού υλικού είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις που θα πρέπει να προσαρμόσουν την παραγωγή τους σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας. Η δράση αφορά τις ΜΜΕ ως υπεργολάβους. Μέρος της αγοράς των μεγάλων επιχειρήσεων και των ΜΜΕ για όλους τους τύπους σιδηροδρομικού τροχαίου υλικού - εκτίμηση, σε αξία, για το 1998: ? ALSTOM, ADTRANZ, SIEMENS Verkehrstechnik είναι τα τρία μεγάλα συμπλέγματα που αντιπροσωπεύουν το 50% των εσόδων και το 37% των απασχολούμενων του τομέα, οι οποίοι υπολογίζονται σε 137.000· ? οι ΜΜΕ κατέχουν το 20% των μεριδίων της αγοράς. - Υπάρχουν στην Κοινότητα ιδιαίτερες γεωγραφικές περιοχές όπου είναι εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις αυτές; Οι επιχειρήσεις παραγωγής σιδηροδρομικού υλικού είναι διεσπαρμένες σε όλη την επικράτεια της Κοινότητας και είναι συγκεντρωμένες στη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Δανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σουηδία. 1/4σον αφορά τις επιχειρήσεις διαχείρισης υποδομών και τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, ο αριθμός των υπαλλήλων στον τομέα αυτό, υπολογίζεται σε περίπου 850.000, οι οποίοι κατανέμονται σε πενήντα περίπου επιχειρήσεις (UIC, 1997). 3. Ποια μέτρα πρέπει να λάβουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν προς την πρόταση; Οι επιχειρήσεις παραγωγής: εφαρμογή των τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας, των εναρμονισμένων προτύπων και των διαδικασιών συμμόρφωσης. Οι αναθέτουσες επιχειρήσεις: σύναψη συμβάσεων με αναφορά στις τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας και στα εναρμονισμένα πρότυπα. Οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και οι διαχειριστές υποδομής: έλεγχος των υποσυστημάτων πριν αυτά τεθούν σε λειτουργία σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις, με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές διαλειτουργικότητας. Αμοιβαία αναγνώριση των δηλώσεων συμμόρφωσης. 4. Ποια είναι τα οικονομικά αποτελέσματα που αναμένονται από την πρόταση: * στις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων: Η διασύνδεση και η διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού δικτύου θα επιτρέψει πιο άνετη πρόσβαση στο δίκτυο και καλύτερη ροή της κυκλοφορίας, πράγμα που θα ευνοήσει είτε τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων είτε βελτίωση της προσφοράς από τις υπάρχουσες επιχειρήσεις, η οποία θα μεθερμηνευτεί μακροπρόθεσμα στην απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς μεταφορών από τους σιδηροδρόμους. * Στην απασχόληση : με την ευνόηση των νέων εγκαταστάσεων και την αύξηση της δραστηριότητας των ΜΜΕ, η διασύνδεση και η διαλειτουργικότητα θα ευνοήσουν την ανάπτυξη της απασχόλησης. Αυτό θα ευνοήσει επίσης την ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα. * στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων : Η διαλειτουργικότητα συμβάλλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς και των ΜΜΕ, σε κοινοτικό επίπεδο και σε επίπεδο παγκοσμίων αγορών. Η διαλειτουργικότητα θα συμβάλλει ιδίως στο άνοιγμα των αγορών, πράγμα που θα επιτρέψει στις ΜΜΕ να εξειδικευθούν περισσότερο στην παραγωγή και στη συντήρηση των εμπορικών σχέσεών τους με πολλούς παραγωγούς, τη στιγμή που σήμερα συνδέονται μόνον με έναν παραγωγό. Ως εκ τούτου, θα ωφεληθούν πολύ από το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και θα αυξήσουν έτσι και την ανταγωνιστικότητά τους. 5. Η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα με σκοπό να ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μειωμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις, κ.λπ.); Η δημοσίευση των ΤΔΠ και των προτύπων θα έχει θετικά αποτελέσματα στις ΜΜΕ διότι αυτές θα έχουν πιο εύκολη πρόσβαση στην αγορά, χάρις στη διαφάνεια και το άνοιγμα της αγοράς. Ένα ειδικό μέτρο συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας προς τις ΜΜΕ να διατυπώνουν γνώμη κατά τη διαδικασία εκπόνησης των σχεδίων των ΤΔΠ. ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ 6. Κατάλογος των οργανισμών που θα γνωμοδοτήσουν για την πρόταση και έκθεση των ουσιαστικών στοιχείων της θέσης τους. * Οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες των κυβερνήσεων των κρατών μελών έχουν εκφράσει σύμφωνη γνώμη για την αναγκαιότητα μιας οδηγίας, καθώς και για την αντιμετώπιση που επελέγη, ιδίως σε ό,τι αφορά την εκπόνηση των τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας κανονιστικού χαρακτήρα, και όσον αφορά τη συνεργασία με την Επιτροπή, τη βιομηχανία και τους σιδηροδρόμους για την εκπόνηση των προδιαγραφών, καθώς και για τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης. * Η UNIFE και οι κύριες επιχειρήσεις παραγωγής σιδηροδρομικού υλικού είναι σύμφωνες με την πρόταση οδηγίας, η οποία αποτελεί φυσική επέκταση της οδηγίας 96/48. * Η CCFE (Κοινότητα Ευρωπαϊκών Σιδηροδρόμων) και η UIC (Διεθνής Ένωση Σιδηροδρόμων) εγκρίνουν την πρόταση οδηγίας, τόσο όσον αφορά την αναγκαιότητά της όσο και τη δομή της. Η κύρια ανησυχία τους αφορά τη διατήρηση της AEIF ως κοινού αντιπροσωπευτικού οργανισμού και την αναγκαιότητα να ληφθεί υπόψη το υπάρχον δίκτυο ως σημείο εκκίνησης, ουσιαστική διαφορά με την περίπτωση του συστήματος μεγάλης ταχύτητας.