This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 51997PC0528
Proposal for a Council Decision on a joint action establishing a programme of exchanges, training and cooperation for persons responsible for action to combat organised crime (Falcone programme)
Πρόταση κοινής δράσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο για πρόγραμμα ανταλλαγών, κατάρτισης και συνεργασίας με προορισμό τους αρμοδίους της δράσης κατά του οργανωμένου εγκλήματος (πρόγραμμα Falcone)
Πρόταση κοινής δράσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο για πρόγραμμα ανταλλαγών, κατάρτισης και συνεργασίας με προορισμό τους αρμοδίους της δράσης κατά του οργανωμένου εγκλήματος (πρόγραμμα Falcone)
/* COM/97/0528 τελικό */
ΕΕ C 352 της 20.11.1997, pp. 7–10
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση κοινής δράσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο για πρόγραμμα ανταλλαγών, κατάρτισης και συνεργασίας με προορισμό τους αρμοδίους της δράσης κατά του οργανωμένου εγκλήματος (πρόγραμμα Falcone) /* COM/97/0528 τελικό */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 352 της 20/11/1997 σ. 0007
Πρόταση κοινής δράσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο για πρόγραμμα ανταλλαγών, κατάρτισης και συνεργασίας με προορισμό τους αρμοδίους της δράσης κατά του οργανωμένου εγκλήματος (πρόγραμμα FALCONE) (97/C 352/05) COM(97) 528 τελικό (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 21 Οκτωβρίου 1997) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως τα άρθρα K.3 παράγραφος 2 και K.8 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής, Θεωρώντας ότι τα κράτη μέλη θεωρούν την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος υπό όλες του τις μορφές ως ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος, Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ του Ιουνίου 1997 για την έγκριση του σχεδίου δράσης σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα (1) που συντάχθηκε από την ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου, όπως αυτά επαναλαμβάνονται και στο ψήφισμα του Συμβουλίου για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων της συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1998 έως 30 Ιουνίου 2000, Έχοντας συναίσθηση της ανάγκης συντονισμένης και πολυτομεακής προσέγγισης του προβλήματος αυτού, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης και της καταστολής όσο και σε νομοθετικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να εστιαστεί το παρόν σχέδιο σε ενέργειες που συντελούν στην πραγματοποίηση και την παρακολούθηση του σχεδίου δράσης σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα, Εκτιμώντας: ότι, για το σκοπό αυτό, η δημιουργία πλαισίου για τη στήριξη μέτρων με προορισμό τη διευκόλυνση της εφαρμογής αυτού του σχεδίου δράσης, και ιδίως των ενεργειών συναντήσεων και πολυτομεακών ανταλλαγών, ερευνών και μελετών καθώς και επιχειρησιακών σχεδίων ευρωπαϊκής διάστασης προς όφελος των αρμοδίων της δράσης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, μπορεί να εντείνει και να διευκολύνει την καταπολέμηση του φαινομένου αυτού και να μειώσει, όπου υφίστανται, τα εμπόδια για μεγαλύτερη συνεργασία στο θέμα αυτό, ανάμεσα στα κράτη μέλη, ιδίως στον τελωνειακό, αστυνομικό και δικαστικό τομέα 7 ότι οι στόχοι αυτοί μπορούν να υλοποιηθούν αποτελεσματικότερα στο επίπεδο της Ένωσης παρά στο επίπεδο κάθε κράτους μέλους, εξαιτίας της συνεργίας που θα προκύπτει από την ανταλλαγή ειδικής πείρας που διαθέτουν ορισμένα κράτη μέλη, καθώς και λόγω των αναμενόμενων οικονομιών και του σωρευτικού αποτελέσματος των προβλεπόμενων ενεργειών 7 ότι η παρούσα κοινή δράση δεν θίγει τις αρμοδιότητες της Κοινότητας και επομένως δεν παρεμποδίζει τα κοινοτικά μέτρα που ελήφθησαν ή που πρόκειται να ληφθούν στους τομείς που αφορά το σχέδιο δράσης 7 ότι οι κατασταλτικές και δικαστικές πτυχές που άπτονται των τομέων αυτών θα μπορούν εντούτοις, να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του παρόντος σχεδίου όταν ενταχθούν ως συμπλήρωμα στις κοινοτικές ενέργειες, και ότι είναι αναγκαίο, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη, κατά την εφαρμογή του παρόντος σχεδίου, εκτεταμένη προσέγγιση του φαινομένου του οργανωμένου εγκλήματος συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού εκλήματος, της απάτης, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες 7 ότι η παρούσα κοινή δράση δεν πρέπει να αποβεί εις βάρος άλλων προγραμμάτων που υπάγονται στον τίτλο VI και ότι πρέπει κατά συνέπεια να αναπροσαρμοστούν οι ετήσιες προτεραιότητες των προγραμμάτων αυτών ούτως ώστε να αποκλειστούν στο μέλλον ενέργειες που σχετίζονται ειδικά με την εφαρμογή του σχεδίου δράσης για το οργανωμένο έγκλημα 7 ότι η παρούσα δράση δεν θίγει τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανόνες σε θέματα τελωνειακής, αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας 7 ότι η προεδρία διαβουλεύτηκε με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο K.6 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ: Άρθρο 1 1. Καθιερώνεται, για την περίοδο 1997-2001 πρόγραμμα προώθησης συντονισμένων πρωτοβουλιών (FALCONE) με προορισμό τους αρμοδίους για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή και η παρακολούθηση του σχετικού σχεδίου δράσης. 2. Για τους σκοπούς της παρούσας κοινής δράσης, ως «αρμόδιοι για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος», νοούνται οι ακόλουθες κατηγορίες προσώπων, στο βαθμό που αυτές έχουν σχετική αρμοδιότητα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας: οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι αστυνομικές και τελωνειακές υπηρεσίες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δημόσιες υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για φορολογικά θέματα, για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και των δημοσίων συμβάσεων, καθώς και για την καταπολέμηση της απάτης και της διαφθοράς, οι εκπρόσωποι επαγγελματικών κύκλων τους οποίους μπορεί να αφορά η εφαρμογή ορισμένων συστάσεων που περιλαμβάνονται στο προαναφερθέν σχέδιο δράσης, 3. Το σχέδιο περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες δράσεων: - επιμόρφωση, - επιχειρησιακά προγράμματα συνεργασίας στο θέμα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, - προγράμματα πρακτικών εξασκήσεων, διοργάνωση συναντήσεων και διεπιστημονικών σεμιναρίων, - δραστηριότητες έρευνας, ειδικευμένες μελέτες συμπεριλαμβανομένων των μελετών επιχειρησιακής σκοπιμότητας και αξιολόγησης, - διάδοση και ανταλλαγή πληροφόρησης, - καθώς και κάθε άλλη μορφή δράσης που μπορεί να συντελέσει στην εφαρμογή του σχεδίου δράσης σχετικά με το οργανωμένο έγκλημα. 4. Η χρηματοδότηση δράσεων βάσει του παρόντος προγράμματος αποκλείει τη σωρευτική προσφυγή σε άλλα προγράμματα που υπάγονται στον τίτλο VI της συνθήκης για την ΕΕ και σε άλλα προγράμματα κοινοτικής χρηματοδότησης, εκτός από τα κοινοτικά που αποσκοπούν ειδικά στη στήριξη των προσπαθειών των υποψήφιων κρατών κατά την προπαρασκευή τους για την προσχώρησή τους στην ΕΕ. Άρθρο 2 Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1 παράγραφος 4, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, βάσει της κατάρτισης, τα σχέδια που αφορούν τους ακόλουθους στόχους: - την αμοιβαία γνώση ειδικών πτυχών των ρυθμίσεων και των νομοθεσιών, καθώς και των διαδικασιών και πρακτικής που εφαρμόζονται στις διάφορες πτυχές της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος οι οποίες αναφέρονται στο σχέδιο δράσης, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης όσο και της καταστολής και της επιβολής του νόμου, - την προπαρασκευή παιδαγωγικών ενοτήτων για ενέργειες κατάρτισης, ανταλλαγών και πρακτικών εξασκήσεων, διασκέψεων ή σεμιναρίων που διοργανώνονται κατ' εφαρμογή του παρόντος σχεδίου. Άρθρο 3 Στη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, είναι δυνατόν να υπαχθούν συντονισμένες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών που συνδέονται με την προπαρασκευή και την προσωρινή διάθεση εμπειρογνωμόνων, οι οποίες διοργανώνονται από τις κατηγορίες προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και αφορούν επιχειρησιακά σχέδια σε σύνδεση ενδεχομένως με τη μονάδα ναρκωτικών της EUROPOL (UDE), όπως έρευνες και πράξεις εποπτείας από κοινού, προκειμένου να καταπολεμηθούν οι διάφορες μορφές οργανωμένου εγκλήματος. Μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του μηχανισμού αμοιβαίας αξιολόγησης των συγκεκριμένων εθνικών διατάξεων στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, ο οποίος προβλέπεται στο σχέδιο δράσης για το οργανωμένο έγκλημα, ειδικές αποστολές εμπειρογνωμόνων. Άρθρο 4 Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη βάσει των σχεδίων πρακτικών ασκήσεων, ανταλλαγών και διοργάνωσης συναντήσεων και σεμιναρίων, οι πρωτοβουλίες που έχουν τους ακόλουθους στόχους: - τη διοργάνωση επισκέψεων και πρακτικών ασκήσεων περιορισμένης διάρκειας σε δημόσιους οργανισμούς στους οποίους έχουν ανατεθεί ιδιαίτερες αρμοδιότητες στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, - τη διοργάνωση και τη διεξαγωγή σεμιναρίων σχετικά με ειδικές πτυχές του οργανωμένου εγκλήματος. Άρθρο 5 Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, βάσει των μελετών σκοπιμότητας και των ερευνών, τα σχέδια που έχουν τους ακόλουθους στόχους: - τον καθορισμό κοινών προτύπων και μεθοδολογίας προκειμένου να διευκολυνθεί ο προσδιορισμός του φαινομένου και η συγκέντρωση στοιχείων, - την πραγματοποίηση επιστημονικών, τεχνικών ή συγκριτικών ερευνών όσον αφορά τις ειδικές πτυχές της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος ή το συντονισμό των σχετικών ερευνών, - τη σύγκριση και την αξιολόγηση μέσων που εφαρμόζονται άμεσα ή έμμεσα στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (πρόβλεψη, καταστολή, δίωξη) προκειμένου να προσδιοριστούν οι δυνατότητες καθορισμού κοινών πολιτικών καταπολέμησής του ή πιθανών μέσων προσέγγισης ή εναρμόνησης που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μακροπρόθεσμο στόχο της Ένωσης, - τη σύγκριση και την αξιολόγηση μέσων καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος που χρησιμοποιούνται από επιχειρησιακές υπηρεσίες (αστυνομίες, τελωνεία, δικαστικοί) ούτως ώστε να προσδιοριστούν τα μέσα βελτίωσης και, ενδεχομένως, προσέγγισης των εν λόγω μεθόδων. Άρθρο 6 Μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, για τη διάδοση πληροφόρησης, σχέδια που έχουν τους ακόλουθους στόχους: - την ενίσχυση της δημιουργίας δικτύων σημείων επαφής για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφόρησης και των διαδικασιών συνεργασίας ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες (σύστημα συλλογής και ανάλυσης στοιχείων 7 υπηρεσίες επιβολής του νόμου και δικαστικές υπηρεσίες 7 ολοκληρωμένες πολυκλαδικές ομάδες), - την ενίσχυση της δημιουργίας και ανάπτυξης βάσεων δεδομένων ή τηλεματικών δικτύων τεκμηρίωσης όσον αφορά τις νομοθεσίες και τη νομολογία στον τομέα της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος, ούτως ώστε να διευκολύνεται η δράση των αρμοδίων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, - τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις ενέργειες που αναφέρονται στα άρθρα 2, 4 και 5 και, όταν χρειάζεται, με τις ενέργειες που αναφέρονται στο άρθρο 3. Άρθρο 7 1. Για να δικαιούται κοινοτική χρηματοδότηση, ένα σχέδιο πρέπει να παρουσιάζει ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ένωση και να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο κράτη μέλη. 2. Οι αρμόδιες για σχέδια οντότητες μπορούν να είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των ερευνητικών ινστιτούτων. 3. Κατά τη διαδικασία επιλογής των προς χρηματοδότηση σχεδίων, λαμβάνονται υπόψη κυρίως τα ακόλουθα: - η συμβατότητα των καλυπτόμενων από τα σχέδια θεμάτων προς τις εργασίες που έχουν αναληφθεί ή προβλέπονται στις πολυετείς προτεραιότητες συνεργασίας, οι οποίες εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, - η συμβολή στη χάραξη ή στην εφαρμογή των μέσων που θεσπίστηκαν ή πρόκειται να θεσπιστούν δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης, - η συμπληρωματικότητα των διάφορων σχεδίων, - ο αριθμός και η φύση των υπηρεσιών ή των κατηγοριών προσώπων προς τις οποίες απευθύνονται, - η ποιότητα της υπεύθυνης αρχής, - ο βαθμός προπαρασκευής των συμμετεχόντων, - η δυνατότητα χρησιμοποίησης των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων για την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. 4. Στα σχέδια αυτά μπορούν ενδεχομένως να συνεργάζονται οι υπεύθυνοι στις αιτούσες χώρες, με σκοπό να τις εξοικειώσουν με τα επιτεύγματα της Ένωσης στον τομέα και να συμβάλουν στην προετοιμασία της προσχώρησής τους, ή σε άλλες τρίτες χώρες, εφόσον κάτι τέτοιο εξυπηρετεί τους σκοπούς των σχεδίων. Άρθρο 8 Ο χρηματοδοτικές αποφάσεις καθώς και οι οικείες συμβάσεις προβλέπουν την παρακολούθηση και το δημοσιονομικό έλεγχο από την Επιτροπή, καθώς και λογιστικούς ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Άρθρο 9 1. Είναι επιλέξιμες όλες οι δαπάνες που καταλογίζονται άμεσα στην εφαρμογή του σχεδίου και οι οποίες έχουν αναληφθεί για ορισμένη, συμβατικώς καθορισθείσα περίοδο. 2. Το ποσοστό χρηματοδοτικής ενίσχυσης από τον κοινοτικό προϋπολογισμό δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80 % του κόστους του σχεδίου. 3. Τα έξοδα μετάφρασης και διερμηνείας, τα έξοδα πληροφορικής και οι δαπάνες για το αναλώσιμο και μη αναλώσιμο υλικό δεν λαμβάνονται υπόψη, εκτός εάν είναι ουσιώδους σημασίας για την πραγματοποίηση του σχεδίου και μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο μέχρι του 50 % της επιδότησης ή του 80 % όταν η φύση του σχεδίου το καθιστά απαραίτητο. 4. Οι δαπάνες στεγάσεως και εξοπλισμού και οι μισθοί των υπαλλήλων του κράτους και των δημοσίων οργανισμών, είναι επιλέξιμες μόνον εάν αντιστοιχούν σε έργα και καθήκοντα τα οποία δεν συνδέονται με εθνικούς σκοπούς ή λειτουργίες, αλλά συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή του σχεδίου. Άρθρο 10 1. Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των ενεργειών που προβλέπονται στην παρούσα κοινή δράση και θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της, περιλαμβανομένων και των κριτηρίων για την επιλεξιμότητα των δαπανών. 2. Η Επιτροπή, επικουρούμενη από εμπειρογνώμονες των οικείων επαγγελματικών κύκλων, καταρτίζει κατ' έτος το ετήσιο σχέδιο εφαρμογής της παρούσας κοινής δράσης, όσον αφορά τις θεματικές προτεραιότητες και την κατανομή των διαθέσιμων πιστώσεων μεταξύ των τομέων δραστηριότητας. 3. Η Επιτροπή προβαίνει κατ' έτος σε αξιολόγηση των δράσεων που αναλήφθηκαν κατ' εφαρμογή του σχεδίου για το προηγούμενο έτος. Άρθρο 11 1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος και προεδρευόμενη από τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής. 2. Η Επιτροπή υποβάλει στην επιτροπή το σχέδιο του ετήσιου σχεδίου, που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, καθώς και προτάσεις σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής και αξιολόγησης των δράσεων. Η επιτροπή γνωμοδοτεί ομοφώνως εντός περιόδου δύο μηνών. Αυτή η περίοδος μπορεί να μειωθεί από τον πρόεδρο για λόγους επείγοντος. Ο πρόεδρος δεν ψηφίζει. Εάν εντός της ανωτέρω προθεσμίας δεν εκδοθεί ευνοϊκή γνώμη, η Επιτροπή, είτε αποσύρει την πρόταση της είτε υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο το οποίο θα αποφασίσει ομόφωνα εντός δύο μηνών. Άρθρο 12 1. Σχέδια, για τα οποία ζητεί τη χρηματοδότηση, υποβάλλονται προς εξέταση στην Επιτροπή εντός δύο μηνών από την έγκριση του ετήσιου σχεδίου που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2. 2. Η Επιτροπή εξετάζει τα σχέδια που της υποβλήθηκαν, επικουρούμενη από τους εμπειρογνώμονες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2. 3. Όταν η ζητούμενη χρηματοδότηση δεν υπερβαίνουν τα 50 000 Ecu, ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει σχέδιο στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1. Η επιτροπή αποφαινόμενη με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο K.4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης, γνωμοδοτεί σχετικά με το σχέδιο εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος, ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Ο πρόεδρος δεν ψηφίζει. Η γνωμοδότηση καταχωρείται στα πρακτικά 7 περαιτέρω, κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να καταχωρηθεί η θέση του στα πρακτικά. Η Επιτροπή λαμβάνει πλήρως υπόψη τη γνωμοδότηση της επιτροπής και την ενημερώνει για τον τρόπο με τον οποίο την έλαβε υπόψη. 4. Όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνει τα 50 000 Ecu, η Επιτροπή υποβάλλει στην επιτροπή του άρθρου 11 παράγραφος 1 κατάλογο των σχεδίων που της υποβλήθηκαν στο πλαίσιο του ετήσιου σχεδίου. Αναφέρει τα σχέδια που επιλέγει και αιτιολογεί την επιλογή της. Η επιτροπή αποφαίνεται σχετικά με τα διάφορα σχέδια εντός προθεσμίας δύο μηνών με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο K.4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης. Ο πρόεδρος δεν ψηφίζει. Ελλείψει ευνοϊκής γνωμοδότησης μέσα σε αυτήν την προθεσμία, η Επιτροπή, είτε αποσύρει το σχετικό σχέδιο ή το υποβάλλει, με την ενδεχόμενη γνωμοδότηση της επιτροπής, στο Συμβούλιο, το οποίο αποφαίνεται εντός δύο μηνών με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο K.4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης. Άρθρο 13 1. Η Επιτροπή διαχειρίζεται τις δράσεις που εντάσσονται το σχέδιο και χρηματοδοτούνται από το γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1977, ο οποίος εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2). 2. Κατά την παρουσίαση των προτάσεων χρηματοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 12 και των αξιολογήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 10, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, και κυρίως της οικονομίας και της σχέσης κόστους/αποτελεσματικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού. Άρθρο 14 1. Η Επιτροπή αναλαμβάνει να διοργανώνει αξιολόγηση του προγράμματος από εμπειρογνώμονες που να είναι ουδέτεροι και να μη συμμετέχουν στο πρόγραμμα. 2. Η Επιτροπή υποβάλλει ανακεφαλαιωτική έκθεση, κατ' έτος, σχετικά με τις δράσεις που διεξήχθησαν και την αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε, την οποία απευθύνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται το αργότερο στο τέλος του έτους κατά το οποίο ολοκληρώθηκε το σύνολο των δράσεων βάσει του πρώτου αυτού οικονομικού έτους. Άρθρο 15 Η παρούσα κοινή δράση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της θέσπισής της. Ισχύει επί πενταετία, κατά τη λήξη της οποίας είναι δυνατόν να παραταθεί. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. (1) ΕΕ C 251 της 15. 8. 1997. (2) ΕΕ L 356 της 31. 12. 1977, σ. 1 7 κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 2335/95 (ΕΕ L 240 της 7. 10. 1995, σ. 12).