This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 51996PC0340
Proposal for a COUNCIL DIRECTIVE on the burden of proof in cases of discrimination based on sex
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διάκρισης λόγω φύλου
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διάκρισης λόγω φύλου
/* COM/96/0340 ΤΕΛΙΚΟ - PRT 96/0196 */
ΕΕ C 332 της 7.11.1996, pp. 11–13
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διάκρισης λόγω φύλου /* COM/96/0340 ΤΕΛΙΚΟ - PRT 96/0196 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 332 της 07/11/1996 σ. 0011
Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διάκρισης λόγω φύλου (96/C 332/10) COM(96) 340 τελικό - 96/0196(PRT) (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 20 Σεπτεμβρίου 1996) ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη, τη συμφωνία για την κοινωνική πολιτική, που επισυνάπτεται στο πρωτόκολλο (αριθ. 14) σχετικά με την κοινωνική πολιτική, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για των ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 189 Γ της συνθήκης ΕΚ, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Εκτιμώντας: ότι, βάσει του πρωτοκόλλου για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στη συνθήκη, τα κράτη μέλη, πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας (στο εξής αποκαλούμενα «κράτη μέλη»), επιθυμώντας να εφαρμόσουν τον Κοινωνικό Χάρτη του 1989, συνήψαν μεταξύ τους συμφωνία σχετικά με την κοινωνική πολιτική 7 ότι ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων αναγνωρίζει τη σημασία της καταπολέμησης των διακρίσεων σε όλες τις μορφές τους συγκεκριμένα εκείνων που βασίζονται στο φύλο, το χρώμα, τη φυλή, τα φρονήματα και τις πεποιθήσεις 7 ότι η Επιτροπή εξέδωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1995, ανακοίνωση σχετικά με το ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό (1) 7 ότι το σημείο 16 του Κοινοτικού Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων σχετικά με την ίση μεταχείρηση ανδρών και γυναικών προβλέπει μεταξύ άλλων ότι «πρέπει, όπου απαιτείται να ενταθούν οι ενέργειες που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, σε θέματα ιδίως πρόσβασης στην εργασία, αμοιβής, συνθηκών εργασίας, κοινωνικής προστασίας, παιδείας, επαγγελματικής εκπαίδευσης και σταδιοδρομίας» 7 ότι το Συμβούλιο, παρά την ύπαρξη ευρείας συμφωνίας της πλειονότητας των κρατών μελών, δεν μπόρεσε να αποφανθεί σχετικά με την πρόταση οδηγίας (2) σχετικά με το βάρος αποδείξεως στον τομέα της ίσης των αμοιβών και της ίσης μεταχείρισης μεταξύ γυναικών και ανδρών 7 ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του του Ιανουαρίου 1994 (3) σχετικά με το Λευκό Βιβλίο για την Ευρωπαϊκή Κοινωνική Πολιτική, ζήτησε από την Επιτροπή να παρουσιάσει πρόταση οδηγίας σχετικά με το βάρος αποδείξεως 7 ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, διαβουλεύτηκε με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τον πιθανό προσανατολισμό μιας κοινοτικής δράσης όσον αφορά το βάρος αποδείξεως σε περιπτώσεις διακρίσεων λόγω φύλου 7 ότι η Επιτροπή, κρίνοντας έπειτα από τη διαβούλευση αυτή ότι πρέπει να αναληφθεί κοινοτική δράση, διαβουλεύτηκε εκ νέου με τους εν λόγω κοινωνικούς εταίρους σχετικά με το περιεχόμενο της μελετώμενης πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 της εν λόγω συμφωνίας και ότι αυτοί διαβίβασαν στην Επιτροπή τη γνώμη τους 7 ότι, ύστερα απ'αυτή τη δεύτερη φάση διαβούλευσης, οι κοινωνικοί εταίροι δεν πληροφόρησαν την Επιτροπή για τη θέλησή τους να κινήσουν τη διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στη σύναψη συμφωνίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της εν λόγω συμφωνίας 7 ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 της συμφωνίας, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν ως στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας και ότι, η πραγματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρησης μεταξύ ανδρών και γυναικών συμβάλει στην υλοποίηση αυτού του στόχου 7 όti η αρχή της ίσης μεταχείρισης εξαγγέλθηκε στο άρθρο 119 της συνθήκης και την οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου (4) σχετικά με την ισότητα των αμοιβών μεταξύ ανδρών εργαζομένων και γυναικών εργαζομένων, καθώς και στην οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5) σχετικά με την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και προαγωγή και τις συνθήκες εργασίας στην οδηγία 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου (6) για τους εργαζομένους που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γεωργικής δραστηριότητας και για την προστασία της μητρότητας, στην οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου (7) σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση και στην οδηγία 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου (8) σχετικά με τα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης 7 ότι η οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9) σχετικά με την ασφάλεια και την υγεία των εγγύων, λεχώνων ή θηλαζουσών εργαζομένων, συμβάλλει επίσης στην πραγματική υλοποίηση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών 7 ότι η εν λόγω οδηγία δεν πρέπει να θίγει τις προαναφερθείσες οδηγίες όσον αφορά την ίση μεταχείριση 7 ότι αρμόζει επομένως οι εργαζόμενες γυναίκες τις οποίες αφορά η οδηγία 92/85/ΕΟΚ να επωφελούνται, υπό τις ίδιες συνθήκες, από την προσαρμογή των κανόνων για το βάρος αποδείξεως 7 ότι η πραγματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης απαιτεί να εφαρμόζονται συμπληρωματικά μέτρα όσον αφορά τις ακολουθητέες διαδικασίες και τις προσκομιστέες αποδείξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή άλλων αρμόδιων αρχών 7 ότι, πράγματι, οι ενάγοντες θα εστερούντο κάθε αποτελεσματικού μέσου για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αν η προσκόμιση αποδείξεως μιας προφανούς διάκρισης δεν είχε ως αποτέλεσμα να επιβληθεί στον εναγόμενο να αποδείξει ότι η τακτική του δεν εισάγει στην πραγματικότητα διακρίσεις 7 ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενέκρινε (10), κατά συνέπεια, ότι επιβάλλεται η προσαρμογή των κανόνων σχετικά με το βάρος αποδείξεως εφόσον υπάρχουν ενδείξεις διάκρισης και ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπιστώνεται αυτή η κατάσταση, η πραγματική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης απαιτεί να μετατίθεται το βάρος της απόδειξης στον εναγόμενο 7 ότι η απόδειξη της διάκρισης είναι ακόμη πιο δύσκολη όταν η διάκριση είναι έμμεση 7 είναι σημαντικό επομένως να διευκρινισθεί ο ορισμός της 7 ότι σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 3Β της συνθήκης ΕΚ, ο στόχος της κατάλληλης ρύθμισης του βάρους αποδείξεως δεν έχει υλοποιηθεί αρκετά σε επίπεδο κρατών μελών και ότι επιβάλλεται να επιτευχθεί σε κοινοτικό επίπεδο 7 ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτήσεις και δεν υπερβαίνει αυτό που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ I ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1 Στόχος Η παρούσα οδηγία στοχεύει στο να εξασφαλίσει ότι καθίστανται αποτελεσματικότερα τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, τα οποία επιτρέπουν σε κάθε άτομο που κρίνει ότι θίγεται από τη μη εφαρμογή υπέρ αυτού της αρχής της ίσης μεταχείρισης να διεκδικεί τα δικαιώματά του δια της δικαστικής οδού ύστερα, ενδεχομένως, από την προσφυγή σε άλλες αρμόδιες αρχές. Άρθρο 2 Ορισμός 1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως αρχή της ίσης μεταχείρισης η απουσία κάθε διάκρισης λόγω φύλου, είτε άμεσα είτε έμμεσα με αναφορά ιδίως στην προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση. 2. Για τους σκοπούς της αρχής της ισότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υφίσταται έμμεση διάκριση όταν μια διάταξη, ένα κριτήριο ή μια πρακτική φαινομενικά ουδέτερη θίγει ένα ποσοστό σημαντικό μεγαλύτερο ατόμων ενός φύλου, με αναφορά ιδίως στην προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση, εκτός εάν ο στόχος που επιδιώκεται με την εφαρμογή αυτής της διάταξης, κριτηρίου ή πρακτικώς δικαιολογείται αντικειμενικά και τα μέσα για την επίτευξή του είναι κατάλληλα και απαραίτητα. Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται: α) στις περιπτώσεις που καλύπονται από το άρθρο 119 της συνθήκης και τις οδηγίες 75/117/ΕΟΚ, 76/207/ΕΟΚ, 79/7/ΕΟΚ, 86/378/ΕΟΚ, 86/613/ΕΟΚ και 92/85/ΕΟΚ 7 β) στις περιπτώσεις που καλύπτονται από κάθε διάταξη σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που θα μπορούσε να εκδοθεί στο μέλλον και δεν αποκλείει ρητά την εφαρμογή της 7 γ) σε κάθε αστική ή διοικητική διαδικασία που αναφέρεται στις προσφυγές που προβλέπει το εθνικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) 7 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ποινικές διαδικασίες, εκτός εάν τα κράτη μέλη ορίζουν διαφορετικά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 4 Βάρος αποδείξεως 1. Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα εθνικά δικονομικά συστήματά τους, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα: α) ώστε όταν πρόσωπο κρίνει ότι θίγεται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, και αποδεικνύει ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, κατά περίπτωση, πραγματικά περιστατικά από τα οποία πιθανολογείται η ύπαρξη διάκρισης, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Οποιαδήποτε αμφιβολία είναι υπέρ του ενάγοντος 7 β) ώστε, ο εναγόμενος, όταν εφαρμόζει σύστημα ή λαμβάνει απόφαση που στερείται διαφάνειας, να φέρει το βάρος αποδείξεως ότι η φαινομενική διάκριση οφείλεται σε παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε διάκριση βασισμένη στο φύλο 7 γ) ώστε ο ενάγων να μην οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη πταίσματος του εναγομένου για να αποδείξει παραβίαση της απαγόρευσης κάθε διάκρισης βασισμένης στο φύλο. 2. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει το δικαίωμα των κρατών μελών να επιβάλλουν ευνοϊκότερους κανόνες αποδείξεως για τον ενάγοντα. Άρθρο 5 Διαδικασίες Τα κράτη μέλη εισάγουν στην εσωτερική έννομη τάξη τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε: α) τα δικαστήρια και άλλες αρμόδιες αρχές να μπορούν να διατάσσουν κάθε μέτρο προκειμένου να εξασφαλίσει την πραγματική εξέταση κάθε καταγγελίας διάκρισης 7 β) τα ενδιαφερόμενα μέρη να μπορούν να διαθέτουν κάθε χρήσιμη πληροφορία την οποία κατέχει ο αντίδικος ή που μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι αυτός την κατέχει και η οποία τους είναι απαραίτητη για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Ένας διάδικος υποχρεούται να παράσχει μόνο τις πληροφορίες των οποίων η διάδοση δεν μπορεί να βλάψει σοβαρά τα συμφέροντα αυτού για λόγους διάφορους από εκείνους της συγκεκριμένης διαφοράς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 6 Πληροφόρηση Τα κράτη μέλη φροντίζουν να τίθενται τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας καθώς και οι διατάξεις που ήδη ισχύουν σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα εις γνώσιν των ενδιαφερομένων με τον κατάλληλο τρόπο, όπως ενημέρωση στους χώρους εργασίας. Άρθρο 7 Εξασφάλιση του επιπέδου προστασίας Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή λόγο για τη μείωση σε γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από αυτήν και αυτό με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν, ανάλογα με την εξέλιξη της κατάστασης, νομοθετικές, κανονιστικές ή συμβατικές διατάξεις διαφορετικές από αυτές που υφίστανται κατά τη στιγμή της έκδοσης της παρούσας οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία λαμβάνονται υπόψη. Άρθρο 8 Εφαρμογή Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους στην παρούσα οδηγία το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2001. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 9 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. (1) COM(95) 653 τελικό. (2) ΕΕ αριθ. C 176 της 5. 7. 1988, σ. 5. (3) ΕΕ αριθ. C 43 τις 20. 2. 1995, σ. 63. (4) ΕΕ αριθ. L 45 της 19. 2. 1975, σ. 19. (5) ΕΕ αριθ. L 39 της 14. 2. 1976, σ. 40. (6) ΕΕ αριθ. L 359 της 19. 12. 1986, σ. 56. (7) ΕΕ αριθ. L 6 της 10. 1. 1979, σ. 24. (8) ΕΕ αριθ. L 225 της 12. 8. 1986, σ. 40. (9) ΕΕ αριθ. L 348 της 28. 11. 1992, σ. 1. (10) Υπόθεση C-109/88 Danfoss, απόφαση της 17. 10. 1989, Συλλογή 1989, σ. 3199 (σημείο 16), Υπόθεση C-318/86 Επιτροπή κατά Γαλλίας, απόφαση της 30. 6. 1988, Συλλογή 1988, σ. 3559 (σημείο 27), Υπόθεση C-127/92 Enderby, απόφαση της 27. 10. 1993, Συλλογή 1993, σ. I-5535 (σημεία 14 και 15), Υπόθεση C-400/93 Royal Copenhagen, απόφαση της 31. 5. 1995, Συλλογή 1995, σ. I-1275 (σημείο 24).