Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31994D1073

94/1073/EK: Απόφαση της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 1994 σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία στον όμιλο Bull με τη μορφή μη κοινοποιηθείσας αύξησης κεφαλαίου (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

ΕΕ L 386 της 31.12.1994, pp. 1–12 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1994/1073/oj

31994D1073

94/1073/EK: Απόφαση της Επιτροπής της 12ης Οκτωβρίου 1994 σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία στον όμιλο Bull με τη μορφή μη κοινοποιηθείσας αύξησης κεφαλαίου (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 386 της 31/12/1994 σ. 0001 - 0012


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 12ης Οκτωβρίου 1994 σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία στον όμιλο Bull με τη μορφή μη κοινοποιηθείσας αύξησης κεφαλαίου C33/93 (ex NN 32/93) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (94/1073/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το πρωτόκολλο 27,

Αφού έταξε προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 93 της συνθήκης, στα ενδιαφερόμενα μέρη για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και μετά την εξέταση των παρατηρήσεων αυτών,

Εκτιμώντας ότι:

I Ο όμιλος Bull (εφεξής «Bull») παράγει ποικίλα προϊόντα πληροφορικής και η εταιρική του έδρα βρίσκεται στη Γαλλία. Εκτός από τις βιομηχανικές της παραγωγικές δραστηριότητες, η Bull προμηθεύει επίσης στην πελατεία της λογισμικά και υπηρεσίες συντήρησης.

Σήμερα, την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της Bull κατέχει άμεσα ή έμμεσα το γαλλικό κράτος μέσω της France Tιlιcom. Ο ιδιωτικός τομέας κατέχει μειοψηφική συμμετοχή μέσω της NEC και της IBM.

Πρόσφατα, η Επιτροπή έλαβε πολυάριθμες αποφάσεις σχετικά με την Bull: η πρώτη, το 1992, ήταν τελική απόφαση που λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ (1), σύμφωνα με την οποία οι εισφορές κεφαλαίου ύψους 4 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων περιείχαν στοιχεία ενίσχυσης, χωρίς όμως η ενίσχυση αυτή να είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή εξέτασε επίσης ενίσχυση ύψους 2,68 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων υπέρ δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης, την οποία επίσης έκρινε ως συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Πρέπει να επισημανθεί ότι κατά της εν λόγω απόφασης έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σχετικά με τις εισφορές κεφαλαίου (2). Λήφθηκαν επίσης και άλλες αποφάσεις για το ισχύον σήμερα πρόγραμμα αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου: το 1993, η Επιτροπή κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 93 παράγραφος 2 (3) διαδικασία σχετικά με προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου. Στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 1994, η διαδικασία επεκτάθηκε (4) για να συμπεριλάβει νέα αύξηση κεφαλαίου ύψους 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, εκ των οποίων 5,5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα είχαν καταβληθεί τον Δεκέμβριο του 1993.

II Παραδοσιακά, η Bull κατατάσσεται μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών πληροφορικής, η οποία παράγει ευρύ φάσμα υπολογιστών, κατασκευάζει συστήματα αποκλειστικής εκμετάλλευσης, ενώ παράλληλα ασκεί δραστηριότητες στον τομέα των ανοικτών συστημάτων και διαθέτει στο εμπόριο μικροϋπολογιστές 7 σύμφωνα με την κατάταξη της «Datamation 100 Survey», που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1993, η Bull καταλαμβάνει την 13η θέση παγκοσμίως. Πάντως, ο κύκλος εργασιών της μειώθηκε και η εταιρεία σημείωσε άσχημα αποτελέσματα, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι μεγάλοι παραδοσιακοί κατασκευαστές ευρέος φάσματος προϊόντων αυτού του είδους.

Οι χρηματοοικονομικές και εμπορικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες αυτές αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι ο τομέας της πληροφορικής διέρχεται μία φάση επιταχυνόμενης τεχνικής και εμπορικής ανάπτυξης, η οποία απαιτεί την αναδιάρθρωσή του. Οι τιμές σημειώνουν ραγδαία πτώση, η κατανάλωση και η παραγωγή επιβραδύνουν και η αγορά διασπάται σε πολυάριθμα τμήματα. Η παραγωγή μικρότερων σε μέγεθος και τυποποιημένων προϊόντων ενίσχυσε τον ανταγωνισμό και μείωσε τα περιθώρια κέρδους. Πολλοί μεγάλοι, παραδοσιακοί κατασκευαστές υπέστησαν ζημίες κατά τη διάρκεια του 1992 και καταβάλλουν προσπάθειες επέκτασης των δραστηριοτήτων τους στα λογισμικά και στις υπηρεσίες, σε τομείς δηλαδή που εμφανίζουν ακόμη μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητες.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η τεχνολογία της πληροφορίας γνώρισε σημαντικές μεταβολές κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Οι εταιρείες επένδυσαν υψηλά ποσά για το σχεδιασμό προϊόντων τα οποία, εν καιρώ, θα έχουν επιπτώσεις σε πολυάριθμους κλάδους. Η τάση αυτή εξηγείται εν μέρει από τις επιτευχθείσες τεχνολογικές προόδους, αλλά και από την εξαφάνιση των συνόρων του υπήρχαν παλαιότερα μεταξύ των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής. Νέες εφαρμογές, όπως τα παιχνίδια βίντεο αμφίδρομης επικοινωνίας και η τηλεαγορά, συμβολίζουν την εμφάνιση ενός κόσμου πολυμέσων ο οποίος βασίζεται σε ένα τεράστιο φάσμα ποικίλων τεχνολογιών και στον οποίο οι υπολογιστές πωλούνται ως καταναλωτικά αγαθά. Προϊόντα στα οποία άλλοτε είχαν πρόσβαση μόνο μεγάλες εταιρείες καθίστανται πλέον προσιτά για επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αναπτύχθηκε μία μεγάλη αγορά ιδιωτών καταναλωτών.

Παρατηρείται επίσης μία σύγκλιση των διαφόρων τεχνολογιών της πληροφορίας και η πληροφορική προσανατολίζεται προς τη μαζική παραγωγή προϊόντων και τυποποιημένων συστημάτων. Πάντως, η προστιθέμενη αξία από τους παραγωγούς υλικού μειώνεται λόγω της ισχυρής πίεσης που ασκούν οι προμηθευτές εξαρτημάτων 7 έτσι, ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας σχηματίζεται στο επίπεδο των λογισμικών και των υπηρεσιών. Για να καταπολεμήσουν τη διάβρωση των κύριων δραστηριοτήτων τους, οι κατασκευαστές επιδίωξαν να μειώσουν το κόστος τους και να διαφοροποιήσουν την παραγωγή τους, και μόλις τώρα άρχισαν να γίνονται αισθητά σε ορισμένες εταιρείες τα θετικά αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής.

III Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, η Επιτροπή ζήτησε, το Φεβρουάριου του 1993, πληροφορίες από τις γαλλικές αρχές σχετικά με προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου υπέρ της Bull. Στη συνέχεια, η Επιτροπή και η Γαλλία αντάλλαξαν επιστολές, από τις οποίες η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία των μετόχων της Bull δεν είχε εγκρίνει σχέδιο αναδιάρθρωσης στο οποίο να βασίζεται η επένδυσή τους υπό μορφή προκαταβολής έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου.

Έτσι, καθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πράξη περιλάμβανε παράνομη ενίσχυση και ότι ήταν αδύνατο να αιτιολογηθεί το συμβιβάσιμό της με τη συνθήκη, δεδομένου ότι εξέλειπε η παρουσία ενός συγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης, αποφάσισε, στις 6 Οκτωβρίου 1993, να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στη Γαλλία με επιστολή της 16ης Νοεμβρίου και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1). Στη συνέχεια, με επιστολή της 6ης Δεκεμβρίου, οι γαλλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι το γαλλικό κράτος είχε αποφασίσει, σε συμφωνία με την France Tιlιcom, να επενδύσει, πέραν της προκαταβολής των 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, 8,6 επιπλέον δισεκατομμύρια στην Bull. Επίσης, στην προαναφερόμενη επιστολή η Γαλλία δήλωνε ότι τμήμα του εν λόγω ποσού θα καταβαλλόταν αμέσως στην Bull, γεγονός που αποτελούσε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 93 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και το μέτρο αυτό έπρεπε, συνεπώς, να χαρακτηριστεί ως παράνομο.

Έτσι, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 26 Ιανουαρίου 1994, δύο νέες αποφάσεις σχετικά με την Bull. Με την πρώτη απόφαση, η εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 επεκτεινόταν στην αύξηση κεφαλαίου ύψους 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στις γαλλικές αρχές με επιστολή της 8ης Φεβρουαρίου και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκων Κοινοτήτων (2).

Η δεύτερη απόφαση 94/220/ΕΚ (3) διέτασσε τις γαλλικές αρχές να μην χορηγήσουν καμία νέα ενίσχυση στη Bull και, ιδιαίτερα, τα 2,5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, τα οποία υποτίθεται ότι είχαν καταβληθεί ως προκαταβολή του ποσού των 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων.

Η Γαλλία απάντησε στην απόφαση περί αναστολής των πληρωμών με επιστολή της 25ης Φεβρουαρίου, στην οποία επιβεβαίωνε ότι δεν θα προέβαινε σε καμία πληρωμή μέχρις ότου η Επιτροπή λάβει σχετική απόφαση.

Με επιστολή της 8ης Μαρτίου, η Γαλλία απάντησε στα ερωτήματα του έθετε η Επιτροπή κατά την έναρξη και την επέκταση τη διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2, υποβάλλοντας παράλληλα ένα οριστικό σχέδιο αναδιάρθρωσης. Με επιστολή του Μαΐου 1994, η Επιτροπή έθεσε μία σειρά ερωτημάτων για τα έγγραφα αυτά, στα οποία οι γαλλικές αρχές απάντησαν τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Τον Ιούλιο πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση μεταξύ της Επιτροπής, αφενός, και των γαλλικών αρχών και της Bull, αφετέρου, κατά τη διάρκεια της οποίας τέθηκαν πολλά άλλα ζητήματα. Η Επιτορπή έλαβε σχετική απάντηση τον Αύγουστο.

Τον Ιούλιο του 1994 η Επιτροπή όρισε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα, στον οποίο ανέθεσε την εξέταση του σχεδίου αναδιάρθρωσης της Bull: η εργασία αυτή έγινε τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο και στα μέσα Σεπτεμβρίου είχε συνταχθεί τελική έκθεση. Η εν λόγω έκθεση κοινοποιήθηκε στη Γαλλία με επιστολή της 20ής Σεπτεμβρίου και στις 21 Σεπτεμβρίου η Γαλλία δήλωσε ότι δεν είχε να διατυπώσει καμία παρατήρηση σχετικά με την έκθεση αυτή.

IV Στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 93 παράγραφος 2 διαδικασίας, η κυβέρνηση του Ηνωμένο Βασιλείου διαβίβασε παρατηρήσεις τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά την επέκταση της διαδικασίας. Οι εν λόγω παρατηρήσεις κοινοποιήθηκαν στη Γαλλία με επιστολές της 14ης Μαρτίου και της 26ης Μαΐου 1994. Απάντηση στην πρώτη επιστολή απεστάλη στις 28 Μαρτίου, ενώ η δεύτερη επιστολή έμεινε αναπάντητη.

Καταρχήν, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλεία υποστήριζε τη θέση της Επιτροπής και θεωρούσε ότι η ενίσχυση δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση της απόκτησης συμμετοχών ή να χορηγηθεί σε εταιρεία η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της σε κλάδο που παρουσιάζει υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα. Στην απάντησή της, η Γαλλία τόνισε ότι δεν συμμερίζεται την ανάλυση της βρετανικής κυβέρνησης ούτε για την εισφορά κεφαλαίου ούτε σχετικά με την αγορά και ακόμα, ιδιαιτέρως, ότι η απόκτηση της Packard Bell εκ μέρους της Bull αποτελούσε τμήμα στρατηγικής για τη βελτίωση των δραστηριοτήτων της στον τομέα των μικροϋπολογιστών.

V Σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στο εξής καλούμενη «η συμφωνία», ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μέσω της ευνοϊκής μεταχείρισης ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και με τη συμφωνία, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και των συμβαλλόμενων μερών. Εξάλλου, εξετάζοντας το κατά πόσο μία εισφορά σε κεφάλαιο αποτελεί ενίσχυση, πρέπει να προσδιοριστεί αν η κρατική παρέμβαση είναι σύμφωνη με εκείνη ενός ιδιώτη επενδυτή που λειτουργεί σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

Για να βελτιωθεί η διαφάνεια και να προσδιοριστεί ευκολότερα το εάν η συμπεριφορά των κρατικών αρχών είναι σύμφωνη με την αρχή αυτή [την οποία εφήρμοσε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε πολυάριθμες υποθέσεις (1)], η Επιτροπή εξέδωσε δύο ανακοινώσεις: μία στις 17 Σεπτεμβρίου 1984 σχετικά με τη συμμετοχή των κρατικών αρχών στα κεφάλαια των επιχειρήσεων (2) και τη δεύτερη το 1993 σχετικά με τις κρατικές επιχειρήσεις στον μεταποιητικό τομέα (3). Σύμφωνα με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, για να προσδιοριστεί η ύπαρξη ή μη στοιχείων ενίσχυσης σε εισφορά κεφαλαίου, εξετάζονται γενικά τα ακόλουθα στοιχεία:

- αν η χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης είναι υγιής,

- αν η συμμετοχή ιδιώτη επενδυτή είναι ανάλογη του μεριδίου που κατέχει το δημόσιο και αν το μερίδιο είναι σημαντικό από οικονομική άποψη,

- αν η διάρθρωση και το ύψος του χρέους της εταιρείας επιτρέπουν τη δέουσα απόδοση (σε μερίσματα ή σε υπεραξίες) των επενδεδυμένων κεφαλαίων σε εύλογο χρονικό διάστημα,

- αν η επιχείρηση είναι σε θέση να αντλήσει ίδιου ύψους πόρους από την κεφαλαιαγορά δεδομένης της ταμειακής της ροής και - αν η παρούσα αξία των ταμειακών ροών που μπορεί να ελπίζεται ότι θα προκύψει από το προβλεπόμενο σχέδιο είναι ανώτερη της νέας εισφοράς κεφαλαίων.

Πάντως, πριν διενεργηθεί η ανάλυση αυτή, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί η ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση πραγματοποίησης της επένδυσης. Η προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου καταβλήθηκε στην Bull το Φεβρουάριο του 1993 και η απόφαση για συμπληρωματική επένδυση ύψους 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων λήφθηκε από τη Γαλλία το Δεκέμβριο του 1993. Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να εξετασθεί η χρηματοοικονομική κατάσταση της Bull στις διαφορετικές αυτές ημερομηνίες, ώστε να προσδιοριστεί αν ένας επενδυτής που αποφασίζει σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς θα είχε λάβει την ίδια απόφαση με εκείνη του γαλλικού κράτους.

Στα τέλη του 1992, που αποτελεί το απώτατο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορούν να είναι διαθέσιμα χρηματοοικονομικά στοιχεία πριν ληφθεί απόφαση για επένδυση, η Bull είχε γνωρίσει τρία συνεχή έτη κάμψης των πωλήσεών της και ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών της κατήλθε από 35 δισεκατομμυρία γαλλικά φράγκα το 1990 σε 30 δισεκατομμύρια το 1992, γεγονός που αποτελεί μείωση του κύκλου εργασιών κατά 14 % περίπου. Επιπλέον, η εταιρεία υπέστη ζημίες εκμετάλλευσης (δηλαδή τα έσοδά της μείον το συνολικό κόστος εκτός των καθαρών χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων) κατά τα έτη 1990, 1991, 1992 και το καθαρό της αποτέλεσμα (τόσο πριν όσο και μετά την αναδιάρθρωση) ήταν αρνητικό την περίοδο αυτή, δεδομένου ότι η τελευταία κερδοφόρος χρήση ήταν εκείνη του 1988. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Bull δεν κατέβαλε μερίσματα από τότε που το κράτος εξαγόρασε την εταιρεία και, δεδομένου του επιπέδου των ζημιών της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυξήθηκε η αξία των μετοχών της εταιρείας.

Η ταμειακή ροή της Bull ήταν ανεπαρκής για να μπορέσει η εταιρεία να αντιμετωπίσει τις επενδυτικές της ανάγκες κατά την περίοδο 1990-1992 7 συνεπώς, η Bull χρειάστηκε να προσφύγει σε εισφορές κεφαλαίου κατά την περίοδο αυτή, ώστε να αντιμετωπίσει τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις και να μειώσει το υψηλό επίπεδο δανεισμού της στο οποίο είχε φθάσει το 1990. Παρότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει την εισφορά κεφαλαίου υπέρ της Bull το 1990, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι τα περισσότερα επενδυθέντα κεφάλαια το 1991 και το 1992 προέρχονταν από κρατικούς φόρους και θεωρήθηκαν ως κρατική ενίσχυση.

Για λόγους σύγκρισης, σημειώνεται ότι η IBM πραγματοποίησε κέρδη το 1990, ενώ το 1991 και το 1992 υπέστη καθαρή ζημία. Ωστόσο, η IBM άντλησε από τις δραστηριότητές της επαρκείς ταμειακούς πόρους για να καλύψει τις επενδυτικές της ανάγκες το 1990 και το 1992 και έτσι χρειάστηκε να καταφύγει σε δανεισμό μόνο το 1991. Επίσης, η DEC, η οποία σημείωσε κέρδη το 1990, αλλά υπέστη ζημίες το 1991 και το 1992, άντλησε επαρκή ταμειακά διαθέσιμα το 1990 και το 1991 ώστε να καλύψει τις επενδυτικές της ανάγκες, ενώ χρειάστηκε να καταφύγει σε άλλες πηγές χρηματοδότησης το 1992.

Στα τέλη του 1992, μετά από τις προαναφερθείσες εισφορές κεφαλαίου, τα δάνεια της Bull, παρότι κατώτερα εκείνων των δύο προηγουμένων ετών, εξακολουθούσαν να είναι ανώτερα των 10 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, ποσό δηλαδή κατά 27 φορές μεγαλύτερο από τα ίδια κεφάλαιά της (δηλαδή το μετοχικό της κεφάλαιο και τα μη διανεμηθέντα κέρδη). Επίσης, το 1992, οι χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις της Bull, που αντιπροσώπευαν 5 % περίπου του κύκλου εργασιών της, δεν καλύπτονταν από τα κέρδη εκμετάλλευσης, γεγονός που φανερώνει ότι ο όμιλος δεν κατόρθωσε να αποκομίσει επαρκή κέρδη για να καλύψει τους τόκους των δανείων. Η ίδια κατάσταση εμφανίστηκε το 1991 και το 1990.

Όσον αφορά τη μεταγενέστερη απόφαση για επένδυση 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, η Γαλλία έπρεπε να είχει στη διάθεσή της τα αποτελέσματα της Bull για το πρώτο εξάμηνο του 1993 και μία σαφή ένδειξη για τα αποτελέσματα της χρήσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993.

Από τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 1993 προκύπτει μείωση των πωλήσεων (σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο των δύο προηγούμενων χρήσεων) 7 ο όμιλος υπέστη ζημία εκμετάλλευσης κατά 50 % ανώτερη εκείνης του πρώτου εξαμήνου του 1992 και καθαρή ζημία ανώτερη από εκείνη της αντίστοιχης περιόδου. Εξάλλου, λόγω των ζημιών, τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης δεν παρείχαν τη δυνατότητα κάλυψης των εξόδων για τόκους και, παρά την προκαταβολή έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου, η μείωση του ύψους των δανείων ήταν ασήμαντη λόγω του διατηρούμενου επιπέδου των ζημιών.

Επίσης, από την εξέταση των λογαριασμών της Bull για τη χρήση 1993 προκύπτει ότι σημειώθηκε περαιτέρω μείωση των πωλήσεων σε σχέση με το αντίστοιχο επίπεδο του 1992 και ότι η ζημία εκμετάλλευσης ήταν ανώτερη εκείνης του 1991 και του 1992. Για μια ακόμη φορά, οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις δεν καλύφθηκαν από τα κέρδη εκμετάλλευσης (λόγω των ζημιών) και, παρότι το ύψος του χρέους περιορίστηκε στα 4,5 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου, αυτό οφείλεται στις εισφορές κεφαλαίου που έγιναν κατά τη διάρκεια του 1993 και ανέρχονται σε 6,1 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

Αν ληφθούν υπόψη οι πρόσφατες χρηματοοικονομικές επιδόσεις της Bull, οι μειούμενες πωλήσεις της, οι ζημίες εκμετάλλευσης και το υψηλό της επίπεδο δανειακής επιβάρυνσης, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η χρηματοοικονομική της κατάσταση ήταν υγιής κατά τη στιγμή που λήφθηκαν οι επενδυτικές αποφάσεις.

Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη η διάρθρωση και το ύψος των χρεών της Bull, δεν φαίνεται να προκύπτει το συμπέρασμα ότι, βάσει των προηγούμενων επιδόσεών της και των σχετικών προβλέψεων, θα μπορούσε κανείς να αναμένει, κατά τη στιγμή της επένδυσης, κατάλληλη απόδοση των επενδυθέντων κεφαλαίων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Τέλος, δεν φαίνεται ότι η Bull θα ήταν θε θέση, βάσει της ταμειακής της ροής, να αντλήσει ιδίου ύψους πόρους από την κεφαλαιαγορά.

Στην προαναφερόμενη ανακοίνωση της 17ης Σεπτεμβρίου 1984 τονίζεται ότι δεν υφίστανται κρατικές ενισχύσεις εφόσον κατά την εισφορά κεφαλαίου οι δημόσιοι και ιδιώτες μέτοχοι συμμετέχουν στην εν λόγω εισφορά ανάλογα με το μερίδιό τους 7 πάντως, το μερίδιο που κατέχουν οι ιδιώτες επενδυτές θα πρέπει να είναι σημαντικό από οικονομική άποψη.

Πριν καταβληθεί η προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, οι συμμετοχές της NEC και της IBM στο κεφάλαιο της Bull ανερχόταν συνολικά στο 10,1 % του μετοχικού κεφαλαίου. Καμία από αυτές τις δύο εταιρείες δεν κλήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση να συμμετάσχει στην πληρωμή προκαταβολής υπέρ της Bull, ειδοποιήθηκαν όμως αμφότερες ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε μεταγενέστερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Όσον αφορά την αύξηση κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 1993, πρέπει να σημειωθεί ότι η IBM δεν συμετείχε, και έτσι η συμμετοχή της στην Bull κατήλθε από 5,68 % σε 2,1 %, δηλαδή μειώθηκε κατά 63 %. Από την πλευρά της η NEC διατήρησε τη συμμετοχή της στο 4,4 % επενδύοντας 379 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Είναι συνεπώς απαραίτητο να εξετασθεί αν η εν λόγω συμμετοχή είναι πραγματικά σημαντική από «οικονομική άποψη» και να προσδιοριστεί η χρηματική αξία του κατεχόμενου μεριδίου, πράγμα το οποίο μπορεί να γίνει βάσει της σχετικής άποψης της NEC ή εκείνης της Bull.

Η εισφορά κεφαλαίου εκ μέρους της NEC αντιπροσωπεύει το 3 % περίπου της συνολικής παρούσας εισφοράς κεφαλαίου και η συνολική επένδυση της NEC στην Bull, από τότε που έλαβε συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο, αντιπροσωπεύει περίπου 4 % των συνολικών εισφορών κεφαλαίου στον όμιλο. Αν και τα ίδια ποσά είναι σημαντικά αυτά καθεαυτά, η σχετική τους σημασία είναι χαμηλή σε σύγκριση με τα συνολικά ποσά. Οι εν λόγω εισφορές δεν είναι σημαντικές ούτε για την ίδια τη NEC: στο τέλος της χρήσης του 1992, οι επενδύσεις της NEC σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού ανερχόταν σε 14 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα και κατά τη διάρκεια της χρήσης 1992, η NEC επένδυσε 12 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και σε πάγια. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι μία επένδυση της τάξεως των 379 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την NEC.

Επιπλέον, δεν πρέπει να αγνοείται ότι η NEC έχει περισσότερο συμφέρον σε σχέση με άλλους ιδιώτες επενδυτές να συνεχίσει να επενδύει στη Bull, δεδομένου ότι μία τέτοια επένδυση επιτρέπει την πρόσβαση στη γαλλική και ευρωπαϊκή αγορά, ιδιαίτερα σε εκείνη των δημοσίων συμβάσεων.

Συνεπώς, η επένδυση της NEC στην Bull δεν φαίνεται να έχει πραγματική οικονομική σημασία και δεν αφαιρεί από τις κρατικές εισφορές κεφαλαίου το χαρακτήρα της ενίσχυσης.

Τέλος, είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη ανάλυση για την πραγματική παρούσα αξία των εισφορών σε κεφάλαιο. Η ανάλυση αυτή βασίζεται στις χρηματοοικονομικές προβολές του διαβίβασε η Γαλλία για την Bull όσον αφορά τα έτη 1994 και 1995, περίοδο που το γαλλικό κράτος θεωρεί ως επαρκή για να εκτιμηθεί η αποδοτικότητα της Bull.

Πριν γίνει η ανάλυση βάσει της αξίας ή της αναχθείσας σε σημερινές τιμές αξίας της επιχείρησης, πρέπει να σημειωθεί ότι στις 31 Δεκεμβρίου 1992 το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της Bull (συμπεριλαμβανομένης της προκαταβολής των 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων) ανερχόταν σε 375 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Σύμφωνα με τις προβολές που κατάρτισε η Bull, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης και τις νέες εισφορές κρατικών πόρων ύψους 8,6 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, τα ίδια κεφάλαια της ανέρχονται σε (. . .) (1) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, έχουν δηλαδή υποστεί μείωση της τάξης των (. . .) δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, ποσό που αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο τμήμα της δεύτερης εισφοράς κεφαλαίου.

Αν ληφθεί υπόψη η αξία της Bull στις 31 Δεκεμβρίου 1992, οι καθαρές ταμειακές ροές της το 1993, 1994 και 1995, οι πραγματοποιηθείσες εισφορές κεφαλαίων κατά την περίοδο αυτή και η αξία της Bull στις 31 Δεκεμβρίου 1995, διαπιστώνεται ότι ο εσωτερικός δείκτης αποδοτικότητας που θα προκληθεί λόγω αυτών των χρηματοοικονομικών ροών είναι ανεπαρκής για να πείσει έναν επενδυτή που λειτουργεί σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς να προβεί στην επένδυση αυτή.

Από αυτές τις αναλύσεις προκύπτει ότι η προκαταβολή και η εισφορά κεφαλαίου που χορηγήθηκαν ή θα χορηγηθούν από το γαλλικό κράτος και την France Tιlιcom υπέρ της Bull περιέχουν στοιχείο ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

Η Γαλλία υποστηρίζει ότι οι εισφορές κεφαλαίου δεν περιέχουν στοιχείο ενίσχυσης για τους ακόλουθους λόγους:

- από τις τρεις δυνατές εναλλακτικές λύσεις για το κράτος-μέτοχο, δηλαδή την εκκαθάριση, την πώληση ή την αναδιάρθρωση, η τελευταία μόνο λύση ήταν εκείνη που θα προστάτευε πραγματικά με τον καλύτερο τρόπο την αξία της κρατικής επένδυσης,

- οι ενέργειες των μετόχων με μειοψηφικές συμμετοχές στήριξαν την απόφαση του κράτους και - η κρατική πρωτοβουλία μπορεί να συγκριθεί με εκείνη των μετόχων άλλων μεγάλων ομίλων πληροφορικής που αντιμετώπιζαν δυσχέρειες.

Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι το κόστος της εκκαθάρισης ή το καθαρό κόστος που θα αντιπροσώπευε η εκκαθάριση για το κράτος, μετά την εκχώρηση των βιώσιμων δραστηριοτήτων της Bull, θα ήταν ανώτερο του ποσού της εισφοράς κεφαλαίου. Δεδομένου, συνεπώς, ότι το ποσό της εισφοράς κεφαλαίου ήταν κατώτερο από τα δύο προηγούμενα ποσά, η απόφαση για χρηματοδότηση της αναδιάρθρωσης ήταν η ορθότερη από οικονομική άποψη.

Σε μία εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ο μέτοχος ευθύνεται, σύμφωνα με το νόμο και πάντα από οικονομική άποψη, για το μερίδιο του κεφαλαίου που εισφέρει. Συνεπώς, σε περίπτωση εκκαθάρισης, ο κίνδυνος του μετόχου περιορίζεται στο εν λόγω ποσό. Για να υπολογισθεί η αξία εκκαθάρισης της Bull, οι γαλλικές αρχές υπέθεσαν ότι το γαλλικό κράτος, ως μέτοχος, θα ήταν υπεύθυνο για όλα τα χρέη της Bull που εμφανίζονταν στον ισολογισμό, καθώς και για τα εκτός ισολογισμού χρέη. Η άποψη αυτή αποτελεί αμάλγαμα των ρόλων του κράτους ως ιδιοκτήτη/μετόχου και ως οργανισμού υπεύθυνου για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής.

Από οικονομική άποψη και όπως τόνισε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην απόφασή του της 14ης Σεπτεμβρίου 1994 (2), είναι σαφές ότι η ευθύνη του κράτους περιορίζεται στο μερίδιο του κεφαλαίου που κατέχει και, σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα, αν τα χρέη της εταιρείας ήταν ανώτερα του ενεργητικού της, οι πιστωτές της δεν θα ήταν σε θέση να προσφύγουν στο «Patrimonio del Estado» [στο κράτος] για να καλύψουν τη διαφορά.

Δεδομένου ότι οι γαλλικές αρχές υπολόγισαν ότι το προϊόν από την εκχώρηση των αποδοτικών δραστηριοτήτων της Bull θα ήταν ανώτερο του νόμιμου κόστους των απολύσεων και του άμεσου κόστους που συνδέεται με την εκκαθάριση του ομίλου, θεωρείται ότι θα ήταν σφάλμα να περιληφθούν όλα τα υπόλοιπα χρέη της Bull (καθόσον μάλιστα κανένα δεν καλυπτόταν από κρατική εγγύηση) στον υπολογισμό του κόστους εκκαθάρισης και να συγκριθεί το εν λόγω κόστος με εκείνο της αναδιάρθρωσης μέσω εισφοράς κεφαλαίου. Ένας επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς δεν θα έκανε την ανάλυση αυτή 7 θα συνέκρινε απλώς τη μείωση αξίας λόγω απώλειας μετοχικού κεφαλαίου σε περίπτωση εκκαθάρισης με το κόστος της αναδιάρθρωσης. Συνεπώς, η ανάλυση αυτή μπορεί να μην ληφθεί υπόψη.

Εξάλλου, και εάν τα εθνικά δικαστήρια προσδιορίζουν ευθύνη πέρα του ονομαστικού χρέους του μετόχου, όπως υποστηρίζουν οι γαλλικές αρχές, στην εξεταζόμενη υπόθεση, το γεγονός ότι η Bull δεν αναδιαρθρώθηκε ούτε εκκαθαρίστηκε σε προγενέστερη ημερομηνία είναι αντίθετο με τη συμπεριφορά ενός επενδυτή που λειτουργεί σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ο εν λόγω επενδυτής θα είχε πράγματι λάβει τα κατάλληλα μέτρα αμέσως μόλις διαπίστωνε ότι τα χρέη της εταιρείας υπήρχε κίνδυνος να θέσουν εν αμφιβόλω την περιορισμένη του ευθύνη. Συνεπώς, αν μία εθνική νομοθεσία προβλέπει μία τέτοια απεριόριστη εγγύηση, οι κυβερνήσεις οφείλουν να το λάβουν υπόψη τους και να ενεργήσουν κατά τη λήψη των επενδυτικών τους αποφάσεων ως επενδυτές σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Η άποψη της Επιτροπής σε παρεμφερείς υποθέσεις αναπτύχθηκε με σαφήνεια τις αποφάσεις 92/329/ΕΟΚ (1) και 94/255/ΕΚΑΧ (2), και στην ανακοίνωσή της στην υπόθεση EFIM (3).

Παραπάνω εξετάσθηκαν οι ενέργειες των μετόχων με μειοψηφική συμμετοχή στην Bull: πρέπει ωστόσο να επαναληφθεί ότι η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η συμμετοχή της NEC είναι σημαντική από οικονομική άποψη και ότι η περαιτέρω διάθεση κεφαλαίων πραγματοποιήθηκε για λόγους πρόσβασης στην αγορά 7 πρέπει, εξάλλου, να υπενθυμισθεί ότι η IBM δεν συμμετείχε στην πράξη αυτή.

Το γεγονός ότι η Bull συγκέντρωσε δανειακά κεφάλαια για τη χρηματοδότηση των χρεών της για το 1992 και 1993 δεν μεταβάλλει καθόλου την ανάλυση αυτή. Δεδομένου ότι δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια σχετικά με τον δανειστή, τη διάρκεια των δανείων ή το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, είναι αδύνατο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν χορηγήθηκε ενίσχυση στην Bull.

Εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν ο μέτοχοι εταιρειών που βρίσκονταν σε κατάσταση παρεμφερή με εκείνη της Bull, οι γαλλικές αρχές αναφέρονται στην περίπτωση της Siemens («SNI»), της Olivetti και της ATT και αποδεικνύουν ότι, στην περίπτωση της SNI, η μητρική της εταιρεία την υποστήριξε οικονομικά, παρότι υπέστη σοβαρές ζημιές για σειρά ετών. Εξάλλου, όσον αφορά την Olivetti, η επιχείρηση άντλησε τα κεφάλαια από το χρηματιστήριο, ενώ παράλληλα η DEC συμμετείχε στην εν λόγω αύξηση κεφαλαίου. Τέλος, όσον αφορά την ATT, διαπιστώνεται ότι η εταιρεία αυτή συνέχισε να υποστηρίζει τις δραστηριότητές της στον τομέα της πληροφορικής, και μάλιστα προέβη στην εξαγορά της ζημιογόνου εταιρείας NCR.

Πολυάριθμα ζητήματα απομένουν ακόμη προς εξέταση. Όσον αφορά την SNI, το κεφάλαιο που εισέφερε η Siemens το 1990 ανέρχεται περίπου σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα (σε τρέχουσα ισοτιμία): η Bull έχει λάβει περισσότερα από 15 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα για την αναδιάρθρωσή της από το 1991. Παρά το γεγονός ότι η Siemens δάνεισε συμπληρωματικό ποσό ύψους (. . .) δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων στην SNI για την αναδιάρθρωσή της, τα χρήματα αυτά μπορούν να ανακτηθούν καθότι αποτελούν δάνειο. Πρέπει εξάλλου να υπενθυμισθεί ότι η SNI είναι σημαντικότερη εταιρεία από την Bull σε όρους κύκλων εργασιών και ότι, συνεπώς, η αναδιάρθρωσή της μπορεί να στοιχίσει περισσότερο. Επιπλέον, καθώς η SNI δεν δημοσιεύει όλα τα χρηματοοικονομικά της αποτελέσματα, δεν μπορεί να είναι κανείς βέβαιος για το βαθμό στον οποίο οι ζημίες της εταιρείας αυτής οφείλονται στο κόστος αναδιάρθρωσης. Επίσης, η συμπεριφορά της Siemens έναντι της SNI υπαγορεύεται από βιομηχανικούς λόγους, καθότι η SNI αποτελεί τμήμα ενός σημαντικότερου ομίλου που ασκεί τις δραστηριότητές του στον τομέα των ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και καταναλωτικών αγαθών.

Το 1991 η SNI αντιπροσώπευε το 16 % μόνο περίπου του κύκλου εργασιών της Siemens και το μεγαλύτερο τμήμα των πωλήσεών της (33 %) προοριζόταν για τη βιομηχανία και τους κλάδους του αυτοματισμού και των μεταφορών. Λόγω των διαφοροποιημένων δραστηριοτήτων του ομίλου, στις οποίες περιλαμβάνονται επίσης η παραγωγή ηλεκτρικών συστατικών μερών, τμήματα παραγωγής ενεργειακών και ιατρικών προϊόντων, η παρουσία μίας εταιρείας πληροφορικής στο πλαίσιο του ομίλου ανταποκρίνεται σε μία οικονομική λογική. Το γεγονός ότι η SNI μπορεί να προμηθεύεται συστατικά μέρη από το αντίστοιχο τμήμα της Siemens και στη συνέχεια να μεταπωλεί προϊόντα σε εξαρτημένα τμήματα του κλάδου του αυτοματισμού και των συστατικών μερών ενισχύει το επιχείρημα ότι η Siemens διατηρεί την SNI για στρατηγικούς λόγους.

Επίσης, η Olivetti συγκέντρωσε ένα δισεκατομμύριο γαλλικά φράγκα μέσω της έκδοσης δικαιωμάτων εγγραφής, πρόκειται δηλαδή για ποσό το οποίο είναι και πάλι πολύ χαμηλότερο από εκείνο που χορηγήθηκε στην Bull, ενώ παράλληλα η Olivetti άντλησε το ποσό αυτό βασιζόμενη στις καλύτερες εμπορικές της επιδόσεις σε σύγκριση με εκείνες της Bull. Εξάλλου, παρά τη συμμετοχή της DEC σε αυτή την αρχική πράξη, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω εταιρεία επιχειρεί την περίοδο αυτή να αποσυρθεί από την Olivetti.

Τέλος, σχετικά με την ATT, παρότι η εταιρεία αυτή υποστήριξε τις δραστηριότητές της στον τομέα της πληροφορικής, καθώς και εκείνες της NCR, δεν φαίνεται να προσέφυγε στους μετόχους της για την άντληση των χρηματοδοτικών πόρων, αλλά αντίθετα χρησιμοποίησε εσωτερικά κεφάλαια του ομίλου για την αναδιάρθρωσή της.

Συνεπώς, τα μέτρα της Γαλλίας υπέρ της Bull διαφέρουν από τις υπόλοιπες περιπτώσεις σε τρία σημεία: κατά πρώτο λόγο, το ύψος των (τυχόν) εξωτερικών εισφορών κεφαλαίου στις περιπτώσεις αυτές δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συνέβη στην περίπτωση της Bull. Κατά δεύτερο λόγο, τουλάχιστον στην περίπτωση της SNA και της ATT δεν πρέπει να παραμελείται το γεγονός της βιομηχανικής συνεργασίας, στοιχείο ανύπαρκτο στην περίπτωση της Bull. Κατά τρίτο λόγο, η ATT και η Olivetti σημείωσαν κατά τα τελευταία έτη κέρδη εκμετάλλευσης, ώστε να χρηματοδοτήσουν οι ίδιες την αναδιάρθρωσή τους, πράγμα το οποίο η Bull δεν ήταν σε θέση να πράξει.

Επιπλέον, δεν πρέπει να παραμελείται το ότι ορισμένες εταιρείες πληροφορικής, ανταγωνίστριες της Bull, όπως παραδείγματος χάρη η IBM, αναδιαρθρώθηκαν χωρίς τη βοήθεια των μετόχων τους, και αυτό παρότι σημειώνουν ζημίες. Οι εν λόγω εταιρείες υπέστησαν μόνο καθαρές ζημίες οι οποίες συνδέονται με τα μέτρα αναδιάρθρωσης: το αποτέλεσμα εκμετάλλευσής τους ήταν θετικό.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η Γαλλία παρουσίασε ανάλυση για την πραγματική παρούσα αξία, από την οποία προκύπτει ότι λόγω των εισφορών κεφαλαίου επιτυγχάνεται δείκτης εσωτερικής αποδοτικότητας της τάξης του (. . .) % περίπου. Ο υπολογισμός αυτός είναι εσφαλμένος για τους ακόλουθους λόγους:

- στους σχετικούς υπολογισμούς δεν λήφθηκε υπόψη η εισφορά κεφαλαίου εκ μέρους της France Tιlιcom. Η εισφορά της δημόσιας αυτής επιχείρησης έπρεπε να συνυπολογισθεί,

- για τον προσδιορισμό της ταμειακής ροής, στην ανάλυση διατυπώνεται η υπόθεση ότι το κράτος είναι υπεύθυνο για το σύνολο των χρεών της Bull σε περίπτωση εκκαθάρισης. Όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση αυτή είναι εσφαλμένη για οικονομικούς λόγους.

Άρα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο υπολογισμός αυτός.

Συνοπτικά, τα επιχειρήματα της Γαλλίας δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το γαλλικό κράτος και η France Tιlιcom ενήργησαν, κατά την εισφορά κεφαλαίων στην Bull, ως επενδυτές που λειτουργούν σε οικονομία της αγοράς. Έτσι, όπως προαναφέρθηκε, οι εισφορές κεφαλαίου εκ μέρους του γαλλικού κράτους και της France Tιlιcom, οι οποίες ανέρχονται συνολικά σε 11,1 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, θεωρούνται ότι περιέχουν στοιχείο ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ. Πάντως, κατά την εξέταση κατέστη σαφές ότι η πληρωμή της προκαταβολής έναντι μελλοντικής εισφοράς κεφαλαίου αποτελούσε, σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση, ενίσχυση για τη διάσωσή της, ενώ η εισφορά κεφαλαίου είχε τον χαρακτήρα ενίσχυσης για την αναδιάρθρωσή της.

VI Η Bull ασκεί τις δραστηριότητές της σε πολυάριθμους τομείς: υπολογιστές αποκλειστικής εκμετάλλευσης (GCOS 7 και GCOS 8), ανοικτά συστήματα και λογισμικό για επιχειρήσεις (Unix), προσωπικοί υπολογιστές (ZDS), δίκτυα και υπηρεσίες.

Το 1992 και το 1993 οι πωλήσεις εξοπλισμών της Bull ανήλθαν σε 15 και 16 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα αντίστοιχα και τα έσοδά της, από δραστηριότητες ενοικίασης και εξυπηρέτησης, ανήλθαν αντίστοιχα σε 13 και 14 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Τα εν λόγω έσοδα από πωλήσεις μπορούν να αναλυθούν ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Περίπου το 50 % των πωλήσεων της Bull στη Δυτική Ευρώπη πραγματοποιείται στη Γαλλία.

Από τα στοιχεία σχετικά με το μέγεθος της ευρωπαϊκής αγοράς το 1992 (που περιέχονται στο Πανόραμα της Κοινοτικής Βιομηχανίας του 1994) προκύπτει ότι η συνολική αγορά αντιπροσώπευε περίπου 260 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Όσον αφορά το σύνολο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για το 1993, το Yearbook of World Electronics Data αναφέρει ότι η αγορά είναι της τάξης των 375 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων στον τομέα των εξοπλισμών πληροφορικής 7 τέλος, ο IDC Worldwide Black Book αναφέρει ότι το μέγεθος της αγοράς της Δυτικής Ευρώπης ανέρχεται σε 660 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα για το 1992 και σε 718 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα για το 1993.

Συνεπώς, η Bull -της οποίας οι πωλήσεις ανέρχονται σε 20 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα περίπου στη Δυτική Ευρώπη, εκ των οποίων 10 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα εξάγονται από τη Γαλλία- συμμετέχει στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και των συμβαλλομένων μερών. Άρα, κάθε ενίσχυση που καταβάλλεται στην Bull στρεβλώνει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ.

VII Ενώ το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΕΟΧ ορίζουν το γενικό ασυμβίβαστο των κρατικών ενισχύσεων, το άρθρο 92 παράγραφοι 2 και 3 της συνθήκης ΕΚ καθώς και το άρθρο 61 παράγραφοι 2 και 3 της συμφωνίας ΕΟΧ προβλέπουν παρεκλίσεις από την εν λόγω αρχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενίσχυση δεν παρουσιάζει περιφερειακό χαρακτήρα, καθότι καμία ζώνη στην μητροπολιτική Γαλλία δεν δικαιούται παρέκκλιση βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) της συνθήης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συμφωνίας ΕΟΧ. Παρομοίως, η ενίσχυση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά και, καθώς κανένα από τα μεγάλα εργοστάσια της Bull που συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους δεν βρίσκονται προφανώς σε περιοχή του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας ΕΟΧ, η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές παρέκκλιση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση της Bull.

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση δεν μπορεί να επωφεληθεί από την παρέκκλιση του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας ΕΟΧ υπέρ των ενισχύσεων που αποσκοπούν στο να διευκολυνθεί η ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, εφόσον οι ενισχύσεις αυτές δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που να αντίκειται προς το κοινό συμφέρον.

Η Επιτροπή εξέδωσε πρόσφατα μία αναθεωρημένη έκδοση των κοινοτικών κατευθυντήρων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της διάσωσης και της αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, στην οποία διευκρινίζονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες θα ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει κρατικές ενισχύσεις που προορίζονται για την υλική και χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων.

Γενικά, η αναδιάρθρωση περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: την αναδιοργάνωση και τον εξορθολογισμό των δραστηριοτήτων της επιχείρησης ώστε να καταστεί πιο αποτελεσματική, προσπάθεια η οποία προϋποθέτει κανονικά την εγκατάλειψη των μη αποδοτικών ή ζημιογόνων δραστηριοτήτων, την αναδιάρθρωση δραστηριοτήτων των οποίων η ανταγωνιστικότητα μπορεί να αποκατασταθεί και, ενδεχομένως, την ανάπτυξη ή διαφοροποίηση νέων αποδοτικών δραστηριοτήτων. Η χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση πρέπει γενικά να συνοδεύει την υλική αναδιάρθρωση. Στα σχέδια αναδιάρθρωσης λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη οι περιστάσεις που προκάλεσαν τα προβλήματα στην επιχείρηση, η προσφορά και η ζήτηση στην αντίστοιχη αγορά προϊόντων, καθώς και προβλέψεις σχετικά με την ανάπτυξή τους, και επίσης τα δυνατά και αδύνατα σημεία της επιχείρησης. Τα σχέδια αυτά επιτρέπουν την ομαλή μετάβαση της επιχείρησης σε μία νέα διάρθρωση, η οποία της προσφέρει μακροπρόθεσμες προοπτικές αποδοτικότητας, εξασφαλίζουν κατάλληλη απόδοση των κεφαλαίων και επιτρέπουν στην επιχείρηση να αυτοχρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές της χωρίς να παραστεί η ανάγκη προσφυγής σε κρατικούς πόρους.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση για την αναδιάρθρωση μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων χωρίς να αλλοιώσει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον, εφόσον βέβαια πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπενθυμισθεί ότι η Επιτροπή αναγνώρισε στο Λευκό Βιβλίο για την «Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα, Απασχόληση» ότι, με την έλευση της κοινωνίας της πληροφορίας και την προβλεπόμενη εμφάνιση των αυτοκινητόδρομων της πληροφορίας, είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας και του ΕΟΧ να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που παρουσιάζονται στον τομέα αυτό. Οι οικονομίες που θα κατορθώσουν πρώτες να ολοκληρώσουν τη μεταβολή αυτή θα διαθέτουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Συνεπώς, η Κοινότητα κρίνει ότι μία ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ότι διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη, εφόσον αυτή χορηγείται με σκοπό να καταστεί ανταγωνιστική και αποδοτική μία βιομηχανία του κλάδου της πληροφορικής και εφόσον η εν λόγω ενίσχυση δεν θίγει υπερβολικά ανταγωνιστές της που δραστηριοποιούνται στον ΕΟΧ.

Δεν πρέπει να αγνοείται ότι η προκαταβολή και η εισφορά κεφαλαίου συνδέονται με «σχέδιο αναδιάρθρωσης» που εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των μετόχων της Bull και υποβλήθηκε στην Επιτροπή τον Μάρτιο του 1994. Η Γαλλία υπογραμμίζει ότι το σχέδιο αυτό αποσκοπεί στη χρηματοοικονομική αποκατάσταση της Bull εντός δύο ετών, την ανάκτηση της αποδοτικότητας του ομίλου, καθώς και την ιδιωτικοποίησή του το συντομότερο δυνατό.

α) Η επάνοδος σε κατάσταση αποδοτικότητας Αν ο στόχος κάθε σχεδίου αναδιάρθρωσης είναι η εξυγίανση της επιχείρησης και η αποκατάσταση της αποδοτικότητάς της μέσα σε λογικές προθεσμίες, πρέπει να εξασφαλιστεί παράλληλα ότι η καταβαλλόμενη για το σκοπό αυτό ενίσχυση είναι ανάλογη με το κόστος και τα πλεονεκτήματα της αναδιάρθρωσης, καθώς και ότι εφαρμόζεται πλήρως το προτεινόμενο σχέδιο αναδιάρθρωσης.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Bull προβλέπει την αναδιοργάνωση του ομίλου σε επτά λειτουργικά τμήματα, ανάλογα με τον τύπο δραστηριότητας, την αποκατάσταση και την αναδιάρθρωση αυτών των δραστηριοτήτων και ιδιαίτερα εκείνων που αφορούν τους μικροϋπολογιστές, τα ανοικτά συστήματα και τα λογισμικά 7 τη μείωση του προσωπικού 7 το κλείσιμο των εργοστασίων και την πώληση ορισμένων δραστηριοτήτων. Πρωταρχικός στόχος του σχεδίου είναι η μείωση του κόστους της Bull μέσω περιορισμού του προσωπικού, εξορθολογισμού των εργοστασίων και της παραγωγικής τους ικανότητας, καθώς και μέσω της πώλησης των οριακών από άποψη αποδοτικότητας δραστηριοτήτων.

Το κόστος των ενεργειών αυτών εκτιμάται σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, εκ των οποίων (. . .) δισεκατομμύρια καλύπτονται από την παρούσα εισφορά κεφαλαίου, ενώ το υπόλοιπο χορηγήθηκε ήδη στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του 1992 («plan de mutation»). Το υπόλοιπο της εισφοράς κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του κρέους της Bull έναντι των τρίτων. Υπολογίζεται ότι με τα μέτρα αυτά θα αυξηθεί το περιθώριο κέρδους λειτουργίας της Bull κατά (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1995.

Ενώ τα εν λόγω μέτρα αναδιάρθρωσης επιτρέπουν την σωρευτική μείωση του κόστους κατά (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα στη διάρκεια της περιόδου 1992-1995, εκ των οποίων (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα αφορούν το κόστος διανομής και διοίκησης, (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα τις δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης και (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα βελτιώσεις του ακαθάριστου περιθωρίου κέρδους, παράλληλα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι βελτιώσεις που υλοποιούνται την περίοδο αυτή και αποφασίστηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης του 1992. Με το εν λόγω σχέδιο εξοικονομείται πρόσθετο ποσό ύψους (. . .) δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων λόγω μείωσης του προσωπικού, στο οποίο προστίθενται και άλλες μειώσεις μεταβλητού κόστους με τις οποίες επιτυγχάνεται περαιτέρω εξοικονόμηση πόρων ύψους (. . .) δισεκατομμυρίου γαλλικών φράγκων.

Συνεπώς, η συνολική μείωση του κόστους για το 1995 σε σχέση με το 1992 ανέρχεται σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα. Ωστόσο η πραγματοποιηθείσα εξοικονόμηση πόρων είναι μικρότερη λόγω του πληθωρισμού, του χαμηλότερου βαθμού εξωτερικής χρηματοδότησης των προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης και της μειωμένης κεφαλαιοποίησης των δαπανών ανάπτυξης λογισμικού. Η καθαρή, συνεπώς, εξοικονόμηση πόρων αναμένεται να ανέλθει σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, η βελτίωση όμως αυτή μετριάζεται από το ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις, η αξία των πωλήσεων αναμένεται να μειωθεί και παράλληλα με αυτήν το ακαθάριστο περιθώριο κέρδους.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι συνολικές πωλήσεις της Bull αναμένεται να υποχωρήσουν από 30 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1992 σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1995, δηλαδή θα σημειώσουν κάμψη κατά (. . .) %. Πάντως, συνολικά, οι πωλήσεις υλικού θα υποχωρήσουν κατά (. . .) % στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ενώ τα έσοδα από την πώληση λογισμικών, τη συντήρηση και την παροχή υπηρεσιών θα αυξηθούν κατά (. . .) %. Όσον αφορά το ακαθάριστο περιθώριο κέρδους, προβλέπεται συνολική μείωση κατά (. . .) %, η οποία κατανέμεται μεταξύ του υλικού, που σημείωσε συνολική πτώση (. . .) %, και του λογισμικού, της συντήρησης και των υπηρεσιών, όπου προβλέπεται κάμψη κατά (. . .) %. Ως αποτέλεσμα της αναμενόμενης αυξημένης ανταγωνιστικότητας της αγοράς, το ακαθάριστο περιθώριο κέρδους της Bull αναμένεται να είναι της τάξης του (. . .) % το 1994 και 1995, ενώ το 1992 το εν λόγω περιθώριο ήταν (. . .) %. Η αρνητική επίπτωση από τη μείωση του κύκλου εργασιών και του ακαθάριστου περιθωρίου κέρδους αντιπροσωπεύει ποσό (. . .) δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, γεγονός που περιορίζει την επίπτωση, στο επίπεδο του περιθωρίου κέρδους λειτουργίας, επί του λογαριασμού κερδών και ζημιών σε (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

Τα μέτρα αυτά προβλέπεται να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας όλων των λειτουργικών τμημάτων, εκτός του (. . .), για το οποίο προβλέπεται η λήψη άλλων μέτρων και το οποίο στα τέλη του 1995 θα βρίσκεται σε κατάσταση ισορροπίας μεταξύ εσόδων και εξόδων. Το καθαρό αποτέλεσμα θα βελτιωθεί λόγω μείωσης του ύψους του χρέους, γεγονός που θα περιορίσει τις χρηματοοικονομικές επιβαρύνσεις κατά (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα, καθώς και λόγω του ότι η Bull δεν θα χρειαστεί να λάβει νέα μέτρα αναδιάρθρωσης.

Εξάλλου, η Επιτροπή εξέτασε το δείκτη δανειακής επιβάρυνσης της Bull κατά την περίοδο αναδιάρθρωσης. Ο εν λόγω δείκτης από 27 στα τέλη του 1992 κατήλθε στο 4 στα τέλη του 1993 (μετά τις εισφορές κεφαλαίου που χαρακτηρίστηκαν ως ενισχύσεις παραπάνω) και αναμένεται να φθάσει στο (. . .) στα τέλη του 1995.

Συνεπώς, μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, η Bull αναμένεται να είναι αποδοτική στο επίπεδο του περιθωρίου κέρδους λειτουργίας και των καθαρών αποτελεσμάτων, η παραγωγική της όμως ικανότητα θα είναι μειωμένη. Στις προβλέψεις όμως αυτές υπάρχουν ελάχιστα περιθώρια χειρισμών για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων.

Η ορθολογική οργάνωση των εργοστασίων της Bull είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο των εγκαταστάσεων του Villeneuve d'Ascq στη Γαλλία και του (. . .) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα μέτρα αυτά θα έχουν σαν αποτέλεσμα την απώλεια (. . .) περίπου θέσεων απασχόλησης, εκ των οποίων οι μισές στη Γαλλία. Συνολικά, η Bull προβλέπει να γίνουν περίπου (. . .) απολύσεις κατά την περίοδο 1993-1995, δηλαδή (. . .) % του εργατικού δυναμικού στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Εξάλλου, (. . .) επιπλέον θέσεις απασχόλησης θα καταργηθούν στους εταίρους της Bull και λόγω κανονικών αποχωρήσεων από την εργασία. Το 40 % περίπου αυτών των μειώσεων θέσεων απασχόλησης θα αφορούν θέσεις διοικητικών καθηκόντων, ενώ το υπόλοιπο κατανέμεται εξίσου μεταξύ της έρευνας και της ανάπτυξης, της παραγωγής και των υπηρεσιών.

Το κυριότερο μη αποδοτικό τμήμα της Bull, ZDS (προσωπικοί υπολογιστές), αποτελεί το αντικείμενο ιδιαίτερης εξέτασης στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης, γεγονός που οδήγησε τη Bull να λάβει απόφαση για παύση των δραστηριοτήτων τελικής συναρμολόγησης μικροϋπολογιστών και να συνάψει συμφωνία συνεργασίας με την Packard Bell. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Packard Bell θα ολοκληρώνει την τελική συναρμολόγηση των υπολογιστών γραφείου, ενώ όλοι οι φορητοί υπολογιστές θα προέρχονται από ασιάτες προμηθευτές. Τα οφέλη από τη συνεργασία αυτή είναι διττά. Καταρχάς, χάρη στο δίκτυο διανομής της Packard Bell, η ZDS και η Packard Bell έχουν περισσότερες πιθανότητες να φθάσουν σε κρίσιμο όγκο πωλήσεων που θα τους επιτρέπει να είναι ανταγωνιστικές σε μία αγορά όπου ο υψηλός όγκος πωλήσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας 7 για να γίνει όμως αυτό πρέπει οι εν λόγω επιχειρήσεις να αναπτυχθούν περαιτέρω. Κατά δεύτερο λόγο, μόνον ένας υψηλός όγκος πωλήσεων παρέχει τη δυνατότητα αποκόμισης των απαραίτητων ακαθάριστων κερδών (δεδομένου ότι τα ακαθάριστα περιθώρια είναι σχετικά χαμηλά και συμπιεσμένα λόγω του ανταγωνισμού) ώστε να χρηματοδοτηθούν οι δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης που απαιτούνται για τη συνέχιση των καινοτομιών.

Φαίνεται ότι χάρη στα μέτρα αυτά η ZDS μείωσε σημαντικά τις ζημίες της, θεωρείται όμως ότι δεν έχει φτάσει στο απαραίτητο κρίσιμο μέγεθος ώστε να μπορεί να ανταγωνισθεί επιτυχώς, μακροπρόσθεσμα, τους κυριότερους ανταγωνιστές της. Συνεπώς, πρέπει η επερχόμενη ιδιωτικοποίηση της Bull να δώσει τη δυνατότητα -σε περίπτωση διατήρησης της ZDS- πραγματοποίησης των κατάλληλων συνεργειών μεταξύ του αγοραστή και της ZDS.

Εξάλλου, η Bull αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα στις δραστηριότητές της. Εκτός από το αρχικό σχέδιο αναδιάρθρωσης, μία δεύτερη δέσμη μέτρων αναδιάρθρωσης (τα οποία περιγράφονται στην προαναφερθείσα έκθεση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα), άρχισε να εφαρμόζεται τον Αύγουστο του 1994 και πρέπει, εάν επιδιώκεται η επάνοδος του εν λόγω τμήματος σε υγιή χρηματοοικονομική κατάσταση, να συνεχιστεί η πορεία αυτή με ταχείς ρυθμούς.

Οι επιπτώσεις του σχεδίου αναδιάρθρωσης είναι δυνατόν να εκτιμηθούν σήμερα εξετάζοντας τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις της Bull για το εξάμηνο που έληξε στις 30 Ιουνίου 1994 7 έτσι, το μισθολογικό κόστος για το πρώτο εξάμηνο του 1994 μειώθηκε κατά 259 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το μεταβλητό μη μισθολογικό κόστος μειώθηκε κατά 623 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

Τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου που λήγει στις 30 Ιουνίου 1994 αναφέρονται στον παρακάτω συνοπτικό πίνακα 7 στα αποτελέσματα αυτά δεν περιλαμβάνονται τα νέα αποθεματικά αναδιάρθρωσης (ύψους 700 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων) το 1994. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1993 δεν συστάθηκε κανένα αποθεματικό αυτού του είδους.

>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ>

Διαπιστώνεται συνεπώς ότι, παρά την αύξηση των πωλήσεων, η οποία αν συνεχιζόταν και κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους θα είχε ως αποτέλεσμα να υπερβεί η Bull τις προβλέψεις για το 1994, το ακαθάριστο περιθώριο επιδεινώθηκε, όπως άλλωστε προβλεπόταν. Πάντως, η μείωση του διοικητικού κόστους συνέβαλε στη βελτίωση του περιθωρίου κέρδους λειτουργίας. Θεωρείται ότι τα στοιχεία αυτά είναι ενδεικτικά της επιτυχίας του σχεδίου αναδιάρθρωσης της Bull.

Στην έκθεσή του, ο ανεξάρτησος εμπειρογνώμονας καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Bull θα επέτρεπε στον εν λόγω όμιλο να επανέλθει σε κατάσταση αποδοτικότητας διατηρώντας τις σημερινές διαφοροποιημένες του δραστηριότητες. Στην έκθεση πάντως καθίσταται προφανές ότι, για να αποκτήσει το μέγεθος που είναι απαραίτητο για να επανέλθει σε μία διαρκή κατάσταση μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας, ο όμιλος Bull πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, ώστε να είναι σε θέση, μέσω μίας βιομηχανικής συνεργασίας, να επιτύχει την απαραίτητη αύξηση μεγέθους, να προσανατολίσει εκ νέου τη στρατητική του και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πελατών και του προσωπικού του σχετικά με το μέλλον του.

Πράγματι, οι εμπειρογνώμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το στοιχείο κλειδί για την ανάκαμψη της Bull είναι η ιδιωτικοποίησή της σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθότι η πράξη αυτή:

- θα αποτελούσε απτή απόδειξη, προς το προσωπικό της, τους πελάτες και τους συνεταίρους της, ότι η Bull επιθυμεί να επιβιώσει,

- θα έθετε τέρμα σε αβεβαιότητες στρατηγικής φύσης,

- θα ενίσχυε ορισμένες δραστηριότητες,

- θα παρείχε τη δυνατότητα να συνεχιστεί η πορεία ανάκαμψης και μείωσης του κόστους.

Ο εμπειρογνώμονας κατέληξε στο ότι, αν η Bull επιθυμεί να παραμείνει μεταξύ των μεγάλων ομίλων πληροφορικής, τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και της παροχής υπηρεσιών, η ιδιωτικοποίηση είναι απαραίτητη και πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Η προϋπόθεση αυτή είναι αναγκαία ώστε η Bull, υπό την μορφή αυτή, να επανέλθει σε κατάσταση μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του εμπειρογνώμονα, σύμφωνα με την οποία η Bull έχει ανάγκη ενός ισχυρού βιομηχανικού εταίρου ο οποίος θα στηρίξει τις δραστηριότητές (. . .), ούτως ώστε ο όμιλος να παραμείνει μεταξύ των μεγάλων εταιρειών πληροφορικής. Αναγνωρίζει ωστόσο την ισχύ του άρθρου 222 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 125 της συμφωνίας ΕΟΧ, σύμφωνα με τα οποία η συνθήκη και η συμφωνία δεν προδικάζουν με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας και, για το λόγο αυτό, η Επιτροπή δέχεται ότι δεν μπορεί να απαιτήσει ούτε να επιβάλει την ιδιωτικοποίηση της Bull. Πάντως, φαίνεται ότι η ίδια η γαλλική κυβέρνηση επιθυμεί να ιδιωτικοποιήσει τον όμιλο, γεγονός άλλωστε που το έχει ήδη γνωστοποιήσει στην Επιτροπή.

Σχετικά με το θέμα αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι οι γαλλικές αρχές έχουν ήδη κατατάξει την Bull μεταξύ των υποψήφιων για ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων στο νόμο αριθ. 93-923 ο οποίος αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις 7 εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα αναδιάρθρωση βασίστηκε στην ιδιωτικοποίηση του ομίλου και ότι έγιναν οι νομικές και διαδικαστικές ενέργειες ενόψει αυτής της ιδιωτικοποίησης.

Με επιστολή της 6ης Οκτωβρίου 1994, οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι η ιδιωτικοποίηση αυτή, με την οποία η άμεση ή έμμεση κρατική συμμετοχή (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου) μειώνεται σε ποσοστό κατώτερο του 50 % του κεφαλαίου της Bull, αποτελεί στόχο προτεραιότητας και θα υλοποιηθεί το συντομότερο δυνατό. Επίσης, οι γαλλικές αρχές τόνισαν τόσο στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης όσο και κατά τη διάρκεια συνεδρίασης που πραγματοποιήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου ότι επρόκειτο για την τελευταία εισφορά κεφαλαίου στην Bull.

Η Επιτροπή καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα με εκείνα του εμπειρογνώμονα και θεωρεί ότι, για να εξασφαλιστεί η αποδοτικότητα της Bull υπό τη σημερινή της μορφή, πρέπει να εξευρεθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995 ένας σημαντικός βιομηχανικός εταίρος. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση που αποφασιστεί να μεταβληθεί η σημερινή μορφή της Bull, ή εάν δεν εξευρεθεί σημαντικός βιομηχανικός εταίρος μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας περιέγραψε ένα δεύτερο πιθανό σενάριο για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

Σύμφωνα με το δεύτερο αυτό σενάριο, η Bull θα ανέπτυσσε δραστηριότητες που ανήκουν σε μεταγενέστερο στάδιο παραγωγής, δηλαδή θα στρεφόταν προς την παροχή υπηρεσιών που αφορούν άμεσα τους καταναλωτές. Στην περίπτωση αυτή, τόσο το τμήμα (. . .) όσο και το τμήμα (. . .) θα έπρεπε αμφότερα να πωληθούν, ταυτόχρονα με τις οριακές παραγωγικές δραστηριοτήτες 7 η λύση όμως αυτή θα προϋπέθετε ταυτόχρονη δρακόντεια μείωση των γενικών εξόδων. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή η Bull περιοριζόταν σε μία εταιρεία παροχής υπηρεσιών, η εταιρική σχέση στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης δεν θα ήταν πλέον απαραίτητη για τη μακροπρόθεσμη αποδοτικότητα. Μία τέτοια εξέλιξη θα επηρέαζε βεβαίως τη θέση της Επιτροπής σχετικά με το εξεταζόμενο ζήτημα.

Συνεπώς, βάσει της υπόθεσης ότι η Bull θα παραμείνει παραγωγός ευρέος φάσματος υπολογιστών και ότι γρήγορα θα καταλήξει σε συμφωνία βιομηχανικής συνεργασίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Bull θα επανέλθει σε κατάσταση μόνιμης χρηματοοικονομικής αποδοτικότητας μέσω της εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσής της του 1993, καθώς και των συμπληρωματικών μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή τον Αύγουστο του 1994.

β) Το κοινό συμφέρον Ένας άλλος όρος που τέθηκε στις ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση είναι ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να εξουδετερωθούν, στο μέτρο του δυνατού, οι επιζήμιες επιπτώσεις στους ανταγωνιστές.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι χρηματοοικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες από τις μεγάλες επιχειρήσεις πληροφορικής που δραστηριοποιούνται στον ΕΟΧ οφείλονται στις ταχείες μεταβολές που λαμβάνουν χώρα στον κλάδο και όχι σε υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η Bull αποκομίζει σημαντικό τμήμα των εσόδων της από υπηρεσίες που ανήκουν σε ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές, και ότι κάθε χορηγούμενη ενίσχυση μπορεί να θίξει τα συμφέροντα ανταγωνιστών που παρέχουν παρεμφερείς υπηρεσίες.

Ακόμη και αν δεν υπάρχει υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα που να οφείλεται σε διαρθρωτικούς λόγους, η Επιτροπή πρέπει να βεβαιωθεί ότι η ενίσχυση δεν θα παράσχει στο δικαιούχο της τη δυνατότητα να αυξήσει την παραγωγική του ικανότητα πέραν του ορίου που είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση της αποδοτικότητάς του και χωρίς να στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός κατά τρόπο καταχρηστικό. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στο δικαιούχο όλες τις απαραίτητες υποχρεώσεις ή όρους.

Ως αποτέλεσμα του κλεισίματος εργαστασίων και των μειώσεων προσωπικού, η βιομηχανική ικανότητα (σε ώρες) της Bull θα υποχωρήσει από (. . .) δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα το 1992 σε (. . .) δισεκατομμύρια το 1995: ο δείκτης χρησιμοποίησης των παραγωγικών ικανοτήτων θα αυξηθεί από (. . .) σε (. . .) % στην ίδια αυτή περίοδο.

Κατά την εν λόγω περίοδο, η Bull προβλέπει μείωση της συνολικής αξίας των πωλήσεων υλικού, και αυτό παρά την άνοδο της αξίας των πωλήσεων συστημάτων Unix και μικροϋπολογιστών. Επιπλέον, η αξία των πωλήσεων λογισμικού και της παροχής υπηρεσιών συντήρησης θα μειωθεί κατά τη διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου ενώ αντίθετα η αντίστοιχη αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών θα αυξηθεί κατά 14 %. Πάντως, η μείωση των πωλήσεων λογισμικού και των υπηρεσιών συντήρησης θα είναι ανώτερη αυτής της αύξησης, γεγονός που θα επιφέρει συνολική μείωση, σε αξία, των πωλήσεων υπηρεσιών γενικά.

Η Γαλλία διαβίβασε εκτιμήσεις σχετικά με την πορεία της αγοράς τις οποίες άντλησε από την έκδοση «1993 IDC Worldwide Black Book». Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η παγκόσμια αγορά θα σημειώσει, σε αξία, άνοδο κατά το 1994 και 1995 και ότι κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου θα μειωθεί το μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς που κατέχει η Bull. Επίσης, στην αγορά της Δυτικής Ευρώπης, το μερίδιο της Bull αναμένεται να μειωθεί από 3,9 % το 1993 σε (. . .) % το 1995, ενώ η αντίστοιχη αγορά θα σημειώσει ετήσια άνοδο της τάξης του (. . .) %.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Bull προωθεί την περίοδο αυτή την πώληση πολυάριθμων περιφερειακών δραστηριοτήτων της και συγκεκριμένα (. . .). Η πώληση αυτών των δραστηριοτήτων θα συμβάλει επίσης στον περιορισμό των στρεβλώσεων ανταγωνισμού που θα προκύψουν λόγω της χορήγησης ενίσχυσης στην Bull.

Τέλος, η Επιτροπή εξέτασε εάν η ενίσχυση ήταν ανάλογη του κόστους και των πλεονεκτημάτων της αναδιάρθρωσης. Όπως προαναφέρεται, η ενίσχυση θα χρησιμοποιηθεί τόσο για τη χρηματοδότηση της αναδιάρθρωσης της Bull όσο και για την αποπληρωμή των χρεών της.

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της αναδιάρθρωσης, η περίοδος απόσβεσης λόγω βελτίωσης των αποτελεσμάτων της Bull είναι ικανοποιητική. Με άλλα λόγια, το κόστος της οποιασδήποτε προσπάθειας ορθολογικής οργάνωσης θα καλυφθεί από την εξοικονόμηση κόστους η οποία θα προκύψει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Είναι ωστόσο αλήθεια ότι η εισφορά κεφαλαίου αποτελεί συνολικά ενίσχυση. Όσον αφορά τη διαγραφή των χρεών, φαίνεται ότι το επίπεδο δανειακής επιβάρυνσης της Bull στο τέλος της αναδιάρθρωσής της είναι συγκρίσιμο με εκείνο των κυριότερων ανταγωνιστών της. Οι χρηματοοικονομικές της επιβαρύνσεις πάντως θα παραμείνουν σε επίπεδο που ενδέχεται να φέρει τον όμιλο σε επικίνδυνη θέση. Συνεπώς, φαίνεται ότι το ποσό της ενίσχυσης δεν υπερβαίνει εκείνο που είναι απολύτως απαραίτητο.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1994, η Bull ανήγγειλε την πρόθεσή της να πωλήσει στην Wang ορισμένες εγκαταστάσεις της που βρίσκονται στην Βόρεια Αμερική έναντι ποσού 135 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε μετρητά και σε ομόλογα και 25 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ σε μετοχές της Wang. Η Bull θα χρησιμοποιήσει τα κεφάλαια αυτά για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της έναντι των συνταξιοδοτικών ταμείων, καθώς και τα ενοίκια ακινήτων στις ΗΠΑ 7 συνεπώς να υποστηριχθεί ότι η Bull χρησιμοποίησε δικούς της πόρους, αν και σε περιορισμένο βαθμό, για να χρηματοδοτήσει την αναδιάρθρωσή της.

Φαίνεται πάντως ότι η ενίσχυση που περιέχεται τόσο στην προκαταβολή όσο και στην εισφορά κεφαλαίου που καταβλήθηκαν στην Bull το 1993 (8,6 δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) χρησιμοποιήθηκαν κυρίως (7 περίπου δισεκατομμύρια γαλλικά φράγκα) για την εξάλειψη ζημιών του ομίλου. Όπως προβλέπεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, αν η ενίσχυση χρησιμοποιείται για την εξάλειψη χρέους λόγω σωρευμένων ζημιών, οποιαδήποτε σχετική πίστωση φόρου πρέπει να καταργηθεί και δεν μπορεί να διατηρηθεί για να εκπέσει από μελλοντικά κέρδη, ούτε να πωληθεί ή να διαβιβασθεί σε τρίτους. Συνεπώς, η εν λόγω πίστωση φόρου πρέπει να διαγραφεί, ώστε να μην δοθεί με τον τρόπο αυτό η δυνατότητα στον όμιλο να λάβει ενίσχυση για δεύτερη φορά.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση που περιέχεται στην προκαταβολή έναντι εισφοράς κεφαλαίου και στην ίδια την εισφορά κεφαλαίου διευκολύνει την οικονομική ανάπτυξη της βιομηχανίας της πληροφορικής στην Κοινότητα και τον ΕΟΧ. Η ενίσχυση αυτή δεν αλλοιώνει τους όρους των ανταλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.

VIII Με βάση τα προαναφερθέντα, η ενίσχυση που περιέχεται στην προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων και η εισφορά κεφαλαίου ύψους 5,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που καταβλήθηκαν τον Φεβρουάριο και τον Δεκέμβριο 1993 αντίστοιχα, καθώς και το ποσό της ενίσχυσης ύψους 3,1 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που απομένει να χορηγηθεί, μπορούν να τύχουν της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας ΕΟΧ, υπό τον όρο ότι τηρούνται ορισμένες δεσμεύσεις,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η ενίσχυση που περιέχεται στην προκαταβολή ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων η οποία χορηγήθηκε στην Bull τον Φεβρουάριο του 1993, καθώς και στην εισφορά κεφαλαίου ύψους 5,5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που καταβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1993 και στην εισφορά κεφαλαίου ύψους 3,1 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που απομένει να χορηγηθεί στην Bull το 1994, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και με τη συμφωνία ΕΟΧ βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ΕΚ και του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) ΕΟΧ, υπό τον όρο ότι οι γαλλικές αρχές θα τηρήσουν τις ακόλουθες δεσμεύσεις:

α) να ολοκληρώσουν την εφαρμογή των διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης (. . .) η οποία προβλέπεται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προσδιορίζεται στο εν λόγω σχέδιο 7 β) να αναδιαρθρώσουν το τμήμα (. . .) όπως προτάθηκε το 1994 και σύμφωνα με τα στοιχεία (. . .) 7 γ) να μην χρησιμοποιήσουν την ενίσχυση για σκοπούς που ορίζονται στο σχέδιο 7 δ) να ενημερώσουν την Επιτροπή για τις επιτευχθείσες πρόοδους όσον αφορά την υλοποίηση των δύο αυτών σχεδίων αναδιάρθρωσης, μέσω εκθέσεων όπου θα περιγράφεται ο τρόπος χρησιμοποίησης της ενίσχυσης και η πορεία της αναδιάρθρωσης στις 31 Δεκεμβρίου 1994 και στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου 1995. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να υποβληθούν εντός του μήνα που ακολουθεί τις προαναφερθείσες ημερομηνίες 7 ε) να μην καταβάλλουν περαιτέρω ενισχύσεις στην Bull 7 στ) στο πλαίσιο της προβλεπόμενης ιδιωτικοποίησης, ένας βιομηχανικός εταίρος θα αποκτήσει σημαντικό μερίδιο των μετόχων της Bull ή, αν δεν υλοποιηθεί η εταιρική αυτή σχέση, ο όμιλος θα πωλήσει όλες τις δραστηριότητές του (. . .) εντός προθεσμίας που θα εξασφαλίζει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας του ομίλου 7 ζ) να ενημερώσει λεπτομερώς την Επιτροπή σχετικά με την προβλεπόμενη διαδικασία ιδιωτικοποίησης [η οποία αναφέρεται στο στοιχείο στ)] πριν από την υλοποίησή της.

Άρθρο 2

Η μεταφορά ζημιών πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3.2.2. iii) των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων.

Άρθρο 3

Η Γαλλία ενημερώνει την Επιτροπή, μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης, σχετηκά με τα ληφθέντα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με τα ανωτέρω.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 12 Οκτωβρίου 1994.

Για την Επιτροπή Karel VAN MIERT Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. C 244 της 23. 9. 1992, σ. 2.

(2) Υπόθεση C-367/92.

(3) ΕΕ αριθ. C 346 της 24. 12. 1993, σ. 4.

(4) ΕΕ αριθ. C 80 της 17. 3. 1994, σ. 4.

(1) Βλέπε σημείωση 3, σ. 1.

(2) Βλέπε σημείωση 4, σ. 1.

(3) ΕΕ αριθ. L 107 της 28. 4. 1994, σ. 61.

(1) Βλέπε, παραδείγματος χάρη, τις κοινές υποθέσεις 296 και 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek, Συλλογή 1985, σ. 809, υπόθεση 323/82 Intermills, Συλλογή 1984, σ. 3809 και υπόθεση 234/84, Meura, Συλλογή 1986, σ. 2263.

(2) Δελτίο ΕΚ αριθ. 9-1984.

(3) ΕΕ αριθ. C 307 της 13. 11. 1993, σ. 3.

(1) Τα αποσιωπητικά (. . .) δηλώνουν ότι υπάρχει επαγγελματικό απόρρητο.

(2) Κοινές υποθέσεις C 278/92 - C 280/92, Imepiel και Intelhorce, αιτιολογική σκέψη 22, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή (1) ΕΕ αριθ. L 183 της 3. 7. 1992, σ. 30.

(2) ΕΕ αριθ. L 112 της 3. 5. 1994, σ. 64.

(3) ΕΕ αριθ. C 75 της 17. 3. 1993, σ. 2.

Top