Το έγγραφο αυτό έχει ληφθεί από τον ιστότοπο EUR-Lex
Έγγραφο 62021TO0709
Order of the General Court (Fourth Chamber, Extended Composition) of 7 December 2022.#WhatsApp Ireland Ltd v European Data Protection Board.#Action for annulment – Protection of personal data – Draft decision of the lead supervisory authority – Resolution of disputes between supervisory authorities by the European Data Protection Board – Binding decision – Article 60(4) and Article 65(1)(a) of Regulation (EU) 2016/679 – Act not open to challenge – Preparatory act – Lack of individual concern.#Case T-709/21.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 7ης Δεκεμβρίου 2022.
WhatsApp Ireland Ltd κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων.
Προσφυγή ακυρώσεως – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Σχέδιο αποφάσεως της επικεφαλής εποπτικής αρχής – Επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων – Δεσμευτική απόφαση – Άρθρο 60, παράγραφος 4, και άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Προπαρασκευαστική πράξη – Πράξη που δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
Υπόθεση T-709/21.
Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 7ης Δεκεμβρίου 2022.
WhatsApp Ireland Ltd κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων.
Προσφυγή ακυρώσεως – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Σχέδιο αποφάσεως της επικεφαλής εποπτικής αρχής – Επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων – Δεσμευτική απόφαση – Άρθρο 60, παράγραφος 4, και άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Προπαρασκευαστική πράξη – Πράξη που δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα.
Υπόθεση T-709/21.
Συλλογή της Νομολογίας — Γενική Συλλογή
Αναγνωριστικό ECLI: ECLI:EU:T:2022:783
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)
της 7ης Δεκεμβρίου 2022 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Σχέδιο αποφάσεως της επικεφαλής εποπτικής αρχής – Επίλυση διαφορών μεταξύ εποπτικών αρχών από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων – Δεσμευτική απόφαση – Άρθρο 60, παράγραφος 4, και άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Προπαρασκευαστική πράξη – Πράξη που δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα»
Στην υπόθεση T‑709/21,
WhatsApp Ireland Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενη από τους H.-G. Kamann, F. Louis, A. Vallery, δικηγόρους, P. Nolan, B. Johnston, C. Monaghan, solicitors, P. Sreenan, D. McGrath, SC, και τις C. Geoghegan και E. Egan McGrath, barristers,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, εκπροσωπούμενου από την I. Vereecken και τον G. Le Grand, επικουρούμενους από τους G. Ryelandt, E. de Lophem και P. Vernet, δικηγόρους,
καθού,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο, κατά τις διασκέψεις, από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, L. Madise (εισηγητή), P. Nihoul, R. Frendo και J. Martín y Pérez de Nanclares, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, ήτοι:
– το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Νοεμβρίου 2021,
– το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Φεβρουαρίου 2022,
– το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Μαΐου 2022,
– το υπόμνημα ανταπαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2022,
– το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να μην παραλείψουν, στα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, να λάβουν θέση επί όλων των σημαντικών ζητημάτων που αφορούν την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου και το παραδεκτό της προσφυγής,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
|
1 |
Με την ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ προσφυγή της, η προσφεύγουσα WhatsApp Ireland Ltd (στο εξής: WhatsApp) ζητεί την ακύρωση της δεσμευτικής αποφάσεως 1/2021 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (στο εξής: ΕΣΠΔ), της 28ης Ιουλίου 2021, ως προς τη διαφορά μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών η οποία ανέκυψε από το σχέδιο αποφάσεως που αφορούσε τη WhatsApp και καταρτίσθηκε από την Data Protection Commission (εποπτική αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων, Ιρλανδία, στο εξής: ιρλανδική εποπτική αρχή) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
Προγενέστερα και μεταγενέστερα της προσβαλλομένης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
|
2 |
Κατόπιν της θέσης σε ισχύ του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 127, σ. 2), η ιρλανδική εποπτική αρχή έλαβε καταγγελίες από χρήστες και μη χρήστες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων «WhatsApp» σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη WhatsApp. Η γερμανική ομοσπονδιακή εποπτική αρχή ζήτησε εξάλλου τη συνδρομή της ιρλανδικής εποπτικής αρχής ως προς τη συμμόρφωση της WhatsApp με τις υποχρεώσεις διαφάνειας που υπέχουν οι υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όσον αφορά ενδεχόμενη ανταλλαγή τέτοιων δεδομένων με άλλες οντότητες του ομίλου Facebook (ο οποίος μετονομάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2021 σε Meta). |
|
3 |
Η ιρλανδική εποπτική αρχή κίνησε αυτεπαγγέλτως τον Δεκέμβριο του 2018 έρευνα γενικού χαρακτήρα με αντικείμενο τη συμμόρφωση της WhatsApp προς τις υποχρεώσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έναντι των φυσικών προσώπων (σε αντίθεση προς τις επιχειρήσεις), οι οποίες ορίζονται στα άρθρα 12, 13 και 14 του κανονισμού 2016/679, ανεξαρτήτως της συνέχειας που θα μπορούσε να δώσει στις ατομικές καταγγελίες οι οποίες της είχαν υποβληθεί. Η ιρλανδική εποπτική αρχή ενήργησε συναφώς ως «επικεφαλής εποπτική αρχή», όπως προβλέπεται στο άρθρο 56, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, δεδομένου ότι η WhatsApp είχε την κύρια εγκατάστασή της στην Ιρλανδία ως υπεύθυνη επεξεργασίας για τις λειτουργίες της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων «WhatsApp» στην Ευρώπη, ενώ η εν λόγω επεξεργασία είχε διασυνοριακό χαρακτήρα. |
|
4 |
Αφού περατώθηκε το στάδιο της έρευνας τον Σεπτέμβριο του 2019 με την υποβολή τελικής έκθεσης από τον ελεγκτή, ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων της ιρλανδικής εποπτικής αρχής, κατόπιν των ενδιάμεσων διαδικαστικών σταδίων κατά τα οποία η WhatsApp γνωστοποίησε τις παρατηρήσεις της, υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 2020 στο σύνολο των λοιπών ενδιαφερόμενων για την υπόθεση εποπτικών αρχών, δηλαδή στις εποπτικές αρχές όλων των υπολοίπων κρατών μελών, σχέδιο αποφάσεως προς διατύπωση γνώμης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 60, παράγραφος 3, του κανονισμού 2016/679. |
|
5 |
Τον Ιανουάριο του 2021 οκτώ από τις ως άνω εποπτικές αρχές, συγκεκριμένα δε η γερμανική ομοσπονδιακή εποπτική αρχή, η εποπτική αρχή της Βάδης-Βυρτεμβέργης, η ουγγρική, η ολλανδική, η πολωνική, η γαλλική, η ιταλική και η πορτογαλική εποπτική αρχή, προέβαλαν ενστάσεις ως προς ορισμένες πτυχές του σχεδίου αποφάσεως. Επιπλέον, διάφορες άλλες εποπτικές αρχές υπέβαλαν απλώς σχόλια. Η ιρλανδική εποπτική αρχή απάντησε με ομαδοποιημένο τρόπο στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές προτείνοντας συμβιβαστικές λύσεις. Μολονότι, κατόπιν της απάντησης αυτής, μία από τις εν λόγω αρχές απέσυρε μία από τις ενστάσεις της, η ιρλανδική εποπτική αρχή διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε συναίνεση μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών ως προς τις προτάσεις της σχετικά με τις λοιπές πτυχές για τις οποίες διατυπώθηκαν ενστάσεις και αποφάσισε να απορρίψει όλες τις ενστάσεις, προκειμένου να παραπέμψει το ζήτημα στο ΕΣΠΔ με σκοπό την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών ως προς τα ζητήματα αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 60, παράγραφος 4, και του άρθρου 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/679. |
|
6 |
Τον Μάιο του 2021 η ιρλανδική εποπτική αρχή έλαβε τις γραπτές παρατηρήσεις της WhatsApp επί των ζητημάτων που συζητήθηκαν μεταξύ των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, αφού της διαβίβασε όλα τα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν σχετικά, ενώ η ίδια διαβίβασε τις ως άνω παρατηρήσεις στο ΕΣΠΔ προκειμένου να το ενημερώσει στο πλαίσιο της διαδικασίας επίλυσης διαφορών την οποία είχε κινήσει τον Ιούνιο του 2021. |
|
7 |
Το ΕΣΠΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 68, παράγραφος 3, του κανονισμού 2016/679, «απαρτίζεται από τον προϊστάμενο μίας εποπτικής αρχής κάθε κράτους μέλους και από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή τους αντίστοιχους εκπροσώπους τους», εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 28 Ιουλίου 2021 με πλειοψηφία δύο τρίτων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/679. Η προσβαλλόμενη απόφαση απευθύνεται στην επικεφαλής εποπτική αρχή και σε όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, είναι δεσμευτική για αυτές, όπως προβλέπεται στην ίδια διάταξη, και αφορά όλα τα ζητήματα για τα οποία έχουν διατυπωθεί σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2016/679. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, το ΕΣΠΔ εξέτασε κατ’ αρχάς αν ήταν σχετική και αιτιολογημένη καθεμία από τις ενστάσεις που προβλήθηκαν από τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Εν συνεχεία, έλαβε θέση μόνον επί των ενστάσεων στις περιπτώσεις των οποίων ήταν καταφατική η απάντηση στο προκαταρκτικό αυτό ερώτημα. |
|
8 |
Αφού η ιρλανδική εποπτική αρχή παρέλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού της περιήλθαν οι παρατηρήσεις της WhatsApp αναφορικά με τις χρηματικές κυρώσεις που επρόκειτο εν τέλει να της επιβληθούν υπό το πρίσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων της εν λόγω αρχής εξέδωσε, στις 20 Αυγούστου 2021, τελική απόφαση με αποδέκτη τη WhatsApp, βάσει του άρθρου 65, παράγραφος 6, του κανονισμού 2016/679 (στο εξής: τελική απόφαση). Με την τελική απόφαση κρίθηκε ότι η WhatsApp παραβίασε την αρχή της διαφάνειας και παρέβη τις υποχρεώσεις διαφάνειας που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ, δʹ, εʹ και στʹ, στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ, γʹ και εʹ, και στο άρθρο 14 του κανονισμού 2016/679. Διαπιστώνεται, αντιθέτως, ότι η WhatsApp συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, του κανονισμού 2016/679. Δυνάμει των διορθωτικών εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 58, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ, δʹ και θʹ, του κανονισμού 2016/679, με την τελική απόφαση επιβλήθηκαν στη WhatsApp επίπληξη, η υποχρέωση να προβεί σε μια σειρά ενεργειών απαριθμούμενων σε παράρτημα, προκειμένου να συμμορφωθεί εντός τριών μηνών προς τις διατάξεις του κανονισμού 2016/679 τις οποίες είχε παραβεί, καθώς και τέσσερα διοικητικά πρόστιμα σχετικά με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και των άρθρων 12, 13 και 14 του κανονισμού 2016/679, συνολικού ύψους 225 εκατομμυρίων ευρώ. |
|
9 |
Στην τελική απόφαση, ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων της ιρλανδικής εποπτικής αρχής προσδιόρισε τα ζητήματα ως προς τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση του επέβαλλε να επανεξετάσει την εκτίμηση που περιεχόταν στο σχέδιο αποφάσεως για το οποίο γίνεται λόγος στη σκέψη 4 ανωτέρω. Ως προς τα ζητήματα αυτά, επέλεξε να αναπαραγάγει αυτούσια, σε σκιασμένα πλαίσια, την αιτιολογία που παρέθεσε το ΕΣΠΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση και να συναγάγει απλώς τις συνέπειες στην κάθε περίπτωση με μία συμπερασματική σκέψη. Διευκρίνισε ότι στην τελική απόφαση, αφενός, δεν αναφερόταν στις ενστάσεις τις οποίες το ΕΣΠΔ είχε κρίνει μη σχετικές ή μη αιτιολογημένες με συνέπεια να μην εξετάσει τη βασιμότητά τους, ούτε στις ενστάσεις ως προς τις οποίες το ΕΣΠΔ είχε κρίνει ότι δεν δικαιολογούσαν καμία τροποποίηση της εκτιμήσεως που περιεχόταν στο σχέδιο αποφάσεως, και, αφετέρου, δεν έλαβε θέση επί των εν λόγω ενστάσεων. |
|
10 |
Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 6, του κανονισμού 2016/679, η προσβαλλόμενη απόφαση επισυνάφθηκε στην τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής. |
|
11 |
Συναφώς, προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το ΕΣΠΔ έλαβε διαδοχικά θέση μόνον ως προς τα ακόλουθα ζητήματα, επί των οποίων, κατά την άποψή του, διατυπώθηκαν σχετικές και αιτιολογημένες ενστάσεις:
|
|
12 |
Η WhatsApp προσέβαλε την τελική απόφαση ενώπιον ιρλανδικού δικαστηρίου, ενώ ζήτησε παράλληλα από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
13 |
Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Computer & Communication Industry Association ζήτησε να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας, ενώ η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ του ΕΣΠΔ. Ενόψει των παρεμβάσεών τους, οι κύριοι διάδικοι ζήτησαν να μην κοινοποιηθούν στοιχεία του φακέλου σε ορισμένους παρεμβαίνοντες, λόγω του εμπιστευτικού τους χαρακτήρα. Στο παρόν στάδιο το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί επί των αιτήσεων αυτών. |
|
14 |
Το μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας το οποίο έλαβε το Γενικό Δικαστήριο μετά την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως, καλώντας τους κύριους διαδίκους να μην παραλείψουν, στα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, να λάβουν θέση επί όλων των σημαντικών ζητημάτων που αφορούν την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου και το παραδεκτό της προσφυγής, αναφερόταν συναφώς στον χαρακτηρισμό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως πράξης οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον χαρακτηρισμό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως πράξης δεκτικής προσφυγής, στην ενεργητική νομιμοποίηση της προσφεύγουσας και στο έννομο συμφέρον της. |
Αιτήματα των διαδίκων
|
15 |
Η WhatsApp ζητεί να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ή επικουρικώς να ακυρωθούν τα κρίσιμα τμήματά της, και να καταδικαστεί το ΕΣΠΔ στα δικαστικά έξοδα. |
|
16 |
Το ΕΣΠΔ ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, ή επικουρικώς να απορριφθεί ως αβάσιμη, ή όλως επικουρικώς να περιοριστεί η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μόνο στα κρίσιμα τμήματά της. Το ΕΣΠΔ ζητεί επίσης να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. |
Σκεπτικό
|
17 |
Σύμφωνα με το άρθρο 129 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τους κύριους διαδίκους, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως. |
|
18 |
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου, να αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής χωρίς να συνεχιστεί η διαδικασία. |
|
19 |
Πράγματι, ο έλεγχος της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου και ο έλεγχος της ενεργητικής νομιμοποίησης του προσφεύγοντος αποτελούν ζητήματα δημοσίας τάξεως, όπως και η εξέταση άλλων στοιχείων που σχετίζονται με το παραδεκτό μιας προσφυγής, και, εν προκειμένω, δόθηκε στους κύριους διαδίκους η δυνατότητα να αναπτύξουν συναφώς τις παρατηρήσεις τους σε συνέχεια του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας για το οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 14 ανωτέρω, αφού εξάλλου και το ίδιο το ΕΣΠΔ είχε προβάλει, στο υπόμνημα αντικρούσεως, το απαράδεκτο της προσφυγής. |
|
20 |
Εν προκειμένω, πρέπει προκαταρκτικώς να υπομνησθεί το θεσμικό νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση. |
Το θεσμικό νομικό πλαίσιο
|
21 |
Το κεφάλαιο VI του κανονισμού 2016/679 φέρει τον τίτλο «Ανεξάρτητες εποπτικές αρχές». Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνεται το άρθρο 51, το οποίο ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος «διασφαλίζει ότι μία ή περισσότερες ανεξάρτητες δημόσιες αρχές επιφορτίζονται με την παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού», ότι κάθε τέτοια αρχή «συμβάλλει στη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε ολόκληρη την Ένωση» και ότι, για τον σκοπό αυτό, «οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή σύμφωνα με το κεφάλαιο VII». |
|
22 |
Το άρθρο 55 προβλέπει ότι κάθε εποπτική αρχή είναι αρμόδια να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες που της ανατίθενται σύμφωνα με τον κανονισμό 2016/679 στο έδαφος του κράτους μέλους της, ενώ το άρθρο 56 ορίζει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 55, η εποπτική αρχή της κύριας ή της μόνης εγκατάστασης του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία είναι αρμόδια να ενεργεί ως επικεφαλής εποπτική αρχή για τις διασυνοριακές πράξεις επεξεργασίας του εν λόγω υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 60. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 3 ανωτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση, η ιρλανδική εποπτική αρχή ενήργησε ως επικεφαλής εποπτική αρχή σε σχέση με τη WhatsApp. |
|
23 |
Το άρθρο 58, παράγραφος 2, του κανονισμού 2016/679 ορίζει ότι κάθε εποπτική αρχή διαθέτει διορθωτικές εξουσίες σε σχέση με τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία και, ειδικότερα δυνάμει των στοιχείων βʹ, δʹ και θʹ, μπορεί να τους απευθύνει επιπλήξεις όταν έχουν παραβεί, με πράξεις επεξεργασίας, τις διατάξεις του κανονισμού 2016/679, να τους δίνει εντολή να καθιστούν τις πράξεις επεξεργασίας σύμφωνες με τις διατάξεις του κανονισμού 2016/679, εάν χρειάζεται, με συγκεκριμένο τρόπο και εντός ορισμένης προθεσμίας, και να τους επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο. |
|
24 |
Το κεφάλαιο VII του κανονισμού 2016/679, το οποίο ακολουθεί τις παρατεθείσες στις σκέψεις 21 έως 23 διατάξεις, φέρει τον τίτλο «Συνεργασία και συνεκτικότητα». |
|
25 |
Στο τμήμα «Συνεργασία» του κεφαλαίου αυτού, το άρθρο 60, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συνεργασία μεταξύ της επικεφαλής εποπτικής αρχής και των άλλων ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών», προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής: «1. Η επικεφαλής εποπτική αρχή συνεργάζεται με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές σύμφωνα με το παρόν άρθρο με σκοπό να επιτύχει συναίνεση. Η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε συναφή πληροφορία. […] 3. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση τις συναφείς πληροφορίες για το θέμα αυτό στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση σχέδιο απόφασης στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές προς διατύπωση γνώμης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις τους. 4. Εάν οποιαδήποτε από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων από την αίτηση γνωμοδότησης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, προβάλλει σχετική και αιτιολογημένη ένσταση για το σχέδιο απόφασης, η επικεφαλής εποπτική αρχή, εάν δεν ακολουθήσει τη σχετική και αιτιολογημένη ένσταση ή είναι της γνώμης ότι η ένσταση δεν είναι σχετική ή αιτιολογημένη, υποβάλλει το ζήτημα στον μηχανισμό συνεκτικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 63. 5. Εάν η επικεφαλής εποπτική αρχή σκοπεύει να ακολουθήσει τη διατυπωθείσα σχετική και αιτιολογημένη ένσταση, υποβάλλει στις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης για να εκφέρουν τη γνώμη τους. Αυτό το αναθεωρημένο σχέδιο απόφασης υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων. 6. Όταν καμία από τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν έχει διατυπώσει ένσταση για το σχέδιο απόφασης που υπέβαλε η επικεφαλής εποπτική αρχή εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5, τεκμαίρεται ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή και οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές συμφωνούν με το εν λόγω σχέδιο απόφασης και δεσμεύονται από αυτό. 7. Η επικεφαλής εποπτική αρχή εκδίδει και κοινοποιεί την απόφαση στην κύρια ή, αναλόγως, τη μόνη εγκατάσταση του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων για την απόφαση αυτή, παρέχοντας μεταξύ άλλων σύνοψη των πραγματικών περιστατικών και των νομικών ισχυρισμών. Η εποπτική αρχή στην οποία έχει υποβληθεί καταγγελία ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την απόφαση. […] 10. Μετά την κοινοποίηση της απόφασης της επικεφαλής εποπτικής αρχής […], ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με την απόφαση όσον αφορά τις δραστηριότητες επεξεργασίας σε όλες τις εγκαταστάσεις του στην Ένωση. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία κοινοποιεί τα ληφθέντα μέτρα για τη συμμόρφωση με την απόφαση στην επικεφαλής εποπτική αρχή, η οποία ενημερώνει τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές.» |
|
26 |
Στο τμήμα «Συνεκτικότητα» του ίδιου κεφαλαίου VII του κανονισμού 2016/679, το άρθρο 63 επιγράφεται «Μηχανισμός συνεκτικότητας» και προβλέπει τα εξής: «Προκειμένου να συμβάλλουν στη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ένωσης, οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και, εφόσον απαιτείται, με την Επιτροπή, μέσω του μηχανισμού συνεκτικότητας όπως προβλέπεται στο παρόν τμήμα.» |
|
27 |
Το ΕΣΠΔ συμμετέχει στον εν λόγω μηχανισμό. Το καθεστώς του ΕΣΠΔ καθορίζεται στο τρίτο και τελευταίο τμήμα του κεφαλαίου VII του κανονισμού 2016/679, το οποίο τιτλοφορείται «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων». |
|
28 |
Στο τμήμα αυτό περιλαμβάνεται το άρθρο 68, το οποίο έχει ως εξής: «1. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων (“Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων”) συστήνεται ως όργανο της Ένωσης και διαθέτει νομική προσωπικότητα. […] 3. Το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων απαρτίζεται από τον προϊστάμενο μίας εποπτικής αρχής κάθε κράτους μέλους και από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων ή τους αντίστοιχους εκπροσώπους τους. […]» |
|
29 |
Στο ίδιο τμήμα, το άρθρο 70 φέρει τον τίτλο «Καθήκοντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων» και προβλέπει τα εξής: «1. Το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων διασφαλίζει τη συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, με δική του πρωτοβουλία ή, κατά περίπτωση, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, ιδίως:
[…]». |
|
30 |
Στο ίδιο άρθρο 70 απαριθμούνται επίσης λεπτομερώς τα λοιπά καθήκοντα του ΕΣΠΔ, τα οποία είναι κυρίως συμβουλευτικά και πρέπει να ασκούνται μέσω γνωμοδοτήσεων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και συστάσεων «βέλτιστων πρακτικών». |
|
31 |
Στο τμήμα «Συνεκτικότητα», για το οποίο έγινε λόγος στη σκέψη 26 ανωτέρω, μετά το άρθρο 64, όπου απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες το ΕΣΠΔ εκδίδει γνώμη, το άρθρο 65 τιτλοφορείται «Επίλυση διαφορών από το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων» και ορίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «1. Προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή και συνεκτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε μεμονωμένες περιπτώσεις, το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων εκδίδει δεσμευτική απόφαση στις ακόλουθες περιπτώσεις:
[…] 2. Η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδεται […] με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων. […] Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 απόφαση είναι αιτιολογημένη και απευθύνεται στην επικεφαλής εποπτική αρχή και όλες τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές και είναι δεσμευτική για αυτές. […] 5. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προς τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. Η απόφαση δημοσιεύεται χωρίς καθυστέρηση στον ιστότοπο του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, αφού η εποπτική αρχή κοινοποιήσει την τελική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 6. 6. Η επικεφαλής εποπτική αρχή ή, ανάλογα με την περίπτωση, η εποπτική αρχή στην οποία υποβλήθηκε η καταγγελία λαμβάνει την τελική της απόφαση επί τη βάσει της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο ένα μήνα αφού το Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων έχει κοινοποιήσει την απόφασή του […] Η τελική απόφαση παραπέμπει στην απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και διευκρινίζει ότι η απόφαση που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο θα δημοσιευθεί στον ιστότοπο του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Στην τελική απόφαση επισυνάπτεται η απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.» |
|
32 |
Στο κεφάλαιο VIII του κανονισμού 2016/679, το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσφυγές, ευθύνη και κυρώσεις», γίνεται λόγος, στο μεν άρθρο 78, για το «δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά αρχής ελέγχου», στο δε άρθρο 79, για το «δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας ή εκτελούντος την επεξεργασία». Δεν υπάρχει καμία διάταξη σχετική με τυχόν μέσα ένδικης προστασίας κατά των δεσμευτικών αποφάσεων του ΕΣΠΔ που εκδίδονται βάσει του προπαρατεθέντος άρθρου 65, παράγραφος 1. Ωστόσο, το άρθρο 78, παράγραφος 4, ορίζει ότι «[ό]ταν κινούνται διαδικασίες κατά απόφασης εποπτικής αρχής, της οποίας προηγήθηκε […] απόφαση του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεκτικότητας, η εποπτική αρχή διαβιβάζει στο δικαστήριο τη συγκεκριμένη […] απόφαση». |
|
33 |
Στις προοίμιο του κανονισμού 2016/679, η αιτιολογική σκέψη 143 αναφέρει τα εξής: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Ως αποδέκτες των αποφάσεων αυτών, οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές που επιθυμούν να τις προσβάλουν πρέπει να ασκήσουν προσφυγή εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή τους, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση που οι αποφάσεις του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων αφορούν άμεσα και ατομικά έναν υπεύθυνο επεξεργασίας, εκτελούντα την επεξεργασία ή καταγγέλλοντα, αυτοί μπορούν να ασκήσουν προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων αυτών εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών στον διαδικτυακό τόπο του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ. Με την επιφύλαξη αυτού του δικαιώματος δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου κατά απόφασης εποπτικής αρχής η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που αφορούν το εν λόγω πρόσωπο. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν ειδικότερα την άσκηση των εξουσιών έρευνας και των διορθωτικών και αδειοδοτικών εξουσιών από την εποπτική αρχή ή τις περιπτώσεις στις οποίες οι καταγγελίες κρίνονται απαράδεκτες ή απορρίπτονται. Ωστόσο, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής δεν καλύπτει μέτρα εποπτικών αρχών που δεν είναι νομικώς δεσμευτικά, όπως οι γνωμοδοτήσεις ή οι συμβουλές που παρέχονται από την εποπτική αρχή. Η διαδικασία κατά εποπτικής αρχής θα πρέπει να κινείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εποπτική αρχή και να διεξάγεται σύμφωνα με το δικονομικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Τα δικαστήρια αυτά θα πρέπει να ασκούν πλήρη δικαιοδοσία, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δικαιοδοσία να εξετάζουν όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα σχετικά με τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν τους. Όταν μια καταγγελία έχει απορριφθεί ή κριθεί απαράδεκτη από εποπτική αρχή, ο καταγγέλλων μπορεί να κινήσει διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων στο ίδιο κράτος μέλος. Στο πλαίσιο των δικαστικών προσφυγών που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα εθνικά δικαστήρια τα οποία θεωρούν ότι μια απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης μπορούν ή, στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ, υποχρεούνται να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού. Επιπλέον, όταν μια απόφαση εποπτικής αρχής η οποία εφαρμόζει απόφαση του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων προσβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και αμφισβητηθεί το κύρος της απόφασης του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει άκυρη την απόφαση του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων αλλά οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα του κύρους στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο, εάν θεωρεί την απόφαση άκυρη. Ωστόσο, ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα του κύρους μιας απόφασης του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων κατόπιν αιτήματος φυσικού ή νομικού προσώπου που είχε τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της απόφασης αυτής, ιδίως εάν η απόφαση αυτή το αφορούσε άμεσα και ατομικά, αλλά δεν το έπραξε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 263 ΣΛΕΕ.» |
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
|
34 |
Το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, του οποίου το πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο παρατίθενται κατωτέρω, ορίζει τα εξής: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής, και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Για τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. […] Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα [και για την εφαρμογή των οποίων δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα]. Οι πράξεις για τη δημιουργία λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης μπορούν να προβλέπουν ειδικές προϋποθέσεις και πρακτικές ρυθμίσεις όσον αφορά τις προσφυγές που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά πράξεων αυτών των λοιπών οργάνων ή οργανισμών που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι των εν λόγω προσώπων. […]» |
|
35 |
Από το άρθρο 263, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος να ελέγχει τη νομιμότητα πράξης οργάνου της Ένωσης που προορίζεται να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Επιπλέον, από το τέταρτο εδάφιο του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, προκειμένου νομικό πρόσωπο να ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή κατά ατομικής πράξης ενωσιακού οργάνου της οποίας δεν είναι αποδέκτης, η πράξη αυτή πρέπει κατ’ αρχήν να το αφορά άμεσα και ατομικά. Εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 32 ανωτέρω, στον κανονισμό 2016/679 δεν υφίσταται διάταξη που να αντιστοιχεί στην πρόβλεψη του άρθρου 263, πέμπτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με αποτέλεσμα, στην υπό κρίση υπόθεση, η WhatsApp να υπόκειται ουσιαστικά στις προϋποθέσεις του τέταρτου εδαφίου του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να την αφορά άμεσα και ατομικά, ώστε η προσφυγή της κατά της ως άνω αποφάσεως να είναι παραδεκτή. |
|
36 |
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε από το ΕΣΠΔ, αποτελεί πράγματι πράξη οργάνου της Ένωσης. Βεβαίως, ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό 2016/679 θεσμικός μηχανισμός, ο οποίος εκτέθηκε στις σκέψεις 21 έως 31 ανωτέρω, και δη η αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών εποπτικών αρχών να ασκούν διορθωτικές εξουσίες έναντι των υπευθύνων επεξεργασίας και των εκτελούντων την επεξεργασία, καθώς και οι μηχανισμοί συνεργασίας και συνεκτικότητας μεταξύ των αρχών αυτών, όπως και στους κόλπους του ΕΣΠΔ όπου ουσιαστικά συγκεντρώνονται τέτοιες αρχές, θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το ΕΣΠΔ δεν συνιστά παρά έναν φορέα συντονισμού μεταξύ εθνικών αρχών. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, το ΕΣΠΔ συστάθηκε ως όργανο της Ένωσης και διαθέτει νομική προσωπικότητα. Επιπλέον, έχει την εξουσία, υπό την ιδιότητα αυτή, να εκδίδει, βάσει των άρθρων 64 και 65 του κανονισμού 2016/679, γνώμες και, στο πλαίσιο της επίλυσης διαφορών μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών, αποφάσεις, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες είναι δεσμευτικές για τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, με αποτέλεσμα οι εν λόγω γνώμες και αποφάσεις να αποτελούν πράξεις οργάνου της Ένωσης. |
|
37 |
Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προορίζεται να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, δεδομένου ότι πρόκειται για «δεσμευτική απόφαση» έναντι των ενδιαφερόμενων εποπτικών αρχών, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 65 του κανονισμού 2016/679. |
|
38 |
Εντούτοις, όταν ο προσφεύγων δεν είναι ένας από τους λεγόμενους «προνομιούχους» προσφεύγοντες, οι οποίοι κατονομάζονται ατομικά στο άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κρίνεται κατά πάγια νομολογία ότι, προκειμένου μια πράξη να υπόκειται σε προσφυγή από τον συγκεκριμένο προσφεύγοντα, πρέπει να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9· βλ., επίσης, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2010, NDSHT κατά Επιτροπής, C‑322/09 P, EU:C:2010:701, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
39 |
Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, όταν ένας τέτοιος προσφεύγων δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξης, η προϋπόθεση ότι η πράξη πρέπει να μεταβάλλει ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος συμπίπτει με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δηλαδή, σε περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι κανονιστική πράξη για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα, με την προϋπόθεση ότι η πράξη αυτή πρέπει να αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά (πρβλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 38). |
|
40 |
Εν προκειμένω, επισημαίνεται εξαρχής, λαμβανομένου υπόψη του ατομικού χαρακτήρα της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τη WhatsApp, δεδομένου ότι άπτεται ορισμένων πτυχών ενός σχεδίου τελικής αποφάσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής που την αφορούσε ειδικώς. Σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει το ΕΣΠΔ στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται στη διατύπωση αρχών ή στην ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2016/679 οι οποίες θα μπορούσαν να αφορούν οποιονδήποτε υπεύθυνο επεξεργασίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 11 ανωτέρω, το ΕΣΠΔ, πρώτον, αποφαίνεται επί της τήρησης εκ μέρους της WhatsApp ορισμένων εκ των υποχρεώσεων που της επιβάλλει ο κανονισμός 2016/679, δεύτερον, χαρακτηρίζει ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στοιχεία που προκύπτουν από την επονομαζόμενη διαδικασία «Lossy Hashing Procedure», η οποία αποτελεί πράξη επεξεργασίας που εκτελείται αποκλειστικά από τη WhatsApp, και, τρίτον, αποφαίνεται επί ορισμένων διορθωτικών μέτρων που πρέπει να επιβληθούν στη WhatsApp, και δη επί ορισμένων πτυχών του καθορισμού των διοικητικών προστίμων που πρέπει να της επιβληθούν. Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά, επομένως, ειδικώς τη WhatsApp, ακόμη και αν, όπως είναι πολύ σύνηθες σε ατομικές πράξεις, στο κείμενό της διατυπώνονται ή υπενθυμίζονται αρχές και ερμηνείες γενικού χαρακτήρα. |
|
41 |
Το επόμενο ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι αν η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα που μεταβάλλουν ουσιωδώς τη νομική κατάσταση της WhatsApp και αν την αφορά άμεσα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
42 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να σημειωθεί, όπως ορθώς υπογραμμίζει αυτή τη φορά το ΕΣΠΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μεταβάλλει καθ’ εαυτήν τη νομική κατάσταση της WhatsApp. Πράγματι, σε αντίθεση με την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής, δεν μπορεί να της αντιταχθεί ευθέως και συνιστά, ως προς αυτήν, προπαρασκευαστική ή ενδιάμεση πράξη σε μια διαδικασία η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58, παράγραφος 2, και των άρθρων 60, 63 και 65 του κανονισμού 2016/679, οι οποίες παρατέθηκαν στις σκέψεις 23 έως 26 αλλά και στη σκέψη 31 ανωτέρω, πρέπει ακριβώς να περατωθεί με την έκδοση τελικής αποφάσεως εθνικής εποπτικής αρχής της οποίας η εν λόγω επιχείρηση είναι αποδέκτης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής, 53/85, EU:C:1986:256, σκέψη 19). |
|
43 |
Συναφώς, έχει επανειλημμένως κριθεί ότι, στις διαδικασίες που καταλήγουν στην κατάρτιση πράξεων σε περισσότερα στάδια, κατ’ αρχήν δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής τα ενδιάμεσα μέτρα τα οποία κατατείνουν στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 10, και της 26ης Ιανουαρίου 2010, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής, C‑362/08 P, EU:C:2010:40, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
44 |
Οι εξαιρέσεις στην αρχή που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 43 ανωτέρω αφορούν τις περιπτώσεις όπου το ενδιάμεσο μέτρο παράγει αυτοτελή έννομα αποτελέσματα, έναντι των οποίων δεν μπορεί να διασφαλιστεί επαρκής δικαστική προστασία στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία περατώνεται η διαδικασία (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψεις 11 και 12, και της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψεις 53 και 54). Ενδεικτικά, τέτοιες εξαιρέσεις έχουν αναγνωριστεί στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου της τήρησης των κανόνων ανταγωνισμού που εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής, 53/85, EU:C:1986:256, σκέψη 20), στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου των κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (πρβλ. απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, C‑400/99, EU:C:2001:528, σκέψεις 55 έως 63) και, ως προς ένα παρεπόμενο ή συντηρητικό μέτρο που προηγείται της τελικής αποφάσεως, στο πλαίσιο αναστολής άσκησης καθηκόντων υπαλλήλου κατά του οποίου έχει κινηθεί πειθαρχική διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαΐου 1966, Gutmann κατά Επιτροπής, 18/65 και 35/65, EU:C:1966:24, σ. 168). |
|
45 |
Εν προκειμένω, αντιθέτως, διασφαλίζεται η αποτελεσματική δικαστική προστασία της WhatsApp έναντι της προσβαλλομένης αποφάσεως μέσω του ενδίκου βοηθήματος το οποίο μπορεί να ασκηθεί από αυτήν ενώπιον του εθνικού δικαστή κατά της τελικής αποφάσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής και καθιστά δυνατή την εκτίμηση του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως. Όπως προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 2016/679, σύμφωνα με τις οποίες το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής πρέπει να διασφαλίζεται για κάθε πρόσωπο σε κάθε κράτος μέλος κατά νομικά δεσμευτικής αποφάσεως εποπτικής αρχής που το αφορά, η WhatsApp προσέβαλε ενώπιον ιρλανδικού δικαστηρίου την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής και μπορεί να προβάλει στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής τον παράνομο χαρακτήρα των δεσμευτικών εκτιμήσεων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αναπαράγονται στην ως άνω τελική απόφαση. Υπενθυμίζεται δε ότι το άρθρο 267 ΣΛΕΕ παρέχει τη δυνατότητα να προβληθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου η ακυρότητα πράξεων που εκδίδονται από τα θεσμικά και τα λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, προβλέποντας ότι, όταν το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι η κρίση του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως, δύναται ή οφείλει να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την εκτίμηση του κύρους. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει, κατά το πέρας της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, ότι μια τέτοια πράξη, μολονότι είναι προπαρασκευαστική αποφάσεως που εκδίδεται από αρχή κράτους μέλους, είναι άκυρη, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συναγάγει τις συνέπειες ως προς τη νομιμότητα της αυτής της βλαπτικής για τον ενδιαφερόμενο αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1975, Rey Soda κ.λπ., 23/75, EU:C:1975:142, σκέψη 51, και της 20ής Μαρτίου 2018, Šroubárna Ždánice κατά Συμβουλίου, T‑442/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:159, σκέψη 34). |
|
46 |
Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παράγει, ως προς τη WhatsApp, κανένα αυτοτελές έννομο αποτέλεσμα σε σχέση με την τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής: όλες οι εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στην πρώτη περιλαμβάνονται και στη δεύτερη, ενώ η πρώτη δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ανεξάρτητο από το περιεχόμενο της δεύτερης, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1966, Gutmann κατά Επιτροπής (18/65 και 35/65, EU:C:1966:24), της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής (53/85, EU:C:1986:256), και της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑400/99, EU:C:2001:528), που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 44 ανωτέρω. |
|
47 |
Συναφώς, μολονότι οι αρχές οι οποίες υπενθυμίστηκαν στις σκέψεις 43 και 44 ανωτέρω έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο διαδικασιών που εμπίπτουν, ως προς την τελική απόφαση, στην αρμοδιότητα θεσμικών οργάνων ή άλλων ενωσιακών οντοτήτων, δεν υφίσταται λόγος να διαφοροποιείται η περίπτωση στην οποία, όπως εν προκειμένω, η ενωσιακή νομοθεσία αναθέτει την εποπτεία της εφαρμογής ειδικών κανόνων της Ένωσης σε συγκεκριμένες εθνικές αρχές στο πλαίσιο διαδικασιών που περιλαμβάνουν περισσότερα στάδια, και στην οποία αμφισβητείται ενδιάμεσο μέτρο που ελήφθη από όργανο της Ένωσης κατόπιν τέτοιας διαδικασίας περατωθείσας με απόφαση εθνικής αρχής. |
|
48 |
Η WhatsApp υποστηρίζει, βεβαίως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά οριστική θέση του ΕΣΠΔ την οποία η ιρλανδική εποπτική αρχή όφειλε να ακολουθήσει στην τελική απόφαση. Το ως άνω επιχείρημα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατ’ ανάγκην, εξ αυτού του λόγου, πράξη δεκτική προσφυγής και διακρίνεται από τα ενδιάμεσα μέτρα τα οποία εκφράζουν απλώς προσωρινή γνώμη και είναι τα μόνα που δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής. |
|
49 |
Ωστόσο, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 38 ανωτέρω, προκειμένου μια πράξη να υπόκειται σε προσφυγή από προσφεύγοντα που δεν ανήκει στους λεγόμενους προνομιούχους προσφεύγοντες, οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η πράξη αυτή πρέπει, μεταξύ άλλων, να μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση. Το γεγονός ότι μια ενδιάμεση πράξη εκφράζει την οριστική θέση μιας αρχής που θα πρέπει να ενσωματωθεί στην τελική απόφαση με την οποία περατώνεται η επίμαχη διαδικασία, όπως στην προκειμένη περίπτωση όπου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει οριστική ανάλυση επί ορισμένων πτυχών της τελικής αποφάσεως, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η ενδιάμεση αυτή πράξη μεταβάλλει η ίδια ουσιωδώς τη νομική κατάσταση του προσφεύγοντος, όπως καταδείχθηκε εν προκειμένω στις σκέψεις 42 έως 47 ανωτέρω. Στο μέτρο που, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 39 ανωτέρω, η προϋπόθεση αυτή συμπίπτει με τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δηλαδή, μεταξύ άλλων, με την απαίτηση η πράξη αυτή να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, μπορεί να διαπιστωθεί εν προκειμένω αν πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση εξετάζοντας αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp. |
|
50 |
Όπως ορθώς υποστηρίζει το ΕΣΠΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα τη WhatsApp. |
|
51 |
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου μια πράξη να αφορά άμεσα έναν προσφεύγοντα ο οποίος δεν είναι αποδέκτης της, η εν λόγω πράξη πρέπει, πρώτον, να έχει άμεσα έννομα αποτελέσματα επί της κατάστασης του προσφεύγοντος και, δεύτερον, να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες της που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της, δεδομένου ότι αυτή έχει αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την ενωσιακή ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1971, International Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής, 41/70 έως 44/70, EU:C:1971:53, σκέψεις 23 έως 28, της 5ης Μαΐου 1998, Dreylandus κατά Επιτροπής, C‑386/96 P, EU:C:1998:193, σκέψη 43, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Koninklijke FrieslandCampina, C‑519/07 P, EU:C:2009:556, σκέψη 48). |
|
52 |
Όσον αφορά την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, όπως έχει ήδη αναφερθεί στη σκέψη 42 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να αντιταχθεί ευθέως στη WhatsApp ώστε να είναι δυνατόν, χωρίς την παρεμβολή επιπλέον σταδίου στη διαδικασία, να αποτελέσει πηγή υποχρεώσεων γι’ αυτήν ή, ενδεχομένως, δικαιωμάτων για άλλους ιδιώτες. Επομένως, διαφέρει, για παράδειγμα, από τις επίμαχες πράξεις στην απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (294/83, EU:C:1986:166), για τις οποίες επισημάνθηκε στη σκέψη 31 της αποφάσεως εκείνης, προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αφορούσαν άμεσα την προσφεύγουσα ένωση, ότι «συνιστού[σαν] πλήρη ρύθμιση η οποία [ήταν] αυτάρκης και δεν απαιτ[ούσε] καμία διάταξη εφαρμογής». Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί το τελευταίο στάδιο της πλήρους διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 58, 60 και 65 του κανονισμού 2016/679. |
|
53 |
Όσον αφορά τη δεύτερη από τις προϋποθέσεις αυτές, σχετικά με την εξουσία εκτιμήσεως της αρχής που έχει επιφορτιστεί με την εφαρμογή της επίμαχης πράξης, διαπιστώνεται ότι, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν δεσμευτική για την ιρλανδική εποπτική αρχή ως προς τα ζητήματα που αφορούσε, άφηνε στην τελευταία περιθώριο εκτιμήσεως αναφορικά με το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως. |
|
54 |
Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σύγκριση του εκτεθέντος στη σκέψη 11 περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία απευθύνθηκαν οδηγίες προς τις ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, και του εκτεθέντος στη σκέψη 8 περιεχομένου της τελικής αποφάσεως με αποδέκτρια τη WhatsApp, το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως αποτυπώνει μόνον εν μέρει το περιεχόμενο της τελικής αποφάσεως. |
|
55 |
Ειδικότερα, οι δύο αποφάσεις έχουν ως κοινά σημεία τη διαπίστωση της μη τήρησης, από τη WhatsApp, της αρχής της διαφάνειας του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και των υποχρεώσεων του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2016/679, τον χαρακτηρισμό ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των στοιχείων που προκύπτουν από την επονομαζόμενη διαδικασία «Lossy Hashing Procedure», η οποία εφαρμόζεται σε δεδομένα που αφορούν όσες «επαφές» δεν είναι χρήστες του WhatsApp και περιλαμβάνονται στα ευρετήρια διευθύνσεων των συσκευών των χρηστών του WhatsApp, τη διαπίστωση της μη τήρησης, από τη WhatsApp, των υποχρεώσεων του άρθρου 14 του κανονισμού 2016/679 λόγω του ως άνω χαρακτηρισμού, την τρίμηνη προθεσμία η οποία τάχθηκε στη WhatsApp για να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις του κανονισμού 2016/679, ορισμένες πτυχές των διορθωτικών μέτρων, συγκεκριμένα τις σχετικές με τα προσωπικά δεδομένα των μη χρηστών του WhatsApp και με την υποχρέωση παροχής στους χρήστες του WhatsApp των πληροφοριών που ορίζονται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2016/679, την ερμηνεία των κριτηρίων για τον καθορισμό του ύψους των διοικητικών προστίμων που επιβλήθηκαν στη WhatsApp και την αύξηση του ποσού των εν λόγω προστίμων σε σχέση με το συνολικό ποσό, ύψους μεταξύ 30 και 50 εκατομμυρίων ευρώ, για το οποίο γινόταν λόγος στο σχέδιο αποφάσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής. |
|
56 |
Αντιθέτως, ως προς τα ακόλουθα ζητήματα, η τελική απόφαση είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής χωρίς το ΕΣΠΔ να έχει λάβει θέση επ’ αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση: τη διαπίστωση της μη τήρησης, από τη WhatsApp, των υποχρεώσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1, του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ, εʹ και στʹ, και του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 2016/679· τη διαπίστωση της τήρησης, από τη WhatsApp, των υποχρεώσεων του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και δʹ, του κανονισμού 2016/679· την ιδιότητα της WhatsApp όταν επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των μη χρηστών της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων· το βασικό περιεχόμενο των διορθωτικών μέτρων που επιβλήθηκαν στη WhatsApp, δηλαδή εκείνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1, του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ, δʹ, εʹ και στʹ, και του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και γʹ, του κανονισμού 2016/679· τον συγκεκριμένο καθορισμό του ύψους των διοικητικών προστίμων που επιβλήθηκαν στη WhatsApp και, εν τέλει, ανήλθαν συνολικά σε 225 εκατομμύρια ευρώ. |
|
57 |
Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι η ιρλανδική εποπτική αρχή άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια προκειμένου να συναγάγει τις συνέπειες των οδηγιών που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των στοιχείων που προκύπτουν από την επονομαζόμενη διαδικασία «Lossy Hashing Procedure» ως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και όσον αφορά τα διοικητικά πρόστιμα. |
|
58 |
Ως προς το πρώτο ζήτημα, δηλαδή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μη χρηστών του WhatsApp, και δη των στοιχείων που προκύπτουν από την επονομαζόμενη διαδικασία «Lossy Hashing Procedure», όπως καθίσταται σαφές από το σημείο 111 της τελικής αποφάσεως, το επόμενο στάδιο στην ανάλυση η οποία είχε ως αντικείμενο να διαπιστωθεί αν η WhatsApp είχε παραβεί, ως προς τα πρόσωπα αυτά, τις υποχρεώσεις του άρθρου 14 του κανονισμού 2016/679, ήταν να εξεταστεί αν, σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η WhatsApp ενεργούσε ως υπεύθυνος επεξεργασίας ή απλώς ως εκτελούσα την επεξεργασία για λογαριασμό όποιου χρήστη της υπηρεσίας ανταλλαγής μηνυμάτων είχε ενεργοποιήσει τη λειτουργία «Επαφές». Το στάδιο αυτό της ανάλυσης, το οποίο ολοκληρώθηκε με τη διαπίστωση ότι ίσχυε το πρώτο από τα δύο τινά, είναι αποτέλεσμα εκτιμήσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής χωρίς το ΕΣΠΔ να έχει λάβει θέση επί του ζητήματος στην προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
59 |
Όσον αφορά τον καθορισμό των διοικητικών προστίμων, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει οδηγίες σχετικές με την ερμηνεία των κριτηρίων για τον καθορισμό του ύψους των διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται βάσει του κανονισμού 2016/679 και με την αύξηση του συνολικού ποσού των προστίμων που έπρεπε εν προκειμένω να επιβληθούν στη WhatsApp, σε σύγκριση με το ποσό για το οποίο γινόταν λόγος στο σχέδιο αποφάσεως της ιρλανδικής εποπτικής αρχής, η τελευταία διατήρησε το περιθώριο εκτιμήσεώς της για τον καθορισμό του συγκεκριμένου ποσού των επιβλητέων στη WhatsApp προστίμων. Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 8 ανωτέρω, πριν την έκδοση της τελικής αποφάσεως η ιρλανδική εποπτική αρχή ζήτησε από τη WhatsApp να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των νέων διοικητικών προστίμων που σχεδίαζε να της επιβάλει, πράγμα που συνάδει με τη διαπίστωση ότι η εποπτική αρχή διατηρούσε περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το ζήτημα αυτό. Εν προκειμένω, παρατηρείται ότι με την τελική απόφαση επιλέχθηκε εν τέλει το κατώτερο όριο της κλίμακας των νέων προστίμων που εξετάστηκαν από την ιρλανδική εποπτική αρχή ως πιθανώς κατάλληλα προς επιβολή. |
|
60 |
Η τελική απόφαση αποτελεί ένα σύνολο από το οποίο δεν μπορούν να αποσπαστούν όσα μέρη αντιστοιχούν στις οδηγίες που περιέχονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να μετατραπούν σε μια τελική «υπο-απόφαση» ως προς την οποία η εποπτική αρχή δεν διέθετε περιθώριο εκτιμήσεως. Πράγματι, η έρευνα και η τελική απόφαση της ιρλανδικής εποπτικής αρχής αφορούσαν την τήρηση, από τη WhatsApp, της αρχής της διαφάνειας και όλων των συγκεκριμένων υποχρεώσεων που συνδέονται με αυτήν και ορίζονται στον κανονισμό 2016/679. Συνεπώς, στην τελική απόφαση αναλύθηκε η συνολική πρακτική της WhatsApp σε σχέση με το ζήτημα αυτό και οι επιμέρους πτυχές της συνολικής πρακτικής εξετάστηκαν υπό το πρίσμα περισσότερων σχετικών διατάξεων του κανονισμού 2016/679, για παράδειγμα, του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του άρθρου 12, παράγραφος 1, και πολυάριθμων διατάξεων του άρθρου 13 του κανονισμού 2016/679, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε, από την πλευρά της, την ανάλυση ορισμένων μόνο εκ των διατάξεων αυτών. Δεν θα είχε κανένα νόημα να αποσπαστούν από τη συνολική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στην τελική απόφαση ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία, ενώ η διαδικασία η οποία κινήθηκε κατά της WhatsApp, με πρωτοβουλία και υπό την ευθύνη της ιρλανδικής εποπτικής αρχής ως επικεφαλής εποπτικής αρχής, αφορούσε τη γενική εκτίμηση της τήρησης της αρχής της διαφάνειας από τη WhatsApp. Ειδικότερα, όσον αφορά τον καθορισμό των χρηματικών κυρώσεων, το ποσό καθενός εκ των τεσσάρων διοικητικών προστίμων καθορίστηκε από την ιρλανδική εποπτική αρχή λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν σε σχέση, αντιστοίχως, με το άρθρο 5 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα άρθρα 12, 13 και 14 του κανονισμού 2016/679. |
|
61 |
Κατά συνέπεια, δεν πληρούται καμία από τις δύο προμνησθείσες στη σκέψη 51 προϋποθέσεις, οι οποίες, αν συνέτρεχαν, θα δικαιολογούσαν τη διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα τη WhatsApp. |
|
62 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή της WhatsApp δεν είναι παραδεκτή. |
|
63 |
Το αποτέλεσμα της ανάλυσης αυτής συνάδει με όσα έχουν κριθεί σχετικά με άλλες διαδικασίες στις οποίες πράξη της Ένωσης η οποία έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και αφορά επιχειρήσεις απευθύνεται σε κράτος μέλος. |
|
64 |
Επί παραδείγματι, στον τομέα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, έχει κριθεί ότι, όταν η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία κηρύσσει παράνομη και ασύμβατη με την εσωτερική αγορά μια ήδη χορηγηθείσα ενίσχυση και διατάσσει το κράτος μέλος που τη χορήγησε να ανακτήσει τις ενισχύσεις που έχουν καταβληθεί, η απόφαση αυτή αφορά άμεσα και ατομικά τους δικαιούχους των εν λόγω καταβληθεισών ενισχύσεων (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, C‑15/98 και C‑105/99, EU:C:2000:570, σκέψεις 33 έως 36). Συναφώς, έχει επισημανθεί ότι, άπαξ και εκδοθεί τέτοια απόφαση, οι ως άνω δικαιούχοι είναι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να ανακτηθούν τα πλεονεκτήματα που έχουν λάβει και, επομένως, η νομική τους κατάσταση θίγεται (απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 56). Τούτο είναι εύλογο διότι, πρώτον, η διαδικασία ελέγχου έχει περατωθεί σε αυτό το στάδιο, δεύτερον, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί συμπληρωματική εκτίμηση επί της ουσίας, εφόσον τα προς ανάκτηση ποσά καθορίζονται μηχανικά βάσει της αποφάσεως της Επιτροπής και των ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί προηγουμένως στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, τρίτον, το κράτος μέλος υποχρεούται να προβεί το ίδιο στην ανάκτηση των ενισχύσεων και να την ολοκληρώσει, εκτός αν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ελλάδος, 63/87, EU:C:1988:285, της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑5/89, EU:C:1990:320, σκέψεις 15 και 16, και της 20ής Μαρτίου 1997, Alcan Deutschland, C‑24/95, EU:C:1997:163) και, τέταρτον, οι τρίτοι δύνανται να προσφύγουν, στηριζόμενοι στην απόφαση της Επιτροπής, ενώπιον της οικείας διοικητικής αρχής ή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου για την επιστροφή των ενισχύσεων, χωρίς να φέρουν οι ίδιοι το βάρος απόδειξης ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε παράνομα (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 23 και 39 έως 41). Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν βρίσκεται σε ανάλογο στάδιο, δεδομένου ότι η διαδικασία ελέγχου δεν περατώθηκε με την έκδοσή της, ότι η επικεφαλής εποπτική αρχή όφειλε ακόμη να επιβεβαιώσει τις προηγούμενες εκτιμήσεις ή να προβεί σε συμπληρωματικές εκτιμήσεις σχετικές με την τήρηση των διατάξεων του κανονισμού 2016/679 από τη WhatsApp και με την επαπειλούμενη κύρωση και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε καθ’ εαυτήν να χρησιμεύσει ως νομικό έρεισμα για την επιβολή υποχρεώσεων στη WhatsApp. |
|
65 |
Έχει επίσης κριθεί ότι απόφαση της Επιτροπής με αποδέκτη κράτος μέλος, με την οποία γνωστοποιήθηκε σε αυτό ότι ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προς μια επιχείρηση είχε μειωθεί σε σχέση με τα προβλεπόμενα, επειδή ορισμένες δαπάνες οι οποίες υποβλήθηκαν από την επιχείρηση δεν ήταν επιλέξιμες για τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση, αφορούσε άμεσα και ατομικά την επιχείρηση, διότι η επίμαχη απόφαση της στερούσε μέρος της χρηματοδοτικής συνδρομής που της είχε χορηγηθεί αρχικώς, χωρίς το κράτος μέλος να διαθέτει συναφώς εξουσία εκτιμήσεως (απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, Infortec κατά Επιτροπής, C‑157/90, EU:C:1992:243, σκέψη 17). Ωστόσο, εν προκειμένω, σε αντίθεση με την απόφαση της Επιτροπής σε σχέση με την οποία διατυπώθηκε η ως άνω κρίση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 52 ανωτέρω, το τελευταίο στάδιο της επίμαχης πλήρους διαδικασίας και, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 56 και 57 ανωτέρω, άφηνε περιθώριο εκτιμήσεως στην ιρλανδική εποπτική αρχή. |
|
66 |
Υπό μια γενικότερη οπτική, το απαράδεκτο της προσφυγής που άσκησε η WhatsApp ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάδει με τη λογική του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας το οποίο καθιερώνεται από τη Συνθήκη ΕΕ και τη Συνθήκη ΛΕΕ. |
|
67 |
Όπως ορίζει το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΕ, η Ένωση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον σεβασμό του κράτους δικαίου. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΕ ορίζει ότι η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το άρθρο 47 του Χάρτη διασφαλίζει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το δικαίωμα σε αμερόληπτο δικαστήριο. Το άρθρο 19 της Συνθήκης ΕΕ διευκρινίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών και, ιδίως, ότι αποφαίνεται σύμφωνα με τις Συνθήκες επί των προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, θεσμικό όργανο ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα και, προδικαστικώς, κατόπιν αιτήματος εθνικών δικαστηρίων, επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή επί του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα θεσμικά όργανα, καθώς και στις λοιπές περιπτώσεις οι οποίες προβλέπονται από τις Συνθήκες. Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και τα ένδικα μέσα τα οποία είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. |
|
68 |
Ειδικότερα, η Συνθήκη ΛΕΕ, ιδίως με το άρθρο 263, το οποίο αφορά τις ευθείες προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το άρθρο 267, σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες το τελευταίο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις ειδικά επί του κύρους και επί της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, έχει καθιερώσει ένα πλήρες σύστημα μέσων ένδικης προστασίας για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 40). Στο σύστημα αυτό συμμετέχουν τόσο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος του οποίου αποτελεί και το Γενικό Δικαστήριο, όσο και τα εθνικά δικαστήρια. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, τα πρόσωπα που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού τις οποίες θέτει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, να προσβάλουν απευθείας πράξεις της Ένωσης ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν, μέσω ενστάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας, την ακυρότητα τέτοιας πράξης ενώπιον του εθνικού δικαστή ασκώντας ενώπιόν του προσφυγή κατά των εθνικών μέτρων εφαρμογής της. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, εφόσον εκτιμά ότι η κρίση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως και έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος της πράξης αυτής, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ακόμη, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, C‑50/00 P, EU:C:2002:462, σκέψη 40). |
|
69 |
Η λογική του συστήματος αυτού, η οποία εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των ευθείων προσφυγών του άρθρου 263 ΣΛΕΕ ερμηνεύονται κατά τον τρόπο που περιγράφηκε στο πλαίσιο της ανάλυσης που προηγήθηκε στις σκέψεις 35 έως 62 ανωτέρω, είναι ότι η δικαιοδοτική δράση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνη των εθνικών δικαστηρίων αλληλοσυμπληρώνονται αποτελεσματικά και ότι ο δικαστής της Ένωσης και ο εθνικός δικαστής δεν καλούνται να αποφανθούν ταυτόχρονα, σε παράλληλες διαδικασίες, επί του κύρους της ίδιας πράξης της Ένωσης, είτε απευθείας είτε, στην περίπτωση του εθνικού δικαστή εφόσον έχει αμφιβολίες επί του κύρους της εν λόγω πράξης, κατόπιν της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Στη λογική αυτή βασίστηκε ειδικότερα η κρίση ότι προσφεύγων ο οποίος είχε αναμφίβολα τη δυνατότητα να προσβάλει μια απόφαση της Ένωσης ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν επιτρέπεται πλέον να αμφισβητήσει το κύρος της ίδιας αποφάσεως, παραδείγματος χάριν στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας ενώπιον του εθνικού δικαστή (πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, TWD Textilwerke Deggendorf, C‑188/92, EU:C:1994:90, σκέψη 17· πρβλ., επίσης, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, Comitato Venezia vuole vivere κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑71/09 P, C‑73/09 P και C‑76/09 P, EU:C:2011:368, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αντίθετα, κατά πάγια νομολογία, ο παράνομος χαρακτήρας μη υποκείμενης σε προσφυγή ενωσιακής πράξης, η οποία αποτελεί τη βάση άλλης πράξης, μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής κατά της δεύτερης αυτής πράξης (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 12, ενώ a contrario βλ. τις προηγούμενες νομολογιακές παραπομπές). |
|
70 |
Εν προκειμένω, αν κρινόταν παραδεκτή η προσφυγή της WhatsApp κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το αποτέλεσμα θα ήταν να διεξάγονται παράλληλα δύο εν πολλοίς αλληλεπικαλυπτόμενες ένδικες διαδικασίες, η μία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου με αντικείμενο την αμφισβήτηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και η άλλη ενώπιον ιρλανδικού δικαστηρίου με αντικείμενο την αμφισβήτηση της τελικής αποφάσεως, μέρος της αιτιολογίας της οποίας στηρίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, η WhatsApp, προκειμένου να της χορηγηθεί παράταση για την υποβολή του υπομνήματος απαντήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, επικαλέστηκε τον παράλληλο φόρτο εργασίας που απαιτούσε η διαδικασία ενώπιον του επιληφθέντος ιρλανδικού δικαστηρίου. Αν ένα από τα δύο δικαιοδοτικά όργανα που έχουν επιληφθεί δεν αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία, όπερ θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια μια χρονική επιμήκυνση στην οριστική επίλυση του ζητήματος της νομιμότητας της τελικής αποφάσεως, οι παράλληλες αυτές διαδικασίες θα μπορούσαν ακόμη και να οδηγήσουν σε μια κατάσταση στην οποία ταυτόχρονα, το μεν Δικαστήριο στο πλαίσιο προδικαστικού ερωτήματος, το δε Γενικό Δικαστήριο μέσω της ευθείας προσφυγής της WhatsApp, θα καλούνταν να αποφανθούν επί του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως. Λαμβανομένου υπόψη του συστήματος των μέσων ένδικης προστασίας για το οποίο έγινε λόγος στις σκέψεις 68 και 69 ανωτέρω και λαμβανομένων επίσης υπόψη των διατάξεων του άρθρου 78 του κανονισμού 2016/679 σχετικά με το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής κατά αρχής ελέγχου, το επιληφθέν ιρλανδικό δικαστήριο θα είναι εκείνο το οποίο, ως μόνο αρμόδιο συναφώς, θα ελέγξει τη νομιμότητα της τελικής αποφάσεως κατά της WhatsApp υποβάλλοντας ενδεχομένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκτίμηση του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον το κρίνει απαραίτητο για την έκδοση της δικής του αποφάσεως επί της διαφοράς μεταξύ της WhatsApp και της ιρλανδικής εποπτικής αρχής. Το επιληφθέν ιρλανδικό δικαστήριο θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να επιλύσει την ενώπιον του διαφορά είτε απορρίπτοντας την ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας που θα μπορούσε να προβληθεί κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να απευθυνθεί στο Δικαστήριο εφόσον δεν έχει αμφιβολίες ως προς το κύρος της αποφάσεως αυτής, είτε, αντιθέτως, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο αν έχει τέτοιες αμφιβολίες, είτε ακόμη και να επιλύσει τη διαφορά ανεξάρτητα από το ζήτημα του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, βάσει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν ενώπιόν του. Η λύση αυτή είναι σύμφωνη με το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που ενέχουν οι παράλληλες ένδικες διαδικασίες για τις οποίες έγινε λόγος στην αρχή της παρούσας σκέψης. |
|
71 |
Τέλος, σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 143 του κανονισμού 2016/679, η οποία παρατέθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω και θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι παραδεκτή μια προσφυγή όπως αυτή της WhatsApp ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, επισημαίνεται, αφενός, ότι μια αιτιολογική σκέψη κανονισμού, μολονότι μπορεί να φωτίσει την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε έναν κανόνα δικαίου, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει η ίδια τέτοιον κανόνα και, αφετέρου, ότι το προοίμιο μιας πράξης της Ένωσης δεν είναι νομικώς δεσμευτικό (βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, Marine Harvest κατά Επιτροπής, T‑704/14, EU:T:2017:753, σκέψη 150 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· πρβλ. επίσης, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, Deutsches Milch-Kontor, C‑136/04, EU:C:2005:716, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εν προκειμένω, όπως αναφέρθηκε στις σκέψεις 32 και 35 ανωτέρω, καμία διάταξη του κανονισμού 2016/679 δεν στηρίζεται στη συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη. Επιπλέον, μια εξήγηση η οποία περιλαμβάνεται στις αιτιολογικές σκέψεις ενός κανονισμού δεν θα μπορούσε να υπερισχύσει των εφαρμοστέων κανόνων πρωτογενούς δικαίου που περιέχονται στις Συνθήκες, εν προκειμένω των κανόνων του πρώτου και του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, των οποίων το βασικό περιεχόμενο άλλωστε υπενθυμίζεται εν μέρει στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη μέσω της μνείας, στην πρώτη περίοδο, ότι «[κ]άθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ». |
|
72 |
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. |
Επί των αιτήσεων παρεμβάσεως
|
73 |
Κατά το άρθρο 142, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρέμβαση είναι παρεπόμενη της κύριας διαφοράς και καθίσταται άνευ αντικειμένου, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που η προσφυγή κριθεί απαράδεκτη. |
|
74 |
Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση των αιτήσεων παρεμβάσεως, όπως και των επακόλουθων αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχείρισης στοιχείων του φακέλου. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
75 |
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η WhatsApp ηττήθηκε, καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του ΕΣΠΔ, με την επιφύλαξη των διαλαμβανομένων στη σκέψη 76 κατωτέρω. |
|
76 |
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους. Εν προκειμένω, η WhatsApp, το ΕΣΠΔ, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η Επιτροπή, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων και η Computer & Communication Industry Association φέρουν έκαστος τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους. |
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα) διατάσσει: |
|
|
|
|
|
Λουξεμβούργο, 7 Δεκεμβρίου 2022. Ο Γραμματέας E. Coulon Ο Πρόεδρος S. Gervasoni |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.