EUR-Lex Πρόσβαση στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Επιστροφή στην αρχική σελίδα του EUR-Lex

Το έγγραφο αυτό έχει ληφθεί από τον ιστότοπο EUR-Lex

Έγγραφο 62008CJ0485

Περίληψη της αποφάσεως

Λέξεις κλειδιά
Περίληψη

Λέξεις κλειδιά

1. Αναίρεση – Λόγοι – Ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία – Παραδεκτό – Περιεχόμενο της υποχρέωσης αιτιολογήσεως

(Άρθρο 225 ΕΚ· Κανονισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)

2. Υπάλληλοι – Απόδοση δαπανών – Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες – Ημερήσια αποζημίωση

(Άρθρο 3 § 2 ΕΚ)

3. Διαδικασία – Εισαγωγικό δικόγραφο – Τυπικά στοιχεία – Προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς – Συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών

(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 44 § 1, στοιχείο γ΄)

Περίληψη

1. Το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι αντιφατική ή ανεπαρκής αποτελεί νομικό ζήτημα και μπορεί επομένως να προβληθεί κατ’ αναίρεση.

Ο αναιρετικός έλεγχος του Δικαστηρίου έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, να εξακριβωθεί αν το Γενικό Δικαστήριο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στο σύνολο των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος.

Ωστόσο, η υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να αιτιολογεί τις αποφάσεις του δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως συνεπαγόμενη την υποχρέωσή του να απαντά λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο επιχείρημα, ιδίως αν πρόκειται για επιχειρήματα που δεν είναι αρκούντως σαφή και ακριβή και δεν στηρίζονται σε πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.

(βλ. σκέψεις 39-41)

2. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης ή της μη εισαγωγής διακρίσεων απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς.

Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που επιλέγει το κριτήριο της οικογενειακής κατάστασης ως ένα από τα ορθά και κατάλληλα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της καταβαλλόμενης ημερήσιας αποζημίωσης και θεωρεί ότι η αναιρεσείουσα, κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης απόσπασης, δεν υπέστη διάκριση σε βάρος της σε σχέση με τον άγαμο αποσπασμένο εθνικό εμπειρογνώμονα, στον βαθμό που η νομική της κατάσταση ως έγγαμης ήταν διαφορετική από την κατάσταση του άγαμου, δεν εισάγει διάκριση σε βάρος των μη συζευγμένων που ζουν υπό καθεστώς ελεύθερης συμβίωσης.

Συγκεκριμένα, ο καθορισμός των προϋποθέσεων της χορήγησης των αποζημιώσεων στους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες εμπίπτει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής. Ομοίως, η αρχή της απαγορεύσεως διακρίσεων ή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο στην περίπτωση που το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Απριλίου 2002, περί του καθεστώτος των αποσπασμένων στις υπηρεσίες της Επιτροπής εθνικών εμπειρογνωμόνων, περιέχει μία αυθαίρετη ή προδήλως απρόσφορη διαφοροποίηση σε σχέση με τον στόχο της διάταξης αυτής. Συναφώς, η αποζημίωση καταβάλλεται από την Επιτροπή για να αντισταθμίσει τα προβλήματα και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας λόγω της απομάκρυνσης από την κατοικία του. Το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, της εν λόγω αποφάσεως στηρίζεται σε ένα τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο ο αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας αντιμετωπίζει μικρότερα προβλήματα όταν ο σύζυγός του διαμένει, κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης απόσπασης, στον τόπο της απόσπασης.

Μολονότι, από ορισμένες απόψεις, η ελεύθερη συμβίωση και οι νόμιμες ενώσεις, όπως ο γάμος, μπορούν να παρουσιάζουν ομοιότητες, ωστόσο, οι ομοιότητες αυτές δεν συνεπάγονται αναγκαστικά εξομοίωση αυτών των δύο ειδών ένωσης.

Ακόμη και αν η καθιέρωση γενικής και αφηρημένης ρυθμίσεως καταλήγει, σε οριακές καταστάσεις, σε τυχαία άτοπα, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ο νομοθέτης ότι κατέφυγε στη δημιουργία κατηγοριών, εφόσον η εν λόγω ρύθμιση δεν εισάγει από τη φύση της διακρίσεις εν όψει του επιδιωκομένου σκοπού. Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις που οι οριακές αυτές καταστάσεις παρέχουν κατά περίπτωση πλεονεκτήματα.

(βλ. σκέψεις 70-73, 75, 78, 81)

3. Το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να απορρίπτει ως απαράδεκτο ένα αίτημα της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του όταν τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται αυτό το αίτημα δεν προκύπτουν κατά τρόπο εύλογο και κατανοητό από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, δεδομένου ότι η έλλειψη των στοιχείων αυτών στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παρουσίασή τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

(βλ. σκέψη 104)

Επάνω