ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

της 6ης Οκτωβρίου 2015 ( *1 )

«Υπαλληλική υπόθεση — Διαπιστευμένοι κοινοβουλευτικοί βοηθοί — Άρθρο 266 ΣΛΕΕ — Μέτρα εκτελέσεως ακυρωτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης — Ακύρωση αποφάσεως περί απολύσεως — Ακύρωση αποφάσεως περί απορρίψεως αιτήματος αρωγής υποβληθέντος δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ — Έκταση της υποχρεώσεως αρωγής σε περίπτωση αρχής αποδείξεως περί παρενοχλήσεως — Υποχρέωση της ΑΣΣΠΑ να διεξαγάγει διοικητική έρευνα — Δυνατότητα του μονίμου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού να κινήσει διαδικασία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου — Συμβουλευτική επιτροπή για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας η οποία εξετάζει καταγγελίες διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών κατά μελών του Κοινοβουλίου — Ρόλος και προνόμια — Υλική ζημία και ηθική βλάβη»

Στην υπόθεση F‑132/14,

με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη ΕΚΑΕ βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής,

CH, πρώην διαπιστευμένη κοινοβουλευτική βοηθός στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους L. Levi, C. Bernard-Glanz και A. Tymen, δικηγόρους,

προσφεύγουσα-ενάγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τις E. Taneva και M. Dean,

καθού-εναγομένου,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους R. Barents, πρόεδρο, E. Perillo και J. Svenningsen (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: W. Hakenberg

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού αποφάσισε, με συμφωνία των διαδίκων, να αποφανθεί χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης [στο εξής: Δικαστήριο ΔΔ] στις 17 Νοεμβρίου 2014, η CH άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή με την οποία ζητεί:

να ακυρωθεί η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Μαρτίου 2014, καθόσον το όργανο αυτό αρνήθηκε, στο πλαίσιο των μέτρων που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2013, CH κατά Κοινοβουλίου (F‑129/12, EU:F:2013:203, στο εξής: απόφαση CH), υπό την έννοια του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, να κινήσει διοικητική έρευνα με αντικείμενο την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται σε βάρος μέλους του Κοινοβουλίου, όπως καταγγέλθηκαν με την αίτηση αρωγής την οποία υπέβαλε στις 22 Δεκεμβρίου 2011·

να ακυρωθεί η απόφαση του Κοινοβουλίου της 2ας Απριλίου 2014, καθόσον, με την απόφαση αυτή, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να καταβάλει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ποσό 5686 ευρώ που αντιστοιχούσε στη διαφορά αποδοχών την οποία εδικαιούτο κατά τις εκτιμήσεις της βάσει των μέτρων που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως CH, υπό την έννοια του άρθρου 266 ΣΛΕΕ·

να ακυρωθεί η απόφαση του Κοινοβουλίου της 4ης Αυγούστου 2014, με την οποία το Κοινοβούλιο απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατά των δύο προαναφερθεισών αποφάσεων της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014·

να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα τα ποσά των 144000 ευρώ και των 60000 ευρώ, αντιστοίχως, ως αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Το νομικό πλαίσιο

1. Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2

Κατά το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, «[τ]ο θεσμικό ή λοιπό όργανο ή οργανισμός των οποίων […] πράξη εκηρύχθη άκυρη [από τον δικαστή της Ένωσης] ή των οποίων η παράλειψη εκηρύχθη αντίθετη προς τις Συνθήκες, οφείλουν να λαμβάνουν τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της [ακυρωτικής] αποφάσεως». Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι «[η] υποχρέωση αυτή δεν θίγει τις υποχρεώσεις που δύνανται να προκύψουν από την εφαρμογή του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο[, ΣΛΕΕ]», το οποίο προβλέπει ότι, «[σ]το πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».

2. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

3

Το άρθρο 12α, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά χρόνο (στο εξής: ΚΥΚ), ορίζει τα εξής:

«Ως “ηθική παρενόχληση”, νοείται η καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.»

4

Το άρθρο 24 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Η Ένωση παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο, ιδίως σε περίπτωση διώξεως των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων, [δυσφημίσεων] ή αποπειρών εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.

Η Ένωση επανορθώνει αλληλεγγύως τις ζημίες που έχουν προκληθεί στην περίπτωση αυτή στον υπάλληλο στο μέτρο που ο τελευταίος δεν είναι, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, υπαίτιος των ζημιών αυτών και εφόσον δεν έχει δυνηθεί να επιτύχει επανόρθωση από τον δράστη.»

3. Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης

5

Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά χρόνο, εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, «σε κάθε υπάλληλο ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση από την Ένωση» και, ειδικότερα, στον υπάλληλο που έχει την ιδιότητα του διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού (στο εξής: ΔΚΒ). Συναφώς, το άρθρο 5α του ΚΛΠ διευκρινίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς του [ΚΛΠ], ως “[ΔΚΒ]” νοούνται τα πρόσωπα που επιλέγονται από έναν ή περισσότερους βουλευτές και προσλαμβάνονται με απευθείας σύμβαση από το […] Κοινοβούλιο για την άμεση επικουρία, στους χώρους του […] Κοινοβουλίου σε έναν από τους τρεις τόπους εργασίας του, ενός ή περισσοτέρων βουλευτών του […] Κοινοβουλίου στην εκτέλεση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων τους, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψή τους και με σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης που απορρέει από την ελευθερία επιλογής, κατά την έννοια του άρθρου 21 της απόφασης 2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ του […] Κοινοβουλίου […], της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του […] Κοινοβουλίου [(ΕΕ L 262, σ. 1)].»

6

Το ΚΠΛ περιλαμβάνει έναν τίτλο VII, που επιγράφεται «Κοινοβουλευτικοί βοηθοί», αφιερωμένο στους ΔΚΒ, ο οποίος αποτελείται από τα άρθρα 125 έως 139, και ο οποίος, στο άρθρο 125, παράγραφος 1, ορίζει ότι «[τ]ο […] Κοινοβούλιο θεσπίζει, με εσωτερική απόφαση, [τα] μέτρα εφαρμογής […]».

7

Το άρθρο 127 του ΚΛΠ ορίζει τα εξής:

«Τα άρθρα 11 έως 26α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. Λαμβανομένων αυστηρά υπόψη, ιδίως, της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας και των καθηκόντων των [ΔΚΒ], και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που πρέπει να χαρακτηρίζει την επαγγελματική σχέση μεταξύ αυτών και του βουλευτή ή των βουλευτών του […] Κοινοβουλίου που επικουρούν, τα σχετικά μέτρα εφαρμογής, που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1, [του ΚΛΠ] συνεκτιμούν την ιδιομορφία της επαγγελματικής σχέσης μεταξύ βουλευτή και [ΔΚΒ].»

8

Το άρθρο 128, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ προβλέπει ότι ο «[ΔΚΒ] επιλέγεται από το βουλευτή (ή τους βουλευτές) του […] Κοινοβουλίου που θα αναλάβει να επικουρεί».

9

Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 14ης Απριλίου 2014, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 125, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, και είναι, ως προς το σημείο αυτό, πανομοιότυπο προς το άρθρο 13, παράγραφος 1, της προηγούμενης αποφάσεως του προεδρείου του Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 2009, όπως αυτή τροποποιήθηκε, ο ΔΚΒ προσλαμβάνεται από το Κοινοβούλιο κατόπιν ρητού αιτήματος του μέλους ή των μελών του εν λόγω θεσμικού οργάνου, που θα αναλάβει να επικουρεί.

4. Ο εσωτερικός κανονισμός των συμβουλευτικών επιτροπών για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας

10

Στις 21 Φεβρουαρίου 2006, το Κοινοβούλιο εξέδωσε «[ε]σωτερικό κανονισμό της συμβουλευτικής επιτροπής για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στο χώρο εργασίας […]» για την εφαρμογή του άρθρου 12α του ΚΥΚ (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός για την ηθική παρενόχληση). Από το άρθρο 9 του εν λόγω εσωτερικού κανονισμού προκύπτει ότι οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού του εν λόγω θεσμικού οργάνου το οποίο αντιμετωπίζει πρόβλημα δυνάμενο να συνιστά παρενόχληση ή το οποίο θεωρεί ότι υπάρχει πρόβλημα τέτοιου είδους στο περιβάλλον εργασίας του, μπορεί να υποβάλει το ζήτημα στη συμβουλευτική επιτροπή για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας (στο εξής: γενική συμβουλευτική επιτροπή), η οποία αποτελείται από έξι μέλη που διορίζονται από τον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, εκ των οποίων τα δύο ορίζονται από την επιτροπή προσωπικού και το ένα από την ιατρική υπηρεσία του θεσμικού οργάνου. Το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση προβλέπει ότι μέλος του προσωπικού που αισθάνεται θύμα παρενοχλήσεως πρέπει να γίνεται δεκτό σε ακρόαση από την γενική συμβουλευτική επιτροπή εντός δέκα εργασίμων ημερών από την υποβολή της αιτήσεώς του. Κατά τους όρους των άρθρων 12 έως 14 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση, η γενική συμβουλευτική επιτροπή δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να απευθύνει συστάσεις στους ιεραρχικώς ανώτερους υπαλλήλους προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα· οφείλει, προκειμένου να διασφαλίσει την απρόσκοπτη διεκπεραίωση της υποθέσεως, να παραμείνει σε επαφή με το ενδιαφερόμενο μέλος του προσωπικού και, εάν χρειασθεί, με τους ιεραρχικώς ανωτέρους του· τέλος, εάν το πρόβλημα συνεχισθεί, η εν λόγω επιτροπή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, η οποία περιλαμβάνει προτάσεις ως προς την ενέργεια ή τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν και, οσάκις τούτο ενδείκνυται, μπορεί να του ζητήσει οδηγίες για τη διενέργεια εμπεριστατωμένης εξετάσεως.

11

Στις 14 Απριλίου 2014, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής καταστάσεως των ΔΚΒ, όπως αυτή αναδείχθηκε με την απόφαση CH, το προεδρείο του Κοινοβουλίου εξέδωσε εσωτερικό κανονισμό για τη σύσταση συμβουλευτικής επιτροπής για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στον χώρο εργασίας, αρμόδιας για τις διαφορές μεταξύ των ΔΚΒ και των μελών του Κοινοβουλίου (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός για την ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ). Η αρμόδια για τις διαφορές μεταξύ των ΔΚΒ και των μελών του Κοινοβουλίου συμβουλευτική επιτροπή για την ηθική παρενόχληση και την πρόληψή της στο χώρο εργασίας (στο εξής: ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ) συγκροτείται από πέντε μέλη, τα οποία διορίζονται από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου: τρεις κοσμήτορες του θεσμικού οργάνου, διευκρινιζομένου ότι οι κοσμήτορες του Κοινοβουλίου, οι οποίοι ανέρχονται σε πέντε και συγκροτούν σώμα, είναι μέλη του Κοινοβουλίου που εκλέγονται από τους συναδέλφους τους για τη διαχείριση των διοικητικών και οικονομικών ζητημάτων που αφορούν άμεσα τα μέλη του Κοινοβουλίου· ένα μέλος που διορίζεται από την επιτροπή των ΔΚΒ την οποία προβλέπει το άρθρο 126, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του ΚΛΠ, ενώ το τελευταίο μέλος, πρόεδρος της γενικής συμβουλευτικής επιτροπής, εκπροσωπεί τη Διοίκηση του Κοινοβουλίου. Η ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ, πρόεδρος της οποίας είναι ένας από τους κοσμήτορες, έχει ως κύρια αποστολή να «αποτρέπει και/ή να τερματίζει κάθε μορφή παρενόχλησης εις βάρος ΔΚΒ» και να «διαδραματίζει μεσολαβητικό ρόλο και να παρέχει πληροφορίες».

12

Συναφώς, δυνάμει του άρθρου 10 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ, η ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ οφείλει να διαβιβάσει, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, το φερόμενο θύμα και τον φερόμενο δράστη της παρενοχλήσεως, εμπιστευτική έκθεση στο σώμα των κοσμητόρων. Η εμπιστευτική αυτή έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή των κατηγοριών, τις λεπτομέρειες της διαδικασίας, τα συμπεράσματα της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ και προτάσεις σχετικά με τη συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί, ενδεχομένως με αίτημα προς το σώμα των κοσμητόρων να αναθέσει στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ τη διεξαγωγή διεξοδικής έρευνας. Το άρθρο 11 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ προβλέπει ότι, «[ε]άν της ανατεθεί η διεξαγωγή τέτοιας έρευνας, η [ειδική συμβουλευτική] επιτροπή [για τους ΔΚΒ] διαβιβάζει τα πορίσματά της και ενδεχόμενες συστάσεις στους [κ]οσμήτορες», ενώ το άρθρο 12 του εν λόγω εσωτερικού κανονισμού προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οι κοσμήτορες «αναφέρουν εγγράφως στην [ειδική συμβουλευτική] επιτροπή [για τους ΔΚΒ] τα μέτρα που προτίθενται να λάβουν, καθώς και το αν, ενδεχομένως, συνιστούν στον [π]ρόεδρο [του Κοινοβουλίου] να επιβάλει στον οικείο βουλευτή κύρωση σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 153 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου […]».

Ιστορικό της διαφοράς

1. Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση CH

13

Την 1η Οκτωβρίου 2004, η προσφεύγουσα-ενάγουσα [στο εξής προσφεύγουσα] προσελήφθη από το Κοινοβούλιο ως ΔΚΒ για να επικουρεί τον B., μέλος του Κοινοβουλίου, βάσει συμβάσεως που θα έληγε στο τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου 2004/2009.

14

Κατόπιν της πρόωρης λήξεως της κοινοβουλευτικής θητείας του M. B., η προσφεύγουσα προσελήφθη από το Κοινοβούλιο ως ΔΚΒ, από την 1η Δεκεμβρίου 2007 έως τη λήξη της εν λόγω κοινοβουλευτικής περιόδου, για να επικουρεί την P., νέο μέλος του Κοινοβουλίου που διαδέχθηκε τον Β. για το υπόλοιπο της κοινοβουλευτικής θητείας.

15

Η προσφεύγουσα προσελήφθη από το Κοινοβούλιο, από 1ης Αυγούστου 2009, ως ΔΚΒ, για να επικουρεί την P. κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου 2009/2014. Κατετάγη στον βαθμό 14 της ομάδας καθηκόντων II. Ωστόσο, την 1η Σεπτεμβρίου 2010 συνήφθη νέα σύμβαση, με την οποία λύθηκε η προηγούμενη σύμβαση και βάσει της οποίας η προσφεύγουσα προσελήφθη για την άσκηση των ίδιων καθηκόντων, πλην όμως αυτή τη φορά κατετάγη στον βαθμό 11 της ομάδας καθηκόντων II (στο εξής: σύμβαση εργασίας ή σύμβαση ΔΚΒ).

16

Η προσφεύγουσα έλαβε, από τις 27 Σεπτεμβρίου 2011, αναρρωτική άδεια, η οποία παρατάθηκε έως τις 19 Απριλίου 2012.

17

Στις 28 Νοεμβρίου 2011 η προσφεύγουσα ενημέρωσε τη γενική συμβουλευτική επιτροπή σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στην εργασία της, οι οποίες οφείλονταν, κατά τους ισχυρισμούς της, στην έναντι αυτής συμπεριφορά της P.

18

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 6ης Δεκεμβρίου 2011, η προσφεύγουσα ρώτησε τα μέλη της γενικής συμβουλευτικής επιτροπής σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί προκειμένου να «υποβάλει καταγγελία». Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 12ης Δεκεμβρίου 2011, διαβίβασε στο σύνολο των μελών της ως άνω επιτροπής, καθώς και στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, προκειμένου να καταδείξει την παρενόχληση που θεωρούσε ότι υφίστατο λόγω της συμπεριφοράς του μέλους του Κοινοβουλίου το οποίο επικουρούσε, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είχε αποστείλει αυθημερόν στην P. και με το οποίο περιέγραφε στο εν λόγω μέλος του Κοινοβουλίου την κατάσταση της υγείας της. Τέλος, η προσφεύγουσα απευθύνθηκε, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 21ης Δεκεμβρίου 2011, στον πρόεδρο της γενικής συμβουλευτικής επιτροπής, ζητώντας του να τον συναντήσει.

19

Στις 22 Δεκεμβρίου 2011, η προσφεύγουσα υπέβαλε στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου αίτημα αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ (στο εξής: αίτημα αρωγής), υποστηρίζοντας ότι ήταν θύμα ηθικής παρενοχλήσεως εκ μέρους της P. και ζητώντας να ληφθούν μέτρα απομακρύνσεως, καθώς και να κινηθεί η διαδικασία διοικητικής έρευνας.

20

Στις 6 Ιανουαρίου 2012, η P. απηύθυνε γραπτώς στη μονάδα «Προσλήψεις και μεταθέσεις προσωπικού» της Διευθύνσεως «Ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων» της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού του Κοινοβουλίου, αίτημα για την καταγγελία της συμβάσεως της προσφεύγουσας ως ΔΚΒ (στο εξής: αίτημα καταγγελίας). Στις 18 Ιανουαρίου 2012, η P. επιβεβαίωσε το αίτημα καταγγελίας.

21

Με απόφαση της αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχής του Κοινοβουλίου (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) της 19ης Ιανουαρίου 2012, η σύμβαση της προσφεύγουσας ως ΔΚΒ λύθηκε κατόπιν καταγγελίας από τις 19 Μαρτίου 2012 λόγω προβαλλόμενου κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης (στο εξής: απόφαση περί απολύσεως). Η προσφεύγουσα απαλλάχθηκε από την υποχρέωση παροχής εργασίας εντός της προειδοποιητικής προθεσμίας, η οποία είχε διάρκεια δύο μηνών, δηλαδή από τις 19 Ιανουαρίου έως τις 19 Μαρτίου 2012. Προς στήριξη του λόγου που αντλείται από τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης, η ΑΣΣΠΑ υποστήριξε ότι η P. την είχε ενημερώσει ότι η προσφεύγουσα δεν είχε τις απαιτούμενες ικανότητες για να παρακολουθεί τις εργασίες ορισμένων κοινοβουλευτικών επιτροπών στις οποίες μετείχε και είχε, επίσης, παραπονεθεί για απαράδεκτη συμπεριφορά της προσφεύγουσας τόσο έναντι αυτής όσο και έναντι άλλων μελών του Κοινοβουλίου και ΔΚΒ των εν λόγω μελών.

22

Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2012, το αίτημα αρωγής απορρίφθηκε από τον γενικό διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Προσωπικού, ενεργούντα υπό την ιδιότητα της ΑΣΣΠΑ, με την αιτιολογία ότι, ανεξαρτήτως του αν είναι δυνατή η παροχή αρωγής δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ σε ΔΚΒ, το αίτημα αρωγής της προσφεύγουσας, που αφορούσε τη λήψη μέτρων απομακρύνσεως και τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας, κατέστη άνευ αντικειμένου, καθόσον, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως περί απολύσεως που εκδόθηκε εν τω μεταξύ, η προσφεύγουσα δεν ασκούσε πλέον επαγγελματική δραστηριότητα εντός του Κοινοβουλίου (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής).

23

Στις 30 Μαρτίου 2012 η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απολύσεως. Στις 22 Ιουνίου 2012 η προσφεύγουσα άσκησε επίσης διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής δυνάμει της αυτής διατάξεως του ΚΥΚ.

24

Με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2012, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου δέχθηκε εν μέρει τη διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί απολύσεως, αποφασίζοντας να μεταθέσει την ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως της προσφεύγουσας ως ΔΚΒ στις 20 Ιουνίου 2012 λόγω της αναρρωτικής της άδειας, βάσει ιατρικού πιστοποιητικού, έως τις 19 Απριλίου 2012. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε το βάσιμο της αποφάσεως περί απολύσεως, επικαλούμενος την έλλειψη δυνατότητας ελέγχου της υπάρξεως ή της απώλειας σχέσεως εμπιστοσύνης, την οποία έχει αναγνωρίσει η νομολογία, ιδίως με τη σκέψη 149 της αποφάσεως της 7ης Ιουλίου 2010, Tomas κατά Κοινοβουλίου (F‑116/07, F‑13/08 και F‑31/08, EU:F:2010:77) και η οποία εκτείνεται εν μέρει και στον έλεγχο των λόγων που προβλήθηκαν προς αιτιολόγηση της ανυπαρξίας ή της απώλειας της εν λόγω σχέσεως εμπιστοσύνης.

25

Εν πάση περιπτώσει, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης περί τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν προς δικαιολόγηση του κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης, ενώ μάλιστα το Κοινοβούλιο τελούσε εν γνώσει πολλών επαγγελματικών παραπτωμάτων της προσφεύγουσας, ιδίως σε σχέση με τη σκοπιμότητα διατυπώσεως νομοθετικών τροπολογιών δυναμένων να υποβληθούν σχετικά με ένα φάκελο, την έλλειψη ευγένειας που υποστηρίζεται ότι επέδειξε έναντι μέλους του Κοινοβουλίου άλλου κράτους μέλους από αυτό της P., ή ακόμη την αναιδή συμπεριφορά της προσφεύγουσας έναντι της νέας ΔΚΒ η οποία προσελήφθη για να επικουρεί την P. και την αγένεια που επέδειξε έναντι αυτής παρουσία ενός επικεφαλής επιχειρήσεως. Ένας καθηγητής που συνόδευε ομάδα φοιτητών οι οποίοι επισκέπτονταν τις εγκαταστάσεις του θεσμικού οργάνου διαμαρτυρήθηκε και αυτός για αγένεια εκ μέρους της προσφεύγουσας.

26

Τέλος, κατά τον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε διατυπώσει το αίτημα αρωγής δεν μπορούσε να εμποδίσει την έκδοση αποφάσεως περί απολύσεως, η οποία είχε καταστεί αναπόφευκτη λόγω της πρόδηλης επιδεινώσεως των σχέσεων μεταξύ της P. και της προσφεύγουσας.

27

Εξάλλου, με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2012, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου, ενεργών με την ιδιότητα της ΑΣΣΠΑ, απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, υπογραμμίζοντας ότι, ενώ «[είχε] γνωστοποιήσει [στην προσφεύγουσα], προς στήριξη της αποφάσεως περί απολύσεως από την ΑΣΣΠΑ, την απαράδεκτη συμπεριφορά [της] […] και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που μπορούσαν να εξακριβωθούν και έλαβαν χώρα παρουσία μαρτύρων, [η προσφεύγουσα] διατ[ύπωνε] επιχειρήματα τα οποία δεν στηρ[ίζονταν] σε κανένα στοιχείο». Διευκρινίσθηκε επίσης στην προσφεύγουσα ότι, γενικώς, τα μέτρα που ζητούσε ήσαν «σε κάθε περίπτωση ασύμβατα προς την ειδική φύση των σχέσεων εγγύτητας και εμπιστοσύνης που υφίστανται κατ’ ανάγκην μεταξύ ενός βουλευτή και του [ΔΚΒ] του», ότι, ειδικότερα, η λήψη μέτρου απομακρύνσεως θα στερείτο παντελώς νοήματος, καθόσον θα κατέληγε στο να εμποδίσει οποιαδήποτε πραγματική σχέση εργασίας μεταξύ του μέλους του Κοινοβουλίου και του ΔΚΒ του και ότι, σε πρακτικό επίπεδο, το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να τοποθετήσει εκ νέου την προσφεύγουσα στην υπηρεσία άλλου μέλους του θεσμικού οργάνου, διότι μόνο το μέλος του Κοινοβουλίου μπορεί να ζητήσει από την ΑΣΣΠΑ την πρόσληψη ΔΚΒ της επιλογής του. O γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου τόνισε επίσης, όσον αφορά το αίτημα κινήσεως διαδικασίας διοικητικής έρευνας, ότι η απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2011, Skareby κατά Επιτροπής (F‑95/09, EU:F:2011:9), την οποία επικαλέσθηκε συναφώς η προσφεύγουσα, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον τα μέλη του Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται στον ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένου, κατά συνέπεια, και του άρθρου 12α αυτού, και δεν είναι δυνατόν να τους επιβληθεί πειθαρχική ποινή ούτε να υποχρεωθούν από την ΑΣΣΠΑ να μετάσχουν σε διοικητική έρευνα, ενώ η συμμετοχή αυτή θα ήταν ουσιαστικής σημασίας.

28

Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ στις 31 Οκτωβρίου 2012 και έλαβε τον αριθμό πρωτοκόλλου F‑129/12, η προσφεύγουσα ζήτησε, κατ’ ουσίαν, να ακυρωθούν η απόφαση περί απολύσεως και η απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, καθώς και να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να της καταβάλει το ποσό των 120000 ευρώ ως αποζημίωση.

29

Στις 12 Δεκεμβρίου 2013, με την απόφαση CH, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως και η οποία, κατά συνέπεια, είναι αμετάκλητη, το Δικαστήριο ΔΔ ακύρωσε την απόφαση περί απολύσεως και την απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής. Επιπλέον, «λαμβάνοντας υπόψη τις εξαιρετικά επικριτέες συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις περί απολύσεως και περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής», το Δικαστήριο ΔΔ υποχρέωσε το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 50000 ευρώ, ως ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη (απόφαση CH, σκέψη 65).

2. Επί των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH που έλαβε το Κοινοβούλιο

30

Κατόπιν της αποφάσεως περί απολύσεως, που ακυρώθηκε με την απόφαση CH, η προσφεύγουσα έλαβε επιδόματα ανεργίας, από του χρόνου ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως περί απολύσεως μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 2013, ημερομηνία κατά την οποία προσελήφθη από Βέλγο ιδιώτη εργοδότη (στο εξής: ιδιώτης εργοδότης) ο οποίος, μεταγενέστερα, αναγκάσθηκε, για οικονομικούς λόγους, να την απολύσει. Η προσφεύγουσα έλαβε έτσι μισθό από τον ιδιώτη εργοδότη από τις 23 Ιανουαρίου 2013 έως τις 12 Μαρτίου 2014.

31

Mε έγγραφο της 15ης Ιανουαρίου 2014, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Κοινοβούλιο να λάβει τα ακόλουθα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει, σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, την εκτέλεση της αποφάσεως CH:

να της καταβάλει τις αποδοχές της από τις 20 Ιουνίου 2012, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της παράνομης αποφάσεως περί απολύσεως, μέχρι τις 12 Μαρτίου 2014. Διευκρίνισε συναφώς ότι, για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των αποδοχών που θα έπρεπε να λαμβάνει εάν δεν είχε απολυθεί και του μισθού που είχε λάβει από τον ιδιώτη εργοδότη μέχρι τις 12 Μαρτίου 2014, έπρεπε να της καταβληθεί το ποσό των 7402,41 ευρώ·

να την επανεντάξει σε μόνιμη θέση εργασίας εντός του Κοινοβουλίου·

να κινήσει διοικητική έρευνα προκειμένου να αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που καταγγέλθηκαν με την αίτηση αρωγής. Συναφώς, υποστήριξε ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι οι δηλώσεις της P. στον ελληνικό και γερμανικό τύπο αποδείκνυαν την ηθική παρενόχληση που εξακολουθούσε να υφίσταται από την P.·

να μεριμνήσει ώστε να παύσουν πλέον να περιλαμβάνονται στον ατομικό της φάκελο τα αρνητικά στοιχεία που απορρέουν από το αίτημα καταγγελίας της συμβάσεώς της·

να μεταφέρει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει προηγουμένως η προσφεύγουσα στο πλαίσιο εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

32

Στις 12 Φεβρουαρίου 2014, πραγματοποιήθηκε συνάντηση των δικηγόρων της προσφεύγουσας και των εκπροσώπων της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου, προκειμένου να εξετασθεί η έκταση των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH τα οποία όφειλε να λάβει το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 266 ΣΛΕΕ.

33

Με έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014, το Κοινοβούλιο απήντησε επισήμως στα διάφορα αιτήματα περί λήψεως μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH που υπέβαλε η προσφεύγουσα με το προαναφερθέν έγγραφο της 15ης Ιανουαρίου 2014 (στο εξής: απόφαση της 3 Μαρτίου 2014).

34

Όσον αφορά το αίτημα της προσφεύγουσας να επανενταχθεί σε μόνιμη θέση εργασίας στο Κοινοβούλιο, το θεσμικό αυτό όργανο ανέφερε ότι το μέτρο αυτό υπερέβαινε προδήλως το αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση της αποφάσεως CH, ιδίως επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού (ΕΚ) 160/2009 του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2009, για την τροποποίηση του [ΚΛΠ] (ΕΕ L 55, σ. 1), «καμιά διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει στους [ΔΚΒ] προνομιακή ή άμεση πρόσβαση σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων ή άλλων κατηγοριών προσωπικού [της Ευρωπαϊκής Ένωσης]».

35

Yπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως που συνδέει τους βουλευτές και τους ΔΚΒ τους, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι δεν ήταν δυνατή η ουσιαστική επανένταξη στα καθήκοντά της. Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι «η μόνη δυνατότητα συν[ίστατο] στην επανένταξη [της προσφεύγουσας] στα καθήκοντα που ασκούσε πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί απολύσεως [η οποία κρίθηκε παράνομη], αλλά με απαλλαγή της από την υποχρέωση παροχής της αντίστοιχης εργασίας, τούτο δε μέχρι τη λήξη της [συμβάσεως εργασίας] της […] την 1η Ιουλίου 2014[· η] απαλλαγή αυτή [ήταν] σύμφωνη και προς το καθήκον μέριμνας». Συναφώς, το Κοινοβούλιο ανελάμβανε τη δέσμευση να καταβάλει στην προσφεύγουσα τις αποδοχές που της οφείλονταν από τις 21 Ιουνίου 2012, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως περί απολύσεως, μέχρι τη λήξη της συμβάσεως εργασίας της, δηλαδή την 1η Ιουλίου 2014, αφαιρουμένων των αμοιβών και των επιδομάτων ανεργίας που θα είχε λάβει από άλλες πηγές κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

36

Επιπλέον, το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε ότι η αίτηση καταγγελίας, που είχε υποβληθεί σε δεδομένο χρονικό σημείο, δεν περιλαμβανόταν στον ατομικό φάκελο της προσφεύγουσας και ότι η απόφαση περί απολύσεως, που κρίθηκε παράνομη από το Δικαστήριο ΔΔ, θα αποσυρόταν από τον φάκελο. Όσον αφορά το αίτημα μεταφοράς στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχαν αποκτηθεί προηγουμένως στο πλαίσιο εθνικού συστήματος, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι η προσφεύγουσα, η οποία είχε συμπληρώσει μόλις πέντε έτη εργασίας ως ΔΚΒ, δεν πληρούσε την προϋπόθεση συμπληρώσεως τουλάχιστον δέκα ετών υπηρεσίας εντός της Ένωσης για να μπορεί να θεμελιώσει αξίωση συντάξεως λόγω αρχαιότητας καταβαλλόμενης από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

37

Όσον αφορά, τέλος, το αίτημα κινήσεως διοικητικής έρευνας, που ήδη διατυπώθηκε στο πλαίσιο του αιτήματος αρωγής, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι, «[ω]ς προς το σημείο αυτό, […] εάν [η προσφεύγουσα] αποφάσιζε να ασκήσει ένδικο βοήθημα του εθνικού δικαίου κατά της [P.], το Κοινοβούλιο θα επανεξέταζε την κατάσταση υπό το πρίσμα της νομολογίας, όπως αυτή συνάγεται [από τη σκέψη 57] της αποφάσεως [CH]».

38

Με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 2014, η προσφεύγουσα, ενώ ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ασκήσει, στη συνέχεια, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 3ης Μαρτίου 2014, διατύπωσε παρατηρήσεις προκειμένου να διορθώσει σε τρία ειδικά σημεία την από 15 Ιανουαρίου αίτησή της περί λήψεως μέτρων εκτελέσεως, πράγμα το οποίο, κατά τη γνώμη της, δεν έπρεπε να δημιουργεί πρόβλημα για το Κοινοβούλιο.

39

Τα δύο πρώτα σημεία αφορούσαν επανεκτίμηση προς τα άνω του ποσού των 7402,41 ευρώ, που ζήτησε αρχικώς η προσφεύγουσα για την κάλυψη των οφειλόμενων αποδοχών της χρονικής περιόδου μεταξύ της 20ής Ιουνίου 2012, ημερομηνίας της παράνομης απολύσεώς της, και της 12ης Μαρτίου 2014, ημερομηνίας κατά την οποία έπαυσε να λαμβάνει αμοιβή από τον ιδιώτη εργοδότη της (στο εξής: περίοδος των διπλών αποδοχών). Επ’ αυτού, πρώτον, υποστήριξε ότι, κατά τον υπολογισμό των ποσών που εισέπραξε από τον ιδιώτη εργοδότη της, είχε εσφαλμένως ενταχθεί στα ποσά αυτά πριμοδότηση για δέκατο τρίτο μήνα, ύψους 5686 ευρώ. Πράγματι, η πριμοδότηση αυτή δεν συνιστούσε τμήμα των αποδοχών της. Αντιθέτως, αντιστοιχούσε σε προκαταβαλλόμενη αντιστάθμιση αδείας ενός μηνός την οποία θα ήταν υποχρεωμένη να λάβει στο πλαίσιο της επόμενης εργασιακής σχέσεώς της με νέο Βέλγο ιδιώτη εργοδότη, για την οποία όμως δεν θα καταβάλλονταν αποδοχές από τον εν λόγω νέο εργοδότη. Δεύτερον, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι, «κατά την [ακούσια] αποχώρησή της από το Κοινοβούλιο τον Φεβρουάριο του 2012», είχε λάβει προειδοποίηση δύο μηνών. Επειδή, όμως, η απόφαση περί απολύσεως είχε ακυρωθεί, η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι έπρεπε στο εξής να ενταχθεί εκ νέου σε σχέση εργασίας μεγαλύτερης διάρκειας, η οποία θα της έδινε δικαίωμα σε τρίμηνη προειδοποίηση. Κατά συνέπεια, το ποσό των 5686 ευρώ που ζήτησε σε σχέση με το χρονικό διάστημα των διπλών αποδοχών θα έπρεπε επίσης, κατά την προσφεύγουσα, να αυξηθεί κατά το ποσό των 3977,43 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του πρόσθετου μήνα προειδοποιήσεως που της όφειλε το Κοινοβούλιο.

40

Tρίτον, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι, εφόσον συνδεόταν με συμβατική σχέση με το Κοινοβούλιο ως ΔΚΒ μέχρι τη λήξη της συμβάσεώς της κατά τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου, δηλαδή μέχρι την 1η Ιουλίου 2014, το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε την υποχρέωση να της επιστρέψει την υπηρεσιακή ταυτότητα της ΔΚΒ και το σήμα προσβάσεως στους χώρους σταθμεύσεως του Κοινοβουλίου.

41

Με έγγραφο της 2ας Απριλίου 2014 (στο εξής: απόφαση της 2ας Απριλίου 2014), το Κοινοβούλιο, απαντώντας στα συμπληρωματικά αιτήματα λήψεως μέτρων εκτελέσεως, που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 26 Μαρτίου 2014, παρατήρησε, κατ’ αρχάς, ότι, εφόσον η νομολογία ορίζει λίαν ευρέως τα ποσά που πρέπει να αφαιρούνται από τις αποδοχές που οφείλονται εκ των υστέρων σε πρόσωπο που αποδεικνύεται ότι απολύθηκε παρανόμως, ήταν υποχρεωμένο να αφαιρέσει την πριμοδότηση του δέκατου τρίτου μήνα που εμπίπτει στην έννοια του «επιδόματος [υποκαταστάσεως]» σύμφωνα με τη σκέψη 71 της αποφάσεως της 13ης Απριλίου 2011, Scheefer κατά Κοινοβουλίου (F‑105/09, EU:F:2011:41). Όσον αφορά το δεύτερο σημείο που επισήμανε η προσφεύγουσα με το από 26 Μαρτίου 2014 έγγραφό της, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει νέα απόφαση περί απολύσεως, το ζήτημα του δικαιώματος προειδοποιήσεως δεν ετίθετο πλέον. Πράγματι, η σύμβαση εργασίας ίσχυε στο εξής μέχρι τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου, την 1η Ιουλίου 2014, και, κατά συνέπεια, δεν ετίθετο πλέον θέμα απολύσεως. Τέλος, όσον αφορά το τρίτο σημείο που εθίγη με το από 26 Μαρτίου 2014 έγγραφο, το Κοινοβούλιο διευκρίνισε ότι η «πρόσβαση στις εγκαταστάσεις και στους χώρους σταθμεύσεως του Κοινοβουλίου [ήταν] παρακολουθηματική σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων από τα οποία [η προσφεύγουσα] [είχε] απαλλαγεί μέχρι τη λήξη της συμβάσεως [εργασίας] της». Ωστόσο, το Κοινοβούλιο αποφάσισε, παρά ταύτα, να διαβιβάσει το αίτημα στη μονάδα «Διαπίστευση» της Γενικής Διευθύνσεως Ασφαλείας της Γενικής Γραμματείας του Κοινοβουλίου.

42

Στις 16 Απριλίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά των αποφάσεων της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014. Πρώτον, όσον αφορά ειδικώς την πριμοδότηση του δέκατου τρίτου μηνός που είχε εσφαλμένως εντάξει στον υπολογισμό των ποσών που έλαβε από τον ιδιώτη εργοδότη της, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι επρόκειτο για «διπλό επίδομα αδείας, το οποίο [καταβαλλόταν] εκ των προτέρων για μελλοντικές άδειες μετ’ αποδοχών». Δεύτερον, όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι έπρεπε να μπορεί «να απολαύει του συνόλου των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με τη σύμβαση [εργασίας της]» μέχρι τη λήξη της. Για τον λόγο αυτόν, το Κοινοβούλιο όφειλε όχι μόνο να της επιστρέψει την υπηρεσιακή ταυτότητά της ως ΔΚΒ και το σήμα προσβάσεως στους χώρους σταθμεύσεως του Κοινοβουλίου, αλλά και να αποκαταστήσει το δικαίωμά της να χρησιμοποιεί το επαγγελματικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της και να συμβουλεύεται τον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου. Υποστήριξε, συναφώς, ότι η έλλειψη πραγματικής επανεντάξεώς της στα καθήκοντα της ως ΔΚΒ της στέρησε σημαντικές επαφές για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας της και της προκάλεσε ζημία εκτιμώμενη σε 15000 ευρώ. Τρίτον, όσον αφορά τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν από την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, η απόφαση CH δεν μπορεί να ερμηνευθεί, κατά την προσφεύγουσα, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο ΔΔ θέλησε να εξαρτήσει την παροχή αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ από την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά του φερομένου ως δράστη παρενοχλήσεως. Κατά την προσφεύγουσα, το Κοινοβούλιο εκτέλεσε εν μέρει μόνο την απόφαση CH, πράγμα που της προκάλεσε ηθική βλάβη την οποία, στο παρόν στάδιο, εκτιμούσε ex æquo et bono στο ύψος των 60000 ευρώ.

43

Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2014, η νομική υπηρεσία του Κοινοβουλίου ενημέρωσε, στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, την προσφεύγουσα για την ύπαρξη του εσωτερικού κανονισμού για ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ και για τη σύσταση της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ. Διευκρινίστηκε, συνεπώς, στην προσφεύγουσα ότι, στο εξής, η εν λόγω επιτροπή ήταν «το αρμόδιο όργανο για την εξέταση ενδεχόμενης καταγγελίας εκ μέρους της [προσφεύγουσας] για παρενόχληση» και της «συν[εστήθη] […] να απευθύνεται στην [ειδική συμβουλευτική] [ε]πιτροπή [για τους ΔΚΒ] μέσω της γραμματείας της».

44

Με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2014, η προσφεύγουσα απήντησε ότι, κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, το αίτημα αυτό, που οφείλεται στη συμπεριφορά της P., εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα διερωτάται ως προς «τους λόγους για τους οποίους το Κοινοβούλιο […] δεν [είχε] κρίνει σκόπιμο, ακριβώς στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως [CH], να αποταθεί το ίδιο και απευθείας στην [ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ], εφόσον η επιτροπή αυτή έχει εγκύρως συσταθεί, πράγμα για το οποίο εξακολουθ[ούσε] να μην έχει λάβει επιβεβαίωση».

45

Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 2014, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου, ενεργώντας ως ΑΣΣΠΑ, απέρριψε τη διοικητική ένσταση της 16ης Απριλίου 2014 (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως). Αφού υπενθύμισε ότι η προσφεύγουσα είχε ήδη λάβει το συνολικό ποσό των 9433,20 ευρώ, το οποίο κάλυπτε τη διαφορά μεταξύ, αφενός, των ποσών που είχε λάβει ως επιδόματα ανεργίας και ως μισθωτή από τον ιδιώτη εργοδότη μεταξύ της 20ής Ιουνίου 2012 και της 12ης Μαρτίου 2014 και, αφετέρου, των αποδοχών που είχε λάβει για το ίδιο διάστημα ως ΔΚΒ, το Κοινοβούλιο ενέμεινε, κατ’ αρχάς, στην άποψη ότι, προκειμένου για το χρονικό διάστημα των διπλών αποδοχών, το ποσόν των 5686 ευρώ που διεκδικούσε ακόμη η προσφεύγουσα ορθώς είχε αφαιρεθεί, επειδή αυτό «αντιστοιχ[ούσε] στην οικονομική αντιστάθμιση των αδειών μετ’ αποδοχών που δεν έλαβε η [προσφεύγουσα] πριν τη λήξη της συμβάσεώς της εργασίας [με τον ιδιώτη εργοδότη]».

46

Όσον αφορά, περαιτέρω, το ζήτημα της επιστροφής της υπηρεσιακής ταυτότητας ΔΚΒ και του σήματος προσβάσεως τους χώρους σταθμεύσεως, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να τα παραλάβει από τη μονάδα «Διαπίστευση» ήδη από τις 23 Απριλίου 2014. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο υπενθύμισε στην προσφεύγουσα ότι είχε δώσει ευνοϊκή συνέχεια στο αίτημά της αναφορικά με την ηλεκτρονική διεύθυνση και την πρόσβαση στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου, το οποίο είχε διατυπώσει με τη διοικητική της ένσταση, δηλαδή στις 16 Απριλίου 2014, χορηγώντας της ηλεκτρονική διεύθυνση και πρόσβαση στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου. Εκτιμώντας ότι είχε έτσι ανταποκριθεί σε όλα τα αιτήματα που διατύπωσε η προσφεύγουσα, χωρίς ουδόλως να την εμποδίζει να έλθει σε επαφή με μέλη του θεσμικού οργάνου, το Κοινοβούλιο απέρριψε τα αιτήματα αποζημιώσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα.

47

Όσον αφορά, τέλος, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, το Κοινοβούλιο επανέλαβε την θέση του, όπως αυτή διατυπώθηκε με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, σύμφωνα με την οποία, εάν η προσφεύγουσα αποφάσιζε να ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της P., το Κοινοβούλιο θα ήταν πρόθυμο να επανεξετάσει την κατάσταση υπό το πρίσμα της σκέψεως 57 της αποφάσεως CH. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν εξέτασε το ζήτημα της κινήσεως διοικητικής έρευνας. Αντιθέτως, ζήτησε την άδεια της προσφεύγουσας για να υποβάλει την υπόθεσή της στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ.

48

Στις 25 Νοεμβρίου 2014, επιδόθηκε στο Κοινοβούλιο από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου ΔΔ η υπό κρίση προσφυγή‑αγωγή. Η ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ πραγματοποίησε την ιδρυτική της συνεδρίαση την επομένη, δηλαδή στις 26 Νοεμβρίου 2014. Από το σημείο 2 των πρακτικών της συνεδριάσεως αυτής προκύπτει ότι, «εφόσον είναι αναγκαίο, θα μπορούσε να κληθεί [ο] νομικός σύμβουλος [του Κοινοβουλίου] να παραστεί στη συνεδρίαση της επιτροπής […] για να παράσχει συμβουλές στην επιτροπή επί νομικής φύσεως ζητημάτων». Από το σημείο 4 των ιδίων πρακτικών προκύπτει ότι «[ο] νομικός σύμβουλος ενημ[έρωσε] τα μέλη της [ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ] για τη θέση του Κοινοβουλίου σε […] δύο υποθέσεις προβαλλόμενης παρενοχλήσεως [μεταξύ των οποίων η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση CH]».

49

Mε έγγραφο της 17ης Δεκεμβρίου 2014, ο πρόεδρος της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ κάλεσε την προσφεύγουσα σε συνάντηση με τα μέλη της εν λόγω επιτροπής, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 28 Ιανουαρίου 2015.

50

Στις 15 Ιανουαρίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ. Η ακρόαση της προσφεύγουσας και της P. ενώπιον της επιτροπής αυτής πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2015.

Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία

51

Η προσφεύγουσα ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο ΔΔ:

να ακυρώσει την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, καθόσον με αυτή το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να κινήσει διοικητική έρευνα προκειμένου να αποδειχθεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που κατηγγέλθησαν με την αίτηση αρωγής·

να ακυρώσει την απόφαση της 2ας Απριλίου 2014, καθόσον με αυτή το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να της καταβάλει συμπληρωτικό ποσό 5686 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων βάσει του επιτοκίου που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως προσαυξημένου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες·

να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως·

να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να αποκαταστήσει την υλική ζημία της, εκτιμώμενη στο ποσό των 144000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων βάσει του επιτοκίου που ορίζει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως προσαυξημένου κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες·

να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα, επιδικάζοντάς της ποσό εκτιμώμενο κατά δίκαιη κρίση σε 60000 ευρώ·

να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

52

Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο ΔΔ:

να απορρίψει την προσφυγή‑αγωγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

53

Κατόπιν της δεύτερης ανταλλαγής υπομνημάτων την οποία επέτρεψε το Δικαστήριο ΔΔ, οι διάδικοι συμφώνησαν στην εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 59, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ΔΔ αποφάσισε, δυνάμει της διατάξεως αυτής, να αποφανθεί χωρίς επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ενημέρωσε συναφώς τους διαδίκους με το από 7 Ιουλίου 2015 έγγραφο της Γραμματείας.

Σκεπτικό

1. Επί του αντικειμένου της προσφυγής

54

Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της δίκης, ο δικαστής της Ένωσης δύναται να αποφασίσει ότι παρέλκει η κρίση ειδικά επί του αιτήματος που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, όταν διαπιστώνει ότι το αίτημα αυτό στερείται αυτοτέλειας και, στην πραγματικότητα, συγχέεται με το αίτημα που στρέφεται κατά της αποφάσεως κατά της οποίας υποβλήθηκε η διοικητική ένσταση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως όταν διαπιστώνει ότι η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως είναι αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως που αποτέλεσε το αντικείμενο της διοικητικής ενστάσεως και ότι, επομένως, η ακύρωσή της δεν θα παρήγε στη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου χωριστά αποτελέσματα από εκείνα που απορρέουν από την ακύρωση της δεύτερης (αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, Adjemian κ.λπ. κατά Επιτροπής,T‑325/09 P, EU:T:2011:506, σκέψη 33, και της 19ης Νοεμβρίου 2014, ΕΗ κατά Επιτροπής,F‑42/14, EU:F:2014:250, σκέψη 85).

55

Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα, με την από 16 Απριλίου 2014 διοικητική ένσταση που υπέβαλε, διατύπωσε για πρώτη φορά αίτημα προσβάσεως στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου και σε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στο οποίο η ΑΣΣΠΑ απάντησε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως. Αντιθέτως, ως προς όλα τα άλλα σημεία, η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως είναι επιβεβαιωτική των αποφάσεων της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014, οπότε παρέλκει, κατά το μέτρο αυτό, η ειδική απόφανση επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, έστω και αν η αιτιολογία που περιλαμβάνεται στην απόφαση αυτή διευκρινίζει ορισμένες αιτιολογικές σκέψεις των αρχικών αποφάσεων της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014 και πρέπει, κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του εξελικτικού χαρακτήρα της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, να ληφθεί και αυτή υπόψη για τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014, δεδομένου ότι η αιτιολογία αυτή θεωρείται ότι συμπίπτει με τις εν λόγω αρχικές πράξεις (βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2014, ΕΗ κατά Επιτροπής,F‑42/14, EU:F:2014:250, σκέψη 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

2. Επί των αιτημάτων ακυρώσεως

56

Με τα ακυρωτικά της αιτήματα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τον πρόσφορο χαρακτήρα των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH που έλαβε το Κοινοβούλιο με τις αποφάσεις της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014 όσον αφορά δύο ομάδες μέτρων που πρέπει να εξετασθούν διαδοχικά, δηλαδή, πρώτον, αυτά που συνδέονται με την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως και, δεύτερον, αυτά που συνδέονται με την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής.

Επί των μέτρων εκτελέσεως που έλαβε το Κοινοβούλιο σε σχέση με την ακύρωση, με την απόφαση CH του Δικαστηρίου ΔΔ, της αποφάσεως περί απολύσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

57

Πρώτον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι εσφαλμένως έλαβε υπόψη, με τις αποφάσεις του της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014, το ποσό των 5686 ευρώ όσον αφορά τα ποσά που πρέπει, σε εκτέλεση της αποφάσεως CH, να αφαιρεθούν από τις αποδοχές που οφείλει το Κοινοβούλιο για την περίοδο των διπλών αποδοχών. Πράγματι, δεν πρόκειται για πριμοδότηση δέκατου τρίτου μηνός, αλλά για διπλό επίδομα αδείας που προκατέβαλε ο ιδιώτης εργοδότης για μελλοντικές άδειες της προσφεύγουσας, για τις οποίες, όταν θα ληφθούν πράγματι, δεν θα καταβληθούν αποδοχές από τον νέο εργοδότη. Η προσφεύγουσα προσκομίζει συναφώς «βεβαίωση αδειών», που χορήγησε στις 16 Δεκεμβρίου 2013 ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός Partena, από την οποία προκύπτει ότι «το ποσόν του επιδόματος αδείας θα αφαιρεθεί από τις αποδοχές [της προσφεύγουσας] όταν [αυτή] [θα] λάβει τις άδειές [της] από τον νέο [της] εργοδότη».

58

Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι δεν της επέστρεψε, το ταχύτερο δυνατόν μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως CH, την υπηρεσιακή της ταυτότητα ως ΔΚΒ, το σήμα προσβάσεως στους χώρους σταθμεύσεως και δεν αποκατέστησε τις προσβάσεις της στο επαγγελματικό της ταχυδρομείο και στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου (στο εξής, από κοινού: μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της). Διευκρινίζει ότι τα εν λόγω μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της ήσαν τα μόνα ικανά να της επιτρέψουν να αποκτήσει εκ νέου, κατά αποτελεσματικό τρόπο, επαφή με τα μέλη του Κοινοβουλίου και να λάβει γνώση των κενών θέσεων ΔΚΒ προς πλήρωση. Οι αποφάσεις των οποίων ζητεί την ακύρωση είναι παράνομες, στο μέτρο που τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της, τα οποία συνδέονται στενά με αυτή καθεαυτή την ιδιότητά της ως ΔΚΒ, της επεστράφησαν πολύ αργά. Συνεπεία της καθυστερημένης αυτής αποκαταστάσεως, έχασε σημαντική ευκαιρία να της προσφερθεί νέα σύμβαση ΔΚΒ.

59

Το Κοινοβούλιο αντιτάσσει ότι το επίδικο ποσό των 5686 ευρώ συνιστά «επίδομα [υποκαταστάσεως]», υπό την έννοια της αποφάσεως της 13ης Απριλίου 2011, Scheefer κατά Κοινοβουλίου (F‑105/09, EU:F:2011:41, σκέψη 71), το οποίο έπρεπε να αφαιρέσει από τις αποδοχές που όφειλε για τις υπηρεσίες ΔΚΒ που παρέσχε η προσφεύγουσα κατά τη διάρκεια της περιόδου διπλών αποδοχών. Όσον αφορά την αιτίαση περί καθυστερημένης αποκαταστάσεως των μέσων για την εκτέλεση της εργασίας της, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, εφόσον η προσφεύγουσα απηλλάγη της υποχρεώσεως να εργαστεί μέχρι τη λήξη της συμβάσεώς της εργασίας, δεν χρειαζόταν να έχει στη διάθεσή της μέσα για την εκτέλεση της εργασίας. Τούτου δοθέντος, το Κοινοβούλιο επισημαίνει ότι, ως εκδήλωση μέριμνας και επιδεικνύοντας διάθεση συμφιλιώσεως έναντι της προσφεύγουσας, είχε απαντήσει θετικά στα αιτήματα που διατύπωσε η προσφεύγουσα όσον αφορά την πρόσβαση στα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

– Επί της δυνατότητας αφαιρέσεως, από το ποσό των αποδοχών που οφείλονται για την περίοδο των διπλών αποδοχών, του ποσού που έλαβε η προσφεύγουσα ως επίδομα αδείας

60

Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η δικαστική ακύρωση πράξεως έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική εξάλειψη της οικείας πράξεως από την έννομη τάξη και ότι, όταν η ακυρωθείσα πράξη έχει ήδη εκτελεσθεί, η εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της επιβάλλει την αποκατάσταση της έννομης καταστάσεως στην οποία βρισκόταν ο προσφεύγων πριν από την έκδοση της εν λόγω πράξεως (απόφαση της 26ης Μαΐου 2011, Kalmár κατά Ευρωπόλ,F‑83/09, EU:F:2011:66, σκέψη 88).

61

Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο ήταν υποχρεωμένο να λάβει τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως CH αναγόμενο στην ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί απολύσεως που ακυρώθηκε με την ως άνω απόφαση. Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν βάλλει οπωσδήποτε, επί της αρχής, κατά της αποφάσεως του Κοινοβουλίου της 3ης Μαρτίου 2014 να συνάψει νέα σύμβαση προσλήψεώς της ως ΔΚΒ μέχρι τη λήξη της τρέχουσας κατά την ημερομηνία της αποφάσεως αυτής κοινοβουλευτικής περιόδου, δηλαδή μέχρι την 1η Ιουλίου 2014, απαλλάσσοντάς την όμως από την πραγματική άσκηση των καθηκόντων ΔΚΒ. Το Δικαστήριο ΔΔ κρίνει, εν πάση περιπτώσει, ότι το εν λόγω μέτρο εκτελέσεως της αποφάσεως CH δεν είναι απρόσφορο σε σχέση, αφενός, με το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ασκούνται οι δραστηριότητες ενός ΔΚΒ, εν προκειμένω, στο πλαίσιο άμεσης σχέσεως με το οικείο μέλος του Κοινοβουλίου το οποίο και μόνον έχει την εξουσία να επιλέγει τους συνεργάτες του, καθώς και, αφετέρου, με το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε αναλάβει εκ νέου επαγγελματικές δραστηριότητες στην υπηρεσία ιδιώτη εργοδότη, οπότε η χρονική περίοδος κατά την οποία απασχολήθηκε ως μισθωτή του εν λόγω ιδιώτη εργοδότη και η περίοδος κατά την οποία ελάμβανε επίδομα ανεργίας εμφανίζεται έτσι ως περίοδος διπλών αποδοχών. Αντιθέτως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ορθότητα του τρόπου με τον οποίο το Κοινοβούλιο υπολόγισε το ύψος των αποδοχών που της όφειλε για την εν λόγω χρονική περίοδο.

62

Συναφώς, το Κοινοβούλιο βασίμως θεώρησε ότι η αποκατάσταση της νομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν η προσφεύγουσα πριν από την έκδοση της ακυρωθείσας με την απόφαση CH αποφάσεως περί απολύσεως είχε ως συνέπεια την υποχρέωσή του να της καταβάλει, για την περίοδο μεταξύ της 20ής Ιουνίου 2012, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως περί απολύσεως, και της 1ης Ιουλίου 2014, ημερομηνίας λήξεως της συμβάσεώς της εργασίας, τη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ποσού των αποδοχών που θα μπορούσε να αξιώσει η προσφεύγουσα εάν παρέμενε στην υπηρεσία του Κοινοβουλίου και είχε πράγματι ασκήσει τις δραστηριότητες ΔΚΒ και, αφετέρου, της αμοιβής ή των επιδομάτων ανεργίας που είχε πράγματι εισπράξει από άλλες πηγές (απόφαση της 26ης Μαΐου 2011, Kalmár κατά Ευρωπόλ,F‑83/09, EU:F:2011:66, σκέψη 90), υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος του οργανισμού που κατέβαλε τα εν λόγω επιδόματα ανεργίας να ανακτήσει από το Κοινοβούλιο το ποσό των εν λόγω επιδομάτων.

63

Όσον αφορά τις αμοιβές ή τα επιδόματα ανεργίας που μπορούν να αφαιρεθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου διπλών αποδοχών, από τη νομολογία συνάγεται ότι αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν «τις αποδοχές, αμοιβές, επίδομα ανεργίας ή τυχόν άλλα επιδόματα» ή «αμοιβή της ίδιας φύσεως» που έλαβε η προσφεύγουσα κατά την περίοδο των διπλών αποδοχών «αντί των αποδοχών» που θα ελάμβανε κανονικά εάν, ελλείψει της ακυρωθείσας αποφάσεως περί απολύσεως, είχε παραμείνει στην υπηρεσία του Κοινοβουλίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Απριλίου 2011, Scheefer κατά Κοινοβουλίου,F‑105/09, EU:F:2011:41, σκέψη 71).

64

Επί του σημείου αυτού, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι, δυνάμει του βελγικού δικαίου και όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, το επίδομα αδείας περιλαμβάνει τις αποδοχές που οφείλονται κανονικά για τη διάρκεια της αδείας καθώς και συμπληρωματικό ποσό ίσο, ανά πραγματικό ή πλασματικό μήνα εργασίας του προηγουμένου έτους, προς το ένα δωδέκατο του 92 % των ακαθαρίστων αποδοχών του μήνα ενάρξεως της αδείας. Εξάλλου, σε περίπτωση απολύσεως με το καθεστώς του μισθωτού του ιδιωτικού δικαίου, ο εργοδότης που προβαίνει σε απόλυση υποχρεούται, όπως συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, να προκαταβάλει το επίδομα αδείας κατά τη λήξη της συμβάσεως εργασίας.

65

Συναφώς, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, το επίδομα αδείας που η προσφεύγουσα εισέπραξε από τον ιδιώτη εργοδότη δεν πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή που σκοπεί να υποκαταστήσει αποδοχές που θα είχε πράγματι εισπράξει, κατά την περίοδο των διπλών αποδοχών, αντί των αποδοχών που έπρεπε να λάβει από το Κοινοβούλιο για την παροχή των υπηρεσιών ΔΚΒ. Συγκεκριμένα, το επίδομα αυτό θεωρείται ότι καλύπτει τις ημέρες ετήσιας άδειας τις οποίες η προσφεύγουσα θα υποχρεωθεί να λάβει μεταγενέστερα στο πλαίσιο νέας συμβάσεως εργασίας βελγικού δικαίου, αλλά για τις οποίες, όταν τις λάβει, δεν θα εισπράξει αποδοχές από τον νέο ιδιώτη εργοδότη. Αντιθέτως, από τη βεβαίωση που χορήγησε ο βελγικός ασφαλιστικός οργανισμός Partena συνάγεται ότι, κατά την υποχρεωτική χρήση των ημερών αδείας που καλύπτει το επίδομα αυτό, το ποσό που χορηγείται ως επίδομα αδείας θα πρέπει να αφαιρεθεί από τον μισθό από τον νέο εργοδότη. Όμως, η συνεκτίμηση του ποσού του εν λόγω επιδόματος ως αμοιβής ή επιδόματος υποκαταστάσεως που εισπράττεται κατά την περίοδο διπλών αποδοχών θα ισοδυναμούσε με συνεκτίμηση εισοδήματος το οποίο, βεβαίως, ήδη προκαταβλήθηκε, αλλά, στην πραγματικότητα, θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να αφαιρεθεί στη συνέχεια από τον εισπραττόμενο μισθό και το οποίο καταλήγει, έτσι, να καταβάλλεται ως αμοιβή για άδεια που θα ληφθεί εκτός της περιόδου διπλών αποδοχών και την οποία το επίδομα αυτό υποτίθεται ότι καλύπτει ως αμοιβή.

66

Eπομένως, όπως ορθώς υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε, κατά τον ορισμό των μέτρων που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως CH σε σχέση με την ακύρωση, με την εν λόγω δικαστική απόφαση, της αποφάσεως περί απολύσεως και κατόπιν της από 26 Μαρτίου 2014 αιτήσεως της προσφεύγουσας, εν προκειμένω με την απόφαση της 2ας Απριλίου 2014, να αφαιρέσει από το ποσόν των αποδοχών που θα έπρεπε να λάβει η προσφεύγουσα από το Κοινοβούλιο για τις υπηρεσίες της ως ΔΚΒ κατά τη διάρκεια της περιόδου διπλών αποδοχών το ποσόν των 5686 ευρώ που αντιστοιχούσε στο επίδομα αδείας που κατέβαλε ο ιδιώτης εργοδότης.

– Επί της επιστροφής των μέσων για την εκτέλεση της εργασίας

67

Όσον αφορά τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας ως προς τα οποία η προσφεύγουσα προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι τα έθεσε στη διάθεσή της με καθυστέρηση κατά παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο ΔΔ υπενθυμίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του προσωπικού χαρακτήρα της εργασιακής σχέσεως που συνδέει τα μέλη του Κοινοβουλίου με τους ΔΚΒ τους, το Κοινοβούλιο ορθώς εκτίμησε, με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, ότι δεν ήταν πρόσφορο να επανεντάξει πράγματι την προσφεύγουσα στα καθήκοντά της, απόφαση την οποία η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε επί της αρχής. Ομοίως, το Κοινοβούλιο ορθώς αποφάσισε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει την προσφεύγουσα σε άλλη θέση ΔΚΒ, λόγω του ότι τα ίδια τα μέλη του Κοινοβουλίου επιλέγουν, σύμφωνα με τα άρθρα 5α και 128, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, τους ΔΚΒ τους και ζητούν, στη συνέχεια, από τη Διοίκηση του Κοινοβουλίου να προβεί στην πρόσληψη των ΔΚΒ που επέλεξαν, εξυπακουομένου ότι η πρόσληψή τους προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσεως εμπιστοσύνης.

68

Επιπλέον, σε μια περίπτωση κατά την οποία, στο παρόν στάδιο, δεν έχει τεκμηριωθεί ούτε αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα όντως υπήρξε θύμα ηθικής παρενοχλήσεως, υπό την έννοια του άρθρου 12α του ΚΥΚ, εκ μέρους του μέλους του Κοινοβουλίου το οποίο επικουρούσε, και στο μέτρο που οι ΔΚΒ δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού καθεστώτος τους το οποίο χαρακτηρίζεται και δικαιολογείται από την ύπαρξη σχέσεως εμπιστοσύνης με το μέλος του Κοινοβουλίου το οποίο είναι επιφορτισμένοι να επικουρούν, να καταλάβουν μόνιμη θέση, η ΑΣΣΠΑ ορθώς εκτίμησε ότι δεν όφειλε, ως μέτρο εκτελέσεως της αποφάσεως CH, να τοποθετήσει την προσφεύγουσα, προσωρινώς ή σε μόνιμη βάση, σε θέση εντός των υπηρεσιών της η οποία μπορεί να καταληφθεί από έκτακτο υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 2 του ΚΛΠ ή από συμβασιούχο υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 3α του ΚΛΠ.

69

Κατά συνέπεια, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προσφεύγουσα, χωρίς να διεκδικεί κατ’ ανάγκην, στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, το δικαίωμα πραγματικής επανεντάξεως ως ΔΚΒ μέλους του Κοινοβουλίου, προσάπτει στο εν λόγω θεσμικό όργανο ότι παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, καθόσον δεν έθεσε στη διάθεσή της τα μέσα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εργασίας της αμέσως μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως CH και, εν πάση περιπτώσει, καθόσον καθυστέρησε να θέσει στη διάθεσή της τα μέσα αυτά, πράγμα το οποίο είχε συνέπειες για την ικανότητά της να προβεί σε ενέργειες ώστε να καταστεί δυνατή η πρόσληψή της από νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου για τη διάρκεια της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου.

70

Συναφώς, είναι γνωστό στους διαδίκους ότι οι εν ενεργεία μόνιμοι υπάλληλοι και μέλη του λοιπού προσωπικού του Κοινοβουλίου διαθέτουν κανονικά, για την άσκηση των καθηκόντων τους, δικαίωμα μόνιμης προσβάσεως στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου και ότι τους χορηγείται ειδικό δελτίο εισόδου, υπό τη μορφή υπηρεσιακής ταυτότητας, καθώς και, ενδεχομένως, σήμα προσβάσεως στους χώρους σταθμεύσεως του θεσμικού οργάνου που τους παρέχουν τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματος αυτού.

71

Ωστόσο, λόγω της απαλλαγής της προσφεύγουσας από την άσκηση των καθηκόντων της ΔΚΒ για την υπολειπόμενη διάρκεια της συμβάσεώς της εργασίας, το Κοινοβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να επιστρέψει την υπηρεσιακή ταυτότητα και το σήμα προσβάσεως που ζητούσε η προσφεύγουσα ως μέτρο εκτελέσεως απορρέον άμεσα από την απόφαση CH.

72

Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν η προσφεύγουσα, με το από 26 Μαρτίου 2014 έγγραφό της, ήτοι τρεις και πλέον μήνες μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως CH, διατύπωσε τελικώς την επιθυμία να διαθέτει εκ νέου υπηρεσιακή ταυτότητα και σήμα προσβάσεως στους χώρους σταθμεύσεως του Κοινοβουλίου, το Κοινοβούλιο δέχθηκε το αίτημά της μερικές ημέρες αργότερα, με την απόφαση της 2ας Απριλίου 2014, και έθεσε την υπηρεσιακή ταυτότητα και το σήμα προσβάσεως στη διάθεσή της από τις 23 Απριλίου 2014. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθούν.

73

Όσον αφορά το αίτημα να της χορηγηθεί ηλεκτρονική διεύθυνση και πρόσβαση στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου, το οποίο η προσφεύγουσα υπέβαλε για πρώτη φορά με την από 16 Απριλίου 2014 διοικητική της ένσταση, είναι αληθές ότι, υπό το πρίσμα των ιδιομορφιών της υπό κρίση υποθέσεως, χρειάστηκε ορισμένος χρόνος για να διαμορφώσει το Κοινοβούλιο εξωτερική ηλεκτρονική πρόσβαση για ΔΚΒ που δεν ασκούσε πλέον, στην πράξη, τα καθήκοντα του ΔΚΒ και που δεν διατηρούσε όντως υπηρεσιακή σχέση με ένα από τα εν ενεργεία μέλη του Κοινοβουλίου.

74

Υπό το πρίσμα αυτό, αφενός, το αίτημα της προσφεύγουσας να έχει πρόσβαση στις υποδομές και στις εφαρμογές πληροφορικής του Κοινοβουλίου φαίνεται ότι εντάσσεται στο πλαίσιο διαβήματος, βεβαίως κατανοητού, που αποσκοπεί στη δυνατότητα επαφής με τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου πριν από την πραγματική ανάληψη των καθηκόντων τους που θα είχε η προσφεύγουσα επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εν ενεργεία ΔΚΒ, πράγμα το οποίο θα επιβεβαίωνε μια ηλεκτρονική διεύθυνση του Κοινοβουλίου, προσφέροντάς της ένα είδος προβολής. Ομοίως, η προσφεύγουσα επιθυμούσε να διαθέτει πρόσβαση σε ορισμένες διαδιδόμενες εντός του Κοινοβουλίου πληροφορίες. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αν και το θεσμικό όργανο μπορεί, για λόγους σκοπιμότητας, να παρέχει στους μονίμους υπαλλήλους και στα μέλη του λοιπού προσωπικού του τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν, εκτός των ωρών εργασίας, τις υποδομές του, περιλαμβανομένων και των υποδομών πληροφορικής, για σκοπούς ξένους προς την υπηρεσία, η εν λόγω ευχέρεια του θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να αναχθεί σε προκύπτον από τον ΚΥΚ δικαίωμα των μονίμων υπαλλήλων και των μελών του λοιπού προσωπικού, ιδίως σε μια περίπτωση όπως αυτής της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία η ενδιαφερομένη απηλλάγη της υποχρεώσεως εκτελέσεως των επαγγελματικών καθηκόντων της προς το συμφέρον της υπηρεσίας, και ενώ οι εσωτερικές διατάξεις του Κοινοβουλίου ορίζουν σαφώς ότι «[τ]ο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο […] προορίζεται αυστηρά για χρήση άμεσα συνδεδεμένη με τα καθήκοντα που ασκεί ο [υπάλληλος]».

75

Αφετέρου και εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, γενικώς, όταν η εκτέλεση ακυρωτικής αποφάσεως απαιτεί τη λήψη ορισμένων διοικητικών μέτρων, η εκτέλεση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αμέσως. Επομένως, τα θεσμικά όργανα πρέπει να διαθέτουν εύλογη προθεσμία για να συμμορφωθούν με την ακυρωτική απόφαση (αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 1984, Turner κατά Επιτροπής,266/82, EU:C:1984:3, σκέψη 5· της 10ης Ιουλίου 1997, Αποστολίδης κ.λπ. κατά Επιτροπής,T‑81/96, EU:T:1997:111, σκέψη 37, και της 20ής Ιουνίου 2012, Μενιδιάτης κατά Επιτροπής,F‑79/11, EU:F:2012:89, σκέψη 40). Το Δικαστήριο ΔΔ εκτιμά δε ότι η παροχή στην προσφεύγουσα, στις 18 Ιουνίου 2014, ηλεκτρονικής διευθύνσεως και προσβάσεως στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου έγινε εντός ευλόγου χρόνου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το σχετικό αίτημα είχε διατυπωθεί στις 16 Απριλίου 2014 και ότι για να συμβεί αυτό ήσαν αναγκαίες τεχνικές ρυθμίσεις, στο μέτρο που η πρόσβαση στον εσωτερικό ιστότοπο του Κοινοβουλίου και η παροχή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε ΔΚΒ απαιτούσε προηγούμενη άδεια του μέλους του Κοινοβουλίου το οποίο επικουρεί.

76

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, κρίνεται ότι, όσον αφορά τα μέτρα που συνεπαγόταν η εκτέλεση της αποφάσεως CH σε σχέση με την ακύρωση της αποφάσεως περί απολύσεως, το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, με την απάντησή του στα συμπληρωματικά αιτήματα της 26ης Μαρτίου 2014, μόνον όσον αφορά την αφαίρεση, από τις αποδοχές που οφείλονται για την περίοδο διπλών αποδοχών, του ποσού που έλαβε η προσφεύγουσα ως επίδομα αδείας παρεχόμενο δυνάμει του βελγικού δικαίου.

77

Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η ακύρωση της αποφάσεως της 2ας Απριλίου 2014, όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, καθόσον το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να καταβάλει στην προσφεύγουσα συμπληρωματικό ποσό 5686 ευρώ. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της ακυρώσεως αυτής, πρέπει ευθύς εξαρχής να γίνει δεκτό το αίτημα αποζημιώσεως της προσφεύγουσας με αντικείμενο το ποσόν αυτό καθώς και το αίτημά της να προσαυξηθεί το ποσόν αυτό με τόκους υπερημερίας, υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες, από την 1η Ιουλίου 2014, ημερομηνία λήξεως της συμβάσεώς της.

Επί των μέτρων εκτελέσεως που έλαβε το Κοινοβούλιο σε σχέση με την ακύρωση, με την απόφαση CH του Δικαστηρίου ΔΔ, της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής

Επιχειρήματα των διαδίκων

78

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την ακυρωθείσα από το Δικαστήριο ΔΔ απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματός της αρωγής, το Κοινοβούλιο περιορίστηκε, με την από 3 Μαρτίου 2014 απόφασή του και ως μέτρο εκτελέσεως της αποφάσεως CH, να εξετάσει τη δυνατότητα να της παράσχει αρωγή υπό την έννοια του άρθρου 24 του ΚΥΚ μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η προσφεύγουσα θα αποφάσιζε να ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της P. Κατά την προσφεύγουσα, όμως, αυτό δεν συνιστά κατάλληλο μέτρο εκτελέσεως της αποφάσεως CH υπό την έννοια του άρθρου 266 ΣΛΕΕ. Πράγματι, η ΑΣΣΠΑ θα έπρεπε να επανεξετάσει το αίτημά της αρωγής και, λαμβανομένης υπόψη της αρχής αποδείξεως που συνιστούν τα στοιχεία που είχε προσκομίσει κατά τον χρόνο της υποβολής του αιτήματος αυτού, θα όφειλε να κινήσει διοικητική έρευνα, όπως απαιτείται από τη νομολογία, προκειμένου να αποδειχθεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών της παρενοχλήσεως που κατήγγειλε η προσφεύγουσα με την αίτησή της αρωγής.

79

Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ιδίως ότι το Δικαστήριο ΔΔ δεν είχε την πρόθεση να εξαρτήσει την υποχρέωση της ΑΣΣΠΑ να της παράσχει αρωγή από την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, δεδομένου ότι η παρεχόμενη προς ΔΚΒ αρωγή στο πλαίσιο ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του εθνικού δικαστή δεν είναι παρά μία από τις μορφές που μπορεί να λάβει η υποχρέωση αρωγής του άρθρου 24 του ΚΥΚ.

80

Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η ΑΣΣΠΑ δεν ανέθεσε τις εξουσίες που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ και ότι είναι ακατανόητο το γεγονός ότι η ΑΣΣΠΑ δεν αποφάσισε να κινήσει διοικητική έρευνα αμέσως μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως CH ή να απευθυνθεί η ίδια στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ αμέσως μετά τη συγκρότησή της εάν επιθυμούσε να αναλάβει η επιτροπή αυτή τη διοικητική έρευνα στην οποία ήταν κανονικά υποχρεωμένη να προβεί. Η προσφεύγουσα καταλήγει έτσι στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο παρέβη το άρθρο 24 του ΚΥΚ, το καθήκον μέριμνας και το άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

81

Το Κοινοβούλιο ζητεί την απόρριψη των προβληθεισών αιτιάσεων. Επισημαίνει συναφώς ότι, ήδη από τον Φεβρουάριο 2014, δηλαδή πριν από τη σύσταση της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ, είχε προσφερθεί να παράσχει αρωγή στην προσφεύγουσα για την περίπτωση που θα αποφάσιζε να ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά της P. Στη συνέχεια, είχε ενημερώσει την ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ, κατά την πρώτη συνεδρίαση που πραγματοποίησε η νέα αυτή επιτροπή, εν προκειμένω στις 26 Νοεμβρίου 2014, για την ύπαρξη της καταγγελίας της προσφεύγουσας περί παρενοχλήσεως. Ωστόσο, η επιτροπή αυτή, στην οποία η ΑΣΣΠΑ είχε αναθέσει τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας στο πλαίσιο προβαλλόμενης παρενοχλήσεως που επικαλούνται ΔΚΒ κατά μελών του Κοινοβουλίου, προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το άρθρο 24 του ΚΥΚ όταν μια καταγγελία που αφορά μέλος του Κοινοβουλίου προέρχεται από την ως άνω κατηγορία προσωπικού, ερεύνησε την εν λόγω καταγγελία προβαίνοντας στην ακρόαση της προσφεύγουσας καθώς και της P. Το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει, συναφώς, ότι τα μέλη του Κοινοβουλίου δεν υπόκεινται στην AΣΣΠΑ και ότι, κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο δεν είναι, υπό την εν λόγω ιδιότητα της ΑΣΣΠΑ, σε θέση να τα υποχρεώσει να συνεργαστούν σε διοικητική έρευνα, τούτο δε ακόμη λιγότερο καθόσον η ΑΣΣΠΑ δεν διαθέτει καμία εξουσία για να τους επιβάλει κυρώσεις σε περίπτωση αποδεδειγμένης παρενοχλήσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

82

Πρέπει να υπομνησθεί εκ προοιμίου ότι στο θεσμικό όργανο το οποίο εξέδωσε την πράξη που ακυρώθηκε από τον δικαστή της Ένωσης εναπόκειται, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που του επιβάλλει το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, να προσδιορίσει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της δικαστικής ακυρωτικής αποφάσεως, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει συναφώς και τηρώντας τόσο το διατακτικό και σκεπτικό της αποφάσεως που πρέπει να εκτελέσει όσο και τις εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, όταν η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας κάθε απόφαση η οποία θα μπορούσε να αντισταθμίσει δίκαια ένα μειονέκτημα που έχει προκύψει για τους ενδιαφερομένους από την ακυρωθείσα απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ή, όπως εν προκειμένω, η ΑΣΣΠΑ, μπορεί, για παράδειγμα να διεξαγάγει διάλογο με τον προσφεύγοντα, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία που να του προσφέρει μια δίκαιη αποκατάσταση για την παρανομία της οποίας υπήρξε θύμα (βλ. αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, Κοινοβούλιο κατά Meskens,C‑412/92 P, EU:C:1994:308, σκέψεις 28 και 30· της 8ης Οκτωβρίου 1992, Meskens κατά Κοινοβουλίου,Τ‑84/91, EU:T:1992:103, σκέψη 80, και της 17ης Μαρτίου 1994, Hoyer κατά Επιτροπής,T‑43/91, EU:T:1994:29, σκέψη 64).

83

Εντούτοις, ακόμη και όταν η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες και ο διάλογος με τον ενδιαφερόμενο δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε συμφωνία, η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το οικείο θεσμικό όργανο περιορίζεται, εκ των πραγμάτων, από την ανάγκη να τηρηθούν το διατακτικό και του σκεπτικό της αποφάσεως, την οποία υποχρεούται να εκτελέσει, καθώς και οι εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, το θεσμικό όργανο οφείλει, μεταξύ άλλων, να αποτρέψει το ενδεχόμενο να πάσχουν τα ληφθέντα μέτρα τις ίδιες πλημμέλειες με εκείνες που διαπιστώθηκαν με την ακυρωτική απόφαση (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Honnefelder κατά Επιτροπής,F‑42/11, EU:F:2012:196, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

84

Εν προκειμένω, όσον αφορά την αιτίαση που προέβαλε η προσφεύγουσα σχετικά με την άρνηση της ΑΣΣΠΑ να κινήσει διοικητική έρευνα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της παρενοχλήσεως της οποίας διατείνεται ότι υπήρξε θύμα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, η ΑΣΣΠΑ δεν ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την κίνηση διοικητικής έρευνας σχετικά με τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την ηθική παρενόχληση. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του αιτήματος κινήσεως διοικητικής έρευνας που περιλαμβάνεται στο αίτημα λήψεως μέτρων εκτελέσεως της 15ης Ιανουαρίου 2014, το οποίο επαναλαμβάνει το αίτημα κινήσεως της έρευνας το οποίο υποβλήθηκε αρχικά με την αίτηση αρωγής καθώς και με τη διοικητική ένσταση της 16ης Απριλίου 2014, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, η ΑΣΣΠΑ, σιωπηρώς, αλλά άνευ αμφιβολίας, αρνήθηκε να κινήσει την εν λόγω διοικητική έρευνα, καθόσον περιορίστηκε να αναφέρει ότι είχε συσταθεί ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ, η οποία συγκροτήθηκε σε σώμα μόλις στις 26 Νοεμβρίου 2014 και προέβη σε ακρόαση της προσφεύγουσας μόλις τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή μετά τόσο από την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως όσο και από την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής - αγωγής.

85

Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η εκτέλεση της αποφάσεως CH, στο μέτρο που ακύρωνε την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012 περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, επέτασσε, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, την κίνηση διοικητικής έρευνας από το Κοινοβούλιο.

86

Όσον αφορά τη νομιμότητα αποφάσεως που απορρίπτει, χωρίς να έχει κινηθεί διοικητική έρευνα, αίτηση αρωγής που υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάσει τη βασιμότητα της εν λόγω αποφάσεως, με βάση τα στοιχεία που είχαν περιέλθει σε γνώση της Διοικήσεως, μεταξύ άλλων από τον ενδιαφερόμενο με την αίτησή του αρωγής, όταν αυτή εξέδωσε την απόφασή της (αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Faita κατά ΕΟΚΕ,F‑92/11, EU:F:2013:130, σκέψη 98, και της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 143, κατά της οποίας ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑309/15 P).

87

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει της υποχρεώσεως αρωγής, η Διοίκηση οφείλει, προκειμένου να αντιμετωπίσει επεισόδιο που απάδει προς την τάξη και τη γαλήνη της υπηρεσίας, να επεμβαίνει με όλη την απαιτούμενη ενεργητικότητα και να ανταποκρίνεται με την ταχύτητα και τη μέριμνα που απαιτούνται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ώστε να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά και να συναγάγει, εν γνώσει του θέματος, τις κατάλληλες συνέπειες. Προς τούτο, αρκεί ο μόνιμος υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού που ζητεί την προστασία του θεσμικού οργάνου στο οποίο εργάζεται, να προσκομίσει αρχή αποδείξεως ως προς το υποστατό των επιθέσεων που υποστηρίζει ότι υφίσταται. Όταν υφίστανται τέτοια στοιχεία, στο οικείο θεσμικό όργανο απόκειται να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, προκαλώντας ιδίως τη διενέργεια διοικητικής έρευνας, προκειμένου να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η καταγγελία, σε συνεργασία με τον καταγγείλαντα (αποφάσεις της 26ης Ιανουαρίου 1989, Koutchoumoff κατά Επιτροπής,224/87, EU:C:1989:38, σκέψεις 15 και 16· της 21ης Απριλίου 1993, Tallarico κατά Κοινοβουλίου,T‑5/92, EU:T:1993:37, σκέψη 31· της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Campogrande κατά Επιτροπής,T‑136/98, EU:T:2000:281, σκέψη 42· της 8ης Ιουλίου 2004, Schochaert κατά Συμβουλίου,T‑136/03, EU:T:2004:229, σκέψη 49· της 25ης Οκτωβρίου 2007, Lo Giudice κατά Επιτροπής,T‑154/05, EU:T:2007:322, σκέψη 136, και της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 37).

88

Όταν προβάλλεται ότι έλαβε χώρα παρενόχληση, η υποχρέωση αρωγής περιλαμβάνει, ειδικότερα, το καθήκον της Διοικήσεως να εξετάζει με σοβαρότητα, ταχύτητα και πλήρη εμπιστευτικότητα την καταγγελία περί παρενοχλήσεως και να ενημερώνει τον καταγγέλλοντα για τη συνέχεια που δίδεται στην καταγγελία του (αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2008, Klug κατά EMEA,F‑35/07, EU:F:2008:150, σκέψη 74, και της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 38).

89

Όσον αφορά τα ληπτέα μέτρα σε περίπτωση η οποία, όπως η υπό κρίση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 24 του ΚΥΚ, η Διοίκηση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, υπό τον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης, ως προς την επιλογή των μέτρων και των μέσων για την εφαρμογή του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης συνίσταται έτσι αποκλειστικά στην εκτίμηση κατά πόσον το οικείο θεσμικό όργανο παρέμεινε εντός ευλόγων ορίων και δεν έκανε χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο (βλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Haas κ.λπ. κατά Επιτροπής,T‑3/96, EU:T:1998:202, σκέψη 54· της 4ης Μαΐου 2005, Schmit κατά Επιτροπής,T‑144/03, EU:T:2005:158, σκέψη 98· της 25ης Οκτωβρίου 2007, Lo Giudice κατά Επιτροπής,T‑154/05, EU:T:2007:322, σκέψη 137, και της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 39).

90

Τούτου δοθέντος, από τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης στον τομέα της παρενοχλήσεως, η οποία τυγχάνει mutatis mutandis εφαρμογής εν προκειμένω, κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις στις οποίες το πρόσωπο το οποίο αφορά η καταγγελία κατέχει προβλεπόμενο από τις Συνθήκες αιρετό αξίωμα, προκύπτει ότι, γενικώς, το θεσμικό όργανο δεν μπορεί να επιβάλει πειθαρχικές ή άλλες κυρώσεις σε πρόσωπο κατά του οποίου υποβλήθηκε καταγγελία για παρενόχληση, είτε πρόκειται περί ιεραρχικώς προϊσταμένου του φερομένου ως παθόντος είτε όχι, παρά μόνον εάν από τη διαταχθείσα έρευνα αποδεικνύεται με βεβαιότητα η ύπαρξη συμπεριφοράς του προσώπου το οποίο κατηγορείται από τον μόνιμο υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού, η οποία παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας ή θίγει την τιμή και την υπόληψη του φερομένου θύματος της παρενοχλήσεως (αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1989, Κατσούφρος κατά Δικαστηρίου,55/88, EU:C:1989:409, σκέψη 16· της 28ης Φεβρουαρίου 1996, Δημητριάδης κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου,T‑294/94, EU:T:1996:24, σκέψη 39, και της 4ης Μαΐου 2005, Schmit κατά Επιτροπής,T‑144/03, EU:T:2005:158, σκέψη 108).

91

Υπό το πρίσμα των άρθρων 11 και 12 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ, τα οποία, σε αντίθεση προς τα άρθρα 13 και 14 του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση, δεν αναθέτουν πλέον στον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, αλλά στους κοσμήτορες, μάλιστα δε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, τις εξουσίες που διαθέτει η ΑΣΣΠΑ όσον αφορά τις κυρώσεις στον τομέα αυτόν, από το νομικό πλαίσιο που τέθηκε σε ισχύ εντός του Κοινοβουλίου πρέπει να συναχθεί ότι, στο εξής, όταν υποβάλλεται από ΔΚΒ στην ΑΣΣΠΑ, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, αίτημα αρωγής, δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, που στρέφεται κατά μέλους του Κοινοβουλίου, ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου είναι αρμόδιος για τη λήψη οιουδήποτε μέτρου αφορά άμεσα τον ΔΚΒ, αλλά ότι, αντιθέτως, οποιοδήποτε μέτρο απαιτεί τη συμμετοχή του εμπλεκόμενου μέλους του Κοινοβουλίου ή συνεπάγεται το ενδεχόμενο κυρώσεως και/ή την επιβολή κυρώσεως στο μέλος αυτό εμπίπτει, αναλόγως της περιπτώσεως, στην αρμοδιότητα της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ, των κοσμητόρων ή του Προέδρου του Κοινοβουλίου.

92

Εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε στηρίξει το αίτημα αρωγής με αρχή αποδείξεως. Πράγματι, πέραν των όσων μονομερώς υποστήριζε, διευκρινίζοντας ότι η P. δεν άφηνε γραπτό ίχνος των αντιπαραθέσεών τους, η προσφεύγουσα ανέφερε τα ονόματα δύο συνεργατών της P. οι οποίοι είχαν, όπως ισχυρίζεται, παρακολουθήσει το σύνολο των συμπεριφορών που περιέγραφε και θα μπορούσαν έτσι να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της στο πλαίσιο ακροάσεως. Εξάλλου, έστω και αν οι γνωματεύσεις ιατρικών εμπειρογνωμόνων δεν δύνανται, καθεαυτές, να αποτελέσουν απόδειξη για την ύπαρξη, από νομικής απόψεως, ηθικής παρενοχλήσεως ή πταίσματος του θεσμικού οργάνου σε σχέση με το καθήκον αρωγής που αυτό υπέχει (βλ. αποφάσεις της 6ης Φεβρουαρίου 2015, BQ κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου,T‑7/14 P, EU:T:2015:79, σκέψη 49, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, CQ κατά Κοινοβουλίου,F‑12/13, EU:F:2014:214, σκέψη 127), η προσφεύγουσα είχε προσκομίσει ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία, προκειμένου να καθοριστεί αν η ΑΣΣΠΑ υπέχει υποχρέωση αρωγής, μπορούν να θεωρηθούν ως αρχή αποδείξεως μιας αισθήσεως, έστω υποκειμενικής, περί ηθικής παρενοχλήσεως. Στα ανωτέρω προστέθηκε το γεγονός ότι ένας συνάδελφος της προσφεύγουσας είχε επίσης επικοινωνήσει με τη γενική συμβουλευτική επιτροπή που ιδρύθηκε με τον εσωτερικό κανονισμό για την ηθική παρενόχληση και είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου ΔΔ, στις 24 Μαρτίου 2014, προσφυγή βάλλουσα κατά του ιδίου μέλους του Κοινοβουλίου για φερόμενες πράξεις ηθικής παρενοχλήσεως.

93

Επομένως, τα πληροφοριακά στοιχεία που προσκομίσθηκαν κατά την υποβολή του αιτήματος αρωγής και αυτά που αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα, επ’ ευκαιρία υποβολής του αιτήματος περί λήψεως μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, της 15ης Ιανουαρίου 2014, και της διοικητικής ενστάσεως της 16ης Απριλίου 2014, δηλαδή έγγραφα της προσφεύγουσας με τα οποία ζητούσε από την ΑΣΣΠΑ να κινήσει και να διεξαγάγει διοικητική έρευνα, συνιστούσαν ενδείξεις ικανές να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν, στην υπό κρίση υπόθεση, πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 12α του ΚΥΚ (βλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2015, CN κατά Κοινοβουλίου,F‑26/14, EU:F:2015:22, σκέψη 56).

94

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνεπεία της ακυρώσεως, με την απόφαση CH του Δικαστηρίου ΔΔ, της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, η ΑΣΣΠΑ επελήφθη εκ νέου του αιτήματος αρωγής που εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Κατά συνέπεια, η ΑΣΣΠΑ ήταν υποχρεωμένη, στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, να δώσει προσηκόντως και ταχέως συνέχεια στο εν λόγω αίτημα αρωγής, κινώντας, μεταξύ άλλων, διοικητική έρευνα, κατά μείζονα λόγο διότι, όπως είχε τονίσει το Δικαστήριο ΔΔ με τη σκέψη 58 της αποφάσεως CH, τίποτε δεν εμπόδιζε το Κοινοβούλιο, επικαλούμενο το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εσωτερικού κανονισμού του, να καλέσει την P. να συμπράξει σε διοικητική έρευνα, προκειμένου να εξακριβωθεί η προβαλλόμενη ως αντίθετη προς το άρθρο 12α του ΚΥΚ συμπεριφορά, της οποίας η προσφεύγουσα υποστήριζε ότι υπήρξε θύμα.

95

Εξάλλου, ο σκοπός της διοικητικής έρευνας είναι, όπως υπομνήσθηκε προηγουμένως, να αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά και να αντληθούν από αυτά, εν πλήρη επιγνώσει, οι κατάλληλες συνέπειες τόσο σε σχέση με την υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας όσο και, γενικά και προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της χρηστής διοικήσεως, για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να επαναληφθεί η κατάσταση αυτή στο μέλλον. Επιπλέον, τα αποτελέσματα διοικητικής έρευνας είναι δυνατόν είτε να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς περί ηθικής παρενοχλήσεως, επιβεβαίωση η οποία μπορεί να αποβεί χρήσιμη για το θύμα κατά την επιδίωξη ανορθώσεως της πιθανής ζημίας που υπέστη μέσω ενδεχόμενου ενδίκου βοηθήματος κατά του φερόμενου ως δράστη της παρενοχλήσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, είτε να ανατρέψουν τους ισχυρισμούς του φερομένου θύματος, ανατροπή η οποία παρέχει, στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα αποκαταστάσεως των ζημιών που ενδεχομένως προκάλεσε μια τέτοια, σε τελική ανάλυση, αβάσιμη κατηγορία στο πρόσωπο το οποίο αφορά, ως φερόμενο δράστη της παρενοχλήσεως, μια διαδικασία έρευνας.

96

Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι το Κοινοβούλιο, παραλείποντας να κινήσει διοικητική έρευνα, όπως ζήτησε η προσφεύγουσα με την αίτηση αρωγής, καθώς και με την αίτηση για τη λήψη μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH της 15ης Ιανουαρίου 2014 και με την από 16 Απριλίου 2014 διοικητική ένστασή της, παρέβη, σε σχέση με την ακύρωση, με την απόφαση CH του Δικαστηρίου ΔΔ, της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, το άρθρο 266 ΣΛΕΕ.

97

Συναφώς, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ συνεστήθη μόλις τον Απρίλιο του 2014 ή ακόμη ότι η προσφεύγουσα δεν εξέφρασε τη συμφωνία της για την προσφυγή στην εν λόγω επιτροπή, η οποία, όπως υποδηλώνει το όνομά της, έχει συμβουλευτική απλώς λειτουργία.

98

Πράγματι, αφενός, η προσφεύγουσα μπορούσε, σε κάθε περίπτωση, να υποβάλει αίτημα αρωγής στην ΑΣΣΠΑ δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, χωρίς να υπόκειται σε υποχρέωση προηγούμενης προσφυγής στη γενική συμβουλευτική επιτροπή και/ή στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ ούτε, στην περίπτωση που θα είχε προσφύγει στις εν λόγω επιτροπές, στην υποχρέωση να αναμείνει ενδεχόμενη απάντηση αυτής ή αυτών των επιτροπών, έστω και αν αυτό μπορεί να είναι ευκταίο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως ενόψει διαμεσολαβήσεως για την επίλυση της διαφοράς (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 140).

99

Αφετέρου, την υποχρέωση κινήσεως και ταχείας διεξαγωγής διοικητικής έρευνας υπέχει η ΑΣΣΠΑ, η οποία είναι, πράγματι, η αρμόδια αρχή για την εξέταση αιτήματος αρωγής υποβληθέντος δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, με την επιφύλαξη, ωστόσο, της δυνατότητας της ΑΣΣΠΑ να αναθέσει τις αναγκαίες εξουσίες έρευνας ή προλήψεως σε άλλο διοικητικό φορέα ή σε άλλο εσωτερικό όργανο του θεσμικού οργάνου, δυνάμει νομικής διατάξεως την οποία εξέδωσε νομοτύπως αυτό το θεσμικό όργανο και η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της αναθέσεως αυτής, τηρουμένων των εφαρμοστέων υπέρτερης ισχύος διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Επομένως, το θεσμικό όργανο μπορεί, προς τον σκοπό αυτό και παρέχοντας τα ενδεδειγμένα υλικοτεχνικά μέσα και ανθρώπινους πόρους, να αποφασίσει την ανάθεση της διεξαγωγής διοικητικής έρευνας στους ιεραρχικώς προϊσταμένους του θεσμικού οργάνου, όπως σε γενικό διευθυντή, σε επιτροπή έρευνας ad hoc, σε συμβουλευτική επιτροπή για την ηθική παρενόχληση ή, ακόμη, σε πρόσωπο ή αρχή εκτός του εν λόγω θεσμικού οργάνου (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2015, CW κατά Κοινοβουλίου,F‑124/13, EU:F:2015:23, σκέψη 142).

100

Επομένως, ακόμη και αν, μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής - αγωγής, η ΑΣΣΠΑ αποφάσισε να προσφύγει απευθείας στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ, διάβημα το οποίο φαίνεται να εκφράζει τη βούληση της ΑΣΣΠΑ να αναθέσει στην εν λόγω επιτροπή τη διεξαγωγή της διοικητικής έρευνας την οποία όφειλε να διεξαγάγει η ΑΣΣΠΑ βάσει του καθήκοντος αρωγής δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη η εν λόγω προσφυγή στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ θεωρηθεί ισοδύναμη με απόφαση κινήσεως διοικητικής έρευνας από την ΑΣΣΠΑ, αυτή εχώρησε μετά την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως και μετά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής‑αγωγής.

101

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, καθόσον το Κοινοβούλιο, παραλείποντας να διατάξει, δυνάμει του καθήκοντος αρωγής που υπέχει από το άρθρο 24 του ΚΥΚ και του καθήκοντος μέριμνας, την κίνηση διοικητικής έρευνας για τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με την ηθική παρενόχληση κατόπιν της ακυρώσεως, με την απόφαση CH του Δικαστηρίου ΔΔ, της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ.

102

Υπό τις συνθήκες αυτές παρέλκει η απόφανση επί της αιτιάσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα ως προς το αν η ΑΣΣΠΑ είχε την υποχρέωση να της παράσχει αρωγή κατά την αναζήτηση προστασίας με τα ένδικα βοηθήματα του εθνικού δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι η αιτιολογία που διατυπώνεται στη σκέψη 57 της αποφάσεως CH δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το καθήκον αρωγής του άρθρου 24 του ΚΥΚ περιορίζεται, στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, στην πρόταση παροχής προς την προσφεύγουσα, για την περίπτωση που θα αποφάσιζε να ασκήσει ένδικο βοήθημα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά του φερομένου δράστη της παρενοχλήσεως, αρωγής στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας.

3. Επί των αποζημιωτικών αιτημάτων

Επί της υλικής ζημίας που απορρέει από την απώλεια της ευκαιρίας προσλήψεως από μέλος του Κοινοβουλίου κατά την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019

Επιχειρήματα των διαδίκων

103

Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 144000 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική ζημία που απορρέει από την απώλεια της ευκαιρίας να της προταθεί η σύναψη νέας συμβάσεως ΔΚΒ για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, εφόσον δεν είχε εγκαίρως στη διάθεσή της τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της, δεν μπόρεσε να έλθει λυσιτελώς σε επαφή με τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου ούτε να λάβει γνώση ενδεχομένων κενών θέσεων οι οποίες ανακοινώνονται εντός του Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, απώλεσε την ευκαιρία να προσληφθεί για περίοδο πέντε ετών. Δεδομένου ότι, κατά την ημερομηνία καταθέσεως του υπομνήματός της απαντήσεως, αναζητούσε ακόμη θέση εργασίας, υποστηρίζει ότι το πλεονέκτημα που απώλεσε μπορεί να εκτιμηθεί, κατά προσέγγιση, στο ποσό των 240000 ευρώ, επί τη βάσει των αποδοχών που ελάμβανε προηγουμένως ως ΔΚΒ. Η πιθανότητα προσλήψεως από νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019 θα ήταν σοβαρή εάν η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να εργάζεται στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου καθόλη τη διάρκεια της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου, τούτο δε ιδίως λόγω της επαγγελματικής πείρας που θα είχε αποκτήσει. Όπως πιστοποιεί το γεγονός ότι είχε προσληφθεί από την P. κατόπιν της αποχωρήσεως του μέλους του Κοινοβουλίου το οποίο αυτή διαδέχθηκε, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, κατά μέσον όρο, οι ΔΚΒ εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους, καταλαμβάνοντας, στο 60 % των περιπτώσεων, νέα θέση εργασίας ως βοηθοί νέου Ευρωβουλευτή κατόπιν της ανακοινώσεως των εκλογικών αποτελεσμάτων. Εφαρμόζοντας το εν λόγω ποσοστό που ποσοτικοποιεί την πιθανότητα προσλήψεώς της, δηλαδή το 60 %, στο ποσό των 240000 ευρώ που αντιπροσωπεύει το σύνολο των αποδοχών ενός ΔΚΒ κατά τη διάρκεια μιας πλήρους κοινοβουλευτικής περιόδου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να υποχρεωθεί να της καταβάλει ποσό 144000 ευρώ προς ανόρθωση της υλικής ζημίας που υπέστη.

104

Το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι, όσον αφορά τις τρεις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται, όπως δέχεται η νομολογία, η θεμελίωση της ευθύνης της Ένωσης, δεν συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση που συνδέεται με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ουδέποτε εμπόδισε την προσφεύγουσα να έλθει σε επαφή με τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019. Εξάλλου, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας δεν θεμελιώνεται επαρκώς υπό το πρίσμα της νομολογίας η οποία απαιτεί η ζημία να είναι πραγματική και βέβαιη και, όταν πρόκειται για απώλεια ευκαιρίας, η ευκαιρία που φέρεται ότι απωλέσθη να είναι πραγματική και, επιπλέον, η εν λόγω απώλεια να είναι οριστική. Η προσφεύγουσα όμως, η οποία δεν απέδειξε, άλλωστε, ότι προέβη σε διαβήματα προς την κατεύθυνση αυτή, διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα προσλήψεως από ένα από τα μέλη του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια της τρέχουσας πενταετούς κοινοβουλευτικής περιόδου, η οποία λήγει το 2019. Εν πάση περιπτώσει, κανένας κανόνας του ΚΥΚ ή άλλη νομική διάταξη δεν απονέμει στους ΔΚΒ οποιοδήποτε δικαίωμα προσλήψεως προς επικουρία άλλου μέλους του Κοινοβουλίου κατά τη λήξη της συμβάσεώς τους, οπότε το μέλλον ενός ΔΚΒ παραμένει, λόγω της στηριζόμενης σε σχέση εμπιστοσύνης προσλήψεώς του, εκ φύσεως υποθετικό, χωρίς πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα.

105

Όσον αφορά τις επαφές με τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου, αυτές, αντιθέτως προς ό,τι υπονοεί η προσφεύγουσα, δεν πραγματοποιούνται κατ’ ουσία στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου, αλλά κυρίως στα κράτη μέλη καταγωγής των νεοεκλεγέντων βουλευτών και πριν ακόμη αυτοί αναλάβουν τα καθήκοντά τους.

106

Τέλος, δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της φερόμενης παρανομίας και της προβαλλόμενης υλικής ζημίας, διότι, με κανένα τρόπο, το φερόμενο πταίσμα του Κοινοβουλίου δεν θα μπορούσε να συνιστά την καθοριστική αιτία της μη υλοποιήσεως της ευκαιρίας που προβάλλει η προσφεύγουσα, δηλαδή της μη προσλήψεώς της από μέλος του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019, δεδομένου ότι οι ΔΚΒ επιλέγονται ελεύθερα από τα πρόσωπα που εκλέγονται στο Κοινοβούλιο και όχι από το θεσμικό όργανο.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

107

Επιβάλλεται, εκ προοιμίου, να υπομνησθεί ότι η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου τριών προϋποθέσεων και συγκεκριμένα από τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο θεσμικό όργανο, την επέλευση της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της προσαπτόμενης παρανομίας και της προβαλλόμενης ζημίας. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, οπότε η έλλειψη μιας εξ αυτών αρκεί για την απόρριψη των αποζημιωτικών αιτημάτων (βλ. αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Girardot,C‑348/06 P, EU:C:2008:107, σκέψη 52· της 5ης Ιουλίου 2011, V κατά Κοινοβουλίου,F‑46/09, EU:F:2011:101, σκέψη 157, και της 19ης Μαΐου 2015, Brune κατά Επιτροπής,F‑59/14, EU:F:2015:50, σκέψη 71).

108

Όσον αφορά την παράνομη συμπεριφορά που προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος ανορθώσεως της υλικής ζημίας που απορρέει από την απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συμπεριφορά αυτή συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στην υποτιθέμενη παράνομη άρνηση του Κοινοβουλίου να θέσει στη διάθεση της προσφεύγουσας τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της, άρνηση η οποία απορρέει από τις αποφάσεις της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014. Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε προηγουμένως, η αιτίαση αυτή προβάλλεται αβασίμως.

109

Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το υποστατό της ζημίας, εν προκειμένω της υλικής ζημίας, κατά πάγια νομολογία, αυτή πρέπει να είναι δεόντως αποδεδειγμένη και βέβαιη (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Girardot,C‑348/06 P, EU:C:2008:107, σκέψη 54, και της 19ης Μαΐου 2015, Brune κατά Επιτροπής,F‑59/14, EU:F:2015:50, σκέψη 76). Ειδικότερα, όταν η προβαλλόμενη ζημία συνίσταται, όπως εν προκειμένω, σε απώλεια ευκαιρίας, αφενός, η απολεσθείσα ευκαιρία πρέπει να ήταν πραγματική (αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, Eagle κ.λπ. κατά Επιτροπής,T‑144/02, EU:T:2004:290, σκέψη 165, και της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής,T‑10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 96) και, αφετέρου, η απώλεια αυτή πρέπει να είναι οριστική.

110

Όσον αφορά τον βαθμό βεβαιότητας της αιτιώδους συναφείας, αυτός επιτυγχάνεται όταν η παρανομία που διέπραξε το θεσμικό όργανο της Ένωσης στέρησε, με βεβαιότητα, από ένα πρόσωπο όχι κατ’ ανάγκην την πρόσληψη, την πραγματοποίηση της οποίας ο ενδιαφερόμενος δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδείξει, αλλά μια σοβαρή ευκαιρία να προσληφθεί ως μόνιμος υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού, με συνέπεια να υποστεί ο ενδιαφερόμενος υλική ζημία που συνίσταται σε απώλεια εισοδήματος (αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 2011, V κατά Κοινοβουλίου,F‑46/09, EU:F:2011:101, σκέψη 159, και της 17ης Οκτωβρίου 2013, BF κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου,F‑69/11, EU:F:2013:151, σκέψη 73).

111

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο ΔΔ φρονεί ότι, ακόμη και αν, στην πράξη, παρατηρείται ενδεχομένως, ότι, μετά από κάθε εκλογή στο Κοινοβούλιο, ορισμένο ποσοστό των ΔΚΒ, που εκτιμάται από την προσφεύγουσα στο 60 % αυτών που απασχολούνταν προηγουμένως, προσλαμβάνεται πράγματι από τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου, είτε πρόκειται για μέλη του Κοινοβουλίου που κατείχαν βουλευτικό αξίωμα κατά τη διάρκεια της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου είτε όχι, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι, εάν εξακολουθούσε να ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά της καθ’ όλη την κοινοβουλευτική περίοδο 2009/2014, θα είχε 60 % πιθανότητες να πείσει νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου να την προσλάβει στην υπηρεσία του. Πράγματι, δεδομένου ότι η πρόσληψή του και η ενδεχόμενη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του ή η ανανέωση της συμβάσεώς του εργασίας εξαρτώνται, εξ ορισμού, από την ύπαρξη σχέσεως εμπιστοσύνης με το μέλος του Κοινοβουλίου που επικουρεί, ένας ΔΚΒ που ασκεί καθήκοντα στην υπηρεσία μέλους του Κοινοβουλίου δεν μπορεί ούτε να έχει τη βεβαιότητα ότι θα προσληφθεί για να επικουρήσει άλλο μέλος του Κοινοβουλίου ούτε να είναι σίγουρος ότι, κατόπιν της προσλήψεώς του, το ίδιο μέλος του Κοινοβουλίου, εφόσον εκλεγεί εκ νέου, θα εξακολουθήσει να κάνει χρήση των υπηρεσιών του.

112

Εξάλλου, όσον αφορά τη μείωση των πιθανοτήτων προσλήψεως από νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019 λόγω του ότι τέθηκαν στη διάθεσή της με καθυστέρηση τα μέσα για την εκτέλεση της εργασίας της, αφενός, τα μέσα αυτά επιστράφηκαν στην προσφεύγουσα μόλις διατύπωσε σχετικό αίτημα, ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου. Αφετέρου, όπως ορθώς επισημαίνει το Κοινοβούλιο, το γεγονός και μόνο της φυσικής παρουσίας στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου και/ή της διαθέσεως ηλεκτρονικής διευθύνσεως του θεσμικού αυτού οργάνου ή προσβάσεως στον εσωτερικό ιστότοπο του οργάνου αυτού δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως καθοριστικό στοιχείο προκειμένου νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου να επιλέξει ένα πρόσωπο ως μελλοντικό συνεργάτη. Εν πάση περιπτώσει, αν και οι πτυχές αυτές μπορούν να διευκολύνουν τις επαφές, ουδόλως συνιστούν ούτε παρέχουν εγγύηση απασχολήσεως ή προσβάσεως σε θέση εργασίας. Επομένως, δεν μπορούν να αναχθούν, βάσει εικασιών, σε στοιχεία συστατικά πραγματικής και βέβαιης ευκαιρίας προσλήψεως.

113

Επιπλέον, τα νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου, πριν αναλάβουν επισήμως τα καθήκοντά τους στο Κοινοβούλιο, μπορούν να έχουν επαφές και να οργανώσουν συνεντεύξεις προς τον σκοπό προσλήψεως των συνεργατών τους και στα κράτη μέλη καταγωγής τους. Τέλος, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που η προσφεύγουσα αποδίδει στην πτυχή αυτή για την πρόσληψη ως ΔΚΒ, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι, αφού υπηρέτησε επί πολλά έτη ως ΔΚΒ, είχε διατηρήσει επαρκές δίκτυο επαφών μεταξύ των μελών του Κοινοβουλίου και των ΔΚΒ ώστε να ενημερώνεται για τις κενές θέσεις και μπορούσε, κατά συνέπεια, ευχερώς να έλθει σε επαφή με νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου, χωρίς να είναι, οπωσδήποτε, αναγκαίο να διαθέτει ηλεκτρονική διεύθυνση του Κοινοβουλίου ή πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του. Άλλωστε, από τις ενδείξεις που παρέσχε με το υπόμνημά της απαντήσεως προκύπτει ότι διατήρησε σχέσεις με ΔΚΒ που ασκούσαν τα καθήκοντά τους στην εθνική αντιπροσωπεία κοινοβουλευτικής ομάδας, καθώς και με την αντιπροσωπεία αυτή, οπότε τα πρόσωπα αυτά μπορούσαν να της διοχετεύουν πληροφορίες από το Κοινοβούλιο.

114

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να εξακολουθήσει να ασκεί πράγματι τα καθήκοντά της και ότι είχε στη διάθεσή της αμέσως μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως CH τα μέσα εκτελέσεως της εργασίας της, η προβαλλόμενη ευκαιρία προσλήψεώς της από νεοεκλεγέν μέλος του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019 δεν θα είχε στηριχθεί στη διαθεσιμότητα των μέσων εκτελέσεως της εργασίας της ή στη φυσική της παρουσία στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου, αλλά μάλλον στα θετικά στοιχεία της υποψηφιότητάς της και των επαγγελματικών χαρακτηριστικών της, χαρακτηριστικών τα οποία δεν θα είχαν βελτιωθεί ουσιωδώς λόγω της πραγματικής ασκήσεως των καθηκόντων ΔΚΒ για πρόσθετη χρονική περίοδο ορισμένων μηνών το 2014. Κατά τα λοιπά, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει ότι προέβη σε ιδιαίτερα διαβήματα προς νεοεκλεγέντα μέλη του Κοινοβουλίου ούτε ότι κάποιο από τα μέλη αυτά αρνήθηκε να την προσλάβει με το αιτιολογικό ότι δεν είχε φυσική παρουσία στις εγκαταστάσεις του Κοινοβουλίου ή ότι δεν διέθετε, πριν από τις 16 Ιουνίου 2014, ηλεκτρονική διεύθυνση του εν λόγω θεσμικού οργάνου ή ακόμη ότι διέθετε ανεπαρκή επαγγελματική πείρα ως ΔΚΒ.

115

Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει το Κοινοβούλιο, η κοινοβουλευτική περίοδος 2014/2019 δεν έχει λήξει. Επομένως, η προβαλλόμενη απώλεια ευκαιρίας ουδόλως παρίσταται οριστική, εφόσον, αντιθέτως, η προσφεύγουσα θα μπορούσε στο μέλλον να προσληφθεί εκ νέου ως ΔΚΒ.

116

Από τη σκοπιά αυτή, τόσον υπό το πρίσμα της προϋποθέσεως σχετικά με το υποστατό της απώλειας ευκαιρίας προσλήψεως όσο και της προϋποθέσεως που ανάγεται στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, το αίτημα αποζημιώσεως σχετικά με την προβαλλόμενη απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως πρέπει να απορριφθεί.

117

Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το αποζημιωτικό αίτημα που αφορά την ανόρθωση της υλικής ζημίας που απορρέει από την απώλεια ευκαιρίας προσλήψεως της προσφεύγουσας από μέλος του Κοινοβουλίου για την κοινοβουλευτική περίοδο 2014/2019 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Επί της ηθικής βλάβης που απορρέει από την έλλειψη κινήσεως διοικητικής έρευνας

Επιχειρήματα των διαδίκων

118

H προσφεύγουσα επικαλείται, προς στήριξη του αιτήματος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης την οποία εκτιμά σε 60000 ευρώ, το γεγονός ότι εξακολουθεί να μην έχει επιτύχει την κίνηση διοικητικής έρευνας ικανής να αποδείξει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών ηθικής παρενοχλήσεως που κατήγγειλε με την αίτηση αρωγής που υπέβαλε. Η ακύρωση των προσβαλλομένων εν προκειμένω αποφάσεων δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη βλάβη αυτή που αποσυνδέεται από την παρανομία στην οποία στηρίζεται η ακύρωση των ως άνω αποφάσεων. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η ηθική βλάβη της στηρίζεται εν μέρει στο γεγονός ότι, ελλείψει κινήσεως διοικητικής έρευνας, επλήγη η αξιοπρέπειά της ως προσώπου, το οποίο, όπως υποστηρίζει, υπέστη ηθική παρενόχληση. Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο ΔΔ με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2011, Skareby κατά Επιτροπής (F‑95/09, EU:F:2011:9, σκέψη 26), η ενδεχόμενη αναγνώριση της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως, η οποία προφανώς εξαρτάται από την κίνηση και την ολοκλήρωση διοικητικής έρευνας, μπορεί, αυτή καθαυτή, να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας ανασυγκροτήσεως της προσωπικότητας του παρενοχληθέντος προσώπου. Είναι, όμως, σαφές ότι η προσφεύγουσα στερήθηκε του εν λόγω ενδεχομένου ευεργετικού αποτελέσματος, δεδομένου ότι, τουλάχιστον κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής‑αγωγής, δεν είχε καταρτισθεί έκθεση διοικητικής έρευνας. Στα ανωτέρω προστίθεται το γεγονός ότι, αφενός, το Κοινοβούλιο προδήλως δεν μερίμνησε ώστε οι νέες αποφάσεις που ελήφθησαν προς εκτέλεση της αποφάσεως CH να μη φέρουν τις πλημμέλειες που δικαιολόγησαν την ακύρωση των προηγουμένων αποφάσεων με την ως άνω δικαστική απόφαση και ότι, αφετέρου, η προσφεύγουσα αναγκάσθηκε να εμπλακεί για δεύτερη φορά σε προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και, στη συνέχεια, σε ένδικη διαδικασία για την αναγνώριση των δικαιωμάτων της.

119

Το Κοινοβούλιο ζητεί την απόρριψη των προαναφερθέντων αποζημιωτικών αιτημάτων, υποστηρίζοντας ότι προέβη στη σύσταση ενός οργάνου, εν προκειμένω της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ, ικανού να διεξάγει τη διοικητική έρευνα στο πλαίσιο καταγγελίας για ηθική παρενόχληση της οποίας ο φερόμενος δράστης είναι μέλος του Κοινοβουλίου. Όσον αφορά την προθεσμία εντός της οποίας διεξήχθη η διοικητική έρευνα, το Κοινοβούλιο αναφέρει ότι, αντί να «προβεί σε δήθεν έρευνα χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο, πράγμα το οποίο, στην πράξη, δεν θα προσέφερε τις κατάλληλες εγγυήσεις», προτίμησε «να εξοπλιστεί[, με τη θέσπιση, στις 14 Απριλίου 2014, του εσωτερικού κανονισμού για την ηθική παρενόχληση όσον αφορά τους ΔΚΒ,] με ένα δεσμευτικό νομικό εργαλείο δυνάμενο να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 24 του ΚΥΚ» στο πλαίσιο των ειδικών συμβατικών σχέσεων που συνάπτονται με τους ΔΚΒ. Το Κοινοβούλιο εκτιμά, επιπλέον, ότι η προσφεύγουσα «δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι υπέστη διακριτή και αποτιμητή σε χρήμα ηθική βλάβη λόγω του ότι [το Κοινοβούλιο] δεν εξέτασε το αίτημά της αρωγής».

Εκτίμηση του Δικαστηρίου ΔΔ

120

Μολονότι η ακύρωση μιας παράνομης πράξεως, όπως οι αποφάσεις της 3ης Μαρτίου και της 2ας Απριλίου 2014, που επιβεβαιώθηκαν με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, μπορεί να συνιστά, αυτή καθαυτή, πρόσφορη και, κατ’ αρχήν, επαρκή ικανοποίηση κάθε ηθικής βλάβης που τυχόν προκάλεσαν οι εν λόγω πράξεις, τούτο δεν συμβαίνει σε περίπτωση που ο προσφεύγων‑ενάγων αποδεικνύει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία είναι δυνατό να διαχωριστεί από την παρανομία που δικαιολογεί την ακύρωση και δεν μπορεί να επανορθωθεί πλήρως με την ακύρωση αυτή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής,T‑10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 131· της 19ης Νοεμβρίου 2009, Μιχαήλ κατά Επιτροπής,T‑49/08 P, EU:T:2009:456, σκέψη 88, και της 19ης Μαΐου 2015, Brune κατά Επιτροπής,F‑59/14, EU:F:2015:50, σκέψη 80).

121

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα σαφώς υπέστη ηθική βλάβη λόγω του ότι, πρώτον, το Κοινοβούλιο δεν είχε ακόμη, κατά την ημερομηνία της διασκέψεως για την έκδοση αποφάσεως επί της υπό κρίση υποθέσεως, λυσιτελώς εξετάσει το αίτημα αρωγής που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ· δεύτερον, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής‑αγωγής δεν είχε κινηθεί καμία διοικητική έρευνα κατά την έννοια της νομολογίας· και, τρίτον, ακόμη και αν, μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η ΑΣΣΠΑ ανέθεσε τελικώς στην ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ τη μέριμνα να διεξαγάγει τέτοια έρευνα αντ’ αυτής, η προσφεύγουσα δεν είχε ακόμη ενημερωθεί, κατά την ημερομηνία της διασκέψεως για την έκδοση αποφάσεως επί της υπό κρίση υποθέσεως, για τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής ούτε για τα ενδεχόμενα μέτρα που προτάθηκαν στους κοσμήτορες ή ακόμη στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

122

Ωστόσο, εφόσον η ΑΣΣΠΑ επελήφθη νομοτύπως αιτήματος αρωγής, εν προκειμένω στις 22 Δεκεμβρίου 2011, σε χρόνο κατά τον οποίο τόσον η προσφεύγουσα όσο και το οικείο μέλος του Κοινοβουλίου ασκούσαν τα αντίστοιχα καθήκοντά τους εντός του θεσμικού οργάνου, εξακολουθεί να υπέχει την υποχρέωση διεξαγωγής της διοικητικής έρευνας, ανεξαρτήτως του αν η προβαλλόμενη ηθική παρενόχληση έπαυσε η όχι.

123

Πράγματι, αφενός, η ενδεχόμενη αναγνώριση εκ μέρους της ΑΣΣΠΑ, κατά το πέρας διοικητικής έρευνας διεξαχθείσας ενδεχομένως με την αρωγή συμβουλευτικής επιτροπής, όπως η ειδική συμβουλευτική επιτροπή για τους ΔΚΒ, της υπάρξεως ηθικής παρενοχλήσεως, μπορεί, αυτή καθαυτή, να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας ανασυγκροτήσεως της προσωπικότητας του παρενοχληθέντος ΔΚΒ (βλ. απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 2011, Skareby κατά Επιτροπής,F‑95/09, EU:F:2011:9, σκέψη 26) και θα μπορέσει επιπλέον να χρησιμοποιηθεί από το θύμα για την ενδεχόμενη άσκηση εθνικού ενδίκου βοηθήματος για το οποίο θα εφαρμοστεί η υποχρέωση αρωγής της ΑΣΣΠΑ δυνάμει του άρθρου 24 του ΚΥΚ και δεν θα αποσβεσθεί κατά τη λήξη της περιόδου απασχολήσεως του ΔΚΒ.

124

Αφετέρου, κατά μείζονα δε λόγο σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, που έχει, στο παρόν στάδιο, ως αντικείμενο μόνον τους ισχυρισμούς περί ηθικής παρενοχλήσεως, η ολοκλήρωση διοικητικής έρευνας μπορεί, αντιθέτως, να παράσχει τη δυνατότητα ανατροπής των ισχυρισμών που προέβαλε το φερόμενο θύμα, καθιστώντας, επομένως, δυνατή την ανόρθωση της βλάβης που η κατηγορία αυτή, εάν αποδεικνυόταν αβάσιμη, μπορεί να προκάλεσε στο πρόσωπο το οποίο η διαδικασία έρευνας αφορά ως φερόμενο δράστη της παρενοχλήσεως.

125

Επιπλέον, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, το αίσθημα αδικίας και η ψυχική βάσανος που προκαλεί σε κάποιον το γεγονός ότι υποχρεούται να κινήσει προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και στη συνέχεια ένδικη διαδικασία προκειμένου να αναγνωρισθούν τα δικαιώματά του μπορεί να συνιστά ηθική βλάβη δυνάμενη να απορρέει εκ του γεγονότος και μόνον ότι η Διοίκηση διέπραξε παρανομία, διευκρινιζομένου ότι οι ζημίες αυτές ανορθώνονται, όταν δεν αντισταθμίζονται από την ικανοποίηση που προκαλεί η ακύρωση μιας πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής,C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 και 28). Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν, στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως ακυρωτικής αποφάσεως, η Διοίκηση επαναλαμβάνει πλημμέλειες της ίδιας φύσεως με αυτές που δικαιολόγησαν την εν λόγω ακύρωση.

126

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη της ελλείψεως κινήσεως σε εύλογο χρόνο και ολοκληρώσεως διοικητικής έρευνας, μολονότι αυτή είχε ζητηθεί στο πλαίσιο του αιτήματος αρωγής, το οποίο επανελήφθη μεταγενέστερα, και του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα χρειάστηκε να προβεί σε νέα διαβήματα προς τις διοικητικές υπηρεσίες του Κοινοβουλίου και, στη συνέχεια, να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα για να επιτύχει την αναγνώριση, στην πληρότητά τους, των δικαιωμάτων που αντλεί από το άρθρο 24 του ΚΥΚ, το Δικαστήριο ΔΔ αποφαίνεται ότι συνιστά δίκαιη εκτίμηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η προσφεύγουσα, ο καθορισμός ex æquo et bono της χρηματικής ικανοποιήσεως της εν λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 25000 ευρώ.

127

Εξάλλου, το Δικαστήριο ΔΔ φρονεί ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της προσφεύγουσας να προσαυξηθεί το εν λόγω ποσό με τόκους υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες. Ελλείψει αναφοράς της ημερομηνίας από την οποία θα πρέπει να τρέχουν οι εν λόγω τόκοι υπερημερίας, το Δικαστήριο ΔΔ αποφασίζει, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας που διαθέτει (βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1998, Aquilino κατά Συμβουλίου,T‑130/96, EU:T:1998:159, σκέψη 39), ότι αυτοί θα αρχίσουν να τρέχουν από την ημερομηνία της εκδόσεως της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, δηλαδή από τις 4 Αυγούστου 2014, δεδομένου ότι, μέχρι την ημερομηνία αυτή, η ΑΣΣΠΑ διέθετε ακόμη, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα να κινήσει διοικητική έρευνα στο πλαίσιο των μέτρων εκτελέσεως της αποφάσεως CH, προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα που διατύπωσε συναφώς η προσφεύγουσα στις 15 Ιανουαρίου 2014.

128

Όσον αφορά, τέλος, τα επιχειρήματα που αντλεί η προσφεύγουσα από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και την παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, καθόσον δεν έλαβε την άδεια να συνοδεύεται από τους δικηγόρους της κατά την ακρόασή της ενώπιον της ειδικής συμβουλευτικής επιτροπής για τους ΔΚΒ στις 15 Ιανουαρίου 2015, το Δικαστήριο ΔΔ θα περιοριστεί στη διαπίστωση ότι τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά είναι, εν πάση περιπτώσει, μεταγενέστερα της προσφυγής στο Δικαστήριο ΔΔ και, συνεπώς, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα.

129

Εν όψει του συνόλου των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο ΔΔ πρέπει:

να ακυρώσει την απόφαση της 2ας Απριλίου 2014, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, στο μέτρο που το Κοινοβούλιο αρνήθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, να καταβάλει στην προσφεύγουσα συμπληρωματικό ποσό 5686 ευρώ, σε εκτέλεση της αποφάσεως CH, και να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό αυτό προσαυξημένο, από την 1η Ιουλίου 2014, ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως ΔΚΒ της προσφεύγουσας, με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η ΕΚΤ για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες·

να ακυρώσει την απόφαση της 3ης Μαρτίου 2014, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, στο μέτρο που το Κοινοβούλιο, κατόπιν της ακυρώσεως, με την απόφαση CH, της αποφάσεως περί απορρίψεως του αιτήματος αρωγής, παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, παραλείποντας να διατάξει, δυνάμει του καθήκοντος αρωγής που υπέχει από το άρθρο 24 του ΚΥΚ και του καθήκοντος μέριμνας, την κίνηση διοικητικής έρευνας επί των φερομένων πράξεων ηθικής παρενοχλήσεως·

να απορρίψει, κατά τα λοιπά, τα αιτήματα ακυρώσεως·

να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 25000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, προσαυξημένο από την 4η Αυγούστου 2014 με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες·

να απορρίψει, κατά τα λοιπά, τα αποζημιωτικά αιτήματα.

Επί των δικαστικών εξόδων

130

Κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του όγδοου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του τελευταίου. Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο ΔΔ μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει μεν τα δικαστικά έξοδά του, πλην όμως καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα του αντιδίκου ή δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.

131

Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ηττηθείς διάδικος είναι, κυρίως, το Κοινοβούλιο. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ζήτησε ρητώς με το αιτητικό της προσφυγής-αγωγής της να καταδικασθεί το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Κοινοβούλιο πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα και να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της CH.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 2ας Απριλίου 2014, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 4ης Αυγούστου 2014 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, στο μέτρο που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αρνήθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, να καταβάλει στη CH συμπληρωματικό ποσό 5686 ευρώ, σε εκτέλεση της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2013, CH κατά Κοινοβουλίου (F‑129/12, EU:F:2013:203).

 

2)

Ακυρώνει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 3ης Μαρτίου 2014, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 4ης Αυγούστου 2014 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, στο μέτρο που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν της ακυρώσεως με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, CH κατά Κοινοβουλίου (F‑129/12, EU:F:2013:203), της αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Μαρτίου 2012, περί απορρίψεως του από 22 Δεκεμβρίου 2011 αιτήματος αρωγής της CH, δεν αποφάσισε την κίνηση διοικητικής έρευνας επί των φερομένων πράξεων ηθικής παρενοχλήσεως κατά παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ.

 

3)

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τα αιτήματα ακυρώσεως.

 

4)

Υποχρεώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταβάλει στη CH το ποσό των 5686 ευρώ, προσαυξημένο από την 1η Ιουλίου 2014, ημερομηνία λύσεως της υπαλληλικής σχέσεως της CH, με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

 

5)

Υποχρεώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταβάλει στη CH το ποσό των 25000 ευρώ ως ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, προσαυξημένο, από την 4η Αυγούστου 2014, με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες.

 

6)

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τα αποζημιωτικά αιτήματα.

 

7)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της CH.

 

Barents

Perillo

Svenningsen

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Οκτωβρίου 2015.

Η Γραμματέας

W. Hakenberg

Ο Πρόεδρος

R. Barents


( *1 )   Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.