Βρυξέλλες, 7.12.2022

COM(2022) 697 final

2022/0403(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της [xxxx]
για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 όσον αφορά μέτρα για τον μετριασμό της υπερβολικής έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης.

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SEC(2022) 697 final} - {SWD(2022) 697 final} - {SWD(2022) 698 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 1 (κανονισμός για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών ή «EMIR») ρυθμίζει τις συναλλαγές παραγώγων και περιλαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό των κινδύνων τους μέσω της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους 2 . Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα μέρη μιας συναλλαγής, καθώς καθίστανται αγοραστής έναντι κάθε πωλητή και πωλητής έναντι κάθε αγοραστή. Με τον τρόπο αυτό, αυξάνουν τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της αγοράς και μειώνουν τους κινδύνους στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ιδίως όσον αφορά τα παράγωγα.

Ο κανονισμός EMIR εγκρίθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/2009 για την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την ενίσχυση της διαφάνειας, της τυποποίησης και, ως εκ τούτου, της ασφάλειας των αγορών. Σύμφωνα με τον κανονισμό EMIR, οι συναλλαγές παραγώγων πρέπει να αναφέρονται προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια της αγοράς για τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές και οι κίνδυνοι τους να μετριάζονται κατάλληλα μέσω κεντρικής εκκαθάρισης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή μέσω της ανταλλαγής ασφαλειών, γνωστών ως «περιθώριο ασφαλείας», σε διμερείς συναλλαγές. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, και οι κίνδυνοι που διαχειρίζονται, έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έγκριση του κανονισμού EMIR.

Το 2017 η Επιτροπή δημοσίευσε δύο νομοθετικές προτάσεις για την τροποποίηση του κανονισμού EMIR, οι οποίες εγκρίθηκαν αμφότερες από τους συννομοθέτες το 2019. Ο κανονισμός EMIR REFIT 3 αναπροσάρμοσε ορισμένες από τις απαιτήσεις του κανονισμού EMIR ώστε να διασφαλιστεί η αναλογικότητά τους, με παράλληλη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Αναγνωρίζοντας τα αναδυόμενα ζητήματα που σχετίζονται με την αυξανόμενη συγκέντρωση κινδύνων στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ιδίως στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ο κανονισμός EMIR 2.2 4 αναθεώρησε το εποπτικό πλαίσιο και καθόρισε διαδικασία για την αξιολόγηση του συστημικού χαρακτήρα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης. Ο κανονισμός EMIR συμπληρώνεται από τον κανονισμό για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων 5 , ο οποίος εκδόθηκε το 2020 6 , προκειμένου να υπάρξει προετοιμασία για το απίθανο —αν και με τεράστιο αντίκτυπο— ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος της ΕΕ σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες 7 .

Παρότι ο κανονισμός EMIR έχει θεσπίσει ισχυρό πλαίσιο για την κεντρική εκκαθάριση, ορισμένοι τομείς του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου έχουν αποδειχθεί υπερβολικά περίπλοκοι. Αυτό περιορίζει την ικανότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ να προσελκύουν επιχειρήσεις τόσο εντός της ΕΕ όσο και διεθνώς. Οι διαδικασίες εποπτικής έγκρισης για την παροχή νέων υπηρεσιών και δραστηριοτήτων εκκαθάρισης από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, καθώς και οι αλλαγές στα μοντέλα κινδύνου τους, είναι σε πολλές περιπτώσεις αδικαιολόγητα χρονοβόρες και επαχθείς. Οι ισχύοντες κανόνες διασφαλίζουν την ασφάλεια και την ευρωστία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, αλλά αυτό θα μπορούσε να γίνει με πολλούς τρόπους και οι υφιστάμενες διαδικασίες έχουν αμφισβητηθεί ως υπερβολικά αργές και, ενίοτε, δυσανάλογες υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης αλλαγής. Δεν θα πρέπει να απαιτούνται χρόνια για την έγκριση ενός νέου προϊόντος και οι αλλαγές στα μοντέλα κινδύνου πρέπει να είναι ταχείες ώστε να αντικατοπτρίζουν τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και της οικονομίας. Οι καθυστερήσεις στις εγκρίσεις αυξάνουν το κόστος και περιορίζουν την ελκυστικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, και κατά συνέπεια της ΕΕ ως τόπου επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η πρόταση αποσκοπεί στον μετριασμό αυτών των εμποδίων, προκειμένου να προωθηθούν σύγχρονοι και ανταγωνιστικοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην ΕΕ, οι οποίοι μπορούν να προσελκύσουν επιχειρήσεις.

Ο κανονισμός EMIR παρέχει ένα ολοκληρωμένο και ισχυρό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και ο κανονισμός για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ο οποίος εκδόθηκε πρόσφατα, ενισχύει περαιτέρω την ευρωστία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ. Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να συνεχίσει η ΕΕ να βασίζει την εξέλιξη του οικοσυστήματος της κεντρικής εκκαθάρισης στη δύναμη των κανόνων και της εποπτείας της. Οι εύρωστοι και ασφαλείς κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ενισχύουν την αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στηρίζουν καθοριστικά τη ρευστότητα των βασικών αγορών. Ένα ασφαλές, ισχυρό και ανθεκτικό οικοσύστημα εκκαθάρισης αποτελεί προϋπόθεση για την περαιτέρω ανάπτυξη του εν λόγω συστήματος. Το οικοσύστημα κεντρικής εκκαθάρισης της ΕΕ θα πρέπει να δίνει στις επιχειρήσεις της ΕΕ τη δυνατότητα να αντισταθμίζουν τους κινδύνους τους αποτελεσματικά και με ασφάλεια, διασφαλίζοντας παράλληλα την ευρύτερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική εκκαθάριση θα στηρίξει την οικονομία της ΕΕ. Η παρούσα πρόταση έχει ως στόχο να θέσει τις επιχειρήσεις σε καλύτερη θέση, καθώς θα μπορούν να προβλέψουν τις ανάγκες ρευστότητας που συνδέονται με την κεντρική εκκαθάριση. Ένα ανταγωνιστικό και αποτελεσματικό οικοσύστημα εκκαθάρισης της ΕΕ θα αυξήσει τις δραστηριότητες κεντρικής εκκαθάρισης, η οποία όμως ενέχει επίσης κινδύνους λόγω της συγκέντρωσης των συναλλαγών σε μικρό αριθμό κεντρικών αντισυμβαλλομένων που είναι συστημικά σημαντικοί σε οικονομικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω κίνδυνοι πρέπει να τελούν υπό κατάλληλη διαχείριση από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να συνεχίσουν να υπόκεινται σε ενδελεχή εποπτεία τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρύτερο ενωσιακό επίπεδο. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στη διασφάλιση άρτιας και συντονισμένης εποπτείας, με βάση το εποπτικό σύστημα που εφαρμόζει επί του παρόντος η ΕΕ.

Επιπλέον, από το 2017 έχουν εκφραστεί επανειλημμένα ανησυχίες σχετικά με τους συνεχιζόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ που απορρέουν από την υπερβολική συγκέντρωση της εκκαθάρισης σε ορισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ιδίως σε ένα σενάριο ακραίων συνθηκών. Γεγονότα υψηλού κινδύνου αλλά χαμηλής πιθανότητας μπορούν να συμβούν και η ΕΕ πρέπει να είναι προετοιμασμένη να τα αντιμετωπίσει 8 . Παρότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ έχουν γενικά αποδειχθεί ανθεκτικοί, η πείρα έχει δείξει ότι το οικοσύστημα εκκαθάρισης της ΕΕ μπορεί να ενισχυθεί, προς όφελος της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ωστόσο, η ανοικτή στρατηγική αυτονομία σημαίνει επίσης ότι η ΕΕ πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που μπορεί να προκύψουν όταν οι συμμετέχοντες στην αγορά της ΕΕ εξαρτώνται υπερβολικά από οντότητες τρίτων χωρών, καθώς αυτό μπορεί να αποτελέσει πηγή τρωτότητας. Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση έχει ως στόχο να καταστεί πιο αναλογικό το πλαίσιο ισοδυναμίας του κανονισμού EMIR και να προσαρμοστεί καλύτερα η συνεργασία με τις αλλοδαπές εποπτικές αρχές λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που εγκυμονούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι σε τρίτες χώρες —και χωρίς να διακυβευθεί η ανάγκη θέσπισης άρτιων κανόνων από τρίτες χώρες. Προτείνεται επίσης να απλουστευθεί η διαδικασία ισοδυναμίας όταν οι κίνδυνοι που ενέχει η κεντρική εκκαθάριση σε τρίτη χώρα είναι ιδιαίτερα χαμηλοί. Επιπλέον, η παρούσα πρόταση επιδιώκει να ενισχύσει την ικανότητα κεντρικής εκκαθάρισης της ΕΕ και, ως εκ τούτου, να αυξήσει τη ρευστότητα στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ με στόχο τη μείωση των κινδύνων που ενέχει για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ η υπερβολική έκθεση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, βάσει της παρούσας πρότασης, όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά που υπόκεινται σε υποχρέωση εκκαθάρισης πρέπει να τηρούν ενεργούς λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ για την εκκαθάριση προϊόντων που έχουν προσδιοριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως ουσιώδους συστημικής σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ.

Η παρούσα πρόταση συμπληρώνεται από πρόταση οδηγίας που εισάγει περιορισμένο αριθμό αλλαγών στην οδηγία 2013/36/ΕΕ 9 (οδηγία για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ή «ΟΚΑ»), στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 10 (οδηγία για τις επιχειρήσεις επενδύσεων ή «IFD») και στην οδηγία 2009/65/ΕΕ 11 (οδηγία για τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες ή οδηγία ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά την αντιμετώπιση του κινδύνου συγκέντρωσης έναντι των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου στις κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές παραγώγων. Οι τροποποιήσεις αυτές είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της παρούσας αναθεώρησης του κανονισμού EMIR, καθώς και για να διασφαλιστεί η συνοχή. Επομένως, οι δύο προτάσεις πρέπει να διαβάζονται από κοινού.

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η παρούσα πρόταση σχετίζεται και συνάδει με άλλες ενωσιακές πολιτικές και τρέχουσες πρωτοβουλίες που αποσκοπούν i) στην προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών  12 , ii) στην ενίσχυση της ανοικτής στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ και iii) στην ενίσχυση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ.

Πρώτον, η ικανότητα εκκαθάρισης αποτελεί σημαντική διάσταση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Η Ένωση Κεφαλαιαγορών αποσκοπεί στη δημιουργία κεφαλαιαγορών της ΕΕ με βάθος και ρευστότητα, οι οποίες μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πολιτών, των επιχειρήσεων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ. Η κρίση της νόσου COVID-19 κατέστησε πιο επιτακτική την ανάγκη υλοποίησης της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, καθώς η χρηματοδότηση που βασίζεται στην αγορά είναι απαραίτητη συνιστώσα για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και την επιστροφή στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Οι ασφαλείς, ισχυρές και ανταγωνιστικές μετασυναλλακτικές ρυθμίσεις, ιδίως η κεντρική εκκαθάριση, στην ΕΕ είναι ουσιαστικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Οι προτεινόμενες νομοθετικές αλλαγές, μεταξύ άλλων για την περαιτέρω ενίσχυση του εποπτικού πλαισίου, θα συμβάλουν στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικότερου και ασφαλέστερου μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ.

Δεύτερον, η ύπαρξη ανταγωνιστικών, καλά αναπτυγμένων και ανθεκτικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για την ανοικτή στρατηγική αυτονομία της ΕΕ. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την ανοικτή στρατηγική αυτονομία 13 παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η ΕΕ μπορεί να ενισχύσει την ανοικτή στρατηγική αυτονομία της στον μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, ιδίως, αλλά όχι μόνο, με την περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ και την αύξηση της ανθεκτικότητάς τους. Η δημιουργία ενός ισχυρού συστήματος κεντρικής εκκαθάρισης της ΕΕ με άρτια ικανότητα μειώνει τους κινδύνους που απορρέουν από την υπερβολική εξάρτηση από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τις εποπτικές αρχές τους.

Τρίτον, οι πρόσφατες εξελίξεις στις αγορές ενέργειας, με αρκετές εταιρείες ενέργειας να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας όταν χρησιμοποιούν αγορές παραγώγων, έχουν επίσης καταδείξει ότι ο κανονισμός EMIR πρέπει να ενισχυθεί, ώστε οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ να εξακολουθήσουν να μετριάζονται υπό το πρίσμα των νέων προκλήσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα ασφαλές, ισχυρό και ανταγωνιστικό οικοσύστημα κεντρικής εκκαθάρισης της ΕΕ, το οποίο θα μπορεί να αντέχει σε οικονομικούς κλυδωνισμούς.

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η παρούσα πρωτοβουλία θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του ευρύτερου θεματολογίου της Επιτροπής που αποσκοπεί στο να καταστούν οι αγορές της ΕΕ πιο ασφαλείς, ισχυρές, αποτελεσματικές και ανταγωνιστικές. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι οι μετασυναλλακτικές ρυθμίσεις, ιδίως η κεντρική εκκαθάριση, που αποτελούν ουσιώδες στοιχείο των κεφαλαιαγορών είναι εξίσου ασφαλείς, ισχυρές, αποτελεσματικές και ανταγωνιστικές. Μια πλήρως λειτουργική και ολοκληρωμένη αγορά κεφαλαίων θα επιτρέψει στην οικονομία της ΕΕ να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο και να είναι πιο ανταγωνιστική, σύμφωνα με τη στρατηγική προτεραιότητα της Επιτροπής για μια οικονομία στην υπηρεσία των ανθρώπων, με επίκεντρο τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.

Η εν λόγω πρωτοβουλία δεν έχει άμεσες και/ή προσδιορίσιμες επιπτώσεις που να προκαλούν σημαντική ζημία ή να επηρεάζουν τη συνοχή με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα 14 .

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

O κανονισμός EMIR καθορίζει το κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο που εφαρμόζεται τόσο για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους στην ΕΕ όσο και για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένα/-οι στην ΕΕ. Η νομική βάση για τον κανονισμό EMIR είναι το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), καθώς θεσπίζει κοινούς κανόνες για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, ώστε να αποφεύγονται αποκλίνοντα εθνικά μέτρα ή πρακτικές και εμπόδια στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας παράλληλα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Δεδομένου ότι η παρούσα πρωτοβουλία προτείνει περαιτέρω δράσεις πολιτικής για τη διασφάλιση της επίτευξης αυτών των στόχων, η σχετική νομοθετική πρόταση θα εγκριθεί υπό την ίδια νομική βάση.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Τα προβλήματα που προσδιορίστηκαν στην εκτίμηση επιπτώσεων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τα κράτη μέλη μεμονωμένα και απαιτείται ανάληψη δράσης από την ΕΕ. Η παρούσα πρόταση τροποποιεί τον κανονισμό EMIR, με σκοπό ιδίως την ενίσχυση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ μέσω της διευκόλυνσης της ικανότητάς τους να διαθέτουν νέα προϊόντα στην αγορά και μέσω της μείωσης του κόστους συμμόρφωσης, καθώς και μέσω της ενίσχυσης της εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ σε επίπεδο ΕΕ. Ως εκ τούτου, η δράση της ΕΕ θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης της ΕΕ από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και, ως εκ τούτου, τη μείωση των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ. Η ασφαλής, ισχυρή, αποτελεσματική και ανταγωνιστική αγορά για τις υπηρεσίες κεντρικής εκκαθάρισης συμβάλλει στη μεγαλύτερη εμβάθυνση και ρευστότητα των αγορών στην ΕΕ και είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

Τα κράτη μέλη και οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν μπορούν να επιλύσουν μεμονωμένα τους συστημικούς κινδύνους που δημιουργούν οι ενοποιημένοι σε υψηλό βαθμό και διασυνδεδεμένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που λειτουργούν σε διασυνοριακή βάση πέραν της εμβέλειας της εθνικής δικαιοδοσίας. Ούτε μπορούν να μετριάσουν τους κινδύνους που προκύπτουν από τις αποκλίνουσες εθνικές εποπτικές πρακτικές. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν μπορούν από μόνα τους να ενισχύσουν την ελκυστικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ και να αντιμετωπίσουν τις ανεπάρκειες του πλαισίου συνεργασίας των εθνικών εποπτικών αρχών και των αρχών της ΕΕ. Ως εκ τούτου, ο στόχος του κανονισμού EMIR για αύξηση της ασφάλειας, της ευρωστίας, της αποδοτικότητας και της ανταγωνιστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ στην ενιαία αγορά και για διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, όπως αναγνώρισαν οι συννομοθέτες το 2012 κατά την έγκριση του κανονισμού EMIR (και το 2019 κατά την έγκριση του κανονισμού EMIR REFIT και του κανονισμού EMIR 2.2). Ως εκ τούτου, λόγω της κλίμακας των δράσεων, οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο ΕΕ σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αναλογικότητα

Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να διασφαλιστεί ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι του κανονισμού EMIR με αναλογικό, αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο. Δεδομένης της φύσης της παρούσας πρότασης, υπάρχει ένας βασικός συμβιβασμός μεταξύ της αποτελεσματικότητας των μέτρων για την αύξηση της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και των επιπτώσεων στο κόστος για τους συμμετέχοντες στην εκκαθάριση. Αυτός ο συμβιβασμός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την προσαρμογή και τον σχεδιασμό των ίδιων των μέτρων, ώστε το κόστος να είναι αναλογικό. Η πρόταση επανεξετάζει επίσης τις εποπτικές ρυθμίσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν λόγω αναποτελεσματικών διαδικασιών αδειοδότησης. Επιπλέον, οι αλλαγές στην εποπτική αρχιτεκτονική έχουν ως στόχο να αποτυπώσουν την ανάγκη για αυξημένη συνεργασία των αρχών στην ΕΕ λόγω της αυξανόμενης σημασίας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, με παράλληλη διατήρηση των δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων των αρχών του κράτους μέλους εγκατάστασης. Επιπλέον, η θέσπιση απαίτησης για ενεργό λογαριασμό, η καθιέρωση παρακολούθησης σε επίπεδο ΕΕ όσον αφορά τη μεταφορά των υπερβολικών ανοιγμάτων επιχειρήσεων της ΕΕ από συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών (στο εξής: κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2) σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και η διαδικασία εκ των υστέρων έγκρισης/μη διατύπωσης αντιρρήσεων για ορισμένες αλλαγές στα μοντέλα κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και για την επέκταση των υπηρεσιών που προσφέρουν, λαμβάνουν υπόψη τις ανησυχίες που εξέφρασαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, με παράλληλη διαφύλαξη των στόχων του κανονισμού EMIR. Η πρόταση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης παρακολούθησης και μετριασμού τυχόν κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από τις δραστηριότητες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Η αναλογικότητα των προτιμώμενων επιλογών πολιτικής αξιολογείται περαιτέρω στα κεφάλαια 7 και 8 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων.

Επιλογή της νομικής πράξης

Ο EMIR είναι κανονισμός και, ως εκ τούτου, πρέπει να τροποποιηθεί με νομική πράξη της ίδιας φύσης.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν εκτενείς διαβουλεύσεις, σε συνεργασία με ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων οργάνων της ΕΕ [ΕΚΤ, ευρωπαϊκή επιτροπή συστημικών κινδύνων (ESRB), Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ)], κρατών μελών, μελών της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (τράπεζες, συνταξιοδοτικά ταμεία, επενδυτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες κ.λπ.), καθώς και μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών, προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον ο κανονισμός EMIR διασφαλίζει επαρκώς τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ. Η διαδικασία αυτή κατέδειξε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ λόγω της υπερβολικής συγκέντρωσης της εκκαθάρισης σε μικρό αριθμό κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί σε ένα σενάριο ακραίων καταστάσεων.

Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της σχετικά πρόσφατης έναρξης ισχύος του κανονισμού EMIR 2.2 και του γεγονότος ότι ορισμένες απαιτήσεις δεν ισχύουν ακόμη 15 , οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν θεώρησαν σκόπιμο να εκπονήσουν πλήρη παράλληλη αξιολόγηση ολόκληρου του πλαισίου. Αντ’ αυτού, προσδιορίστηκαν εκ των προτέρων βασικοί τομείς με βάση τις απαντήσεις των ενδιαφερόμενων μερών και την εσωτερική ανάλυση (στο τμήμα 3 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων σχετικά με τον ορισμό του προβλήματος εξηγούνται λεπτομερώς οι ανεπάρκειες και η αναποτελεσματικότητα των ισχυόντων κανόνων).

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η Επιτροπή διεξήγαγε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατάρτισης της παρούσας πρότασης. Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκαν τα εξής:

·στοχευμένη διαβούλευση της Επιτροπής από τις 8 Φεβρουαρίου έως τις 22 Μαρτίου 2022 16 . Αποφασίστηκε ότι η διαβούλευση θα πρέπει να είναι στοχευμένη και οι ερωτήσεις επικεντρώθηκαν σε έναν πολύ συγκεκριμένο και μάλλον τεχνικό τομέα. 71 ενδιαφερόμενα μέρη απάντησαν στη στοχευμένη διαβούλευση μέσω του ηλεκτρονικού εντύπου, ενώ ορισμένες εμπιστευτικές απαντήσεις υποβλήθηκαν επίσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

·πρόσκληση της Επιτροπής για υποβολή στοιχείων μεταξύ 8 Φεβρουαρίου και 8 Μαρτίου 2022 17 .

·διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη μέσω της ομάδας εργασίας σχετικά με τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις της μεταφοράς παραγώγων από το Ηνωμένο Βασίλειο στην ΕΕ, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021, συμπεριλαμβανομένων αρκετών συναντήσεων προβολής για τα ενδιαφερόμενα μέρη τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 2021.

·συνάντηση με μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 4 Μαΐου, καθώς και διμερείς συναντήσεις στη συνέχεια.

·συνάντηση με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών στις 30 Μαρτίου 2022, στις 16 Ιουνίου 2022 και στις 8 Νοεμβρίου 2022.

·συνεδριάσεις της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών στις 2 Φεβρουαρίου και στις 16 Μαρτίου 2022.

·συνεδριάσεις της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής στις 18 Φεβρουαρίου και στις 29 Μαρτίου 2022.

·διμερείς συναντήσεις με ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και λήψη εμπιστευτικών πληροφοριών από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών.

Τα κύρια μηνύματα αυτής της διαδικασίας διαβούλευσης ήταν τα εξής:

·Οι εργασίες που ξεκίνησαν το 2021 έδειξαν ότι για τη βελτίωση της ελκυστικότητας της εκκαθάρισης, την ενθάρρυνση της ανάπτυξης υποδομών της ΕΕ και την ενίσχυση των εποπτικών ρυθμίσεων στην ΕΕ θα χρειαστεί χρόνος.

·Προσδιορίστηκαν διάφορα μέτρα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ και των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης, καθώς και να διασφαλίσουν την κατάλληλη διαχείριση και εποπτεία των κινδύνων τους.

·Αυτά τα προσδιορισθέντα μέτρα δεν εμπίπτουν μόνο στην αρμοδιότητα της Επιτροπής και των συννομοθετών, αλλά θα μπορούσαν επίσης να απαιτήσουν την ανάληψη δράσης από την ΕΚΤ, τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, τις ΕΕΑ, τις εθνικές εποπτικές αρχές, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τις τράπεζες.

·Από τη διαβούλευση προέκυψε ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά προτιμούν γενικά μια προσέγγιση με γνώμονα την αγορά όσον αφορά τα κανονιστικά μέτρα, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το κόστος και να παραμείνουν οι συμμετέχοντες στην αγορά της ΕΕ ανταγωνιστικοί σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, τα ενδιαφερόμενα μέρη τάχθηκαν έως έναν βαθμό υπέρ των κανονιστικών μέτρων, ιδίως όταν αυτά επιτρέπουν την ταχύτερη διαδικασία έγκρισης νέων προϊόντων και υπηρεσιών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων 18 .

·Τα μέτρα που κρίθηκαν χρήσιμα για την ενίσχυση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ ήταν τα εξής: τήρηση ενεργού λογαριασμού σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της ΕΕ, μέτρα για τη διευκόλυνση της επέκτασης των υπηρεσιών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, διεύρυνση του αντικειμένου των εκκαθαριστικών συμμετεχόντων, τροποποίηση των λογιστικών κανόνων αντιστάθμισης και βελτίωση των όρων χρηματοδότησης και διαχείρισης ρευστότητας για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ.

Η πρόταση λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν μέσω συναντήσεων με ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών και αρχών και θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Εισάγει στοχευμένες τροποποιήσεις του EMIR με στόχο:

·τη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ με την απλούστευση των διαδικασιών για τη διάθεση προϊόντων στην αγορά και την αλλαγή μοντέλων και παραμέτρων, καθώς και την καθιέρωση έγκρισης χωρίς διατύπωση αντιρρήσεων/εκ των υστέρων έγκρισης/επανεξέτασης για ορισμένες αλλαγές. Αυτό επιτρέπει στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ να εισάγουν ταχύτερα νέα προϊόντα και αλλαγές μοντέλων, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η τήρηση επαρκών παραμέτρων κινδύνου και δεν τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με αποτέλεσμα να καθίστανται οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ πιο ανταγωνιστικοί·

·την ενθάρρυνση της κεντρικής εκκαθάρισης στην ΕΕ για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, απαιτώντας από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες να τηρούν, άμεσα ή έμμεσα, ενεργό λογαριασμό στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, και διευκολύνοντας την εκκαθάριση από τους πελάτες. Αυτό θα συμβάλει στη μείωση της έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών κατηγορίας 2 και της υπέρμετρης εξάρτησης από αυτούς, κάτι που συνιστά κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ·

·τη βελτίωση της αξιολόγησης και της διαχείρισης των διασυνοριακών κινδύνων διασφαλίζοντας ότι οι αρχές στην ΕΕ διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και πληροφορίες για την παρακολούθηση των κινδύνων σε σχέση με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τόσο της ΕΕ όσο και τρίτων χωρών, μεταξύ άλλων με την ενίσχυση της εποπτικής συνεργασίας τους εντός της ΕΕ.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή βασίστηκε στην ακόλουθη εξωτερική εμπειρογνωσία και στα ακόλουθα στοιχεία:

·Έκθεση της ΕΑΚΑΑ βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού EMIR που υποβλήθηκε στην Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2021 19 · στην έκθεση λήφθηκαν επίσης υπόψη οι απαντήσεις στις έρευνες της ΕΑΚΑΑ και στις διαδικασίες συλλογής δεδομένων από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και συμμετέχοντες στην εκκαθάριση·

·Απάντηση του ΕΣΣΚ στη διαβούλευση της ΕΑΚΑΑ βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού EMIR, που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2021 20 ·

·Στατιστικές της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών·

·CEPS, 2021, «Setting EU CCP policy – much more than meets the eye»· και

·Βάση δεδομένων ClarusFT.

Η συμβολή αυτή συμπληρώθηκε με, ενίοτε απόρρητες, ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Εκτίμηση επιπτώσεων

Η Επιτροπή διεξήγαγε εκτίμηση των επιπτώσεων των συναφών εναλλακτικών επιλογών πολιτικής. Προσδιορίστηκαν επιλογές πολιτικής με βάση τους ακόλουθους τέσσερις παράγοντες: i) πολύπλοκες, χρονοβόρες και επαχθείς διαδικασίες, ii) περιορισμένη συμμετοχή σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και συγκέντρωση σε κατεστημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, iii) διασύνδεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ, iv) αναποτελεσματικό πλαίσιο εποπτικής συνεργασίας. Οι επιλογές πολιτικής αξιολογήθηκαν σε σχέση με τους ειδικούς στόχους της βελτίωσης της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, της ενθάρρυνσης της εκκαθάρισης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και της ενίσχυσης της αξιολόγησης και της διαχείρισης διασυνοριακών κινδύνων.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2022 η εκτίμηση επιπτώσεων έλαβε θετική γνώμη με παρατηρήσεις από την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου 21 , η οποία διατύπωσε τις ακόλουθες βασικές συστάσεις για βελτιώσεις:

·να εξηγηθεί ποια θα ήταν η επιτυχία και με ποιον τρόπο θα παρακολουθείται αποτελεσματικά·

·να καταστεί πιο ολοκληρωμένο το φάσμα των επιλογών που εξετάστηκαν·

·να προσδιοριστεί το σκεπτικό και ο προβλεπόμενος σχεδιασμός των βασικών μέτρων που θα αποτελέσουν αντικείμενο εκτελεστικού κανονισμού και να αποσαφηνιστούν τα κριτήρια και οι παράμετροι που θα πλαισιώσουν την ανάπτυξή τους.

Οι διευκρινίσεις που ζητήθηκαν προστέθηκαν στα σχετικά τμήματα της εκτίμησης επιπτώσεων.

Βάσει της αξιολόγησης και σύγκρισης όλων των επιλογών πολιτικής, η εκτίμηση επιπτώσεων κατέληξε στις ακόλουθες προτιμώμενες επιλογές πολιτικής:

·Μέτρα για τη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ: ως προτιμώμενη επιλογή προσδιορίστηκε ένας συνδυασμός μέτρων που απλουστεύουν τις διαδικασίες για τη διάθεση προϊόντων και την αλλαγή μοντέλων, καθώς και η θέσπιση διαδικασίας εκ των υστέρων έγκρισης/μη διατύπωσης αντιρρήσεων για ορισμένες αλλαγές. Τα μέτρα αυτά θα απλουστεύσουν τις ισχύουσες διαδικασίες, με παράλληλη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η απλούστευση των διαδικασιών για τη διάθεση προϊόντων και την αλλαγή μοντέλων, καθώς και η θέσπιση εκ των υστέρων έγκρισης/επανεξέτασης χωρίς διατύπωση αντιρρήσεων για ορισμένες αλλαγές αξιολογήθηκαν επίσης ως χωριστές επιλογές. Ωστόσο, δεδομένου ότι μεμονωμένα θα εκπλήρωναν μόνο εν μέρει τους στόχους, για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων κρίθηκε καταλληλότερος ένας συνδυασμός και των δύο επιλογών.

·Μέτρα για την ενθάρρυνση της κεντρικής εκκαθάρισης στην ΕΕ με στόχο τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας: για την επίτευξη των στόχων κρίθηκε καταλληλότερος ένας συνδυασμός διαφορετικών επιλογών, οι οποίες θα περιλαμβάνουν τις ακόλουθες πτυχές: i) επιβολή στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους της υποχρέωσης να τηρούν ενεργό λογαριασμό σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ· ii) διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις νέες απαιτήσεις σχετικά με τις δραστηριότητες εκκαθάρισης· iii) ενθάρρυνση, μέσω ανακοίνωσης, των δημόσιων οντοτήτων που εκκαθαρίζουν οικειοθελώς μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου να το πράττουν αυτό στην ΕΕ· και iv) διευκόλυνση της κεντρικής εκκαθάρισης. Ο συνδυασμός αυτών των επιλογών θα καταστήσει δυνατή την αντιμετώπιση της υπερβολικής εξάρτησης από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, την αύξηση της κεντρικής εκκαθάρισης στην ΕΕ και την άρση των εμποδίων στην κεντρική εκκαθάριση. Ορισμένα από τα μέτρα αυτά ενδέχεται να συνεπάγονται πράξεις επιπέδου 2 που καθορίζουν τις ειδικές πτυχές. Οι επιλογές πολιτικής αξιολογήθηκαν επίσης χωριστά, αλλά για την επίτευξη των στόχων κρίθηκε ως πλέον αποτελεσματικός ένας συνδυασμός των επιλογών.

·Μέτρα για τη βελτίωση της αξιολόγησης και της διαχείρισης των διασυνοριακών κινδύνων: οι στοχευμένες τροποποιήσεις του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου κρίθηκαν οι πλέον κατάλληλες και αναλογικές, καθώς επιτυγχάνουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ της επίτευξης των ακόλουθων στόχων: i) ενίσχυση του πλαισίου για την αυστηρή εξέταση των διασυνοριακών κινδύνων, ii) ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ και iii) βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι αποφάσεις εξυγίανσης που επηρεάζουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο και τα κράτη μέλη παραμένουν τελικά υπεύθυνα για τη χρηματοδοτική στήριξη των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη δικαιοδοσία τους.

·Η συνολική δέσμη επιλογών θα έχει θετικό αντίκτυπο στο μετασυναλλακτικό τοπίο στην ΕΕ, βελτιώνοντας την ελκυστικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, ενθαρρύνοντας την κεντρική εκκαθάριση στην ΕΕ, ενισχύοντας την αξιολόγηση και τη διαχείριση του διασυνοριακού κινδύνου και συμβάλλοντας έτσι στην ανταγωνιστικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ, καθώς και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ενίσχυση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, στη μείωση της υπερβολικής εξάρτησης των συμμετεχόντων στην αγορά της ΕΕ από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτός ΕΕ, στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ΕΕ και στην ενίσχυση της ανοικτής στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ. Ως εκ τούτου, δεν αποσκοπεί στη μείωση του κόστους αυτού καθαυτού. Ωστόσο, η προτιμώμενη επιλογή πολιτικής για την αύξηση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ θα οδηγήσει σε απλούστευση των διαδικασιών για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο και καθιστώντας τις δραστηριότητές τους πιο αποτελεσματικές, με αποτέλεσμα επίσης τη μείωση του κόστους. Το κατά προσέγγιση εύρος αυτών των εξοικονομήσεων κόστους εκτιμήθηκε με βάση τις αλληλεπιδράσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και διάφορες παραδοχές που ήταν αναγκαίες για την παρέκταση των αποτελεσμάτων σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτή η εξοικονόμηση κόστους είναι διοικητικής φύσης και, ως εκ τούτου, υπολογίζεται στο πλαίσιο της προσέγγισης «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση» ως «κατάργηση» με εύρος από 5 εκατ. EUR έως 15 εκατ. EUR (σύνολο ΕΕ). Αυτό είναι πιθανό να συγκεντρωθεί σε λίγους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ (καθώς λίγοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ ενδέχεται να διαθέσουν νέα προϊόντα στην αγορά σε ένα δεδομένο έτος) και ενδέχεται να είναι επωφελές όσον αφορά την ελκυστικότητά τους. Όσον αφορά το δυνητικό πρόσθετο κόστος που σχετίζεται με την προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», δηλαδή τον περιορισμό της γραφειοκρατίας για το άνοιγμα λογαριασμού σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το διοικητικό κόστος είναι αμελητέο (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. παράρτημα 3 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων).

Όσον αφορά την απαίτηση για ενεργό λογαριασμό, με βάση εκτιμήσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών, περίπου το 60 % των πελατών στην ΕΕ των εκκαθαριστικών μελών της ΕΕ έχουν ήδη λογαριασμό για την εκκαθάριση συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της ΕΕ, ενώ περίπου το 85 % έχει λογαριασμό για τις συμβάσεις αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου. Ως εκ τούτου, για τους εν λόγω πελάτες, το άνοιγμα λογαριασμού σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της ΕΕ για αυτούς τους τύπους προϊόντων δεν θα συνεπαγόταν πρόσθετο κόστος. Επιπλέον, οποιοδήποτε κόστος θα μπορούσε να εξαρτάται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στον οποίο συμμετέχουν: σύμφωνα με εμπιστευτικές πληροφορίες που παρασχέθηκαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής, σε ορισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, για παράδειγμα, το κόστος ενός λογαριασμού αυτό καθαυτό είναι μηδενικό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η απαίτηση για ενεργό λογαριασμό θα προσδιοριστεί περαιτέρω σε ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο που θα εκπονηθεί από την ΕΑΚΑΑ, το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης και ανάλυσης κόστους-οφέλους.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η ΕΕ δεσμεύεται να εφαρμόσει υψηλά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έχει υπογράψει μια ευρεία δέσμη συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα πρόταση σέβεται τα εν λόγω δικαιώματα, ιδίως τα οικονομικά δικαιώματα, όπως αναφέρονται στις κύριες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών της ΕΕ, και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν θα έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία δεν θα έχει επιπτώσεις στις δαπάνες για την ΕΑΚΑΑ ή άλλους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από την εκτίμηση επιπτώσεων προέκυψε μόνο μέτριο πρόσθετο κόστος για την EΑΚΑΑ, ενώ ταυτόχρονα τα προτεινόμενα μέτρα βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους. Επιπλέον, ορισμένες διατάξεις αποσαφηνίζουν και αναπροσαρμόζουν τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ χωρίς να αποτελούν νέα καθήκοντα και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθούν δημοσιονομικά ουδέτερες.

Το κόστος που προσδιορίστηκε αφορά τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας νέας κεντρικής βάσης δεδομένων, δηλαδή ενός εργαλείου ΤΠ για την υποβολή εποπτικών εγγράφων. Ωστόσο, παρόλο που η ΕΑΚΑΑ ενδέχεται να επιβαρυνθεί με υψηλότερο κόστος που αφορά την ανάπτυξη ή την επιλογή ενός τέτοιου νέου εργαλείου ΤΠ, καθώς και τη λειτουργία του, το εν λόγω εργαλείο ΤΠ θα οδηγήσει επίσης σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας και η ΕΑΚΑΑ θα επωφεληθεί από αυτήν. Η εν λόγω βελτίωση της αποτελεσματικότητας σχετίζεται με σημαντικά λιγότερη χειρωνακτική εργασία όσον αφορά την αντιπαραβολή και την ανταλλαγή εγγράφων, την παρακολούθηση των προθεσμιών και των ερωτήσεων, καθώς και τον συντονισμό με τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), το σώμα και την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Τα οφέλη αυτά είναι πιθανό να αντισταθμίσουν το κόστος που προκύπτει.

Επιπλέον, οι αρχικές πρόσθετες (σχετικές με έγγραφα) εργασίες που σχετίζονται με την τροποποίηση εργαλείων και διαδικασιών, καθώς και με την ενισχυμένη συνεργασία, ενδέχεται να αυξήσουν αρχικά το κόστος, το οποίο όμως είναι πιθανό να μειωθεί ή να παραμείνει σταθερό με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ θα κληθεί να καταρτίσει ρυθμιστικά/εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα (ΡΤΠ/ΕΤΠ) σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των εγγράφων που οφείλουν να υποβάλλουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στις εποπτικές αρχές κατά την υποβολή αίτησης, σχετικά με τα πρότυπα για την αναφορά δραστηριοτήτων εκκαθάρισης και έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτός ΕΕ και τον προσδιορισμό της απαίτησης βάσει της οποίας τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες πρέπει να έχουν ενεργό λογαριασμό σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης, καθώς και ορισμένες εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της ετήσιας έκθεσης σχετικά με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας παρακολούθησης και των διασυνοριακών δραστηριοτήτων τους και της εξαμηνιαίας έκθεσης σχετικά με τις δραστηριότητες εκκαθάρισης μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων. Κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βασιστεί σε ήδη υφιστάμενες εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες και μπορεί να μετατρέψει, κατά περίπτωση, τις εν λόγω διαδικασίες σε ΡΤΠ/ΕΤΠ. Κατά τον καθορισμό της απαίτησης τήρησης ενεργού λογαριασμού για ορισμένα ήδη προσδιορισμένα μέσα και τη συνεχή παρακολούθησή τους, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις εργασίες που έχει εκτελέσει δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού EMIR κατά την αξιολόγηση των υπηρεσιών εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2 που έχουν ουσιώδη συστημική σημασία για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να απαιτούν μόνο ορισμένους πολύ περιορισμένους πρόσθετους πόρους.

Μια άλλη κατηγορία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην ανάλυση κόστους είναι η τροποποίηση των διαδικασιών και των εργαλείων στο νέο πλαίσιο εποπτικής συνεργασίας. Η συνεργασία στο πλαίσιο μεικτών εποπτικών ομάδων και η δημιουργία κοινού μηχανισμού παρακολούθησης σε επίπεδο ΕΕ αποτελούν νέα στοιχεία στο εποπτικό πλαίσιο. Ωστόσο, αποτελούν κυρίως εργαλεία για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών και καλύπτουν εργασίες που εκτελούνται ήδη, ως προς όλα τα βασικά μέρη τους, από τις αρχές, εκτός από την παρακολούθηση της εφαρμογής των απαιτήσεων που καθορίζονται για τους ενεργούς λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, όπως τα τέλη πρόσβασης που χρεώνουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στους πελάτες για ενεργούς λογαριασμούς. Αυτές οι νέες δομές είναι πιθανό να απαιτήσουν κάποια αναδιοργάνωση των πόρων και ενδεχομένως θα δημιουργήσουν την ανάγκη για πρόσθετες συναντήσεις, αλλά δεν θα έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις. Επιπλέον, η αναπροσαρμοσμένη εποπτική διαδικασία αποφέρει επίσης οφέλη, ιδίως σαφέστερες αρμοδιότητες, καθώς αποφεύγονται περιττές αλληλεπικαλυπτόμενες εργασίες και οι εργασίες είναι λιγότερες λόγω της θέσπισης διαδικασιών μη διατύπωσης αντιρρήσεων που επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ και τις ΕΑΑ να επικεντρωθούν στις ουσιώδεις πτυχές της εποπτείας όσον αφορά την επέκταση των υπηρεσιών κεντρικής εκκαθάρισης και τις αλλαγές στα μοντέλα κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

Η προτεινόμενη αλλαγή με την οποία διευκρινίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που αρνούνται να καταβάλουν τέλη στην ΕΑΚΑΑ θα είναι θετική από άποψη κόστους. Με τον τρόπο αυτό η ΕΑΚΑΑ δεν χρειάζεται να επενδύσει σημαντικό όγκο εργασίας χωρίς να αμείβεται γι’ αυτήν.

Επιπλέον, εισάγονται περαιτέρω διατάξεις οι οποίες αποσαφηνίζουν και αναπροσαρμόζουν τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθούν δημοσιονομικά ουδέτερες. Για παράδειγμα, η ΕΑΚΑΑ έχει ήδη την υποχρέωση να εκδίδει γνώμες πριν από την έκδοση ορισμένων αποφάσεων από τις ΕΑΑ, ωστόσο το περιεχόμενο των εν λόγω γνωμών αναπροσαρμόζεται ώστε να διασφαλίζεται υψηλότερος βαθμός αποτελεσματικότητας στην εποπτική διαδικασία και παρέχεται επισήμως στην ΕΑΚΑΑ η δυνατότητα να εκδίδει γνώμη σχετικά με την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους και τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει σαφή ρόλο στον συντονισμό και την παροχή συστάσεων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για καθήκοντα τα οποία, από κάθε ουσιώδη πλευρά, σχετίζονται με τις ήδη υφιστάμενες συνεχιζόμενες εργασίες και οι διατάξεις αποσαφηνίζουν και, ως εκ τούτου, ενισχύουν τη θέση της ΕΑΚΑΑ, παρέχοντας σαφείς αρμοδιότητες.

Παρότι εισάγονται μικρότερες αλλαγές στον ρόλο άλλων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι αλλαγές αυτές δεν θα έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Τα μέτρα αποσκοπούν στη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ και στην ενίσχυση της εποπτείας των διασυνοριακών κινδύνων στην ΕΕ. Ως εκ τούτου, εξετάζονται διάφορες αλλαγές στον κανονισμό EMIR και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τροποποιήσεις άλλων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ. Η πρόταση διασφαλίζει ότι οι αρμόδιοι οργανισμοί της ΕΕ μπορούν να έχουν πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες, χωρίς να προκύπτουν αδικαιολόγητες δαπάνες. Η πρόταση περιλαμβάνει διάταξη σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να διενεργηθεί αξιολόγηση του κανονισμού EMIR στο σύνολό του, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του όσον αφορά την επίτευξη των αρχικών του στόχων (δηλαδή τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ασφάλειας των αγορών εκκαθάρισης της ΕΕ και τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας). Στο πλαίσιο της αξιολόγησης θα πρέπει να εξεταστούν όλες οι πτυχές του κανονισμού EMIR, αλλά ιδίως η βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ. Κατ’ αρχήν, η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί τουλάχιστον 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού και στο πλαίσιο αυτής θα επιδιωχθεί η συλλογή στοιχείων από όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

1.Εντός ομίλου συναλλαγές

Ο κανονισμός EMIR προβλέπει πλαίσιο για την εξαίρεση των εντός ομίλου συναλλαγών (σε εγχώριο και διασυνοριακό επίπεδο) από την υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 4 και από τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας δυνάμει του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού. Προκειμένου να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα όσον αφορά το πλαίσιο για τις εντός ομίλου αποφάσεις, η ανάγκη για απόφαση ισοδυναμίας αντικαθίσταται από κατάλογο περιοχών δικαιοδοσίας για τις οποίες δεν μπορεί να χορηγηθεί εξαίρεση. Ως εκ τούτου, το άρθρο 3 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αντικατασταθεί η ανάγκη για απόφαση ισοδυναμίας με έναν κατάλογο τρίτων χωρών για τις οποίες δεν θα πρέπει να χορηγείται εξαίρεση και το άρθρο 13 θα πρέπει να διαγραφεί. Οι εν λόγω τρίτες χώρες θα πρέπει να είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου που εμφανίζει στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά της για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και εκείνες που απαριθμούνται στο παράρτημα I του ενωσιακού καταλόγου μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται επίσης να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών των οποίων οι οντότητες δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις εν λόγω εξαιρέσεις παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται στους εν λόγω καταλόγους, καθώς η συμπερίληψη μιας οντότητας από τρίτη χώρα στους εν λόγω καταλόγους δεν είναι κατ’ ανάγκη ο μόνος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου αντισυμβαλλομένου ή του νομικού κινδύνου, που συνδέεται με τις συμβάσεις παραγώγων.

2.Υποχρέωση εκκαθάρισης

Το άρθρο 4 τροποποιείται ώστε να εισαχθεί εξαίρεση από την υποχρέωση εκκαθάρισης όταν ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος της ΕΕ ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης βάσει του κανονισμού EMIR, πραγματοποιεί συναλλαγή με μηχανισμό συνταξιοδοτικών καθεστώτων που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και εξαιρείται από την υποχρέωση εκκαθάρισης βάσει του οικείου εθνικού δικαίου.

3.Υποχρέωση εκκαθάρισης για τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους

Το άρθρο 4α τροποποιείται και, ως εκ τούτου, κατά τον υπολογισμό της θέσης όσον αφορά τα κατώφλια του άρθρου 4α του κανονισμού EMIR, στον εν λόγω υπολογισμό θα πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο οι συμβάσεις παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού.

4.Ενεργός λογαριασμός

Εισάγεται νέο άρθρο 7α προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με την υπερβολική έκθεση των εκκαθαριστικών μελών και πελατών της ΕΕ σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης οι οποίες έχουν προσδιοριστεί ως ουσιώδους συστημικής σημασίας από την ΕΑΚΑΑ και, ως εκ τούτου, να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ. Βάσει του άρθρου αυτού, οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης πρέπει να τηρούν ενεργούς λογαριασμούς, άμεσα ή έμμεσα, σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους στην ΕΕ, να εκκαθαρίζουν τουλάχιστον ένα ορισμένο ποσοστό των υπηρεσιών που προσδιορίζονται ως ουσιώδους συστημικής σημασίας σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και να υποβάλλουν σχετικές εκθέσεις. Η απαίτηση αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση της υπερβολικής έκθεσης σε ουσιωδώς συστημικές υπηρεσίες εκκαθάρισης που προσφέρονται από τους σχετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, στον βαθμό που απαιτείται για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ και μετά από διαβούλευση με το ΕΣΚΤ, καθορίζει τις λεπτομέρειες της προσαρμογής της δραστηριότητας που πρέπει να τηρείται στους εν λόγω ενεργούς λογαριασμούς και τις απαιτήσεις αναφοράς των συναλλαγών που εκκαθαρίζονται σε τέτοιους ενεργούς λογαριασμούς. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται, όταν η ΕΑΚΑΑ διενεργεί αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ, να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την τροποποίηση του καταλόγου των κατηγοριών συμβάσεων παραγώγων που υπόκεινται στην απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού προσθέτοντας ή αφαιρώντας κατηγορίες από τον εν λόγω κατάλογο.

5.Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες εκκαθάρισης

Εισάγεται νέο άρθρο 7β βάσει του οποίου τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης πρέπει να ενημερώνουν τους πελάτες τους σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης σχετικής σύμβασης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της ΕΕ.

Το άρθρο 7β θεσπίζει επίσης την υποχρέωση των εκκαθαριστικών μελών της ΕΕ και των πελατών της ΕΕ να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή τους το εύρος της εκκαθάρισης που πραγματοποιείται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτός ΕΕ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται προσδιορίζονται και παρέχονται με εναρμονισμένο τρόπο, η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τις απαιτούμενες πληροφορίες.

6.Υποχρέωση αναφοράς

Το άρθρο 9 τροποποιείται ώστε να απαλειφθεί η εξαίρεση από τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών για συναλλαγές μεταξύ αντισυμβαλλομένων εντός ομίλου, όταν τουλάχιστον ένας από τους αντισυμβαλλομένους είναι μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, προκειμένου να διασφαλίζεται η διαφάνεια στις εντός ομίλου συναλλαγές.

7.Υποχρέωση εκκαθάρισης για μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους

Το άρθρο 10 τροποποιείται ώστε να απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ να επανεξετάζει και να αποσαφηνίζει, κατά περίπτωση, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αφορούν τα κριτήρια βάσει των οποίων καθορίζεται για ποιες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά ότι μειώνουν τους κινδύνους, την αποκαλούμενη εξαίρεση αντιστάθμισης, και τον καθορισμό κατωφλίων προκειμένου να αντικατοπτρίζονται ορθά και με ακρίβεια οι κίνδυνοι και τα χαρακτηριστικά των παραγώγων, και να εξετάζεται κατά πόσον οι κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, δηλαδή τα παράγωγα επί επιτοκίων, συναλλάγματος, πιστώσεων και μετοχών, εξακολουθούν να αποτελούν τις σχετικές κατηγορίες. Η ΕΑΚΑΑ ενθαρρύνεται να εξετάσει και να παράσχει, μεταξύ άλλων, περισσότερες λεπτομέρειες για τα παράγωγα επί εμπορευμάτων.

Το άρθρο 10 τροποποιείται επίσης ώστε να απαιτείται, κατά τον υπολογισμό των θέσεων όσον αφορά τα κατώφλια, να περιλαμβάνονται μόνο οι συμβάσεις παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25.

8.Τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

Το άρθρο 11 τροποποιείται ώστε να παρέχεται στους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται για πρώτη φορά στην υποχρέωση ανταλλαγής ασφαλειών για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, περίοδος εφαρμογής 4 μηνών προκειμένου να διαπραγματευτούν και να ελέγξουν τις ρυθμίσεις για την ανταλλαγή ασφαλειών.

Η ΕΑΤ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου σε συνεργασία με τις άλλες ΕΕΑ.

9.Αδειοδότηση κεντρικού αντισυμβαλλομένου και επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών

Τα άρθρα 14 και 15 τροποποιούνται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας θα πρέπει επίσης να μπορούν να λαμβάνουν άδεια για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και δραστηριοτήτων σε μη χρηματοπιστωτικά μέσα, επιπλέον της άδειάς τους για παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και δραστηριοτήτων σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

10.Άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου, επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών και διαδικασία χορήγησης και άρνησης χορήγησης άδειας λειτουργίας

Τα άρθρα 14, 15 και 17 τροποποιούνται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι σχετικές διαδικασίες για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά την επέκταση της προσφοράς προϊόντων τους είναι συντομότερες, λιγότερο πολύπλοκες και πιο βέβαιες ως προς το αποτέλεσμά τους για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να επιβεβαιώνουν ταχέως την παραλαβή της αίτησης, αξιολογώντας κατά πόσον τα έγγραφα που απαιτούνται για την άδεια λειτουργίας ή την επέκταση έχουν παρασχεθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Για να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ υποβάλλουν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα με τις αιτήσεις τους, η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τα εν λόγω έγγραφα, τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Επιπλέον, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να υποβάλλει όλα τα έγγραφα σε κεντρική βάση δεδομένων από την οποία θα πρέπει να κοινοποιούνται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα. Επιπλέον, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα, κατά τη διάρκεια προκαθορισμένης περιόδου αξιολόγησης, θα πρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους και να θέτουν ερωτήσεις στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ώστε να διασφαλίζεται μια ευέλικτη και συνεργατική διαδικασία.

11.Διαδικασίες μη διατύπωσης αντιρρήσεων και εκ των υστέρων έγκρισης αίτησης επέκτασης δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών

Εισάγεται νέο άρθρο 17α για την παροχή στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της δυνατότητας να υποβάλλονται σε διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων, αντί τακτικής διαδικασίας, όσον αφορά τη χορήγηση άδειας για πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες που προτίθεται να παρέχει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, οι οποίες δεν αυξάνουν τους κινδύνους για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Το άρθρο 17α ορίζει ποιες πρόσθετες υπηρεσίες και δραστηριότητες θεωρούνται μη ουσιώδεις και, ως εκ τούτου, πρέπει να εγκρίνονται μέσω της εν λόγω διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων από την αρμόδια αρχή του εκάστοτε κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τις οποίες ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αρχίσει να παρέχει πριν από τη λήψη της απόφασης από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί επίσης να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του να εφαρμόσει τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων όταν θεωρεί ότι η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν θα αυξήσει τους κινδύνους του.

12.Διαδικασία για την έκδοση γνώμης από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα

Εισάγεται νέο άρθρο 17β προκειμένου να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται όταν μια αρμόδια αρχή ζητεί τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και του σώματος πριν από την έκδοση εποπτικής απόφασης για την οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλλει αίτηση, π.χ. όσον αφορά τη συμμόρφωση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις τήρησης αρχείων ή τις συγκρούσεις συμφερόντων.

13.Σώμα και γνώμη του σώματος

Τα άρθρα 18 και 19 τροποποιούνται προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η συνεργατική εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε συνεχή βάση. Ως εκ τούτου, το σώμα καλείται να εκδίδει επίσης γνώμη όταν η αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο ανάκλησης της άδειας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και όταν μια αρμόδια αρχή διενεργεί την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διευθύνει το σώμα και να προεδρεύει αυτού για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της ΕΕ, καθώς και να της παραχωρείται δικαίωμα ψήφου.

14.Ανάκληση της άδειας λειτουργίας

Το άρθρο 20 τροποποιείται ώστε να απαιτείται από την αρμόδια αρχή να ζητεί τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και των μελών του σώματος προτού η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λάβει απόφαση να ανακαλέσει ή να περιορίσει το πεδίο μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας ή δραστηριότητας, εκτός εάν απαιτείται επειγόντως απόφαση.

15.Ετήσια επανεξέταση

Το άρθρο 21 τροποποιείται ώστε να αναφέρει ότι κατά την ετήσια επανεξέταση θα πρέπει να εξετάζονται οι υπηρεσίες ή οι δραστηριότητες που παρέχει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή οι αλλαγές στο μοντέλο που χρησιμοποιεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος βάσει διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων. Επίσης, διευκρινίζεται περαιτέρω η συχνότητα υποβολής της έκθεσης που προκύπτει από την επανεξέταση (η έκθεση πρέπει να υποβάλλεται, τουλάχιστον, σε ετήσια βάση σε συγκεκριμένη ημερομηνία). Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι η έκθεση αποτελεί αντικείμενο γνώμης από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα.

16.Εποπτική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τους αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και διαδικασία χορήγησης και άρνησης χορήγησης άδειας λειτουργίας

Τα άρθρα 17 και 23α τροποποιούνται προκειμένου να έχει η ΕΑΚΑΑ τη δυνατότητα να εκδίδει γνώμη προς την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και σε σχέση με την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του. Κατά την έκδοση της εν λόγω γνώμης, η ΕΑΚΑΑ πρέπει να αξιολογεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις σχετικές απαιτήσεις του κανονισμού EMIR, εστιάζοντας ιδίως σε διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ.

Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να δημοσιοποιεί το γεγονός ότι μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να δημοσιοποιεί τους λόγους μη συμμόρφωσης που παρέχονται από την αρμόδια αρχή.

Το άρθρο 23α τροποποιείται για να διευκρινιστεί περαιτέρω ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ στην ενίσχυση του συντονισμού σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και στην αξιολόγηση των κινδύνων, ιδίως σε διασυνοριακή βάση.

17.Μεικτές εποπτικές ομάδες, διαδικασίες μη διατύπωσης αντιρρήσεων για την έγκριση αίτησης επέκτασης δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών και επανεξέταση και αξιολόγηση

Εισάγεται νέο άρθρο 23β προκειμένου να ενισχυθεί η συνεργασία των αρχών που συμμετέχουν στην εποπτεία των αδειοδοτημένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ με τη σύσταση μεικτών εποπτικών ομάδων. Στα καθήκοντα των μεικτών εποπτικών ομάδων περιλαμβάνονται τα εξής: i) παροχή στοιχείων στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων για την επέκταση της υφιστάμενης άδειας λειτουργίας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ii) συνδρομή στον καθορισμό της συχνότητας και του βάθους της επανεξέτασης και της αξιολόγησης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και iii) συμμετοχή σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

18.Κοινός μηχανισμός παρακολούθησης

Εισάγεται νέο άρθρο 23γ προκειμένου να θεσπιστεί ένας διατομεακός μηχανισμός παρακολούθησης που θα απαρτίζεται από φορείς της Ένωσης που συμμετέχουν στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, καθώς και των εκκαθαριστικών μελών και πελατών. Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τους άλλους φορείς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας παρακολούθησης, προκειμένου να λαμβάνονται τεκμηριωμένες μελλοντικές αποφάσεις πολιτικής. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις εάν θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές δεν διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με την απαίτηση για ενεργό λογαριασμό ή εάν διαπιστώσουν κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ.

19.Κατάσταση έκτακτης ανάγκης

Το άρθρο 24 τροποποιείται προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, επιτρέποντας στην ΕΑΚΑΑ να συγκαλεί συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος, ενδεχομένως με διευρυμένη σύνθεση, για τον αποτελεσματικό συντονισμό της αντίδρασης των αρμόδιων αρχών. Η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται επίσης να ζητεί, με απλή αίτηση, πληροφορίες από τους συμμετέχοντες στην αγορά προκειμένου να επιτελεί τα συντονιστικά της καθήκοντα σε αυτές τις περιπτώσεις. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να εκδίδει συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

20.Εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

Το άρθρο 24α τροποποιείται προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να χαρτογραφεί και να προσδιορίζει τις εποπτικές προτεραιότητες, να εξετάζει τους διασυνοριακούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων διασυνδέσεων, αλληλοσυνδέσεων και συγκέντρωσης. Επιπλέον, το άρθρο 24α τροποποιείται ώστε να επιτρέπεται στις κεντρικές τράπεζες έκδοσης να παρίστανται σε όλες τις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και να προσκαλούνται, κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές για τους πελάτες και τους οργανισμούς της ΕΕ.

21.Αναγνώριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας

Το άρθρο 25 τροποποιείται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι, όταν η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε επανεξέταση της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν θα πρέπει να υποχρεούται να υποβάλει νέα αίτηση, αλλά θα πρέπει να παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εν λόγω επανεξέταση.

Το άρθρο 25 τροποποιείται ώστε να εισαχθεί η δυνατότητα της Επιτροπής, όταν αυτό είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, να ακολουθεί αναλογική προσέγγιση και να απαλλάσσει μια τρίτη χώρα από την απαίτηση να διαθέτει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών κατά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας για τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα.

Για να διασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις συνεργασίας είναι αναλογικές, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να τις προσαρμόσει σε διαφορετικές δικαιοδοσίες με βάση τον ή τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην αντίστοιχη δικαιοδοσία. Για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να καλύπτουν ευρύτερο φάσμα πληροφοριών που πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρχών τρίτων χωρών και με αυξημένη συχνότητα.

Το άρθρο 25 τροποποιείται περαιτέρω προκειμένου οι ρυθμίσεις συνεργασίας να περιλαμβάνουν το δικαίωμα της ΕΑΚΑΑ να ενημερώνεται επίσης όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 απαιτείται να ενισχύσει την ετοιμότητά του για την αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών, για παράδειγμα με την κατάρτιση σχεδίου ανάκαμψης ή όταν μια αρχή σε μια τέτοια τρίτη χώρα καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης. Η ΕΑΚΑΑ πρέπει επίσης να ενημερώνεται για τις πτυχές που σχετίζονται με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ σε σχέση με την αναδυόμενη κρίση.

22.Συνεχής συμμόρφωση με τους όρους για αναγνώριση

Το άρθρο 25β τροποποιείται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2 πρέπει να παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ πληροφορίες σε τακτική βάση.

23.Ανάκληση της αναγνώρισης και ανακοίνωση

Τα άρθρα 25ιστ και 25ιη τροποποιούνται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την αναγνώριση σε περίπτωση που κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας παραβιάζει οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις του κανονισμού EMIR και μπορεί να εκδώσει ανακοίνωση όταν δεν καταβάλλονται τέλη ή όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει λάβει διορθωτικά μέτρα που έχει ζητήσει η ΕΑΚΑΑ.

24.Ενημέρωση των αρμόδιων αρχών

Το άρθρο 31 σχετικά με την κοινοποίηση αλλαγών στη διοίκηση κεντρικού αντισυμβαλλομένου τροποποιείται προκειμένου να αποσαφηνιστεί η διαδικασία σε σχέση με την ανταλλαγή πληροφοριών και την έκδοση γνωμών από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα.

25.Γνώμες από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα

Τα άρθρα 32, 35, 41 και 54 τροποποιούνται προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα αιτήματα για έκδοση γνωμών από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα.

26.Απαιτήσεις συμμετοχής και γενικές διατάξεις σχετικά με τις οργανωτικές απαιτήσεις

Τα άρθρα 26 και 37 τροποποιούνται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να είναι εκκαθαριστικά μέλη άλλων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ούτε να δέχονται να έχουν άλλους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή γραφεία εκκαθάρισης ως εκκαθαριστικά μέλη ή έμμεσα εκκαθαριστικά μέλη.

27.Απαιτήσεις συμμετοχής

Το άρθρο 37 τροποποιείται ώστε να ορίζει ότι, όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει αναλάβει ή προτίθεται να αναλάβει μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι πληρούνται ορισμένες πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τα κεφάλαια εκκαθάρισης. Σε μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης πελατών και θα πρέπει να τους επιτρέπεται μόνο να τηρούν λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για περιουσιακά στοιχεία και θέσεις που τηρούνται για δικό τους λογαριασμό. Η αρμόδια αρχή για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα σε τακτική βάση σχετικά με τη σκοπιμότητα της αποδοχής μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων ως εκκαθαριστικών μελών. Η ΕΑΚΑΑ έχει εντολή να καταρτίσει σχέδιο ΡΤΠ σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των κριτηρίων πρόσβασης και ενδέχεται να εκδώσει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των εν λόγω ρυθμίσεων κατόπιν ad hoc αξιολόγησης από ομοτίμους.

28.Διαφάνεια

Το άρθρο 38 τροποποιείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πελάτες και οι έμμεσοι πελάτες έχουν καλύτερη ορατότητα και προβλεψιμότητα όσον αφορά τις απαιτήσεις περιθωρίου. Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης θα πρέπει να διασφαλίζουν διαφάνεια έναντι των πελατών τους.

29.Απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας

Το άρθρο 41 τροποποιείται ώστε να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι αναθεωρούν συνεχώς το επίπεδο των περιθωρίων τους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τυχόν φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων, αντικατοπτρίζοντας τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπο των ενδοημερήσιων συγκεντρώσεων και πληρωμών περιθωρίων ασφαλείας στη θέση ρευστότητας των συμμετεχόντων τους.

30.Έλεγχοι κινδύνου ρευστότητας

Το άρθρο 44 τροποποιείται ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα τις οντότητες των οποίων η αθέτηση υποχρέωσης θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τη θέση ρευστότητας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, απαιτώντας από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που δημιουργείται από την αθέτηση υποχρέωσης τουλάχιστον δύο οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών μελών και των παρόχων υπηρεσιών ρευστότητας.

31.Απαιτήσεις παροχής ασφαλείας

Το άρθρο 46 τροποποιείται ώστε οι τραπεζικές εγγυήσεις και οι κρατικές εγγυήσεις να μπορούν να θεωρηθούν αποδεκτές ως άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμες άνευ όρων κατόπιν αιτήματος εντός της περιόδου ρευστοποίησης και διασφαλίζοντας ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τις λαμβάνει υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσής του έναντι της τράπεζας. Επιπλέον, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν φιλοκυκλικές επιπτώσεις κατά την αναθεώρηση του επιπέδου των συντελεστών αποκοπής που εφαρμόζει στα περιουσιακά στοιχεία που αποδέχεται ως ασφάλεια.

32.Επανεξέταση μοντέλων, προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων και εκ των υστέρων έλεγχοι

Το άρθρο 49 τροποποιείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι σχετικές διαδικασίες για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά την εφαρμογή αλλαγών στα μοντέλα είναι συντομότερες, λιγότερο πολύπλοκες και πιο βέβαιες ως προς το αποτέλεσμά τους για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να επιβεβαιώνουν ταχέως την παραλαβή της αίτησης για αλλαγή στα μοντέλα, αξιολογώντας κατά πόσον τα έγγραφα που απαιτούνται για την άδεια λειτουργίας έχουν παρασχεθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Για να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ υποβάλλουν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα με τις αιτήσεις τους, η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τα εν λόγω έγγραφα, τη μορφή και το περιεχόμενό τους. Επιπλέον, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να υποβάλλει όλα τα έγγραφα σε κεντρική βάση δεδομένων από την οποία θα πρέπει να κοινοποιούνται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα. Το άρθρο 49 εισάγει επίσης τη δυνατότητα υποβολής σε διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων, αντί της τακτικής διαδικασίας, για την επικύρωση αλλαγών σε μοντέλα οι οποίες θεωρούνται μη σημαντικές και προσδιορίζει ποιες αλλαγές θεωρούνται σημαντικές. Όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί την αλλαγή μη σημαντική, μπορεί να αρχίσει να χρησιμοποιεί την αλλαγή μοντέλου πριν από την παραλαβή της απόφασης από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή.

33.Τροποποιήσεις στις εκθέσεις και στην επανεξέταση

Το άρθρο 85 τροποποιείται ώστε να επιβληθεί στην Επιτροπή η υποχρέωση να υποβάλει έως τις [5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή υποχρεούται να υποβάλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις. Επιπλέον, καταργείται η ισχύουσα απαίτηση υποβολής έκθεσης έως τις 2 Ιανουαρίου 2023. Η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται επίσης να υποβάλει έκθεση έως τις [3 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] σχετικά με το προσωπικό και τους πόρους της.

34.Τροποποιήσεις του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις (ΚΚΑ)

Το άρθρο 382 παράγραφος 4 22 του ΚΚΑ τροποποιείται προκειμένου να ευθυγραμμιστούν οι σχετικές διατάξεις του ΚΚΑ με τις αλλαγές που προτείνονται στην παρούσα πρόταση. Η τροπολογία προσαρμόζει το πεδίο εφαρμογής της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, ιδίως διευκρινίζοντας τις εντός ομίλου συναλλαγές που μπορούν να εξαιρεθούν από την εν λόγω απαίτηση.

35.Τροποποιήσεις του κανονισμού για τα αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς (κανονισμός ΑΚΧΑ)

Το άρθρο 17 του κανονισμού ΑΚΧΑ 23 τροποποιείται όσον αφορά τις διατάξεις για την επενδυτική πολιτική σχετικά με τα όρια κινδύνου αντισυμβαλλομένου. Το εν λόγω άρθρο εξαιρεί τις κεντρικά εκκαθαριζόμενες συναλλαγές παραγώγων από τα όρια κινδύνου αντισυμβαλλομένου που ορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφος 4 και στο άρθρο 17 παράγραφος 6 στοιχείο γ) του κανονισμού ΑΚΧΑ. Επιπλέον, στο άρθρο 2 προστίθεται ο ορισμός του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συγκεκριμένα ως νέο σημείο 24).



2022/0403 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της [xxxx]
για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 όσον αφορά μέτρα για τον μετριασμό της υπερβολικής έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης.

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟIΝΟΒΟΥΛIΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 24 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 25 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 26 συμβάλλει στη μείωση του συστημικού κινδύνου αυξάνοντας τη διαφάνεια της αγοράς εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και μειώνοντας τους πιστωτικούς και λειτουργικούς κινδύνους αντισυμβαλλομένου που συνδέονται με τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα.

(2)Οι μετασυναλλακτικές υποδομές αποτελούν θεμελιώδη πτυχή της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και είναι υπεύθυνες για μια σειρά μετασυναλλακτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισης. Ένα αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό σύστημα εκκαθάρισης στην Ένωση είναι απαραίτητο για τη λειτουργία των κεφαλαιαγορών της Ένωσης και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν περαιτέρω κανόνες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών εκκαθάρισης στην Ένωση γενικά, και των κεντρικών αντισυμβαλλομένων ειδικότερα, με τον εξορθολογισμό των διαδικασιών, ιδίως για την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων και για την αλλαγή των μοντέλων κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, με την αύξηση της ρευστότητας, με την ενθάρρυνση της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης, με τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου εντός του οποίου λειτουργούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και με την παροχή της αναγκαίας ευελιξίας στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και άλλους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες ώστε να είναι ανταγωνιστικοί εντός της ενιαίας αγοράς.

(3)Για να προσελκύσουν επιχειρήσεις, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να είναι ασφαλείς και ανθεκτικοί. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θεσπίζει μέτρα για την αύξηση της διαφάνειας των αγορών παραγώγων και τον μετριασμό των κινδύνων μέσω της εκκαθάρισης και της ανταλλαγής περιθωρίων ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον μετριασμό των χρηματοοικονομικών κινδύνων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την περαιτέρω ενίσχυση της σταθερότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, ιδίως με την τροποποίηση ορισμένων πτυχών του κανονιστικού πλαισίου. Επιπλέον, και σε αναγνώριση του ρόλου που διαδραματίζουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί περαιτέρω η εποπτεία τους, με ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο τους στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο γεγονός ότι παρέχουν υπηρεσίες σε διασυνοριακό επίπεδο.

(4)Η κεντρική εκκαθάριση είναι μια παγκόσμια δραστηριότητα και οι συμμετέχοντες στην αγορά της Ένωσης δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, από τότε που η Επιτροπή ενέκρινε την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις συμμετέχουσες αρχές, καθώς και τις απαιτήσεις αναγνώρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών το 2017 27 , έχουν εκφραστεί επανειλημμένα ανησυχίες, μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) 28 , σχετικά με τους συνεχιζόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης που προκύπτουν από την υπερβολική συγκέντρωση της εκκαθάρισης σε ορισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ιδίως λόγω των δυνητικών κινδύνων που μπορεί να προκύψουν σε ένα σενάριο ακραίων καταστάσεων. Βραχυπρόθεσμα, για να μετριαστεί ο κίνδυνος φαινομένων «κατακρήμνισης» που σχετίζονται με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση λόγω αιφνίδιας διαταραχής στην πρόσβαση των συμμετεχόντων στην αγορά της Ένωσης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή εξέδωσε σειρά αποφάσεων ισοδυναμίας για τη διατήρηση της πρόσβασης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, η Επιτροπή κάλεσε τους συμμετέχοντες στην αγορά της Ένωσης να μειώσουν μεσοπρόθεσμα τα υπερβολικά ανοίγματά τους έναντι συστημικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκτός της Ένωσης. Η Επιτροπή επανέλαβε την εν λόγω έκκληση στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας» 29 τον Ιανουάριο του 2021. Οι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις των υπερβολικών ανοιγμάτων έναντι συστημικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκτός της Ένωσης εξετάστηκαν στην έκθεση που δημοσίευσε η ΕΑΚΑΑ τον Δεκέμβριο του 2021 30 , κατόπιν αξιολόγησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Η εν λόγω έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορισμένες υπηρεσίες που παρέχονται από τους εν λόγω συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν τέτοιας ουσιώδους συστημικής σημασίας που οι ισχύουσες ρυθμίσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν επαρκούσαν για τη διαχείριση των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Για να μετριαστούν οι δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω της συνεχιζόμενης υπερβολικής εξάρτησης από συστημικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, αλλά και για να ενισχυθεί η αναλογικότητα των μέτρων για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που παρουσιάζουν λιγότερους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, είναι αναγκαίο να προσαρμοστεί περαιτέρω το πλαίσιο που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2099 στους κινδύνους που παρουσιάζουν οι διάφοροι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών.

(5)Το άρθρο 4 παράγραφος 2 και το άρθρο 11 παράγραφοι 5 έως 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 εξαιρούν τις συναλλαγές εντός ομίλου από την υποχρέωση εκκαθάρισης και τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας. Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα όσον αφορά το πλαίσιο για τις εντός ομίλου συναλλαγές, οι αποφάσεις ισοδυναμίας του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να αντικατασταθούν από ένα απλούστερο πλαίσιο. Ως εκ τούτου, το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αντικατασταθεί η ανάγκη για απόφαση ισοδυναμίας με έναν κατάλογο τρίτων χωρών για τις οποίες δεν θα πρέπει να χορηγείται εξαίρεση. Κατά συνέπεια, το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να διαγραφεί. Δεδομένου ότι το άρθρο 382 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 31 αναφέρεται σε συναλλαγές εντός ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, το εν λόγω άρθρο 382 θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί αναλόγως.

(6)Δεδομένου ότι οι οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε χώρες οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο τρίτων χωρών υψηλού κινδύνου που εμφανίζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά τους για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 32 , ή σε τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας 33 υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρό κανονιστικό περιβάλλον, οι δραστηριότητές τους ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, μεταξύ άλλων λόγω του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω οντότητες δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο εντός ομίλου συναλλαγών.

(7)Οι στρατηγικές ανεπάρκειες του συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή η έλλειψη συνεργασίας για φορολογικούς σκοπούς δεν είναι κατ’ ανάγκη οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου, που συνδέεται με τις συμβάσεις παραγώγων. Άλλοι παράγοντες, όπως το εποπτικό πλαίσιο, διαδραματίζουν επίσης ρόλο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών των οποίων οι οντότητες δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις εν λόγω εξαιρέσεις παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται στους εν λόγω καταλόγους. Δεδομένου ότι οι εντός ομίλου συναλλαγές επωφελούνται από μειωμένες κανονιστικές απαιτήσεις, οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά και να αξιολογούν τους κινδύνους που συνδέονται με συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν οντότητες από τρίτες χώρες.

(8)Για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης και τρίτων χωρών που προσφέρουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων, θα πρέπει να θεσπιστεί εξαίρεση από την υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 4 σημείο iv) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όταν ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος της Ένωσης ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης πραγματοποιεί συναλλαγή με μηχανισμό συνταξιοδοτικού καθεστώτος που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα η οποία εξαιρείται από την υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του εθνικού δικαίου της εν λόγω τρίτης χώρας.

(9)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 προωθεί τη χρήση της κεντρικής εκκαθάρισης ως κύριας τεχνικής μείωσης του κινδύνου για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι που συνδέονται με μια σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μετριάζονται καλύτερα όταν η εν λόγω σύμβαση παραγώγων εκκαθαρίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, κατά τον υπολογισμό της θέσης που συγκρίνεται με τα κατώφλια που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, στον εν λόγω υπολογισμό θα πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο οι συμβάσεις παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού.

(10)Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που συνδέονται με την υπερβολική έκθεση των εκκαθαριστικών μελών και πελατών της Ένωσης σε συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών (κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2) που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης οι οποίες έχουν προσδιοριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Τον Δεκέμβριο του 2021 η ΕΑΚΑΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παροχή ορισμένων υπηρεσιών εκκαθάρισης που παρέχονται από δύο κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, και συγκεκριμένα για παράγωγα επιτοκίου σε ευρώ και πολωνικά ζλότι, συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνων αθέτησης (CDS) σε ευρώ και παράγωγα επί βραχυπρόθεσμων επιτοκίων (STIR) σε ευρώ, είναι ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της. Όπως επισήμανε η ΕΑΚΑΑ στην έκθεση αξιολόγησης του Δεκεμβρίου 2021, σε περίπτωση που οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2 αντιμετώπιζαν χρηματοοικονομικές δυσχέρειες, οι αλλαγές στις αποδεκτές ασφάλειες, τα περιθώρια ασφαλείας ή οι συντελεστές αποκοπής των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις αγορές κρατικών ομολόγων ενός ή περισσότερων κρατών μελών και, γενικότερα, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Επιπλέον, οι διαταραχές στις αγορές που είναι σημαντικές για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής ενδέχεται να παρεμποδίσουν τον μηχανισμό μετάδοσης που είναι κρίσιμος για τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης να τηρούν, άμεσα ή έμμεσα, λογαριασμούς με ελάχιστο επίπεδο δραστηριότητας σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Η απαίτηση αυτή αναμένεται να μειώσει την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών εκκαθάρισης από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 σε επίπεδο όπου η συγκεκριμένη εκκαθάριση δεν έχει πλέον ουσιώδη συστημική σημασία.

(11)Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι η βαθμονόμηση του επιπέδου της δραστηριότητας εκκαθάρισης που πρέπει να τηρείται στους λογαριασμούς των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η ΕΑΚΑΑ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση της ουσιώδους συστημικής σημασίας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και των υπηρεσιών εκκαθάρισής τους. Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) και το ΕΣΣΚ, και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), θα πρέπει, ως εκ τούτου, να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των λεπτομερειών του επιπέδου των ουσιωδώς συστημικών υπηρεσιών εκκαθάρισης που πρέπει να τηρούνται στους ενεργούς λογαριασμούς των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης από χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης. Η εν λόγω βαθμονόμηση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία και αναλογικά όρια για τη μείωση της εκκαθάρισης στις προσδιοριζόμενες υπηρεσίες εκκαθάρισης στους οικείους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κόστος, τους κινδύνους και την επιβάρυνση που συνεπάγεται η εν λόγω βαθμονόμηση για τους χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, τον αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητά τους και τον κίνδυνο μετακύλισης του εν λόγω κόστους σε μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι η προβλεπόμενη μείωση της εκκαθάρισης στα εν λόγω μέσα, τα οποία έχουν προσδιοριστεί ως ουσιώδους συστημικής σημασίας, έχει ως αποτέλεσμα να μην θεωρούνται πλέον ουσιώδους συστημικής σημασίας όταν η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει την αναγνώριση των σχετικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού, θα πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον ανά πενταετία. Επιπλέον, θα πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλες περίοδοι σταδιακής εφαρμογής της απαίτησης τήρησης ορισμένου επιπέδου της δραστηριότητας εκκαθάρισης στους λογαριασμούς κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης.

(12)Για να διασφαλιστεί ότι οι πελάτες γνωρίζουν τις επιλογές τους και μπορούν να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με το πού θα εκκαθαρίσουν τις συμβάσεις παραγώγων τους, τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης τόσο σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης όσο και σε αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών θα πρέπει να ενημερώνουν τους πελάτες τους σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης μιας σύμβασης παραγώγων σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης, ούτως ώστε η εκκαθάριση στις υπηρεσίες που προσδιορίζονται ως ουσιώδους συστημικής σημασίας να περιοριστεί στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

(13)Για να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εκκαθάρισης που αναλαμβάνουν εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες σε αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρέωση αναφοράς για τα εν λόγω εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες. Στις πληροφορίες που πρέπει να αναφέρονται θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ συναλλαγών σε τίτλους, συναλλαγών σε παράγωγα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά και συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

(14)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/834 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 34 τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 προκειμένου να εισαγάγει, μεταξύ άλλων, εξαίρεση από τις απαιτήσεις αναφοράς για συναλλαγές εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μεταξύ αντισυμβαλλομένων εντός ομίλου, όταν τουλάχιστον ένας από τους αντισυμβαλλομένους είναι μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος. Η εξαίρεση αυτή θεσπίστηκε διότι οι εντός του ομίλου συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό μέρος των συνολικών συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και χρησιμοποιούνται κυρίως για εσωτερική αντιστάθμιση εντός ομίλων. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω συναλλαγές δεν συμβάλλουν σημαντικά στον συστημικό κίνδυνο και στη διασύνδεση με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, η εξαίρεση των εν λόγω συναλλαγών από τις απαιτήσεις αναφοράς έχει περιορίσει την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ, του ΕΣΣΚ και άλλων αρχών να εντοπίζουν και να αξιολογούν με σαφήνεια τους κινδύνους που αναλαμβάνουν μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι. Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια των εντός ομίλου συναλλαγών, δεδομένης της δυνητικής διασύνδεσής τους με το υπόλοιπο χρηματοπιστωτικό σύστημα και λαμβανομένων υπόψη των πρόσφατων εξελίξεων της αγοράς, ιδίως των πιέσεων στις αγορές ενέργειας ως αποτέλεσμα της απρόκλητης και αδικαιολόγητης επίθεσης της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, η εν λόγω εξαίρεση θα πρέπει να καταργηθεί.

(15)Για να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή τα ανοίγματα σε επίπεδο οντότητας και ομίλου και είναι σε θέση να παρακολουθούν τα εν λόγω ανοίγματα, οι αρμόδιεςαρχές θα πρέπει να θεσπίσουν αποτελεσματικές διαδικασίες συνεργασίας για τον υπολογισμό των θέσεων σε συμβάσεις που δεν εκκαθαρίζονται σε αδειοδοτημένο ή αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και για την ενεργό αξιολόγηση και εκτίμηση του επιπέδου έκθεσης σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε επίπεδο οντότητας και ομίλου.

(16)Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 149/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 σχετικά με τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τις οποίες μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά ότι μειώνουν τους κινδύνους εξακολουθεί να είναι κατάλληλος υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα κατώφλια εκκαθάρισης που προβλέπονται στον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής σχετικά με τις αξίες των εν λόγω κατωφλίων αντικατοπτρίζουν ορθά και με ακρίβεια τους διαφορετικούς κινδύνους και τα χαρακτηριστικά των παραγώγων, εκτός από τα παράγωγα επί επιτοκίων, συναλλάγματος, πιστώσεων και μετοχών. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να επανεξετάζει και να αποσαφηνίζει, κατά περίπτωση, τον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής και να προτείνει την τροποποίησή του, εάν είναι αναγκαίο. Η EΑΚΑΑ ενθαρρύνεται να εξετάσει και να παράσχει, μεταξύ άλλων, περισσότερες λεπτομέρειες για τα παράγωγα επί εμπορευμάτων. Αυτός ο βαθμός λεπτομέρειας θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον διαχωρισμό των κατωφλίων εκκαθάρισης ανά τομέα και είδος, όπως η διαφοροποίηση μεταξύ βασικών προϊόντων σχετικών με τη γεωργία, την ενέργεια ή τα μέταλλα ή η διαφοροποίηση των εν λόγω βασικών προϊόντων με βάση άλλα χαρακτηριστικά, όπως περιβαλλοντικά, κοινωνικά και σχετικά με τη διακυβέρνηση κριτήρια, περιβαλλοντικά βιώσιμες επενδύσεις ή χαρακτηριστικά κρυπτοστοιχείων. Κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επιδιώκει να συμβουλευτεί σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς που έχουν ειδικές γνώσεις για συγκεκριμένα βασικά προϊόντα.

(17)Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που πρέπει να ανταλλάσσουν ασφάλειες για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο για να διαπραγματευτούν και να ελέγξουν τις ρυθμίσεις για την ανταλλαγή των εν λόγω ασφαλειών.

(18)Για να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, ακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφαλειών όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται από χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, οι Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (ΕΕΑ) θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εν λόγω ομοιόμορφης εφαρμογής.

(19)Για να διασφαλιστεί μια συνεπής και συγκλίνουσα προσέγγιση μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε ολόκληρη την Ένωση, οι αδειοδοτημένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να λάβουν άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και δραστηριοτήτων σε χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει επίσης να μπορούν να λάβουν άδεια για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και άλλων δραστηριοτήτων σε σχέση με μη χρηματοπιστωτικά μέσα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 εφαρμόζεται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ως οντότητες και όχι σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει μη χρηματοπιστωτικά μέσα, εκτός από χρηματοπιστωτικά μέσα, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για όλες τις υπηρεσίες που παρέχει.

(20)Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την επέκταση της προσφοράς προϊόντων τους, καθώς και δυσκολίες στη διάθεση νέων προϊόντων στην αγορά. Οι εν λόγω προκλήσεις και δυσκολίες μπορούν να εξηγηθούν από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 που καθιστούν ορισμένες διαδικασίες αδειοδότησης υπερβολικά χρονοβόρες, περίπλοκες και αβέβαιες ως προς την έκβασή τους. Ως εκ τούτου, η διαδικασία αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης ή επέκτασης της άδειάς τους θα πρέπει να απλουστευθεί, με παράλληλη διασφάλιση της δέουσας συμμετοχής της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Πρώτον, για να αποφευχθούν σημαντικές, και ενδεχομένως επ’ αόριστον, καθυστερήσεις όταν οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την πληρότητα μιας αίτησης για τη χορήγηση άδειας, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να επιβεβαιώνει ταχέως την παραλαβή της εν λόγω αίτησης και να επαληθεύει γρήγορα αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει παράσχει τα έγγραφα που απαιτούνται για την αξιολόγηση. Για να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης υποβάλλουν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα με τις αιτήσεις τους, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που θα διευκρινίζουν ποια έγγραφα θα πρέπει να παρέχονται, ποιες πληροφορίες θα πρέπει να περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα και σε ποια μορφή θα πρέπει να υποβάλλονται. Δεύτερον, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και ταυτόχρονη αξιολόγηση των αιτήσεων, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν όλα τα έγγραφα μέσω κεντρικής βάσης δεδομένων από την οποία θα πρέπει να κοινοποιούνται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα. Τρίτον, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα θα πρέπει, κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, να συνεργάζονται με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να του θέτουν τυχόν ερωτήσεις για τη διασφάλιση ταχείας, ευέλικτης και συνεργατικής διαδικασίας για ολοκληρωμένη επανεξέταση. Για την αποφυγή επικαλύψεων και περιττών καθυστερήσεων, όλες οι ερωτήσεις και οι επακόλουθες διευκρινίσεις θα πρέπει επίσης να ανταλλάσσονται ταυτόχρονα μεταξύ της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής, της ΕΑΚΑΑ και του σώματος.

(21)Επί του παρόντος υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το πότε μια πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα καλύπτεται από την υφιστάμενη άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί αυτή η αβεβαιότητα και να διασφαλιστεί αναλογικότητα όταν η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν αυξάνει τους κινδύνους για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι αιτήσεις στις περιπτώσεις αυτές δεν θα πρέπει να υποβάλλονται στην πλήρη διαδικασία αξιολόγησης. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να διευκρινιστεί ποιες πρόσθετες υπηρεσίες και δραστηριότητες εκκαθάρισης είναι μη ουσιώδεις και, ως εκ τούτου, δεν αυξάνουν τους κινδύνους για έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης, και θα πρέπει να εγκρίνονται μέσω διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων από την αρμόδια για τον εκάστοτε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Η εν λόγω διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να εκκαθαρίσει ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία έχει λάβει άδεια εκκαθάρισης, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης για τον οποίο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει ήδη υπηρεσίες εκκαθάρισης ή ασκεί δραστηριότητες και η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης δεν συνεπάγεται πληρωμή σε νέο νόμισμα. Η εν λόγω διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσθέτει ένα νέο νόμισμα της Ένωσης σε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτεται ήδη από την άδεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσθέτει μία ή περισσότερες πρόσθετες διάρκειες σε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτεται ήδη από την άδεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι το εύρος της ληκτότητας δεν επεκτείνεται σημαντικά. Επιπλέον, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει επίσης να μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του την εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων όταν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν θα αυξήσει τους κινδύνους του, ιδίως όταν η νέα υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης είναι παρόμοια με τις υπηρεσίες για την παροχή των οποίων ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει ήδη λάβει άδεια. Η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων δεν θα πρέπει να απαιτεί χωριστή γνώμη από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα, δεδομένου ότι η απαίτηση αυτή θα ήταν δυσανάλογη. Αντ’ αυτού, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα θα πρέπει να μπορούν να παρέχουν στοιχεία στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μέσω της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

(22)Για την προώθηση της συνεργατικής εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε συνεχή βάση, το σώμα θα πρέπει να εκδίδει γνώμη όταν η αρμόδια αρχή εξετάζει το ενδεχόμενο ανάκλησης της άδειας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και όταν μια αρμόδια αρχή διενεργεί την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση του συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(23)Για να διασφαλιστεί η συνεπής λειτουργία όλων των σωμάτων και να ενισχυθεί περαιτέρω η εποπτική σύγκλιση, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διευθύνει το σώμα και να προεδρεύει αυτού για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης και θα πρέπει να έχει το δικαίωμα ψήφου στο εν λόγω σώμα.

(24)Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικότερα στο να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης είναι ασφαλείς, εύρωστοι και ανταγωνιστικοί κατά την παροχή των υπηρεσιών τους σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, εκτός από τις εποπτικές αρμοδιότητες που ορίζονται επί του παρόντος στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, να εκδίδει επίσης γνώμη προς την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή σχετικά με την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του και τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας. Κατά την έκδοση γνώμης η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις σχετικές απαιτήσεις, εστιάζοντας ιδίως σε διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ. Είναι επίσης αναγκαίο να ενισχυθεί περαιτέρω η εποπτική σύγκλιση και να διασφαλιστεί ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται σχετικά με την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να δημοσιοποιεί, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, το γεγονός ότι μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να αποφασίζει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύσει τους λόγους που παρέχει η αρμόδια αρχή για τη μη συμμόρφωση με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιέχονται σε αυτές.

(25)Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε συνεχή βάση, μεταξύ άλλων μετά από διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων με την οποία εγκρίνεται η παροχή πρόσθετων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης, ή μετά από διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων για την επικύρωση αλλαγής μοντέλου, περιπτώσεις στις οποίες η ΕΑΚΑΑ και το σώμα δεν εκδίδουν χωριστή γνώμη. Κατά την επανεξέταση που διενεργείται από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή τουλάχιστον σε ετήσια βάση θα πρέπει, επομένως, να εξετάζονται ιδίως αυτές οι νέες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης και τυχόν αλλαγές μοντέλου. Για να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση και ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης είναι ασφαλείς, εύρωστοι και ανταγωνιστικοί όσον αφορά την παροχή των υπηρεσιών τους σε ολόκληρη την Ένωση, η έκθεση της αρμόδιας αρχής θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο γνώμης από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα και θα πρέπει να υποβάλλεται κάθε χρόνο.

(26)Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαθέτει τα μέσα για τον εντοπισμό δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού 36 , να προσδιορίζει τις διασυνδέσεις και τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ διαφορετικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των κοινών εκκαθαριστικών μελών, πελατών και έμμεσων πελατών, των κοινών παρόχων σημαντικών υπηρεσιών και των κοινών παρόχων σημαντικής ρευστότητας, των συμφωνιών διασταυρούμενων εξασφαλίσεων, των διατάξεων σταυροειδούς αθέτησης υποχρέωσης και του συμψηφισμού μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των συμφωνιών διασταυρούμενων εγγυήσεων και των μεταφορών κινδύνων και των ρυθμίσεων συναλλαγών αντιστήριξης.

(27)Οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των ενωσιακών νομισμάτων των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν ζητήσει να γίνουν μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι μέλη της εν λόγω επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης μόνο στο πλαίσιο συζητήσεων σχετικά με τις εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης της ανθεκτικότητας των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς και σχετικές εξελίξεις της αγοράς. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τη συμμετοχή τους στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης δεν συμμετέχουν επαρκώς σε εποπτικά ζητήματα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης που έχουν άμεση σχέση με την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, γεγονός που οδηγεί σε ανεπαρκή συνεκτίμηση των διασυνοριακών κινδύνων. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο οι εν λόγω κεντρικές τράπεζες έκδοσης να είναι σε θέση να παρίστανται ως μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου σε όλες τις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όταν αυτή συνεδριάζει σε σχέση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης.

(28)Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών, η ανταλλαγή γνώσεων και η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρχών που συμμετέχουν στην εποπτεία των αδειοδοτημένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, και ιδίως όταν απαιτείται ταχεία λήψη απόφασης από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να συσταθεί μεικτή εποπτική ομάδα για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης, η οποία θα επικουρεί τις εν λόγω εποπτικές αρχές, μεταξύ άλλων παρέχοντας στοιχεία στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων για την επέκταση της υφιστάμενης άδειας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συνδράμοντας στον καθορισμό της συχνότητας και του βάθους της επανεξέτασης και της αξιολόγησης ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και συμμετέχοντας σε επιτόπιες επιθεωρήσεις. Λαμβανομένου υπόψη ότι η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή παραμένει τελικά υπεύθυνη για τις τελικές εποπτικές αποφάσεις, οι μεικτές εποπτικές ομάδες θα πρέπει να εργάζονται υπό την εποπτεία της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής για την οποία έχει συσταθεί η ομάδα και θα πρέπει να απαρτίζονται από μέλη του προσωπικού της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής, της ΕΑΚΑΑ και από ορισμένα μέλη του σώματος. Άλλα μέλη του σώματος θα πρέπει επίσης να μπορούν να ζητήσουν να συμμετάσχουν αιτιολογώντας το αίτημα με βάση την εκτίμησή τους σχετικά με τον αντίκτυπο που θα μπορούσε να έχει η χρηματοοικονομική δυσχέρεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα του αντίστοιχου κράτους μέλους τους.

(29)Για να ενισχυθεί η ικανότητα των σχετικών οργανισμών της Ένωσης να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα των εξελίξεων της αγοράς που σχετίζονται με την εκκαθάριση στην Ένωση, να παρακολουθούν την εφαρμογή ορισμένων σχετικών με την εκκαθάριση απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και να συζητούν συλλογικά τους πιθανούς κινδύνους που απορρέουν από τη διασύνδεση διαφορετικών χρηματοοικονομικών παραγόντων και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένας διατομεακός μηχανισμός παρακολούθησης στον οποίο θα συμμετέχουν οι σχετικοί οργανισμοί της Ένωσης που συμμετέχουν στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης. Ο εν λόγω κοινός μηχανισμός παρακολούθησης θα πρέπει να τελεί υπό τη διαχείριση και την προεδρία της ΕΑΚΑΑ ως αρχής της Ένωσης που συμμετέχει στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και εποπτεύει τους συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Μεταξύ των συμμετεχόντων θα πρέπει να περιλαμβάνονται εκπρόσωποι της Επιτροπής, της ΕΑΤ, της ΕΑΑΕΣ, του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού.

(30)Για την τεκμηρίωση μελλοντικών αποφάσεων πολιτικής, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τους άλλους οργανισμούς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, θα πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να κινήσει διαδικασία παραβίασης του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37 , εάν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές δεν διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με την απαίτηση για εκκαθάριση τουλάχιστον ενός ποσοστού προσδιορισμένων συμβάσεων σε λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης, ή όταν η ΕΑΚΑΑ εντοπίζει κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Πριν από την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του εν λόγω κανονισμού. Σε περίπτωση που, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση για εκκαθάριση τουλάχιστον ενός ποσοστού προσδιορισμένων συμβάσεων σε λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης δεν διασφαλίζει αποτελεσματικά τη μείωση της υπερβολικής έκθεσης των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, θα πρέπει να επανεξετάσει και να προτείνει την τροποποίηση του σχετικού κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού της Επιτροπής για τον περαιτέρω προσδιορισμό της εν λόγω απαίτησης, προτείνοντας, όπου απαιτείται, τον καθορισμό κατάλληλης περιόδου προσαρμογής.

(31)Η αναταραχή που σημειώθηκε στις αγορές το 2020 ως αποτέλεσμα της πανδημίας COVID-19 και οι υψηλές τιμές στις αγορές χονδρικής πώλησης ενέργειας το 2022 μετά την απρόκλητη και αδικαιολόγητη επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έδειξαν ότι, μολονότι είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την αντιμετώπιση των επακόλουθων κινδύνων όταν προκύπτουν γεγονότα με διασυνοριακές επιπτώσεις, η ΕΑΚΑΑ εξακολουθεί να μην διαθέτει τα αναγκαία εργαλεία για τη διασφάλιση του εν λόγω συντονισμού και μιας συγκλίνουσας προσέγγισης σε επίπεδο Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να συγκαλεί συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος, ενδεχομένως με διευρυμένη σύνθεση, για τον αποτελεσματικό συντονισμό της αντίδρασης των αρμόδιων αρχών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να μπορεί να ζητεί, με απλό αίτημα, πληροφορίες από τους συμμετέχοντες στην αγορά, οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα συντονιστικά της καθήκοντα σε αυτές τις περιπτώσεις και να μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς την αρμόδια αρχή.

(32)Για να μειωθεί η επιβάρυνση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε επανεξέταση της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας δεν θα πρέπει να υποχρεούται να υποβάλει νέα αίτηση αναγνώρισης. Θα πρέπει, ωστόσο, να παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εν λόγω επανεξέταση. Κατά συνέπεια, η επανεξέταση από την ΕΑΚΑΑ της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας δεν θα πρέπει να συνιστά νέα αναγνώριση του συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(33)Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, κατά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας, να απαλλάσσει την εν λόγω τρίτη χώρα από την απαίτηση να διαθέτει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Κατά την εξέταση των περιπτώσεων στις οποίες μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αναλογική, η Επιτροπή μπορεί να εξετάσει μια σειρά διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων η συμμόρφωση με τις αρχές για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών που δημοσιεύθηκαν από την Επιτροπή για τις Υποδομές Πληρωμών και Αγορών και τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς, το μέγεθος των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένοι στην εν λόγω δικαιοδοσία και, εφόσον είναι γνωστή, η αναμενόμενη δραστηριότητα στους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών από εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

(34)Για να διασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών είναι αναλογικές, οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τα ειδικά χαρακτηριστικά του πεδίου εφαρμογής των υπηρεσιών που παρέχονται ή πρόκειται να παρασχεθούν εντός της Ένωσης από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα και κατά πόσον οι εν λόγω υπηρεσίες ενέχουν ειδικούς κινδύνους για την Ένωση ή για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της. Ως εκ τούτου, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τον βαθμό κινδύνου που ενδέχεται να παρουσιάζουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της.

(35)Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προσαρμόσει τις ρυθμίσεις συνεργασίας της σε διαφορετικές δικαιοδοσίες τρίτων χωρών με βάση τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην αντίστοιχη δικαιοδοσία. Ειδικότερα, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 1 καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προφίλ κεντρικών αντισυμβαλλομένων και, ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι μια ρύθμιση συνεργασίας είναι ανάλογη προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι σε κάθε δικαιοδοσία τρίτης χώρας. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα των σχετικών αγορών, τον βαθμό στον οποίο οι δραστηριότητες εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκφράζονται σε ευρώ ή άλλα νομίσματα της Ένωσης και τον βαθμό στον οποίο οντότητες της Ένωσης χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 1 παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε περιορισμένο βαθμό σε εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, το εύρος της αξιολόγησης και των πληροφοριών που πρέπει να ζητούνται από την ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να περιορίζεται σε όλες αυτές τις δικαιοδοσίες. Για τον περιορισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 1, θα πρέπει κατ’ αρχήν να ζητείται ετησίως από την ΕΑΚΑΑ ένα προκαθορισμένο φάσμα πληροφοριών. Όταν οι κίνδυνοι από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή δικαιοδοσία κατηγορίας 1 είναι δυνητικά μεγαλύτεροι, θα ήταν δικαιολογημένο να υπάρχουν περισσότερα, και τουλάχιστον τριμηνιαία, αιτήματα, καθώς και ευρύτερο φάσμα ζητούμενων πληροφοριών. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να απαιτηθεί προσαρμογή τυχόν ρυθμίσεων συνεργασίας που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

(36)Όταν παρέχεται αναγνώριση δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, δεδομένου ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της, οι ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρχών τρίτων χωρών θα πρέπει να καλύπτουν την ανταλλαγή πληροφοριών για ευρύτερο φάσμα πληροφοριών και με αυξημένη συχνότητα. Στην περίπτωση αυτή, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν διαδικασίες για τη διασφάλιση της εποπτείας του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι μπορεί να λαμβάνει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 25 παράγραφος 2β του εν λόγω κανονισμού και για τη διασφάλιση της ανταλλαγής πληροφοριών σε περίπτωση που σε έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο έχει χορηγηθεί, εν μέρει ή πλήρως, συγκρίσιμη συμμόρφωση. Για να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να ασκεί πλήρη και αποτελεσματική εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ πληροφορίες σε τακτά χρονικά διαστήματα.

(37)Για να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ ενημερώνεται επίσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 είναι προετοιμασμένος για χρηματοοικονομικές δυσχέρειες, μπορεί να τις μετριάσει και να ανακάμψει από αυτές, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν το δικαίωμα της ΕΑΚΑΑ να ενημερώνεται όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 καταρτίζει σχέδιο ανάκαμψης ή όταν αρχή τρίτης χώρας καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να ενημερώνεται σχετικά με τις πτυχές που αφορούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα επιμέρους εκκαθαριστικά μέλη, και στον βαθμό στον οποίο γνωστοί πελάτες και έμμεσοι πελάτες, θα μπορούσαν να επηρεαστούν σημαντικά από την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου ανάκαμψης ή εξυγίανσης. Στις ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να αναφέρεται ότι η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ενημερώνεται όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 προτίθεται να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του ή όταν οι αρχές της τρίτης χώρας έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ενδείξεις κατάστασης αναδυόμενης κρίσης που θα μπορούσε να επηρεάσει τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, των εκκαθαριστικών μελών του, των πελατών και των έμμεσων πελατών του.

(38)Για να μετριαστούν οι δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τα γραφεία εκκαθάρισης δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να είναι εκκαθαριστικά μέλη άλλων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ούτε θα πρέπει οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι να μπορούν να δέχονται να έχουν άλλους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη ή ως έμμεσα εκκαθαριστικά μέλη.

(39)Τα πρόσφατα γεγονότα στις αγορές βασικών εμπορευμάτων ως αποτέλεσμα της απρόκλητης και αδικαιολόγητης επίθεσης της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας καταδεικνύουν το γεγονός ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε ρευστότητα με τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους να προσφέρουν υπηρεσίες εκκαθάρισης πελατών και θα πρέπει να τους επιτρέπεται μόνο να τηρούν λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για περιουσιακά στοιχεία και θέσεις που τηρούνται για δικό τους λογαριασμό. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει ή προτίθεται να δεχθεί μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και στις εισφορές σε κεφάλαια εκκαθάρισης, μεταξύ άλλων σε ακραίες συνθήκες. Δεδομένου ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και στις ίδιες διασφαλίσεις ρευστότητας με τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, η άμεση πρόσβασή τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που τους αποδέχονται ως εκκαθαριστικά μέλη . Η αρμόδια αρχή για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα σε τακτική βάση σχετικά με τη σκοπιμότητα της αποδοχής μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων ως εκκαθαριστικών μελών. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των εν λόγω ρυθμίσεων κατόπιν ad hoc αξιολόγησης από ομοτίμους.

(40)Για να διασφαλιστεί καλύτερη ορατότητα και προβλεψιμότητα για τους πελάτες και τους έμμεσους πελάτες όσον αφορά τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και, ως εκ τούτου, να αναπτύξουν αυτοί περαιτέρω τις στρατηγικές τους για τη διαχείριση της ρευστότητας, τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαφάνεια έναντι των πελατών τους. Λόγω της στενότερης σχέσης τους με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και της επαγγελματικής πείρας τους στους τομείς της κεντρικής εκκαθάρισης και της διαχείρισης ρευστότητας, τα εκκαθαριστικά μέλη είναι τα πλέον κατάλληλα για να ενημερώνουν με σαφή και διαφανή τρόπο τους πελάτες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα μοντέλα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, μεταξύ άλλων σε ακραίες καταστάσεις, και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τα γεγονότα αυτά στα περιθώρια ασφαλείας που οι πελάτες καλούνται να παράσχουν, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πρόσθετων περιθωρίων ασφαλείας που μπορεί να ζητήσουν τα ίδια τα εκκαθαριστικά μέλη. Η καλύτερη κατανόηση των μοντέλων περιθωρίου ασφαλείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα των πελατών να προβλέπουν εύλογα τις απαιτήσεις περιθωρίου και να προετοιμάζονται για αιτήματα παροχής ασφαλειών, ιδίως σε ακραίες καταστάσεις.

(41)Για να διασφαλιστεί ότι τα μοντέλα περιθωρίου ασφαλείας αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να αναθεωρούν συνεχώς και όχι μόνο τακτικά το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας τους, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων. Όταν ζητούν και συγκεντρώνουν περιθώρια σε ενδοημερήσια βάση, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να εξετάζουν περαιτέρω τον δυνητικό αντίκτυπο των ενδοημερήσιων συγκεντρώσεων και πληρωμών περιθωρίων ασφαλείας στη θέση ρευστότητας των συμμετεχόντων τους.

(42)Για να διασφαλιστεί ο ακριβής ορισμός του κινδύνου ρευστότητας, οι οντότητες των οποίων την αθέτηση υποχρέωσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για τον προσδιορισμό του εν λόγω κινδύνου θα πρέπει να επεκταθούν ώστε να καλύπτουν όχι μόνο την αθέτηση υποχρέωσης από τα εκκαθαριστικά μέλη, αλλά και από τους παρόχους υπηρεσιών ρευστότητας, τους παρόχους υπηρεσιών διακανονισμού ή τους παρόχους οποιωνδήποτε άλλων υπηρεσιών.

(43)Προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην εκκαθάριση για τις οντότητες που δεν κατέχουν επαρκή ποσά άκρως ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων και ιδίως για τις εταιρείες ενέργειας, υπό όρους που θα καθοριστούν από την ΕΑΚΑΑ, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει υπόψη τους όρους αυτούς κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσής του σε τράπεζα που είναι επίσης εκκαθαριστικό μέλος, οι εγγυήσεις εμπορικών και δημόσιων τραπεζών θα πρέπει να θεωρούνται αποδεκτές ασφάλειες. Επιπλέον, δεδομένου του προφίλ χαμηλού πιστωτικού κινδύνου που τις χαρακτηρίζει, θα πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι οι δημόσιες εγγυήσεις είναι επίσης αποδεκτές ως ασφάλειες. Τέλος, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει, κατά την αναθεώρηση του επιπέδου των συντελεστών αποκοπής που εφαρμόζει στα περιουσιακά στοιχεία που αποδέχεται ως ασφάλεια, να λαμβάνει υπόψη τυχόν πιθανές φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων.

(44)Για να διευκολυνθεί η ικανότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων να ανταποκρίνονται άμεσα στις εξελίξεις της αγοράς που ενδέχεται να απαιτούν τροποποιήσεις των μοντέλων κινδύνου τους, η διαδικασία επικύρωσης των αλλαγών στα εν λόγω μοντέλα θα πρέπει να απλουστευθεί. Όταν μια αλλαγή δεν είναι σημαντική, θα πρέπει να εφαρμόζεται διαδικασία επικύρωσης χωρίς διατύπωση αντιρρήσεων. Για να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να προσδιορίζει τις αλλαγές που θα πρέπει να θεωρούνται σημαντικές. Αυτό θα πρέπει να ισχύει όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που αφορούν διαφορετικές πτυχές της οικονομικής θέσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και του συνολικού επιπέδου κινδύνου.

(45)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να επανεξεταστεί το αργότερο 5 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Με τον τρόπο αυτό θα δοθεί χρόνος για την εφαρμογή των αλλαγών που εισάγονται με τον παρόντα κανονισμό. Παρότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί επανεξέταση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 στο σύνολό του, η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του, τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ασφάλειας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης και τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης. Στο πλαίσιο της επανεξέτασης θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ελκυστικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, ο αντίκτυπος του παρόντος κανονισμού στην ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στην Ένωση και ο βαθμός στον οποίο η ενισχυμένη αξιολόγηση και διαχείριση των διασυνοριακών κινδύνων έχει ωφελήσει την Ένωση.

(46)Για να διασφαλιστεί η συνοχή του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 38 με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα και η σταθερότητα της εσωτερικής αγοράς, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1131 ενιαίο σύνολο κανόνων για την αντιμετώπιση του κινδύνου αντισυμβαλλομένου σε συναλλαγές χρηματοπιστωτικών παραγώγων που εκτελούνται από αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς (ΑΚΧΑ), όταν οι συναλλαγές έχουν εκκαθαριστεί από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις κεντρικής εκκαθάρισης μετριάζουν τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που είναι εγγενής στις συμβάσεις παραγώγων, κατά τον καθορισμό των εφαρμοστέων ορίων κινδύνου αντισυμβαλλομένου είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον ένα παράγωγο έχει εκκαθαριστεί κεντρικά από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί βάσει του εν λόγω κανονισμού. Είναι επίσης αναγκαίο, για κανονιστικούς σκοπούς και σκοπούς εναρμόνισης, να αρθούν τα όρια κινδύνου αντισυμβαλλομένου μόνο όταν οι αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους.

(47)Για να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση των κανόνων και των εποπτικών πρακτικών σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, την επέκταση της άδειας λειτουργίας και τις επικυρώσεις μοντέλων, την απαίτηση για ενεργό λογαριασμό, και τις απαιτήσεις συμμετοχής κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τα ακόλουθα: τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατά την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας, επέκτασης της άδειας λειτουργίας και επικύρωσης αλλαγών στα μοντέλα· το ποσοστό δραστηριότητας στις σχετικές συμβάσεις παραγώγων που θα πρέπει να τηρείται σε ενεργούς λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης και τη μεθοδολογία υπολογισμού που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εν λόγω ποσοστού· το πεδίο εφαρμογής και τις λεπτομέρειες της υποβολής αναφορών από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες της Ένωσης στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με τη δραστηριότητα εκκαθάρισής τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και παράλληλα με την παροχή των μηχανισμών που ενεργοποιούν την επανεξέταση των τιμών των κατωφλίων εκκαθάρισης μετά από σημαντικές διακυμάνσεις των τιμών στην υποκείμενη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, ώστε να επανεξεταστεί επίσης το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης αντιστάθμισης και τα κατώφλια για την εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης· και τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αποδοχής σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(48)Για να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που έχει αναπτύξει η ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τον μορφότυπο των απαιτούμενων εγγράφων για τις αιτήσεις και τον μορφότυπο των αναφορών από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες της Ένωσης προς τις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με τη δραστηριότητα εκκαθάρισής τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(49)Για να διασφαλιστεί ότι ο κατάλογος των τρίτων χωρών των οποίων οι οντότητες δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις εν λόγω εξαιρέσεις παρά το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται στους εν λόγω καταλόγους είναι σημαντικός για την επίτευξη των στόχων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, για να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση της υποχρέωσης εκκαθάρισης ορισμένων συναλλαγών σε λογαριασμό με αδειοδοτημένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν η ΕΑΚΑΑ διενεργεί αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ, και για να διασφαλιστεί ότι ο κατάλογος των μη ουσιωδών αλλαγών για την εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων παραμένει επίκαιρος, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ για την προσαρμογή των συναλλαγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποχρέωσης και την αλλαγή του καταλόγου των μη ουσιωδών αλλαγών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου 39 . Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(50)Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, με τη βελτίωση της ελκυστικότητάς τους, με την ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στην Ένωση και με την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεκτίμησης των κινδύνων, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεών τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(51) Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Εντός ομίλου συναλλαγές

1.Αναφορικά με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχει συναφθεί με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, μέτρησης και ελέγχου και ότι ο αντισυμβαλλόμενος αυτός είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εφόσον είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν περιλαμβάνεται σε κατάλογο σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5.

2.Αναφορικά με χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εφόσον είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν περιλαμβάνεται σε κατάλογο σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5·

β)ο άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε ενδεδειγμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας·

γ)αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση·

δ)αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου·

β)σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο εφόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι αποτελούν μέρος του ιδίου θεσμικού συστήματος προστασίας, που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο όρος που προβλέπεται στο στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου·

γ)σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται με τον ίδιο κεντρικό οργανισμό ή μεταξύ ενός τέτοιου πιστωτικού ιδρύματος και του κεντρικού οργανισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι της σύμβασης παραγώγων περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου κινδύνου·

β) ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εφόσον είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν απαριθμείται στις παραγράφους 4 και 5.

3.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι αντισυμβαλλόμενοι θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση εφόσον αμφότεροι είτε:

α)    περιλαμβάνονται σε ενοποίηση σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ ή σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) που εγκρίθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή, όσον αφορά έναν όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν κριθεί ισοδύναμες προς τα ΔΠΧΠ με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 ή λογιστικές αρχές τρίτης χώρας των οποίων η χρήση επιτρέπεται βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού·

β)    καλύπτονται από την ίδια ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή, προκειμένου για όμιλο η μητρική επιχείρηση του οποίου έχει έδρα σε τρίτη χώρα, από την ίδια ενοποιημένη εποπτεία που ασκεί η αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας, η οποία θεωρείται ανάλογη εκείνης που διέπεται από τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 127 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι συναλλαγές με αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες τρίτες χώρες δεν επωφελούνται από καμία από τις εξαιρέσεις για συναλλαγές εντός ομίλου:

α)    όταν η τρίτη χώρα καταχωρίζεται ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου που εμφανίζει στρατηγικές ανεπάρκειες στο σύστημά της για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*1·

β)    όταν η τρίτη χώρα περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας* 2 και στις επακόλουθες επικαιροποιήσεις τους, οι οποίες εγκρίνονται συγκεκριμένα δύο φορές ετησίως, συνήθως τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο, και δημοσιεύονται στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.    Κατά περίπτωση, υπό το πρίσμα των νομικών και εποπτικών ρυθμίσεων καθώς και των ρυθμίσεων επιβολής της νομοθεσίας τρίτης χώρας όσον αφορά τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 82 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με σκοπό τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών των οποίων οι οντότητες δεν μπορούν να επωφελούνται από καμία από τις εξαιρέσεις για εντός ομίλου συναλλαγές παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνονται σε κατάλογο σύμφωνα με την παράγραφο 4.

___________________________________________________

*1    Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

*2    Συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και τα παραρτήματά του (ΕΕ C 413 I της 12.10.2021, σ. 1).»·

2) στο άρθρο 4 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η υποχρέωση εκκαθάρισης όλων των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται σε καταστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο iv), μεταξύ, αφενός, ενός χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4α παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο ή ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και, αφετέρου, ενός μηχανισμού συνταξιοδοτικών καθεστώτων που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και λειτουργεί σε εθνική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω οντότητα ή μηχανισμός έχει λάβει άδεια λειτουργίας, εποπτεύεται και έχει αναγνωριστεί βάσει του εθνικού δικαίου και εφόσον πρωταρχικός σκοπός του είναι η παροχή συνταξιοδοτικών παροχών και εξαιρείται από την υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του οικείου εθνικού δικαίου.»·

3)στο άρθρο 4α παράγραφος 3 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά τον υπολογισμό των θέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25, και τις οποίες έχει συνάψει ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή έχουν συνάψει άλλες οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει ο συγκεκριμένος χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος.»·

4)προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 7α και 7β:

«Άρθρο 7a

Ενεργός λογαριασμός

1.    Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με τα άρθρα 4α και 10 και εκκαθαρίζουν οποιαδήποτε από τις κατηγορίες των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 εκκαθαρίζουν τουλάχιστον ένα ποσοστό των εν λόγω συμβάσεων σε λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14.

2.    Οι κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που υπόκεινται στην υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες:

α)    παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ και πολωνικά ζλότι·

β)    συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνων αθέτησης (CDS) σε ευρώ·

γ)    παράγωγα επί βραχυπρόθεσμων επιτοκίων (STIR) σε ευρώ.

3.    Ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση της παραγράφου 1 υπολογίζει τις δραστηριότητές του στις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14.

4.    Ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση της παραγράφου 1 αναφέρει στην αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2 σε ετήσια βάση, επιβεβαιώνοντας τη συμμόρφωσή τους με την υποχρέωση που ορίζεται στην εν λόγω παράγραφο. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβιβάζει αμέσως τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ και στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 23γ.

5.    Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ και μετά από διαβούλευση με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν:

α)    το ποσοστό δραστηριότητας σε κάθε κατηγορία των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 2· το ποσοστό αυτό καθορίζεται σε επίπεδο που οδηγεί σε μείωση της εκκαθάρισης στις εν λόγω συμβάσεις παραγώγων στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 που προσφέρουν υπηρεσίες ουσιώδους συστημικής σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ και το οποίο διασφαλίζει ότι η εκκαθάριση σε τέτοιες συμβάσεις παραγώγων δεν έχει πλέον ουσιώδη συστημική σημασία·

β)    τη μεθοδολογία υπολογισμού σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.    Όταν η ΕΑΚΑΑ διενεργεί αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ορισμένες υπηρεσίες ή δραστηριότητες που παρέχονται από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 είναι ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της ή ότι υπηρεσίες ή δραστηριότητες που είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της δεν είναι πλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για την ανάλογη τροποποίηση της παραγράφου 2, σύμφωνα με το άρθρο 82.

Άρθρο 7β

Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες εκκαθάρισης

1.    Όταν ένας από τους πελάτες εκκαθαριστικών μελών και πελατών που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης τόσο σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 όσο και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 υποβάλλει σύμβαση για εκκαθάριση, ενημερώνουν τον εν λόγω πελάτη σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης της συγκεκριμένης σύμβασης στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14.

2.    Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση ή ανήκουν σε όμιλο που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση και οι οποίοι εκκαθαρίζουν σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25, αναφέρουν στην αρμόδια αρχή τους το πεδίο της δραστηριότητας εκκαθάρισής τους στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε ετήσια βάση, προσδιορίζοντας όλα τα ακόλουθα:

α)    το είδος των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των μη χρηματοπιστωτικών συμβάσεων που εκκαθαρίζονται·

β)    τις μέσες αξίες που εκκαθαρίζονται για διάστημα 1 έτους ανά νόμισμα της Ένωσης και ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων·

γ)    το ποσό των συγκεντρωθέντων περιθωρίων ασφαλείας·

δ)    τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης·

ε)    την υψηλότερη υποχρέωση πληρωμής.

Η εν λόγω αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμέσως τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ και στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 23γ.

3.    Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ και μετά από διαβούλευση με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν περαιτέρω το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται και το επίπεδο λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 2, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που είναι ήδη διαθέσιμες στην ΕΑΚΑΑ βάσει του υφιστάμενου πλαισίου υποβολής αναφορών.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του μορφότυπου των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

5)το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 1, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο διαγράφονται·

β)    στην παράγραφο 1α τέταρτο εδάφιο,

— το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) η εν λόγω οντότητα τρίτης χώρας θα θεωρούταν χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος αν ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση· και»

— το στοιχείο β) διαγράφεται·

6)στο άρθρο 10, οι παράγραφοι 2α έως 5 αντικαθίστανται από το εξής κείμενο:

«2α.    Οι σχετικές αρμόδιες αρχές του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου και των άλλων οντοτήτων εντός του ομίλου καθορίζουν διαδικασίες συνεργασίας για την εξασφάλιση του αποτελεσματικού υπολογισμού των θέσεων και την εκτίμηση και αξιολόγηση του επιπέδου έκθεσης σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε επίπεδο ομίλου.

3.    Κατά τον υπολογισμό των θέσεων της παραγράφου 1, ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 και οι οποίες έχουν συναφθεί από τον μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, οι οποίες δεν προσμετρώνται αντικειμενικά ως συμβάλλουσες στη μείωση των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή με δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου.

4.    Η ΕΑΚΑΑ μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν:

α)    τα κριτήρια για να καθορίζεται ποιες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προσμετρώνται αντικειμενικά ως συμβάλλουσες στη μείωση των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων που αναφέρεται στην παράγραφο 3·

β)    τις τιμές των κατωφλίων εκκαθάρισης, οι οποίες καθορίζονται λαμβανομένης υπόψη της συστημικής σημασίας των ανοιχτών θέσεων και της μελλοντικής καθαρής έκθεσης ανά αντισυμβαλλόμενο και ανά κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων;

γ)    τους μηχανισμούς που ενεργοποιούν την επανεξέταση των τιμών των κατωφλίων εκκαθάρισης μετά από σημαντικές διακυμάνσεις των τιμών στην υποκείμενη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει, σε διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, τα κατώφλια εκκαθάρισης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη διασύνδεση των χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων. Η εν λόγω επανεξέταση διενεργείται τουλάχιστον κάθε 2 έτη, και νωρίτερα εφόσον είναι αναγκαίο ή εφόσον απαιτείται στο πλαίσιο του μηχανισμού που θεσπίζεται δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), και μπορεί να προτείνει αλλαγές στα κατώφλια, όπως ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), μέσω των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Κατά την επανεξέταση των κατωφλίων εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ εξετάζει κατά πόσον οι κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, για τις οποίες έχει καθοριστεί κατώφλι εκκαθάρισης, εξακολουθούν να είναι οι σχετικές κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ή εάν θα πρέπει να εισαχθούν νέες κατηγορίες.

Αυτή η περιοδική επανεξέταση συνοδεύεται από έκθεση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με το θέμα.

5.    Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρχή που είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω αρχή υποβάλλει αναφορά στην ΕΑΚΑΑ τουλάχιστον μία φορά ετησίως, και συχνότερα όταν διαπιστώνεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24, σχετικά με τη δραστηριότητα σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων για τους οποίους είναι υπεύθυνη, καθώς και σχετικά με τη δραστηριότητα του ομίλου στον οποίο ανήκουν.

Τουλάχιστον κάθε 2 έτη, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις δραστηριότητες των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, προσδιορίζοντας τομείς στους οποίους υπάρχει έλλειψη σύγκλισης και συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθώς και δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.»·

7)το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται για πρώτη φορά στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.»·

β)    στην παράγραφο 3 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται για πρώτη φορά στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.

Η ΕΑΤ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με σκοπό τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σε συνεργασία με τις ΕΕΑ.»·

γ)    στην παράγραφο 15 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο αα) διαγράφεται.

8) Το άρθρο 13 διαγράφεται·

9)το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται για δραστηριότητες που συνδέονται με την εκκαθάριση και διευκρινίζει τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπεται να παρέχει ή να ασκεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την εν λόγω άδεια.

Η οντότητα που υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για την εκκαθάριση χρηματοπιστωτικών μέσων περιλαμβάνει στην αίτησή της, εκτός από τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων για των οποίων την εκκαθάριση υποβάλλει αίτηση, τις κατηγορίες μη χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι κατάλληλες για εκκαθάριση και τις οποίες ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σκοπεύει να εκκαθαρίζει.

Όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο σκοπεύει να εκκαθαρίζει κατηγορίες μη χρηματοπιστωτικών μέσων κατάλληλων για εκκαθάριση, υποβάλλει αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας του σύμφωνα με το άρθρο 15.»·

β)    προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:

«6.    Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τον κατάλογο των απαιτούμενων εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και τις πληροφορίες που περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τον ηλεκτρονικό μορφότυπο της αίτησης που υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

10)το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ο οποίος επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες, που δεν καλύπτονται από την υφιστάμενη άδεια λειτουργίας, υποβάλλει αίτηση επέκτασης στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Η παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης για τις οποίες δεν έχει ήδη λάβει άδεια ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται ότι είναι επέκταση της άδειας αυτής.

Η επέκταση της άδειας πραγματοποιείται σύμφωνα με ένα από τα ακόλουθα:

α)τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17·

β)τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17α, εφόσον το ζητήσει ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με το άρθρο 17α παράγραφος 3.»·

β)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τον κατάλογο των απαιτούμενων εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση χορήγησης επέκτασης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και τις πληροφορίες που περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

γ)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τον ηλεκτρονικό μορφότυπο της αίτησης που υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων για τη χορήγηση επέκτασης άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

11) το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)    ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διαδικασία έγκρισης και απόρριψης αίτησης για άδεια λειτουργίας ή επέκταση άδειας λειτουργίας»

β)    οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, ή αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 7. Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1.

Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή γνωστοποιεί, εντός 2 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω αίτησης, την παραλαβή της αίτησης, αναφέροντας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αν αυτή περιέχει τα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 6 και 7 ή, σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποβάλει αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας του, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 3 και 4.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαπιστώσει ότι δεν έχουν υποβληθεί όλα τα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 6 και 7 ή το άρθρο 15 παράγραφοι 3 και 4, απορρίπτει την αίτηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

2.    Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί ότι αυτός έχει προβεί, κατά τη στιγμή χορήγησης της άδειας λειτουργίας, σε όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.    Εντός 40 εργάσιμων ημερών από τη λήξη της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης κινδύνου), η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα διενεργούν αξιολογήσεις κινδύνου όσον αφορά τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Έως το τέλος της περιόδου αξιολόγησης κινδύνου:

α)η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβιβάζει το σχέδιο της απόφασης και της έκθεσής της στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα·

β)η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 και τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα·

γ)το σώμα εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19 και τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στην ΕΑΚΑΑ.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ιδίως σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), το σώμα μπορεί να περιλαμβάνει στη γνώμη του οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.»·

δ)    προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3α και 3β:

«3α.    Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε από τα μέλη του σώματος μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις απευθείας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν απαντήσει στις εν λόγω ερωτήσεις εντός της προθεσμίας που ορίζει η αιτούσα αρχή, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ ή το σώμα μπορεί να λάβει απόφαση ελλείψει απάντησης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει την περίοδο αξιολόγησης κατά 10 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, εάν, κατά την άποψή τους, η ερώτηση είναι ουσιώδης για την αξιολόγηση.

3β.    Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή τόσο της γνώμης της ΕΑΚΑΑ όσο και της γνώμης του σώματος, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμφωνεί με γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή του σώματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτήν, η απόφασή της περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση και επεξήγηση τυχόν σημαντικών αποκλίσεων από την εν λόγω γνώμη ή τους όρους ή συστάσεις.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί το γεγονός ότι μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να αποφασίζει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύσει τους λόγους που παρέχει η αρμόδια αρχή για τη μη συμμόρφωση με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιέχονται σε αυτές.»·

ε)    η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού εξετάσει δεόντως τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτές, χορηγεί άδεια λειτουργίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 και στο άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), μόνον εφόσον πεισθεί απόλυτα ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)πληροί όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης ή δραστηριοτήτων για μη χρηματοπιστωτικά μέσα· και

β)ανακοινώνεται ως σύστημα σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρχών του κράτους μέλους εγκατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1, βάσει της οποίας ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας. Η γνώμη αυτή υποβάλλεται γραπτώς και περιέχει πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση των λόγων για τους οποίους το σώμα θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

Εφόσον δεν επιτευχθεί κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, όπως προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, και εφόσον η πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος έχει εκφέρει αρνητική γνώμη, οποιαδήποτε από τις οικείες αρμόδιες αρχές, βασιζόμενη στην πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος, μπορεί, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση της αρνητικής γνώμης, να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Στην απόφαση παραπομπής αναφέρονται γραπτώς οι πλήρεις και λεπτομερείς λόγοι για τους οποίους τα οικεία μέλη του σώματος θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και αναμένει οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με τη χορήγηση άδειας την οποία μπορεί να λάβει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ μετά την παρέλευση της προθεσμίας 30 ημερών που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο.

Εφόσον όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρχών του κράτος μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, με βάση το άρθρο 19 παράγραφος 1, ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν θα λάβει άδεια λειτουργίας, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαβιβάζει την απόφαση στις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.»·

στ)    η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων που παρέχει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στα μέλη του σώματος για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (στο εξής: καταχωρισμένοι αποδέκτες) πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που έχουν καταχωριστεί στη βάση δεδομένων για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει την αίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 14, στο άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) και στο άρθρο 49 μέσω της εν λόγω βάσης δεδομένων.

Οι καταχωρισμένοι αποδέκτες αναρτούν αμέσως όλα τα έγγραφα που λαμβάνουν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 και η κεντρική βάση δεδομένων ενημερώνει αυτομάτως τους καταχωρισμένους αποδέκτες όταν γίνονται αλλαγές στο περιεχόμενό της. Η κεντρική βάση δεδομένων περιέχει όλα τα έγγραφα που υποβάλλει ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με την παράγραφο 1 και όλα τα άλλα έγγραφα που έχουν σημασία για την αξιολόγηση από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, την ΕΑΚΑΑ και το σώμα.

Τα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους έχουν επίσης πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα για τα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 24α στοιχείο γ) και στοιχείο δ) σημείο ii), όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους εμπιστευτικότητας.»·

12)προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 17α και 17β:

«Άρθρο 17α

Διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων για την έγκριση αίτησης επέκτασης δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών

1.    Η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων εφαρμόζεται σε μη ουσιώδεις αλλαγές στην υφιστάμενη άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις όταν η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης:

α)    πληροί όλους τους ακόλουθους όρους:

i)    ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σκοπεύει να εκκαθαρίζει ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων για τα οποία έχει λάβει άδεια εκκαθάρισης δυνάμει των άρθρων 14 ή 15·

ii)    τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο σημείο i) αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης για τον οποίο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει ήδη υπηρεσίες εκκαθάρισης ή ασκεί δραστηριότητες· και

iii)    η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης δεν συνεπάγεται πληρωμή σε νέο νόμισμα·

β)    προσθέτει ένα νέο νόμισμα της Ένωσης σε μια κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται ήδη από την άδεια λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου· ή

γ)    προσθέτει μία ή περισσότερες πρόσθετες διάρκειες σε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται ήδη από την άδεια λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, υπό την προϋπόθεση ότι το εύρος ληκτότητας δεν επεκτείνεται σημαντικά.

2.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 23β, να αποφασίσει επίσης να εφαρμόσει τη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων του παρόντος άρθρου, εφόσον το ζητήσει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και εφόσον η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης δεν πληροί καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)έχει ως αποτέλεσμα ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να πρέπει να προσαρμόσει σημαντικά την επιχειρησιακή του δομή, σε οποιοδήποτε σημείο του κύκλου της σύμβασης:

β)περιλαμβάνει την προσφορά συμβάσεων που δεν μπορούν να ρευστοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως μέσω άμεσης προσφοράς ή δημοπρασίας, ή μαζί με συμβάσεις που εκκαθαρίζονται ήδη από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

γ)έχει ως αποτέλεσμα ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να πρέπει να λάβει υπόψη ουσιώδεις νέες συμβατικές προδιαγραφές, όπως σημαντικές επεκτάσεις του εύρους ληκτότητας ή νέους τρόπους άσκησης δικαιωμάτων προαίρεσης εντός μιας κατηγορίας συμβάσεων·

δ)έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή σημαντικών νέων κινδύνων, που συνδέονται με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των περιουσιακών στοιχείων στα οποία γίνεται αναφορά·

ε)περιλαμβάνει την παροχή νέου μηχανισμού ή υπηρεσίας διακανονισμού ή παράδοσης που περιλαμβάνει τη δημιουργία συνδέσεων με διαφορετικό σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, ΚΑΤ ή σύστημα πληρωμών που δεν χρησιμοποιούσε προηγουμένως ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

3.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που υποβάλλει αίτηση επέκτασης ζητώντας την εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων, αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η προτεινόμενη επέκταση των δραστηριοτήτων του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης πληροί τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 ή 2 για αξιολόγηση βάσει της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει την αίτησή του σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 και παρέχει όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχθεί ότι έχει θεσπίσει, κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των σχετικών απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που υποβάλλει αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας του ζητώντας να εφαρμοστεί η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων και εφόσον οι προτεινόμενες πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1, μπορεί να αρχίσει την εκκαθάριση των εν λόγω πρόσθετων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι κατάλληλα για εκκαθάριση πριν από την απόφαση της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.    Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 2, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού εξετάσει τα στοιχεία της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 23β, αποφασίζει αν η αίτηση υπόκειται στη διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ή, εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή έχει εντοπίσει σημαντικούς κινδύνους ως αποτέλεσμα της προτεινόμενης επέκτασης των δραστηριοτήτων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης, ότι εφαρμόζεται η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποφασίσει ότι εφαρμόζεται η διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 17, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω κοινοποίησης, παύει να παρέχει την εν λόγω υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης.

5.    Εάν η αρμόδια για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 23β, δεν εκφράσει την αντίρρησή της για τις προτεινόμενες πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, ή από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η εν λόγω παράγραφος, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι εφαρμόζεται η διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, η άδεια λειτουργίας θεωρείται ότι έχει χορηγηθεί.

6.    Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 82 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό προσδιορίζοντας τυχόν αλλαγές στον κατάλογο των μη ουσιωδών αλλαγών που παρατίθενται στην παράγραφο 1, όταν η εν λόγω αλλαγή δεν συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

Άρθρο 17β

Διαδικασία για την έκδοση γνώμης από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα

1.    Η αρμόδια για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 αίτηση για την έκδοση γνώμης:

α)από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 2, όταν η αρμόδια αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση σε σχέση με τα άρθρα 7, 8, 20, 21, 29, 30, 31, 32, 33, 35, 36, 41 και 54·

β)από το σώμα σύμφωνα με το άρθρο 18, όταν η αρμόδια αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση σε σχέση με τα άρθρα 20, 21, 30, 31, 32, 35, 41, 49, 51 και 54.

Η εν λόγω αίτηση για την έκδοση γνώμης κοινοποιείται αμέσως στους καταχωρισμένους αποδέκτες.

2.    Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο σχετικό άρθρο, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης), αξιολογούν τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις αντίστοιχες απαιτήσεις. Έως το τέλος της περιόδου αξιολόγησης:

α)    η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβιβάζει το σχέδιο της απόφασης και της έκθεσής της στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα·

β)    η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) και τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ιδίως σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης·

γ) το σώμα εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19 και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Η γνώμη του σώματος μπορεί να περιλαμβάνει όρους ή συστάσεις που θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3.    Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γνώμης της ΕΑΚΑΑ και, όπου απαιτείται, της γνώμης του σώματος, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού εξετάσει δεόντως τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ και του σώματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτές, εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμφωνεί με γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή του σώματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτήν, η απόφασή της περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση και επεξήγηση τυχόν σημαντικών αποκλίσεων από την εν λόγω γνώμη ή τους όρους ή συστάσεις.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί το γεγονός ότι μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να αποφασίζει, κατά περίπτωση, να δημοσιεύσει τους λόγους που παρέχει η αρμόδια αρχή για τη μη συμμόρφωση με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή τη γνώμη του σώματος ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιέχονται σε αυτές.»·

13)το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 17, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή του συγκροτεί σώμα, προκειμένου να διευκολυνθεί η εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 20, 21, 30, 31, 32, 35, 41, 49, 51 και 54.»·

β)    στην παράγραφο 2 το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)    τον πρόεδρο ή οποιοδήποτε από τα ανεξάρτητα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρεται στο άρθρο 24α παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), τα οποία διευθύνουν το σώμα και προεδρεύουν αυτού·»·

14)το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Όταν το σώμα καλείται να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καταλήγει σε κοινή γνώμη σχετικά με το κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο και εάν δεν καταλήξει σε κοινή γνώμη, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, το σώμα, εντός της ίδιας χρονικής περιόδου, εγκρίνει πλειοψηφική γνώμη.»·

β)    στην παράγραφο 3, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα μέλη του σώματος που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχεία γα) και θ) δεν έχουν δικαίωμα ψήφου για τις γνώμες του σώματος.»·

γ)    η παράγραφος 4 διαγράφεται·

15)στο άρθρο 20, οι παράγραφοι 3 έως 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβουλεύεται με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του σώματος, σύμφωνα με την παράγραφο 6, σχετικά με την αναγκαιότητα να ανακληθεί η άδεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός εάν η απόφαση αυτή χρειάζεται να ληφθεί επειγόντως.

4.    Η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε μέλος του σώματος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή να εξετάσει κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξακολουθεί να πληροί τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια.

5.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δύναται να περιορίσει την ανάκληση σε συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων.

6.    Προτού η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λάβει απόφαση ανάκλησης για μια συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων, ζητεί τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και του σώματος σύμφωνα με το άρθρο 17β.

7.    Όταν η αρμόδια για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λαμβάνει απόφαση πλήρους ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ή ανάκλησης σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων, η εν λόγω απόφαση παράγει αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση.»·

16)το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22 προβαίνουν σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:

α)    επανεξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ώστε να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό·

β)    επανεξετάζουν τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που έχει αρχίσει να παρέχει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ακολουθώντας τις διαδικασίες μη διατύπωσης αντιρρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 17α ή σύμφωνα με το άρθρο 49·

γ)    αξιολογούν τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών και λειτουργικών κινδύνων, στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι.»·

β)    οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Οι αρμόδιες αρχές, αφού λάβουν υπόψη τα στοιχεία της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 23β, καθορίζουν τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα, την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων και τη διασύνδεση με άλλες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών των οικείων κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις εποπτικές προτεραιότητες που καθορίζονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βα). Οι αρμόδιες αρχές επικαιροποιούν την επανεξέταση και την αξιολόγηση τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις. Οι αρμόδιες αρχές καλούν τα μέλη της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 23β να συμμετάσχουν σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στα μέλη της μεικτής εποπτικής ομάδας που έχει συσταθεί για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 23β, τυχόν πληροφορίες που λαμβάνει από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατά τη διάρκεια ή σε σχέση με επιτόπιες επιθεωρήσεις.

4.     Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τακτικά, και τουλάχιστον σε ετήσια βάση, έκθεση στο σώμα σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον η αρμόδια αρχή έχει προβεί σε διορθωτικές ενέργειες ή έχει επιβάλει κυρώσεις. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ την έκθεση που καλύπτει ένα ημερολογιακό έτος έως τις 30 Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Επί της εν λόγω έκθεσης εκδίδεται γνώμη από το σώμα σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), με βάση τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.»·

17)το άρθρο 23α τροποποιείται ως εξής:

α)    οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Η ΕΑΚΑΑ επιτελεί συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων αρχών και μεταξύ των σωμάτων με στόχο:

α)    τη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και συνεκτικών εποπτικών πρακτικών·

β)    την εξασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεκτικών προσεγγίσεων·

γ)    την ενίσχυση της συνέπειας των αποτελεσμάτων της εποπτείας, ιδίως σε ό,τι αφορά τους τομείς της εποπτείας που έχουν διασυνοριακή διάσταση ή πιθανό διασυνοριακό αντίκτυπο·

δ)    τον συντονισμό της αντοχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24·

ε)    την αξιολόγηση των κινδύνων κατά την παροχή γνωμών προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 2 σχετικά με τη συμμόρφωση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, και παροχή συστάσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μετριάζει τους εν λόγω κινδύνους.

2.    Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τα σχέδια αποφάσεών τους στην ΕΑΚΑΑ προς διατύπωση γνώμης πριν από την έγκριση οποιασδήποτε πράξης ή μέτρου σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 14, το άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) και τα άρθρα 20 και 21, τα άρθρα 29 έως 33 και τα άρθρα 35, 36, 41 και 54.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να υποβάλουν σχέδια αποφάσεων στην ΕΑΚΑΑ προς διατύπωση γνώμης προτού εγκρίνουν οποιαδήποτε άλλη πράξη ή μέτρο σύμφωνα με τα καθήκοντά τους βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1.»·

β)    οι παράγραφοι 3 και 4 διαγράφονται·

18)προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 23β και 23γ:

«Άρθρο 23β

Μεικτές εποπτικές ομάδες

1.    Συγκροτείται μεικτή εποπτική ομάδα για την εποπτεία κάθε κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14. Κάθε μεικτή εποπτική ομάδα απαρτίζεται από μέλη του προσωπικού της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής, την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του σώματος που αναφέρονται στο άρθρο 18 στοιχεία γ), ζ) και η). Άλλα μέλη του σώματος μπορούν επίσης να ζητήσουν να συμμετάσχουν στη μεικτή εποπτική ομάδα. Οι μεικτές εποπτικές ομάδες εργάζονται υπό τον συντονισμό ορισθέντος μέλους του προσωπικού της αρμόδιας αρχής.

2.    Τα καθήκοντα μιας μεικτής εποπτικής ομάδας περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, όλα τα ακόλουθα:

α)    παροχή στοιχείων στις αρμόδιες αρχές, στην ΕΑΚΑΑ και στα σώματα σύμφωνα με το άρθρο 17α παράγραφοι 2, 4 και 5 και το άρθρο 21 παράγραφος 3·

β)    συμμετοχή σε επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3·

γ)    συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και τα μέλη του σώματος, κατά περίπτωση·

δ)    εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή κεντρικού αντισυμβαλλομένου, παροχή συνδρομής στην εν λόγω αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή είναι υπεύθυνη για τη σύσταση μεικτών εποπτικών ομάδων.

4.    Η ΕΑΚΑΑ και οι αρχές που συμμετέχουν στις μεικτές εποπτικές ομάδες διαβουλεύονται μεταξύ τους και συμφωνούν σχετικά με τη χρήση των πόρων όσον αφορά τις μεικτές εποπτικές ομάδες.

Άρθρο 23γ

Κοινός μηχανισμός παρακολούθησης

1.    Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί κοινό μηχανισμό παρακολούθησης για την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Ο κοινός μηχανισμός παρακολούθησης απαρτίζεται από:

α)    εκπροσώπους της ΕΑΚΑΑ·

β)    εκπροσώπους της ΕΑΤ και της ΕΑΑΕΣ·

γ)    εκπροσώπους της Επιτροπής, του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού και τα οποία της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου.

Η ΕΑΚΑΑ διαχειρίζεται τις συνεδριάσεις του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και προεδρεύει αυτών. Ο πρόεδρος του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης, κατόπιν αιτήματος των άλλων μελών του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης ή με δική του πρωτοβουλία, μπορεί να καλεί άλλες αρχές να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για τα προς συζήτηση θέματα.

2.    Ο κοινός μηχανισμός παρακολούθησης:

α)    παρακολουθεί την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 7α και 7β, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων:

i)    των συνολικών ανοιγμάτων και της μείωσης των ανοιγμάτων σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας, οι οποίες προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ·

ii)    των εξελίξεων σχετικά με την εκκαθάριση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 και την πρόσβαση των πελατών των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε εκκαθάριση, συμπεριλαμβανομένων των τελών που χρεώνουν οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για την κατάρτιση λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 7α και τυχόν τελών που χρεώνουν τα εκκαθαριστικά μέλη στους πελάτες τους για την κατάρτιση λογαριασμών και την εκτέλεση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 7α·

iii)    άλλων σημαντικών εξελίξεων στις πρακτικές εκκαθάρισης που έχουν αντίκτυπο στο επίπεδο εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14·

β)    παρακολουθεί τις σχέσεις εκκαθάρισης πελατών, συμπεριλαμβανομένων της δυνατότητας μεταφοράς και των αλληλεξαρτήσεων και αλληλεπιδράσεων των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με άλλες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών·

γ)    συμβάλλει στην ανάπτυξη αξιολογήσεων της ανθεκτικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε επίπεδο Ένωσης, εστιάζοντας στους κινδύνους ρευστότητας που αφορούν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες·

δ)    προσδιορίζει τους κινδύνους συγκέντρωσης, ιδίως στην εκκαθάριση πελατών, λόγω της ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης, μεταξύ άλλων όταν περισσότεροι του ενός κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες χρησιμοποιούν τους ίδιους παρόχους υπηρεσιών·

ε)    παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, στην ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης και στην ενίσχυση της παρακολούθησης των διασυνοριακών κινδύνων.

Οι οργανισμοί που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης και οι εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται και ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων παρακολούθησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Εάν δεν καταστούν διαθέσιμες οι απαιτούμενες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 4, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, με απλή αίτηση, να απαιτήσει από τους αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη τους και τους πελάτες τους να παράσχουν τις απαραίτητες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στην ΕΑΚΑΑ και στους άλλους οργανισμούς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης να διενεργήσουν την αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

3.    Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τους άλλους οργανισμούς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.    Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 όταν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και μετά τις συζητήσεις που διεξάγονται σε αυτόν:

α)    θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές δεν διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 7α·

β)    διαπιστώνει κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Προτού ενεργήσει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.    Όταν η ΕΑΚΑΑ, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, θεωρεί ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 7α δεν διασφαλίζει αποτελεσματικά τη μείωση της υπερβολικής έκθεσης των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, επανεξετάζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 5, ορίζοντας, όπου απαιτείται, κατάλληλη περίοδο προσαρμογής, η οποία δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.»·

19)Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 24

Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.    Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, το σώμα, τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, την Επιτροπή και άλλες αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων:

α)    καταστάσεις ή γεγονότα που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν την προληπτική ή τη χρηματοπιστωτική ευρωστία ή την αντοχή των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, των εκκαθαριστικών μελών τους ή των πελατών τους·

β) όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, η αρμόδια αρχή έχει λάβει μέτρο έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού ή η αρμόδια αρχή έχει ζητήσει την ολική ή μερική απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του συμβουλίου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού·

γ) όταν υπάρχουν εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, στην ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών ή στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή ένα από τα εκκαθαριστικά μέλη του.

2.    Η ΕΑΚΑΑ συντονίζει τις αρμόδιες αρχές, την αρχή εξυγίανσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 και τα σώματα για την κοινή αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που αφορούν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

3.    Σε περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, εκτός εάν μια αρχή εξυγίανσης έχει αναλάβει δράση εξυγίανσης έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, και για τον συντονισμό των αρμόδιων αρχών, συνεδρίαση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους:

α)    μπορεί να συγκαλείται από τον πρόεδρο της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

β)    συγκαλείται από τον πρόεδρο της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, κατόπιν αιτήματος δύο μελών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

4.    Οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αρχές μπορεί επίσης να προσκληθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των θεμάτων που πρόκειται να συζητηθούν κατά τη συνεδρίαση:

α)    οι σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης·

β)    οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού·

γ)    οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης·

δ)    οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των πελατών, εφόσον είναι γνωστές·

ε)    οι σχετικές αρχές εξυγίανσης που ορίζονται βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23.

Όταν πραγματοποιείται συνεδρίαση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ο πρόεδρος ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ, το ΕΣΣΚ και την Επιτροπή, οι οποίες προσκαλούνται επίσης να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεδρίαση κατόπιν αιτήματός τους.

5.    Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση να ζητήσει από αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη τους και τους πελάτες τους, καθώς και σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους, στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες, να παράσχουν κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία ώστε η ΕΑΚΑΑ να μπορέσει να επιτελέσει τον συντονιστικό ρόλο της σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

6.    Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, κατόπιν πρότασης της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, να εκδίδει συστάσεις σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, οι οποίες απευθύνονται σε μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές και τους συνιστούν να λάβουν προσωρινές ή μόνιμες εποπτικές αποφάσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V για την αποφυγή ή τον μετριασμό σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει συστάσεις σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μόνο σε περίπτωση που επηρεάζονται περισσότεροι του ενός αδειοδοτημένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή όταν γεγονότα σε επίπεδο Ένωσης αποσταθεροποιούν διασυνοριακές εκκαθαριζόμενες αγορές.»·

20)το άρθρο 24α τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)    όταν η συνεδρίαση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αφορά κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, στο πλαίσιο των συζητήσεων που αφορούν την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων της Ένωσης των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίες έχουν ζητήσει να συμμετάσχουν ως μέλη στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, χωρίς δικαίωμα ψήφου.»·

β)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο;

«3.    Ο πρόεδρος μπορεί να προσκαλεί ως παρατηρητές στις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, όπου κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο, μέλη των σωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 18, εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών πελατών, εφόσον είναι γνωστοί, και εκπροσώπους των σχετικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.»·

γ)    η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

i)    η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε ό,τι αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους οι οποίοι είναι αδειοδοτημένοι ή αιτούνται χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους καταρτίζει, για τον σκοπό του άρθρου 23α παράγραφος 2, αποφάσεις και εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ και παρατίθενται στα εξής στοιχεία:»·

ii)    προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία βα), ββ) και βγ):

«βα)    συζητά και προσδιορίζει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, εποπτικές προτεραιότητες για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η χάραξη των στρατηγικών εποπτικών προτεραιοτήτων της Ένωσης από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 29α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

ββ)    εξετάζει, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΚΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων της στο πλαίσιο ενιαίου εποπτικού μηχανισμού σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, τυχόν διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, μεταξύ άλλων λόγω της διασύνδεσης, των αλληλοσυνδέσεων και των κινδύνων συγκέντρωσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων λόγω των εν λόγω διασυνοριακών συνδέσεων·

βγ)    καταρτίζει σχέδια γνωμών προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 17β και σχέδια αποφάσεων επικύρωσης σύμφωνα με το άρθρο 49·»·

iii)    προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τους διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που αναφέρονται στο στοιχείο ββ) του πρώτου εδαφίου.»·

21)το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η απόφαση αναγνώρισης βασίζεται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 1 και σε αυτές της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ) και της παραγράφου 2β για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2. Εντός 180 εργάσιμων ημερών από την απόφαση ότι η αίτηση είναι πλήρης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως και πλήρως αιτιολογημένα τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αν χορηγείται άδεια λειτουργίας ή όχι.»·

β)    στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν η επανεξέταση διενεργείται σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, διενεργείται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4. Όταν η επανεξέταση διενεργείται σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, διενεργείται επίσης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4, ωστόσο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν υποχρεούται να υποβάλει νέα αίτηση, αλλά παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επανεξέταση της αναγνώρισής του.»·

γ)    στην παράγραφο 6 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν, προς το συμφέρον της Ένωσης και λαμβανομένων υπόψη των δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω της αναμενόμενης συμμετοχής εκκαθαριστικών μελών και τόπων διαπραγμάτευσης εγκατεστημένων στην Ένωση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ανεξάρτητα από το αν πληρούται το στοιχείο γ) του εν λόγω εδαφίου.»·

δ)    η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτελεσματικές ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμο με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την παράγραφο 6.»·

ε)    προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 7α, 7β και 7γ:

«7α.    Εάν η ΕΑΚΑΑ δεν έχει καθορίσει ακόμα τη διαβάθμιση κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή εάν η ΕΑΚΑΑ έχει διαπιστώσει ότι όλοι ή ορισμένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι σε μια σχετική τρίτη χώρα είναι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 1, οι ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 7 λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που συνεπάγεται η παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και προσδιορίζουν:

α)    τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών σε ετήσια βάση μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) και των αρμόδιων αρχών των οικείων τρίτων χωρών, ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση:

i)    να διασφαλίζει ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης σύμφωνα με την παράγραφο 2·

ii)    να προσδιορίζει τυχόν σημαντικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς ή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της· και

iii)    να παρακολουθεί τις δραστηριότητες εκκαθάρισης σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην εν λόγω τρίτη χώρα από εκκαθαριστικά μέλη που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, ή είναι μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση.

β)    κατ’ εξαίρεση, τον μηχανισμό τριμηνιαίας ανταλλαγής πληροφοριών που απαιτεί λεπτομερείς πληροφορίες οι οποίες καλύπτουν τις πτυχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2α και ιδίως πληροφορίες σχετικά με σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου, την επέκταση των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και αλλαγές στη δομή των λογαριασμών πελατών, με σκοπό να διαπιστωθεί εάν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα αποκτήσει σύντομα ή ενδέχεται να αποκτήσει συστημική σημασία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της·

γ)    τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που αρμόδια αρχή τρίτης χώρας κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τον οποίο εποπτεύει έχει παραβεί τους όρους της άδειας λειτουργίας του ή άλλη νομοθεσία στην οποία υπάγεται·

δ)    τις αναγκαίες διαδικασίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων σε τρίτη χώρα·

ε)    τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας για την ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ, του σώματος της ΕΑΚΑΑ για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναφέρεται στο άρθρο 25γ και των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά τον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μεταξύ άλλων για τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία ενδέχεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση ή σε ένα από τα κράτη μέλη της, καθώς και τις διαδικασίες και τα σχέδια απρόοπτων γεγονότων για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων·

στ)    τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής των αποφάσεων που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25στ, το άρθρο 25ια παράγραφος 1 στοιχείο β) και τα άρθρα 25ιβ, 25ιγ και 25ιστ·

ζ)    τη συγκατάθεση των αρχών της τρίτης χώρας για την περαιτέρω κοινοποίηση των πληροφοριών που έχουν παράσχει στην ΕΑΚΑΑ στο πλαίσιο των ρυθμίσεων συνεργασίας με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και τα μέλη του σώματος της ΕΑΚΑΑ για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, με την επιφύλαξη της τήρησης των απαιτήσεων του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 83.

7β.    Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι τουλάχιστον ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σε σχετική τρίτη χώρα είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2, οι ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 7 προσδιορίζουν σε σχέση με τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)    τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 7α στοιχεία α), γ), δ), ε) και ζ), όταν δεν έχουν ήδη καθιερωθεί ρυθμίσεις συνεργασίας με τη σχετική τρίτη χώρα σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο·

β)    τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών σε μηνιαία βάση μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) και των αρμόδιων αρχών των οικείων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2β·

γ)    τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνουν τη συμφωνία των αρχών της τρίτης χώρας να επιτρέπονται οι έρευνες και οι επιτόπιες επιθεωρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 25ζ και 25η, αντιστοίχως·

δ)    τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής των αποφάσεων που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 25β, 25στ έως 25ιγ, 25ιστ και 25ιζ·

ε)    τις διαδικασίες με τις οποίες οι αρχές τρίτων χωρών ενημερώνουν αμέσως την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τα ακόλουθα, με έμφαση σε πτυχές που αφορούν την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της:

i)    την κατάρτιση σχεδίων ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης και τυχόν επακόλουθες ουσιώδεις αλλαγές στα εν λόγω σχέδια·

ii)    εάν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 σκοπεύει να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του ή εάν οι αρχές της τρίτης χώρας έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ενδείξεις αναδυόμενης κατάστασης κρίσης που θα μπορούσε να επηρεάσει τις δραστηριότητες του συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ιδίως την ικανότητά του να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή όταν οι αρχές της τρίτης χώρας προτίθενται να αναλάβουν δράση εξυγίανσης στο εγγύς μέλλον.

7γ.    Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ θεωρήσει ότι η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν εφαρμόζει οποιαδήποτε από τις διατάξεις που ορίζονται σε ρύθμιση συνεργασίας, η οποία έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 7, 7α και 7β, ενημερώνει την Επιτροπή για το συγκεκριμένο ζήτημα, εμπιστευτικά και χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την επανεξέταση της εκτελεστικής πράξης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6.»·

22)στο άρθρο 25β παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ απαιτεί από κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 όλα τα ακόλουθα:

θ)επιβεβαίωση, τουλάχιστον επί ετήσιας βάσης, ότι οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχεία α), γ) και δ) εξακολουθούν να πληρούνται·

λε)πληροφορίες και δεδομένα σε τακτική βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ είναι σε θέση να εποπτεύει τη συμμόρφωση των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α).»·

23)στο άρθρο 25ιστ παράγραφος 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)    ο σχετικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις οποιασδήποτε από τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή δεν συμμορφώνεται πλέον με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 25 και δεν έλαβε τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ΕΑΚΑΑ εντός καταλλήλου χρονικού πλαισίου διάρκειας έως και ενός έτους.»·

24)προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 25ιη:

«Άρθρο 25ιη

Δημόσια κοινοποίηση

Με την επιφύλαξη των άρθρων 25ιστ και 25ιζ, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει δημόσια ανακοίνωση εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας δεν έχει καταβάλει τα τέλη που οφείλονται σύμφωνα με το άρθρο 25δ ή δεν έχει καταβάλει πρόστιμα που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 25ι ή περιοδικές χρηματικές ποινές που οφείλονται δυνάμει του άρθρου 25ια·

β)ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει λάβει κανένα διορθωτικό μέτρο που ζήτησε η ΕΑΚΑΑ σε καμία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 25ιστ παράγραφος 1 στοιχείο γ) εντός κατάλληλα καθορισμένου χρονικού πλαισίου έως έξι μηνών.»·

25)στο άρθρο 26 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν είναι ούτε γίνεται εκκαθαριστικό μέλος, πελάτης, ούτε προβαίνει σε ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος με σκοπό την ανάληψη δραστηριοτήτων εκκαθάρισης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.»·

26)το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 2, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή, πάραυτα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ή πωλητή ότι τις παρέλαβε και διαβιβάζει τις πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα.

Εντός 60 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου του άρθρου 32 παράγραφος 4, και εκτός εάν το διάστημα αυτό παραταθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο (στο εξής: περίοδος αξιολόγησης), η αρμόδια αρχή διενεργεί την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 (στο εξής: αξιολόγηση). Το σώμα εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19 και η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης.»·

β)    στην παράγραφο 3 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα δύνανται, εάν είναι αναγκαίο, κατά την περίοδο αξιολόγησης αλλά όχι αργότερα από την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα αυτής, να ζητήσουν περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και διευκρινίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.»·

27) στο άρθρο 32 παράγραφος 1, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής όσον αφορά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 3 εκδίδεται γνώμη του σώματος σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), γνώμες οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β.»·

28)το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν αναθέτουν εξωτερικά μείζονες δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων εκτός εάν η αρμόδια αρχή εγκρίνει παρόμοια εξωτερική ανάθεση. Επί της απόφασης της αρμόδιας αρχής εκδίδεται γνώμη από το σώμα σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 στοιχείο βγ), η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.»·

β)    η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε η αρμόδια αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση της εκτέλεσης των ανατεθέντων καθηκόντων προς τον παρόντα κανονισμό.»·

29)το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει, ενδεχομένως ανά τύπο προϊόντος που εκκαθαρίζεται, τις κατηγορίες επιλέξιμων εκκαθαριστικών μελών και τα κριτήρια αποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη του τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 3. Τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να κατοχυρώνεται ότι τα εκκαθαριστικά μέλη διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν στον έλεγχο του κινδύνου για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Τα κριτήρια διασφαλίζουν ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα γραφεία εκκαθάρισης δεν μπορούν να είναι εκκαθαριστικά μέλη, άμεσα ή έμμεσα, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.»·

β)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.    Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη μόνον εάν μπορούν να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, μεταξύ άλλων σε ακραίες συνθήκες της αγοράς.

Η αρμόδια αρχή κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους επανεξετάζει τακτικά τις εν λόγω ρυθμίσεις και υποβάλλει έκθεση στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα σχετικά με την καταλληλότητά τους.

Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος δεν επιτρέπεται να προσφέρει υπηρεσίες εκκαθάρισης πελατών και τηρεί λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μόνο για περιουσιακά στοιχεία και θέσεις που τηρούνται για ίδιο λογαριασμό.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει γνώμη ή σύσταση σχετικά με την καταλληλότητα των εν λόγω ρυθμίσεων κατόπιν ad hoc αξιολόγησης από ομοτίμους.»·

γ)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7.    Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αποδοχής που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010».

30) το άρθρο 38 τροποποιείται ως εξής:

α)    στην παράγραφο 7 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα εκκαθαριστικά μέλη που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης ενημερώνουν τους πελάτες τους με σαφή και διαφανή τρόπο σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα μοντέλα περιθωρίου ασφαλείας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, μεταξύ άλλων σε ακραίες καταστάσεις, και τους παρέχουν προσομοίωση των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας στις οποίες ενδέχεται να υπόκεινται βάσει διαφορετικών σεναρίων. Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται τόσο τα περιθώρια ασφαλείας που απαιτούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όσο και τυχόν πρόσθετα περιθώρια ασφαλείας που απαιτούνται από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες που παρέχουν οι ίδιοι υπηρεσίες εκκαθάρισης.»·

β)    η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.    Τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης ενημερώνουν σαφώς τους υφιστάμενους και τους δυνητικούς πελάτες τους ως προς τις δυνητικές ζημίες ή άλλες δαπάνες που μπορεί να επωμιστούν ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των διαδικασιών διαχείρισης αθέτησης υποχρέωσης και των ρυθμίσεων για την κατανομή ζημιών και θέσεων δυνάμει των κανόνων λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και για το είδος της αποζημίωσης που μπορεί να λάβουν, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 48 παράγραφος 7. Στους πελάτες παρέχονται επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, ώστε να διασφαλίζεται ότι κατανοούν τη χειρότερη περίπτωση ζημιών ή άλλων δαπανών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν, εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αναλάβει μέτρα ανάκαμψης.»·

31)το άρθρο 41 τροποποιείται ως εξής:

α)    οι παράγραφοι 1, 2 και αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, επιβάλλει, ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του, και, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Τα εν λόγω περιθώρια ασφαλείας επαρκούν επίσης για την κάλυψη της υπολογιζόμενης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο δυνητικής έκθεσης μέχρι τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων. Επαρκούν για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών της έκθεσης, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, και διασφαλίζουν ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως την έκθεσή του σε όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρακολουθεί και αναθεωρεί συνεχώς το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες φιλοκυκλικές επιπτώσεις αυτών των αναθεωρήσεων.

2.    Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει μοντέλα και παραμέτρους που συλλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων που εκκαθαρίζονται και λαμβάνουν υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, τη ρευστότητα της αγοράς και την πιθανότητα αλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της συναλλαγής. Τα μοντέλα επικυρώνονται από την αρμόδια αρχή και αποτελούν αντικείμενο γνώμης σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμης από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β.

3.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας, σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση προκαθορισμένων κατωφλίων. Στο πλαίσιο αυτό, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξετάζει τον δυνητικό αντίκτυπο των ενδοημερήσιων συγκεντρώσεων και πληρωμών περιθωρίου ασφαλείας στη θέση ρευστότητας των συμμετεχόντων σε αυτόν. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην διατηρεί ενδοημερήσιες απαιτήσεις περιθωρίου διαφορών αποτίμησης μετά την είσπραξη όλων των οφειλόμενων πληρωμών.»·

32)στο άρθρο 44 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υπολογίζει σε καθημερινή βάση τις δυνητικές του ανάγκες σε ρευστότητα. Λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που προκύπτει από την αθέτηση υποχρέωσης των δύο τουλάχιστον οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των εκκαθαριστικών μελών ή των παρόχων ρευστότητας, έναντι των οποίων έχει τη μεγαλύτερη έκθεση.»·

33) το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δέχεται άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, για την κάλυψη της αρχικής και συνεχιζόμενης έκθεσής του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να δεχτεί δημόσιες εγγυήσεις ή εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εμπορικών τραπεζών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμες άνευ όρων κατόπιν αιτήματος εντός της περιόδου ρευστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 41. Όταν παρέχονται τραπεζικές εγγυήσεις σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τις λαμβάνει υπόψη κατά τον υπολογισμό της έκθεσής του έναντι της τράπεζας που είναι επίσης εκκαθαριστικό μέλος. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει κατάλληλους συντελεστές αποκοπής για την αποτίμηση της αξίας και εγγυήσεις, που αντικατοπτρίζουν το ενδεχόμενο να υποχωρήσει η αξία τους κατά το διάστημα μεταξύ της τελευταίας αναπροσαρμογής τους και της στιγμής κατά την οποία μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι έχουν ρευστοποιηθεί. Λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που προκύπτει από την αθέτηση υποχρέωσης ενός συμμετέχοντος στην αγορά και τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να προκύψει κατά τον καθορισμό των αποδεκτών ασφαλειών και των σχετικών συντελεστών αποκοπής. Κατά την αναθεώρηση του επιπέδου των συντελεστών αποκοπής που εφαρμόζει στα περιουσιακά στοιχεία που αποδέχεται ως ασφάλεια, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει υπόψη τυχόν πιθανές φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων.»·

β)    στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    τους συντελεστές αποκοπής που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβανομένου υπόψη του στόχου περιορισμού της φιλοκυκλικότητάς τους· και»·

34)το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)    οι παράγραφοι 1 έως 1ε αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας και άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων. Υποβάλλει τα μοντέλα σε αυστηρές και συχνές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς και εκτελεί εκ των υστέρων ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση και ενημερώνει την αρμόδια για αυτόν αρχή και την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν και λαμβάνει την επικύρωσή τους σύμφωνα με τις παραγράφους 1α έως 1ε, προτού προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων.

Για τα μοντέλα που εφαρμόζονται καθώς και για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή τους, εκδίδεται γνώμη από το σώμα, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων διαβιβάζονται στις ΕΕΑ, στο ΕΣΚΤ και στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, προκειμένου να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν την έκθεση των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στην αθέτηση υποχρεώσεων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

1α.    Εάν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σκοπεύει να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στα μοντέλα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας για την εν λόγω αλλαγή σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 7, από όπου κοινοποιείται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εσωκλείει ανεξάρτητη επικύρωση της προβλεπόμενης αλλαγής στην αίτησή του.

Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι η αλλαγή στα μοντέλα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 την οποία σκοπεύει να πραγματοποιήσει δεν είναι σημαντική, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1ζ, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί να υποβληθεί η αίτηση σε διαδικασία μη διατύπωσης αντιρρήσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1β. Στην περίπτωση αυτή, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αρχίσει να εφαρμόζει την εν λόγω αλλαγή πριν από την απόφαση της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής και της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1β.

Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και εντός 2 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω αίτησης, επιβεβαιώνει την παραλαβή της αίτησης, επιβεβαιώνοντας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ότι περιέχει τα απαιτούμενα έγγραφα. Εάν μία από τις εν λόγω αρχές καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αίτηση δεν περιέχει τα απαιτούμενα έγγραφα, η αίτηση απορρίπτεται.

1β.    Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1α τρίτο εδάφιο, η αρμόδια αρχή και η ΕΑΚΑΑ αξιολογούν αν η προτεινόμενη αλλαγή μπορεί να θεωρηθεί σημαντική αλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 1ζ. Εάν μία από τις εν λόγω αρχές καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αλλαγή πληροί μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1ζ, η αίτηση αξιολογείται σύμφωνα με τις παραγράφους 1γ, 1δ και 1ε και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, ενημερώνει σχετικά γραπτώς τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

Εάν, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1α τρίτο εδάφιο, ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει ενημερωθεί γραπτώς ότι το αίτημά του για εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων έχει απορριφθεί, η εν λόγω αλλαγή θεωρείται επικυρωμένη.

Σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος για εφαρμογή της διαδικασίας μη διατύπωσης αντιρρήσεων, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, παύει να χρησιμοποιεί την εν λόγω αλλαγή μοντέλου. Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την εν λόγω κοινοποίηση, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είτε αποσύρει την αίτηση είτε συμπληρώνει την αίτηση με την ανεξάρτητη επικύρωση της αλλαγής.

1γ.    Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1α τρίτο εδάφιο:

α)η αρμόδια αρχή διενεργεί εκτίμηση κινδύνου της σημαντικής αλλαγής και υποβάλλει την έκθεσή της στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα·

β)η ΕΑΚΑΑ διενεργεί εκτίμηση κινδύνου της σημαντικής αλλαγής και υποβάλλει την έκθεσή της στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα.

1δ.    Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1γ, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ εκδίδουν απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω εκθέσεις, και αλληλοενημερώνονται για τη ληφθείσα απόφαση. Εάν μία από τις εν λόγω αρχές δεν έχει επικυρώσει την αλλαγή, η επικύρωση απορρίπτεται.

1ε.    Εντός 5 εργάσιμων ημερών από τη λήψη των αποφάσεων βάσει της παραγράφου 1δ, η αρμόδια αρχή και η ΕΑΚΑΑ ενημερώνουν εγγράφως τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένης πλήρους αιτιολόγησης, αν έχει χορηγηθεί η επικύρωση ή όχι.»·

β)εισάγονται οι ακόλουθες παράγραφοι 1στ και 1ζ:

«1στ.    Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στα μοντέλα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προτού λάβει τις επικυρώσεις από την αρμόδια αρχή του και από την ΕΑΚΑΑ. Η αρμόδια αρχή, σε συμφωνία με την ΕΑΚΑΑ, μπορεί να επιτρέψει την προσωρινή εφαρμογή σημαντικής αλλαγής στα εν λόγω μοντέλα πριν από την επικύρωσή τους, όταν αυτό δικαιολογείται δεόντως λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος κανονισμού. Μια τέτοια προσωρινή αλλαγή στα μοντέλα επιτρέπεται μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα που καθορίζεται από κοινού από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και την ΕΑΚΑΑ. Μετά τη λήξη αυτής της περιόδου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την εν λόγω αλλαγή μοντέλου, εκτός εάν έχει εγκριθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1α, 1γ, 1δ και 1ε.

1ζ.    Μια αλλαγή θεωρείται σημαντική όταν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)    η αλλαγή οδηγεί σε μείωση ή αύξηση των συνολικών προκαταβεβλημένων χρηματοοικονομικών πόρων, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας, του κεφαλαίου εκκαθάρισης και των ειδικών ιδίων πόρων, μεγαλύτερη από 15 %·

β)    αλλάζει η διάρθρωση, τα διαρθρωτικά στοιχεία ή οι παράμετροι περιθωρίου του μοντέλου περιθωρίου ή εισάγεται, αφαιρείται ή τροποποιείται ένα τμήμα περιθωρίου ασφαλείας κατά τρόπο που οδηγεί σε μείωση ή αύξηση του εν λόγω τμήματος περιθωρίου ασφαλείας μεγαλύτερη από 15 % σε επίπεδο κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

γ)    η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αντισταθμίσεων χαρτοφυλακίου αλλάζει οδηγώντας σε μείωση ή αύξηση των συνολικών απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας για τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα μεγαλύτερη από 10 %·

δ)    η μεθοδολογία για τον καθορισμό και την προσαρμογή των σεναρίων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων με σκοπό τον προσδιορισμό των ανοιγμάτων στο κεφάλαιο εκκαθάρισης αλλάζει, οδηγώντας σε μείωση ή αύξηση μεγαλύτερη από το 20 % του κεφαλαίου εκκαθάρισης ή μεγαλύτερη από το 50 % κάθε μεμονωμένης εισφοράς στο κεφάλαιο εκκαθάρισης·

ε)    η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την αξιολόγηση του κινδύνου ρευστότητας και την παρακολούθηση του κινδύνου συγκέντρωσης αλλάζει, οδηγώντας σε μείωση ή αύξηση των εκτιμώμενων αναγκών ρευστότητας σε οποιοδήποτε νόμισμα κατά πάνω από 20 % ή των συνολικών αναγκών ρευστότητας κατά πάνω από 10 %·

στ)    η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την αποτίμηση των ασφαλειών, την προσαρμογή των συντελεστών περικοπής των ασφαλειών ή τον καθορισμό ορίων συγκέντρωσης αλλάζει, με αποτέλεσμα η συνολική αξία των χρηματικών ασφαλειών να μειώνεται ή να αυξάνεται κατά περισσότερο από 10 %· υπό την προϋπόθεση ότι η προτεινόμενη αλλαγή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν πληροί κανένα από τα κριτήρια για την επέκταση της άδειας λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1·

ζ)    οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στα μοντέλα η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τον συνολικό κίνδυνο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.»·

γ)    η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.    Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τον κατάλογο των απαιτούμενων εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση επικύρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1α και προσδιορίζει τις πληροφορίες που περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

δ)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6.    Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του ηλεκτρονικού μορφότυπου της αίτησης επικύρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1α, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

1) στο άρθρο 54, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Οι αρμόδιες για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αρχές ζητούν τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) και τη γνώμη του σώματος σύμφωνα με το άρθρο 19, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.»·

2)στο άρθρο 82, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 3 παράγραφος 5, στο άρθρο 4 παράγραφος 3α, στο άρθρο 7α παράγραφος 6, στο άρθρο 17α παράγραφος 6, στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, στο άρθρο 25 παράγραφος 6α, στο άρθρο 25α παράγραφος 3, στο άρθρο 25δ παράγραφος 3, στο άρθρο 25θ παράγραφος 7, στο άρθρο 25ιε, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70, στο άρθρο 72 παράγραφος 3 και στο άρθρο 85 παράγραφος 2 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον.

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 3 παράγραφος 5, στο άρθρο 4 παράγραφος 3α, στο άρθρο 7α παράγραφος 6, στο άρθρο 17α παράγραφος 6, στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, στο άρθρο 25 παράγραφος 6α, στο άρθρο 25α παράγραφος 3, στο άρθρο 25δ παράγραφος 3, στο άρθρο 25θ παράγραφος 7, στο άρθρο 25ιε, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70, στο άρθρο 72 παράγραφος 3 και στο άρθρο 85 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

3)το άρθρο 85 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 5 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και καταρτίζει γενική έκθεση. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.»·

β)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1β:

«1β.    Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα να απαιτηθεί ο διαχωρισμός των λογαριασμών σε ολόκληρη την αλυσίδα εκκαθάρισης μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων. Η έκθεση συνοδεύεται από ανάλυση κόστους-οφέλους.»·

γ)    η παράγραφος 7 διαγράφεται·

4) το άρθρο 90 τροποποιείται ως εξής:

«Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 3 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τις ανάγκες σε προσωπικό και πόρους που προκύπτουν από την ανάληψη των εξουσιών και των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 

Το άρθρο 382 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)    στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) εντός ομίλου συναλλαγές που συνάπτονται με χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση ή είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα η οποία εφαρμόζει προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις στους εν λόγω χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επικουρικών υπηρεσιών που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον διαρθρωτικό διαχωρισμό εντός τραπεζικού ομίλου, στην οποία περίπτωση οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι εντός του ομίλου συναλλαγές ανάμεσα στις διαρθρωτικά διαχωρισμένες οντότητες,»

2)    προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος [4γ]:

«[4γ].    Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 στοιχείο β), η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση.

Ελλείψει τέτοιας απόφασης, τα ιδρύματα μπορούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 να συνεχίσουν να εξαιρούν τις σχετικές εντός ομίλου συναλλαγές από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αρμόδιες αρχές έχουν εγκρίνει την τρίτη χώρα ως επιλέξιμη για τη σχετική αντιμετώπιση πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2026. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ τις περιπτώσεις αυτές έως τις 31 Μαρτίου 2027.»

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1131

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 τροποποιείται ως εξής:

1)στο άρθρο 2 προστίθεται το ακόλουθο σημείο 24)

«24)    “κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.»·

2)το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.    Η συνολική έκθεση σε κίνδυνο στον ίδιο αντισυμβαλλόμενο του ΑΚΧΑ που προκύπτει από συναλλαγές παραγώγων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 και δεν εκκαθαρίζονται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού δεν υπερβαίνει το 5 % των περιουσιακών στοιχείων του ΑΚΧΑ.»·

β)    στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)    χρηματοοικονομικά παράγωγα μέσα που δεν εκκαθαρίζονται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για έκθεση στον εν λόγω οργανισμό.».

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

   Για την Επιτροπή

   Η Πρόεδρος
   Ursula VON DER LEYEN

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.    ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

   1.1.    Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

   1.2.    Σχετικοί τομείς πολιτικής

   1.3.    Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:

   1.4.    Στόχοι

   1.4.1.    Γενικοί στόχοι

   1.4.2.    Ειδικοί στόχοι

   1.4.3.    Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

   1.4.4.    Δείκτες επιδόσεων

   1.5.    Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

   1.5.1.    Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

   1.5.2.    Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

   1.5.3.    Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

   1.5.4.    Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

   1.5.5.    Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

   1.6.    Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

   1.7.    Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης

   2.    ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

   2.1.    Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

   2.2.    Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

   2.2.1.    Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

   2.2.2.    Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

   2.2.3.    Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)

   2.3.    Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

3.    ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ    

   3.1.    Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

   3.2.    Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις

   3.2.1.    Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις

   3.2.2.    Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις

   3.2.3.    Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις

   3.2.4.    Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

   3.2.5.    Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

   3.3.    Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ).

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής 

Εσωτερική αγορά – Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

1.3.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά: 

 νέα δράση

 νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια 40  

 την παράταση υφιστάμενης δράσης 

 συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση 

1.4.Στόχοι

1.4.1.Γενικοί στόχοι

Προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και ενίσχυση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

Η παρούσα πρόταση έχει τους ακόλουθους ειδικούς στόχους για την επίτευξη των γενικών στόχων της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ για τις υπηρεσίες κεντρικής εκκαθάρισης:

   Ενθάρρυνση της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και μείωση της υπερβολικής εξάρτησης από συστημικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εκτός ΕΕ με τη δημιουργία μιας πιο ελκυστικής και εύρωστης αγοράς εκκαθάρισης στην ΕΕ.

   Διασφάλιση της επάρκειας του εποπτικού πλαισίου για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ για τη διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με τη διασύνδεση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ και την αύξηση των όγκων εκκαθάρισης, ιδίως όσον αφορά τους διασυνοριακούς κινδύνους, καθώς οι κίνδυνοι αυτοί θα μπορούσαν να ενισχυθούν περαιτέρω όσο αναπτύσσονται οι αγορές εκκαθάρισης της ΕΕ.

Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους/τις στοχευόμενους/-ες δικαιούχους/ομάδες.

Η πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της αγοράς εκκαθάρισης της ΕΕ μέσω της βελτίωσης της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ, της ενθάρρυνσης της εκκαθάρισης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και της ενίσχυσης της αξιολόγησης και της διαχείρισης διασυνοριακών κινδύνων.

1.4.3.Δείκτες επιδόσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.

Για κάθε ειδικό στόχο έχουν καθοριστεί οι ακόλουθοι δείκτες επίδοσης.

Βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ:

Μετράται ως ποσοστό % των συμβάσεων που εκκαθαρίζονται από συμμετέχοντες στην εκκαθάριση της ΕΕ σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ και τρίτων χωρών.

Αριθμός των νέων εγκεκριμένων προϊόντων κεντρικού αντισυμβαλλομένου της ΕΕ.

Χρόνος που απαιτείται κατά μέσο όρο (αριθμός ημερών) για την έγκριση νέων προϊόντων κεντρικού αντισυμβαλλομένου και την επικύρωση αλλαγών στα μοντέλα.

Αριθμός διαδικασιών μη διατύπωσης αντιρρήσεων που ολοκληρώθηκαν.

Ενθάρρυνση της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ:

Μέσα ποσά σε ενεργούς λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ.

Συναλλαγές που εκκαθαρίζονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ σε διαφορετικά νομίσματα (απόλυτη τιμή και σε σύγκριση με τις παγκόσμιες αγορές).

Αριθμός εκκαθαριστικών μελών και πελατών σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ.

Όγκος συμβάσεων που εκκαθαρίζονται εκτός των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της ΕΕ από φορείς της ΕΕ ή για συμβάσεις εκφρασμένες σε νόμισμα της ΕΕ.

Βελτίωση της αξιολόγησης των διασυνοριακών κινδύνων:

Αριθμός γνωμών που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ ανά έτος.

Αριθμός περιπτώσεων στις οποίες οι ΕΑΑ αποκλίνουν από τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ.

Αριθμός μεικτών εποπτικών ομάδων που έχουν συσταθεί και καθήκοντα που εκτελέστηκαν.

Φορές κατά τις οποίες η ΕΑΚΑΑ συντόνισε αιτήματα παροχής πληροφοριών ή ζήτησε πληροφορίες.

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

Οι απαιτήσεις που επιδιώκει να καλύψει η παρούσα πρόταση είναι να υπάρχουν σύγχρονοι και ανταγωνιστικοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην ΕΕ, οι οποίοι μπορούν να προσελκύσουν επιχειρήσεις και ταυτόχρονα να υπάρχουν ασφαλείς και ανθεκτικοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στην ΕΕ και να ενισχυθεί η ανοικτή στρατηγική αυτονομία της ΕΕ.

Με την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, συμπεριλαμβανομένης της επιδιωκόμενης περαιτέρω ανάπτυξής της στο επίπεδο 2, οι απαιτήσεις αναμένεται —με την επιφύλαξη της συμφωνίας των συννομοθετών— να απορροφηθούν τόσο από την εποπτική κοινότητα όσο και από την αγορά το αργότερο έως τον Ιούνιο του 2025.

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

Λόγοι για ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο (εκ των προτέρων)

Η αγορά εκκαθάρισης της ΕΕ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της χρηματοπιστωτικής αγοράς της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η δράση της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ΕΕ δεν αντιμετωπίζουν υπερβολικά υψηλούς κινδύνους λόγω της υπερβολικής εξάρτησης από συστημικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών όπου, σε περίπτωση κινδύνου, οι αρχές τρίτων χωρών θα λαμβάνουν αποφάσεις που θα εμποδίζουν την ΕΕ να παρεμβαίνει σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Αναμενόμενη προστιθέμενη αξία της Ένωσης (εκ των υστέρων)

Οι στόχοι του κανονισμού EMIR, δηλαδή η ρύθμιση των συναλλαγών παραγώγων, η προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η αύξηση της διαφάνειας, της τυποποίησης και, ως εκ τούτου, της ασφάλειας των αγορών, αποτελούν βασικό δομικό στοιχείο για την επιτυχία της χρηματοπιστωτικής εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή συνιστώσα. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν μπορούν να επιλύσουν ή να αντιμετωπίσουν μεμονωμένα διασυνοριακούς κινδύνους που σχετίζονται με την κεντρική εκκαθάριση εντός της ΕΕ ή το πλαίσιο για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Η παρούσα πρόταση λαμβάνει υπόψη την πείρα που αποκτήθηκε από προηγούμενες εκδόσεις του κανονισμού EMIR.

Ο κανονισμός EMIR ρυθμίζει τις συναλλαγές παραγώγων και περιλαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό των κινδύνων τους μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Εγκρίθηκε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008/2009 για την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την ενίσχυση της διαφάνειας, της τυποποίησης και, ως εκ τούτου, της ασφάλειας των αγορών. Παρόμοιες μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν στις περισσότερες χώρες της G20. Ο κανονισμός EMIR απαιτεί την αναφορά των συναλλαγών παραγώγων ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια της αγοράς για τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές· και τον κατάλληλο μετριασμό των κινδύνων τους μέσω κεντρικής εκκαθάρισης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή μέσω ανταλλαγής ασφαλειών, γνωστών ως «περιθώριο ασφαλείας», σε διμερείς συναλλαγές. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, και οι κίνδυνοι που διαχειρίζονται, έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έγκριση του κανονισμού EMIR.

Το 2017 η Επιτροπή δημοσίευσε δύο νομοθετικές προτάσεις για την τροποποίηση του κανονισμού EMIR, οι οποίες εγκρίθηκαν αμφότερες από τους συννομοθέτες το 2019. Ο κανονισμός EMIR REFIT 41 αναπροσάρμοσε ορισμένους από τους κανόνες ώστε να διασφαλιστεί η αναλογικότητά τους, με παράλληλη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Αναγνωρίζοντας τα αναδυόμενα ζητήματα που σχετίζονται με την αυξανόμενη συγκέντρωση κινδύνων στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ιδίως στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ο κανονισμός EMIR 2.2 42 αναθεώρησε το εποπτικό πλαίσιο και καθόρισε διαδικασία για την αξιολόγηση του συστημικού χαρακτήρα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών από την ΕΑΚΑΑ σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης. Ο κανονισμός EMIR συμπληρώθηκε από τον κανονισμό για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων 43 , ο οποίος εκδόθηκε το 2020, προκειμένου να υπάρξει προετοιμασία για το απίθανο —αν και με τεράστιο αντίκτυπο— ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος της ΕΕ. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των νομοθετικών πράξεων της ΕΕ. Από το 2017 έχουν εκφραστεί επανειλημμένα ανησυχίες σχετικά με τους συνεχιζόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ που απορρέουν από την υπερβολική συγκέντρωση της εκκαθάρισης σε ορισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ιδίως τους δυνητικούς κινδύνους σε ένα σενάριο ακραίων καταστάσεων. Επιπλέον, γεγονότα υψηλού κινδύνου αλλά χαμηλής πιθανότητας μπορεί να συμβούν και η ΕΕ πρέπει να είναι προετοιμασμένη να τα αντιμετωπίσει. Παρότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της ΕΕ έχουν γενικά αποδειχθεί ανθεκτικοί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των εξελίξεων, η πείρα έχει δείξει ότι το οικοσύστημα εκκαθάρισης της ΕΕ μπορεί να ενισχυθεί, προς όφελος της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανοικτή στρατηγική αυτονομία, η ΕΕ πρέπει να προστατευθεί από τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν όταν οι συμμετέχοντες στην αγορά της ΕΕ εξαρτώνται υπερβολικά από οντότητες τρίτων χωρών, καθώς αυτό μπορεί να αποτελέσει πηγή τρωτότητας.

Η πείρα που αποκτήθηκε από τον κανονισμό EMIR, όπως περιγράφεται ανωτέρω, λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό των νέων προτεινόμενων απαιτήσεων.

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

Η παρούσα πρόταση και οι ειδικές απαιτήσεις της συνάδουν με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) και ευθυγραμμίζονται με τις συνήθεις πρακτικές για τη θέση του προϋπολογισμού της ΕΕ σε λειτουργία, ενώ παράλληλα συνάδουν με τις τρέχουσες πρακτικές των υπηρεσιών της Επιτροπής όσον αφορά τον σχεδιασμό και την κατάρτιση του προϋπολογισμού για νέες προτάσεις.

Επιπλέον, οι στόχοι της πρωτοβουλίας είναι συνεπείς με άλλες πολιτικές της ΕΕ και τρέχουσες πρωτοβουλίες που αποσκοπούν: i) στην ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και ii) στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ.

Πρώτον, είναι συνεπής με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Επιτροπής για την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών 44 . Τα ζητήματα που καλύπτει η παρούσα πρόταση επηρεάζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ, καθώς παρεμποδίζουν τη μείωση της υπερβολικής έκθεσης σε συστημικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και συνιστούν σημαντικό εμπόδιο για την ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής και ελκυστικής αγοράς εκκαθάρισης στην ΕΕ, η οποία αποτελεί θεμέλιο λίθο για μια βαθιά και ρευστή Ένωση Κεφαλαιαγορών. Ο επείγων χαρακτήρας της περαιτέρω ανάπτυξης και της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών της ΕΕ τονίστηκε στο σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών του Σεπτεμβρίου 2020.

Δεύτερον, συνάδει με την πείρα των υπηρεσιών της Επιτροπής όσον αφορά την εφαρμογή και την επιβολή των διατάξεων τρίτων χωρών στη χρηματοπιστωτική νομοθεσία της ΕΕ και εφαρμόζει την πρακτική εμπειρία που έχουν αποκτήσει οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατά την προσέγγιση αυτών των καθηκόντων στην πράξη.

Τρίτον, συνάδει με τον στόχο της ανοικτής στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ 45 .

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

ά.α.

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

 περιορισμένη διάρκεια

   με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ

   Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών.

 απεριόριστη διάρκεια

Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ,

και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης 46  

 Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

◻ από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης

   από τους εκτελεστικούς οργανισμούς

 Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

 Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

◻ σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει

◻ σε διεθνείς οργανισμούς και στις οργανώσεις τους (να προσδιοριστούν)

◻ στην ΕΤΕπ και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων

◻ στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού

◻ σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου

◻ σε οργανισμούς που διέπονται από ιδιωτικό δίκαιο και έχουν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, στον βαθμό που παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

◻ σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και οι οποίοι παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

◻ σε πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην ΚΕΠΠΑ βάσει του τίτλου V της ΣΕΕ και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη

Αν αναφέρονται περισσότεροι του ενός τρόποι διαχείρισης, να διευκρινιστούν στο τμήμα «Παρατηρήσεις».

Παρατηρήσεις

ά.α.

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων 

Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι.

Σύμφωνα με τις ήδη υπάρχουσες ρυθμίσεις, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τακτικές εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά της (συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικής αναφοράς στην Ανώτερη Διοίκηση, της υποβολής εκθέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο, της εξαμηνιαίας υποβολής εκθέσεων δραστηριότητας στο Εποπτικό Συμβούλιο και της κατάρτισης της ετήσιας έκθεσης), και υποβάλλεται σε ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Εσωτερική Υπηρεσία Ελέγχου για τη χρήση των πόρων. Επιπλέον, η πρόταση προβλέπει ορισμένες περαιτέρω υποχρεώσεις παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων για την ΕΑΚΑΑ σε σχέση με τα νέα χαρακτηριστικά του κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του ενεργού λογαριασμού. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου 

2.2.1.Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

Όσον αφορά τη νόμιμη, οικονομική, αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των πιστώσεων για την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, η πρόταση δεν αναμένεται να δημιουργήσει νέους κινδύνους που να μην καλύπτονται επί του παρόντος από υφιστάμενο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό ΕΑΚΑΑ έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Επιτροπής, για να εξασφαλίσει την τήρηση των κατάλληλων προτύπων σε όλους τους τομείς εσωτερικών ελέγχων. Οι ρυθμίσεις αυτές θα ισχύουν και όσον αφορά τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παρούσα πρόταση. Οι ετήσιες εκθέσεις εσωτερικού ελέγχου διαβιβάζονται στην Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο) 

ά.α.

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας 

Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας, π.χ. στη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης.

Για τους σκοπούς της καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου εφαρμόζονται στην ΕΑΚΑΑ χωρίς περιορισμούς.

Η ΕΑΚΑΑ έχει προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία, της 25ης Μαΐου 1999, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και θεσπίζει τις κατάλληλες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της ΕΑΚΑΑ.

Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση, καθώς και οι συμφωνίες και εκτελεστικές πράξεις που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους μεταξύ των αποδεκτών των κονδυλίων που εκταμιεύονται από την ΕΑΚΑΑ, καθώς και του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τη διάθεση των εν λόγω κονδυλίων.

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται 

Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος
δαπάνης

Συμμετοχή

Αριθμός

ΔΠ/ΜΔΠ 47

χωρών ΕΖΕΣ 48

υποψηφίων για ένταξη χωρών 49

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

[XX.YY.YY.YY]

ΔΠ/ΜΔΠ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

Νέες γραμμές του προϋπολογισμού των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος
δαπάνης

Συμμετοχή

Αριθμός

ΔΠ/ΜΔΠ

χωρών ΕΖΕΣ

υποψηφίων για ένταξη χωρών

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

[XX.YY.YY.YY]

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία δεν θα έχει επιπτώσεις στις δαπάνες για την Ευρωπαϊκή Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) ή άλλους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΕΑΚΑΑ: Από την εκτίμηση επιπτώσεων προέκυψε μόνο μέτριο πρόσθετο κόστος για την EΑΚΑΑ, ενώ ταυτόχρονα τα προτεινόμενα μέτρα βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους. Επιπλέον, ορισμένες διατάξεις αποσαφηνίζουν και αναπροσαρμόζουν τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ χωρίς να αποτελούν νέα καθήκοντα και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθούν δημοσιονομικά ουδέτερες.

Το κόστος που προσδιορίστηκε αφορά τη δημιουργία και τη λειτουργία ενός νέου εργαλείου ΤΠ για την υποβολή εποπτικών εγγράφων. Ωστόσο, παρόλο που η ΕΑΚΑΑ ενδέχεται να επιβαρυνθεί με υψηλότερο κόστος που αφορά την ανάπτυξη ή την επιλογή ενός τέτοιου νέου εργαλείου ΤΠ, καθώς και τη λειτουργία του, το εν λόγω εργαλείο ΤΠ θα οδηγήσει επίσης σε βελτίωση της αποτελεσματικότητας και η ΕΑΚΑΑ θα επωφεληθεί από αυτήν. Η εν λόγω βελτίωση της αποτελεσματικότητας σχετίζεται με σημαντικά λιγότερη χειρωνακτική εργασία όσον αφορά την αντιπαραβολή και την ανταλλαγή εγγράφων, την παρακολούθηση των προθεσμιών και των ερωτήσεων, καθώς και τον συντονισμό με τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), το σώμα και την εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Τα οφέλη αυτά είναι πιθανό να αντισταθμίσουν το κόστος που προκύπτει.

Επιπλέον, οι αρχικές πρόσθετες (σχετικές με έγγραφα) εργασίες που σχετίζονται με την τροποποίηση εργαλείων και διαδικασιών, καθώς και με την ενισχυμένη συνεργασία, ενδέχεται να αυξήσουν αρχικά το κόστος, το οποίο όμως είναι πιθανό να μειωθεί ή να παραμείνει σταθερό με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ θα κληθεί να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών/εκτελεστικών τεχνικών προτύπων (ΡΤΠ/ΕΤΠ) σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο των εγγράφων που οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι οφείλουν να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές, τον προσδιορισμό της απαίτησης να έχουν τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες ενεργό λογαριασμό σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης, τη μεθοδολογία υπολογισμού που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ποσοστού, το πεδίο εφαρμογής και τις λεπτομέρειες της αναφοράς από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες της ΕΕ στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με την οικεία δραστηριότητα εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και παράλληλα με την παροχή των μηχανισμών που ενεργοποιούν την επανεξέταση των τιμών των κατωφλίων εκκαθάρισης μετά από σημαντικές διακυμάνσεις των τιμών στην υποκείμενη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, ώστε να επανεξετάζεται επίσης το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης αντιστάθμισης και τα κατώφλια για την υποχρέωση εκκαθάρισης, καθώς και ετήσια έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της δραστηριότητάς τους παρακολούθησης. Κατά την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βασιστεί σε ήδη υφιστάμενες εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες και μπορεί να μετατρέψει, κατά περίπτωση, τις εν λόγω διαδικασίες σε ΡΤΠ/ΕΤΠ. Κατά τον καθορισμό της απαίτησης τήρησης ενεργού λογαριασμού για ορισμένα ήδη προσδιορισμένα μέσα και τη συνεχή παρακολούθησή τους, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις εργασίες που έχει εκτελέσει δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού EMIR κατά την αξιολόγηση των υπηρεσιών εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2 που έχουν ουσιώδη συστημική σημασία για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να απαιτούν μόνο ορισμένους πολύ περιορισμένους πρόσθετους πόρους.

Μια άλλη κατηγορία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην ανάλυση κόστους είναι η τροποποίηση των διαδικασιών και των εργαλείων στο νέο πλαίσιο εποπτικής συνεργασίας. Η συνεργασία στο πλαίσιο μεικτών εποπτικών ομάδων και η δημιουργία κοινού μηχανισμού παρακολούθησης σε επίπεδο ΕΕ αποτελούν νέα στοιχεία στο εποπτικό πλαίσιο. Ωστόσο, αποτελούν κυρίως εργαλεία για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών και καλύπτουν εργασίες που εκτελούνται ήδη, ως προς όλα τα βασικά μέρη τους, από τις αρχές, εκτός από την παρακολούθηση της εφαρμογής των απαιτήσεων που καθορίζονται για τους ενεργούς λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ, όπως τα τέλη πρόσβασης που χρεώνουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στους πελάτες για ενεργούς λογαριασμούς. Αυτές οι νέες δομές είναι πιθανό να απαιτήσουν κάποια αναδιοργάνωση του προσωπικού και ενδεχομένως θα δημιουργήσουν την ανάγκη για πρόσθετες συναντήσεις, αλλά δεν θα έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις. Επιπλέον, η αναπροσαρμοσμένη εποπτική διαδικασία αποφέρει επίσης οφέλη, ιδίως σαφέστερες αρμοδιότητες, καθώς αποφεύγονται περιττές αλληλεπικαλυπτόμενες εργασίες και οι εργασίες είναι λιγότερες λόγω της θέσπισης διαδικασιών μη διατύπωσης αντιρρήσεων που επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ και τις ΕΑΑ να επικεντρωθούν στις ουσιώδεις πτυχές της εποπτείας όσον αφορά την επέκταση των υπηρεσιών εκκαθάρισης και τις αλλαγές στα μοντέλα κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

Η προτεινόμενη προσέγγιση έναντι των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που αρνούνται να καταβάλουν τέλη στην ΕΑΚΑΑ συνίσταται στην έκδοση ανακοίνωσης μετά από προθεσμία 6 μηνών και στην έναρξη της ανάκλησης της αναγνώρισης μετά από προθεσμία 1 έτους. Η αλλαγή αυτή θα είναι θετική όσον αφορά το κόστος. Με τον τρόπο αυτό η ΕΑΚΑΑ δεν χρειάζεται να επενδύσει σημαντικό όγκο εργασίας χωρίς να αμείβεται γι’ αυτήν.

Επιπλέον, εισάγονται περαιτέρω διατάξεις οι οποίες αποσαφηνίζουν και αναπροσαρμόζουν τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθούν δημοσιονομικά ουδέτερες. Για παράδειγμα, η ΕΑΚΑΑ έχει ήδη την υποχρέωση να εκδίδει γνώμες σε σχέση με ορισμένες πτυχές της εποπτείας, ωστόσο το περιεχόμενο των εν λόγω γνωμών αναπροσαρμόζεται ώστε να διασφαλίζεται υψηλότερος βαθμός αποτελεσματικότητας στην εποπτική διαδικασία και παρέχεται επισήμως στην ΕΑΚΑΑ η δυνατότητα να εκδίδει γνώμη σχετικά με την ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους, και να αναλαμβάνει σαφή ρόλο στον συντονισμό καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για καθήκοντα τα οποία, από κάθε ουσιώδη πλευρά, σχετίζονται με τις ήδη υφιστάμενες συνεχιζόμενες εργασίες και οι διατάξεις αποσαφηνίζουν και, ως εκ τούτου, ενισχύουν τη θέση της ΕΑΚΑΑ, παρέχοντας σαφείς αρμοδιότητες.

Άλλοι οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Παρότι εισάγονται μικρότερες αλλαγές στον ρόλο άλλων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι αλλαγές αυτές δεν θα έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις.

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού  
πλαισίου

Αριθμός

ΓΔ: <…….>

Έτος
N 50

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

• Επιχειρησιακές πιστώσεις

Γραμμή του προϋπολογισμού 51

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1α)

Πληρωμές

(2α)

Γραμμή του προϋπολογισμού

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1β)

Πληρωμές

(2β)

Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων 52  

Γραμμή του προϋπολογισμού

3)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
για τη ΓΔ <…….>

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=1α+1β+3

Πληρωμές

= 2α+2β

+3

 



ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων

Αναλήψεις υποχρεώσεων

4)

Πληρωμές

5)

• ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων

6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
του ΤΟΜΕΑ <….> 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Αναλήψεις υποχρεώσεων

= 4 + 6

Πληρωμές

= 5 + 6

Αν η πρόταση/πρωτοβουλία επηρεάζει περισσότερους του ενός επιχειρησιακούς τομείς, επαναλάβετε το ανωτέρω τμήμα:

• ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

4)

Πληρωμές

5)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων  
των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 6 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

(ποσό αναφοράς)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

= 4 + 6

Πληρωμές

= 5 + 6



Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού  
πλαισίου

7

«Διοικητικές δαπάνες»

Αυτό το τμήμα θα πρέπει να συμπληρωθεί με «στοιχεία διοικητικού χαρακτήρα του προϋπολογισμού» τα οποία θα εισαχθούν, καταρχάς, στο παράρτημα του νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου (παράρτημα V του εσωτερικού κανονισμού), που τηλεφορτώνεται στο DECIDE για διυπηρεσιακή διαβούλευση.

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: <…….>

• Ανθρώπινοι πόροι

• Άλλες διοικητικές δαπάνες

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ <…….>

Πιστώσεις

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
 

(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N 53

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων  
των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου
 

Αναλήψεις υποχρεώσεων

Πληρωμές

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις 

Πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Είδος 54

Μέσο κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Συνολικός αριθ.

Συνολικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1 55

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 ...

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2

ΣΥΝΟΛΑ

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N 56

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΤΟΜΕΑΣ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Ανθρώπινοι πόροι

Άλλες διοικητικές δαπάνες

Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Εκτός του ΤΟΜΕΑ 7 57   
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Ανθρώπινοι πόροι

Άλλες δαπάνες
διοικητικού χαρακτήρα

Μερικό σύνολο  
εκτός του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

ΣΥΝΟΛΟ

Οι απαιτούμενες πιστώσεις για ανθρώπινους πόρους και άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα θα καλυφθούν από τις πιστώσεις της ΓΔ που έχουν ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχουν ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, οι οποίες θα συμπληρωθούν, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετα κονδύλια που μπορεί να χορηγηθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

3.2.3.1.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος N+2

Έτος N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

• Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)

20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)

20 01 02 03 (αντιπροσωπείες της ΕΕ)

01 01 01 01 (έμμεση έρευνα)

01 01 01 11 (άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ) 58

20 02 01 (AC, END, INT από το συνολικό κονδύλιο)

20 02 03 (AC, AL, END, INT και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

XX 01 xx yy zz   59

- στην έδρα

- στις αντιπροσωπείες

01 01 01 02 (AC, END, INT — έμμεση έρευνα)

01 01 01 12 (AC, END, INT — άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

ΣΥΝΟΛΟ

XX είναι ο σχετικός τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, το οποίο θα συμπληρωθεί, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετους πόρους που μπορεί να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων:

Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι

Εξωτερικό προσωπικό

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ).

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός και να προσδιοριστούν οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού και τα αντίστοιχα ποσά. Να υποβληθεί πίνακας Excel σε περίπτωση σημαντικού αναπρογραμματισμού.

   συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, τα αντίστοιχα ποσά και οι μηχανισμοί που προτείνεται να χρησιμοποιηθούν.

   συνεπάγεται την αναθεώρηση του ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, καθώς και τα αντίστοιχα ποσά.

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους

   προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται κατωτέρω:

Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος
N 60

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Σύνολο

Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης 

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων

 

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:

   στους ιδίους πόρους

   στα λοιπά έσοδα

Να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών    

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:

Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος

Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας 61

Έτος
N

Έτος
N+1

Έτος
N+2

Έτος
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο ………….

Ως προς τα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

[…]

Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες).

(1)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(2)    Βλ. παράρτημα 7 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων για ένα λεπτομερές πλαίσιο σχετικά με τα παράγωγα και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
(3)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/834 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε σχέση με την υποχρέωση εκκαθάρισης, την αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης, τις απαιτήσεις αναφοράς, τις τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, την καταχώριση και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και τις απαιτήσεις για αρχεία καταγραφής συναλλαγών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (EE L 141 της 28.5.2019, σ. 42).
(4)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2099 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις συμμετέχουσες αρχές καθώς και τις απαιτήσεις αναγνώρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών (EE L 322 της 12.12.2019, σ. 1).
(5)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1).
(6)    Ο κανονισμός βασίζεται στα πρότυπα που ανέπτυξε το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Βλ. «Key Attributes of Effective Resolution Regimes for Financial Institutions», Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Νοέμβριος 2011) http://www.financialstabilityboard.org/publications/r_111104cc.pdf . Επικαιροποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2014 με τομεακά παραρτήματα http://www.financialstabilityboard.org/wp-content/uploads/r_141015.pd .
(7)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1).
(8)    […]    
(9)    Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(10)    Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).
(11)    Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).
(12)    Ανακοίνωση της Επιτροπής, «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις – νέο σχέδιο δράσης» [COM(2020) 590]
(13)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας» [COM(2021) 32 final].
(14)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») ( ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1).
(15)    Για παράδειγμα, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα (ΡΤΠ) σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση επέκτασης υπηρεσιών ή την έγκριση αλλαγών σε μοντέλα κινδύνου σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 49 του κανονισμού EMIR, αντίστοιχα, δεν έχουν ακόμη εγκριθεί.
(16)     https://ec.europa.eu/info/business-economy-euro/banking-and-finance/regulatory-process-financial-services/consultations-banking-and-finance/targeted-consultation-review-central-clearing-framework-eu_en  
(17)     https://ec.europa.eu/info/law/better-regulation/have-your-say/initiatives/13378-Derivatives-clearing-Review-of-the-European-Market-Infrastructure-Regulation_el  
(18)    Τα ενδιαφερόμενα μέρη τάχθηκαν μάλλον κατά/σε μικρό βαθμό υπέρ της εισαγωγής υψηλότερων κεφαλαιακών απαιτήσεων στον ΚΚΑ για ανοίγματα σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 εκτός ΕΕ, της θέσης στόχων μείωσης της έκθεσης σε συγκεκριμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 εκτός ΕΕ, της θέσπισης υποχρέωσης εκκαθάρισης στην ΕΕ και μακροπροληπτικών εργαλείων.
(19)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου, 2021.
(20)     https://www.esrb.europa.eu/pub/pdf/other/esrb.letter220120_on_response_to_esma_consultation~3182592790.en.pdf
(21)    Προσθήκη συνδέσμου προς τη θετική γνωμοδότηση της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου
(22)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (EE L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(23)    Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για τα αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (EE L 169 της 30.6.2017, σ. 8).
(24)    […]
(25)    […]
(26)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(27)    COM(2017) 331.
(28)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ «Assessment report under Article 25(2c) of EMIR — Assessment of LCH Ltd and ICE Clear Europe Ltd», 16 Δεκεμβρίου 2021, ESMA91-372-1945.
(29)    Ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2021, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας» [COM(2021) 32 final].
(30)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ «Assessment report under Article 25(2c) of EMIR — Assessment of LCH Ltd and ICE Clear Europe Ltd», 16 Δεκεμβρίου 2021, ESMA91-372-1945.
(31)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(32)    Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).
(33)    Συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας και τα παραρτήματά του (ΕΕ C 413 I της 12.10.2021, σ. 1).
(34)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/834 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε σχέση με την υποχρέωση εκκαθάρισης, την αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης, τις απαιτήσεις αναφοράς, τις τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, την καταχώριση και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και τις απαιτήσεις για αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 141 της 28.5.2019, σ. 42).
(35)    Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 149/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης, την υποχρέωση εκκαθάρισης, το δημόσιο μητρώο, την πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, τις τεχνικές μετριασμού του κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (ΕΕ L 52 της 23.2.2013, σ. 11).
(36)    […]
(37)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(38)    Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για τα αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς (ΕΕ L 169 της 30.6.2017, σ. 8).
(39)    ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(40)    Όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.
(41)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/834 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε σχέση με την υποχρέωση εκκαθάρισης, την αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης, τις απαιτήσεις αναφοράς, τις τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, την καταχώριση και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και τις απαιτήσεις για αρχεία καταγραφής συναλλαγών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) (EE L 141 της 28.5.2019, σ. 42).
(42)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2099 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις συμμετέχουσες αρχές καθώς και τις απαιτήσεις αναγνώρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών (EE L 322 της 12.12.2019, σ. 1).
(43)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1).
(44)    Ανακοίνωση της Επιτροπής, «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις – νέο σχέδιο δράσης» [COM(2020) 590]
(45)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας [COM(2021) 32 final].
(46)    Οι λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο BudgWeb: https://myintracomm.ec.europa.eu/budgweb/EN/man/budgmanag/Pages/budgmanag.aspx  
(47)    ΔΠ = Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ = Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.
(48)    ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.
(49)    Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφια μέλη της ΕΕ από τα Δυτικά Βαλκάνια.
(50)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(51)    Σύμφωνα με την επίσημη ονοματολογία του προϋπολογισμού.
(52)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(53)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(54)    Τα αποτελέσματα είναι προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται (π.χ.: αριθμός χρηματοδοτούμενων ανταλλαγών φοιτητών, κατασκευασμένων χιλιομέτρων οδών κλπ.).
(55)    Όπως περιγράφεται στο σημείο 1.4.2. «Ειδικοί στόχοι …»
(56)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(57)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(58)    AC = Συμβασιούχος υπάλληλος· AL = Τοπικός υπάλληλος· END = Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας· INT = Προσωρινό προσωπικό· JPD = Νέος επαγγελματίας σε αντιπροσωπεία της ΕΕ.
(59)    Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού που καλύπτεται από επιχειρησιακές πιστώσεις (πρώην γραμμές «BA»).
(60)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(61)    Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης), τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 20 % για έξοδα είσπραξης.