Υπόθεση C-378/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους — Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων — Πληρωμή σε δόσεις εκ μέρους του οφειλέτη — Είσπραξη»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 26ης Ιανουαρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Οκτωβρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Αντικείμενο της διαφοράς — Καθορισμός κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Βεβαίωση και απόδοση εκ μέρους των κρατών μελών
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρα 6 § 3, στοιχεία α΄ και β΄, και 10)
3. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Βεβαίωση και απόδοση εκ μέρους των κρατών μελών
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρα 10 και 11)
1. Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν, καταρχήν, να επεκταθούν και πέραν των παραβάσεων που μνημονεύονται στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει παραδεκτώς την αναγνώριση παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας κοινοτικής πράξεως, τροποποιηθείσας ή καταργηθείσας ακολούθως, και οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με νέες διατάξεις. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της εν λόγω πράξεως, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας.
(βλ. σκέψη 21)
2. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αρχική καταχώριση του ποσού της τελωνειακής οφειλής στη χωριστή λογιστική που προβλέπεται ιδίως για τις μη εισπραχθείσες απαιτήσεις (λογιστική Β) από το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, οι ίδιοι πόροι πρέπει να αποδίδονται στην Επιτροπή τηρουμένης της προθεσμίας του άρθρου 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 1150/2000, η οποία αρχίζει να τρέχει από την «είσπραξή» τους και όχι από τη βεβαίωση των απαιτήσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ποσών που πρέπει να καταχωρίζονται στη λογιστική Α. Επομένως, αν οι τελωνειακές αρχές ήταν υποχρεωμένες να μεταφέρουν στη λογιστική Α το ποσό των δόσεων που καταβάλλονται προς εξόφληση μιας τελωνειακής οφειλής εγκύρως καταχωρισμένης στη λογιστική Β, αυτό θα είχε την παράδοξη συνέπεια να ισχύει για τα ποσά αυτά η προθεσμία αποδόσεως που ισχύει για τις απαιτήσεις που καταχωρίζονται στη λογιστική Α, οπότε όλα τα ποσά που εισπράττονται μετά τη λήξη αυτής της προθεσμίας, η οποία αρχίζει να τρέχει από της βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής, θα πιστώνονταν αναγκαστικά με καθυστέρηση στον λογαριασμό της Επιτροπής, έστω και αν τα ίδια αυτά ποσά είχαν εγγραφεί εγκύρως στη λογιστική Β προτού εισπραχθούν από τις τελωνειακές αρχές.
(βλ. σκέψεις 43-44)
3. Αφενός, λαμβανομένης υπόψη της επιταγής της ταχείας και αποτελεσματικής αποδόσεως των ιδίων πόρων και, αφετέρου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των κρατών μελών, το άρθρο 10 του κανονισμού 1150/2000, για την εφαρμογή της αποφάσεως 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι τα εισπραττόμενα ποσά σε περίπτωση πληρωμής της τελωνειακής οφειλής σε δόσεις δυνάμει συμφωνίας συμβιβασμού πρέπει να θεωρούνται ως εισπραχθέντα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οπότε πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό της Επιτροπής το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της εισπράξεώς τους. Δυνάμει του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού 1150/2000, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή στον λογαριασμό που τηρείται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως. Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή αυτών των ιδίων πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε εκπρόθεσμα.
(βλ. σκέψεις 51, 53)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 5ης Οκτωβρίου 2006 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων – Πληρωμή σε δόσεις εκ μέρους του οφειλέτη – Είσπραξη»
Στην υπόθεση C-378/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 9 Σεπτεμβρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Wilms και C. Giolito, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από την E. Dominkovits και τον A. Goldman, επικουρούμενους από τον B. van de Walle de Ghelcke, avocat,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαΐου 2005,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, καταβάλλοντας καθυστερημένα τους ιδίους πόρους σε περίπτωση συμφωνίας για πληρωμή σε δόσεις εκ μέρους του οφειλέτη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, 10 και 11 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1), ο οποίος, από 31ης Μαΐου 2000, κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), με το ίδιο αντικείμενο.
Το νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89, το οποίο περιέχεται στον τίτλο 1 που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», ορίζει τα ακόλουθα:
«Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ θεωρείται ως βεβαιωθείσα όταν η αρμόδια υπηρεσία του κράτους μέλους ανακοινώσει το οφειλόμενο ποσό στον οφειλέτη. Η ανακοίνωση αυτή πραγματοποιείται μόλις ο οφειλέτης γίνει γνωστός και το ποσό της απαίτησης μπορεί να υπολογιστεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, αφού τηρηθούν όλες οι εφαρμοστέες εν προκειμένω κοινοτικές διατάξεις.»
3 Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από 14ης Ιουλίου 1996 από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) 1355/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 175, σ. 3), το περιεχόμενο του οποίου επανελήφθη στο άρθρο 2 του κανονισμού 1150/2000, που προβλέπει τα εξής:
«1. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ιδίων πόρων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ θεωρείται βεβαιωθείσα άπαξ και πληρούνται οι όροι που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία όσον αφορά τη λογιστική καταχώρηση του ποσού και την ανακοίνωσή του στον οφειλέτη.
2. Η ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 είναι η ημερομηνία λογιστικής καταχώρησης που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία.
[…]»
4 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1552/89, το οποίο περιέχεται στον τίτλο ΙΙ που επιγράφεται «Λογιστική καταχώρηση των ιδίων πόρων» [νυν άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1150/2000], ορίζει τα εξής:
«1. Λογαριασμοί των ιδίων πόρων, υποδιαιρούμενοι κατά είδος αυτών, τηρούνται στο Δημόσιο Ταμείο κάθε κράτους μέλους ή στον οργανισμό που ορίζεται από αυτό.
2. α) Οι απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 καταχωρούνται στα λογιστικά βιβλία [συνήθως αποκαλούμενα “λογιστική Α”], υπό την επιφύλαξη του στοιχείου β΄ της παρούσας παραγράφου, το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση.
β) Οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί αλλά δεν έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ διότι δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί και δεν έχει συσταθεί γι’ αυτές καμία ασφάλεια, καταχωρούνται, εντός της προθεσμίας του στοιχείου α΄, σε χωριστά λογιστικά βιβλία [συνήθως αποκαλούμενα “λογιστική Β”]. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο σε περίπτωση που οι απαιτήσεις που έχουν βεβαιωθεί και καλύπτονται από εγγυήσεις αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας.»
5 Το άρθρο 9 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, το οποίο περιέχεται στον τίτλο ΙΙΙ που επιγράφεται «Απόδοση των ιδίων πόρων», έχει ως ακολούθως:
«1. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.
2. Τα εγγεγραμμένα ποσά μετατρέπονται από την Επιτροπή και εμφανίζονται στα λογιστικά της βιβλία […]».
6 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, των κανονισμών, αντιστοίχως, 1552/89 και 1150/2000, που περιέχεται στον ίδιο τίτλο, ορίζει τα εξής:
«Αφού αφαιρεθεί το 10 % του ποσού των ιδίων πόρων για έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, [των αποφάσεων, αντιστοίχως, 88/376 και 94/728], η εγγραφή των ιδίων πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄ [των αποφάσεων αυτών] διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε η απαίτηση βάσει του άρθρου 2.
Πάντως για τις απαιτήσεις που βάσει [των άρθρων, αντιστοίχως, 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄] καταχωρούνται [στη λογιστική Β], η εγγραφή πρέπει να γίνει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δευτέρου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της είσπραξης των απαιτήσεων.»
7 Το άρθρο 11 των κανονισμών 1552/89 και 1150/2000, το οποίο επίσης περιέχεται στον εν λόγω τίτλο ΙΙΙ, προβλέπει τα ακόλουθα:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ’ αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Το άρθρο 263 του γενικού νόμου της 18ης Ιουλίου 1977 περί δασμών και φόρων καταναλώσεως (Moniteur belge της 21ης Σεπτεμβρίου 1977), που επικυρώθηκε με τον νόμο της 6ης Ιουλίου 1978 (Moniteur belge της 12ης Αυγούστου 1978), προβλέπει τα ακόλουθα:
«Συμφωνία συμβιβασμού με τη διοίκηση ή κατόπιν αδείας της, όσον αφορά το πρόστιμο, την κατάσχεση, την απαγόρευση λειτουργίας εργοστασίων ή εργαστηρίων, για όλες τις παραβάσεις του παρόντος νόμου και των ειδικών νόμων περί εισπράξεως των φόρων καταναλώσεως, είναι δυνατή οσάκις συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις και μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι η παράβαση οφείλεται μάλλον σε αμέλεια ή λάθος παρά σε προμελετημένη απάτη.»
9 Το άρθρο 264 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:
«Απαγορεύεται κάθε συμφωνία συμβιβασμού όταν θεωρείται ότι η παράβαση μπορεί επαρκώς να αποδειχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης και δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς την πρόθεση απάτης.»
10 Το άρθρο 281, παράγραφοι 1 και 2, του ιδίου νόμου ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Η δίωξη των πταισμάτων ή πλημμελημάτων για τα οποία προβλέπονται ποινές από τους νόμους περί δασμών και φόρων καταναλώσεως ασκείται πρωτοδίκως ενώπιον των πλημμελειοδικείων και, σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως, ενώπιον του αρμοδίου εφετείου, η δε ανάκριση των υποθέσεων και η εκδίκασή τους χωρεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
2. Οι διαδικασίες που αποσκοπούν στην επιβολή προστίμων, μέτρων κατασχέσεως, ή στην απαγόρευση λειτουργίας εργοστασίων ή εργαστηρίων κινούνται και διεξάγονται από τη διοίκηση ή επ’ ονόματί της ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν αποφαίνονται επί των υποθέσεων αυτών παρά μόνον αφού ακούσουν την πρόταση της εισαγγελικής αρχής. Ωστόσο, κατόπιν γραπτής αιτήσεως εκ μέρους υπαλλήλου της τελωνειακής διοικήσεως έχοντος τουλάχιστον βαθμό διευθυντή, η εισαγγελική αρχή μπορεί να ζητήσει από τον ανακριτή να ερευνήσει μια υπόθεση, ενώ, κατά τα λοιπά, το δικαίωμα ασκήσεως διώξεως εξακολουθεί να ανήκει στη διοίκηση.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Από την έκθεση 96-0-1 της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 1997, σχετικά με έλεγχο των παραδοσιακών ιδίων πόρων που διενεργήθηκε στο Βέλγιο από τις 19 έως τις 23 Νοεμβρίου 1996 προκύπτει ότι, στις 10 Μαΐου 1994, οι βελγικές αρχές άσκησαν δίωξη για παράβαση την οποία είχε διαπράξει εταιρία εισαγωγής προϊόντων υφαντουργίας από το Μπαγκλαντές υπό την κάλυψη μη εγκύρων πιστοποιητικών προελεύσεως. Οι βελγικές τελωνειακές αρχές καταχώρισαν τους αντίστοιχους δασμούς, ύψους 2 011 294 βελγικών φράγκων (BEF), στη λογιστική Β κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους 1993, αφού είχαν δηλώσει την απάτη στην Επιτροπή κατά το πρώτο εξάμηνο του ιδίου έτους.
12 Προς τον σκοπό της διευθετήσεως της υποθέσεως χωρίς την κίνηση ποινικής διαδικασίας, οι βελγικές αρχές χορήγησαν, στις 31 Αυγούστου 1993, στον οφειλέτη ευκολίες πληρωμής, κατανέμοντας την οφειλή του σε μηνιαίες δόσεις των 100 000 BEF. Το συνολικό ποσό της οφειλής που καλυπτόταν από την εν λόγω συμφωνία συμβιβασμού ανερχόταν σε 2 223 710 BEF, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονταν οι προμνησθέντες δασμοί. Η συμφωνία συμβιβασμού περιείχε διαλυτική αίρεση δυνάμει της οποίας εξακολουθούσε να υφίσταται το δικαίωμα ασκήσεως ποινικής διώξεως, οπότε οι τελωνειακές αρχές μπορούσαν να εγκαλέσουν τον παραβάτη της τελωνειακής νομοθεσίας αν αυτός δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του. Η εν λόγω σύμβαση προέβλεπε επίσης ότι τα ήδη καταβληθέντα από τον οφειλέτη ποσά παρέμεναν ως «παρακαταθήκη» στις τελωνειακές αρχές για την περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν θα εκπλήρωνε πλέον στις υποχρεώσεις του προς πληρωμή και οι αρμόδιες αρχές ασκούσαν αγωγή κατά του εν λόγω οφειλέτη.
13 Η συμφωνηθείσα πληρωμή των δόσεων διακόπηκε στο τέλος Αυγούστου 1997, όταν είχε ήδη καταβληθεί συνολικό ποσό 1 818 710 BEF. Οι βελγικές αρχές έφεραν την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προκειμένου να αποκτήσουν εκτελεστό τίτλο κατά της εταιρίας εισαγωγών. Η εταιρία αυτή καταδικάστηκε, με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, να εξοφλήσει το υπόλοιπο της οφειλής σε μηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες έπρεπε να καταβληθεί στις 22 Οκτωβρίου 1998. Το προμνησθέν ποσό των 1 818 710 BEF καταχωρίστηκε στη λογιστική Α στις 22 Ιανουαρίου 1998.
14 Με επιστολή της 12ης Μαΐου 1999, η Επιτροπή υπενθύμισε στη Βελγική Κυβέρνηση ότι, σε περίπτωση πληρωμής της τελωνειακής οφειλής σε δόσεις, όλα τα εισπραττόμενα ποσά πρέπει να καταχωρίζονται στη λογιστική Α κατά τον χρόνο της εισπράξεώς τους και να αποδίδονται στην Επιτροπή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89. Κατά συνέπεια, με έγγραφο της 18ης Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή κάλεσε τις βελγικές αρχές να καταβάλουν ποσό ύψους 959 144 BEF ως τόκους υπερημερίας.
15 Αφού οι βελγικές αρχές, με επιστολές της 15ης Μαρτίου 2000 και της 12ης Φεβρουαρίου 2001, αμφισβήτησαν την άποψη της Επιτροπής, η τελευταία απηύθυνε, στις 18 Ιουλίου 2001, έγγραφο οχλήσεως στο Βασίλειο του Βελγίου. Επειδή, με την απάντησή του στο εν λόγω έγγραφο, το Βασίλειο του Βελγίου ενέμεινε στη θέση του, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 11 Απριλίου 2002. Το κράτος μέλος αυτό κλήθηκε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της παραλαβής της.
16 Αφού τους χορηγήθηκε πρόσθετη προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσουν στην αιτιολογημένη γνώμη, οι βελγικές αρχές δήλωσαν, με την από 16 Σεπτεμβρίου 2002 απάντησή τους, ότι ενέμεναν στην άποψη που είχαν εκθέσει προηγουμένως.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ισχυρισμούς αντλούμενους από παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 1150/2000, οι οποίες στηρίζονται στον κανονισμό 1552/89, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1355/96 που ισχύει από τις 14 Ιουλίου 1996. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απαράδεκτοι στον βαθμό που δεν στηρίζονται στις διατάξεις του κανονισμού 1552/89 υπό την αρχική τους διατύπωση, οι οποίες είχαν εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, καθόσον οι προσκλήσεις προς εξόφληση για τα επίδικα πιστοποιητικά προελεύσεως εκδόθηκαν πριν από τις 14 Ιουλίου 1996.
19 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο κανονισμός 1150/2000 αποτελεί απλή κωδικοποίηση του κανονισμού 1552/89 και των κανονισμών οι οποίοι διαδοχικά τον τροποποίησαν. Ο κανονισμός 1150/2000 δεν επέφερε καμία τροποποίηση των διατάξεων των οποίων γίνεται επίκληση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
20 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως στο πλαίσιο προσφυγής του άρθρου 226 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας που ισχύει κατά την εκπνοή της τασσομένης εκ μέρους της Επιτροπής στο οικείο κράτος μέλος προθεσμίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. I-3989, σκέψη 42, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. I-7773, σκέψη 32).
21 Μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν, καταρχήν, να επεκταθούν και πέραν των παραβάσεων που μνημονεύονται στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και στο έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει παραδεκτώς την αναγνώριση παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας κοινοτικής πράξεως, τροποποιηθείσας ή καταργηθείσας ακολούθως, και οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με νέες διατάξεις. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της εν λόγω πράξεως, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-363/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2003, σ. I-5767, σκέψη 22).
22 Δεν αμφισβητείται ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 6, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και β΄, 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού 1150/2000 ίσχυαν ήδη δυνάμει των άρθρων 6, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 1, και 11 του κανονισμού 1552/89 (βλ., όσον αφορά τα εν λόγω άρθρα 9, παράγραφος 1, και 11, την προμνησθείσα απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23).
23 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή παραδεκτώς ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 επιτρέπει την καταχώριση στη λογιστική Β των βεβαιωθεισών απαιτήσεων που δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί όταν δεν έχει συσταθεί καμία ασφάλεια. Το ίδιο ισχύει και για τις βεβαιωθείσες απαιτήσεις για τις οποίες έχει συσταθεί ασφάλεια, όταν οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως δυνάμενης να οδηγήσει σε τροποποίηση του ποσού τους.
25 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η μη καταβολή των δόσεων που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο συμφωνίας συμβιβασμού, σκοπός της οποίας είναι να θέσει τέρμα σε αμφισβήτηση ή να εμποδίσει τη γένεσή της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση των απαιτήσεων υπό την έννοια του προμνησθέντος άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, καθόσον η αμφισβήτηση αυτή πρέπει να γίνεται γραπτώς. Εξάλλου, η καταβολή αποτελεί μία από τις μορφές αποσβέσεως των ενοχών, πρόθεση δε του οφειλέτη ο οποίος καταβάλλει μια δόση κατ’ εφαρμογήν συμφωνίας συμβιβασμού δεν είναι να συστήσει ασφάλεια, αλλ’ απλώς, να μειώσει το ποσό της οφειλής του.
26 Κατά συνέπεια, το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1150/2000 σε καμία περίπτωση δεν έχει εφαρμογή, έστω και κατ’ αναλογίαν, σε περίπτωση εισπράξεως στο πλαίσιο μερικής καταβολής από τον οφειλέτη βάσει συμφωνίας συμβιβασμού περιλαμβάνουσας συμφωνία περί καταβολής σε δόσεις. Αυτά τα ποσά, πλην του μέρους που αντιστοιχεί σε τυχόν πρόστιμα επιβληθέντα από τις εθνικές αρχές, πρέπει, κατά την Επιτροπή, να μεταφέρονται από τη λογιστική Β προς τη λογιστική Α μετά την καταβολή κάθε δόσεως από τον οφειλέτη και όχι, όπως υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, μετά την είσπραξη του συνολικού ποσού της τελωνειακής οφειλής. Άλλως, οφείλονται τόκοι υπερημερίας δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λόγοι της καθυστερήσεως. Η σημερινή πρακτική των βελγικών αρχών εκμηδενίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, του ίδιου κανονισμού, σκοπός του οποίου είναι η διασφάλιση της καλής λειτουργίας του συστήματος ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
27 Ο σκοπός για τον οποίο καθιερώθηκε το σύστημα της λογιστικής Β και ο οποίος συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στην Επιτροπή να παρακολουθεί τις ενέργειες των κρατών μελών όσον αφορά την είσπραξη των ιδίων πόρων, δεν θα επιτυγχανόταν αν κάθε κράτος μέλος ήταν ελεύθερο να καθορίζει, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, το χρονικό σημείο κατά το οποίο ένα ποσό θα έπρεπε να θεωρείται ως «εισπραχθέν» κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού.
28 Κατά την Επιτροπή, η διάκριση στο βελγικό δίκαιο μεταξύ των εννοιών της παρακαταθήκης και της εισπράξεως ουδεμία ασκεί επιρροή στις υποχρεώσεις καταβολής των ιδίων πόρων κατ’ εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου. Ο ίδιος ο σκοπός μιας συμφωνίας συμβιβασμού συνίσταται στην αποφυγή ένδικης διαφοράς ή στον οριστικό τερματισμό της. Όταν ο οφειλέτης καταβάλλει τα οφειλόμενα ποσά, το πράττει άνευ αιρέσεως και ακριβώς επειδή δεν αμφισβητεί την τελωνειακή οφειλή. Συνεπώς, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ως ειπραχθείσες κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1150/2000, έστω και αν, στη συνέχεια, η συμφωνία συμβιβασμού δεν εκτελεστεί και επανενεργοποιηθεί η ποινική διαδικασία κατά το βελγικό δίκαιο. Το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο συνεπή και ενιαίο προς τον σκοπό της ταχείας αποδόσεως των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.
29 Το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί ότι η λογιστική Β καθιερώθηκε προκειμένου να παρασχεθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να αναβάλλουν την απόδοση των βεβαιωθεισών απαιτήσεων έως την πραγματική είσπραξή τους. Οι επίδικοι εισαγωγικοί δασμοί καταχωρίστηκαν στη λογιστική Β, δεδομένου ότι δεν είχε παρασχεθεί καμία εγγύηση και οι δασμοί δεν εισπράχθηκαν. Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι αυτή η αρχική εγγραφή των εν λόγω ποσών στη λογιστική Β δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή, υποστηρίζει δε ότι η τελευταία κακώς θεωρεί ότι, στη συνέχεια, το Βέλγιο όφειλε να μεταφέρει προς τη λογιστική Α τις προκαταβολές, που καταβλήθηκαν υπό μορφή δόσεων και ως παρακαταθήκη στις εθνικές αρχές, και να τις αποδώσει στην Επιτροπή.
30 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η κοινοτική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη σχετική με τη μεταφορά ποσών μεταξύ των λογιστικών Β και Α, οπότε οι καταβολές σε δόσεις δεν μπορούν να καταχωριστούν παρά μόνο μετά την πλήρη εκτέλεση της συμφωνίας συμβιβασμού ή μετά από αναγκαστική εκτέλεση.
31 Η έννοια της «εισπράξεως» κατά την κοινοτική νομοθεσία αναφέρεται, στο πλαίσιο συμφωνίας συμβιβασμού, στην πληρωμή που συνεπάγεται πράγματι ανεπιφύλακτη μεταβίβαση κυριότητας, πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι τα καταβαλλόμενα ως ίδιοι πόροι ποσά αποτελούν μέρος των διαθεσίμων πιστώσεων του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Κατά συνέπεια, τα ποσά που καταβάλλονται ως παρακαταθήκη στις τελωνειακές αρχές για λογαριασμό του οφειλέτη πρέπει να καταχωρίζονται στη λογιστική Β.
32 Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο συμβιβασμών που προβλέπουν παράταση της προθεσμίας πληρωμής, όπως εν προκειμένω, η μεταβίβαση της κυριότητας πραγματοποιείται είτε κατά τον χρόνο της ολοσχερούς εξοφλήσεως της τελωνειακής οφειλής και της οριστικής παύσεως της ποινικής διώξεως, είτε κατά τον χρόνο της διαπιστώσεως της τελωνειακής οφειλής και της αποδόσεως των παρακατατεθειμένων ποσών στο Βελγικό Δημόσιο από το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της υποθέσεως λόγω της διακοπής των πληρωμών. Μόνο σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει μεταβίβαση κυριότητας στο Βελγικό Δημόσιο και, ως εκ τούτου, πραγματική είσπραξη κατά την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1552/89.
33 Η άποψη σύμφωνα με την οποία οι πληρωμές που πραγματοποιούνται υπό μορφή παρακαταθήκης συνιστούν πραγματικές και όχι προσωρινές πληρωμές δεν συμβιβάζεται με το περιεχόμενο της συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ του Βελγικού Δημοσίου και του οφειλέτη και θα συνεπαγόταν τη μερική εξάλειψη της ποινικής διώξεως, πράγμα αδιανόητο κατά το βελγικό ποινικό δίκαιο, καθόσον η ποινική δίωξη μπορεί να παύσει μόνο σε περίπτωση ολοσχερούς καταβολής του οφειλομένου ποσού.
34 Η πρόβλεψη διαρρηκτικής του συμβιβασμού αιρέσεως είναι απαραίτητη, καθόσον θα επέτρεπε στις αρχές να αποδεσμευθούν από την υποχρέωση παραιτήσεως από την άσκηση ποινικής διώξεως. Η απόφαση του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της υποθέσεως λόγω της διακοπής των πληρωμών αποτελεί τον μόνο εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη των οφειλομένων δασμών και προστίμων. Αν η διαλυτική αίρεση πρέπει να θεωρηθεί ανυπόστατη βάσει της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, κάθε συμβιβασμός θα καθίστατο σε τελευταία ανάλυση αδύνατος.
35 Η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι αν, αντίθετα προς την άποψή της και την άποψη της Επιτροπής, η καταβολή σε δόσεις θεωρηθεί ως ασφάλεια υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1552/89 και όχι απλώς ως προσωρινή και μερική εκτέλεση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο του συμβιβασμού, οπότε δεν θα εδικαιολογείτο βάσει της διατάξεως αυτής η καταχώριση στη λογιστική Β, εν πάση περιπτώσει, η διακοπή της καταβολής των δόσεων, η οποία επιφέρει τη διάρρηξη του συμβιβασμού, συνιστά κατάσταση ανάλογη προς αμφισβήτηση της οφειλής κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως και δικαιολογεί, συνεπώς, την καταχώριση στη λογιστική Β, καθόσον αναγκάζει το Βελγικό Δημόσιο να ασκήσει ένδικη προσφυγή για να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο επί του συνόλου του οφειλομένου ποσού.
36 Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, θέμα πραγματικής εισπράξεως τέθηκε μόλις κατά την έκδοση της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1998, ημερομηνίας κατά την οποία βεβαιώθηκε οριστικά η τελωνειακή οφειλή. Έχοντας καταχωρίσει στη λογιστική Α και αποδώσει στην Επιτροπή ένα ποσό που αντιστοιχούσε στην εν λόγω τελωνειακή οφειλή ήδη από τον Ιανουάριο του 1998, ήτοι πριν από την οριστική είσπραξη του ποσού αυτού, το Βελγικό Δημόσιο δεν ενήργησε με καθυστέρηση σε σχέση προς την προθεσμία του άρθρου 11 του κανονισμού 1552/89, οπότε δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εκκαθάριση της επίδικης τελωνειακής οφειλής, της οποίας δεν αμφισβητούνται ούτε η βεβαίωση ούτε το ποσό, υπήρξε αντικείμενο συμφωνίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της οποίας παρασχέθηκαν στον οφειλέτη ευκολίες πληρωμής υπό μορφή καταβολής σε δόσεις (βλ. σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως).
38 Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή επιδιώκει να αποδείξει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν, αφενός, από τα άρθρα 6 και 10 του κανονισμού 1150/2000, μη μεταφέροντας από τη λογιστική Β προς τη λογιστική Α τα ποσά των δόσεων μόλις αυτές καταβάλλονταν και, αφετέρου, από τα άρθρα 10 και 11 του ίδιου κανονισμού, μη αποδίδοντας στην Επιτροπή τα εν λόγω ποσά εντός των προβλεπομένων προθεσμιών ούτε τους συναφείς τόκους υπερημερίας.
Επί του ισχυρισμού περί εσφαλμένης λογιστικής καταχωρίσεως των δόσεων
39 Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή δεν προσάπτει στη Βελγική Κυβέρνηση ότι καταχώρισε το ποσό της τελωνειακής οφειλής στη λογιστική Β αμέσως μετά τη βεβαίωση της εν λόγω οφειλής. Η αιτίαση συνίσταται στο ότι τα ποσά των δόσεων της τελωνειακής οφειλής που συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο της συμφωνίας συμβιβασμού έπρεπε να μεταφέρονται από τη λογιστική Β προς τη λογιστική Α μετά την είσπραξη κάθε δόσεως από τις τελωνειακές αρχές.
40 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά τη λογιστική καταχώριση των ιδίων πόρων, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 αναφέρει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν λογαριασμό των εν λόγω πόρων στο Δημόσιο Ταμείο ή στον οργανισμό που αυτά ορίζουν. Κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 3, στοιχεία α΄ και β΄, του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταχωρίζουν στη λογιστική Α τις απαιτήσεις που βεβαιώνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19ης ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο βεβαιώθηκε η απαίτηση, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας καταχωρίσεως στη λογιστική Β, εντός της ίδιας προθεσμίας, των βεβαιωθεισών απαιτήσεων που «δεν έχουν ακόμα εισπραχθεί» και για τις οποίες «δεν έχει συσταθεί καμία ασφάλεια», καθώς και των απαιτήσεων που έχουν βεβαιωθεί και «καλύπτονται από εγγυήσεις [και οι οποίες] αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, συνεπεία αντιδικίας».
41 Προς απόδοση των ιδίων πόρων, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος πιστώνει το ποσό των ιδίων πόρων στον λογαριασμό που έχει ανοιγεί προς τούτο στο όνομα της Επιτροπής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα εισπράξεως, η λογιστική εγγραφή των ιδίων πόρων διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου «βεβαιώθηκε» η απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού, πλην των απαιτήσεων που καταχωρίζονται στη λογιστική Β κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού και των οποίων η λογιστική εγγραφή πρέπει να διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της «είσπραξης».
42 Όπως ορθώς υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, ο κανονισμός 1150/2000 δεν περιέχει καμία διάταξη προβλέπουσα τη μεταφορά απαιτήσεων επί ιδίων πόρων από τη λογιστική Β προς τη λογιστική Α.
43 Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αρχική καταχώριση του ποσού της τελωνειακής οφειλής στη λογιστική Β, πράγμα που δέχεται στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή λόγω του ότι η τελωνειακή οφειλή δεν καλύπτεται από εγγύηση, οι ίδιοι πόροι πρέπει να αποδίδονται στην Επιτροπή τηρουμένης της προθεσμίας του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000, η οποία αρχίζει να τρέχει από την «είσπραξή» τους και όχι από τη βεβαίωση των απαιτήσεων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ποσών που πρέπει να καταχωρίζονται στη λογιστική Α.
44 Επομένως, αν, όπως διατείνεται η Επιτροπή, οι τελωνειακές αρχές ήταν υποχρεωμένες να μεταφέρουν στη λογιστική Α το ποσό των δόσεων που καταβάλλονται προς εξόφληση μιας τελωνειακής οφειλής εγκύρως καταχωρισμένης στη λογιστική Β, αυτό θα είχε την παράδοξη συνέπεια να ισχύει για τα ποσά αυτά η προθεσμία αποδόσεως που ισχύει για τις απαιτήσεις που καταχωρίζονται στη λογιστική Α, οπότε όλα τα ποσά που εισπράττονται μετά τη λήξη αυτής της προθεσμίας, η οποία αρχίζει να τρέχει από της βεβαιώσεως της τελωνειακής οφειλής, θα πιστώνονταν αναγκαστικά με καθυστέρηση στον λογαριασμό της Επιτροπής, έστω και αν τα ίδια αυτά ποσά είχαν εγγραφεί εγκύρως στη λογιστική Β προτού εισπραχθούν από τις τελωνειακές αρχές.
45 Συνεπώς, αυτό το σκέλος της αιτιάσεως της Επιτροπής είναι απορριπτέο.
Επί του ισχυρισμού περί καθυστερημένης αποδόσεως των ιδίων πόρων
46 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο μέτρο που, στην υπό κρίση περίπτωση, το ποσό της τελωνειακής οφειλής εγκύρως καταχωρίστηκε στη λογιστική Β, η απόδοση των ιδίων πόρων στην Επιτροπή πρέπει να διενεργείται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της «εισπράξεως».
47 Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, τα ποσά που εισπράττονται σε περίπτωση πληρωμών σε δόσεις βάσει συμφωνίας συμβιβασμού όπως αυτή την οποία αφορά η παρούσα διαδικασία πρέπει να θεωρούνται ως «εισπραχθέντα» κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000, οπότε τα ποσά αυτά θα πρέπει, μετά την καταβολή κάθε δόσεως, να πιστώνονται στον λογαριασμό της Επιτροπής εντός της προθεσμίας την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
48 Συναφώς, πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί ότι η νομοθεσία περί εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τον σκοπό της ταχείας και αποτελεσματικής αποδόσεως των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-112/01, SPKR, Συλλογή 2002, σ. I-10655, σκέψη 34, και της 14ης Απριλίου 2005, C-460/01, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2005, σ. I-2613, σκέψεις 60, 63, 69 και 70).
49 Εξάλλου, όπως εξήγησε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 46 και 47 των προτάσεών της, η καθιέρωση της λογιστικής Β αποσκοπεί, εκτός από το να παράσχει στην Επιτροπή, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1552/89 (ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1150/2000), τη δυνατότητα να παρακολουθεί καλύτερα τις ενέργειες των κρατών μελών σχετικά με την είσπραξη των ιδίων πόρων, και στο να λαμβάνεται υπόψη και ο οικονομικός κίνδυνος στον οποίο εκτίθενται τα κράτη μέλη.
50 Όμως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως, σύμφωνα με τη συμφωνία συμβιβασμού, οι δόσεις που καταβάλλονταν από τον οφειλέτη παρέμεναν ως «παρακαταθήκη» στην τελωνειακή διοίκηση για την περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν θα ανταποκρινόταν πλέον στις υποχρεώσεις του προς πληρωμή και οι αρμόδιες αρχές θα ασκούσαν αγωγή κατά του εν λόγω οφειλέτη.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, αφενός, λαμβανομένης υπόψη της επιταγής της ταχείας και αποτελεσματικής αποδόσεως των ιδίων πόρων και, αφετέρου, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των κρατών μελών, το άρθρο 10 του κανονισμού 1150/2000 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι τα εισπραττόμενα ποσά σε περίπτωση πληρωμής της τελωνειακής οφειλής σε δόσεις δυνάμει συμφωνίας συμβιβασμού πρέπει να θεωρούνται ως εισπραχθέντα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, οπότε πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό της Επιτροπής το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη 19η ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί τον μήνα της εισπράξεώς τους.
52 Αντίθετα προς την άποψη που υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση και συνοψίζεται στις σκέψεις 33 και 34 της παρούσας αποφάσεως, η ερμηνεία αυτή της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας όσον αφορά την είσπραξη των ιδίων πόρων δεν εμποδίζει τις τελωνειακές αρχές να ασκήσουν την ποινική δίωξη σε περίπτωση διακοπής των συμφωνηθεισών καταβολών, τουλάχιστον στο μέτρο που η εν λόγω ερμηνεία ουδεμία ασκεί επιρροή επί του χαρακτηρισμού των εν λόγω καταβολών κατά το βελγικό δίκαιο και τη συμφωνία συμβιβασμού.
Επί της μη καταβολής τόκων υπερημερίας
53 Δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000, κάθε εκπρόθεσμη εγγραφή στον λογαριασμό που τηρείται κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας για όλη την περίοδο της καθυστερήσεως. Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή αυτών των ιδίων πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε εκπρόθεσμα (βλ., μεταξύ άλλων, προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 91).
54 Κατά συνέπεια, στο μέτρο που από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η πίστωση του ποσού των δόσεων που εισπράττονταν δυνάμει της συμβάσεως συμβιβασμού στον λογαριασμό της Επιτροπής διενεργήθηκε καθυστερημένα, οφείλονται τόκοι υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000, τόκοι των οποίων τη μη καταβολή δεν αμφισβητεί το Βασίλειο του Βελγίου.
55 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να συναχθεί ότι, λόγω της καθυστερημένης καταβολής των ιδίων πόρων σε περίπτωση που ο οφειλέτης επιτυγχάνει τη σύναψη συμφωνίας περί πληρωμής της οφειλής σε δόσεις, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000 ο οποίος, από 31ης Μαΐου 2000, κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1552/89, με το ίδιο αντικείμενο.
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα, το δε τελευταίο ηττήθηκε κατά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Λόγω της καθυστερημένης καταβολής των ιδίων πόρων σε περίπτωση που ο οφειλέτης επιτυγχάνει τη σύναψη συμφωνίας περί πληρωμής της οφειλής σε δόσεις, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, ο οποίος, από 31ης Μαΐου 2000, κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, με το ίδιο αντικείμενο.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
*Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.