Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32009L0138

Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009 , σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 335, 17.12.2009, p. 1–155 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 06 Volume 010 P. 153 - 307

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/138/oj

17.12.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 335/1


ΟΔΗΓΊΑ 2009/138/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ,

της 25ης Νοεμβρίου 2009,

σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2 και το άρθρο 55,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Πρόκειται να γίνουν ορισμένες σημαντικές αλλαγές στην πρώτη οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (3), στην οδηγία 78/473/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 1978, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα της κοινοτικής συνασφαλίσεως (4), στην οδηγία 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1987, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας (5), στη δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1988, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (6), στην οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλισης ζωής (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (7), στην οδηγία 98/78/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενός ασφαλιστικού ομίλου (8), στην οδηγία 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (9), στην οδηγία 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (10), και στην οδηγία 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις αντασφαλίσεις (11) Χάριν σαφήνειας, οι εν λόγω οδηγίες θα πρέπει να αναδιατυπωθούν.

(2)

Για να διευκολυνθεί η ανάληψη και η άσκηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, είναι ανάγκη να καταργηθούν οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες στους οποίους υπόκεινται οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Θα πρέπει, συνεπώς, να προβλεφθεί ένα νομικό πλαίσιο για την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, το οποίο θα διευκολύνει την κάλυψη κινδύνων και υποχρεώσεων που ευρίσκονται στην Κοινότητα από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην Κοινότητα.

(3)

Χάριν της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να θεσπισθούν συντονισμένοι κανόνες σχετικά με την εποπτεία των ασφαλιστικών ομίλων ενώ, για την προστασία των πιστωτών, θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες εξυγίανσης και εκκαθάρισης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(4)

Ενδείκνυται να εξαιρεθούν από το καθεστώς το οποίο θεσπίζει η παρούσα οδηγία ορισμένες επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες ασφάλισης, λόγω του μεγέθους, του νομικού καθεστώτος ή της φύσης τους – επειδή συνδέονται στενά με δημόσια συστήματα ασφάλισης – ή των συγκεκριμένων υπηρεσιών που παρέχουν. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να εξαιρεθούν ορισμένοι οργανισμοί σε πολλά κράτη μέλη, η δραστηριότητα των οποίων καλύπτει έναν πολύ συγκεκριμένο τομέα και περιορίζεται εκ του νόμου σε ορισμένη περιοχή ή σε συγκεκριμένα πρόσωπα.

(5)

Οι πολύ μικρές ασφαλιστικές εταιρείες που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου ακαθάριστων εσόδων από ασφάλιστρα κάτω των 5 εκατ. EUR, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, όλες οι εταιρείες ασφάλισης και αντασφάλισης που διαθέτουν ήδη άδεια λειτουργίας στο πλαίσιο των ισχυουσών οδηγιών θα πρέπει να μπορούν να αποκτήσουν άδεια λειτουργίας όταν τεθεί σε εφαρμογή η παρούσα οδηγία. Οι επιχειρήσεις οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσα οδηγίας θα πρέπει να μπορούν να κάνουν χρήση των βασικών ελευθεριών που προβλέπει η συνθήκη. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν τη δυνατότητα να ζητούν έγκριση με βάση την παρούσα οδηγία προκειμένου να επωφεληθούν από την ενιαία άδεια που προβλέπεται σε αυτήν.

(6)

Θα πρέπει να είναι δυνατόν τα κράτη μέλη να μπορούν να απαιτούν την καταχώρηση των επιχειρήσεων που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στον τομέα της ασφάλισης ή της αντασφάλισης και εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις αυτές σε προληπτική και νομική εποπτεία.

(7)

Η οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 1972, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (12), η έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (13), η δεύτερη οδηγία 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Δεκεμβρίου 1983, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (14), η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (15) και η οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (16) θεσπίζουν γενικούς κανόνες στους τομείς των λογαριασμών, της ευθύνης από ασφάλιση αυτοκινήτων οχημάτων, των χρηματοπιστωτικών μέσων και των πιστωτικών ιδρυμάτων και προβλέπουν ορισμούς εννοιών στους τομείς αυτούς. Ορισμένοι από τους ορισμούς που εκτίθενται στις εν λόγω οδηγίες, ενδείκνυται να εφαρμοσθούν για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(8)

H ανάληψη δραστηριότητας ασφάλισης ή αντασφάλισης θα πρέπει να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να θεσπισθούν οι όροι και η διαδικασία χορήγησης ή τυχόν άρνησης της άδειας αυτής.

(9)

Οι οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία δεν καθορίζουν κανόνες όσον αφορά την έκταση των δραστηριοτήτων αντασφάλισης που μπορούν να επιτραπούν σε μια ασφαλιστική επιχείρηση. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν σχετικά με την επιβολή τέτοιων κανόνων.

(10)

Όταν στην παρούσα οδηγία γίνεται αναφορά σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να καλύπτονται επίσης και οι ενσωματωμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκτός εάν γίνεται ειδική πρόβλεψη για τις εν λόγω επιχειρήσεις.

(11)

Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία αποτελεί ουσιώδες μέσο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να επιτραπεί στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής τους να ασκούν σε όλη την Κοινότητα ορισμένες ή όλες τις δραστηριότητές τους είτε ιδρύοντας υποκαταστήματα είτε υπό καθεστώς παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, ενδείκνυται να επιτευχθεί η αναγκαία και επαρκής εναρμόνιση για την αμοιβαία αναγνώριση των αδειών και των συστημάτων εποπτείας, ούτως ώστε να επιτραπεί η χορήγηση ενιαίας άδειας με ισχύ σε όλη την Κοινότητα και η εφαρμογή της αρχής της εποπτείας στο κράτος μέλος καταγωγής.

(12)

Η οδηγία 2000/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων (τέταρτη οδηγία ασφάλισης αυτοκινήτων) (17) θεσπίζει κανόνες σχετικά με το διορισμό αντιπροσώπων για το διακανονισμό των ζημιών. Οι κανόνες αυτοί ενδείκνυται να εφαρμόζονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(13)

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να περιορίζουν το αντικείμενό τους στις αντασφαλιστικές και συναφείς δραστηριότητες. Η απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να επιτρέπει σε μια αντασφαλιστική επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες, όπως η παροχή στατιστικών ή αναλογιστικών συμβουλών, η ανάλυση κινδύνων ή η έρευνα για τους πελάτες της. Είναι επίσης δυνατόν να ασκεί δραστηριότητες εταιρείας χαρτοφυλακίου, καθώς και δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 8 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (18). Εν πάση περιπτώσει, η απαίτηση αυτή δεν επιτρέπει την άσκηση μη συναφών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων.

(14)

Απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία των αντισυμβαλλομένων είναι να υπόκεινται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε αποτελεσματικές απαιτήσεις φερεγγυότητας που να συνεπάγονται την αποτελεσματική κατανομή του κεφαλαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενόψει των εξελίξεων της αγοράς, το ισχύον καθεστώς δεν είναι πλέον κατάλληλο. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να θεσπισθεί ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

(15)

Σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου στο πλαίσιο της Διεθνούς Ένωσης Ασφαλιστικών Εποπτών, του Συμβουλίου για τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης και της Διεθνούς Αναλογιστικής Ένωσης, καθώς και σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις σε άλλους χρηματοπιστωτικούς τομείς, θα πρέπει να υιοθετηθεί μια προσέγγιση βασισμένη στον κίνδυνο, η οποία θα παρέχει κίνητρα για την κατάλληλη μέτρηση και διαχείριση των κινδύνων από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Θα πρέπει να αυξηθεί η εναρμόνιση και να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες για την αποτίμηση του ενεργητικού και των υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προβλέψεων.

(16)

Ο κύριος στόχος της ρύθμισης και της εποπτείας του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού κλάδου είναι η κατάλληλη προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων. Ο όρος «δικαιούχος» καλύπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει κάποιο δικαίωμα στο πλαίσιο ασφαλιστικής σύμβασης. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η παγίωση δίκαιων και σταθερών αγορών αποτελούν περαιτέρω στόχους της ρύθμισης και της εποπτείας του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού κλάδου, οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, χωρίς όμως να υπονομεύουν τον κύριο στόχο.

(17)

Το νέο καθεστώς φερεγγυότητας της παρούσας οδηγίας αναμένεται να επιφέρει ακόμη μεγαλύτερη προστασία των αντισυμβαλλομένων. Θα επιβάλει στα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την ύπαρξη αρχών εποπτείας οι οποίες θα διαθέτουν τα μέσα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Τούτο περιλαμβάνει όλους τους απαιτούμενους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

(18)

Οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών θα πρέπει, συνεπώς, να διαθέτουν όλα τα μέσα εποπτείας που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η ομαλή άσκηση των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο σύνολο της Κοινότητας, υπό καθεστώς δικαιώματος εγκατάστασης ή ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα της εποπτείας, όλες οι ενέργειες των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να είναι ανάλογες με τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι σύμφυτοι με τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη σημασία της συγκεκριμένης επιχείρησης για τη συνολική χρηματοπιστωτική σταθερότητα της αγοράς.

(19)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής για τις μικρομεσαίες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ένα από τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου είναι η σωστή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στις απαιτήσεις για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και στην άσκηση των εποπτικών εξουσιών.

(20)

Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να είναι επαχθής για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται στην παροχή ασφαλειών ειδικού τύπου ή υπηρεσιών σε συγκεκριμένες ομάδες πελατών, και θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι αυτού του είδους η εξειδίκευση μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την ουσιαστική και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνου. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, καθώς και για την ορθή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται ρητά στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν δικά τους δεδομένα για τον ακριβή καθορισμό των παραμέτρων των ενοτήτων που αφορούν τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο στην τυποποιημένη μέθοδο για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(21)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα των ενσωματωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις καλύπτουν μόνο κινδύνους που συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκουν, θα πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλες προσεγγίσεις σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που να αντικατοπτρίζουν τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

(22)

Η εποπτεία της αντασφαλιστικής δραστηριότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του αντασφαλιστικού τομέα, κυρίως τον διεθνή χαρακτήρα του και το γεγονός ότι οι αντισυμβαλλόμενοι είναι και οι ίδιοι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(23)

Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνουν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την άσκηση εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων, οσάκις ενδείκνυται, των πληροφοριών που δημοσιοποιούν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οικονομικές εκθέσεις τους, καταλόγων και άλλων νομικών ή κανονιστικών απαιτήσεων.

(24)

Οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Προς τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να προβαίνουν σε τακτικές αξιολογήσεις και εκτιμήσεις.

(25)

Οι αρχές εποπτείας θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν στη διαχείριση κινδύνου και στοιχείων ενεργητικού οι προαιρετικοί κώδικες συμπεριφοράς και διαφάνειας τους οποίους τηρούν τα σχετικά ιδρύματα που πραγματοποιούν συναλλαγές με μη ρυθμιζόμενα ή εναλλακτικά επενδυτικά μέσα.

(26)

Το σημείο εκκίνησης για την καταλληλότητα των ποσοτικών απαιτήσεων είναι η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν κεφαλαιακή προσαύξηση της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παρούσα οδηγία, κατόπιν της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης. Ο τυποποιημένος μαθηματικός τύπος για την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας έχει ορισθεί έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει το προφίλ κινδύνου των περισσότερων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις, η τυποποιημένη προσέγγιση δεν αντικατοπτρίζει ικανοποιητικά το πολύ συγκεκριμένο προφίλ κινδύνου μιας επιχείρησης.

(27)

Η επιβολή κεφαλαιακής προσαύξησης έχει εξαιρετικό χαρακτήρα υπό την έννοια ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως ύστατο μέτρο, όταν τα άλλα μέτρα εποπτείας αποδεικνύονται αναποτελεσματικά ή ακατάλληλα. Επιπλέον, ο όρος «εξαιρετικό» θα πρέπει να γίνεται αντιληπτός στο πλαίσιο της ιδιαίτερης περίπτωσης κάθε επιχείρησης μάλλον παρά σε συνάρτηση με τον αριθμό των κεφαλαιακών προσαυξήσεων που επιβάλλονται σε μια συγκεκριμένη αγορά.

(28)

Η κεφαλαιακή προσαύξηση θα πρέπει να διατηρείται μέχρι να εκλείψουν οι συνθήκες που την επέβαλαν. Σε περίπτωση σημαντικών ελλείψεων του πλήρους ή τμηματικού εσωτερικού μοντέλου ή σημαντικών αστοχιών διακυβέρνησης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η οικεία επιχείρηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διορθώσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή κεφαλαιακής προσαύξησης. Εντούτοις, στις περιπτώσεις που η τυποποιημένη προσέγγιση δεν αντικατοπτρίζει ικανοποιητικά το πολύ συγκεκριμένο προφίλ κινδύνου μιας επιχείρησης, η κεφαλαιακή προσαύξηση μπορεί να παραμένει και για τα επόμενα έτη.

(29)

Ορισμένοι κίνδυνοι μπορούν να αντιμετωπισθούν κατάλληλα μόνο μέσω απαιτήσεων σχετικών με τη διακυβέρνηση και όχι μέσω των ποσοτικών απαιτήσεων τις οποίες αντικατοπτρίζει η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας. Συνεπώς, απαιτείται αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης για τη χρηστή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης και για το σύστημα εποπτείας.

(30)

Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει αρμοδιότητες διαχείρισης κινδύνου, συμμόρφωσης, εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και αναλογιστικής.

(31)

Αρμοδιότητα είναι η διοικητική ικανότητα ανάληψης ειδικών καθηκόντων διακυβέρνησης. Ο προσδιορισμός ειδικών καθηκόντων δεν εμποδίζει την επιχείρηση να αποφασίζει ελεύθερα τον τρόπο οργάνωσης αυτής της αρμοδιότητας στην πράξη, εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα οδηγία. Τούτο δεν θα πρέπει να συνεπάγεται επαχθείς απαιτήσεις, διότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο χαρακτήρας, η πολυπλοκότητα και η κλίμακα των εργασιών της επιχείρησης. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να μπορούν, συνεπώς, να αναλαμβάνονται από προσωπικό των ιδίων των επιχειρήσεων ή να βασίζονται στην παροχή συμβουλών από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες ή να ανατίθενται σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες εντός των ορίων που προσδιορίζει η παρούσα οδηγία.

(32)

Επιπλέον, με εξαίρεση την αρμοδιότητα εσωτερικού λογιστικού ελέγχου, σε μικρότερες και λιγότερο πολύπλοκες επιχειρήσεις, ένα άτομο ή μια οργανωτική μονάδα μπορούν να αναλαμβάνουν περισσότερες από μία αρμοδιότητες.

(33)

Οι αρμοδιότητες που περιλαμβάνονται στο σύστημα διακυβέρνησης θεωρούνται βασικές και είναι, επομένως, σημαντικές και αποφασιστικές.

(34)

Όλα τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν βασικές αρμοδιότητες θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις ικανότητας και ήθους. Ωστόσο, μόνο όσοι διαθέτουν καίριες θέσεις θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις κοινοποίησης προς την αρχή εποπτείας.

(35)

Για την εκτίμηση του απαιτούμενου επιπέδου επάρκειας, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως πρόσθετοι παράγοντες τα επαγγελματικά προσόντα και η επαγγελματική πείρα των διοικητικών στελεχών ή όσων έχουν άλλες βασικές αρμοδιότητες.

(36)

Όλες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να ακολουθούν, ως αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής τους, πρακτική τακτικής αξιολόγησης των συνολικών αναγκών τους από άποψη φερεγγυότητας ενόψει του ειδικού προφίλ κινδύνου τους (αξιολόγηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας). Η συγκεκριμένη αξιολόγηση δεν απαιτεί την ανάπτυξη εσωτερικού προτύπου ούτε εξυπηρετεί στον υπολογισμό κεφαλαιακής απαίτησης άλλης από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Τα αποτελέσματα κάθε αξιολόγησης θα πρέπει να γνωστοποιούνται στην αρχή εποπτείας στο πλαίσιο των πληροφοριών που παρέχονται για τους σκοπούς της εποπτείας.

(37)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική εποπτεία των αρμοδιοτήτων ή δραστηριοτήτων που ανατίθενται υπεργολαβικώς, είναι ουσιώδες οι αρχές εποπτείας για την άσκηση εποπτείας της αναθέτουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να έχουν πρόσβαση σε όλα τα συναφή στοιχεία τα οποία διαθέτει ο υπεργολάβος, ανεξαρτήτως του αν ο υπεργολάβος είναι ρυθμιζόμενη ή μη ρυθμιζόμενη οντότητα, καθώς και δικαίωμα διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις της αγοράς και να εξασφαλισθεί ότι συνεχίζουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπεργολαβική ανάθεση, οι αρχές εποπτείας θα πρέπει να ενημερώνονται πριν από την υπεργολαβική ανάθεση αρμοδιοτήτων ή δραστηριοτήτων αποφασιστικής σημασίας. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις εργασίες του Κοινού φόρουμ και είναι σύμφωνες με τους ισχύοντες κανόνες και πρακτικές του τραπεζικού κλάδου, καθώς και με την οδηγία 2004/39/ΕΚ και την εφαρμογή της στα πιστωτικά ιδρύματα.

(38)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφάνεια, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να δημοσιοποιούν, ήτοι να θέτουν στη διάθεση του κοινού είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή, δωρεάν, τουλάχιστον κατ’ έτος, ουσιώδεις πληροφορίες όσον αφορά τη φερεγγυότητα και τη χρηματοπιστωτική κατάστασή τους. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δημοσιοποιούν συμπληρωματικές πληροφορίες σε εθελοντική βάση.

(39)

Θα πρέπει να προβλεφθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών εποπτείας και των αρχών ή οργάνων που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιορισθούν οι όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπονται οι ως άνω ανταλλαγές πληροφοριών. Περαιτέρω, οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν αποκαλύπτονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρχών εποπτείας, οι αρχές αυτές μπορούν, εφόσον ενδείκνυται, να εξαρτούν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση αυστηρών όρων.

(40)

Είναι απαραίτητο να προωθηθεί η εποπτική σύγκλιση, όσον αφορά όχι μόνον τα εποπτικά εργαλεία, αλλά και τις εποπτικές πρακτικές. Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (CEIOPS), η οποία συστήθηκε με την απόφαση 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (19), θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό και να υποβάλλει τακτικές εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή όσον αφορά την πρόοδο που σημειώνεται.

(41)

Ο στόχος των πληροφοριών και της έκθεσης που υποβάλλει η CEIOPS σε σχέση με τις κεφαλαιακές προσαυξήσεις δεν είναι να εμποδίζεται η χρήση τους που επιτρέπεται με βάση την παρούσα οδηγία, αλλά να επιτευχθεί ακόμη υψηλότερος βαθμός εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των αρχών εποπτείας των διαφόρων κρατών μελών, όσον αφορά τη χρήση κεφαλαιακών προσαυξήσεων.

(42)

Προκειμένου να περιορισθεί η διοικητική επιβάρυνση και να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων, οι εποπτικές αρχές και οι εθνικές στατιστικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες.

(43)

Για την ενίσχυση της εποπτείας των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την προστασία των αντισυμβαλλομένων τους, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι ελεγκτές, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών (20), θα πρέπει να ενημερώνουν ταχέως τις αρμόδιες αρχές για γεγονότα τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά την οικονομική κατάσταση ή τη διοικητική οργάνωση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(44)

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τη σώρευση ασφάλισης κλάδου ζωής και ζημιών θα πρέπει να υιοθετούν ξεχωριστή διαχείριση για κάθε μια από τις δραστηριότητές τους, ώστε να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων στον κλάδο ζωής. Οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει ιδίως να υπόκεινται στις ίδιες κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι οποίες ισχύουν για αντίστοιχο ασφαλιστικό όμιλο αποτελούμενο από επιχείρηση κλάδου ζωής και επιχείρηση κλάδου ζημιών, λαμβανομένης υπόψη της αυξημένης μεταβιβασιμότητας κεφαλαίων στην περίπτωση πολυκλαδικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(45)

Η εκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε υγιείς οικονομικές αρχές και να χρησιμοποιεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις πληροφορίες που παρέχουν οι χρηματαγορές, καθώς και τα γενικά διαθέσιμα στοιχεία για τους ασφαλιστικούς τεχνικούς κινδύνους. Ειδικότερα, οι απαιτήσεις φερεγγυότητας θα πρέπει να βασίζονται σε οικονομική εκτίμηση ολόκληρου του ισολογισμού.

(46)

Οι κανόνες αξιολόγησης για τους σκοπούς της εποπτείας θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να είναι συμβατοί με τις διεθνείς εξελίξεις όσον αφορά τους λογαριασμούς, ούτως ώστε να περιορίζεται η διοικητική επιβάρυνση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(47)

Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να καλύπτονται με στοιχεία ιδίων κεφαλαίων, ανεξαρτήτως αν αυτά ευρίσκονται εντός ή εκτός ισολογισμού. Δεδομένου ότι όλοι οι χρηματοπιστωτικοί πόροι δεν επιτρέπουν πλήρη απορρόφηση ζημιών σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διαρκών προβλημάτων, τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να ταξινομούνται βάσει κριτηρίων ποιότητας σε τρεις κατηγορίες, και το επιλέξιμο ποσό ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων να περιορίζεται ανάλογα. Τα όρια των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο για τον προσδιορισμό της διαβάθμισης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από άποψη φερεγγυότητας και δεν θα πρέπει να περιορίζουν περαιτέρω την ελευθερία των επιχειρήσεων αυτών όσον αφορά τη διαχείριση των εσωτερικών κεφαλαίων τους.

(48)

Γενικά, τα στοιχεία ενεργητικού που δεν υπόκεινται σε προβλέψιμες υποχρεώσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απορρόφηση ζημιών λόγω δυσμενών επιχειρηματικών διακυμάνσεων, τόσο στην περίπτωση διαρκών προβλημάτων όσο και σε περίπτωση εκκαθάρισης. Συνεπώς, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όπου τα στοιχεία ενεργητικού υπερβαίνουν τα στοιχεία παθητικού, όπως υπολογίζονται με βάση τις αρχές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει το πλεόνασμα να θεωρείται κεφάλαιο υψηλής ποιότητας (κατηγορία 1).

(49)

Δεν είναι όλα τα στοιχεία ενεργητικού μιας επιχείρησης ελεύθερα περιορισμών. Σε ορισμένα κράτη μέλη, συγκεκριμένα προϊόντα προέρχονται από κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης που παρέχουν σε μια κατηγορία αντισυμβαλλομένων μεγαλύτερα δικαιώματα στα στοιχεία ενεργητικού του δικού τους «κεφαλαίου». Μολονότι αυτά τα στοιχεία ενεργητικού περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού για σκοπούς ιδίων κεφαλαίων, δεν μπορούν στην πράξη να διατίθενται για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης. Για λόγους συνέπειας προς την οικονομική προσέγγιση, η εκτίμηση των ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να αντικατοπτρίζει τη διαφορετική φύση των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν μέρος διευθέτησης κλειστής διάρθρωσης. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τη μείωση της συγκέντρωσης/διαφοροποίησης σε σχέση με τα ανωτέρω κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης.

(50)

Αποτελεί συνήθη πρακτική σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ασφαλιστικές εταιρείες να πωλούν προϊόντα ασφάλισης ζωής στο πλαίσιο των οποίων οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι συνεισφέρουν στο κεφάλαιο ανάληψης κινδύνων της εταιρείας σε αντάλλαγμα για το σύνολο ή μέρος της απόδοσης των εισφορών. Αυτά τα συσσωρευμένα κέρδη αποτελούν πλεονάζοντα κεφάλαια τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία της νομικής οντότητας στην οποία δημιουργούνται.

(51)

Τα πλεονάζοντα κεφάλαια θα πρέπει να εκτιμώνται σύμφωνα με την οικονομική προσέγγιση που ορίζεται στην παρούσα οδηγία. Εν προκειμένω, δεν θα πρέπει να αρκεί απλή παραπομπή στην εκτίμηση των πλεοναζόντων κεφαλαίων που περιλαμβάνεται στους προβλεπόμενους εκ του νόμου ετήσιους λογαριασμούς. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις σχετικά με τα ίδια κεφάλαια, τα πλεονάζοντα κεφάλαια θα πρέπει να υπόκεινται στα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά την ταξινόμηση σε κατηγορίες. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι μόνο τα πλεονάζοντα κεφάλαια που πληρούν τις απαιτήσεις για ταξινόμηση στην κατηγορία 1 θα πρέπει να θεωρούνται κεφάλαια της κατηγορίας 1.

(52)

Αλληλασφαλιστικές ενώσεις ή ενώσεις αλληλασφαλιστικής μορφής με μεταβλητές εισφορές μπορούν να καλούν τα μέλη τους να καταβάλλουν συμπληρωματικές εισφορές (συμπληρωματικές αξιώσεις από τα μέλη) προκειμένου να αυξάνουν τους χρηματοοικονομικούς πόρους που διατηρούν για την απορρόφηση ζημιών. Αυτές οι συμπληρωματικές αξιώσεις από τα μέλη μπορούν να αντιπροσωπεύουν σημαντική πηγή χρηματοδότησης για τις αλληλασφαλιστικές ενώσεις ή της ενώσεις αλληλασφαλιστικής μορφής, και στις περιπτώσεις όπου οι συγκεκριμένες ενώσεις αντιμετωπίζουν δυσμενείς επιχειρηματικές διακυμάνσεις. Συνεπώς, οι εισφορές αυτές θα πρέπει να αναγνωρίζονται ως συμπληρωματικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων και να αντιμετωπίζονται ανάλογα για σκοπούς φερεγγυότητας. Ειδικότερα, στην περίπτωση αλληλασφαλιστικών ή παρόμοιων ενώσεων πλοιοκτητών με κυμαινόμενες εισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά θαλάσσιους κινδύνους, η προβολή αξιώσεων για την καταβολή συμπληρωματικών εισφορών από τα μέλη αποτελεί εδώ και καιρό καθιερωμένη πρακτική, υποκείμενη σε ειδικές ρυθμίσεις ανάκτησης, το δε εγκεκριμένο ποσό των αξιώσεων από τα συγκεκριμένα μέλη θα πρέπει να θεωρείται κεφάλαιο καλής ποιότητας (κατηγορία 2). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση άλλων αλληλασφαλιστικών ή παρόμοιων ενώσεων όπου οι αξιώσεις για συμπληρωματικές εισφορές από τα μέλη είναι ανάλογης ποιότητας, το εγκεκριμένο ποσό των αξιώσεων από τα συγκεκριμένα μέλη θα πρέπει επίσης να θεωρείται κεφάλαιο καλής ποιότητας (κατηγορία 2).

(53)

Για να μπορούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους έναντι των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από αυτές να συνιστούν επαρκείς τεχνικές προβλέψεις. Οι αρχές και οι αναλογιστικές και στατιστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό αυτών των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να είναι εναρμονισμένος σε ολόκληρη την Κοινότητα, ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συγκρισιμότητα και διαφάνεια.

(54)

Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να είναι σύμφωνος με την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων, με τις εξελίξεις της αγοράς και με τις διεθνείς εξελίξεις όσον αφορά τους λογαριασμούς και την εποπτεία.

(55)

Η αξία των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει, επομένως, να αντιπροσωπεύει το ποσό που θα πρέπει να καταβάλει μια επιχείρηση ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων όταν μεταβιβάζει τα συμβατικά της δικαιώματα και υποχρεώσεις της σε άλλη επιχείρηση. Συνεπώς, η αξία των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να ισοδυναμεί με το ποσό το οποίο θα αναμενόταν να απαιτήσει μια άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση (επιχείρηση αναφοράς) προκειμένου να αναλάβει και να ικανοποιήσει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις Το ύψος των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τα χαρακτηριστικά του οικείου ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου. Συνεπώς, οι πληροφορίες που αφορούν τη συγκεκριμένη επιχείρηση μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων μόνο στο βαθμό κατά τον οποίο επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αντικατοπτρίζουν πιστότερα τα χαρακτηριστικά του οικείου ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, όπως στην περίπτωση των πληροφοριών σχετικά τη διαχείριση απαιτήσεων και δαπανών.

(56)

Οι παραδοχές σχετικά με την επιχείρηση αναφοράς για την ανάληψη και την ικανοποίηση των αντίστοιχων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων θα πρέπει να είναι εναρμονισμένες σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ειδικότερα, οι παραδοχές σχετικά με την επιχείρηση αναφοράς που καθορίζουν το αν και σε ποιο βαθμό η διαφοροποίηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου θα πρέπει να αναλύονται στο πλαίσιο της αξιολόγησης αντικτύπου των μέτρων εφαρμογής και να εναρμονίζονται σε κοινοτικό επίπεδο.

(57)

Για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, θα πρέπει να είναι δυνατόν να εφαρμόζονται εύλογες παρεμβολές και παρεκβολές από άμεσα παρατηρήσιμες αξίες της αγοράς.

(58)

Είναι απαραίτητο η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων να υπολογίζεται βάσει τρεχουσών και αξιόπιστων πληροφοριών και ρεαλιστικών βάσεων υπολογισμού, λαμβανομένων υπόψη των χρηματοπιστωτικών εγγυήσεων και δικαιωμάτων προαιρέσεως των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, προκειμένου να επιτυγχάνεται η οικονομική αποτίμηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει να απαιτείται η χρησιμοποίηση αποτελεσματικών και εναρμονισμένων αναλογιστικών μεθόδων.

(59)

Θα πρέπει να προβλέπονται απλουστευμένες προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, αντίστοιχες προς την ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

(60)

Το καθεστώς εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια απαίτηση ευαισθησίας κινδύνου, η οποία θα βασίζεται σε μελλοντικό υπολογισμό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ακριβής και έγκαιρη παρέμβαση των αρμόδιων αρχών (απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας) και ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να μειώνονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι (ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση). Και οι δύο αυτές κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να εναρμονισθούν σε όλη την Κοινότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων. Για την καλή λειτουργία της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να υπάρχει επαρκής βαθμίδα παρέμβασης μεταξύ των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(61)

Για τον μετριασμό της ενδεχόμενης εμφάνισης ανεπιθύμητων προκυκλικών φαινομένων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και για να μην υποχρεούνται αδικαιολόγητα οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αντλούν πρόσθετα κεφάλαια ή να πωλούν τις επενδύσεις τους ως αποτέλεσμα πρόσκαιρων δυσμενών διακυμάνσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ενότητα «κίνδυνος αγοράς» του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου φερεγγυότητας θα πρέπει να περιλαμβάνει μηχανισμό συμμετρικής προσαρμογής για τις μεταβολές στο επίπεδο των τιμών μετοχών. Επιπλέον, σε περίπτωση ασυνήθιστης πτώσης στις χρηματιστικές αγορές και οσάκις αυτός ο συμμετρικός μηχανισμός προσαρμογής δεν επαρκεί να επιτρέψει στις επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης να συμμορφωθούν προς την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητάς τους, θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί η δυνατότητα των εποπτικών αρχών να παρατείνουν το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης απαιτείται να επαναφέρουν ένα επίπεδο επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που να καλύπτει την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας.

(62)

Η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει ένα επίπεδο επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων που να επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να απορροφούν σημαντικές ζημίες και να παρέχει την εύλογη βεβαιότητα στους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους ότι οι πληρωμές θα γίνονται εμπρόθεσμα.

(63)

Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε διαρκή βάση, λαμβανομένων υπόψη τυχόν μεταβολών στο προφίλ κινδύνου τους, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τουλάχιστον κάθε χρόνο, να τις παρακολουθούν σε διαρκή βάση και να τις επανυπολογίζουν όποτε μεταβάλλεται σημαντικά το προφίλ κινδύνου.

(64)

Προκειμένου να προωθηθεί η χρηστή διαχείριση κινδύνου και να ευθυγραμμισθούν οι ρυθμιστικές κεφαλαιακές απαιτήσεις με τις πρακτικές της βιομηχανίας, η απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας θα πρέπει να ορισθεί ως το οικονομικό κεφάλαιο το οποίο πρέπει να διαθέτουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ώστε να εξασφαλισθεί ότι η πτώχευση θα επέρχεται το πολύ μια φορά στις 200 περιπτώσεις ή, εναλλακτικά, ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα εξακολουθήσουν να είναι σε θέση, με πιθανότητα τουλάχιστον 99,5 %, να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους για τους επόμενους 12 μήνες. Το οικονομικό αυτό κεφάλαιο θα πρέπει να υπολογίζεται βάσει του πραγματικού προφίλ κινδύνου των εν λόγω επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων πιθανών τεχνικών μείωσης του κινδύνου, καθώς και των επιπτώσεων της διαφοροποίησης.

(65)

Θα πρέπει να προβλεφθεί η κατάρτιση ενός τυποποιημένου μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου φερεγγυότητας, η οποία θα επιτρέπει σε όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εκτιμούν το οικονομικό κεφάλαιό τους. Η δομή του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να ακολουθεί σπονδυλωτή προσέγγιση, πράγμα που σημαίνει ότι, σε πρώτη φάση, θα πρέπει να εκτιμάται η μεμονωμένη έκθεση σε κάθε κατηγορία κινδύνου και, σε δεύτερη φάση, τα αποτελέσματα αυτά να αθροίζονται. Οσάκις η χρησιμοποίηση παραμέτρων που αφορούν αποκλειστικά τη συγκεκριμένη επιχείρηση επιτρέπει την πιστότερη απεικόνιση του πραγματικού προφίλ ασφαλιστικού κινδύνου, τούτο θα πρέπει να επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι οι παράμετροι αυτές λαμβάνονται με χρησιμοποίηση τυποποιημένης μεθόδου.

(66)

Θα πρέπει να προβλεφθούν απλουστευμένες προσεγγίσεις για τον υπολογισμό της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, αντίστοιχες προς την ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

(67)

Κατ’ αρχήν, η νέα, βασισμένη στον κίνδυνο, προσέγγιση δεν περιλαμβάνει την έννοια των ποσοτικών επενδυτικών ορίων και των κριτηρίων επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού. Εντούτοις, θα πρέπει να επιτρέπεται η θέσπιση ποσοτικών επενδυτικών ορίων και των κριτηρίων επιλεξιμότητας των στοιχείων ενεργητικού προκειμένου να αντιμετωπίζονται κίνδυνοι που δεν καλύπτονται επαρκώς από τμήματα του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου.

(68)

Σύμφωνα με την προσέγγιση με γνώμονα τον κίνδυνο, όσον αφορά την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας, θα πρέπει να επιτρέπεται, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η χρησιμοποίηση τμηματικών ή πλήρων εσωτερικών μοντέλων για τον υπολογισμό της απαίτησης αυτής, αντί του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, τα εσωτερικά αυτά μοντέλα θα πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών βάσει εναρμονισμών διαδικασιών και προδιαγραφών.

(69)

Αν το ποσό των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων μειωθεί κάτω της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης, η άδεια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να ανακαλείται, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν το ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων στο επίπεδο της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης εντός σύντομου χρονικού διαστήματος.

(70)

Οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις θα πρέπει να διασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο κάτω από το οποίο δεν θα πρέπει να πέφτει το ύψος των χρηματοοικονομικών πόρων. Είναι αναγκαίο, ο υπολογισμός του επιπέδου να γίνεται με έναν απλό τύπο στον οποίο να προβλέπεται κατώτατο και ανώτατο όριο με βάση τις βασιζόμενες στον κίνδυνο κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, προκειμένου να είναι δυνατή η κλιμάκωση της εποπτικής παρέμβασης, και τούτο να βασίζεται σε δεδομένα υποκείμενα σε λογιστικό έλεγχο.

(71)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού ποιότητας τέτοιας που να καλύπτει τις συνολικές χρηματοπιστωτικές ανάγκες τους. Η διαχείριση των επενδύσεων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την «αρχή της συνετής διαχείρισης».

(72)

Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να απαιτούν από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν τα περιουσιακά τους στοιχεία σε συγκεκριμένες κατηγορίες ενεργητικού, δεδομένου ότι αυτού του είδους οι απαιτήσεις ενδέχεται να μην συμβιβάζονται με τα μέτρα ελευθέρωσης των κινήσεων κεφαλαίων που προβλέπει στο άρθρο 56 της συνθήκης.

(73)

Είναι αναγκαίο να απαγορευθούν διατάξεις που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να απαιτούν την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όποια μορφή κι αν έχουν αυτές οι απαιτήσεις, όταν ο ασφαλιστής αντασφαλίζεται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ή από επιχείρηση τρίτης χώρας, το καθεστώς εποπτείας της οποίας θεωρείται ισοδύναμο.

(74)

Το νομικό πλαίσιο δεν έχει προβλέψει ακόμη λεπτομερή κριτήρια για την προληπτική αξιολόγηση προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, ούτε διαδικασία για την εφαρμογή τους. Απαιτείται η διευκρίνιση των κριτηρίων και της διαδικασίας προληπτικής αξιολόγησης για την παροχή της αναγκαίας ασφάλειας δικαίου, σαφήνειας και προβλεψιμότητας όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς και τα αποτελέσματά της. Τα εν λόγω κριτήρια και διαδικασίες έχουν εισαχθεί με τις διατάξεις της οδηγίας 2007/44/ΕΚ. Όσον αφορά την ασφάλιση και την αντασφάλιση, οι διατάξεις αυτές θα πρέπει, ως εκ τούτου, να κωδικοποιηθούν και να ενσωματωθούν στην παρούσα οδηγία.

(75)

Η επίτευξη της μέγιστης δυνατής εναρμόνισης των εν λόγω διαδικασιών και προληπτικών αξιολογήσεων σε ολόκληρη την Κοινότητα είναι, συνεπώς, πολύ σημαντική. Ωστόσο, οι διατάξεις για τις ειδικές συμμετοχές δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την ενημέρωση των αρμοδίων αρχών για αποκτήσεις συμμετοχών κάτω των ελάχιστων ορίων, εφόσον το κράτος μέλος δεν επιβάλλει, για τον σκοπό αυτό, περισσότερα του ενός πρόσθετα όρια κάτω του 10 %. Ούτε θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να παρέχουν γενικές κατευθύνσεις για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα πρέπει να θεωρείται ότι οι συμμετοχές αυτές οδηγούν σε σημαντική επιρροή.

(76)

Ενόψει της αυξημένης κινητικότητας των πολιτών της Ένωσης, η ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων παρέχεται όλο και περισσότερο σε διασυνοριακή βάση. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η συνεχιζόμενη ομαλή λειτουργία του συστήματος πράσινης κάρτας και των συμφωνιών μεταξύ των εθνικών γραφείων ασφαλίσεως αυτοκινήτων, ενδείκνυται να μπορούν τα κράτη μέλη να απαιτούν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων στο έδαφός τους μέσω παροχής υπηρεσιών να ενταχθούν και να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση του εθνικού γραφείου, καθώς και του εγγυητικού ταμείου που δημιουργείται σε κάθε κράτος μέλος. Το κράτος μέλος παροχής της υπηρεσίας θα πρέπει να απαιτεί από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων να διορίζουν αντιπρόσωπο στο έδαφός του, ο οποίος θα συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με αποζημιώσεις και θα εκπροσωπεί την ασφαλιστική επιχείρηση.

(77)

Στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η δυνατότητα πρόσβασης στο ευρύτερο δυνατό φάσμα ασφαλιστικών προϊόντων στην Κοινότητα αποβαίνει προς το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων. Εναπόκειται στο κράτος μέλος της υποχρέωσης ή στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος να μεριμνά, ώστε να μην υπάρχει στο έδαφός του κανένα εμπόδιο για την εμπορία όλων των ασφαλιστικών προϊόντων που προσφέρονται στην Κοινότητα, ενόσω η εμπορία των προϊόντων αυτών δεν αντιβαίνει στις διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος και στο μέτρο που το γενικό συμφέρον δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες του κράτους μέλους καταγωγής.

(78)

Θα πρέπει να προβλεφθεί ένα καθεστώς κυρώσεων που θα επιβάλλεται στην περίπτωση κατά την οποία, στο κράτος μέλος της υποχρέωσης ή στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος, μια ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς διατάξεις για την προστασία του κοινού συμφέροντος.

(79)

Σε μια εσωτερική αγορά στον τομέα των ασφαλίσεων, οι καταναλωτές διαθέτουν μεγαλύτερο πεδίο επιλογής και μεγαλύτερη ποικιλία συμβάσεων. Για να επωφεληθούν πλήρως από την ποικιλομορφία και τον αυξημένο ανταγωνισμό, θα πρέπει να ενημερώνονται επαρκώς πριν από τη σύναψη της σύμβασης και καθ’ όλη τη διάρκειά της, προκειμένου να είναι δυνατή η επιλογή του καταλληλότερου για τις ανάγκες τους προϊόντος.

(80)

Μια ασφαλιστική επιχείρηση που προτείνει συμβάσεις βοήθειας θα πρέπει να διαθέτει τα μέσα που να της επιτρέπουν να παρέχει, μέσα σε εύλογες προθεσμίες, τις παροχές εις είδος που προσφέρει. Θα πρέπει να θεσπισθούν ειδικές διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό της απαίτησης κεφαλαίου φερεγγυότητας, καθώς και του κατώτατου επιπέδου της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης που θα πρέπει να διαθέτει η προαναφερόμενη επιχείρηση.

(81)

Η αποτελεσματική άσκηση της κοινοτικής συνασφάλισης για δραστηριότητες οι οποίες, από τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, μπορούν να καλύπτονται από τη διεθνή συνασφάλιση θα πρέπει να διευκολύνεται με ένα ελάχιστο συντονισμού ώστε να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και οι ανισότητες μεταχειρίσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η εκτίμηση των αποζημιώσεων και ο καθορισμός του ελάχιστου ύψους του τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να γίνεται από τον κύριο ασφαλιστή. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί ιδιαίτερη συνεργασία στον τομέα της κοινοτικής συνασφάλισης μεταξύ των αρχών εποπτείας των κρατών μελών καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής.

(82)

Για την προστασία των ασφαλισμένων, θα πρέπει να εναρμονισθούν οι εθνικές νομοθεσίες που αφορούν την ασφάλιση νομικής προστασίας. Θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων, ιδίως εκ του γεγονότος ότι ο ασφαλιστής καλύπτει κάποιον άλλο ασφαλισμένο ή καλύπτει τον ασφαλισμένο κατά κινδύνων νομικής προστασίας και κάθε άλλου κλάδου και, στην περίπτωση που ανακύπτει παρόμοια σύγκρουση, θα πρέπει να εμποδίζεται ή να επιλύεται στο μέτρο του δυνατού. Προς τον σκοπό αυτό, το κατάλληλο επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων μπορεί να επιτυγχάνεται με διάφορους τρόπους. Ανεξάρτητα από την εναλλακτική λύση που γίνεται δεκτή, τα συμφέροντα των ασφαλισμένων θα πρέπει να διασφαλίζονται με ισοδύναμο τρόπο.

(83)

Οι διενέξεις περί νομικής προστασίας μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης που παρέχει ασφάλιση νομικής προστασίας και των ασφαλισμένων θα πρέπει να επιλύονται με τον δικαιότερο και ταχύτερο τρόπο. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να προβλέπεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια νομικής προστασίας η προσφυγή σε διαιτησία ή σε άλλη διαδικασία που παρέχει αντίστοιχες εγγυήσεις.

(84)

Σε ορισμένα κράτη μέλη, η ιδιωτική ή η προαιρετική ασφάλιση ασθενείας αντικαθιστά, εν μέρει ή πλήρως, την κάλυψη ασθενείας που παρέχεται από τα καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης. Η ιδιόμορφη φύση αυτής της ασφάλισης ασθενείας τη διακρίνει από άλλους κλάδους ασφάλισης ζημιών και από την ασφάλιση ζωής, στο μέτρο που είναι απαραίτητο να εξασφαλισθεί ότι οι αντισυμβαλλόμενοι διαθέτουν ουσιαστική πρόσβαση σε ιδιωτική ή προαιρετική ασφάλιση ασθενείας ανεξάρτητα από την ηλικία ή το προφίλ κινδύνου τους. Η φύση και οι κοινωνικές συνέπειες των ασφαλιστικών συμβάσεων ασθενείας δικαιολογούν την απαίτηση, από τις αρχές εποπτείας του κράτους μέλους όπου βρίσκεται ο κίνδυνος, της συστηματικής κοινοποίησης των γενικών και ειδικών όρων των συμβάσεων, προκειμένου να επαληθεύουν ότι οι συμβάσεις αυτές αντικαθιστούν εν μέρει ή πλήρως την κάλυψη που παρέχει το καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης. Η επαλήθευση αυτή δεν θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την εμπορία των προϊόντων.

(85)

Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει, προς τον σκοπό αυτό, ειδικές νομικές διατάξεις. Προς το γενικό συμφέρον, θα πρέπει να είναι δυνατό να θεσπίζονται ή να διατηρούνται νομικές διατάξεις στο μέτρο που δεν περιορίζουν υπερβολικά το δικαίωμα εγκατάστασης ή την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η φύση των εν λόγω διατάξεων μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την υφισταμένη κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος. Ο στόχος της προστασίας του γενικού συμφέροντος μπορεί επίσης να επιτυγχάνεται απαιτώντας από τις επιχειρήσεις, που προσφέρουν ιδιωτική ή προαιρετική ασφάλιση ασθενείας, να προτείνουν διάφορα υποδείγματα συμβάσεων, με κάλυψη ευθυγραμμισμένη προς αυτή των νομικών καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης και με ασφάλιστρα ισόποσα ή κατώτερα από το ανώτατο ορισθέν ποσό, και να συμμετέχουν σε συστήματα αντιστάθμισης των ζημιών. Θα μπορούσε επίσης να απαιτείται η τεχνική βάση της ιδιωτικής ή προαιρετικής ασφάλισης ασθενείας να είναι ανάλογη προς αυτή της ασφάλειας ζωής.

(86)

Τα κράτη μέλη υποδοχής θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που εφαρμόζει στο έδαφός τους, με δική της ευθύνη, την υποχρεωτική ασφάλιση κατά των εργατικών ατυχημάτων, την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται στην εθνική τους νομοθεσία σχετικά με την ασφάλιση αυτή. Εντούτοις, η απαίτηση αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά τις διατάξεις τις σχετικές με τη χρηματοπιστωτική εποπτεία, που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

(87)

Ορισμένα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν τις ασφαλιστικές πράξεις σε κανενός είδους έμμεση φορολογία, ενώ τα περισσότερα κράτη μέλη επιβάλλουν στις πράξεις αυτές ειδικές φορολογικές επιβαρύνσεις και άλλες μορφές εισφορών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων που προορίζονται για τους οργανισμούς αντιστάθμισης. Υπάρχουν αισθητές διαφορές ως προς τη διάρθρωση και τους συντελεστές αυτών των φορολογικών επιβαρύνσεων και εισφορών, μεταξύ των κρατών μελών που τις επιβάλλουν. Θα πρέπει να αποφεύγονται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού οφειλόμενες στις υπάρχουσες διαφορές στον τομέα των ασφαλιστικών υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών. Εν αναμονή της εναρμόνισης, η εφαρμογή του φορολογικού καθεστώτος και άλλων μορφών εισφορών που προβλέπονται στο κράτος μέλος στο οποίο εντοπίζεται ο κίνδυνος ή αναλαμβάνεται η υποχρέωση μπορεί να επιτρέψει την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, εναπόκειται δε στα κράτη μέλη να προβαίνουν σε ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν την είσπραξη των εν λόγω φορολογικών επιβαρύνσεων και εισφορών.

(88)

Τα κράτη μέλη τα οποία δεν υπόκεινται στην εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις (Ρώμη Ι) (21), θα πρέπει, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, να εφαρμόζουν τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού προκειμένου να προσδιορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού.

(89)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διεθνείς πτυχές της αντασφάλισης, θα πρέπει να θεσπισθεί διάταξη που να επιτρέπει τη σύναψη διεθνών συμφωνιών με τρίτες χώρες, και με σκοπό τον προσδιορισμό των μέσων εποπτείας των οντοτήτων αντασφάλισης που δραστηριοποιούνται στην επικράτεια καθενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί ευέλικτη διαδικασία με την οποία να διαπιστώνεται η ισοδυναμία των εποπτικών ελέγχων έναντι των τρίτων χωρών σε κοινοτική βάση, έτσι ώστε να βελτιωθεί η απελευθέρωση των αντασφαλιστικών υπηρεσιών στις τρίτες χώρες, είτε μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης είτε μέσω της ελευθερίας διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών.

(90)

Λόγω της ιδιομορφίας των δραστηριοτήτων αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που συνάπτουν συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου ή ασκούν δραστηριότητες αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου είναι σε θέση να προσδιορίζουν, να υπολογίζουν και να ελέγχουν ικανοποιητικά τους κινδύνους που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις ή δραστηριότητες.

(91)

Θα πρέπει να θεσπισθούν κατάλληλοι κανόνες σχετικά με τους Φορείς Ειδικού Σκοπού οι οποίοι αναλαμβάνουν κινδύνους από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χωρίς να είναι οι ίδιοι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τα ανακτήσιμα ποσά από Φορέα Ειδικού Σκοπού θα πρέπει να θεωρούνται ποσά που μπορούν να εκπίπτουν βάσει συμβάσεων αντασφάλισης ή αντεκχώρησης.

(92)

Οι Φορείς Ειδικού Σκοπού που έχουν λάβει άδεια πριν από τις 31 Οκτωβρίου 2012 θα πρέπει να υπόκεινται στο δίκαιο του κράτους μέλους που τους χορήγησε την άδεια. Ωστόσο, προκειμένου να αποφεύγεται η καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, οιαδήποτε νέα δραστηριότητα τέτοιου Φορέα Ειδικού Σκοπού μετά τις 31 Οκτωβρίου 2012 θα πρέπει να υπόκειται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(93)

Δεδομένου του διαρκώς αυξανόμενου διασυνοριακού χαρακτήρα του ασφαλιστικού τομέα, θα πρέπει να μειωθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι αποκλίσεις μεταξύ των καθεστώτων των κρατών μελών για τους Φορείς Ειδικού Σκοπού που υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη των εκάστοτε διαρθρώσεων εποπτείας.

(94)

Θα πρέπει να συνεχισθεί το έργο που αφορά τους Φορείς Ειδικού Σκοπού, και στο πλαίσιο αυτό να λαμβάνεται υπόψη το έργο που έχει επιτελεσθεί σε άλλους οικονομικούς τομείς.

(95)

Τα μέτρα για την άσκηση εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές που ασκούν εποπτεία επί μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να προβαίνουν σε πιο τεκμηριωμένη εκτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασής της.

(96)

Αυτή η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει, κατά το δυνατόν, τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας. Εντούτοις, η παρούσα οδηγία ουδόλως θα πρέπει να συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ασκούν εποπτεία επί των επιχειρήσεων αυτών σε ατομική βάση.

(97)

Επειδή η εξατομικευμένη εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων παραμένει βασική αρχή της εποπτείας στον ασφαλιστικό τομέα, είναι απαραίτητο να ορισθεί ποιες επιχειρήσεις υπάγονται στο πεδίο της εποπτείας σε επίπεδο ομίλου.

(98)

Με την επιφύλαξη του κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου, οι επιχειρήσεις, ιδίως οι ενώσεις αλληλασφάλισης ή αλληλασφαλιστικού τύπου, θα πρέπει να συσπειρωθούν με τη δημιουργία συγκεντρωτικών φορέων ή ομάδων, όχι με δεσμούς κεφαλαίου αλλά με την ανάπτυξη επίσημων ισχυρών και μακρόπνοων σχέσεων με συμβατική ή άλλη εμπράγματη αναγνώριση που να εγγυάται την οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. Όταν ασκείται δεσπόζουσα επιρροή μέσω κεντρικού συντονισμού, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται για τους ομίλους με κεφαλαιακούς δεσμούς, ώστε να προστατεύονται επαρκώς οι αντισυμβαλλόμενοι και να εξασφαλίζονται ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ομίλων.

(99)

Η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ασκείται στο επίπεδο της τελευταίας μητρικής επιχείρησης που έχει την έδρα της στην Κοινότητα. Εντούτοις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να ασκούν εποπτεία σε επίπεδο ομίλου σε περιορισμένο αριθμό κατώτερων επιπέδων, εφόσον το κρίνουν απαραίτητο.

(100)

Είναι απαραίτητο να υπολογίζεται η κατάσταση προσαρμοσμένης φερεγγυότητας των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε ασφαλιστικό όμιλο.

(101)

Οι ενοποιημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας για έναν όμιλο θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη συνολική διαφοροποίηση των κινδύνων που υπάρχει στο σύνολο των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης του ομίλου, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζονται δεόντως οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται ο όμιλος.

(102)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο θα πρέπει να μπορούν να ζητούν την έγκριση εσωτερικού μοντέλου που θα χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας, τόσο σε επίπεδο ομίλου όσο και μεμονωμένα.

(103)

Μολονότι ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας προβλέπουν ρητά διαμεσολαβητικό ή συμβουλευτικό ρόλο της CEIOPS, τούτο δεν θα πρέπει να αποκλείει την ανάληψη διαμεσολαβητικού ή συμβουλευτικού ρόλου εκ μέρους της CEIOPS και στο πλαίσιο άλλων διατάξεων.

(104)

Η παρούσα οδηγία αντικατοπτρίζει ένα καινοτόμο μοντέλο εποπτείας στο πλαίσιο του οποίου ανατίθεται βασικός ρόλος σε έναν επόπτη ομίλου, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται και διατηρείται ο σημαντικός ρόλος του μεμονωμένου επόπτη. Οι εξουσίες και οι ευθύνες των εποπτών συμβαδίζουν με την υποχρέωση λογοδοσίας τους.

(105)

Θα πρέπει όλοι οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι να αντιμετωπίζονται ισότιμα, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τον τόπο διαμονής τους. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι όλα τα μέτρα που λαμβάνει μια αρχή εποπτείας με βάση την εντολή της σε εθνικό επίπεδο δεν θεωρούνται αντίθετα προςτα συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους ή των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων στο οικείο κράτος μέλος. Σε όλες τις περιπτώσεις διακανονισμού απαιτήσεων και εκκαθαρίσεων, τα στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να διανέμονται σε ισότιμη βάση σε όλους τους ενδιαφερομένους αντισυμβαλλόμενους, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τον τόπο διαμονήςτους.

(106)

Είναι απαραίτητο να εξασφαλισθεί ότι τα ίδια κεφάλαια στο εσωτερικό του ομίλου είναι ικανοποιητικά κατανεμημένα και διατίθενται για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, εφόσον απαιτείται. Προς τον σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια που να καλύπτουν την απαίτηση κεφαλαίου φερεγγυότητας.

(107)

Όλες οι εποπτικές αρχές που συμμετέχουν στην εποπτεία ομίλων θα πρέπει να μπορούν να κατανοούν τις λαμβανόμενες αποφάσεις, ιδίως όταν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται από τον επόπτη ομίλου. Μόλις καθίστανται διαθέσιμες σε μία από τις εποπτικές αρχές, οι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει, επομένως, να διαβιβάζονται στις άλλες εποπτικές αρχές, ούτως ώστε όλες οι εποπτικές αρχές να είναι σε θέση να σχηματίζουν άποψη βάσει των ίδιων πληροφοριών. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, θα πρέπει να ζητείται η ειδική γνώμη της CEIOPS για την επίλυση του ζητήματος.

(108)

Η φερεγγυότητα μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία είναι θυγατρική ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας μπορεί να επηρεασθεί από τους χρηματοοικονομικούς πόρους του ομίλου στον οποίο ανήκει και από την κατανομή των πόρων αυτών στο εσωτερικό του ομίλου. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τα μέσα για την άσκηση εποπτείας σε επίπεδο ομίλου και για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων στο επίπεδο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης οσάκις η φερεγγυότητά της υπονομεύεται ή ενδέχεται να υπονομευθεί.

(109)

Οι συγκεντρώσεις κινδύνου και οι συναλλαγές στο εσωτερικό του ομίλου μπορούν να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ασκούν εποπτεία επί συγκεντρώσεων κινδύνου και συναλλαγών στο εσωτερικό του ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των σχέσεων μεταξύ τόσο ρυθμιζόμενων όσο και μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και ασφαλιστικών εταιρειών μεικτής δραστηριότητας, και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα στο επίπεδο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης οσάκις η φερεγγυότητά της υπονομεύεται ή ενδέχεται να υπονομευθεί

(110)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο ομίλου θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα διακυβέρνησης, τα οποία θα υπόκεινται στην εποπτεία των αρμόδιων αρχών.

(111)

Οι οικείες αρχές εποπτείας θα πρέπει να διορίζουν επόπτη ομίλου για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του επόπτη ομίλου θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις ενδεδειγμένες εξουσίες συντονισμού και λήψης αποφάσεων. Οι οικείες αρχές εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο θα πρέπει να προβαίνουν σε διευθετήσεις συντονισμού των ενεργειών τους.

(112)

Δεδομένου ότι αυξάνονται διαρκώς οι αρμοδιότητες του επόπτη ομίλου, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι θα είναι αδύνατη η αυθαίρετη παράκαμψη των κριτηρίων επιλογής επόπτη ομίλου. Ιδιαίτερα, σε περιπτώσεις όπου για τον ορισμό επόπτη ομίλου θα λαμβάνονται υπόψη η διάρθρωση του ομίλου και η σχετική σημασία των δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης σε διάφορες αγορές, οι εσωτερικές συναλλαγές και η αντασφάλιση του ομίλου δεν θα πρέπει να υπολογίζονται διπλά στην αξιολόγηση της σχετικής σημασίας τους σε μια αγορά.

(113)

Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών μελών στα οποία εδρεύουν επιχειρήσεις του ομίλου θα πρέπει να συμμετέχουν στην εποπτεία σε επίπεδο ομίλου ως Σώμα εποπτικών αρχών (το «Σώμα»). Θα πρέπει να έχουν όλες πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στις άλλες αρχές εποπτείας του Σώματος και να συμμετέχουν δυναμικά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Θα πρέπει να προβλεφθεί συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι υπεύθυνες για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την άσκηση εποπτείας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε άλλους χρηματοπιστωτικούς κλάδους.

(114)

Οι δραστηριότητες του Σώματος θα πρέπει να είναι ανάλογες της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της επιχειρηματικής δραστηριότητας όλων των επιχειρήσεων που απαρτίζουν τον όμιλο και της διασυνοριακής διάστασης. Το Σώμα θα πρέπει να δημιουργείται προκειμένου να διασφαλισθεί ότι εφαρμόζονται ουσιαστικά, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, η συνεργασία, η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διαδικασίες διαβούλευσης μεταξύ των εποπτικών αρχών στο πλαίσιο του Σώματος. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν το Σώμα προκειμένου να προωθούν τη σύγκλιση των αντίστοιχων αποφάσεών τους και να συνεργάζονται στενά για τη διεκπεραίωση των εποπτικών δραστηριοτήτων τους στο πλαίσιο του ομίλου με εναρμονισμένα κριτήρια.

(115)

Η παρούσα οδηγία προβλέπει συμβουλευτικό ρόλο για την CEIOPS. Οι συμβουλές της CEIOPS προς την αρχή εποπτείας ομίλου δεν θα πρέπει να είναι δεσμευτικές για την αρχή αυτή κατά τη λήψη της απόφασής της. Κατά τη λήψη των αποφάσεών της, η αρχή εποπτείας ομίλου θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τις συμβουλές αυτές και να αιτιολογεί οποιαδήποτε σημαντική απόκλιση της απόφασής της από αυτές.

(116)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο επικεφαλής του οποίου είναι επιχείρηση που έχει την έδρα της εκτός της Κοινότητας θα πρέπει να υπόκεινται σε ισοδύναμες και κατάλληλες ρυθμίσεις εποπτείας σε επίπεδο ομίλου. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί διαφάνεια των κανόνων και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές τρίτων χωρών κάθε φορά που αυτό είναι απαραίτητο. Προκειμένου να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη προσέγγιση στον προσδιορισμό και την αξιολόγηση της ισοδυναμίας της εποπτείας της ασφάλισης και αντασφάλισης τρίτων χωρών, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα της Επιτροπής να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις σχετικά με την ισοδυναμία καθεστώτων φερεγγυότητας τρίτων χωρών. Για τις τρίτες χώρες για τις οποίες δεν έχει λάβει απόφαση η Επιτροπή, η αξιολόγηση της ισοδυναμίας θα πρέπει να γίνεται από τον επόπτη ομίλου μετά από διαβούλευση με τις λοιπές αρμόδιες αρχές εποπτείας.

(117)

Εφόσον η εθνική νομοθεσία που αφορά τα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης δεν έχει εναρμονισθεί, είναι σκόπιμο να εξασφαλισθεί, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η αμοιβαία αναγνώριση των μέτρων εξυγίανσης των κρατών μελών καθώς και της νομοθεσίας που αφορά την εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς επίσης και η αναγκαία συνεργασία, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της ενότητας, της καθολικότητας, του συντονισμού, της δημοσιότητας των εν λόγω μέτρων και της ισότιμης μεταχείρισης και προστασίας των ασφαλιστικών πιστωτών

(118)

Θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της οικονομικής ευρωστίας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης και την αποφυγή, κατά το δυνατόν, της διαδικασίας εκκαθάρισης, επιφέρουν πλήρη αποτελέσματα σε όλη την Κοινότητα, χωρίς, εντούτοις, να θίγονται τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης και των διαδικασιών εκκαθάρισης έναντι τρίτων χωρών.

(119)

Θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για τα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης και των αρχών εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(120)

Ο ορισμός του «υποκαταστήματος» για λόγους αφερεγγυότητας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις υφιστάμενες αρχές περί αφερεγγυότητας, την ενιαία νομική προσωπικότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης. Εντούτοις, το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται κατά την εκκαθάριση της εν λόγω ασφαλιστικής επιχείρησης, το ενεργητικό και το παθητικό των ανεξαρτήτων προσώπων τα οποία τυγχάνουν μονίμως εξουσιοδοτημένα να ενεργούν ως αντιπρόσωποι της ασφαλιστικής επιχείρησης.

(121)

Θα πρέπει να θεσπισθούν οι προϋποθέσεις υπαγωγής στο πεδίο της παρούσας οδηγίας των εκκαθαριστικών διαδικασιών οι οποίες, παρόλο που δεν βασίζονται σε αφερεγγυότητα, συνεπάγονται την προνομιακή μεταχείριση των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως. Οι απαιτήσεις των εργαζομένων μιας ασφαλιστικής επιχείρησης που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση θα πρέπει να μπορούν να υποκαθίστανται από εθνικό σύστημα εγγύησης αποδοχών. Αυτές οι υποκατασταθείσες απαιτήσεις θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από τη μεταχείριση που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής (lex concursus).

(122)

Η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν εμποδίζει την έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης. Οι διαδικασίες εκκαθάρισης θα πρέπει, συνεπώς, να μπορούν να κινούνται είτε εν ανυπαρξία είτε μετά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης και μπορούν να τερματίζονται με συμβιβασμό ή άλλα ανάλογα μέτρα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέτρα εξυγίανσης.

(123)

Μόνον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται να λαμβάνουν αποφάσεις για τις διαδικασίες εκκαθάρισης που αφορούν ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι αποφάσεις θα πρέπει να παράγουν αποτελέσματα σε όλη την Κοινότητα και να αναγνωρίζονται από όλα τα κράτη μέλη. Οι αποφάσεις θα πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο κράτος μέλος καταγωγής διαδικασίες, καθώς και στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πληροφορίες θα πρέπει επίσης να τίθενται στη διάθεση των γνωστών πιστωτών οι οποίοι διαμένουν στην Κοινότητα, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αναγγέλλουν απαιτήσεις ή να υποβάλλουν παρατηρήσεις.

(124)

Κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της.

(125)

Όλες οι προϋποθέσεις της έναρξης, διεξαγωγής και περάτωσης της εκκαθαριστικής διαδικασίας θα πρέπει να διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής.

(126)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η συντονισμένη δράση των κρατών μελών, οι αρχές εποπτείας του κράτους μέλους καταγωγής και οι αρχές εποπτείας όλων των άλλων κρατών μελών θα πρέπει να ενημερώνονται επειγόντως για την έναρξη της εκκαθαριστικής διαδικασίας.

(127)

Κατά τις διαδικασίες εκκαθάρισης, έχει υψίστη σημασία να δίδεται στους ασφαλισμένους, στους αντισυμβαλλομένους, στους δικαιούχους και σε κάθε ζημιωθέντα δικαίωμα άσκησης ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά απαίτηση εξ ασφαλιστικών πράξεων. Η προστασία αυτή δεν θα πρέπει να καλύπτει απαιτήσεις οι οποίες δεν προκύπτουν από υποχρεώσεις βάσει ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή ασφαλιστικών πράξεων αλλά από αστική ευθύνη αντιπροσώπου κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, για τις οποίες σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή την ασφαλιστική πράξη, ο συγκεκριμένος αντιπρόσωπος δεν είναι υπεύθυνος δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστηρίου ή της εν λόγω ασφαλιστικής πράξης. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό ο στόχος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικοί πιστωτές να τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης επιλέγοντας μεταξύ ισοδυνάμων μεθόδων, καμία από τις οποίες δεν θα πρέπει να εμποδίζει ένα κράτος μέλος να ορίζει σειρά κατάταξης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ασφαλιστικών απαιτήσεων. Περαιτέρω, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των ασφαλιστικών πιστωτών και άλλων προνομιακών πιστωτών που προστατεύονται από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους.

(128)

Η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης θα πρέπει να συνεπάγεται την ανάκληση της άδειας λειτουργίας που έχει χορηγηθεί στην ασφαλιστική επιχείρηση, εκτός αν αυτή η άδεια έχει ήδη ανακληθεί προηγουμένως.

(129)

Οι πιστωτές θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα, κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης, να αναγγέλλουν απαιτήσεις ή να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις. Οι απαιτήσεις πιστωτών που διαμένουν σε διαφορετικά κράτη μέλη από το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι ισοδύναμες απαιτήσεις που προβάλλονται στο κράτος μέλος καταγωγής, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή τόπου διαμονής.

(130)

Προκειμένου να προστατεύεται η εύλογη εμπιστοσύνη και η ασφάλεια ορισμένων συναλλαγών σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος καταγωγής, είναι απαραίτητο να καθορισθεί το δίκαιο που διέπει τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης και των διαδικασιών εκκαθάρισης όσον αφορά την εκκρεμοδικία και τις επιμέρους πράξεις εκτέλεσης που προκύπτουν από την εκκρεμοδικία.

(131)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (22).

(132)

Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει μέτρα σχετικά με την προσαρμογή των παραρτημάτων και μέτρα που να διευκρινίζουν ειδικότερα τις εποπτικές εξουσίες και ενέργειες που θα πρέπει να υλοποιηθούν και να θέτουν λεπτομερέστερες απαιτήσεις σε τομείς, όπως το σύστημα διακυβέρνησης, η κοινολόγηση πληροφοριών, τα κριτήρια αξιολόγησης σχετικά με την απόκτηση ειδικών συμμετοχών, ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι επενδυτικοί κανόνες και η εποπτεία σε επίπεδο ομίλου. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει μέτρα εφαρμογής με τα οποία να εκχωρείται σε τρίτες χώρες καθεστώς ισοδυναμίας προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων, με τη συμπλήρωσή της με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(133)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, και μπορούν, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(134)

Η οδηγία 64/225/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα της αντασφαλίσεως και της αντεκχωρήσεως (23), η οδηγία 73/240/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στο δικαίωμα εγκαταστάσεως στον τομέα της πρωτασφαλίσεως εκτός από την ασφάλιση ζωής (24), η οδηγία 76/580/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1976, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ «περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν των ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής» (25) και η οδηγία 84/641/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Δεκεμβρίου 1984, για την τροποποίηση, όσον αφορά ιδίως την τουριστική βοήθεια, της πρώτης οδηγίας (73/239/ΕΟΚ) περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλισης ζωής, και την άσκηση αυτής (26) έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει, συνεπώς, να καταργηθούν.

(135)

Η υποχρέωση ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιορισθεί στις διατάξεις που αντιπροσωπεύουν ουσιώδη μεταβολή σε σχέση με τις προγενέστερες οδηγίες. Η υποχρέωση ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται προβλέπεται από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.

(136)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα VI, μέρος B.

(137)

Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την επάρκεια των υφισταμένων καθεστώτων εγγυήσεων στον ασφαλιστικό τομέα και θα υποβάλει κατάλληλη νομοθετική πρόταση.

(138)

Το άρθρο 17, παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (27) περιέχει αναφορές στις υπάρχουσες νομοθετικές διατάξεις για τα περιθώρια φερεγγυότητας. Οι αναφορές αυτές θα πρέπει να παραμείνουν, προκειμένου να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την οδηγία 2003/41/ΕΚ, βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας, το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή θα πρέπει, με την υποστήριξη της CEIOPS, να αναπτύξει ένα κατάλληλο σύστημα κανόνων φερεγγυότητας για τα ιδρύματα συνταξιοδοτικών παροχών, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις βασικές διαφορές μεταξύ ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, και, δεν θα πρέπει, συνεπώς, να προδικάζει ότι η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα επιβάλλεται στα ιδρύματα αυτά.

(139)

Η Επιτροπή θα πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, αλλά όχι αργότερα από το τέλος του 2010, να υποβάλει πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (28), λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της παρούσας οδηγίας για τους αντισυμβαλλομένους.

(140)

Το μοντέλο ρύθμισης και εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα της ΕΕ έχει απόλυτη ανάγκη από περαιτέρω ευρεία μεταρρύθμιση, την οποία θα πρέπει να δρομολογήσει σύντομα η Επιτροπή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα συμπεράσματα της ομάδας ειδικών υπό την προεδρία του Jacques de Larosière, της 25ης Φεβρουαρίου 2009. Η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει τα νομοθετικά μέτρα που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που παρατηρούνται σε σχέση με τις διατάξεις για τον συντονισμό και τη συνεργασία στο πλαίσιο της εποπτείας.

(141)

Είναι αναγκαίο να ζητείται η συμβουλή της CEIOPS σχετικά με τον καλύτερο τρόπο για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούν την ενισχυμένη εποπτεία ομίλου και τη διαχείριση κεφαλαίου στο πλαίσιο ομίλων επιχειρήσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης. Η CEIOPS θα πρέπει να καλείται να παρέχει συμβουλές που να βοηθούν την Επιτροπή να αναπτύσσει τις προτάσεις της υπό συνθήκες που αντιστοιχούν σε υψηλό επίπεδο προστασίας των αντισυμβαλλομένων (και των δικαιούχων) και διασφαλίζουν την οικονομική σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να κληθεί η CEIOPS να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με τη δομή και τις αρχές που θα μπορούν να διέπουν τις πιθανές μελλοντικές τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας, οι οποίες ενδέχεται να χρειάζονται προκειμένου να τεθούν σε ισχύ οι αλλαγές που ενδεχομένως θα προταθούν. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση ακολουθούμενη από σχετικές προτάσεις σχετικά με εναλλακτικά καθεστώτα προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που ανήκουν σε ομίλους, για τη βελτίωση της αποδοτικότητας στη διαχείριση κεφαλαίων στο πλαίσιο του ομίλου, αν κρίνει ότι υπάρχει επαρκές βοηθητικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τη θέσπιση τέτοιου καθεστώτος.

Ειδικότερα, είναι επιθυμητό, το βοηθητικό καθεστώς ομίλου να λειτουργεί σε υγιείς βάσεις, στηριζόμενο στην ύπαρξη εναρμονισμένων και επαρκώς χρηματοδοτούμενων καθεστώτων εγγυήσεων ασφάλισης, εναρμονισμένου και νομικά δεσμευτικού πλαισίου μεταξύ αρμόδιων αρχών, κεντρικών τραπεζών και υπουργείων οικονομικών, για τη διαχείριση και αντιμετώπιση κρίσεων και τον καταμερισμό των φορολογικών βαρών, που να ευθυγραμμίζει τις αρμοδιότητες εποπτείας και τις φορολογικές ευθύνες, νομικά δεσμευτικού πλαισίου για τη διαμεσολάβηση σε διαφορές στον τομέα της εποπτείας, εναρμονισμένου πλαισίου έγκαιρης επέμβασης, εναρμονισμένου πλαισίου για τη μεταφορά στοιχείων ενεργητικού, και διαδικασιών αφερεγγυότητας και εκκαθάρισης που να εξαλείφουν τα εμπόδια που θέτει η εθνική εμπορική ή εταιρική νομοθεσία στη μεταφορά στοιχείων ενεργητικού. Στην έκθεσή της, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τη χρονική διακύμανση της διαφοροποίησης και τον κίνδυνο που συνεπάγεται η συμμετοχή σε όμιλο, τις πρακτικές όσον αφορά την κεντρική διαχείριση κινδύνου σε ομίλους, τη λειτουργία εσωτερικών μοντέλων στον όμιλο, καθώς και την εποπτεία των συναλλαγών και της συγκέντρωσης του κινδύνου στο εσωτερικό του ομίλου.

(142)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (29), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Αντικειμενο, πεδιο εφαρμογης και ορισμοι

ΤΜΗΜΑ 1

Αντικειμενο και πεδιο εφαρμογης

ΤΜΗΜΑ 2

Εξαιρεσεις απο το πεδιο εφαρμογης

Ενότητα 1

Γενικές διατάξεις

Ενότητα 2

Ασφάλιση ζημιών

Ενότητα 3

Ασφάλιση ζωής

Ενότητα 4

Αντασφάλιση

ΤΜΗΜΑ 3

Ορισμοι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αναληψη δραστηριοτητων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εποπτικες αρχες και γενικοι κανονες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Οροι ασκησης των δραστηριοτητων

ΤΜΗΜΑ 1

Ευθυνη του διοικητικου ή διαχειριστικου οργανου

ΤΜΗΜΑ 2

Συστημα διακυβερνησης

ΤΜΗΜΑ 3

Δημοσιοποιηση

ΤΜΗΜΑ 4

Ειδικη συμμετοχη

ΤΜΗΜΑ 5

Επαγγελματικο απορρητο, ανταλλαγη πληροφοριων και προωθηση της συγκλησης των εποπτικων πρακτικων

ΤΜΗΜΑ 6

Καθηκοντα ελεγκτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Ασκηση των δραστηριοτητων ασφαλισης ζωης και ζημιων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Κανονες για την αποτιμηση των στοιχειων του ενεργητικου και του παθητικου, των τεχνικων προβλεψεων, των ιδιων κεφαλαιων, των κεφαλαιακων απαιτησεων φερεγγυοτητας, των ελαχιστων κεφαλαιακων απαιτησεων και επενδυτικοι κανονες

ΤΜΗΜΑ 1

Αποτιμηση στοιχεων του ενεργητικου και του παθητικου

ΤΜΗΜΑ 2

Κανονες σχετικοι με τις τεχνικες προβλεψεις

ΤΜΗΜΑ 3

Ιδια κεφαλαια

Ενότητα 1

Προσδιορισμος των ιδιων κεφαλαιων

Ενότητα 2

Ταξινομηση των ιδιων κεφαλαιων

Ενότητα 3

Επιλεξιμοτητα των ιδιων κεφαλαιων

ΤΜΗΜΑ 4

Κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας

Ενότητα 1

Γενικες διαταξεις για τις κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας με τη χρησιμοποιηση της τυποποιημενης μεθοδου ή εσωτερικου υποδειγματος

Ενότητα 2

Κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας - τυποποιημενη μεθοδος

Ενότητα 3

Κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας - πληρη και μερικα εσωτερικα υποδειγματα

ΤΜΗΜΑ 5

Ελαχιστες κεφαλαιακες απαιτησεις

ΤΜΗΜΑ 6

Επενδυσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Ασφαλιστικες και αντασφαλιστικες επιχειρησεις σε οικονομικη δυσχερεια ή σε παρανομη κατασταση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Δικαιωμα εγκαταστασης και ελευθερια παροχης υπηρεσιων

ΤΜΗΜΑ 1

Εγκατασταση ασφαλιστικων επιχειρησεων

ΤΜΗΜΑ 2

Ελευθερια παροχης υπηρεσιων απο ασφαλιστικες επιχειρησεις

Ενότητα 1

Γενικες διαταξεις

Ενότητα 2

Αστικη ευθυνη αυτοκινητου

ΤΜΗΜΑ 3

Αρμοδιοτητες των εποπτικων αρχων του κρατους μελους καταγωγης

Ενότητα 1

Ασφαλιση

Ενότητα 2

Αντασφαλιση

ΤΜΗΜΑ 4

Στατιστικα στοιχεια

ΤΜΗΜΑ 5

Μεταχειριση των συμβασεων υποκαταστηματων σε διαδικασιες εκκαθαρισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

Υποκαταστηματα που ειναι εγκατεστημενα στο εσωτερικο της κοινοτητας και υπαγονται στις ασφαλιστικες ή αντασφαλιστικες επιχειρησεις η εδρα των οποιων ευρισκεται εκτος της κοινοτητας

ΤΜΗΜΑ 1

Αναληψη δραστηριοτητων

ΤΜΗΜΑ 2

Αντασφαλιση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

Θυγατρικες ασφαλιστικων και αντασφαλιστικων επιχειρησεων που διεπονται απο το δικαιο τριτης χωρας και αποκτηση συμμετοχης απο τις επιχειρησεις αυτες

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Εφαρμοστεο δικαιο και οροι συμβολαιων πρωτασφαλισης

ΤΜΗΜΑ 1

Εφαρμοστεο δικαιο

ΤΜΗΜΑ 2

Υποχρεωτικη ασφαλιση

ΤΜΗΜΑ 3

Διαταξεις γενικου συμφεροντος

ΤΜΗΜΑ 4

Οροι ασφαλιστηριων συμβολαιων και τιμολογια

ΤΜΗΜΑ 5

Πληροφοριες προς τους αντισυμβαλλομενους

Ενότητα 1

Ασφαλιση ζημιων

Ενότητα 2

Ασφαλιση ζωης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ειδικες διαταξεις για την ασφαλιση ζημιων

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικες διαταξεις

ΤΜΗΜΑ 2

Κοινοτικη συνασφαλιση

ΤΜΗΜΑ 3

Βοηθεια

ΤΜΗΜΑ 4

Ασφαλιση νομικης προστασιας

ΤΜΗΜΑ 5

Ασφαλιση ασθενειας

ΤΜΗΜΑ 6

Ασφαλιση εργατικων ατυχηματων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Ειδικες διαταξεις για την ασφαλιση ζωης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ειδικοι κανονες για την αντασφαλιση

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΟΜΙΛΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Εποπτεια ομιλου: ορισμοι, περιπτωσεις εφαρμογης, πεδιο εφαρμογης και επιπεδα

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοι

ΤΜΗΜΑ 2

Περιπτωσεις εφαρμογης και πεδιο εφαρμογης

ΤΜΗΜΑ 3

Επιπεδα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Χρηματοοικονομικη θεση

ΤΜΗΜΑ 1

Φερεγγυοτητα του ομιλου

Ενότητα 1

Γενικες διαταξεις

Ενότητα 2

Επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές

Ενότητα 3

Εφαρμογη των μεθοδων υπολογισμου

Ενότητα 4

Μεθοδοι υπολογισμου

Ενότητα 5

Εποπτεια φερεγγυοτητας ομιλου ασφαλιστικων και αντασφαλιστικων επιχειρησεων που ειναι θυγατρικες ασφαλιστικης εταιρειας χαρτοφυλακιου

Ενότητα 6

Εποπτεια φερεγγυοτητας ομιλου για ομιλους με κεντρικη διαχειριση κινδυνου

ΤΜΗΜΑ 2

Συγκεντρωση κινδυνων και συναλλαγες εντος του ομιλου

ΤΜΗΜΑ 3

Διαχειριση κινδυνου και εσωτερικος ελεγχος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μετρα για τη διευκολυνση της εποπτειας του ομιλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Τριτες χωρες

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Ασφαλιστικες εταιρειες χαρτοφυλακιου μικτης δραστηριοτητας

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Πεδιο εφαραμογης και ορισμοι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μετρα εξυγιανσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Διαδικασια εκκαθαρισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Κοινες διαταξεις

ΤΙΤΛΟΣ V

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Μεταβατικες διαταξεις

ΤΜΗΜΑ 1

Ασφαλιση

ΤΜΗΜΑ 2

Αντασφαλιση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Τελικες διαταξεις

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΛΑΔΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ

A.

Ταξινόμηση των κινδύνων κατά κλάδους

B.

Ονομασία της άδειας λειτουργίας που παρέχεται ταυτοχρόνως για περισσότερους κλάδους

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΚΛΑΔΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΝΟΜΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

A.

Μορφή επιχειρήσεων ασφάλισης ζημιών

B.

Μορφή επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής

C.

Μορφή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ (SCR)

1.

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

2.

Υπολογισμός της ενότητας «αναλαμβανόμενος κίνδυνος στον κλάδο ζημιών»

3.

Υπολογισμός της ενότητας «αναλαμβανόμενος κίνδυνος στον κλάδο ζωής»

4.

Υπολογισμός της ενότητας «κίνδυνος αγοράς»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΟΜΑΔΕΣ ΚΛΑΔΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 159

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

 

Μέρος A

Καταργούμενες οδηγίες, με κατάλογο τω διαδοχικών τους τροποποιήσεων (κατά το άρθρο 310)

Μέρος B

Κατάλογος προθεσμιών ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο (κατά το άρθρο 310)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αντικειμενο, πεδιο εφαρμογης και ορισμοι

Τμημα 1

Αντικειμενο και πεδιο εφαρμογης

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά με τα εξής:

(1)

την ανάληψη και την άσκηση, εντός της Κοινότητας, των μη μισθωτών δραστηριοτήτων πρωτασφαλίσεως και αντασφαλίσεως·

(2)

την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων·

(3)

την εξυγίανση και την εκκαθάριση των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται για επιχειρήσεις πρωτασφάλισης ζωής και ζημιών, που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος κράτους μέλους ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σ’ αυτό.

Εφαρμόζεται επίσης για επιχειρήσεις αντασφάλισης που ασκούν μόνον αντασφαλιστικές δραστηριότητες και που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος κράτους μέλους ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σ’ αυτό, με την εξαίρεση του τίτλου IV.

2.   Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών των κατηγοριών που καθορίζονται στο μέρος Α του παραρτήματος Ι. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο, η ασφάλιση ζημιών περιλαμβάνει τη δραστηριότητα που συνίσταται στην παροχή βοήθειας στα πρόσωπα τα οποία περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τη συνήθη διαμονή τους. Συνίσταται στην ανάληψη, έναντι προηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, της υποχρέωσης άμεσης παροχής βοήθειας στον δικαιούχο σύμβασης βοήθειας, όταν αυτός περιέρχεται σε δυσχερή θέση λόγω τυχαίου γεγονότος, στις περιπτώσεις και με τους όρους που προβλέπει η σύμβαση.

Η βοήθεια είναι δυνατόν να συνίσταται σε παροχές εις χρήμα ή εις είδος. Η παροχή εις είδος είναι δυνατόν να συνίσταται και στη χρησιμοποίηση του προσωπικού και του εξοπλισμού που ανήκουν σ’ αυτόν που παρέχει τη βοήθεια.

Η δραστηριότητα βοήθειας δεν καλύπτει τις υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, ούτε την απλή ένδειξη ή παροχή βοήθειας, ως μεσολάβηση.

3.   Όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α)

στις ακόλουθες δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση:

(i)

του κλάδου ζωής, που περιλαμβάνει την ασφάλιση επιβιώσεως, την ασφάλιση θανάτου, τη μεικτή ασφάλιση, την ασφάλιση ζωής με επιστροφή ασφαλίστρων, την ασφάλιση γάμου, την ασφάλιση γεννήσεως·

(ii)

της ασφάλισης προσόδου·

(iii)

των πρόσθετων ασφαλίσεων που συνάπτονται συμπληρωματικώς προς ασφαλίσεις ζωής, ιδίως των ασφαλίσεων σωματικών βλαβών, περιλαμβανομένης και της ανικανότητας για επαγγελματική εργασία, των ασφαλίσεων θανάτου συνεπεία ατυχήματος, των ασφαλίσεων αναπηρίας συνεπεία ατυχήματος ή ασθενείας·

(iv)

των τύπων της «permanent health insurance» (διαρκούς ασφάλισης ασθενείας), μη ακυρώσιμης, που ασκούνται σήμερα στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο·

β)

στις ακόλουθες εργασίες, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση, υπόκεινται δε στον έλεγχο των αρμοδίων για την εποπτεία των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων αρχών:

i)

τις εργασίες οι οποίες συνεπάγονται τη δημιουργία ενώσεων, στις οποίες συμμετέχουν τα μέλη με σκοπό την από κοινού κεφαλαιοποίηση των εισφορών τους και τη διανομή του δημιουργούμενου κεφαλαίου, είτε μεταξύ των επιζώντων είτε μεταξύ των ελκόντων δικαίωμα από τους αποθανόντες (τοντίνες)·

ii)

τις εργασίες κεφαλαιοποιήσεως που βασίζονται στην τεχνική των αναλογιστικών υπολογισμών και περικλείουν, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών εισφορών καθορισμένων εκ των προτέρων, την ανάληψη υποχρεώσεων για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό·

iii)

τις εργασίες διαχειρίσεως συλλογικών κεφαλαίων συνταξιοδοτήσεως, που περιλαμβάνουν τη διαχείριση των τοποθετημένων κεφαλαίων, και ιδίως των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα αποθεματικά οργανισμών, οι οποίοι καταβάλλουν παροχές σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως δραστηριοτήτων·

iv)

τις εργασίες που προβλέπονται στο σημείο iii), όταν συνοδεύονται από εγγύηση ασφαλίσεως που καλύπτει είτε τη διατήρηση του κεφαλαίου είτε την εξυπηρέτησή του με έναν ελάχιστο τόκο·

v)

τις εργασίες που διενεργούνται από επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, όπως αυτές που προβλέπονται στο κεφάλαιο 1, τίτλος 4 του βιβλίου IV του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα·

γ)

στις εργασίες που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και καθορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον ασκούνται ή διευθύνονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, από επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής με δικό τους κίνδυνο.

Τμημα 2

Εξαιρεσεις απο το πεδιο εφαρμογης

Ενοτητα 1

Γενικες διαταξεις

Άρθρο 3

Συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 3 στοιχείο γ), η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.

Άρθρο 4

Εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής λόγω μεγέθους

1.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3 και των άρθρων 5 έως 10, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα της επιχείρησης δεν υπερβαίνουν τα 5 εκατ. EUR·

β)

οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75, δεν υπερβαίνουν τα 25 εκατ. EUR·

γ)

αν οι επιχειρήσεις ανήκουν σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75, δεν υπερβαίνουν τα 25 εκατ. EUR·

δ)

οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης αστικής ευθύνης, πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν συμπληρωματικούς κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1· και

ε)

στην επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης δεν περιλαμβάνονται οι αντασφαλιστικές εργασίες για ποσά πάνω από 0,5 εκατ. EUR των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων από ασφάλιστρα ή 2,5 εκατ. EUR των τεχνικών τους προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, ή πάνω από 10 % των ακαθάριστων εσόδων τους από ασφάλιστρα ή πάνω από το 10 % των τεχνικών προβλέψεών τους, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού.

2.   Εάν οποιαδήποτε από τα ποσά που καθορίζονται στην παράγραφο 1 υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται από το τέταρτο έτος.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ζητούν άδεια λειτουργίας για την ανάληψη δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα από ασφάλιστρα ή οι ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, αναμένεται να υπερβούν τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 εντός των επόμενων 5 ετών.

4.   Η παρούσα οδηγία παύει να έχει εφαρμογή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες η αρχή εποπτείας έχει επαληθεύσει ότι πληρούνται όλες ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεν υπερκαλύπτονται επί τα τρία τουλάχιστον τελευταία συνεχή έτη· και

β)

οιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεν αναμένεται να υπερκαλυφθεί εντός των επόμενων πέντε ετών.

Ενόσω η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με τα άρθρα 143 έως 147, η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται.

5.   Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να υποβάλει αίτηση για άδεια ή να συνεχίσει να έχει άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας.

Ενοτητα 2

Ασφαλιση ζημιων

Άρθρο 5

Δραστηριότητες

Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες:

(1)

τις εργασίες κεφαλαιοποιήσεως, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους μέλους·

(2)

τις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με βάση σταθερού ποσοστού·

(3)

τις εργασίες που πραγματοποιούνται από οργανισμό ο οποίος δεν έχει νομική προσωπικότητα και που έχουν ως αντικείμενο την αλληλασφάλιση των μελών του, άνευ πληρωμής ασφαλίστρων και άνευ δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων· ή

(4)

τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για τον λογαριασμό ή με την εγγύηση του κράτους ή όταν το κράτος είναι ο ασφαλιστής.

Άρθρο 6

Βοήθεια

1.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για τη δραστηριότητα βοήθειας, η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος, όταν το ατύχημα ή η βλάβη συμβαίνει στο έδαφος του κράτους μέλους του παρέχοντος την κάλυψη·

β)

η υποχρέωση για βοήθεια περιορίζεται στις εξής εργασίες:

(i)

την επιτόπου επισκευή, για την οποία ο παρέχων την κάλυψη χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό·

(ii)

τη μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και τη μεταφορά, κατά κανόνα με το ίδιο μέσο βοήθειας, του οδηγού και των επιβατών, μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα· και

(iii)

εφόσον προβλέπεται από το κράτος μέλος καταγωγής του παρέχοντος την κάλυψη, μεταφορά του οχήματος, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό τους προορισμό, στο εσωτερικό του ίδιου κράτους μέλους· και

γ)

η βοήθεια δεν παρέχεται από επιχείρηση που υπάγεται στην παρούσα οδηγία.

2.   Όσον αφορά τις περιπτώσεις της παραγράφου 1 στοιχείου β) σημεία i) και ii), η προϋπόθεση ότι το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στο έδαφος του κράτους μέλους του παρέχοντος την κάλυψη δεν ισχύει, εφόσον ο δικαιούχος είναι μέλος του οργανισμού που παρέχει την κάλυψη, και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται μετά από απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, από ανάλογο οργανισμό του συγκεκριμένου κράτους βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας, ή, στην περίπτωση της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον οι εργασίες βοήθειας πραγματοποιούνται από έναν και τον αυτό οργανισμό που λειτουργεί και στα δύο αυτά κράτη.

3.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο iii), εάν το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στο έδαφος της Ιρλανδίας ή, όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, στο έδαφος της Βόρειας Ιρλανδίας και το όχημα, συνοδευόμενο ενδεχομένως από τον οδηγό και τους επιβάτες, μεταφέρεται μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό προορισμό τους στο εντός εκατέρου των εδαφών αυτών.

4.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για τις εργασίες βοήθειας που πραγματοποιούνται από τη Λέσχη Αυτοκινήτου του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, όταν το ατύχημα ή η βλάβη οδικού οχήματος συνέβη εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, και η βοήθεια συνίσταται στη μεταφορά του οχήματος αυτού, συνοδευόμενου, ενδεχομένως, από τον οδηγό και τους επιβάτες μέχρι την κατοικία τους.

Άρθρο 7

Επιχειρήσεις αλληλασφάλισης

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται ούτε για τις επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών και που έχουν συνάψει με άλλες επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως συμφωνία για συνολική αντασφάλιση των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτουν, ή την υποκατάσταση της εκδοχέως επιχειρήσεως στην εκχωρούσα επιχείρηση για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω συμβάσεις. Στην περίπτωση αυτή, ο αντασφαλιστής υπόκειται στους κανόνες της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 8

Οργανισμοί

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για τους ακόλουθους οργανισμούς που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών, εκτός εάν τροποποιηθούν τα καταστατικά τους ή το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς την αρμοδιότητα:

(1)

στη Δανία, Falcks Danmark·

(2)

στη Γερμανία, για τους κάτωθι ημικρατικούς οργανισμούς:

α)

Postbeamtenkrankenkasse,

β)

Krankenversorgung der Bundesbahnbeamten;

(3)

στην Ιρλανδία, Voluntary Health Insurance Board·

(4)

στην Ισπανία, Consorcio de Compensación de Seguros·

Ενοτητα 3

Ασφαλιση ζωης

Άρθρο 9

Εργασίες και δραστηριότητες

Όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες:

(1)

στις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με σταθερό ποσοστό·

(2)

στις εργασίες που διενεργούνται από άλλους οργανισμούς, εκτός των επιχειρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, σκοπός των οποίων είναι η καταβολή παροχών σε εργαζομένους, μισθωτούς ή μη, που ανήκουν σε μια επιχείρηση ή σε ένα όμιλο επιχειρήσεων ή σε ένα επάγγελμα ή σε ομάδα επαγγελμάτων, σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως των δραστηριοτήτων, είτε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασίες αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου και ανά πάσα στιγμή από τις μαθηματικές προβλέψεις είτε όχι·

(3)

στις δραστηριότητες του κλάδου συντάξεων των επιχειρήσεων ασφάλισης συντάξεων, οι οποίες επιβάλλονται από τον Νόμο περί συντάξεων υπαλλήλων και από άλλη σχετική φινλανδική νομοθεσία, εφόσον:

α)

οι εταιρείες ασφάλισης σύνταξης, οι οποίες ήδη σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία υποχρεούνται να έχουν χωριστά λογιστικά και διαχειριστικά συστήματα για τις δραστηριότητες τους στον κλάδο των συντάξεων, συστήσουν, από την 1η Ιανουαρίου 1995, ξεχωριστές νομικές οντότητες που ασκούν τις δραστηριότητες αυτές· και

β)

οι φινλανδικές αρχές επιτρέψουν άνευ διακρίσεων σε όλους τους υπηκόους και εταιρείες των κρατών μελών να διενεργούν σύμφωνα με τη φινλανδική νομοθεσία τις δραστηριότητες που ορίζονται στο άρθρο 2, όσον αφορά την εξαίρεση αυτή, είτε μέσω ιδιοκτησίας ή συμμετοχής σε υπάρχουσα ασφαλιστική εταιρεία ή όμιλο, είτε μέσω σύστασης ή συμμετοχής νέων ασφαλιστικών εταιρειών ή ομίλων, συμπεριλαμβανομένων και των εταιρειών ασφάλισης σύνταξης.

Άρθρο 10

Οργανισμοί, επιχειρήσεις και ιδρύματα

Όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους ακόλουθους οργανισμούς, επιχειρήσεις και ιδρύματα:

1)

στους οργανισμούς που εγγυώνται αποκλειστικά την καταβολή παροχών σε περίπτωση θανάτου, εφόσον το ύψος αυτών των παροχών δεν υπερβαίνει τη μέση αξία των εξόδων κηδείας για κάθε θάνατο ή εφόσον αυτές οι παροχές καταβάλλονται σε είδος·

2)

στις «Versorgungsverband deutscher Wirtschaftsorganisationen» στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκτός αν τροποποιηθεί το καταστατικό τους ως προς το πεδίο της αρμοδιότητάς της·

3)

στις «Consorcio de Compensación de Seguros» στην Ισπανία, εκτός αν τροποποιηθεί το καταστατικό τους ως προς το πεδίο δραστηριότητας ή του δυναμικού τους.

Ενοτητα 4

Αντασφαλιση

Άρθρο 11

Αντασφάλιση

Όσον αφορά την αντασφάλιση, η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από, ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, κυβέρνηση κράτους μέλους όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς.

Άρθρο 12

Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν

1.   Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες έως τις 10 Δεκεμβρίου 2007 έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους, με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους, δεν υπάγονται στην παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των σχετικών αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και γνωστοποιούν τον κατάλογο αυτόν σε όλα τα άλλα κράτη μέλη.

Τμημα 3

Ορισμοι

Άρθρο 13

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1)

«ασφαλιστική επιχείρηση»: η επιχείρηση πρωτασφάλισης ζωής ή ζημιών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14·

2)

«εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση»: η ασφαλιστική επιχείρηση η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του στοιχείου (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 212, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλος η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση·

3)

«ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: η επιχείρηση η οποία, αν είχε την εταιρική της έδρα εντός της Κοινότητας, θα χρειαζόταν άδεια ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14·

4)

«αντασφαλιστική επιχείρηση»: η επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 για την άσκηση δραστηριοτήτων αντασφάλισης·

5)

«εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση»: η αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του στοιχείου (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 212, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλος η εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση·

6)

«αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: η επιχείρηση η οποία, εάν είχε την εταιρική έδρα της εντός της Κοινότητας, θα χρειαζόταν άδεια αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14

7)

«αντασφάλιση»: μια από τις εξής δύο δραστηριότητες:

α)

η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας·

β)

στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Lloyd’s, η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων από πλευράς ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από την ένωση ασφαλιστών που είναι γνωστή ως Lloyd’s, τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Lloyd’s·

8)

«κράτος μέλος καταγωγής»: ένα εκ των εξής:

α)

όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο·

β)

όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που αναλαμβάνει την υποχρέωση·

γ)

όσον αφορά την αντασφάλιση, το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης·

9)

«κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες· για τις ασφαλίσεις ζωής και ζημιών, ως κράτος μέλος παροχής των υπηρεσιών νοείται το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος, αν η υποχρέωση ή ο κίνδυνος καλύπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα που ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος·

10)

«εποπτικές αρχές»: η εθνική αρχή ή αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τις ασφαλιστικές ή τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

11)

«υποκατάστημα»: το πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός του κράτους μέλους καταγωγής·

12)

«εγκατάσταση»: τα κεντρικά γραφεία ή οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματα της επιχείρησης·

13)

«κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος»: ένα εκ των εξής:

α)

το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στο μέτρο που το περιεχόμενο καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο·

β)

το κράτος μέλος καταχώρισης, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα,

γ)

το κράτος μέλος στο οποίο ο αντισυμβαλλόμενος συνήψε τη σύμβαση, προκειμένου περί συμβάσεων διάρκειας κατώτερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, οι οποίες αφορούν κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών, ανεξαρτήτως κλάδου·

δ)

σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στα στοιχεία α), β) ή γ), το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται μια εκ των εξής:

i)

η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου· ή

ii)

εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλομένου στην οποία αναφέρεται η σύμβαση·

14)

«κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης»: το κράτος μέλος, στο οποίο ευρίσκεται μια εκ των εξής:

α)

η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου·

β)

εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλομένου στην οποία αναφέρεται η σύμβαση·

15)

«μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

16)

«θυγατρική επιχείρηση»: κάθε θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της·

17)

«στενοί δεσμοί»: η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω ελέγχου ή συμμετοχής, ή μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται σταθερά με το αυτό πρόσωπο διά δεσμού ελέγχου·

18)

«έλεγχος»: η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης·

19)

«συναλλαγή στο πλαίσιο ομίλου»: οποιαδήποτε συναλλαγή διά της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, και έναντι πληρωμής ή μη·

20)

«συμμετοχή»: η άμεση ή μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή του 20 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

21)

«ειδική συμμετοχή»: η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής.

22)

«ρυθμιζόμενη αγορά»: μια από τις κάτωθι αγορές:

α)

στην περίπτωση αγοράς που ευρίσκεται σε κράτος μέλος, μια ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· ή

β)

στην περίπτωση αγοράς που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, η χρηματοπιστωτική αγορά η οποία πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

είναι αναγνωρισμένη από το κράτος μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης και πληροί προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που ορίζονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ· και

ii)

οι διαπραγματεύσιμοι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι είναι ανάλογης ποιότητας προς τους διαπραγματεύσιμους τίτλους στην ή στις ρυθμιζόμενες αγορές του κράτους μέλους καταγωγής·

23)

«εθνικό γραφείο ασφαλίσεως»: το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 72/166/ΕΟΚ·

24)

«εθνικό ταμείο εγγυήσεως»: ο φορέας τον οποίο αναφέρει το άρθρο 1 παράγραφος 4 της οδηγίας 84/5/ΕΟΚ·

25)

«χρηματοπιστωτική επιχείρηση»: μία εκ των κάτωθι οντοτήτων:

α)

πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 4 σημεία 1, 5 και 21 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, αντιστοίχως·

β)

ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ)·

γ)

εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ· ή

δ)

χρηματοοικονομική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 15 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·

26)

«φορέας ειδικού σκοπού»: οποιαδήποτε επιχείρηση, ανώνυμη ή όχι, η οποία δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της στους ως άνω κινδύνους με τις εισπράξεις από έκδοση χρέους ή με κάθε άλλον χρηματοδοτικό μηχανισμό, όπου τα δικαιώματα επιστροφής των παρόχων αυτού του χρέους ή του χρηματοδοτικού μηχανισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις αντασφάλισης αυτής της επιχείρησης·

27)

«μεγάλοι κίνδυνοι»:

α)

οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 4, 5, 6, 7, 11 και 12 στο μέρος Α του παραρτήματος I·

β)

οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 14 και 15 στο μέρος Α του παραρτήματος I, όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ’ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελευθέριο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή·

γ)

οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους 3, 8, 9, 10, 13 και 16 στο μέρος Α του παραρτήματος I, εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατ.·

ii)

καθαρό ύψος κύκλου εργασιών, κατά την έννοια της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενης στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης περί των ετήσιων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (30) 12,8 εκατ. EUR·

iii)

μέσος όρος απασχοληθέντων κατά τη διάρκεια της χρήσεως: 250.

Εάν ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με την οδηγία 83/349/ΕΟΚ, η συνδρομή των κριτηρίων που παρατίθενται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων λογαριασμών.

Τα κράτη μέλη δικαιούνται να προσθέσουν στην κατηγορία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) τους κινδύνους οι οποίοι ασφαλίζονται από επαγγελματικές ενώσεις, κοινοπραξίες και προσωρινούς ομίλους·

28)

«εξωτερική ανάθεση(εξωπορισμός)»: συμφωνία, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός παρόχου υπηρεσιών, είτε πρόκειται για εποπτευόμενη οντότητα είτε όχι, με την οποία ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών αναλαμβάνει μια διαδικασία, παρέχει μια υπηρεσία ή εκτελεί μια δραστηριότητα, είτε άμεσα είτε με υπεργολαβική ανάθεση, που διαφορετικά θα είχε αναληφθεί από την ίδια την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση·

29)

«σύστημα διακυβέρνησης»: η εσωτερική ικανότητα ανάληψης πρακτικών καθηκόντων. Η αρμοδιότητα διαχείρισης κινδύνου, η αρμοδιότητα συμμόρφωσης, η αρμοδιότητα εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και η αναλογιστική αρμοδιότητα είναι αρμοδιότητες διακυβέρνησης·

30)

«ασφαλιστικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, λόγω ακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και τον σχηματισμό προβλέψεων·

31)

«κίνδυνος αγοράς»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, που απορρέει, άμεσα ή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των χρηματοπιστωτικών μέσων·

32)

«πιστωτικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, λόγω διακυμάνσεων στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδοτών τίτλων, των αντισυμβαλλομένων και οποιωνδήποτε άλλων χρεωστών, στον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες, με τη μορφή κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου, κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, ή συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς·

33)

«λειτουργικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών λόγω ακατάλληλων ή προβληματικών εσωτερικών διαδικασιών, ή λόγω ακατάληλου ή προβληματικού προσωπικού ή λόγω ακατάλληλων ή προβληματικών λειτουργικών συστημάτων ή εξωτερικών παραγόντων·

34)

«κίνδυνος ρευστότητας»: ο κίνδυνος αδυναμίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να εκποιήσουν επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβούν στον διακανονισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων όταν αυτές καταστούν απαιτητές·

35)

«κίνδυνος συγκέντρωσης»: όλες οι εκθέσεις στον κίνδυνο με αρκετά σημαντική πιθανότητα ζημίας, σε βαθμό που να απειλούν τη φερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

36)

«τεχνικές μείωσης του κινδύνου»: όλες οι τεχνικές οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μεταβιβάζουν τμήμα ή όλους τους κινδύνους τους σε άλλο μέρος·

37)

«αποτελέσματα διαφοροποίησης»: η μείωση της έκθεσης στον κίνδυνο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που συνδέεται με τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους και απορρέει από το γεγονός ότι το δυσμενές αποτέλεσμα από κάποιο κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα ενός άλλου κινδύνου, όταν οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι·

38)

«εκτίμηση κατανοής πιθανότητας»: μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μια πιθανότητα επέλευσης σε ένα διεξοδικό σύνολο αμοιβαία αποκλειόμενων μελλοντικών γεγονότων·

39)

«μέτρηση κινδύνου»: μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει ένα νομισματικό ποσό σε μια δεδομένη εκτίμηση κατανομής πιθανότητας και αυξάνεται μονοτονικά με το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο στο οποίο στηρίζεται η εν λόγω εκτίμηση κατανομής πιθανότητας·

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αναληψη δραστηριοτητων

Άρθρο 14

Άδεια

1.   Η ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης, καλυπτόμενης από την παρούσα οδηγία, υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση άδειας.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 άδεια ζητείται από τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής από τις:

α)

επιχείρηση που εγκαθιστά την έδρα της στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους· ή

β)

ασφαλιστική επιχείρηση η οποία, αφού λάβει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 1, επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στο σύνολο ενός ασφαλιστικού κλάδου ή σε ασφαλιστικούς κλάδους, άλλους από εκείνους για τους οποίους διαθέτει ήδη άδεια.

Άρθρο 15

Πεδίο εφαρμογής της άδειας

1.   Η άδεια βάσει του άρθρου 14 ισχύει για το σύνολο της Κοινότητας και επιτρέπει στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ασκηθούν δραστηριότητες, καλύπτει δε επίσης το δικαίωμα εγκατάστασης και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών.

2.   Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14, η άδεια χορηγείται ανά κλάδο πρωτασφάλισης, όπως ορίζεται στο μέρος Α του παραρτήματος Ι ή στο παράρτημα ΙΙ. Καλύπτει ολόκληρο τον κλάδο, εκτός αν η αιτούσα επιχείρηση επιθυμεί να καλύπτει μόνον ένα μέρος των κινδύνων που περιλαμβάνει ο κλάδος αυτός.

Οι περιλαμβανόμενοι σε έναν κλάδο κίνδυνοι δεν να ταξινομούνται σε άλλο κλάδο εκτός των περιπτώσεων του άρθρου 16 παράγραφος 1.

Η άδεια μπορεί να χορηγείται για πολλούς κλάδους, εφόσον το εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους επιτρέπει την ταυτόχρονη άσκηση δραστηριότητας στους εν λόγω κλάδους.

3.   Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να χορηγεί άδεια για τις ομάδες κλάδων που αναφέρονται στο μέρος Β του παραρτήματος I.

Οι εποπτικές αρχές δύνανται να περιορίζουν το πεδίο ισχύος της άδειας, που έχει ζητηθεί για έναν κλάδο, στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 23.

4.   Οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία μπορούν να ασκούν τη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 6, μόνον όταν έχουν πάρει άδεια για τον κλάδο 18 του μέρους Α του παραρτήματος I, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εν λόγω εργασίες.

5.   Όσον αφορά την αντασφάλιση, η άδεια χορηγείται για δραστηριότητες αντασφάλισης ζημιών, δραστηριότητες αντασφάλισης ζωής και για όλα τα είδη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων.

Η αίτηση εξετάζεται υπό το πρίσμα του προγράμματος δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ), καθώς και της πλήρωσης των όρων που έχουν θεσπισθεί για την αδειοδότηση από το κράτος μέλος από το οποίο ζητείται η χορήγηση της άδειας.

Άρθρο 16

Συμπληρωματικοί κίνδυνοι

1.   Η ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για έναν κύριο κίνδυνο, ο οποίος υπάγεται σε έναν κλάδο ή σε ομάδα κλάδων, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι, δύναται ομοίως να καλύπτει κινδύνους συμπεριλαμβανομένους σε άλλο κλάδο, χωρίς να απαιτείται άδεια για τους κινδύνους αυτούς, εφόσον οι εν λόγω κίνδυνοι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο·

β)

αφορούν το αντικείμενο που καλύπτεται κατά του κυρίως κινδύνου·

γ)

καλύπτονται διά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο καλύπτει τον κυρίως κίνδυνο.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στους κλάδους 14, 15 και 17 στο μέρος Α του παραρτήματος Ι δεν θεωρούνται ως συμπληρωματικοί κίνδυνοι άλλων κλάδων.

Πάντως, η ασφάλιση νομικής προστασίας, όπως ορίζεται στον κλάδο 17, μπορεί να θεωρηθεί ως συμπληρωματικός κίνδυνος του κλάδου 18, εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους:

α)

ο κύριος κίνδυνος αφορά μόνον τη βοήθεια που παρέχεται στα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους· ή

β)

η ασφάλιση αφορά διαφορές ή κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή.

Άρθρο 17

Νομική μορφή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης

1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας βάσει του άρθρου 14 να υιοθετήσουν μία από τις νομικές μορφές που εμφαίνονται στο παράρτημα III.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργούν επιχειρήσεις δημοσίου δικαίου οποιασδήποτε μορφής, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές διεξάγουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες υπό όρους ισοδύναμους με εκείνους υπό τους οποίους λειτουργούν οι επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου.

3.   Η Επιτροπή δύναται να θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα σχετικά με την επέκταση των μορφών που προβλέπονται στο παράρτημα III.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Άρθρο 18

Όροι χορήγησης άδειας

1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί από τις επιχειρήσεις που ζητούν τη χορήγηση άδειας:

α)

όσον αφορά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, να περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας·

β)

όσον αφορά τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, να περιορίζουν τον σκοπό τους στην αντασφαλιστική δραστηριότητα και στις συναφείς εργασίες. Η απαίτηση αυτή μπορεί να συμπεριλαμβάνει τις δραστηριότητες και τη λειτουργία εταιρείας συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 8 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·

γ)

να υποβάλλουν πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 23·

δ)

να διαθέτουν τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

ε)

να αποδεικνύουν ότι θα είναι σε θέση να διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 100 και επόμενα·

στ)

να αποδεικνύουν ότι θα είναι σε θέση να διαθέτουν επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 128 και επόμενα·

ζ)

να αποδεικνύουν ότι θα είναι σε θέση να συμμορφωθούν προς το σύστημα διακυβέρνησης που αναφέρεται στο κεφάλαιο IV τμήμα 2·

η)

όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, να ανακοινώνουν το όνομα και τη διεύθυνση όλων των αντιπροσώπων για τον διακανονισμό των ζημιών, οι οποίοι διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2000/26/ΕΚ σε κάθε κράτος μέλος, εκτός από το κράτος μέλος στο οποίο ζητείται η άδεια, αν οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι κατατάσσονται στον κλάδο 10 στο μέρος Α του παραρτήματος I της παρούσας οδηγίας, πλην της ευθύνης του μεταφορέα.

2.   Η ασφαλιστική επιχείρηση η οποία ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε άλλους κλάδους ή για την επέκταση άδειας που καλύπτει μέρος μόνον των κινδύνων ενός κλάδου υποβάλει πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 23.

Επιπροσθέτως, αποδεικνύει ότι διαθέτει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 100 και στο άρθρο 128.

3.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους 1 ή 2 στο μέρος Α του παραρτήματος Ι, όπως αναφέρεται στο άρθρο 73, αποδεικνύει ότι:

α)

διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β)

αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 74 παράγραφος 3 και επόμενα.

4.   Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2, η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών για τους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους 1 ή 2 στο μέρος Α του παραρτήματος Ι, και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε κινδύνους ασφάλισης ζωής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 73, αποδεικνύει ότι:

α)

διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης ζημιών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 129, παράγραφος 1, στοιχείο δ)·

β)

αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 74 παράγραφος 3 και επόμενα.

Άρθρο 19

Στενοί δεσμοί

Οσάκις υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι εποπτικές αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων.

Οι εποπτικές αρχές αρνούνται την άδεια εφόσον οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας, στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες όσον αφορά την επιβολή της εφαρμογής των μέτρων αυτών παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους.

Οι εποπτικές αρχές απαιτούν από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν, ώστε να μπορούν οι αρχές αυτές να βεβαιώνονται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο.

Άρθρο 20

Εταιρική έδρα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης

Τα κράτη μέλη απαιτούν να ευρίσκεται η εταιρική έδρα των ασφαλιστικών και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται η καταστατική τους έδρα.

Άρθρο 21

Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια ασφαλίστρων

1.   Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν την προηγούμενη συγκατάθεση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση ιδίως για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων, και των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους ή τις εκχωρούσες ή αντεκχωρούσες επιχειρήσεις.

Ωστόσο, για την ασφάλιση ζωής, και αποκλειστικά και μόνον για να ελέγχεται η τήρηση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων. Η τήρηση της απαίτησης αυτής δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στην επιχείρηση ασφάλισης ζωής.

2.   Τα κράτη μέλη δεν διατηρούν ούτε καθιερώνουν την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνον στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις που ζητούν ή έχουν λάβει άδεια για τον κλάδο 18 του μέρους Α του παραρτήματος I, σε έλεγχο ως προς το προσωπικό και τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούν άμεσα ή έμμεσα, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματικών προσόντων των ιατρικών ομάδων και της ποιότητας του εξοπλισμού που διαθέτουν προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον κλάδο αυτό.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν την έγκριση των καταστατικών και την κοινοποίηση κάθε εγγράφου που είναι αναγκαίο για την ομαλή άσκηση του ελέγχου.

Άρθρο 22

Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς

Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν να εξετάζεται η αίτηση για τη χορήγηση άδειας υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς.

Άρθρο 23

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων

1.   Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) περιλαμβάνει τα λεπτομερή ή ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν τα εξής:

α)

τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

β)

το είδος των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες προτίθεται να πραγματοποιήσει η αντασφαλιστική επιχείρηση με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις·

γ)

τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση και την αντεκχώρηση·

δ)

τα οικονομικά στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που συγκροτούν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων·

ε)

τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον κλάδο 18 στο μέρος Α του παραρτήματος I, τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή της υποσχεθείσας βοήθειας.

2.   Επιπλέον των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τα εξής:

α)

τον προβλεπόμενο ισολογισμό·

β)

τις προβλέψεις για τις μελλοντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 1, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στο στοιχείο α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να συναχθούν αυτές οι προβλέψεις·

γ)

τις προβλέψεις για τις μελλοντικές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπονται στα άρθρα 128 και 129, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στο στοιχείο α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις·

δ)

τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

ε)

όσον αφορά την ασφάλιση και την αντασφάλιση ζημιών, επίσης τα εξής:

(i)

τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες·

(ii)

τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις αποζημιώσεις·

στ)

όσον αφορά την ασφάλιση ζωής, επίσης, σχέδιο στο οποίο να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 24

Μέτοχοι και μέλοι με ειδικές συμμετοχές

1.   Οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν χορηγούν σε επιχείρηση άδεια ανάληψης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας, εάν δεν τους έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή μελών, αμέσων ή εμμέσων, είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην επιχείρηση αυτή, καθώς και το ύψος αυτής της συμμετοχής.

Οι εν λόγω αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας, εάν, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης χρηστής και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή μελών.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (31), καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας.

Τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές τις οποίες τυχόν κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής και/ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 της τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

Άρθρο 25

Άρνηση χορήγησης άδειας

Κάθε αρνητική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται επακριβώς και να κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση.

Κάθε κράτος μέλος προβλέπει δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων σε περίπτωση αρνητικής απόφασης.

Το αυτό προβλέπεται και για τις περιπτώσεις που οι εποπτικές αρχές δεν αποφαίνονται επί της αιτήσεως αδείας εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής της.

Άρθρο 26

Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρχές άλλων κρατών μελών

1.   Ζητείται προηγουμένως η χορήγηση αδείας από τις εποπτικές αρχές κάθε άλλου αφορώμενου κράτους μέλους, προκειμένου για:

α)

θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος·

β)

θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος· ή

γ)

επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το κράτος μέλος.

2.   Η χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης με τις αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι μια από τις κάτωθι οντότητες:

α)

θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας·

β)

θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας· ή

γ)

επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια εντός της Κοινότητας.

3.   Οι σχετικές αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν αξιολογούν την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα και τα οποία συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου.

Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και με τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα, οι οποίες ενδιαφέρουν τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, όταν πρόκειται για τη χορήγηση άδειας, καθώς και για τον διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εποπτικες αρχες και γενικοι κανονες

Άρθρο 27

Βασικός σκοπός της εποπτείας

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και τη σχετική εμπειρογνωμοσύνη και ικανότητα, και να είναι εντεταλμένες για την επίτευξη του βασικού σκοπού της εποπτείας, ήτοι την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων.

Άρθρο 28

Διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της προκυκλικότητας

Με την επιφύλαξη του κύριου στόχου της εποπτείας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 27, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εποπτείας, κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους εξετάζουν προσεκτικά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Σε περιόδους ασυνήθιστων κινήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές, οι αρχές εποπτείας λαμβάνουν υπόψη τα ενδεχόμενα προκυκλικά αποτελέσματα των ενεργειών τους.

Άρθρο 29

Γενικές αρχές της εποπτείας

1.   Η εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική προσέγγιση, επικεντρωμένη στους κινδύνους. Περιλαμβάνει την εξακρίβωση, επί συνεχούς βάσεως, της ορθής λειτουργίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων και τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις διατάξεις περί εποπτείας.

2.   Η εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό δραστηριοτήτων εκτός των χώρων της επιχείρησης και επιτόπιων ελέγχων.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των ενυπαρχόντων κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

4.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε τα μέτρα εφαρμογής να διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας, διασφαλίζοντας την αναλογική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ιδίως στις μικρές ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Άρθρο 30

Εποπτικές αρχές και πεδίο εφαρμογής της εποπτείας

1.   Η χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

2.   Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο οικείο κράτος μέλος, δυνάμει διατάξεων που έχουν θεσπισθεί σε κοινοτικό επίπεδο.

Σε περίπτωση που οι σχετικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια να καλύπτουν τους κινδύνους που κατατάσσονται στον κλάδο 18 στο μέρος Α του παραρτήματος I, η εποπτεία επεκτείνεται επίσης στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν δεσμευθεί να πραγματοποιήσουν, στον βαθμό που το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής προβλέπει τον έλεγχο των εν λόγω μέσων.

3.   Εάν οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος ή του κράτους μέλους της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή, στην περίπτωση αντασφαλιστικής επιχείρησης, του κράτους μέλους υποδοχής, έχουν λόγους να θεωρούν ότι οι δραστηριότητες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνουν τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης.

Οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξακριβώνουν εάν η επιχείρηση τηρεί τις αρχές της συνετής διαχείρισης, όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 31

Διαφάνεια και υπευθυνότητα

1.   Οι εποπτικές αρχές εκτελούν τα καθήκοντά τους με διαφάνεια και υπευθυνότητα, με δέουσα μέριμνα για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη δημοσιοποίηση των ακόλουθων πληροφοριών:

α)

των κειμένων των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, καθώς και των γενικών οδηγιών στον τομέα των ασφαλιστικών κανονιστικών ρυθμίσεων·

β)

των γενικών κριτηρίων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, που προβλέπεται στο άρθρο 36, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που αναπτύσσονται σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 4·

γ)

συγκεντρωτικών στατιστικών δεδομένων που αφορούν βασικές πτυχές της εφαρμογής του προληπτικού πλαισίου·

δ)

του τρόπου εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία·

ε)

των στόχων της εποπτείας, καθώς και των βασικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων της.

Η δημοσιοποίηση, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, πρέπει να επαρκεί για την πραγματοποίηση σύγκρισης μεταξύ των εποπτικών προσεγγίσεων που ακολουθούν οι εποπτικές αρχές των διαφόρων κρατών μελών.

Οι πληροφορίες δημοσιοποιούνται με κοινό μορφότυπο και επικαιροποιούνται τακτικά. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία (α) έως (ε) του πρώτου εδαφίου διατίθενται συγκεντρωμένες σε μια ενιαία ηλεκτρονική διεύθυνση σε κάθε κράτος μέλος

3.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν διαφανείς διαδικασίες όσον αφορά τον διορισμό και την παύση των μελών των διοικητικών και διαχειριστικών οργάνων των εποπτικών τους αρχών.

4.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα όσον αφορά την παράγραφο 2, στα οποία διευκρινίζονται οι βασικές πτυχές για τις οποίες πρόκειται να δημοσιοποιούνται συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα, καθώς και ο μορφότυπος, η δομή, το περιεχόμενο και η ημερομηνία δημοσίευσης των πληροφοριών.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Άρθρο 32

Απαγόρευση απόρριψης συμβάσεων αντασφάλισης ή αντεκχώρησης

1.   Το κράτος μέλος καταγωγής μιας ασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει μια αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται με αντασφαλιστική επιχείρηση ή με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης.

2.   Το κράτος μέλος καταγωγής μιας αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ αυτής της αντασφαλιστικής επιχείρησης και αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14, για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 33

Εποπτεία των υποκαταστημάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν τις εποπτικές αρχές του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων γι’ αυτόν τον σκοπό προσώπων, σε επιτόπιες εξακριβώσεις των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχείρησης.

Οι αρχές του σχετικού κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να συμμετέχουν στις εξακριβώσεις αυτές.

Άρθρο 34

Γενικές εποπτικές εξουσίες

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να λαμβάνουν προληπτικά και επανορθωτικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται σε κάθε κράτος μέλος.

2.   Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των μέτρων διοικητικής ή οικονομικής φύσεως, έναντι των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου τους.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη άσκηση της εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 35.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να διαμορφώνουν, επιπλέον του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και οσάκις ενδείκνυται, και τα απαιτούμενα ποσοτικά εργαλεία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, προκειμένου να αξιολογούν την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση. Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν να πραγματοποιούνται οι σχετικές δοκιμές από τις επιχειρήσεις.

5.   Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να διενεργούν επιτόπιες έρευνες στους χώρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

6.   Οι εποπτικές εξουσίες ασκούνται σε εύθετο χρόνο και με ανάλογο τρόπο.

7.   Οι εξουσίες έναντι των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 5, ισχύουν επίσης και για τις δραστηριότητες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν ανατεθεί εξωτερικά.

8.   Οι εξουσίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 5 και 7 ασκούνται, οσάκις απαιτείται, δι’ επιβολής της εφαρμογής, και, οσάκις ενδείκνυται, μέσω της δικαστικής οδού.

Άρθρο 35

Παρεχόμενες πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υποβάλλουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση των ακόλουθων καθηκόντων, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 36:

α)

για την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων που ασκούν, των αρχών αποτίμησης που εφαρμόζουν για σκοπούς φερεγγυότητας, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, καθώς και της κεφαλαιακής τους δομής, των αναγκών τους σε κεφάλαια και της διαχείρισης του κεφαλαίου τους·

β)

για τη λήψη των όποιων ενδεδειγμένων αποφάσεων επιβάλλονται από την άσκηση των εποπτικών δικαιωμάτων και καθηκόντων τους.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες:

α)

να καθορίζουν τη φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τις οποίες απαιτούν να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές:

(i)

κατά προκαθορισμένες περιόδους·

(ii)

σε περίπτωση προκαθορισμένων γεγονότων·

(iii)

κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

β)

να λαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετικά με τις συμβάσεις που ευρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τρίτους· και

γ)

να ζητούν πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως ελεγκτές και αναλογιστές.

3.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους·

β)

στοιχεία που αφορούν το ιστορικό, τη σημερινή κατάσταση ή την προβλεπόμενη κατάσταση, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους· και

γ)

δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους.

4.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πληρούν τις ακόλουθες αρχές:

α)

πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης, και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές·

β)

πρέπει να είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε σημαντική άποψη, συγκρίσιμες και να έχουν χρονική συνέπεια· και

γ)

πρέπει να είναι σχετικές με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 4, καθώς και τεκμηριωμένη πολιτική, εγκεκριμένη από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ώστε να εξασφαλίζεται συνεχώς η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται.

6.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα, στα οποία διευκρινίζονται οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4, με σκοπό να εξασφαλισθεί, στον κατάλληλο βαθμό, σύγκλιση της εποπτικής πληροφόρησης.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Άρθρο 36

Διαδικασία εποπτικής εξέτασης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές εξετάζουν και αξιολογούν τις στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες πληροφόρησης, που έχουν καθιερωθεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Η εν λόγω εξέταση και αξιολόγηση περιλαμβάνει την αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων σχετικά με το σύστημα διακυβέρνησης, την αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι σχετικές επιχειρήσεις και την αξιολόγηση της ικανότητας των εν λόγω επιχειρήσεων να προβαίνουν σε εκτίμηση αυτών των κινδύνων, λαμβανομένου υπόψη του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις.

2.   Οι εποπτικές αρχές εξετάζουν και αξιολογούν ιδίως τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα εξής:

α)

το σύστημα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της αποτίμησης του ιδίου κινδύνου και της φερεγγυότητας, που προβλέπεται στο κεφάλαιο IV τμήμα 2·

β)

τις τεχνικές προβλέψεις, που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 2·

γ)

τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήματα 4 και 5·

δ)

τους επενδυτικούς κανόνες, που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 6·

ε)

την ποιότητα και την ποσότητα των ιδίων κεφαλαίων, που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 3·

στ)

σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, τη συνεχή συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα, που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 3.

3.   Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν κατάλληλα εργαλεία παρακολούθησης, τα οποία τους παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνουν την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να παρακολουθούν τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης.

4.   Οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την επάρκεια των μεθόδων και πρακτικών τις οποίες εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επισημαίνουν τα πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση των σχετικών επιχειρήσεων.

Οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται στην περίπτωση τέτοιων πιθανών γεγονότων ή μελλοντικών μεταβολών στις οικονομικές συνθήκες.

5.   Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες προκειμένου να απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.

6.   Οι εξετάσεις και αξιολογήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4 διεξάγονται σε τακτική βάση.

Οι εποπτικές αρχές καθορίζουν την ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 37

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση

1.   Κατόπιν της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, οι εποπτικές αρχές δύνανται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και με αιτιολογημένη απόφαση, να επιβάλλουν πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει μόνον στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η εποπτική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο, σύμφωνα με το κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 2, και:

(i)

η απαίτηση για χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι ακατάλληλη ή έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική· ή

(ii)

ενώ καταρτίζεται μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 119·

β)

η εποπτική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με εσωτερικό υπόδειγμα ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, σύμφωνα με το κεφάλαιο VI τμήμα 4 ενότητα 3, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη και η προσαρμογή του υποδείγματος, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου, δεν πραγματοποιήθηκε μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα· ή

γ)

η εποπτική αρχή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τα πρότυπα που καθορίζονται στο κεφάλαιο IV τμήμα 2, ότι οι εν λόγω αποκλίσεις την εμποδίζουν να είναι σε θέση να εντοπίσει, να αποτιμήσει, να παρακολουθήσει, να διαχειρισθεί και να αναφέρει ορθά τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, και η εφαρμογή, καθ’ αυτήν, άλλων μέτρων δεν φαίνεται πιθανό ότι θα αποκαταστήσει επαρκώς τις ελλείψεις μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα.

2.   Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς το άρθρο 101 παράγραφος 3.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο (γ) της παραγράφου 1, η κεφαλαιακή προσαύξηση πρέπει να είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις οι οποίες προκαλούν τη λήψη απόφασης της αρχής εποπτείας για τον καθορισμό της προσαύξησης.

3.   Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ), η εποπτική αρχή μεριμνά ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

4.   Η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, επανεξετάζεται τουλάχιστον άπαξ ετησίως από την εποπτική αρχή και αίρεται όταν η επιχείρηση έχει αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της.

5.   Η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης που επιβλήθηκε, αντικαθιστά την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που κρίθηκε ανεπαρκής.

Παρά την παράγραφο 1, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν περιλαμβάνει τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλεται σύμφωνα με το στοιχείο γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 5.

6.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα στα οποία προσδιορίζονται οι περιστάσεις στις οποίες είναι δυνατόν να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, καθώς και οι μέθοδοι υπολογισμού της.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Άρθρο 38

Εποπτεία των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων με εξωτερική ανάθεση

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 49, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναθέτουν εξωτερικά μια αρμοδιότητα ή μια δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης όσον αφορά την αρμοδιότητα ή τη δραστηριότητα που έχει ανατεθεί εξωτερικά·

β)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ελεγκτές τους και οι εποπτικές αρχές έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν τις αρμοδιότητες και τις δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί εξωτερικά·

γ)

οι αρχές εποπτείας διαθέτουν ουσιαστική πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών και είναι σε θέση να ασκούν αυτό το δικαίωμα πρόσβασης.

2.   Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών επιτρέπει στις εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να διενεργούν οι ίδιες, ή μέσω προσώπων τα οποία διορίζουν για τον σκοπό αυτό, επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών. Η αρχή εποπτείας της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του παρόχου πριν από τη διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου. Στην περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή είναι η εποπτική αρχή.

Οι εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης δύνανται να αναθέτουν την αρμοδιότητα για τη διενέργεια των εν λόγω επιτόπιων ελέγχων στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών.

Άρθρο 39

Μεταβίβαση χαρτοφυλακίου

1.   Σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εδρεύουν στο έδαφός τους να μεταβιβάζουν το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου τους, είτε έχει συνομολογηθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σε εκδοχέα επιχείρηση εγκατεστημένη στην Κοινότητα.

Η εν λόγω μεταβίβαση επιτρέπεται μόνον εφόσον οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εκδοχέως επιχειρήσεως πιστοποιούν ότι η εκδοχεύς επιχείρηση διαθέτει, λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω μεταβίβασης, τα αναγκαία επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 100.

2.   Στην περίπτωση ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 έως 6.

3.   Σε περίπτωση που ένα υποκατάστημα προτίθεται να μεταβιβάσει το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του, ζητείται η γνώμη του κράτους μέλους στο οποίο ευρίσκεται το εν λόγω υποκατάστημα.

4.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 3, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εκχωρούσας ασφαλιστικής επιχείρησης επιτρέπουν τη μεταβίβαση, αφού λάβουν τη συγκατάθεση των αρχών των κρατών μελών στα οποία έχουν συναφθεί οι συμβάσεις είτε στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.

5.   Οι αρχές των κρατών μελών, των οποίων ζητείται η γνώμη, ανακοινώνουν τη γνώμη ή τη συγκατάθεσή τους στις αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εκχωρούσας ασφαλιστικής επιχείρησης εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης για γνωμοδότηση.

Σε περίπτωση που δεν δίδεται απάντηση από τις αρχές των οποίων ζητείται η γνώμη εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θεωρείται ότι έχει δοθεί σιωπηρή συγκατάθεση.

6.   Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου, για την οποία δόθηκε άδεια σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 5, δημοσιεύεται πριν ή μετά την έκδοση της άδειας σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής ή στο κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος ή στο κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης.

Η μεταβίβαση αυτή είναι αυτοδικαίως έγκυρη έναντι των αντισυμβαλλομένων και των ασφαλιζομένων, καθώς και έναντι κάθε άλλου προσώπου που έλκει δικαιώματα ή υπέχει υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εκχωρούμενες συμβάσεις.

Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των κρατών μελών να προβλέπουν ότι οι αντισυμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταγγείλουν τη σύμβαση εντός τακτής προθεσμίας από τη μεταβίβαση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Οροι ασκησης των δραστηριοτητων

Τμημα 1

Ευθυνη του διοικητικου, διαχειριστικου η εποπτικου οργανου

Άρθρο 40

Ευθύνη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να έχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση, της σχετικής επιχείρησης, με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Τμημα 2

Συστημα διακυβερνησης

Άρθρο 41

Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης που να εγγυάται την ορθή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων.

Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει τουλάχιστον μια κατάλληλη διαφανή οργανωτική δομή, με σαφή κατανομή και ορθό διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζουν τα άρθρα 42 έως 49.

Το σύστημα διακυβέρνησης υπόκειται σε τακτική εσωτερική εξέταση.

2.   Το σύστημα διακυβέρνησης είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές σε σχέση, τουλάχιστον, με τη διαχείριση του κινδύνου, τον εσωτερικό έλεγχο, τους εσωτερικούς λογιστικούς ελέγχους και, κατά περίπτωση, την εξωτερική ανάθεση. Μεριμνούν για την εφαρμογή των πολιτικών αυτών.

Οι εν λόγω γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές επανεξετάζονται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση. Υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και προσαρμόζονται σε κάθε σημαντική αλλαγή του εκάστοτε συστήματος ή τομέα.

4.   Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Για τον σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

5.   Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν κατάλληλα μέσα, μεθόδους και εξουσίες για την επαλήθευση του συστήματος διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και για την αξιολόγηση αναδυόμενων κινδύνων που επισημαίνονται από τις επιχειρήσεις αυτές, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες που τους επιτρέπουν να ζητήσουν τη βελτίωση και ενδυνάμωση του συστήματος διακυβέρνησης, προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 42 ως 49.

Άρθρο 42

Απαιτήσεις ικανότητας και ήθους για πρόσωπα τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλου είδους βασικά καθήκοντα να πληρούν ανά πάσα στιγμή τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τα επαγγελματικά τους προσόντα, οι γνώσεις και η πείρα τους τούς επιτρέπουν να ασκούν υγιή και συνεπή διαχείριση (ικανότητα)· και

β)

είναι επαρκή από πλευράς υπόληψης και ακεραιότητας (ήθος).

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν στην εποπτική αρχή τυχόν αλλαγές στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν πραγματικά τη διοίκηση της επιχείρησης ή είναι υπεύθυνα για άλλα βασικά καθήκοντα, παράλληλα με άλλες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του κατά πόσον νέα πρόσωπα που έχουν ορισθεί για να αναλάβουν τη διοίκηση της επιχείρησης πληρούν τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την εποπτική αρχή τους εάν οιοδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 έχει αντικατασταθεί επειδή έπαψε να πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 43

Απόδειξη εντιμότητας

1.   Όταν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τους υπηκόους του αποδείξεις εντιμότητας, αποδείξεις μη προγενέστερης πτωχεύσεως, ή αμφότερες, δέχεται ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την προσαγωγή αποσπάσματος ποινικού μητρώου ή, ελλείψει τούτου, ενός ισοδυνάμου εγγράφου που εκδίδεται από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως, από το οποίο προκύπτει ότι τηρούνται οι απαιτήσεις αυτές.

2.   Όταν το έγγραφο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν εκδίδεται από το κράτος μέλος καταγωγής ή προελεύσεως, τούτο δύναται να αντικαθίσταται από ένορκο βεβαίωση, ή, στα κράτη μέλη στα οποία δεν προβλέπεται τέτοια, από υπεύθυνη δήλωση, του ενδιαφερομένου υπηκόου άλλου κράτους μέλους ενώπιον αρμοδίας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, κατά περίπτωση, ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως.

Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει πιστοποιητικό που βεβαιώνει τη γνησιότητα αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως ή της υπευθύνου δηλώσεως.

Η δήλωση μη πτωχεύσεως, που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, δύναται να γίνεται επίσης ενώπιον αρμοδίου επαγγελματικού οργάνου του αντίστοιχου κράτους μέλους.

3.   Τα έγγραφα και πιστοποιητικά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν φέρουν, κατά την υποβολή τους, ημερομηνία παλαιότερη των τριών μηνών.

4.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς για την έκδοση των εγγράφων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 και ενημερώνουν αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει επίσης τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή για τις αρχές και τους οργανισμούς στους οποίους πρέπει να υποβάλλονται τα έγγραφα που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, ως δικαιολογητικά της αιτήσεως για την άσκηση στην επικράτεια αυτού του κράτους μέλους των δραστηριοτήτων που προβλέπονται στο άρθρο 2.

Άρθρο 44

Διαχείριση κινδύνων

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά, σε συνεχή βάση, των κινδύνων, σε ατομικό και σε συνολικό επίπεδο, στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένες, και τις αλληλεξαρτήσεις τους.

Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και ενσωματώνεται κατάλληλα στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των προσώπων που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή έχουν άλλες βασικές αρμοδιότητες.

2.   Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 4, καθώς και τους κινδύνους οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται καθόλου, ή δεν περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου, στον υπολογισμό της απαίτησης αυτής.

Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα πεδία:

α)

ανάληψη ασφαλιστικού κινδύνου και σύσταση προβλέψεων·

β)

διαχείριση ενεργητικού – παθητικού·

γ)

επενδύσεις, ιδίως θέσεις σε παράγωγα και παρόμοιες υποχρεώσεις·

δ)

διαχείριση κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης·

ε)

διαχείριση λειτουργικού κινδύνου·

στ)

αντασφάλιση και άλλες τεχνικές μείωσης του κινδύνου.

Οι γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές για τη διαχείριση του κινδύνου που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 3 περιλαμβάνουν πολιτικές που συνδέονται με τα στοιχεία α) έως στ) του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

3.   Όσον αφορά τον επενδυτικό κίνδυνο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν ότι συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κεφαλαίου VI, τμήμα 6.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν λειτουργική θέση για τη διαχείριση του κινδύνου που θα είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνει την εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου.

5.   Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα εγκεκριμένο σύμφωνα με τα άρθρα 112 και 113, η λειτουργία διαχείρισης του κινδύνου καλύπτει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

τον σχεδιασμό και την εφαρμογή του εσωτερικού υποδείγματος·

β)

τη δοκιμή και την επικύρωση του εσωτερικού υποδείγματος·

γ)

την τεκμηρίωση του εσωτερικού υποδείγματος και τυχόν μεταγενέστερων τροποποιήσεών του·

δ)

την ανάλυση των επιδόσεων του εσωτερικού υποδείγματος και τη σύνταξη συνοπτικών εκθέσεων·

ε)

την ενημέρωση του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου σχετικά με την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος, υποδεικνύοντας πεδία που χρειάζονται βελτίωση, και επίκαιρη ενημέρωση του οργάνου αυτού σχετικά με την πορεία των προσπαθειών βελτίωσης προηγουμένως επισημανθεισών αδυναμιών.

Άρθρο 45

Εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας

1.   Στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου, κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση διεξάγει τη δική της εσωτερική εκτίμηση κινδύνου και φερεγγυότητας.

Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τις συνολικές ανάγκες φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου, τα εγκεκριμένα περιθώρια ανοχής του κινδύνου και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης·

β)

τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήματα 4 και 5 και με τις απαιτήσεις σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI, τμήμα 2·

γ)

το μέγεθος στο οποίο το προφίλ κινδύνου της σχετικής επιχείρησης αποκλίνει από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3, που υπολογίζεται με την τυποποιημένη μέθοδο σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, ενότητα 2, ή με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό της υπόδειγμα σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, ενότητα 3.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου α) στην παράγραφο 1, η οικεία επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική της δραστηριότητα, και οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να αποτιμά καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και στους οποίους θα μπορούσε να εκτεθεί. Η επιχείρηση παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην ανωτέρω αξιολόγηση.

3.   Στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 1, όταν χρησιμοποιείται εσωτερικό υπόδειγμα, η αξιολόγηση πραγματοποιείται μαζί με την αναπροσαρμογή η οποία μετατρέπει τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο σε μέτρηση κινδύνου και σε διαμόρφωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

4.   Η εκτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρηματικής στρατηγικής και λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές αποφάσεις της επιχείρησης.

5.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τακτικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ του κινδύνου τους.

6.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν τις εποπτικές αρχές για τα αποτελέσματα της εσωτερικής εκτίμησης κινδύνου και φερεγγυότητας, στο πλαίσιο των πληροφοριών που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 35.

7.   Η αποτίμηση ιδίου κινδύνου και φερεγγυότητας δεν εξυπηρετεί στον υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μπορούν να αναπροσαρμόζεται μόνο σύμφωνα με τα άρθρα 37, 231 έως 233 και 238.

Άρθρο 46

Εσωτερικός έλεγχος

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου.

Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει, τουλάχιστον, διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, κατάλληλες ρυθμίσεις πληροφόρησης σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης και λειτουργία συμμόρφωσης.

2.   Η λειτουργία συμμόρφωσης περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο για τη συμμόρφωση με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Περιλαμβάνει επίσης εκτίμηση του πιθανού αντικτύπου τυχόν αλλαγών στο νομικό περιβάλλον στις πράξεις της οικείας επιχείρησης και τον προσδιορισμό και την εκτίμηση του κινδύνου συμμόρφωσης.

Άρθρο 47

Εσωτερικός λογιστικός έλεγχος

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν ουσιαστική λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου.

Η λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου καθώς και άλλων στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης.

2.   Η λειτουργία εσωτερικού λογιστικού ελέγχου είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες.

3.   Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις του εσωτερικού λογιστικού ελέγχου αναφέρονται στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο, το οποίο καθορίζει ποιες ενέργειες αναλαμβάνονται σε σχέση με κάθε ένα από τα συμπεράσματα και τις συστάσεις του εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και διασφαλίζει την εκτέλεση των ενεργειών αυτών.

Άρθρο 48

Αναλογιστική λειτουργία

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία, η οποία:

α)

συντονίζει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

β)

εξασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται, καθώς και των παραδοχών που γίνονται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

γ)

αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

δ)

συγκρίνει τις βέλτιστες εκτιμήσεις σε σχέση με τις εμπειρικές παρατηρήσεις·

ε)

πληροφορεί το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο σχετικά με την αξιοπιστία και καταλληλότητα του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων·

στ)

επιβλέπει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 82·

ζ)

εκφράζει γνώμη για τη γενική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων

η)

εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των αντασφαλιστικών συμφωνιών· και

θ)

συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 44, ιδίως σε σχέση με την υποδειγματοποίηση του κινδύνου στην οποία στηρίζεται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο VI, τμήματα 4 και 5 και της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 45.

2.   Το αναλογιστικό έργο εκτελείται από άτομα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και τα οποία είναι σε θέση να αποδείξουν τη σχετική πείρα τους σε σχέση με τα ισχύοντα επαγγελματικά και άλλου είδους πρότυπα

Άρθρο 49

Εξωτερική ανάθεση (Εξωπορισμός)

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναθέτουν εξωτερικά επιχειρησιακές λειτουργίες ή άλλου είδους ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να έχουν την πλήρη ευθύνη εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεών τους βάσει της παρούσας οδηγίας.

2.   Η εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων δεν αναλαμβάνεται με τρόπο που να οδηγεί σε κάποια από τις κατωτέρω καταστάσεις:

α)

ουσιώδη μείωση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης της σχετικής επιχείρησης·

β)

αδικαιολόγητη αύξηση του λειτουργικού κινδύνου·

γ)

μείωση της ικανότητας των εποπτικών αρχών να παρακολουθούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από την επιχείρηση·

δ)

υπονόμευση της συνεχούς και ικανοποιητικής παροχής υπηρεσιών προς τους αντισυμβαλλομένους.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν, εγκαίρως, τις εποπτικές αρχές πριν από την εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων, καθώς και για τυχόν μεταγενέστερες σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις λειτουργίες ή δραστηριότητες αυτές.

Άρθρο 50

Εκτελεστικά μέτρα

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα για την περαιτέρω διευκρίνιση των εξής:

α)

των στοιχείων των συστημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 41, 44, 46 και 47, και ιδίως των τομέων που καλύπτονται από τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού-παθητικού·και την επενδυτική πολιτική, όπως αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 2, των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

β)

των λειτουργιών που αναφέρονται στα άρθρα 44 και 46 έως 48·

γ)

των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 42 και των σχετικών λειτουργιών·

δ)

των προϋποθέσεων βάσει των οποίων μπορεί να διενεργηθεί η εξωτερική ανάθεση, ιδιαίτερα για παρόχους υπηρεσιών σε τρίτες χώρες.

2.   Οσάκις απαιτείται να διασφαλισθεί κατάλληλα η σύγκλιση των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο α), η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει εκτελεστικά μέτρα για τον περαιτέρω καθορισμό των στοιχείων που περιλαμβάνει η εκτίμηση αυτή.

3.   Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Τμημα 3

Δημοσιοποιηση

Άρθρο 51

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που απαιτούνται στην παράγραφο 3 και τις αρχές που εκτίθενται στην παράγραφο 4 του άρθρου 35, από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες, είτε αυτούσιες είτε με παραπομπές σε πληροφορίες αντίστοιχες ως προς τη φύση και την έκταση, που δημοσιοποιούνται δυνάμει άλλων νομικών ή κανονιστικών απαιτήσεων:

α)

την περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης·

β)

την περιγραφή του συστήματος διακυβέρνησης και εκτίμηση της καταλληλότητάς του για το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης·

γ)

την περιγραφή, χωριστά για κάθε κατηγορία κινδύνου, της έκθεσης στον κίνδυνο, της συγκέντρωσης κινδύνων, της μείωσης του κινδύνου και της ευαισθησίας στον κίνδυνο·

δ)

την περιγραφή, χωριστά για τα στοιχεία του ενεργητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, και τις λοιπές υποχρεώσεις, των βάσεων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους, με επεξήγηση τυχόν σημαντικών διαφορών στις βάσεις και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους σε οικονομικές καταστάσεις·

ε)

την περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των ακολούθων:

(i)

της διάρθρωσης και του ύψους των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και της ποιότητάς τους·

(ii)

των ποσών των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας·

(iii)

της επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 304 για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

(iv)

πληροφοριών που επιτρέπουν την ορθή κατανόηση των κυριότερων διαφορών μεταξύ των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος και εκείνων του εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιεί από την επιχείρηση για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

(v)

του ποσού τυχόν μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή τυχόν σημαντικής μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ακόμα και εάν στη συνέχεια επιλύθηκαν τα προβλήματα, με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, καθώς και των ενδεχόμενων ληφθέντων μέτρων αποκατάστασης.

2.   Η περιγραφή που αναφέρεται στο στοιχείο ε) σημείο i) της παραγράφου 1 περιλαμβάνει ανάλυση οιωνδήποτε σημαντικών αλλαγών σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς και επεξήγηση ενδεχόμενων σοβαρών διαφορών σε σχέση με την αξία των στοιχείων αυτών στις οικονομικές καταστάσεις, και σύντομη περιγραφή της δυνατότητας μεταφοράς κεφαλαίων.

Η δημοσιοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρεται στο στοιχείο ε) σημείο ii) της παραγράφου 1 εμφανίζει χωριστά το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο VI, τμήμα 4, ενότητες 2 και 3 και οποιεσδήποτε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 37 ή τον αντίκτυπο των ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το 110, παράλληλα με συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγησή τους από την οικεία εποπτική αρχή.

Ωστόσο, και με την επιφύλαξη οιασδήποτε υποχρεωτικής δημοσιοποίησης βάσει άλλων νομικών ή ρυθμιστικών απαιτήσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, μολονότι οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στο στοιχείο ε), σημείο ii) της παραγράφου 1 δημοσιοποιούνται, οι πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις ή ο αντίκτυπος των ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το 110 δεν χρειάζεται να δημοσιοποιούνται χωριστά κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου η οποία δεν υπερβαίνει την 31η Οκτωβρίου 2017.

Η δημοσιοποίηση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από ένδειξη ότι το τελικό τους ύψος εξακολουθεί να υπόκειται σε εποπτική αξιολόγηση.

Άρθρο 52

Πληροφορίες προς την επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων και εκθέσεις από την επιτροπή αυτή

1.   Τα κράτη μέλη ζητούν από τις εποπτικές αρχές να παρέχουν σε ετήσια βάση τις ακόλουθες πληροφορίες στην επιτροπή ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων (CEIOPS):

α)

τη μέση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ανά επιχείρηση και την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβλήθηκαν από την εποπτική αρχή κατά τη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου, που υπολογίζεται ως ποσοστό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας. Τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται χωριστά ως εξής:

(i)

για όλες μαζί τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,

(ii)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής,

(iii)

για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζημιών,

(iv)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ασφαλίσεις ζωής και στις ασφαλίσεις ζημιών,

(v)

για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

β)

για κάθε μία από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α), το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει των στοιχείων α), β) και γ) του άρθρου 37 παράγραφος 1, αντιστοίχως.

2.   Επιπλέον, η CEIOPS δημοσιεύει σε ετήσια βάση τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

για το σύνολο των κρατών μελών, τη συνολική κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων, μετρούμενη ως ποσοστό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, για καθένα από τα κατωτέρω:

(i)

για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,

(ii)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζωής,

(iii)

για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ασφαλίσεων ζημιών,

(iv)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται και στις ασφαλίσεις ζωής και στις ασφαλίσεις ζημιών,

(v)

για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

β)

για κάθε κράτος μέλος χωριστά, την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που υπολογίζονται ως ποσοστό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, και καλύπτουν όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο εκάστοτε κράτος μέλος·

γ)

για κάθε μία από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), το ποσοστό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει των στοιχείων α), β) και γ) του άρθρου 37 παράγραφος 1, αντιστοίχως.

3.   Η CEIOPS παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μαζί με έκθεση στην οποία περιγράφεται ο βαθμός εποπτικής σύγκλισης μεταξύ των εποπτικών αρχών στα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρήση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων.

Άρθρο 53

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: εφαρμοζόμενες αρχές

1.   Οι εποπτικές αρχές επιτρέπουν στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μην δημοσιεύουν πληροφορίες στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών οι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικό αδικαιολόγητο πλεονέκτημα·

β)

εάν προβλέπονται υποχρεώσεις προς τους αντισυμβαλλόμενους ή άλλου είδους συμβατικές σχέσεις ο οποίες δεσμεύουν την επιχείρηση για την τήρηση του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας.

2.   Εάν η εποπτική αρχή επιτρέψει τη μη δημοσιοποίηση πληροφοριών, οι επιχειρήσεις αναφέρουν το γεγονός αυτό στην έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση, εξηγόντας τους λόγους.

3.   Οι εποπτικές αρχές επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν δημοσιοποιήσεις –ή να αναφέρονται σε αυτές– που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με άλλες νομικές ή κανονιστικές απαιτήσεις, στο βαθμό που οι δημοσιοποιήσεις αυτές ισοδυναμούν με τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 51, τόσο ως προς τη φύση τους όσο και ως προς το πεδίο.

4.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στις πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο ε) του άρθρου 51 παράγραφος 1.

Άρθρο 54

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: επικαιροποιήσεις και εκούσια παροχή πρόσθετων πληροφοριών

1.   Σε περίπτωση σοβαρών εξελίξεων που επηρεάζουν σημαντικά τη συνάφεια των πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 και 53, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιεύουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τα αποτελέσματα των εξελίξεων αυτών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ως σοβαρές εξελίξεις θεωρούνται τουλάχιστον τα κατωτέρω:

α)

οσάκις παρατηρείται μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι εποπτικές αρχές είτε θεωρούν ότι η επιχείρηση δεν θα είναι σε θέση να υποβάλει εφαρμόσιμο βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο είτε δεν λαμβάνουν τέτοιου είδους σχέδιο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση,

β)

οσάκις παρατηρείται σημαντική μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και οι εποπτικές αρχές δεν λαμβάνουν εφαρμόσιμο σχέδιο ανάκαμψης εντός δύο μηνών από την ημερομηνία που παρατηρήθηκε η μη συμμόρφωση,

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το μέγεθος της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το βραχυπρόθεσμο οικονομικό σχέδιο που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις τρεις μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων που έχουν ληφθεί καθώς και περαιτέρω μέτρων που έχουν προγραμματισθεί.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) του δευτέρου εδαφίου, οι εποπτικές αρχές απαιτούν από την οικεία επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της μη συμμόρφωσης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο ανάκαμψης που είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας έξι μήνες μετά τη στιγμή που παρατηρήθηκαν, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος της περιόδου αυτής, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων καθώς και περαιτέρω διορθωτικών μέτρων που έχουν προγραμματισθεί.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε εκούσια βάση, οιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση συνδεόμενη με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η δημοσιοποίηση της οποίας δεν απαιτείται ήδη σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 53 και την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 55

Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: πολιτική και έγκριση

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν τα ενδεδειγμένα συστήματα και δομές προκειμένου να πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 51 και 53 καθώς και στο άρθρο 54 παράγραφος 1 και να διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένη πολιτική που να εξασφαλίζει τη διαρκή καταλληλότητα πληροφοριών που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 51, 53 και 54.

2.   Η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση αποτελεί αντικείμενο έγκρισης από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης και δημοσιεύεται μόνο μετά την έγκριση αυτή.

Άρθρο 56

Έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: εκτελεστικά μέτρα

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικά μέτρα τα οποία διευκρινίζουν περαιτέρω τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτό.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Τμημα 4

Ειδικη συμμετοχη

Άρθρο 57

Απόκτηση συμμετοχών

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής, «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20, του 30 ή του 50 % ή ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), απευθύνει, καταρχάς, κοινοποίηση εγγράφως στις εποπτικές αρχές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες κατά το άρθρο 59 παράγραφος 4. Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του 30 % όταν, βάσει του στοιχείου α) του άρθρου 9 παράγραφος 3 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του ενός τρίτου.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφασίζει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, να απευθύνει, καταρχάς, κοινοποίηση εγγράφως στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, προσδιορίζοντας το ύψος της συμμετοχής της προτιθέμενης διάθεσης από το εν λόγω πρόσωπο. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, να απευθύνει κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές για την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, προκειμένου η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το κατώτατα όρια του 20, 30 ή 50 % ή προκειμένου η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παύσει να είναι θυγατρική του εν λόγω προσώπου. Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του 30 % όταν, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του ενός τρίτου.

Άρθρο 58

Περίοδος αξιολόγησης

1.   Οι εποπτικές αρχές, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης, που απαιτείται βάσει του άρθρου 57 παράγραφος 1, καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, γνωστοποιούν εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι τις παρέλαβαν.

Οι εποπτικές αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που τα κράτη μέλη απαιτούν να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου που προβλέπεται στο άρθρο 59 παράγραφος 4 («περίοδος αξιολόγησης»), προκειμένου να διενεργήσουν την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 59 παράγραφος 1 («η αξιολόγηση»).

Οι εποπτικές αρχές ενημερώνουν τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

2.   Οι εποπτικές αρχές δύνανται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο αξιολόγησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητούν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τις εποπτικές αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης. Η διακοπή δεν πρέπει να υπερβαίνει τις είκοσι εργάσιμες ημέρες. Οι εποπτικές αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

3.   Οι εποπτικές αρχές μπορούν να παρατείνουν τη διακοπή της παραγράφου 2 δεύτερο εδάφιο έως τριάντα εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής:

α)

είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Κοινότητας· ή

β)

είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της παρούσας οδηγίας ή της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (32) ή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ ή της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

4.   Εάν οι εποπτικές αρχές, μόλις ολοκληρώσουν την αξιολόγησή τους, αποφασίσουν να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνουν εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβούν την περίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Τούτο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην εποπτική αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή.

5.   Εάν οι εποπτικές αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

6.   Οι εποπτικές αρχές μπορούν να ορίζουν μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.

7.   Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις εποπτικές αρχές και την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία.

8.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα, στα οποία διευκρινίζονται περαιτέρω οι αναπροσαρμογές των κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μελλοντικές εξελίξεις και να εξασφαλισθεί η ενιαία εφαρμογή των άρθρων 57 έως 63.

Τα εν λόγω μέτρα, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Άρθρο 59

Αξιολόγηση

1.   Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 2, οι εποπτικές αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογούν την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή·

β)

τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·

γ)

τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·

δ)

την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας, και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλων οδηγιών, κυρίως της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, ιδίως δε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος, διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους·

ε)

το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (33), ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

2.   Οι εποπτικές αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.

3.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στις εποπτικές αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.

5.   Παρά το άρθρο 58 παράγραφοι 1, 2 και 3, εάν κοινοποιηθούν στην εποπτική αρχή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η εποπτική αρχή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.

Άρθρο 60

Απόκτηση συμμετοχής από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται σε ρυθμιστικό πλαίσιο

1.   Οι οικείες εποπτικές αρχές, κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής διαβουλεύονται εκτενώς μεταξύ τους, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

α)

πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εταιρεία επενδύσεων (ΕΠΕΥ) ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 1α σημείο 2 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ (στο εξής, «η εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής·

β)

η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ΕΠΕΥ ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής· ή

γ)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

2.   Οι εποπτικές αρχές παρέχουν, εκατέρωθεν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι εποπτικές αρχές διαβιβάζουν, κατόπιν αιτήματος, στις άλλες εποπτικές αρχές κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της εποπτικής αρχής που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η εποπτική αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιου αγοραστή.

Άρθρο 61

Ενημέρωση των εποπτικών αρχών από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, μόλις ενημερωθούν σχετικά, τις αποκτήσεις ή εκποιήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής πέραν των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 57 και στο άρθρο 58 παράγραφοι 1 έως 7.

Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επίσης γνωστοποιούν επίσης στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, τα ονόματα των μετόχων ή μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, π.χ., από τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή μελών, ή από τις πληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους δυνάμει των κανονιστικών διατάξεων που διέπουν τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο.

Άρθρο 62

Ειδικές συμμετοχές, εξουσίες των εποπτικών αρχών

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, οσάκις η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 57 είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της συνετής και ορθής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης, στην οποία επιδιώκεται απόκτηση ειδικής συμμετοχής ή αύξησή της, λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή η κατάσταση. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν, παραδείγματος χάριν, επιπλήξεις, ποινές σε διευθυντικά και διοικητικά στελέχη ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές ή τα μερίδια που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή μέλη.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται και κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία παραβαίνουν την υποχρέωση κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 57.

Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των εποπτικών αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπουν ένα από τα ακόλουθα μέτρα:

(1)

την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου· ή

(2)

την ακυρότητα ή τη δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

Άρθρο 63

Δικαιώματα ψήφου

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας.

Τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές, τις οποίες τυχόν κατέχουν ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/και τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

Τμημα 5

Επαγγελματικο απορρητο, ανταλλαγη πληροφοριων και προωθηση της συγκλισης των εποπτικων πρακτικων

Άρθρο 64

Υποχρέωση

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα για λογαριασμό των εποπτικών αρχών, καθώς και οι ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος των εν λόγω αρχών, δεσμεύονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου.

Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο, οι εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν τα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν γνωστοποιούνται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνον σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή και κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν συγκεκριμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, οσάκις μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, ή είναι σε αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν αφορούν τους τρίτους που συμμετέχουν στις προσπάθειες διάσωσής της μπορούν να κοινολογούνται στα πλαίσια αστικών ή εμπορικών δικαστικών προσφυγών.

Άρθρο 65

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών των κρατών μελών

Το άρθρο 64 δεν εμποδίζει τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών των διαφόρων κρατών μελών. Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 64.

Άρθρο 66

Συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή όργανα τρίτων χωρών, όπως ορίζονται στο άρθρο 68 παράγραφοι 1 και 2, μόνον αν οι πληροφορίες που πρόκειται να κοινολογηθούν καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν τμήμα. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργάνων.

Εάν οι πληροφορίες που πρόκειται να κοινολογηθούν από ένα κράτος μέλος σε τρίτη χώρα προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν κοινολογούνται παρά μόνον μετά από ρητή συμφωνία της εποπτικής αρχής του κράτους μέλους αυτού και, ενδεχομένως, μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους συμφωνεί αυτή η αρχή.

Άρθρο 67

Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών

Οι εποπτικές αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τα άρθρα 64 ή 65, μπορούν να τις χρησιμοποιούν μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και για τους εξής σκοπούς:

(1)

για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας και για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση των τεχνικών προβλέψεων, των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, και του συστήματος διακυβέρνησης

(2)

για να επιβάλουν κυρώσεις·

(3)

σε διοικητικές προσφυγές κατά αποφάσεων των εποπτικών αρχών·

(4)

σε δικαστικές προσφυγές δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 68

Ανταλλαγή πληροφοριών με λοιπές αρχές

1.   Τα άρθρα 64 και 67 δεν εμποδίζουν τα εξής:

α)

την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφόρων εποπτικών αρχών του ιδίου κράτους μέλους, για την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους·

β)

την ανταλλαγή πληροφοριών, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους, μεταξύ των εποπτικών αρχών και των κατωτέρω αρχών, οργάνων ή προσώπων που ευρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος:

(i)

των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών·

(ii)

των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και στη διαδικασία πτώχευσης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

(iii)

των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί ο κατά νόμον έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

γ)

τη διαβίβαση, προς τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση διαδικασιών αναγκαστικής εκκαθάρισης ή ταμείων εγγύησης, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκτέλεση του έργου τους.

Η ανταλλαγή πληροφοριών που αναφέρεται στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου μπορεί επίσης να λαμβάνει χώρα και μεταξύ διαφορετικών κρατών μελών.

Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές, όργανα και πρόσωπα υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 64.

2.   Τα άρθρα 64 έως 67 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και οιουδήποτε εκ των κάτωθι:

α)

των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτωχευτική διαδικασία ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες·

β)

των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον κατά νόμον έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των εταιρειών επενδύσεων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·

γ)

των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν δυνάμει του νόμου εποπτεία επ’ αυτών, καθώς και των οργάνων που είναι υπεύθυνα για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών.

Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων:

α)

οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής εποπτείας ή του κατά νόμον ελέγχου, κατά τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο·

β)

οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρεται στο άρθρο 64·

γ)

οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν πρέπει να κοινολογούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει του πρώτου και δευτέρου εδαφίου.

3.   Τα άρθρα 64 έως 67 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη, με στόχο τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρχών ή οργάνων που είναι αρμόδια για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών.

Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο απαιτούν τη συνδρομή των ακόλουθων τουλάχιστον προϋποθέσεων:

α)

οι πληροφορίες πρέπει να προορίζονται για τον εντοπισμό και τη διερεύνηση παραβάσεων, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο·

β)

οι διαβιβαζόμενες πληροφορίες πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου, που αναφέρεται στο άρθρο 64·

γ)

οσάκις οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν μπορούν να κοινολογούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται και, εφόσον ενδείκνυται, μόνον για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εν λόγω αρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Οσάκις, σε ένα κράτος μέλος, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προβαίνουν στον εντοπισμό ή τη διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, η βάσει του πρώτου εδαφίου δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να επεκτείνεται και στα πρόσωπα αυτά, και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο.

Για την εφαρμογή του στοιχείου γ) του δευτέρου εδαφίου, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνουν στις εποπτικές αρχές, από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες, την ταυτότητα και τους συγκεκριμένους τομείς ευθύνης των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες.

4.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονται πληροφορίες δυνάμει της παραγράφου 3.

Άρθρο 69

Κοινολόγηση πληροφοριών σε δημόσιες αρχές υπεύθυνες για τη χρηματοπιστωτική νομοθεσία

Τα άρθρα 64 και 67 δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν, δυνάμει νομοθετικών διατάξεων, την κοινολόγηση ορισμένων πληροφοριών και σε άλλες υπηρεσίες της κεντρικής τους διοίκησης, που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και στους επιθεωρητές οι οποίοι ενεργούν εν ονόματι των υπηρεσιών αυτών.

Η προαναφερόμενη κοινολόγηση είναι δυνατή μόνον εφόσον τούτο απαιτείται για λόγους εποπτικού ελέγχου. Πάντως, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 65 και του άρθρου 68 παράγραφος 1, καθώς και οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται μέσω των επιτόπιων ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 32, μπορούν να κοινολογούνται μόνον με τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες, ή των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

Άρθρο 70

Διαβίβαση πληροφοριών σε κεντρικές τράπεζες και νομισματικές αρχές

Υπό την επιφύλαξη του παρόντος τμήματος, οι εποπτικές αρχές μπορούν να διαβιβάζουν πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους στους κάτωθι:

(1)

κεντρικές τράπεζες και σε άλλες οντότητες με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής·

(2)

εφόσον ενδείκνυται, άλλες δημόσιες αρχές υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής.

Οι εν λόγω αρχές ή οντότητες μπορούν επίσης να ανακοινώνουν στις εποπτικές αρχές τις πληροφορίες που αυτές τυχόν χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 67. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό υπόκεινται στις διατάξεις περί του επαγγελματικού απορρήτου, που καθορίζονται στο παρόν τμήμα.

Άρθρο 71

Εποπτική σύγκλιση

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εντολές των εποπτικών αρχών να περιλαμβάνουν, κατά τον κατάλληλο τρόπο, μια διάσταση σχετική με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αποδίδουν προσοχή στη σύγκλιση των μέσων και των μεθόδων εποπτείας που χρησιμοποιούν στην εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων οι οποίες έχουν θεσπισθεί με βάση την παρούσα οδηγία. Για τον σκοπό αυτό τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εποπτικές αρχές να συμμετέχουν στις δραστηριότητες της CEIOPS, σύμφωνα με την απόφαση 2009/79/ΕΚ και να λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

3.   Η CEIOPS προβλέπει, οσάκις απαιτείται, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις χωρίς νομικά δεσμευτική ισχύ, όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των εκτελεστικών της μέτρων προκειμένου να ενισχυθεί η σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών. Επιπλέον, η CEIOPS υποβάλλει τακτικές εκθέσεις, τουλάχιστον ανά διετία, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά τη σύγκλιση της εποπτείας στην Κοινότητα.

Τμημα 6

Καθηκοντα ελεγκτων

Άρθρο 72

Καθήκοντα ελεγκτών

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της όγδοης οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1984, βάσει του άρθρου 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης, σχετικά με την εξουσιοδότηση προσώπων για τη διεξαγωγή των κατά νόμο ελέγχων των λογιστικών εγγράφων (34), τα οποία διενεργούν σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τον υποχρεωτικό έλεγχο στον οποίο αναφέρονται το άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ, το άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή το άρθρο 31 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ, ή ασκούν οποιαδήποτε άλλα κατά νόμο καθήκοντα, υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμέσως στις εποπτικές αρχές κάθε απόφαση ή πραγματικό περιστατικό που αφορά την επιχείρηση αυτή, που περιέρχεται στη γνώση τους κατά την άσκηση των ως άνω καθηκόντων και που είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα:

α)

ουσιώδη παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας, ή διέπουν ειδικά την άσκηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης·

β)

να θίξει τη συνέχιση της λειτουργίας της εκάστοτε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

γ)

την άρνηση της επικύρωσης των λογαριασμών ή τη διατύπωση επιφυλάξεων.

δ)

τη μη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

ε)

τη μη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο υποχρεούνται επίσης να αναφέρουν τα πραγματικά περιστατικά και τις αποφάσεις των οποίων λαμβάνουν γνώση στο πλαίσιο της άσκησης καθηκόντων κατά το πρώτο εδάφιο σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από σχέση ελέγχου με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία τα πρόσωπα αυτά έχουν αναλάβει τα εν λόγω καθήκοντα.

2.   Η καλή την πίστει κοινολόγηση στις εποπτικές αρχές, πραγματικών περιστατικών ή αποφάσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, από πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικώς ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Ασκηση των δραστηριοτητων ασφαλισης ζωης και ζημιων

Άρθρο 73

Άσκηση των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής και ζημιών

1.   Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας προκειμένου να ασκήσουν δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ζημιών ταυτοχρόνως.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέψουν τα ακόλουθα:

α)

οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, δικαιούνται επίσης να λαμβάνουν άδεια για δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών για τους κινδύνους που καταγράφονται στους κλάδους 1 και 2 στο μέρος Α του παραρτήματος I·

β)

οι επιχειρήσεις, οι οποίες λαμβάνουν άδεια αποκλειστικά για τους κινδύνους που καταγράφονται στους κλάδους 1 και 2 στο μέρος Α του παραρτήματος I, δικαιούνται να λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουν δραστηριότητες ασφάλισης ζωής.

Ωστόσο, κάθε δραστηριότητα τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 74.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τηρούν τους λογιστικούς κανόνες οι οποίοι διέπουν τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής για το σύνολο των δραστηριοτήτων τους. Τα κράτη μέλη μπορούν, εξάλλου, μέχρις ότου υπάρξει συντονισμός επί του θέματος, να προβλέπουν, όσον αφορά τους κανόνες περί εκκαθαρίσεως, ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες με τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, για τις δραστηριότητές τους που έχουν σχέση με τους κινδύνους τους αναφερόμενους στους κλάδους 1 και 2 στο μέρος Α του παραρτήματος I.

4.   Εάν μια επιχείρηση ασφάλισης ζημιών έχει οικονομικούς, εμπορικούς, ή διοικητικούς δεσμούς με επιχείρηση ασφάλισης ζωής, οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών καταγωγής μεριμνούν, ώστε οι λογαριασμοί των σχετικών επιχειρήσεων να μην νοθεύονται από συμφωνίες μεταξύ τους ούτε από οποιοδήποτε άλλο διακανονισμό ικανό να επηρεάσει την κατανομή των εξόδων και εσόδων.

5.   Οι επιχειρήσεις οι οποίες, κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες, ασκούσαν ταυτοχρόνως δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ζημιών που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία δικαιούνται να συνεχίσουν να τις ασκούν ταυτοχρόνως, υπό τον όρο ότι κάθε δραστηριότητα τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 74:

α)

την 1η Ιανουαρίου 1981, για τις επιχειρήσεις με άδεια στην Ελλάδα·

β)

την 1η Ιανουαρίου 1986, για τις επιχειρήσεις με άδεια στην Ισπανία και στην Πορτογαλία·

γ)

την 1η Ιανουαρίου 1995, για τις επιχειρήσεις με άδεια στην Αυστρία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία·

δ)

την 1 Μαΐου 2004, για τις επιχειρήσεις με άδεια στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Εσθονία, στην Κύπρο, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στην Ουγγαρία, στη Μάλτα, στην Πολωνία, στη Σλοβακία και στη Σλοβενία·

ε)

την 1η Ιανουαρίου 2007, για τις επιχειρήσεις με άδεια στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία·

στ)

την 15η Μαρτίου 1979, για όλες τις άλλες επιχειρήσεις.

Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί να επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποχρέωση να παύσουν, εντός προθεσμίας που τάσσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την ταυτόχρονη άσκηση των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής και ζημιών, τις οποίες ασκούσαν κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 74

Χωριστή διαχείριση των ασφαλίσεων ζωής και ζημιών

1.   Η αναφερόμενη στο άρθρο 73 χωριστή διαχείριση οργανώνεται κατά τρόπο ώστε οι δραστηριότητες ασφάλισης ζωής να είναι διακεκριμένες από τις δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών.

Τα αντίστοιχα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων ασφαλίσεων ζωής και ζημιών δεν παραβλάπτονται και, ιδίως, ευνοούνται από τα οφέλη που προκύπτουν από την ασφάλιση ζωής οι αντισυμβαλλόμενοι των ασφαλίσεων ζωής, ως εάν η ασφαλιστική επιχείρηση να ασκούσε δραστηριότητες μόνον ασφαλίσεων ζωής.

2.   Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 100 και 128, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφοι 2 και 5 υπολογίζουν και τα δύο ακόλουθα:

α)

ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ζωής όσον αφορά τις δραστηριότητές τους ασφάλισης ή αντασφάλισης ζωής, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτή τη δραστηριότητα, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 6· και

β)

ένα θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ζημιών όσον αφορά τις δραστηριότητές τους ασφάλισης ή αντασφάλισης ζημιών, υπολογιζόμενο ως εάν η σχετική επιχείρηση να ασκούσε μόνον αυτή τη δραστηριότητα, με βάση τους χωριστούς λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

3.   Κατ’ ελάχιστο όριο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφοι 2 και 5 καλύπτουν τα ακόλουθα με αντίστοιχο ποσό στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων:

α)

το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ζωής όσον αφορά τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής·

β)

το θεωρητικό ποσό για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις ζημιών όσον αφορά τις δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών.

Τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σχετικά με τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ζημιών, δεν βαρύνουν την άλλη δραστηριότητα.

4.   Εφόσον πληρούνται τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, και υπό την επιφύλαξη της ενημερώσεως της εποπτικής αρχής, η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί, για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 100, τα εμφανή στοιχεία των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, που είναι ακόμη διαθέσιμα για τη μία ή την άλλη δραστηριότητα.

5.   Οι εποπτικές αρχές, αναλύοντας τα αποτελέσματα τόσο των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωής όσο και ασφάλισης ζημιών, μεριμνούν για την τήρηση των απαιτήσεων των παραγράφων 1 έως 4.

6.   Οι λογαριασμοί πρέπει να συντάσσονται κατά τρόπο ώστε να εμφανίζουν τις πηγές των αποτελεσμάτων για τις δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής και ζημιών χωριστά. Όλα τα έσοδα, ιδίως τα ασφάλιστρα, οι καταβολές των αντασφαλιστών και τα έσοδα από επενδύσεις, όπως και τα έξοδα, ιδίως οι ασφαλιστικοί διακανονισμοί, οι προσαυξήσεις στις τεχνικές προβλέψεις, τα αντασφάλιστρα και οι δαπάνες λειτουργίας για τις ασφαλιστικές εργασίες, αναλύονται κατά πηγή προελεύσεως. Τα κοινά για τις δύο δραστηριότητες στοιχεία καταχωρίζονται στους λογαριασμούς σύμφωνα με μέθοδο κατανομής αποδεκτή από την εποπτική αρχή.

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, βάσει των λογαριασμών, συντάσσουν έγγραφο στο οποίο εμφανίζονται αναλυτικά, σύμφωνα με το άρθρο 98 παράγραφος 4, τα στοιχεία των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν κάθε θεωρητικό ποσό ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2.

7.   Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ποσού των στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων όσον αφορά μία από τις δραστηριότητες, προκειμένου να καλυφθούν τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο, οι εποπτικές αρχές εφαρμόζουν, για την ελλειμματική δραστηριότητα, τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα που απέδωσε η άλλη δραστηριότητα.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, τα μέτρα αυτά δύνανται να συνίστανται στη χορήγηση αδείας μεταφοράς εμφανών στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων από τη μία δραστηριότητα στην άλλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Κανονεσ για την αποτιμηση των στοιχειων του ενεργητικου και του παθητικου, των τεχνικων αποθεματικων, των ιδιων κεφαλαιων, των κεφαλαιακων απαιτησεων φερεγγυοτητασ, των ελαχιστων κεφαλαιακων απαιτησεων και επενδυτικοι κανονεσ

Τμημα 1

Αποτιμηση στοιχειων του ενεργητικου και του παθητικου

Άρθρο 75

Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εκτός εάν ορίζεται άλλως, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού ως ακολούθως.

α)

τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμούνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να ανταλλαγούν μεταξύ καλώς πληροφορημένων και πρόθυμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους·

β)

τα στοιχεία του παθητικού αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο μπορούν να μεταβιβάζονται, ή να διακανονίζονται, μεταξύ καλώς πληροφορημένων και προθύμων ατόμων στο πλαίσιο μιας συναλλαγής με ίσους όρους.

Κατά την αποτίμηση των στοιχείων του παθητικού δυνάμει του στοιχείου β), δεν γίνεται καμία προσαρμογή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστωτική διαβάθμιση της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης.

2.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα για τον προσδιορισμό των μεθόδων και παραδοχών που πρέπει να χρησιμοποιηθούν στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Τμημα 2

Κανονες σχετικα με τις τεχνικες προβλεψεις

Άρθρο 76

Γενικές διατάξεις

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να προβαίνουν στο σχηματισμό τεχνικών προβλέψεων αναφορικά με όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων.

2.   Η αξία των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να αντιστοιχεί στο τρέχον ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει μια επιχείρηση ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων εάν μεταβίβαζε τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε άλλη επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης.

3.   Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων χρησιμοποιεί και είναι συνεπής με τις πληφοροφίες που παρέχουν οι χρηματοοικονομικές αγορές και τα γενικά διαθέσιμα δεδομένα για την ανάληψη ασφαλιστικών κινδύνων (συνέπεια με την αγορά).

4.   Οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

5.   Σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 75 παράγραφος 1, ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 77 έως 82 και 86.

Άρθρο 77

Υπολογισμός τεχνικών προβλέψεων

1.   Η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισούται προς το άθροισμα της βέλτιστης εκτίμησης και ενός περιθωρίου κινδύνου, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3.

2.   Η βέλτιστη εκτίμηση αντιστοιχεί στον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένων βάσει πιθανοτήτων, λαμβανομένης υπόψη της χρονικής αξίας του χρήματος (αναμενόμενη παρούσα αξία μελλοντικών ταμειακών ροών) χρησιμοποιώντας την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου.

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται σε ενημερωμένες και αξιόπιστες πληροφορίες και σε ρεαλιστικές παραδοχές και πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων, εφαρμόσιμων και συναφών αναλογιστικών και στατιστικών μεθόδων.

Η προβολή των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη όλες τις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής τους.

Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται ακαθάριστη, χωρίς να αφαιρούνται τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Τα ποσά αυτά υπολογίζονται χωριστά, σύμφωνα με το άρθρο 81.

3.   Το περιθώριο κινδύνου είναι τέτοιο που να εξασφαλίζει ότι η αξία των τεχνικών προβλέψεων ισοδυναμεί με το επιπρόσθετο ποσό, το οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναμένεται να χρειασθούν προκειμένου να αναλάβουν και να ικανοποιήσουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου χωριστά.

Ωστόσο, εάν μελλοντικές ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα με τη χρήση χρηματοοικονομικών μέσων η αξιόπιστη αγοραία αξία των οποίων είναι παρατηρήσιμη, η αξία των τεχνικών προβλέψεων που συνδέονται με τις συγκεκριμένες μελλοντικές ταμειακές ροές προσδιορίζεται στη βάση της αγοραίας αξίας των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται χωριστοί υπολογισμοί της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου.

5.   Εφόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χωριστά τη βέλτιστη εκτίμηση και το περιθώριο κινδύνου, το περιθώριο κινδύνου υπολογίζεται με τον καθορισμό του κόστους παροχής ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων ίσων προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων καθ’ όλη τη διάρκειά τους.

Το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κόστους παροχής αυτού του ποσού επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων (επιτόκιο κόστους κεφαλαίου) είναι το ίδιο για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και πρέπει να αναθεωρείται περιοδικά.

Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που χρησιμοποιείται ισούται με το πρόσθετο επιτόκιο, επιπλέον του σχετικού επιτοκίου άνευ κινδύνου, με το οποίο θα επιβαρυνόταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία διαθέτει ποσό επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο τμήμα 3, ίσο με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, απαραίτητο για τη στήριξη της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής υποχρέωσης κατά της διάρκεια του κύκλου ζωής της εν λόγω υποχρέωσης.

Άρθρο 78

Άλλα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

Επιπροσθέτως του άρθρου 77, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα:

(1)

όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων·

(2)

τον πληθωρισμό, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού των δαπανών και των αποζημιώσεων·

(3)

όλες τις πληρωμές στους αντισυμβαλλόμενους και στους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων μελλοντικών προαιρετικών έκτακτων παροχών, τις οποίες αναμένεται να πραγματοποιήσουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το εάν οι πληρωμές αυτές είναι συμβατικά εγγυημένες, εκτός εάν οι πληρωμές εμπίπτουν στο άρθρο 91, παράγραφος 2.

Άρθρο 79

Αποτίμηση των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και των συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις

Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την αξία των χρηματοοικονομικών εγγυήσεων και τυχόν συμβατικών δικαιωμάτων εκλογής που περιλαμβάνονται σε ασφαλιστήρια και αντασφαλιστήρια συμβόλαια.

Οιεσδήποτε παραδοχές εκ μέρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα εκλογής, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, είναι ρεαλιστικές και βασίζονται σε τρέχουσες και αξιόπιστες πληροφορίες. Οι παραδοχές λαμβάνουν υπόψη, ρητά ή σιωπηρά, την επίπτωση που μπορούν να έχουν στην άσκηση των δικαιωμάτων αυτών μελλοντικές αλλαγές σε οικονομικές και μη οικονομικές συνθήκες.

Άρθρο 80

Ομαδοποίηση

Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ομαδοποιούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις σε ομογενείς ομάδες κινδύνου, και τουλάχιστον κατά κατηγορίες δραστηριοτήτων.

Άρθρο 81

Ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού

Ο υπολογισμός από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού είναι σύμφωνος προς τα άρθρα 76 έως 80.

Κατά τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τη χρονική διαφορά μεταξύ ανακτήσεων και άμεσων πληρωμών.

Το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού προσαρμόζεται προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου. Η προσαρμογή αυτή βασίζεται σε εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης από τον αντισυμβαλλόμενο και της μέσης ζημίας που προκύπτει από την αθέτηση αυτή (ζημία σε περίπτωση αθέτησης).

Άρθρο 82

Ποιότητα δεδομένων και εφαρμογή προσεγγίσεων, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά περίπτωση μεθόδων, για τις τεχνικές προβλέψεις

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν την καταλληλότητα, πληρότητα και ακρίβεια των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών τους προβλέψεων.

Στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας προκειμένου να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο σε σύνολο ή υποσύνολο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών τους υποχρεώσεων ή σε ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, μπορούν να χρησιμοποιούνται κατάλληλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών, κατά περίπτωση, μεθόδων, για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

Άρθρο 83

Σύγκριση με βάση τα εμπειρικά δεδομένα

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν διεργασίες και διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι βέλτιστες εκτιμήσεις, και οι παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων, συγκρίνονται τακτικά με βάση τα εμπειρικά δεδομένα.

Σε περίπτωση που η σύγκριση επισημάνει συστηματική απόκλιση μεταξύ της εμπειρικής παρατήρησης και των υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η σχετική επιχείρηση προβαίνει στις κατάλληλες προσαρμογές των αναλογιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή των παραδοχών που γίνονται.

Άρθρο 84

Καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών προβλέψεων

Κατόπιν αιτήματος των εποπτικών αρχών, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την καταλληλότητα του επιπέδου των τεχνικών τους προβλέψεων, καθώς και την εφαρμοσιμότητα και τη συνάφεια των χρησιμοποιούμενων μεθόδων, και την επάρκεια των υποκείμενων στατιστικών δεδομένων.

Άρθρο 85

Αύξηση των τεχνικών προβλέψεων

Στο βαθμό που ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν συνάδει με τα άρθρα 76 έως 83, οι εποπτικές αρχές μπορούν να ζητούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αυξήσουν το ποσό των τεχνικών προβλέψεων έτσι ώστε αυτά να αντιστοιχούν στο επίπεδο που προκύπτει βάσει των εν λόγω άρθρων.

Άρθρο 86

Εκτελεστικά μέτρα

Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα τα οποία καθορίζονται ως εξής:

α)

οι αναλογιστικές και οι στατιστικές μέθοδοι για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2·

β)

η σχετική καμπύλη των επιτοκίων άνευ κινδύνου που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2·

γ)

οι περιπτώσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο, ή ως άθροισμα μιας βέλτιστης εκτίμησης και ενός περιθωρίου κινδύνου, και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στην περίπτωση στην οποία οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο·

δ)

οι μέθοδοι και οι παραδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του ποσού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που είναι αναγκαία για την υποστήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων και για τον προσδιορισμό του επιτοκίου του κόστους κεφαλαίου·

ε)

τα είδη των δραστηριοτήτων βάσει των οποίων πρέπει να ομαδοποιούνται οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις προκειμένου να υπολογισθούν οι τεχνικές προβλέψεις·

στ)

τα πρότυπα που πρέπει να τηρούνται σε σχέση με την εξασφάλιση της καταλληλότητας, πληρότητας και ακρίβειας των δεδομένων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και οι ειδικές περιστάσεις στις οποίες θα ήταν ενδεδειγμένο να χρησιμοποιηθούν προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών, κατά περίπτωση, μεθόδων, για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης·

ζ)

οι μέθοδοι που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της προσαρμογής λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81 με σκοπό να προσδιορισθούν οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου·

η)

εφόσον είναι αναγκαίο, απλοποιημένες μέθοδοι και τεχνικές για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι οι αναλογιστικές και στατιστικές μέθοδοι που αναφέρονται στα στοιχεία α) και δ) είναι αναλογικές ως προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που αναλαμβάνονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Τμημα 3

Ιδια κεφαλαια

Ενοτητα 1

Προσδιορισμος των ιδιων κεφαλαιων

Άρθρο 87

Ίδια κεφάλαια

Τα ίδια κεφάλαια αντιστοιχούν στο άθροισμα των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 88 και των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 89.

Άρθρο 88

Βασικά ίδια κεφάλαια

Τα βασικά ίδια κεφάλαια απαρτίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία:

(1)

τη θετική διαφορά μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 και το τμήμα 2·

(2)

τις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης.

Το ποσό της διαφοράς που αναφέρεται στο σημείο 1 μειώνεται κατά το ποσό των ιδίων μετοχών που κατέχονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

Άρθρο 89

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια

1.   Τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια αποτελούνται από στοιχεία άλλα πλην των βασικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται για την απορρόφηση ζημιών.

Τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια μπορούν να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία, στο βαθμό που αυτά δεν αποτελούν στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων:

α)

το μη καταβληθέν μετοχικό κεφάλαιο ή αρχικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό·

β)

τις πιστωτικές επιστολές και τις εγγυήσεις·

γ)

άλλες νομικές δεσμεύσεις που έχουν ληφθεί από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Στην περίπτωση αλληλασφαλιστικών ενώσεων ή ενώσεων του τύπου αυτού με μεταβλητές συνεισφορές, τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν επίσης μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες η ένωση αυτή μπορεί να έχει έναντι των μελών της μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματική συνεισφορά, εντός των επόμενων 12 μηνών.

2.   Εάν κάποιο στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων έχει καταβληθεί ή έχει καταστεί απαιτητό, θεωρείται ως στοιχείο του ενεργητικού και παύει να αποτελεί μέρος των στοιχείων των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 90

Εποπτική έγκριση των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων

1.   Τα ποσά των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση από τις εποπτικές αρχές.

2.   Το ποσό που αποδίδεται σε κάθε στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αντικατοπτρίζει την απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου και βασίζεται σε συνετές και ρεαλιστικές παραδοχές. Για συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια με σταθερή ονομαστική αξία, το ύψος του συγκεκριμένου στοιχείου πρέπει να ισούται προς την ονομαστική του αξία, η οποία αντικατοπτρίζει σωστά την απορροφητικότητα ζημίας του.

3.   Οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν οιοδήποτε εκ των κατωτέρω:

α)

ένα νομισματικό ποσό για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

β)

μία μέθοδο για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οπότε η έγκριση από τις εποπτικές αρχές του ποσού που καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή χορηγείται για συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

4.   Για κάθε στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οι εποπτικές αρχές βασίζουν την έγκρισή τους στην εκτίμηση των κατωτέρω παραγόντων:

α)

της κατάστασης των σχετικών αντισυμβαλλομένων, σε σχέση με την ικανότητα και τη βούλησή τους να πληρώσουν·

β)

την ανακτησιμότητα των κεφαλαίων, λαμβανομένης υπόψη της νομικής μορφής του στοιχείου, καθώς και τυχόν συνθήκες οι οποίες ενδέχεται να εμποδίσουν την επιτυχή καταβολή ή πρόσκληση καταβολής του στοιχείου αυτού των κεφαλαίων·

γ)

τυχόν πληροφορίες για την έκβαση προηγούμενων προσκλήσεων καταβολής τις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πραγματοποίησαν για τέτοιους είδους συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, εφόσον οι πληροφορίες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν αξιόπιστα για την αξιολόγηση της αναμενόμενης χρήσης μελλοντικών προσκλήσεων.

Άρθρο 91

Πλεονάζοντα κεφάλαια

1.   Ως πλεονάζοντα κεφάλαια νοούνται τα συσσωρευμένα κέρδη που δεν έχουν διατεθεί προς διανομή στους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους.

2.   Στο βαθμό που επιτρέπεται βάσει του εθνικού δικαίου, τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις εφόσον πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 94 παράγραφος 1.

Άρθρο 92

Εκτελεστικά μέτρα

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα, στα οποία καθορίζονται τα εξής:

α)

τα κριτήρια για τη χορήγηση έγκρισης από τις εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 90·

β)

ο χειρισμός των συμμετοχών, κατά την έννοια του τρίτου εδαφίου του άρθρου 212 παράγραφος 2, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων.

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

2.   Οι συμμετοχές σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

συμμετοχές τις οποίες κατέχουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις:

(i)

σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφοι 1 και 5 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

(ii)

σε επιχειρήσεις επενδύσεων κατά την έννοια του σημείου 1 του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

β)

τις απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 63 και στο άρθρο 64 παράγραφος 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατέχουν έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου στις οποίες κατέχουν συμμετοχή.

Ενοτητα 2

Ταξινομηση των ιδιων κεφαλαιων

Άρθρο 93

Χαρακτηριστικά και στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

1.   Τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες. Η ταξινόμηση αυτών των στοιχείων εξαρτάται από το εάν είναι στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων ή συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων και από τον βαθμό στον οποίο διαθέτουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

το στοιχείο είναι διαθέσιμο, ή μπορεί να καταστεί απαιτητό εφόσον ζητηθεί, για την απορρόφηση ζημιών στη βάση συνεχούς λειτουργίας, καθώς και στην περίπτωση εκκαθάρισης (διαρκής διαθεσιμότητα)·

β)

στην περίπτωση εκκαθάρισης, το συνολικό ποσό του στοιχείου είναι διαθέσιμο για την απορρόφηση ζημιών και το στοιχείο δεν επιστρέφεται στον κάτοχό του μέχρις ότου όλες οι άλλες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων προς αντισυμβαλλομένους και δικαιούχους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών συμβάσεων, έχουν ικανοποιηθεί (εξάρτηση)·

2.   Κατά την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στα στοιχεία (α) και (β) της παραγράφου 1, επί του παρόντος και στο μέλλον, πρέπει να αποδίνεται η δέουσα προσοχή στη διάρκεια του στοιχείου, ιδίως στο εάν το στοιχείο είναι χρονολογημένο ή όχι. Εάν ένα στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων είναι χρονολογημένο, εξετάζεται η σχετική διάρκεια του στοιχείου σε σύγκριση με τη διάρκεια των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης της επιχείρησης (επαρκής διάρκεια).

Επιπλέον, εξετάζονται οι ακόλουθοι παράγοντες:

α)

αν το στοιχείο είναι ελεύθερο απαιτήσεων ή κινήτρων εξαγοράς του ονομαστικού ποσού (απουσία κινήτρων εξαγοράς)·

β)

αν το στοιχείο είναι ελεύθερο υποχρεωτικών παγίων εξόδων (απουσία υποχρεωτικών χρηματοοικονομικών εξόδων)·

γ)

αν το στοιχείο είναι καθαρό από οποιοδήποτε βάρος (απουσία βαρών).

Άρθρο 94

Κυριότερα κριτήρια για την ταξινόμηση σε κατηγορίες

1.   Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην κατηγορία 1 εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 του άρθρου 93, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93, παράγραφος 2.

2.   Τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς το χαρακτηριστικό που προβλέπεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του άρθρου 93, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93, παράγραφος 2.

Τα στοιχεία των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων ταξινομούνται στην κατηγορία 2 εάν διαθέτουν ουσιωδώς τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1 του άρθρου 93, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που προβλέπονται στο άρθρο 93, παράγραφος 2.

3.   Τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, τα οποία δεν υπάγονται στις παραγράφους 1 και 2, ταξινομούνται στην κατηγορία 3.

Άρθρο 95

Ταξινόμηση των ιδίων κεφαλαίων σε κατηγορίες

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ταξινομούν τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων τους με βάση τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 94.

Προς τον σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανατρέχουν στον κατάλογο των ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 97 παράγραφος 1, όπου είναι εφαρμόσιμος.

Εάν κάποιο στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων δεν καλύπτεται από τον κατάλογο αυτό, αξιολογείται και ταξινομείται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο. Η ταξινόμηση αυτή υπόκειται σε έγκριση από την εποπτική αρχή.

Άρθρο 96

Ταξινόμηση στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που αφορούν ειδικά τις ασφάλειες

Με την επιφύλαξη του άρθρου 95 και του στοιχείου α) του άρθρου 97 παράγραφος 1, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι κάτωθι ταξινομήσεις:

1)

τα πλεονάζοντα κεφάλαια που εμπίπτουν στο άρθρο 91, παράγραφος 2, ταξινομούνται στην κατηγορία 1·

2)

οι πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, που τηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ, ταξινομούνται στην κατηγορία 2,

3)

τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους των κατηγοριών 6, 12 και 17 του μέρους Α του παραρτήματος Ι έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές συνεισφορές, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 94 παράγραφος 2, οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν έναντι των μελών τους αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις με κυμαινόμενες συνεισφορές, μέσω πρόσκλησης για συμπληρωματικές εισφορές, μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του σημείου 3 του πρώτου εδαφίου ταξινομούνται στην κατηγορία 2 εφόσον παρουσιάζουν σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 93 παράγραφος 1, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2.

Άρθρο 97

Εκτελεστικά μέτρα

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τα εξής:

α)

κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 96, που θεωρούνται ότι πληρούν τα κριτήρια, που αναφέρονται στο άρθρο 94, ο οποίος περιλαμβάνει για κάθε στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών που καθόρισαν την ταξινόμησή του·

β)

τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εποπτικές αρχές όταν εγκρίνουν την αξιολόγηση και ταξινόμηση των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία δεν καλύπτονται από τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

2.   Η Επιτροπή επανεξετάζει σε τακτά διαστήματα και, κατά περίπτωση, επικαιροποιεί τον κατάλογο που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 με βάση τις εξελίξεις της αγοράς.

Ενοτητα 3

Επιλεξιμοτητα των ιδιων κεφαλαιων

Άρθρο 98

Επιλεξιμότητα και όρια που εφαρμόζονται στις κατηγορίες 1, 2 και 3

1.   Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια. Τα όρια αυτά πρέπει να καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει ότι πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αναλογία των στοιχείων της κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερη από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ίδιων κεφαλαίων·

β)

το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 3 είναι μικρότερο από το ένα τρίτο του συνολικού ποσού των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων,

2.   Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, το ποσό των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ταξινομούνται στην κατηγορία 2 υπόκεινται σε ποσοτικά όρια. Τα όρια αυτά καθορίζονται με τρόπο που να διασφαλίζει, κατ’ ελάχιστο, ότι το ποσοστό των στοιχείων της κατηγορίας 1 στα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια είναι υψηλότερο από το ήμισυ του συνολικού ποσού των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

3.   Το επιλέξιμο ποσό των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που ορίζονται στο άρθρο 100 ισούται με το άθροισμα του ποσού της κατηγορίας 1, του επιλέξιμου ποσού της κατηγορίας 2 και του επιλέξιμου ποσού της κατηγορίας 3.

4.   Το επιλέξιμο ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 128 ισούται με το άθροισμα του ποσού της κατηγορίας 1 και του επιλέξιμου ποσού των στοιχείων των βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην κατηγορία 2.

Άρθρο 99

Εκτελεστικά μέτρα

Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα που καθορίζουν τα εξής:

α)

τα ποσοτικά όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 98·

β)

τις προσαρμογές που θα πρέπει να γίνουν προκειμένου να αντανακλάται η απουσία μεταβιβασιμότητας των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από ένα συγκεκριμένο τμήμα υποχρεώσεων ή από συγκεκριμένους κινδύνους (κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης).

Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, με τη συμπλήρωσή της, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 301 παράγραφος 3.

Τμημα 4

Κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας

Ενοτητα 1

Γενικες διαταξεις για τις κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας με τη χρησιμοποιηση της τυποποιημενης μεθοδου η εσωτερικου υποδειγματος

Άρθρο 100

Γενικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται είτε σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο της ενότητας 2 είτε με τη χρησιμοποίηση εσωτερικού υποδείγματος, όπως ορίζεται στην ενότητα 3.

Άρθρο 101

Υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

1.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5.

2.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται βάσει του τεκμηρίου ότι η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της σε συνεχή βάση.

3.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας διαμορφώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη όλοι οι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Καλύπτει υπάρχουσες δραστηριότητες καθώς και νέες που αναμένεται να καταχωρηθούν μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Όσον αφορά τις υφιστάμενες δραστηριότητες, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καλύπτουν μόνο τις μη αναμενόμενες ζημίες.

Αντιστοιχούν στην αξία σε κίνδυνο (Value-at-Risk) των βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5 % για μια περίοδο ενός έτους.

4.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας καλύπτουν, τουλάχιστον, τους ακόλουθους αναλαμβανόμενους κινδύνους:

α)

ασφάλισης ζημιών·

β)

ασφάλισης ζωής·

γ)

ασφάλισης ασθενείας·

δ)

αγοράς·

ε)

τον πιστωτικό κίνδυνο·

στ)

τον λειτουργικό κίνδυνο.

O λειτουργικός κίνδυνος που αναφέρεται στο στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνει νομικούς κινδύνους και αποκλείει κινδύνους που απορρέουν από στρατηγικές αποφάσεις, καθώς και τους κινδύνους φήμης.

5.   Κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη την επίπτωση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι ο πιστωτικός κίνδυνος και οι άλλοι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση τέτοιου είδους τεχνικών αντικατοπτρίζονται κατάλληλα στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Άρθρο 102

Συχνότητα υπολογισμού

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας τουλάχιστον μία φορά ετησίως και αναφέρουν το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού στις εποπτικές αρχές.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις παρακολουθούν σε συνεχή βάση το ποσό των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

Εάν το προφίλ κινδύνου μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι τελευταίες αναφερθείσες κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, η σχετική επιχείρηση υπολογίζει εκ νέου τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας αμελλητί και τις γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές.

2.   Εάν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης έχει αλλάξει σημαντικά από την ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκαν τελευταία φορά οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να υπολογίσουν εκ νέου τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Ενοτητα 2

Κεφαλαιακες απαιτησεις φερεγγυοτητας - τυποποιημενη μεθοδος

Άρθρο 103

Δομή της τυποποιημένης μεθόδου

Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο αποτελούν το άθροισμα των κατωτέρω στοιχείων:

α)

των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 104·

β)

της κεφαλαιακής απαίτησης για λειτουργικό κίνδυνο, όπως ορίζεται στο άρθρο 107·

γ)

της προσαρμογής για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και για τους αναβαλλόμενους φόρους, όπως ορίζεται στο άρθρο 108.

Άρθρο 104

Σχεδιασμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

1.   Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας περιλαμβάνουν μεμονωμένες ενότητες κινδύνου, οι οποίες αθροίζονται σύμφωνα με το σημείο 1 του παραρτήματος IV.

Περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες ενότητες αναλαμβανόμενου κινδύνου:

α)

κίνδυνος ασφάλισης ζημιών·

β)

κίνδυνος ασφάλισης ζωής·

γ)

κίνδυνος ασφάλισης ασθενείας·

δ)

κίνδυνος αγοράς·

ε)

κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλόμενου.

2.   Για τους σκοπούς των στοιχείων α), β) και γ) της παραγράφου 1, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες εντάσσονται στην ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου που αντικατοπτρίζει καλύτερα την τεχνική φύση των υποκείμενων κινδύνων.

3.   Οι συντελεστές συσχέτισης για την άθροιση των ενοτήτων κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και η διαβάθμιση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κάθε ενότητα κινδύνου, οδηγούν σε μια συνολική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία συνάδει με τις αρχές που παρατίθενται στο άρθρο 101.

4.   Κάθε μία από τις ενότητες κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διαμορφώνεται με τη χρήση ενός μέτρου δυνητικής ζημίας ή αξίας σε κίνδυνο (Value-at-Risk), με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5 % για μια περίοδο ενός έτους.

Κατά περίπτωση, στον σχεδιασμό κάθε ενότητας κινδύνου λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα διαφοροποίησης.

5.   Ο ίδιος σχεδιασμός και οι ίδιες προδιαγραφές για τις ενότητες κινδύνου χρησιμοποιούνται για όλες τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τόσο σε σχέση με τις βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας όσο και για τους απλοποιημένους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 109.

6.   Όσον αφορά τους κινδύνους από καταστροφές, μπορούν να χρησιμοποιούνται γεωγραφικές προδιαγραφές, κατά περίπτωση, για τον υπολογισμό των ενοτήτων αναλαμβανόμενων ασφαλιστικών κινδύνων ασφάλισης ζωής, ζημιών και ασφάλισης ασθενείας.

7.   Υπό τον όρο της έγκρισης από τις εποπτικές αρχές, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, στο πλαίσιο του σχεδιασμού της τυποποιημένης μεθόδου, να αντικαθιστούν μια υποομάδα από τις παραμέτρούς της με ειδικές παραμέτρους για την εκάστοτε επιχείρηση κατά τον υπολογισμό των ενοτήτων κινδύνου ασφάλισης ζωής, ζημιών και ασφάλισης ασθενείας.

Οι παράμετροι αυτές διαμορφώνονται με βάση τα εσωτερικά δεδομένα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, ή τα δεδομένα τα οποία έχουν άμεση συνάφεια για τις εργασίες της επιχείρησης αυτής που χρησιμοποιεί τυποποιημένες μεθόδους.

Κατά τη χορήγηση της εποπτικής έγκρισης, οι εποπτικές αρχές εξακριβώνουν την πληρότητα, ακρίβεια και καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων δεδομένων.

Άρθρο 105

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

1.   Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6.

2.   Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ζημιών αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο ο οποίος απορρέει από ασφαλιστικές υποχρεώσεις στην ασφάλιση ζημιών, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας.

Λαμβάνεται υπόψη η αβεβαιότητα στα αποτελέσματα των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, καθώς και η αβεβαιότητα σχετικά με το εαν οι νέες εργασίες αναμένονται να καταχωρηθούν στους επόμενους δώδεκα μήνες.

Υπολογίζονται, σύμφωνα με το σημείο 2 του παραρτήματος IV, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τουλάχιστον ακόλουθες υποενότητες:

α)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που προκύπτει από διακυμάνσεις στον συνχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων, και στον συνχρονισμό και στο ποσό διακανονισμού του ποσού των αποζημιώσεων (κίνδυνος ασφάλιστρου και τεχνικών προβλέψεων ασφάλισης ζημιών)·

β)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων, λόγω ακραίων ή έκτακτων συμβάντων (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ζημιών).

3.   Η ενότητα του αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ζωής αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο, ο οποίος απορρέει από υποχρεώσεις στον κλάδο ζωής, σε σχέση με τους κινδύνους που καλύπτονται και τις διεργασίες που χρησιμοποιούνται κατά την άσκηση της δραστηριότητας.

Υπολογίζεται, σύμφωνα με το σημείο 3 του παραρτήματος IV, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τουλάχιστον ακόλουθες υποενότητες:

α)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια αύξηση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος θνησιμότητας)·

β)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, όπου μια μείωση στο ποσοστό θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων (κίνδυνος μακροβιότητας)·

γ)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, στην τάση ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ανικανότητας, ασθένειας και νοσηρότητας (κίνδυνος ανικανότητας - νοσηρότητας)·

δ)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών εξυπηρέτησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων (κίνδυνος εξόδων ασφάλισης ζωής)·

ε)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών αναθεώρησης που εφαρμόζονται στις ετήσιες προσόδους, λόγω αλλαγών στο νομικό περιβάλλον ή στην κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου (κίνδυνος αναθεώρησης)·

στ)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από μεταβολές στο επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών ακύρωσης, ανανεώσεων, λήξης και εξαγοράς συμβολαίων (κίνδυνος ακύρωσης)·

ζ)

του κινδύνου ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα των παραδοχών τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σχετικά με ακραία ή άτυπα γεγονότα (καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ζωής).

4.   Η ενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από την ανάληψη υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας, είτε γίνεται σε τεχνική βάση παρόμοια με εκείνη της ασφάλισης ζωής είτε όχι, όπως προκύπτει τόσο από τους κινδύνους που καλύπτονται όσο και από τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται στην άσκηση της δραστηριότητας.

Καλύπτει τουλάχιστον τους ακόλουθους κινδύνους:

α)

τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από αλλαγές στο επίπεδο, την τάση, ή τη μεταβλητότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων·

β)

τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από διακυμάνσεις στον συγχρονισμό, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων και στον συνχρονισμό και το ποσό του διακανονισμού των αποζημιώσεων κατά τη στιγμή της πρόβλεψης·

γ)

τον κίνδυνο ζημιάς ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που απορρέει από τη σημαντική αβεβαιότητα στις παραδοχές τιμολόγησης και δημιουργίας προβλέψεων σε σχέση με αιφνίδιες εκδηλώσεις σοβαρών επιδημιών, καθώς και την ασυνήθη σώρευση κινδύνων κάτω από τέτοιου είδους ακραίες περιστάσεις.

5.   Η ενότητα για τον κίνδυνο αγοράς αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που απορρέει από το επίπεδο ή τη μεταβλητότητα των τιμών της αγοράς χρηματοοικονομικών μέσων με επίπτωση στην αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης. Αντικατοπτρίζει δεόντως τη δομική αντιστοιχεία μεταξύ στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, ιδίως σε σχέση με τη διάρκειά τους.

Υπολογίζεται, σύμφωνα με το σημείο 4 του παραρτήματος IV, ως συνδυασμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις τουλάχιστον ακόλουθες υποενότητες:

α)