Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32018R0848

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου

PE/62/2017/REV/1

OJ L 150, 14.6.2018, p. 1–92 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/848/oj

14.6.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 150/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/848 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 30ής Μαΐου 2018

για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η βιολογική παραγωγή είναι ένα συνολικό σύστημα διαχείρισης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και της παραγωγής τροφίμων, το οποίο συνδυάζει βέλτιστες πρακτικές για το περιβάλλον και την αλλαγή του κλίματος, υψηλό βαθμό βιοποικιλότητας, τη διατήρηση των φυσικών πόρων και την εφαρμογή υψηλού επιπέδου προτύπων στη μεταχείριση των ζώων και υψηλού επιπέδου προτύπων παραγωγής που ανταποκρίνονται στη ζήτηση, από αυξανόμενο αριθμό καταναλωτών, προϊόντων που παράγονται με φυσικές ουσίες και διεργασίες. Ως εκ τούτου, η βιολογική παραγωγή επιτελεί διττό κοινωνικό ρόλο, αφενός τροφοδοτώντας μια συγκεκριμένη αγορά που καλύπτει την καταναλωτική ζήτηση βιολογικών προϊόντων και, αφετέρου, προσφέροντας δημόσια διαθέσιμα αγαθά που συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και στην καλή μεταχείριση των ζώων, καθώς και στην αγροτική ανάπτυξη.

(2)

Η τήρηση υψηλού επιπέδου προτύπων στους τομείς της υγείας, του περιβάλλοντος και της καλής μεταχείρισης των ζώων στο πλαίσιο της παραγωγής βιολογικών προϊόντων είναι συνυφασμένη με την υψηλή ποιότητα των εν λόγω προϊόντων. Όπως υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 28ης Μαΐου 2009 σχετικά με την πολιτική ποιότητας των γεωργικών προϊόντων, η βιολογική παραγωγή αποτελεί μέρος των συστημάτων ποιότητας των γεωργικών προϊόντων της Ένωσης, σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές ενδείξεις και τα εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα προϊόντα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τα προϊόντα των εξόχως απόκεντρων περιοχών της Ένωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 228/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Υπό την έννοια αυτή, η βιολογική παραγωγή επιδιώκει τους ίδιους στόχους στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής («ΚΓΠ») οι οποίοι ενέχονται στο σύνολο των συστημάτων ποιότητας των γεωργικών προϊόντων της Ένωσης.

(3)

Συγκεκριμένα, οι στόχοι της πολιτικής για τη βιολογική παραγωγή είναι ενσωματωμένοι στους στόχους της ΚΓΠ, εξασφαλίζοντας στους γεωργούς ικανοποιητική απόδοση για τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής. Επιπλέον, η αυξανόμενη ζήτηση βιολογικών προϊόντων από τους καταναλωτές δημιουργεί τις συνθήκες για την περαιτέρω ανάπτυξη και διεύρυνση της αγοράς των εν λόγω προϊόντων και, επομένως, για την αύξηση των εσόδων των γεωργών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της βιολογικής παραγωγής.

(4)

Επιπροσθέτως, η βιολογική παραγωγή είναι ένα σύστημα το οποίο συμβάλλει στην ενσωμάτωση απαιτήσεων προστασίας του περιβάλλοντος στην ΚΓΠ και προωθεί την αειφόρο γεωργική παραγωγή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεσπίστηκαν μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης της βιολογικής παραγωγής στο πλαίσιο της ΚΓΠ, κυρίως με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), και ενισχύθηκαν ιδίως στη μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου για την πολιτική αγροτικής ανάπτυξης, όπως καθιερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(5)

Η βιολογική παραγωγή συμβάλλει επίσης στην επίτευξη των στόχων περιβαλλοντικής πολιτικής της Ένωσης, ιδίως των στόχων που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 2006 με τίτλο «Θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους», της 3ης Μαΐου 2011, με τίτλο «Η ασφάλεια ζωής μας, το φυσικό κεφάλαιο: στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2020» και της 6ης Μαΐου 2013 με τίτλο «Πράσινη υποδομή (ΠΥ) – Ενίσχυση του φυσικού κεφαλαίου της Ευρώπης», και στην περιβαλλοντική νομοθεσία, όπως οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ (8), 2001/81/ΕΚ (9), 2009/128/ΕΚ (10) και 2009/147/ΕΚ (11) και οι οδηγίες του Συμβουλίου 91/676/ΕΟΚ (12) και 92/43/ΕΟΚ (13).

(6)

Για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής της Ένωσης όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή, το νομικό πλαίσιο που θεσπίστηκε για την εφαρμογή της εν λόγω πολιτικής θα πρέπει να αποσκοπεί στη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς βιολογικών προϊόντων, στη διατήρηση και τη δικαίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στα προϊόντα με ετικέτα που δηλώνει ότι είναι βιολογικά, και τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέψουν στη συγκεκριμένη πολιτική να προοδεύσει ανάλογα με την εξέλιξη της παραγωγής και της αγοράς.

(7)

Στις προτεραιότητες πολιτικής της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Μαρτίου 2010 με τίτλο «Ευρώπη 2020: στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη», συγκαταλέγεται η επίτευξη της ανάπτυξης μιας ανταγωνιστικής οικονομίας που βασίζεται στη γνώση και την καινοτομία, της ενίσχυσης μιας οικονομίας με υψηλό ποσοστό απασχόλησης που εξασφαλίζει κοινωνική και εδαφική συνοχή και της στήριξης της μετάβασης προς μια οικονομία αποδοτικής χρησιμοποίησης των πόρων και χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Κατά συνέπεια, η πολιτική για τη βιολογική παραγωγή θα πρέπει να παρέχει στις επιχειρήσεις τα κατάλληλα εργαλεία για την καλύτερη ταυτοποίηση και προώθηση των προϊόντων τους, προστατεύοντας ταυτοχρόνως τις εν λόγω επιχειρήσεις από αθέμιτες πρακτικές.

(8)

Ο τομέας της βιολογικής γεωργίας στην Ένωση έχει σημειώσει ραγδαία ανάπτυξη κατά τα παρελθόντα έτη, όχι μόνο όσον αφορά τις επιφάνειες που χρησιμοποιούνται για βιολογικές καλλιέργειες αλλά και όσον αφορά τον αριθμό των εκμεταλλεύσεων και τον συνολικό αριθμό των καταχωρισμένων στην Ένωση επιχειρήσεων βιολογικής παραγωγής.

(9)

Δεδομένης της δυναμικής εξέλιξης του τομέα των βιολογικών προϊόντων, στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (14) αναγνωρίστηκε η ανάγκη μελλοντικής επανεξέτασης των ενωσιακών κανόνων για τη βιολογική παραγωγή, με συνεκτίμηση της πείρας που θα έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή αυτών των κανόνων. Τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης που διενήργησε η Επιτροπή καταδεικνύουν ότι το νομικό πλαίσιο της Ένωσης που διέπει τη βιολογική παραγωγή θα πρέπει να βελτιωθεί ώστε να προβλεφθούν κανόνες οι οποίοι να ανταποκρίνονται στις μεγάλες προσδοκίες των καταναλωτών και να εγγυώνται επαρκή σαφήνεια για τους αποδέκτες τους. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 θα πρέπει ως εκ τούτου να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από νέο κανονισμό.

(10)

Η πείρα που έχει αποκτηθεί μέχρι στιγμής από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 αναδεικνύει την ανάγκη να καθοριστούν με σαφήνεια τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζεται ο συγκεκριμένος κανονισμός. Πρωτίστως, θα πρέπει να καλύπτει προϊόντα προερχόμενα από τη γεωργία, συμπεριλαμβανομένης της υδατοκαλλιέργειας και της μελισσοκομίας, τα οποία παρατίθενται στο παράρτημα I της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Επιπλέον, θα πρέπει να καλύπτει μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα για χρήση ως τρόφιμα ή ζωοτροφές, δεδομένου ότι η διάθεση των εν λόγω προϊόντων στο εμπόριο ως βιολογικών προϊόντων παρέχει μείζονες δυνατότητες εμπορικής διάθεσης των γεωργικών προϊόντων και διασφαλίζει ότι προβάλλεται στους καταναλωτές η βιολογική προέλευση των γεωργικών προϊόντων των οποίων έγινε η μεταποίηση. Ομοίως, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει και ορισμένα άλλα προϊόντα που συνδέονται με τα γεωργικά προϊόντα κατά τρόπο παρεμφερή με τα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα για χρήση ως τρόφιμα ή ζωοτροφές, διότι τα άλλα αυτά προϊόντα είτε προσφέρουν μείζονα δυνατότητα εμπορικής διάθεσης των γεωργικών προϊόντων είτε συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας. Τέλος, στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να περιληφθεί και το θαλάσσιο άλας και άλλα άλατα χρησιμοποιούμενα ως τρόφιμα και ζωοτροφές, διότι ενδέχεται να παράγονται με την εφαρμογή τεχνικών φυσικής παραγωγής και διότι η παραγωγή τους συμβάλλει στην ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών· συνεπώς, εμπίπτει στους στόχους του παρόντος κανονισμού. Για λόγους σαφήνειας, τα προαναφερόμενα άλλα προϊόντα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I ΣΛΕΕ, ενδείκνυται να παρατίθενται σε παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(11)

Για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις κατά το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (15). Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλισθεί ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματική πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(12)

Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη νέες μέθοδοι παραγωγής, νέα υλικά ή διεθνείς δεσμεύσεις, είναι σκόπιμο να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις για την επαύξηση του καταλόγου άλλων προϊόντων στενά συνδεόμενων με τη γεωργία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(13)

Τα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό αλλά προέρχονται από μη εκτρεφόμενους ιχθύς ή θηράματα δεν θα πρέπει να θεωρούνται βιολογικά δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί πλήρως η παραγωγική τους διαδικασία.

(14)

Λόγω του τοπικού χαρακτήρα των επιχειρήσεων ομαδικής εστίασης, τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη και τα ιδιωτικά συστήματα στον εν λόγω κλάδο θεωρούνται επαρκή για τη διασφάλιση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς. Συνεπώς, τα τρόφιμα που παρασκευάζονται σε εγκαταστάσεις ομαδικής εστίασης δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και συνεπώς δεν θα πρέπει να επισημαίνονται ή να διαφημίζονται με το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(15)

Ερευνητικά έργα έχουν καταδείξει ότι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών είναι καίριας σημασίας για την αγορά των βιολογικών τροφίμων. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, κανόνες που δεν είναι αξιόπιστοι ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εμπιστοσύνη του κοινού και να οδηγήσουν σε αδυναμία της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, η βιώσιμη ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής στην Ένωση θα πρέπει να βασίζεται σε ορθούς κανόνες παραγωγής, εναρμονισμένους σε επίπεδο Ένωσης και οι οποίοι ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των επιχειρήσεων και των καταναλωτών όσον αφορά την ποιότητα των βιολογικών προϊόντων και τη συμμόρφωση με τις αρχές και τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(16)

Ο παρών κανονισμός είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της συναφούς νομοθεσίας, ιδίως στους τομείς της ασφάλειας της τροφικής αλυσίδας, της υγείας και της καλής μεταχείρισης των ζώων, της υγείας των φυτών, του φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, της επισήμανσης και του περιβάλλοντος.

(17)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσφέρει τη βάση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της βιολογικής παραγωγής και τα θετικά της αποτελέσματα στο περιβάλλον, διασφαλίζοντας παράλληλα την ουσιαστική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς βιολογικών προϊόντων και τον θεμιτό ανταγωνισμό, βοηθώντας έτσι τους γεωργούς να επιτύχουν δίκαιο εισόδημα, διασφαλίζοντας την εμπιστοσύνη του καταναλωτή, προστατεύοντας τα συμφέροντα του καταναλωτή και ενθαρρύνοντας τους βραχείς διαύλους διανομής και την τοπική παραγωγή. Οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να επιτευχθούν μέσω της συμμόρφωσης των γενικών και των ειδικών αρχών και των γενικών και των λεπτομερών κανόνων παραγωγής που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή.

(18)

Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των συστημάτων βιολογικής παραγωγής, η επιλογή των φυτικών ποικιλιών θα πρέπει να επικεντρώνεται στη γεωπονική απόδοση, τη γενετική ποικιλομορφία, την αντοχή στις ασθένειες, τη μακροβιότητα και την προσαρμογή σε ποικίλες τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες και τον σεβασμό στους φυσικούς αναστολείς διασταύρωσης.

(19)

Ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής θεωρείται μεγαλύτερος σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις που περιλαμβάνουν μονάδες των οποίων η διαχείριση δεν διέπεται από τους εν λόγω κανόνες. Ως εκ τούτου, μετά την παρέλευση κατάλληλης περιόδου μετατροπής, η διαχείριση όλων των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ένωση που στρέφονται στη βιολογική παραγωγή θα πρέπει να συνάδει ως προς όλα με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στη βιολογική παραγωγή. Ωστόσο, οι εκμεταλλεύσεις που περιλαμβάνουν μονάδες οι οποίες τελούν υπό διαχείριση βάσει κανόνων βιολογικής παραγωγής και μονάδες οι οποίες τελούν υπό διαχείριση βάσει κανόνων μη βιολογικής παραγωγής, θα πρέπει να επιτρέπονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις στις οποίες συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σαφής και ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ των μονάδων βιολογικής, υπό μετατροπή και μη βιολογικής παραγωγής, καθώς και των προϊόντων που παράγουν οι εν λόγω μονάδες.

(20)

Δεδομένου ότι η χρήση εξωτερικών εισροών θα πρέπει να είναι περιορισμένη στο πλαίσιο της βιολογικής παραγωγής, ορισμένοι σκοποί θα πρέπει να προσδιορίζονται για τους οποίους ορισμένα προϊόντα και ουσίες χρησιμοποιούνται συχνά στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων ή μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων. Όταν χρησιμοποιούνται κανονικά για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, η χρήση των προϊόντων ή των ουσιών θα πρέπει να επιτρέπεται μόνον εφόσον έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, η εν λόγω έγκριση που χορηγείται θα πρέπει, να ισχύει μόνον εφόσον η χρήση των εν λόγω εξωτερικών προϊόντων δεν απαγορεύεται για τη μη βιολογική παραγωγή από το δίκαιο της Ένωσης ή από το εθνικό δίκαιο που βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης. Η χρήση προϊόντων ή ουσιών που περιέχουν ή εκ των οποίων αποτελούνται τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, πλην των δραστικών ουσιών, θα πρέπει να επιτρέπονται στη βιολογική παραγωγή, εφόσον επιτρέπεται η χρήση τους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) και εφόσον η διάθεση στην αγορά των εν λόγω φυτοπροστατευτικών προϊόντων ή η χρήση των εν λόγω φυτοπροστατευτικών προϊόντων δεν απαγορεύονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.

(21)

Όταν το σύνολο της εκμετάλλευσης ή τμήματα της εκμετάλλευσης προορίζονται για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, θα πρέπει να υπόκεινται σε περίοδο μετατροπής κατά την οποία η διαχείρισή τους διέπεται από κανόνες βιολογικής παραγωγής, αλλά δεν μπορούν να παραγάγουν βιολογικά προϊόντα. Τα προϊόντα θα πρέπει να επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά ως βιολογικά προϊόντα μόνον μετά την παρέλευση της περιόδου μετατροπής. Η περίοδος αυτή δεν θα πρέπει να αρχίζει προτού ο γεωργός ή επιχείρηση που παράγει φύκη ή ζώα υδατοκαλλιέργειας κοινοποιήσουν την εν λόγω μετατροπή σε βιολογική παραγωγή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η εκμετάλλευση και ως εκ τούτου υπόκειται στο σύστημα ελέγχου το οποίο πρόκειται να συσταθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) και του παρόντος κανονισμού. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να αναγνωρίσουν αναδρομικά περιόδους πριν από την ημερομηνία κοινοποίησης ως περιόδους μετατροπής μόνον εφόσον η εκμετάλλευση ή τα σχετικά τμήματά της έχουν υπαχθεί σε γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα με τη στήριξη ενωσιακών πόρων ή εφόσον είναι φυσικές ή γεωργικές εκτάσεις στις οποίες επί διάστημα τουλάχιστον τριών ετών δεν είχαν γίνει επεμβάσεις με προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή.

(22)

Προκειμένου να διασφαλισθούν η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή, και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά περαιτέρω κανόνες σχετικά με τον διαχωρισμό εκμεταλλεύσεων σε βιολογικές, υπό μετατροπή και μη βιολογικές μονάδες παραγωγής.

(23)

Η χρήση ιοντίζουσας ακτινοβολίας, η κλωνοποίηση ζώων και τα ζώα με τεχνητή πολυπλοειδία ή οι γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί («ΓΤΟ») καθώς και προϊόντα που παράγονται από ή με ΓΤΟ, δεν συμβιβάζεται με την έννοια της βιολογικής παραγωγής και με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές τα βιολογικά προϊόντα. Η εν λόγω χρήση θα πρέπει ως εκ τούτου να απαγορεύεται στη βιολογική παραγωγή.

(24)

Προς υποστήριξη και διευκόλυνση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα σε κάθε στάδιο της παραγωγής, παρασκευής και διανομής, κατά περίπτωση, ούτως ώστε να διασφαλίζονται η διατήρηση της βιοποικιλότητας και η ποιότητα του εδάφους, να προλαμβάνονται και να ελέγχονται επιβλαβείς οργανισμοί και ασθένειες και να αποφεύγονται επιπτώσεις στο περιβάλλον, στην υγεία των ζώων και των φυτών. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν, κατά περίπτωση, αναλογικά μέτρα προφύλαξης τα οποία έχουν υπό έλεγχο προκειμένου να αποφεύγεται η επιμόλυνση από προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή δυνάμει του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να αποφεύγεται η ανάμειξη βιολογικών, υπό μετατροπή και μη βιολογικών προϊόντων.

(25)

Τα προϊόντα που παράγονται κατά την περίοδο μετατροπής δεν θα πρέπει να διατίθενται στην αγορά ως βιολογικά προϊόντα. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος σύγχυσης και παραπλάνησης των καταναλωτών, τα εν λόγω προϊόντα δεν θα πρέπει, επίσης, να διατίθενται στο εμπόριο ως προϊόντα υπό μετατροπή, εκτός από την περίπτωση του φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, των προϊόντων τροφίμων φυτικής προέλευσης και ζωοτροφών φυτικής προέλευσης που έχουν μόνον ένα συστατικό γεωργικής καλλιέργειας, και σε κάθε περίπτωση υπό τον όρο ότι έχει τηρηθεί περίοδος μετατροπής τουλάχιστον 12 μηνών πριν από τη συγκομιδή.

(26)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τους κανόνες μετατροπής για επιπλέον ζωικά είδη.

(27)

Θα πρέπει να καθοριστούν λεπτομερείς κανόνες παραγωγής τόσο για τη φυτική και ζωική παραγωγή όσο και για την παραγωγή από υδατοκαλλιέργειες, στους οποίους θα συμπεριλαμβάνονται κανόνες για τη συλλογή άγριων φυτών και φυκών, καθώς και κανόνες για την παραγωγή μεταποιημένων τροφίμων και ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων του οίνου και της μαγιάς που χρησιμοποιούνται ως τρόφιμα ή ζωοτροφές, ώστε να εξασφαλιστούν η εναρμόνιση και η συμμόρφωση των στόχων και των αρχών της βιολογικής παραγωγής.

(28)

Λαμβανομένου υπόψη ότι η βιολογική φυτική παραγωγή βασίζεται στη θρέψη των φυτών κατ’ εξοχήν μέσω του εδαφικού οικοσυστήματος, τα φυτά θα πρέπει να παράγονται επί ή εντός ζωντανού εδάφους σε συνδυασμό με το υπέδαφος και το μητρικό πέτρωμα. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η υδροπονική παραγωγή, ούτε η καλλιέργεια φυτών σε δοχεία, σάκους ή παρτέρια όπου οι ρίζες δεν έρχονται σε επαφή με το ζωντανό έδαφος.

(29)

Ωστόσο θα πρέπει να επιτρέπονται ορισμένες καλλιεργητικές πρακτικές οι οποίες δεν είναι εδαφικές, όπως η παραγωγή σπόρων με φύτρο ή κεφαλών κιχωρίου και η παραγωγή καλλωπιστικών φυτών και βοτάνων σε γλάστρες που πωλούνται μέσα σε γλάστρες στους καταναλωτές, στις οποίες δεν βρίσκει προσαρμογή η αρχή της εδαφικής φυτοκαλλιέργειας ή σχετικά με τις οποίες δεν υπάρχει κίνδυνος να παραπλανηθεί ο καταναλωτής όσον αφορά τη μέθοδο παραγωγής τους. Προκειμένου να διευκολυνθεί η βιολογική παραγωγή σε πρωιμότερο στάδιο ανάπτυξης των φυτών, θα πρέπει επίσης να επιτρέπεται η καλλιέργεια σποροφύτων ή μοσχευμάτων σε εμπορευματοκιβώτια για περαιτέρω μεταφύτευση.

(30)

Η αρχή της εδαφικής φυτοκαλλιέργειας και η καλλιέργεια των φυτών πρωτίστως μέσω του εδαφικού οικοσυστήματος καθιερώθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007. Ορισμένες επιχειρήσεις, ωστόσο, έχουν αναπτύξει οικονομική δραστηριότητα με καλλιέργεια φυτών σε «οριοθετημένα πλαίσια» και έχουν πιστοποιηθεί ως βιολογικές βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 από τις εθνικές αρχές τους. Στις 28 Ιουνίου 2017 συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας ότι η βιολογική παραγωγή θα πρέπει να βασίζεται στην καλλιέργεια των φυτών πρωτίστως μέσω του εδαφικού οικοσυστήματος και να είναι εδαφική και ότι η καλλιέργεια φυτών σε οριοθετημένα πλαίσια δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται μετά από αυτήν την ημερομηνία. Προκειμένου να δοθεί στις εν λόγω επιχειρήσεις που έχουν αναπτύξει την εν λόγω οικονομική δραστηριότητα έως αυτήν την ημερομηνία η δυνατότητα να προσαρμοσθούν, θα πρέπει να τους επιτραπεί να διατηρήσουν τις επιφάνειες παραγωγής τους, εάν έχουν πιστοποιηθεί από τις εθνικές τους αρχές ως βιολογικές δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 πριν από τη συγκεκριμένη ημερομηνία για περίοδο 10 επιπλέον ετών, από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Βάσει των πληροφοριών που έχουν παράσχει τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, η δραστηριότητα αυτή είχε εγκριθεί στην Ένωση πριν από τις 28 Ιουνίου 2017 μόνο στη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με τη χρήση των οριοθετημένων πλαισίων στη βιολογική γεωργία η οποία πρόκειται να δημοσιευτεί πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(31)

Η βιολογική φυτική παραγωγή θα πρέπει να συνεπάγεται την εφαρμογή τεχνικών παραγωγής που αποτρέπουν ή ελαχιστοποιούν τη συμβολή στη μόλυνση του περιβάλλοντος.

(32)

Ενώ η μη βιολογική γεωργία έχει περισσότερα εξωτερικά μέσα προσαρμογής στο περιβάλλον ώστε να επιτυγχάνει τη βέλτιστη ανάπτυξη των καλλιεργειών, τα συστήματα βιολογικής φυτικής παραγωγής έχουν ανάγκη φυτικού αναπαραγωγικού υλικού που είναι προσαρμόσιμο όσον αφορά την αντοχή στις ασθένειες, τις ποικίλες τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες και τις ιδιαίτερες καλλιεργητικές πρακτικές της βιολογικής γεωργίας που συμβάλλουν στην ανάπτυξη του τομέα βιολογικών προϊόντων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να αναπτυχθεί βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό κατάλληλο για τη βιολογική γεωργία.

(33)

Όσον αφορά τη διαχείριση και τη λίπανση του εδάφους, θα πρέπει να καθοριστούν οι επιτρεπόμενες καλλιεργητικές πρακτικές στο πλαίσιο της βιολογικής φυτικής παραγωγής και θα πρέπει να θεσπισθούν προϋποθέσεις για τη χρήση λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους.

(34)

Η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων θα πρέπει να περιοριστεί σημαντικά. Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στα μέτρα που εμποδίζουν τη ζημιά που προκαλείται από επιβλαβείς οργανισμούς και ζιζάνια μέσω τεχνικών που δεν συνεπάγονται τη χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, όπως η αμειψισπορά. Η παρουσία επιβλαβών οργανισμών και ζιζανίων θα πρέπει να παρακολουθείται ώστε να διαπιστώνεται εάν η πιθανή παρέμβαση είναι οικονομικά και οικολογικά δικαιολογημένη. Ωστόσο, η χρήση ορισμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων θα πρέπει να επιτρέπεται μόνον εάν οι εν λόγω τεχνικές δεν παρέχουν επαρκή προστασία και εφόσον τα συγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, αφού ελεγχθεί και βρεθεί ότι συνάδουν με τους στόχους και τις αρχές της βιολογικής παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που τα εν λόγω προϊόντα έχουν εγκριθεί υπό την προϋπόθεση περιοριστικών όρων χρήσης και συνακολούθως έχουν εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(35)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά ορισμένες παρεκκλίσεις, τη χρήση υπό μετατροπή ή μη βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων με άλλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, περαιτέρω μέτρα διαχείρισης επιβλαβών οργανισμών και ζιζανίων και περαιτέρω λεπτομερείς κανόνες και καλλιεργητικές πρακτικές για συγκεκριμένα φυτά και φυτική παραγωγή.

(36)

Η έρευνα στην Ένωση όσον αφορά το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό που δεν πληροί τον ορισμό της ποικιλίας από την άποψη της ομοιομορφίας δείχνει ότι είναι δυνατόν να προκύψουν οφέλη από τη χρήση του εν λόγω ποικίλου υλικού, ιδίως όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή, παραδείγματος χάριν για να περιορισθεί η εξάπλωση ασθενειών, να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα και η αυξανόμενη βιοποικιλότητα.

(37)

Κατά συνέπεια, φυτικό αναπαραγωγικό υλικό που δεν ανήκει σε ποικιλία, αλλά ανήκει μάλλον σε ομάδα φυτών εντός μιας βοτανικής ταξινομικής μονάδας με υψηλό επίπεδο γενετικής και φαινοτυπικής ποικιλομορφίας μεταξύ μεμονωμένων αναπαραγωγικών μονάδων, θα πρέπει να είναι διαθέσιμο για χρήση στη βιολογική παραγωγή.

Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να διαθέτουν στο εμπόριο φυτικό αναπαραγωγικό υλικό από βιολογικό ετερογενές υλικό χωρίς να συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις καταχώρισης και χωρίς να συμμορφώνονται προς τις κατηγορίες πιστοποίησης προβασικού, βασικού και πιστοποιημένου υλικού, ή προς τις απαιτήσεις για άλλες κατηγορίες, όπως ορίζουν οι οδηγίες του Συμβουλίου 66/401/ΕΟΚ (18), 66/402/ΕΟΚ (19), 68/193/ΕΟΚ (20), 98/56/ΕΚ (21), 2002/53/ΕΚ (22), 2002/54/ΕΚ (23), 2002/55/ΕΚ (24), 2002/56/ΕΚ (25), 2002/57/ΕΚ (26), 2008/72/ΕΚ (27) και 2008/90/ΕΚ (28) ή πράξεις που έχουν εγκριθεί δυνάμει των εν λόγω οδηγιών.Η εν λόγω διάθεση στο εμπόριο θα πρέπει να λαμβάνει χώρα κατόπιν κοινοποίησης στους υπεύθυνους φορείς που αναφέρονται στις οδηγίες αυτές και, αφού η Επιτροπή θεσπίσει εναρμονισμένες απαιτήσεις για το εν λόγω υλικό, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω υλικό συμμορφώνεται προς αυτές τις απαιτήσεις.

(38)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, καθώς και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τη θέσπιση κανόνων για την παραγωγή και την εμπορία φυτικού αναπαραγωγικού υλικού από βιολογικό ετερογενές υλικό συγκεκριμένων γενών ή ειδών.

(39)

Με στόχο την ανταπόκριση στις ανάγκες των παραγωγών βιολογικών προϊόντων, την προαγωγή της έρευνας και την ανάπτυξη βιολογικών ποικιλιών κατάλληλων για τη βιολογική παραγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες ανάγκες και στόχους της βιολογικής γεωργίας όπως η ενίσχυση της γενετικής ποικιλομορφίας, η αντοχή στις ασθένειες ή η ανοχή και η προσαρμογή έναντι των διαφορετικών τοπικών εδαφικών και κλιματικών συνθηκών, θα πρέπει να διοργανωθεί προσωρινό πείραμα σύμφωνα με τις οδηγίες 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 2002/53/ΕΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ, 2002/57/ΕΚ, 2008/72/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ. Το εν λόγω προσωρινό πείραμα θα πρέπει να διενεργείται επί χρονικό διάστημα επταετίας, θα πρέπει να περιλαμβάνει επαρκείς ποσότητες του φυτοπαραγωγικού υλικού και θα πρέπει να υπόκειται σε υποβολή ετήσιων εκθέσεων. Θα πρέπει να βοηθήσει ώστε να καθορισθούν τα κριτήρια για την περιγραφή των χαρακτηριστικών του εν λόγω υλικού και ο ορισμός των όρων παραγωγής και εμπορίας του συγκεκριμένου υλικού.

(40)

Δεδομένου ότι η ζωική παραγωγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διαχείριση της γεωργικής γης, όπου η κόπρος χρησιμοποιείται ως λίπασμα για την καλλιέργεια των φυτών, θα πρέπει να απαγορεύεται η άνευ εκτάσεων ζωική παραγωγή εκτός από την περίπτωση της μελισσοκομίας. Κατά την επιλογή φυλών, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η επιλογή των χαρακτηριστικών που είναι σημαντικά για τη βιολογική γεωργία, όπως ο μεγάλος βαθμός γενετικής ποικιλομορφίας, η ικανότητα προσαρμογής στις τοπικές συνθήκες και η αντοχή στις ασθένειες.

(41)

Τα ζώα βιολογικής εκτροφής δεν είναι πάντοτε διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες των γεωργών οι οποίοι επιθυμούν να συγκροτήσουν αγέλη ή κοπάδι για πρώτη φορά ή να αυξήσουν ή να ανανεώσουν το ζωικό τους κεφάλαιο. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα πρέπει επομένως να είναι δυνατή η εισαγωγή ζώων που δεν έχουν εκτραφεί με βιολογική μέθοδο σε μονάδα βιολογικής παραγωγής.

(42)

Τα ζώα θα πρέπει να τρέφονται με υλικά ζωοτροφών που παράγονται σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής παραγωγής και προέρχονται κατά προτίμηση από την ιδία εκμετάλλευση του γεωργού, με βάση τις φυσιολογικές ανάγκες των ζώων. Ωστόσο, οι γεωργοί θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν επίσης υπό μετατροπή ζωοτροφές προερχόμενες από τη δική τους εκμετάλλευση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Επιπλέον, για να ικανοποιηθούν οι βασικές διατροφικές ανάγκες των ζώων, οι γεωργοί θα πρέπει να επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ορισμένα υλικά ζωοτροφών μικροβιακής ή ανόργανης προέλευσης ή ορισμένες πρόσθετες ύλες ζωοτροφών και τεχνολογικά βοηθήματα με σαφώς προσδιορισμένους όρους.

(43)

Η μέριμνα για την υγεία των ζώων θα πρέπει να βασίζεται κυρίως στην πρόληψη των ασθενειών. Θα πρέπει ακόμη να λαμβάνονται ειδικά μέτρα καθαρισμού και απολύμανσης. Η προληπτική χρήση συνθετικών αλλοπαθητικών φαρμακευτικών σκευασμάτων, συμπεριλαμβανομένων των αντιβιοτικών, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στη βιολογική παραγωγή. Σε περιπτώσεις ασθενείας ή τραύματος ζώου που απαιτούν άμεση θεραπευτική αγωγή, η χρήση αυτών των προϊόντων θα πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για την αποκατάσταση της καλής διαβίωσης του ζώου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, για να διασφαλισθεί η πληρότητα της βιολογικής παραγωγής προς όφελος των καταναλωτών, η επίσημη περίοδος απόσυρσης μετά τη χρήση των εν λόγω φαρμάκων, κατά τα προβλεπόμενα στη συναφή νομοθεσία της Ένωσης, θα πρέπει να είναι διπλάσια της κανονικής περιόδου απόσυρσης και να έχει ελάχιστη διάρκεια 48 ωρών.

(44)

Οι συνθήκες σταβλισμού και οι κτηνοτροφικές πρακτικές για τα ζώα βιολογικής εκτροφής θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις συμπεριφορικές ανάγκες των ζώων και θα πρέπει να εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο καλής διαβίωσης των ζώων, ορισμένες περιπτώσεις του οποίου θα πρέπει να υπερβαίνουν τα ενωσιακά πρότυπα καλής διαβίωσης των ζώων που εφαρμόζονται στη ζωική παραγωγή γενικότερα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ζώα θα πρέπει να έχουν μόνιμη πρόσβαση σε υπαίθριους χώρους για άσκηση. Η ταλαιπωρία, ο πόνος ή η αγωνία των ζώων θα πρέπει να αποφεύγονται, ή θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστον σε κάθε στάδιο της ζωής των ζώων. Η πρόσδεση και οι ακρωτηριασμοί, όπως η κοπή της ουράς των προβάτων, η αποτομή του ράμφους κατά τις τρεις πρώτες ημέρες ζωής και η αποκεράτωση, θα πρέπει να είναι δυνατοί μόνο σε περίπτωση που τους επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές και μόνο υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(45)

Δεδομένου ότι η βιολογική παραγωγή είναι περισσότερο ανεπτυγμένη για τα βοοειδή, τα προβατοειδή, τα αιγοειδή, τα ιπποειδή, τα ελαφοειδή και τα χοιροειδή, καθώς και για τα πουλερικά, τα κουνέλια και τις μέλισσες, θα πρέπει να εφαρμόζονται επιπρόσθετοι λεπτομερείς κανόνες παραγωγής στα εν λόγω είδη. Για τα εν λόγω είδη είναι απαραίτητο να καθορίσει η Επιτροπή ορισμένες απαιτήσεις οι οποίες είναι σημαντικές για την παραγωγή των εν λόγω ζώων, όπως απαιτήσεις για την πυκνότητα, το ελάχιστο εμβαδόν επιφανείας και τα χαρακτηριστικά, καθώς και τις τεχνικές απαιτήσεις του σταβλισμού. Για τα υπόλοιπα είδη, τέτοιες απαιτήσεις θα πρέπει να καθορισθούν όταν ισχύσουν και για τα εν λόγω είδη επιπρόσθετοι λεπτομερείς κανόνες παραγωγής.

(46)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τη μείωση των παρεκκλίσεων σχετικά με την προέλευση των ζώων, το όριο του οργανικού αζώτου που συνδέεται με τη συνολική πυκνότητα των ζώων, τη διατροφή των πληθυσμών μελισσών, την αποδεκτή επεξεργασία για την απολύμανση των μελισσιών, τις μεθόδους και επεξεργασίες κατά της βαρροϊκής ακαρίασης και λεπτομερείς κανόνες ζωικής παραγωγής για περαιτέρω είδη.

(47)

Στον παρόντα κανονισμό αποτυπώνονται οι στόχοι της νέας κοινής αλιευτικής πολιτικής όσον αφορά την υδατοκαλλιέργεια, η οποία διαδραματίζει καίριο ρόλο στην εξασφάλιση διατηρήσιμης επισιτιστικής ασφάλειας σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς και στην ανάπτυξη και την απασχόληση, μειώνοντας παράλληλα τις ασκούμενες πιέσεις στα αποθέματα μη εκτρεφόμενων ιχθύων, στο πλαίσιο της αυξανόμενης παγκόσμιας ζήτησης σε θαλάσσια προϊόντα διατροφής. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 29ης Απριλίου 2013 σχετικά με τις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές για τη βιώσιμη ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ, επισημαίνονται οι κυριότερες προκλήσεις που εγείρονται για την υδατοκαλλιέργεια στην Ένωση, καθώς και οι δυνατότητες ανάπτυξής της. Η εν λόγω ανακοίνωση χαρακτηρίζει τη βιολογική υδατοκαλλιέργεια ως πολλά υποσχόμενο τομέα και υπογραμμίζει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τη βιολογική πιστοποίηση.

(48)

Η βιολογική υδατοκαλλιέργεια είναι σχετικά νέος τομέας της βιολογικής παραγωγής σε σύγκριση με τη βιολογική γεωργία, όπου υπάρχει μακρά πείρα σε επίπεδο εκμετάλλευσης. Δεδομένου του αυξανόμενου ενδιαφέροντος των καταναλωτών για τα προϊόντα βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω το ποσοστό μονάδων υδατοκαλλιέργειας που στρέφονται προς τη βιολογική παραγωγή. Αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της πείρας, των τεχνικών γνώσεων και της ανάπτυξης, με βελτιώσεις στη βιολογική παραγωγή οι οποίες θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στους κανόνες παραγωγής.

(49)

Η βιολογική υδατοκαλλιέργεια θα πρέπει να βασίζεται στην εκτροφή νέων ζώων που προέρχονται από μονάδες βιολογικής παραγωγής. Τα ζώα βιολογικής υδατοκαλλιέργειας προς αναπαραγωγή ή εκτροφή δεν είναι πάντοτε διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα ώστε να καλύψουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων παραγωγής ζώων υδατοκαλλιέργειας. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα πρέπει να είναι δυνατή η εισαγωγή αλιευμένων αγρίων ζώων ή ζώων μη βιολογικής υδατοκαλλιέργειας σε μονάδα βιολογικής παραγωγής.

(50)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τις ζωοτροφές για τα ζώα υδατοκαλλιέργειας και την κτηνιατρική περίθαλψη των εν λόγω ζώων και όσον αφορά λεπτομερείς όρους για τη διαχείριση των γεννητόρων, την αναπαραγωγή και την παραγωγή νεαρών ζώων.

(51)

Οι επιχειρήσεις παραγωγής βιολογικών τροφίμων ή ζωοτροφών θα πρέπει να ακολουθούν τις ενδεδειγμένες διαδικασίες με βάση τον συστηματικό προσδιορισμό των κρίσιμων σταδίων μεταποίησης, για να εξασφαλιστεί ότι τα παραγόμενα μεταποιημένα προϊόντα είναι σύμφωνα με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής. Τα μεταποιημένα βιολογικά προϊόντα θα πρέπει να παράγονται χρησιμοποιώντας μεθόδους μεταποίησης που εγγυώνται τη διατήρηση των βιολογικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων των προϊόντων σε όλα τα στάδια της βιολογικής παραγωγής.

(52)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με τη σύνθεση των μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων και ζωοτροφών. Ειδικότερα, τα εν λόγω τρόφιμα θα πρέπει να παράγονται κατά κύριο λόγο από γεωργικά συστατικά ή από άλλα συστατικά που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και είναι βιολογικά, με περιορισμένη δυνατότητα χρήσης ορισμένων μη βιολογικών γεωργικών συστατικών που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Επιπλέον, στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων και ζωοτροφών θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση μόνον ορισμένων προϊόντων και ουσιών που εγκρίνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(53)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά μέτρα προφύλαξης και προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από επιχειρήσεις παραγωγής μεταποιημένων τροφίμων ή ζωοτροφών, αναφορικά με τον τύπο και τη σύνθεση των προϊόντων και ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται σε μεταποιημένα τρόφιμα καθώς και τους όρους βάσει των οποίων δύνανται να χρησιμοποιούνται, και αναφορικά με τον υπολογισμό του ποσοστού γεωργικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των προσθέτων που επιτρέπονται για χρήση στη βιολογική παραγωγή και θεωρούνται γεωργικά συστατικά για τον υπολογισμό του ποσοστού που πρέπει να επιτευχθεί προκειμένου να περιγραφεί το προϊόν ως βιολογικό στην περιγραφή πώλησης.

(54)

Ο βιολογικός οίνος θα πρέπει να υπόκειται στους σχετικούς κανόνες περί μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων. Ωστόσο, επειδή ο οίνος αποτελεί ειδική και σημαντική κατηγορία των βιολογικών προϊόντων, θα πρέπει να θεσπισθούν επιπρόσθετοι λεπτομερείς κανόνες παραγωγής ειδικά για τον βιολογικό οίνο. Ο βιολογικός οίνος θα πρέπει να παράγεται εξολοκλήρου από βιολογικές πρώτες ύλες και θα πρέπει να επιτρέπεται η προσθήκη μόνον ορισμένων προϊόντων και ουσιών που εγκρίνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η χρήση ορισμένων οινολογικών πρακτικών, επεξεργασιών και μεθόδων στην παραγωγή βιολογικού οίνου θα πρέπει να απαγορεύεται. Άλλες πρακτικές, επεξεργασίες και μέθοδοι θα πρέπει να επιτρέπονται υπό σαφώς προσδιορισμένες συνθήκες.

(55)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τον προσδιορισμό περαιτέρω απαγορευμένων οινολογικών πρακτικών, μεθόδων και διεργασιών και όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου επιτρεπόμενων οινολογικών πρακτικών, μεθόδων και διεργασιών.

(56)

Αρχικά, η μαγιά δεν χαρακτηριζόταν ως συστατικό γεωργικής προέλευσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 και, ως εκ τούτου, δεν συνυπολογιζόταν στη γεωργική σύνθεση των βιολογικών προϊόντων. Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 889/2008 της Επιτροπής (29) εισήγαγε την υποχρέωση αντιμετώπισης της μαγιάς και των προϊόντων μαγιάς ως συστατικών γεωργικής προέλευσης για τους σκοπούς της βιολογικής παραγωγής από τις 31 Δεκεμβρίου 2013. Κατά συνέπεια, από 1ης Ιανουαρίου 2021, μόνον υποστρώματα βιολογικής παραγωγής θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στην παραγωγή βιολογικής μαγιάς προς χρήση ως τρόφιμο ή ζωοτροφή. Επιπλέον, θα πρέπει να είναι συγκεκριμένα τα προϊόντα και οι ουσίες που μπορούν να χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, παρασκευή και μορφοποίησή της.

(57)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα, η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά επιπρόσθετους λεπτομερείς κανόνες για την παραγωγή μαγιάς.

(58)

Ενώ ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εναρμονίσει τους κανόνες βιολογικής παραγωγής στην Ένωση για όλα τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και θα πρέπει να καθορίσει λεπτομερείς κανόνες παραγωγής για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων, η θέσπιση ορισμένων κανόνων παραγωγής, όπως οι επιπρόσθετοι λεπτομερείς κανόνες παραγωγής για περαιτέρω ζωικά είδη ή προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες για τις οποίες καθορίζονται λεπτομερείς κανόνες παραγωγής στον παρόντα κανονισμό, δεν θα είναι δυνατή παρά σε μεταγενέστερο στάδιο. Ελλείψει τέτοιων κανόνων παραγωγής που ορίζονται σε επίπεδο Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθήσουν να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν εθνικούς κανόνες για την εθνική τους παραγωγή, υπό τον όρο ότι οι κανόνες αυτοί δεν αντιβαίνουν στους κανόνες του παρόντος κανονισμού. Εντούτοις, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εφαρμόζουν τους εν λόγω εθνικούς κανόνες σε προϊόντα που παράγονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, όταν τα εν λόγω προϊόντα συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό. Ελλείψει τέτοιων εθνικών λεπτομερών κανόνων παραγωγής οι επιχειρήσεις θα πρέπει τουλάχιστον να συμμορφώνονται με τους γενικούς κανόνες παραγωγής και με τις αρχές της βιολογικής παραγωγής στον βαθμό που οι εν λόγω κανόνες και αρχές θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στα εν λόγω προϊόντα, κατά τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων στην αγορά με όρους που αναφέρονται στη βιολογική παραγωγή.

(59)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη τυχόν μελλοντικές ανάγκες πρόβλεψης ειδικών κανόνων παραγωγής για προϊόντα των οποίων η παραγωγή δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες ειδικών κανόνων παραγωγής που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό, αλλά και προκειμένου να διασφαλισθεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και, συνακολούθως, η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την παραγωγή καθώς και κανόνων για την υποχρέωση μετατροπής των εν λόγω προϊόντων.

(60)

Εξαιρέσεις από τους κανόνες της βιολογικής παραγωγής θα πρέπει να προβλέπονται μόνον σε περίπτωση καταστροφικών συνθηκών. Προκειμένου να μπορεί να συνεχιστεί ή να ξαναρχίσει η βιολογική παραγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τον καθορισμό των κριτηρίων να προσδιορίσει εάν μία περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί περίπτωση καταστροφικών συνθηκών καθώς και ειδικών κανόνων, μεταξύ άλλων, ενδεχόμενων παρεκκλίσεων από τον παρόντα κανονισμό, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν αυτές τις καταστροφικές συνθήκες και όσον αφορά τις αναγκαίες απαιτήσεις παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων εν προκειμένω.

(61)

Υπό ορισμένους όρους, επιτρέπεται η ταυτόχρονη συλλογή και μεταφορά βιολογικών, υπό μετατροπή και μη βιολογικών προϊόντων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για τον σωστό διαχωρισμό των βιολογικών, των υπό μετατροπή και των μη βιολογικών προϊόντων κατά τον χειρισμό τους και για να αποτραπεί κάθε ανάμειξή τους.

(62)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ακεραιότητα της βιολογικής παραγωγής και η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με τη συσκευασία και τη μεταφορά των βιολογικών προϊόντων.

(63)

Η χρήση στο πλαίσιο της βιολογικής παραγωγής ορισμένων προϊόντων ή ουσιών ως δραστικές ουσίες, προς χρήση σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα, που εμπίπτουν στο πεδίο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, λιπάσματα, βελτιωτικά εδάφους, θρεπτικές ουσίες, μη βιολογικά συστατικά που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων ποικίλης προέλευσης, πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, βοηθητικά μέσα επεξεργασίας και προϊόντα καθαρισμού και απολύμανσης, θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο και να υπόκειται στους συγκεκριμένους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να ακολουθείται όσον αφορά τη χρήση προϊόντων και ουσιών ως πρόσθετων υλών τροφίμων και βοηθητικών μέσων επεξεργασίας και όσον αφορά τη χρήση των μη βιολογικά γεωργικών συστατικών στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων. Ως εκ τούτου, οποιασδήποτε χρήση ανάλογων προϊόντων και ουσιών στη βιολογική παραγωγή γενικότερα και στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, θα πρέπει να προσδιοριστεί με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στον παρόντα κανονισμό αρχών και ορισμένων κριτηρίων.

(64)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα, η ιχνηλασιμότητα και η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή γενικότερα και την παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, καθώς και να εξασφαλιστεί η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά επιπρόσθετα κριτήρια για την έγκριση προϊόντων και ουσιών για χρήση στη βιολογική παραγωγή γενικότερα και στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, καθώς και κριτήρια για την ανάκληση της εν λόγω έγκρισης.

(65)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση σε γεωργικά συστατικά όπου τα εν λόγω συστατικά δεν διατίθενται υπό βιολογική μορφή σε επαρκή ποσότητα για την παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιτρέπουν τη χρήση μη βιολογικών γεωργικών συστατικών, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

(66)

Για την προώθηση της βιολογικής παραγωγής και την κάλυψη της ανάγκης για αξιόπιστα δεδομένα, θα πρέπει να συλλέγονται και να διαδίδονται στους γεωργούς ή τις επιχειρήσεις πληροφορίες και δεδομένα σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά βιολογικού και υπό μετατροπή φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώων βιολογικής εκτροφής και ιχθυδίων βιολογικής υδατοκαλλιέργειας. Για τον εν λόγω σκοπό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν στο έδαφός τους και ενημερώνονται τακτικά βάσεις δεδομένων και συστήματα με τις πληροφορίες αυτές, τις οποίες η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιοποιεί.

(67)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της βιολογικής παραγωγής και να διασφαλισθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε αυτήν τη μέθοδο παραγωγής, είναι αναγκαίο οι επιχειρήσεις να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές ή κατά περίπτωση τις αρχές ελέγχου ή τους φορείς ελέγχου, σχετικά με τις περιπτώσεις υπονοιών μη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, οι οποίες είναι βάσιμες ή δεν μπορούν να αποκλεισθούν, και σχετίζονται με προϊόντα που παράγουν, παρασκευάζουν, εισάγουν ή λαμβάνουν από άλλες επιχειρήσεις. Η υπόνοια μη συμμόρφωσης μπορεί, μεταξύ άλλων, να ανακύπτει εξαιτίας της παρουσίας προϊόντων ή ουσιών που δεν επιτρέπονται για χρήση στην παραγωγή προϊόντος που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ή να διατεθεί στο εμπόριο ως βιολογικό ή υπό μετατροπή προϊόν. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές στις περιπτώσεις όπου είναι σε θέση να τεκμηριώσουν την υπόνοια της μη συμμόρφωσης ή όταν δεν δύνανται να αποκλείσουν την υπόνοια μη συμμόρφωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να διατίθενται στην αγορά ως βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα, εφόσον η υπόνοια μη συμμόρφωσης δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, με τις αρχές ελέγχου ή τους φορείς ελέγχου κατά τον προσδιορισμό και την επαλήθευση των λόγων για αυτές τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης.

(68)

Για να αποφεύγεται η επιμόλυνση της βιολογικής παραγωγής από προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή για ορισμένους σκοπούς για χρήση στη βιολογική παραγωγή, οι επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν αναλογικά και κατάλληλα μέτρα, τα οποία είναι υπό τον έλεγχό τους, για τον εντοπισμό και την αποφυγή των κινδύνων αυτής της επιμόλυνσης. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά και να αναπροσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται.

(69)

Για να διασφαλισθεί εναρμονισμένη προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται ιδίως στην περίπτωση που υπάρχει υπόνοια μη συμμόρφωσης λόγω της παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών σε βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα, και για να αποφευχθεί η αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις, οι αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου θα πρέπει να προβαίνουν σε επίσημη έρευνα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 με στόχο την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για τη βιολογική παραγωγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης λόγω της παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων ή ουσιών, η έρευνα θα πρέπει να προσδιορίζει την πηγή και την αιτία για την παρουσία αυτών των προϊόντων ή ουσιών με σκοπό να εξασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις για τη βιολογική παραγωγή και κυρίως ότι δεν έχουν χρησιμοποιήσει προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή και να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν λάβει αναλογικά και κατάλληλα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή της επιμόλυνσης της βιολογικής παραγωγής από τέτοια προϊόντα και ουσίες. Οι έρευνες αυτές θα πρέπει να είναι αναλογικές με την υπόνοια μη συμμόρφωσης και ως εκ τούτου θα πρέπει να ολοκληρώνονται το συντομότερο δυνατόν εντός εύλογης χρονικής περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη τη διατηρησιμότητα του προϊόντος και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Μπορούν να περιλαμβάνουν οποιανδήποτε μέθοδο και τεχνική επισήμων ελέγχων που θεωρείται κατάλληλη, προκειμένου να αποκλείσουν ή να επιβεβαιώσουν, αποτελεσματικά χωρίς άσκοπη καθυστέρηση, κάθε υπόνοια μη συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ενδεχόμενων σχετικών πληροφοριών που θα επιτρέψουν τον αποκλεισμό ή την επιβεβαίωση οποιασδήποτε υπόνοιας μη συμμόρφωσης χωρίς να γίνει επιτόπια επιθεώρηση.

(70)

Το γεγονός της παρουσίας προϊόντων ή ουσιών που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή σε προϊόντα τα οποία διατίθενται στο εμπόριο ως βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα καθώς και τα σχετικά ειλημμένα μέτρα, θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω παρακολούθησης από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Η Επιτροπή θα πρέπει επομένως να υποβάλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με βάση τις πληροφορίες που συλλέγουν τα κράτη μέλη σχετικά με περιπτώσεις όπου έχει διενεργηθεί έρευνα μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών στη βιολογική παραγωγή. Η εν λόγω έκθεση ενδέχεται να συνοδεύεται, εφόσον κριθεί σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση με σκοπό την περαιτέρω εναρμόνιση.

(71)

Εφόσον δεν υπάρξει περαιτέρω εναρμόνιση, τα κράτη μέλη που έχουν αναπτύξει προσεγγίσεις με στόχο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο προϊόντα, τα οποία περιέχουν ορισμένο επίπεδο προϊόντων ή ουσιών, που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή για ορισμένους σκοπούς, να διατίθενται στο εμπόριο ως βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν τις εν λόγω προσεγγίσεις. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλισθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των βιολογικών και των υπό μετατροπή προϊόντων στην εσωτερική αγορά της Ένωσης, οι εν λόγω προσεγγίσεις δεν θα πρέπει να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντων άλλων κρατών μελών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Οι προσεγγίσεις αυτές θα πρέπει, επομένως, να εφαρμόζονται μόνο για τα προϊόντα που παράγονται στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο επέλεξε να εξακολουθήσει να εφαρμόζει μια τέτοια προσέγγιση. Τα κράτη μέλη που αποφασίζουν να αξιοποιήσουν αυτήν τη δυνατότητα οφείλουν να ενημερώνουν την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

(72)

Πέρα από τις υποχρεώσεις όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι επιχειρήσεις που παράγουν, παρασκευάζουν, εισάγουν ή χρησιμοποιούν βιολογικά και υπό μετατροπή προϊόντα και οι αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό προκειμένου να αποφευχθεί η επιμόλυνση βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων από προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν και άλλα κατάλληλα μέτρα στην επικράτειά τους για την αποφυγή της ακούσιας παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών στη βιολογική γεωργία. Τα κράτη μέλη που αποφασίζουν να αξιοποιήσουν αυτήν τη δυνατότητα οφείλουν να ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη χωρίς καθυστέρηση.

(73)

Τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα θα πρέπει να υπόκεινται, όσον αφορά την επισήμανσή τους, στους γενικούς κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30), και ιδίως στις διατάξεις που αποσκοπούν στην πρόληψη της επισήμανσης η οποία ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση στους καταναλωτές ή να τους παραπλανήσει. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να καθοριστούν στον παρόντα κανονισμό ειδικές διατάξεις σχετικά με την επισήμανση των βιολογικών και των υπό μετατροπή προϊόντων. Θα πρέπει δε να προστατεύουν τόσο τα συμφέροντα των επιχειρήσεων όσον αφορά την ορθή ταυτοποίηση των προϊόντων τους στην αγορά και την εξασφάλιση υγιούς ανταγωνισμού όσο και τα συμφέροντα των καταναλωτών ώστε να μπορούν να επιλέγουν ενήμεροι τα προϊόντα που καταναλώνουν.

(74)

Συνεπώς, οι όροι που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τα βιολογικά προϊόντα θα πρέπει να προστατεύονται σε όλη την έκταση της Ένωσης από τη χρήση τους στην επισήμανση μη βιολογικών προϊόντων ανεξαρτήτως γλώσσας. Η εν λόγω προστασία θα πρέπει επίσης να καλύπτει τα συνήθη παράγωγα ή υποκοριστικά των όρων αυτών, ανεξαρτήτως του εάν χρησιμοποιούνται μόνα ή σε συνδυασμό.

(75)

Τα μεταποιημένα τρόφιμα θα πρέπει να επισημαίνονται ως βιολογικά μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες όλα ή σχεδόν όλα τα συστατικά γεωργικής προέλευσης είναι βιολογικά. Για να ενθαρρυνθεί η χρήση βιολογικών συστατικών, θα πρέπει επίσης να είναι δυνατή η μνεία βιολογικής παραγωγής μόνον στον κατάλογο συστατικών των μεταποιημένων τροφίμων όπου τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, και ειδικότερα ότι το συγκεκριμένο τρόφιμο συμμορφώνεται με ορισμένους κανόνες βιολογικής παραγωγής. Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για την επισήμανση ώστε να μπορούν οι επιχειρήσεις να εντοπίζουν τα βιολογικά συστατικά που χρησιμοποιούνται σε προϊόντα τα οποία αποτελούνται κυρίως από συστατικό προερχόμενο από τη θήρα ή την αλιεία.

(76)

Οι μεταποιημένες ζωοτροφές θα πρέπει να επισημαίνονται ως βιολογικές μόνον όταν όλα ή σχεδόν όλα τα γεωργικής προέλευσης συστατικά είναι βιολογικά.

(77)

Για να υπάρξει σαφήνεια για τους καταναλωτές στο σύνολο της ενωσιακής αγοράς θα πρέπει να καταστεί υποχρεωτικός ο λογότυπος βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για όλα τα προσυσκευασμένα βιολογικά τρόφιμα που παράγονται στην Ένωση. Επιπλέον, θα πρέπει να είναι δυνατή η προαιρετική χρήση του λογοτύπου στην περίπτωση μη προσυσκευασμένων βιολογικών προϊόντων που παράγονται εντός της Ένωσης και στην περίπτωση τυχόν βιολογικών προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες καθώς και για ενημερωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς. Το υπόδειγμα του λογότυπου βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να προσδιοριστεί.

(78)

Ωστόσο, θεωρείται σκόπιμο να περιοριστεί η χρήση του συγκεκριμένου λογότυπου σε προϊόντα που περιέχουν μόνον ή σχεδόν μόνον βιολογικά συστατικά, ώστε να μην παραπλανώνται οι καταναλωτές ως προς τη βιολογική προέλευση του όλου προϊόντος. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση του στην επισήμανση για υπό μετατροπή προϊόντα ή μεταποιημένα προϊόντα στα οποία το βιολογικό κατά βάρος ποσοστό είναι μικρότερο του 95 % των συστατικών γεωργικής προέλευσης.

(79)

Για να αποφεύγεται οιαδήποτε πιθανή σύγχυση μεταξύ των καταναλωτών όσον αφορά την ενωσιακή ή τη μη ενωσιακή προέλευση του προϊόντος, οποτεδήποτε χρησιμοποιείται ο λογότυπος βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον τόπο προέλευσης των γεωργικών πρώτων υλών από τις οποίες αποτελείται το προϊόν. Στο εν λόγω πλαίσιο, θα πρέπει να επιτρέπεται στην ετικέτα των προϊόντων βιολογικής υδατοκαλλιέργειας η χρήση της ένδειξης «υδατοκαλλιέργεια» αντί της ένδειξης «γεωργία».

(80)

Για να εξασφαλιστεί σαφήνεια για τους καταναλωτές και να διασφαλιστεί ότι λαμβάνουν τις δέουσες πληροφορίες, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τη θέσπιση επιπρόσθετων κανόνων σχετικά με την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και, την τροποποίηση του καταλόγου με τους όρους που αφορούν τη βιολογική παραγωγή κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού και την τροποποίηση του λογότυπου βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των συναφών κανόνων.

(81)

Ορισμένα προϊόντα ή ουσίες που χρησιμοποιούνται σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα ή ως λιπάσματα δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει καταρχήν να υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την επισήμανση. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα και ουσίες έχουν σημαντικό ρόλο στη βιολογική γεωργία και η χρήση τους στη βιολογική παραγωγή υπόκειται σε άδεια βάσει του παρόντος κανονισμού, και εφόσον παρουσιάσθηκαν στην πράξη ορισμένες αβεβαιότητες όσον αφορά την επισήμανσή τους ιδίως όσον αφορά τη χρήση όρων που αναφέρονται στη βιολογική παραγωγή. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι, όταν τα εν λόγω προϊόντα ή ουσίες που έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα μπορούν να επισημαίνονται αναλόγως.

(82)

Η βιολογική παραγωγή είναι αξιόπιστη μόνο αν πλαισιώνεται από αποτελεσματική εξακρίβωση και ελέγχους σε όλα τα στάδια παραγωγής, μεταποίησης και διανομής.

(83)

Θα πρέπει να ορισθούν ειδικές απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις που θα διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό. Συγκεκριμένα, ενδείκνυται να προβλεφθούν διατάξεις για την κοινοποίηση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων στις αρμόδιες αρχές και για την καθιέρωση συστήματος πιστοποίησης με σκοπό την ταυτοποίηση των επιχειρήσεων που συμμορφώνονται με τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων. Οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει καταρχήν να εφαρμόζονται επίσης στους υπεργολάβους των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, εκτός εάν η δραστηριότητα υπεργολαβίας έχει ενσωματωθεί πλήρως στην κύρια δραστηριότητα του υπεργολάβου και ελέγχεται στο εν λόγω πλαίσιο. Η διαφάνεια του συστήματος πιστοποίησης θα πρέπει να εξασφαλίζεται με την επιβολή της υποχρέωσης στα κράτη μέλη να δημοσιοποιούν τους καταλόγους των επιχειρήσεων που έχουν κοινοποιήσει τις δραστηριότητές τους και τυχόν τέλη που ενδέχεται να εισπράττονται σε σχέση με τους ελέγχους που πραγματοποιούνται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες που διέπουν τη βιολογική παραγωγή.

(84)

Τα μικρά καταστήματα λιανικής πώλησης, τα οποία δεν πωλούν άλλα βιολογικά προϊόντα εκτός από προσυσκευασμένα βιολογικά προϊόντα παρουσιάζουν σχετικά χαμηλό κίνδυνο μη συμμόρφωσης με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, και δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τυχόν δυσανάλογες επιβαρύνσεις για την πώληση βιολογικών προϊόντων. Τα εν λόγω καταστήματα δεν θα πρέπει, επομένως, να υπόκεινται στις υποχρεώσεις κοινοποίησης και πιστοποίησης, αλλά θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε επίσημους ελέγχους που διενεργούνται για την επαλήθευση τήρησης των κανόνων που διέπουν τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων. Τα μικρά καταστήματα λιανικής πώλησης που πωλούν βιολογικά προϊόντα εκτός συσκευασίας θα πρέπει ομοίως να υπόκειται σε επίσημους ελέγχους, αλλά, προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορία των βιολογικών προϊόντων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν τα καταστήματα αυτά από την υποχρέωση πιστοποίησης των δραστηριοτήτων τους.

(85)

Οι γεωργοί μικρών εκμεταλλεύσεων και οι μικρές επιχειρήσεις παραγωγής φυκών ή ζώων υδατοκαλλιέργειας της Ένωσης βρίσκονται, ο καθένας χωριστά, αντιμέτωποι με σχετικά υψηλές δαπάνες επιθεώρησης και με διοικητικό φόρτο που συνδέεται με την πιστοποίηση των βιολογικών προϊόντων. Ενδείκνυται η καθιέρωση συστήματος ομαδικής πιστοποίησης με στόχο τη μείωση των δαπανών επιθεώρησης και πιστοποίησης και του συναφούς διοικητικού φόρτου, την ενίσχυση των τοπικών δικτύων, τη συμβολή στην εξασφάλιση βελτιωμένων δυνατοτήτων εμπορικής διάθεσης και τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού με επιχειρήσεις τρίτων χωρών. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να εισαχθεί και να προσδιορισθεί η έννοια της «ομάδας επιχειρήσεων» και θα πρέπει να θεσπισθούν κανόνες που να απηχούν τις ανάγκες και το δυναμικό από πλευράς πόρων των γεωργών μικρών εκμεταλλεύσεων και των μικρών επιχειρήσεων.

(86)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα και η διαφάνεια της βιολογικής παραγωγής και της επισήμανσης των βιολογικών προϊόντων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τις απαιτήσεις τήρησης αρχείων από επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων και το υπόδειγμα του πιστοποιητικού συμμόρφωσης.

(87)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική πιστοποίηση ομάδας επιχειρήσεων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τις ευθύνες των επιμέρους μελών των ομάδων επιχειρήσεων, τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής εγγύτητας των μελών της ομάδας τους, και την εγκατάσταση και λειτουργία των συστημάτων τους για τους εσωτερικούς ελέγχους.

(88)

Η βιολογική παραγωγή υπόκειται σε επίσημους ελέγχους ή άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 με σκοπό την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής και της επισήμανσης των βιολογικών προϊόντων. Ωστόσο, εκτός των περιπτώσεων όπου ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμόζονται στη βιολογική παραγωγή επιπρόσθετοι κανόνες επιπλέον όσων ορίζονται σε αυτόν τον κανονισμό όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους και τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών και, κατά περίπτωση, των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου, όσον αφορά τις ενέργειες που οφείλουν να αναλάβουν οι επιχειρήσεις και οι ομάδες επιχειρήσεων, όσον αφορά την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων σχετικών με τους επίσημους ελέγχους και ορισμένων καθηκόντων σχετικών με άλλες επίσημες δραστηριότητες και την εποπτεία τους, και όσον αφορά ενέργειες σε περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες μη συμμόρφωσης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης διάθεσης στην αγορά προϊόντων ως βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων όταν η διαπιστωμένη μη συμμόρφωση θίγει την ακεραιότητα των εν λόγω προϊόντων.

(89)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί ενιαία προσέγγιση στις επικράτειές τους, θα πρέπει μόνον οι αρμόδιες αρχές να παρέχουν κατάλογο μέτρων που πρέπει να ληφθούν για τις περιπτώσεις όπου υπάρχουν υπόνοιες μη συμμόρφωσης ή διαπιστωμένη μη συμμόρφωση.

(90)

Διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή ορισμένων συναφών πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές ελέγχου ή τους φορείς ελέγχου και ορισμένους άλλους φορείς και σχετικά με την ανάληψη δράσης από τέτοιες αρχές και φορείς, επιπρόσθετες στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, θα πρέπει να θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(91)

Προκειμένου να υποστηρίξει τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων προς εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τα ειδικά κριτήρια και προϋποθέσεις για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων που διενεργούνται με στόχο να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής, και η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό και όσον αφορά επιπλέον στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της πιθανότητας μη συμμόρφωσης με βάση την πρακτική εμπειρία.

(92)

Προκειμένου να υποστηρίξει τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων προς εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τους όρους για την ανάθεση καθηκόντων επίσημων ελέγχων και άλλων καθηκόντων επίσημων δραστηριοτήτων σε φορείς ελέγχου, επιπλέον των όρων του παρόντος κανονισμού.

(93)

Η πείρα που αποκτήθηκε από τις ρυθμίσεις σχετικά με τις εισαγωγές βιολογικών προϊόντων στην Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 έχει καταδείξει την ανάγκη επανεξέτασης των εν λόγω ρυθμίσεων, με στόχο την ανταπόκριση στις προσδοκίες των καταναλωτών ότι τα εισαγόμενα βιολογικά προϊόντα συμμορφώνονται προς προδιαγραφές που είναι εξίσου υψηλού επιπέδου σε σύγκριση με τις προδιαγραφές της Ένωσης, καθώς και με στόχο την καλύτερη πρόσβαση των βιολογικών προϊόντων της Ένωσης στη διεθνή αγορά. Επιπλέον, απαιτείται να εξασφαλιστεί σαφήνεια ως προς τους κανόνες που εφαρμόζονται στις εξαγωγές βιολογικών προϊόντων, συγκεκριμένα με την καθιέρωση της έκδοσης πιστοποιητικού εξαγωγής βιολογικών προϊόντων.

(94)

Είναι σκόπιμο να ενισχυθούν περαιτέρω οι διατάξεις οι οποίες διέπουν τις εισαγωγές προϊόντων που συμμορφώνονται με τους ενωσιακούς κανόνες παραγωγής και επισήμανσης στις οποίες βασίζεται ο έλεγχος των επιχειρήσεων από τις αρχές και τους φορείς ελέγχου που αναγνωρίζονται από την Επιτροπή όργανα για τη διενέργεια ελέγχων και πιστοποίησης στον τομέα της βιολογικής παραγωγής σε τρίτες χώρες. Ειδικότερα, θα πρέπει να καθοριστούν απαιτήσεις σχετικά με τους φορείς διαπίστευσης οι οποίοι προβαίνουν σε διαπίστευση φορέων ελέγχου για τους σκοπούς των εισαγωγών συμμορφούμενων βιολογικών προϊόντων στην Ένωση, με σκοπό την εξασφάλιση ισότιμων όρων εποπτείας των φορέων ελέγχου από την Επιτροπή. Περαιτέρω, κρίνεται αναγκαίο να προβλεφθεί για την Επιτροπή η δυνατότητα απευθείας επικοινωνίας με τους φορείς διαπίστευσης και τις αρμόδιες αρχές σε τρίτες χώρες, για την αποδοτικότερη εποπτεία των αρχών και των φορέων ελέγχου αντιστοίχως. Στην περίπτωση των προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες ή τις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης, όπου υπάρχουν ιδιαίτερες κλιματικές και τοπικές συνθήκες, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα της Επιτροπής να χορηγεί ειδικές άδειες για τη χρήση προϊόντων και ουσιών στη βιολογική παραγωγή.

(95)

Θα πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα πρόσβασης βιολογικών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης σε περιπτώσεις που τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες βιολογικής παραγωγής, αλλά προέρχονται από τρίτες χώρες των οποίων τα συστήματα βιολογικής παραγωγής και ελέγχου αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα των αντίστοιχων συστημάτων της Ένωσης. Ωστόσο, η αναγνώριση της ισοδυναμίας τρίτων χωρών, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007, θα πρέπει να χορηγείται μόνον μέσω διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Ένωσης και των αντίστοιχων τρίτων χωρών, ενώ η Ένωση πρέπει επίσης να επιδιώκει την αμοιβαία αναγνώριση ισοδυναμίας.

(96)

Οι τρίτες χώρες που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμες βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 θα πρέπει να συνεχίσουν να αναγνωρίζονται ως τέτοιες δυνάμει του παρόντος κανονισμού, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο κρίνεται αναγκαίο για την εξασφάλιση της ομαλής μετάβασης προς το σύστημα αναγνώρισης μέσω διεθνούς συμφωνίας, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να διασφαλίζουν ότι η βιολογική τους παραγωγή και η εφαρμογή κανόνων ελέγχου που αντιστοιχούν στους ισχύοντες κανόνες της Ένωσης είναι ισοδύναμοι και ότι πληρούν όλες τις απαιτήσεις σχετικά με την εποπτεία της αναγνώρισής τους από την Επιτροπή. Η εποπτεία αυτή θα πρέπει να βασίζεται ειδικότερα στις ετήσιες εκθέσεις που υποβάλλουν οι εν λόγω αναγνωρισμένες τρίτες χώρες στην Επιτροπή.

(97)

Η πείρα που αποκτήθηκε υπό το καθεστώς των αρχών και των φορέων ελέγχου που αναγνωρίζονται από την Επιτροπή για να διενεργούν ελέγχους και να εκδίδουν πιστοποιητικά σε τρίτες χώρες για τους σκοπούς της εισαγωγής προϊόντων ισοδύναμων εγγυήσεων καταδεικνύει ότι οι κανόνες που εφαρμόζουν οι εν λόγω αρχές και φορείς ελέγχου είναι διαφορετικοί, και θα μπορούσαν δύσκολα να χαρακτηριστούν ως ισοδύναμοι των αντίστοιχων κανόνων της Ένωσης. Επιπλέον, ο πολλαπλασιασμός των προτύπων που διέπουν τις αρχές και τους φορείς ελέγχου παρακωλύει τη δέουσα εποπτεία τους εκ μέρους της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταργηθεί το συγκεκριμένο καθεστώς αναγνώρισης ισοδυναμίας. Πλην όμως, θα πρέπει να εκχωρηθεί στις εν λόγω αρχές και τους φορείς ελέγχου επαρκής χρόνος ώστε να είναι σε θέση να προετοιμαστούν για τη χορήγηση αναγνώρισης για τους σκοπούς της εισαγωγής προϊόντων που συνάδουν με τους κανόνες της Ένωσης. Επιπλέον, οι νέοι κανόνες για την αναγνώριση των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου για τους σκοπούς της εισαγωγής συμμορφούμενων προϊόντων θα πρέπει να έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού προκειμένου να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να προετοιμάσει την αναγνώριση των εν λόγω αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου ήδη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(98)

Η διάθεση οποιουδήποτε προϊόντος στην αγορά ως βιολογικό όταν το εν λόγω προϊόν έχει εισαχθεί στην Ένωση βάσει ρυθμίσεων εισαγωγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να πραγματοποιείται με την επιφύλαξη της διαθεσιμότητας των πληροφοριών που απαιτούνται για την εξασφάλιση της ιχνηλασιμότητας του προϊόντος στην τροφική αλυσίδα.

(99)

Για να διασφαλιστεί ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τα έγγραφα που προορίζονται για τις τελωνειακές αρχές σε τρίτες χώρες, ιδίως τα πιστοποιητικά εξαγωγής βιολογικών προϊόντων.

(100)

Για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια της διαδικασίας αναγνώρισης και εποπτείας για τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου στο πλαίσιο των εισαγωγών συμμορφούμενων βιολογικών προϊόντων και η αποτελεσματικότητα, η αποδοτικότητα και η διαφάνεια των ελέγχων των εισαγόμενων προϊόντων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τα πρόσθετα κριτήρια αναγνώρισης των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου στο πλαίσιο των εισαγωγών βιολογικών προϊόντων που συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και επιπλέον κριτήρια για την ανάκληση της αναγνώρισης αυτής, όσον αφορά την άσκηση της εποπτείας των αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου που έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή και όσον αφορά τους ελέγχους και άλλες ενέργειες που πρέπει να εκτελούν οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου για τον σκοπό αυτόν.

(101)

Όταν έχουν εντοπισθεί σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις όσον αφορά την πιστοποίηση ή τους ελέγχους και τις ενέργειες δυνάμει του παρόντος κανονισμού και όταν η αρχή ελέγχου ή ο σχετικός φορέας ελέγχου δεν λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα σε απάντηση αιτήματος της Επιτροπής, η αναγνώριση της εν λόγω αρχής ή του φορέα ελέγχου θα πρέπει να αποσύρεται χωρίς καθυστέρηση.

(102)

Για την εξασφάλιση της διαχείρισης του καταλόγου αναγνωρισμένων τρίτων χωρών ως ισοδυνάμων βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τις πληροφορίες που διαβιβάζουν οι εν λόγω αναγνωρισμένες τρίτες χώρες και είναι απαραίτητες για την εποπτεία της αναγνώρισής τους και την άσκηση της εποπτείας αυτής από την Επιτροπή.

(103)

Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να διασφαλιστεί ότι η κυκλοφορία βιολογικών προϊόντων που συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και που έχουν υποβληθεί σε έλεγχο σε ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να περιοριστεί σε άλλο κράτος μέλος.

(104)

Για τους σκοπούς της λήψης των αξιόπιστων πληροφοριών για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις απαραίτητες πληροφορίες κατά τακτά διαστήματα. Για λόγους σαφήνειας και διαφάνειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν ενημερωμένους καταλόγους των αρμόδιων αρχών, καθώς και των αρχών και των φορέων ελέγχου. Οι κατάλογοι των αρχών και των φορέων ελέγχου θα πρέπει να καθίστανται διαθέσιμοι στο κοινό από τα κράτη μέλη και να δημοσιεύονται από την Επιτροπή.

(105)

Εν όψει της σταδιακής κατάργησης των παρεκκλίσεων σχετικά με τη χρήση μη βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, πουλερικών μη βιολογικής εκτροφής και ζώων μη βιολογικής εκτροφής για αναπαραγωγικούς σκοπούς, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη διαθεσιμότητα του εν λόγω υλικού σε βιολογική μορφή στην αγορά της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτόν και με βάση τα δεδομένα σχετικά με τη διαθεσιμότητα του βιολογικού υλικού που συλλέχθηκαν μέσω της βάσης δεδομένων και των συστημάτων που συγκρότησαν τα κράτη μέλη πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη διαθεσιμότητα και τα αίτια πιθανής περιορισμένης πρόσβασης των επιχειρήσεων βιολογικής παραγωγής στο εν λόγω υλικό.

(106)

Εν όψει της σταδιακής κατάργησης των παρεκκλίσεων σχετικά με τη χρήση μη βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για πουλερικά και χοιροειδή και με βάση τα στοιχεία που παρέχονται κατ’ έτος από τα κράτη μέλη για τη διαθεσιμότητα των εν λόγω πρωτεϊνών ζωοτροφών σε βιολογική μορφή στην αγορά της Ένωσης πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει, έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη διαθεσιμότητα και τα αίτια πιθανής περιορισμένης πρόσβασης των επιχειρήσεων βιολογικής παραγωγής στις εν λόγω βιολογικές πρωτεϊνούχες ζωοτροφές.

(107)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της διαθεσιμότητας στην αγορά βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώων βιολογικής εκτροφής και βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για πουλερικά και χοιροειδή, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τη λήξη ή την παράταση παρεκκλίσεων και αδειών για τη χρήση μη βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώων μη βιολογικής εκτροφής και μη βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για πουλερικά και χοιροειδή.

(108)

Κρίνεται αναγκαία η θέσπιση μέτρων για τη διασφάλιση της ομαλής μετάβασης του νομικού πλαισίου που διέπει τις εισαγωγές και των μετατρεπόμενων βιολογικών προϊόντων στην Ένωση, όπως τροποποιείται στον παρόντα κανονισμό.

(109)

Επιπλέον, θα πρέπει να οριστεί προθεσμία για τη λήξη ισχύος της αναγνώρισης των αρχών και των φορέων ελέγχου ως ισοδυνάμων που παρέχεται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, ενώ θα πρέπει επίσης να προβλεφθούν διατάξεις για την αντιμετώπιση της κατάστασης έως τη λήξη ισχύος της αναγνώρισής τους. Ακόμα, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με τις αιτήσεις τρίτων χωρών για την αναγνώριση ισοδυναμίας οι οποίες έχουν υποβληθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 και οι οποίες βρίσκονται σε εκκρεμότητα κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(110)

Για την εξασφάλιση της διαχείρισης του καταλόγου των αναγνωρισμένων αρχών και φορέων ελέγχου ως ισοδυνάμων βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τις πληροφορίες που οι εν λόγω αρχές και φορείς ελέγχου και θα πρέπει να διαβιβάζουν για την εποπτεία της αναγνώρισής τους, όσον αφορά την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων εποπτείας από την Επιτροπή.

(111)

Για την ευχερέστερη περάτωση της εξέτασης των αιτήσεων αναγνώρισης που υποβάλλουν τρίτες χώρες και βρίσκονται σε εκκρεμότητα κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει ορισμένες πράξεις όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες που κρίνονται αναγκαίοι για την εξέταση των εκκρεμών αιτήσεων από τρίτες χώρες.

(112)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται με σκοπό την αναγνώριση προηγούμενης περιόδου ως μέρους της περιόδου μετατροπής, όσον αφορά την ελάχιστη περίοδο για τη σίτιση των θηλαζόντων ζώων με μητρικό γάλα και ορισμένους τεχνικούς κανόνες για τις συνθήκες σταβλισμού και τις κτηνοτροφικές πρακτικές, όσον αφορά λεπτομερείς κανόνες ανά είδος ή ομάδα ειδών φυκών και ζώων υδατοκαλλιέργειας σχετικά με την πυκνότητα των ζώων και τα ειδικά χαρακτηριστικά των συστημάτων παραγωγής και των συστημάτων συγκράτησης, όσον αφορά τις τεχνικές που επιτρέπονται κατά τη μεταποίηση τροφίμων και ζωοτροφών, των προϊόντων και των ουσιών που μπορούν να χρησιμοποιούνται στη βιολογική παραγωγή γενικότερα και στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, καθώς και την έγκριση ή την ανάκληση των εγκρίσεων, και όσον αφορά τις διαδικασίες για την έγκριση και την κατάρτιση των καταλόγων των εν λόγω προϊόντων και ουσιών και, κατά περίπτωση, την περιγραφή τους, τις απαιτήσεις σύνθεσης και τους όρους χρήσης των εν λόγω προϊόντων.

(113)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τις τεχνικές λεπτομέρειες για τη δημιουργία και τη διατήρηση των βάσεων δεδομένων του εν λόγω καταλόγου για την καταγραφή του διαθέσιμου βιολογικού ή υπό μετατροπή φυτικού αναπαραγωγικού υλικού που λαμβάνεται με τη μέθοδο της βιολογικής παραγωγής, όσον αφορά τις τεχνικές λεπτομέρειες για την εκτέλεση και διατήρηση των συστημάτων για τη διάθεση δεδομένων σχετικά με το βιολογικό ή το υπό μετατροπή φυτικό αναπαραγωγικό υλικό ή τα ζώα βιολογικής εκτροφής ή ιχθύδια βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, και τις προδιαγραφές για τη συλλογή δεδομένων για τον σκοπό αυτόν, όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στα εν λόγω συστήματα και όσον αφορά τις λεπτομέρειες σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν τα κράτη μέλη σχετικά με τις παρεκκλίσεις από τη χρήση βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώων βιολογικής εκτροφής και βιολογικών ζωοτροφών και σχετικά για τη διαθεσιμότητα στην αγορά ορισμένων βιολογικών προϊόντων.

(114)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τα μέτρα που πρόκειται να θεσπισθούν και να επανεξετάζονται από τις επιχειρήσεις για τον εντοπισμό και την αποφυγή των κινδύνων επιμόλυνσης της βιολογικής παραγωγής και των βιολογικών προϊόντων από μη εγκεκριμένα προϊόντα και ουσίες, όσον αφορά τα διαδικαστικά βήματα που πρέπει να γίνουν στην περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης και τα σχετικά έγγραφα, όσον αφορά τη μέθοδο για την ανίχνευση και την αξιολόγηση της παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών, και όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τον μορφότυπο των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάζουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών για την παρουσία μη εγκεκριμένων προϊόντων ή ουσιών.

(115)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τις λεπτομερείς απαιτήσεις για την επισήμανση και τη διαφήμιση ορισμένων προϊόντων υπό μετατροπή, και όσον αφορά τις πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη χρήση, την παρουσίαση, τη σύνθεση και τις διαστάσεις των ενδείξεων που αναφέρονται στους κωδικούς αριθμούς των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου, και τη χρήση, την παρουσίαση, τη σύνθεση και τις διαστάσεις σχετικά με την ένδειξη του τόπου παραγωγής των γεωργικών πρώτων υλών, σχετικά με την απόδοση κωδικών αριθμών στις αρχές και τους φορείς ελέγχου και σχετικά με την ένδειξη του τόπου παραγωγής των γεωργικών πρώτων υλών.

(116)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τις προδιαγραφές σχετικά με τη μορφή και το τεχνικό μέσον με το οποίο οι επιχειρήσεις και οι ομάδες επιχειρήσεων κοινοποιούν σχετικά με τις δραστηριότητες τους προς τις αρμόδιες αρχές, όσον αφορά τους διακανονισμούς της δημοσίευσης των καταλόγων αυτών των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων, όσον αφορά τις διαδικασίες και τους διακανονισμούς της δημοσίευσης των τελών που ενδεχομένως εισπράττονται σε σχέση με τους ελέγχους, όσον αφορά τις λεπτομέρειες και τις προδιαγραφές σχετικά με τη μορφή του πιστοποιητικού για τις επιχειρήσεις και τις ομάδες επιχειρήσεων και το τεχνικό μέσον έκδοσής του, όσον αφορά τη σύνθεση και το μέγεθος ομάδας επιχειρήσεων, όσον αφορά τα σχετικά έγγραφα και συστήματα τήρησης αρχείων, όσον αφορά το σύστημα εσωτερικής ιχνηλασιμότητας και τον κατάλογο των επιχειρήσεων, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ομάδων επιχειρήσεων και των αρμόδιων αρχών, των αρχών ελέγχου ή των φορέων ελέγχου και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.

(117)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά το ελάχιστο ποσοστό όλων των επίσημων ελέγχων που πρόκειται να διενεργηθούν απροειδοποίητα και το ελάχιστο ποσοστό των πρόσθετων ελέγχων καθώς και τον ελάχιστο αριθμό δειγμάτων που πρέπει να ληφθούν και των επιχειρήσεων που πρέπει να ελεγχθούν εντός μιας ομάδας επιχειρήσεων, όσον αφορά τα αρχεία που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση, όσον αφορά τις δηλώσεις και άλλες ανακοινώσεις που είναι απαραίτητες για τους επίσημους ελέγχους, όσον αφορά τα κατάλληλα πρακτικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης, όσον αφορά τις ενιαίες ρυθμίσεις για τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν μέτρα σε σχέση με εικαζόμενη ή διαπιστωμένη μη συμμόρφωση, όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σε περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, τους αποδέκτες αυτών των πληροφοριών και όσον αφορά τις διαδικασίες για την παροχή αυτών των πληροφοριών., συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών δυνατοτήτων του συστήματος πληροφορικής που χρησιμοποιείται.

(118)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά το περιεχόμενο των πιστοποιητικών ελέγχου που εκδίδουν τρίτες χώρες, όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την έκδοσή τους και την επαλήθευσή των εν λόγω πιστοποιητικών, όσον αφορά τα τεχνικά μέσα έκδοσης των εν λόγω πιστοποιητικών, όσον αφορά την αναγνώριση αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου αρμόδιων να διενεργούν ελέγχους και να εκδίδουν πιστοποιητικό βιολογικής παραγωγής σε τρίτες χώρες, καθώς και την ανάκληση της εν λόγω αναγνώρισης, όσον αφορά την κατάρτιση του καταλόγου των εν λόγω αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου, όσον αφορά κανόνες για τη διασφάλιση της εφαρμογής των μέτρων σε σχέση με περιπτώσεις εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, ιδίως όσες περιπτώσεις θίγουν την ακεραιότητα των εισαγόμενων βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων, όσον αφορά την κατάρτιση καταλόγου τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 και την τροποποίηση του καταλόγου αυτού, καθώς και όσον αφορά κανόνες για την εξασφάλιση της εφαρμογής των μέτρων για περιπτώσεις εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, ιδίως όσες περιπτώσεις θίγουν την ακεραιότητα των βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων που εισάγονται από τις χώρες αυτές.

(119)

Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά το σύστημα που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών για την εφαρμογή και την παρακολούθηση του παρόντος κανονισμού, όσον αφορά τις λεπτομέρειες των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάζονται και την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες, και όσον αφορά την κατάρτιση του καταλόγου των αναγνωρισμένων αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 και την τροποποίηση του καταλόγου.

(120)

Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31).

(121)

Θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή εφόσον, σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις που αφορούν αθέμιτες πρακτικές ή πρακτικές οι οποίες δεν συνάδουν με τις αρχές και τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, την προστασία της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ή την προστασία του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης για την εξασφάλιση της εφαρμογής μέτρων σε περιπτώσεις εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, υπό τον έλεγχο αναγνωρισμένων αρχών ή φορέων ελέγχου.

(122)

Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να καταστεί δυνατή η εξάντληση μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού των αποθεμάτων προϊόντων που παράχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

(123)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τον υγιή ανταγωνισμό και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς βιολογικών προϊόντων, καθώς και την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στα εν λόγω προϊόντα και στο λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της απαιτούμενης εναρμόνισης των κανόνων βιολογικής παραγωγής, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα κατ’ εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας που προβλέπεται στη άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(124)

Συνιστάται η πρόβλεψη κατάλληλης ημερομηνίας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ώστε να παρασχεθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα προσαρμογής τους στις νέες απαιτήσεις,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθορίζει τις αρχές της βιολογικής παραγωγής και θεσπίζει τους κανόνες σχετικά με τη βιολογική παραγωγή, τη σχετιζόμενη πιστοποίηση και τη χρήση σχετικών με τη βιολογική παραγωγή ενδείξεων στην επισήμανση και στη διαφήμιση, καθώς και κανόνες σχετικά με ελέγχους επιπρόσθετους όσων ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα που προέρχονται από τον τομέα της γεωργίας, συμπεριλαμβανομένων της υδατοκαλλιέργειας και της μελισσοκομίας, ως έχουν στο παράρτημα I ΣΛΕΕ και σε προϊόντα που προέρχονται από τα εν λόγω προϊόντα εφόσον αυτά είτε παράγονται, παρασκευάζονται, επισημαίνονται, διανέμονται, διατίθενται στην αγορά, εισάγονται στην Ένωση ή εξάγονται από αυτήν είτε προορίζονται για αυτούς τους σκοπούς:

α)

ζώντα ή αμεταποίητα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των σπόρων και άλλου φυτικού αναπαραγωγικού υλικού·

β)

μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα για χρήση ως τρόφιμα·

γ)

ζωοτροφές.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης σε άλλα προϊόντα, που συνδέονται στενά με τη γεωργία και παρατίθενται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού και τα οποία είτε παράγονται, παρασκευάζονται, επισημαίνονται, διανέμονται, διατίθενται στην αγορά, εισάγονται ή εξάγονται από την Ένωση, είτε προορίζονται για αυτούς τους σκοπούς.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται για κάθε επιχείρηση που συμμετέχει στις δραστηριότητες οποιουδήποτε σταδίου παραγωγής, παρασκευής και διανομής των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Οι δραστηριότητες ομαδικής εστίασης που ασκούνται από μονάδα ομαδικής εστίασης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 δεν υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό πλην βάσει των οριζομένων στην παρούσα παράγραφο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν εθνικούς κανόνες ή, ελλείψει αυτών, ιδιωτικά πρότυπα, όσον αφορά την παραγωγή, την επισήμανση και τον έλεγχο των προϊόντων που προέρχονται από δραστηριότητες ομαδικής εστίασης. Ο λογότυπος βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χρησιμοποιείται στην επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των εν λόγω προϊόντων και δεν χρησιμοποιείται για τη διαφήμιση της μονάδας ομαδικής εστίασης.

4.   Πλην των περιπτώσεων όπου προβλέπεται διαφορετικά, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της συναφούς ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως της νομοθεσίας στους τομείς της ασφάλειας της τροφικής αλυσίδας, της υγείας και της καλής μεταχείρισης των ζώων, της υγείας των φυτών και του φυτικού αναπαραγωγικού υλικού.

5.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη άλλου ενωσιακού δικαίου σχετικά με τη διάθεση προϊόντων στην αγορά και, ειδικότερα, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, για την τροποποίηση του καταλόγου προϊόντων του παραρτήματος I με την προσθήκη περαιτέρω προϊόντων στον κατάλογο, ή με την τροποποίηση αυτών των προσθηκών. Μόνο τα προϊόντα που είναι στενά συνδεδεμένα με γεωργικά προϊόντα είναι επιλέξιμα να συμπεριληφθούν στον συγκεκριμένο κατάλογο.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «βιολογική παραγωγή»: η χρήση μεθόδων παραγωγής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό σε όλα τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής, ακόμη και κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 10·

2)   «βιολογικό προϊόν»: προϊόν που προέρχεται από βιολογική παραγωγή, εξαιρουμένων των προϊόντων που παράγονται κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 10. Οι μη εκτρεφόμενοι ιχθύες ή τα θηράματα δεν θεωρούνται βιολογικά προϊόντα·

3)   «γεωργική πρώτη ύλη»: γεωργικό προϊόν το οποίο δεν έχει υποβληθεί σε καμία εργασία διατήρησης ή μεταποίησης·

4)   «προληπτικά μέτρα»: μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τις επιχειήσεις σε όλα τα στάδια της παραγωγής, παρασκευής και διανομής, προκειμένου να διασφαλίζονται η διατήρηση της βιοποικιλότητας, και η ποιότητα του εδάφους, μέτρα για την πρόληψη και τον έλεγχο επιβλαβών οργανισμών και ασθενειών καθώς και μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να αποφεύγονται οι αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία των ζώων και/ή των φυτών·

5)   «μέτρα προφύλαξης»: μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τις επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια της παραγωγής, παρασκευής και διανομής προκειμένου να αποφεύγεται η επιμόλυνση από προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή δυνάμει του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να αποφεύγεται η ανάμειξη των βιολογικών με μη βιολογικά προϊόντα·

6)   «μετατροπή»: η μετάβαση από μη βιολογική σε βιολογική παραγωγή εντός ορισμένης χρονικής περιόδου κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη βιολογική παραγωγή·

7)   «προϊόν υπό μετατροπή»: προϊόν που παράγεται κατά την περίοδο μετατροπής όπως αναφέρεται στο άρθρο 10·

8)   «εκμετάλλευση»: όλες οι μονάδες παραγωγής που λειτουργούν υπό ενιαία διαχείριση με στόχο την παραγωγή ζώντων ή αμεταποίητων γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων προερχόμενων από την υδατοκαλλιέργεια και τη μελισσοκομία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα I, με εξαίρεση τα αιθέρια έλαια και τη μαγιά·

9)   «μονάδα παραγωγής»: όλα τα στοιχεία ενεργητικού μιας εκμετάλλευσης, όπως εγκαταστάσεις πρωτογενούς παραγωγής, αγροτεμάχια, βοσκότοποι, υπαίθριοι χώροι, κτίρια σταβλισμού ζώων ή τμήματα αυτών, κυψέλες, τεχνητές λίμνες υδατοκαλλιέργειας, συστήματα συγκράτησης και χώροι για φύκη ή ζώα υδατοκαλλιέργειας, μονάδες εκτροφής, παραχωρούμενες εκτάσεις ακτής ή θαλάσσιου πυθμένα, και εγκαταστάσεις αποθήκευσης καλλιεργούμενων φυτών, φυτικών προϊόντων, προϊόντων φυκών, ζωικών προϊόντων, πρώτων υλών και κάθε άλλη σχετική εισροή η διαχείριση των οποίων γίνεται όπως περιγράφεται στο σημείο 10, στο σημείο 11 ή στο σημείο 12·

10)   «μονάδα βιολογικής παραγωγής»: μονάδα παραγωγής εκτός της περιόδου μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 10 της οποίας η διαχείριση γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή·

11)   «μονάδα παραγωγής υπό μετατροπή»: μονάδα παραγωγής, κατά την περίοδο μετατροπής που προβλέπεται στο άρθρο 10, της οποίας η διαχείριση γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή, μπορεί να αποτελείται από αγροτεμάχια ή άλλα στοιχεία ενεργητικού για τα οποία η περίοδος μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 10 αρχίζει σε διαφορετικές χρονικές στιγμές·

12)   «μονάδα μη βιολογικής παραγωγής»: μονάδα παραγωγής της οποίας η διαχείριση δεν γίνεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή·

13)   «επιχείρηση»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ευθύνη να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό σε όλα τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής που ελέγχει το εν λόγω πρόσωπο·

14)   «γεωργός»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος της εν λόγω ομάδας και των μελών της, υπό το εθνικό δίκαιο που ασκεί γεωργική δραστηριότητα·

15)   «γεωργική έκταση»: η γεωργική έκταση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013·

16)   «φυτά»: τα φυτά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009·

17)   «φυτικό αναπαραγωγικό υλικό»: φυτά, και όλα τα μέρη των φυτών, συμπεριλαμβανομένων των σπόρων, σε οποιοδήποτε στάδιο ανάπτυξης, που είναι ικανά για την παραγωγή ολόκληρων φυτών και προορίζονται για αυτόν τον σκοπό·

18)   «βιολογικό ετερογενές υλικό»: ομάδα φυτών εντός μίας βοτανικής ταξινομικής μονάδας της κατώτερης γνωστής βαθμίδας η οποία:

α)

παρουσιάζει κοινά φαινοτυπικά χαρακτηριστικά·

β)

χαρακτηρίζεται, από υψηλό επίπεδο γενετικής και φαινοτυπικής ποικιλομορφίας μεταξύ των μεμονωμένων αναπαραγωγικών μονάδων, έτσι ώστε η εν λόγω ομάδα φυτών να εκπροσωπείται από το υλικό ως σύνολο, και όχι από μικρό αριθμό μονάδων·

γ)

δεν είναι ποικιλία κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου (33)·

δ)

δεν αποτελεί μείγμα ποικιλιών και

ε)

έχει παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

19)   «βιολογική ποικιλία κατάλληλη για βιολογική παραγωγή»: ποικιλία όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 η οποία:

α)

χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο γενετικής και φαινοτυπικής ποικιλομορφίας μεταξύ μεμονωμένων αναπαραγωγικών μονάδων· και

β)

προκύπτει από δραστηριότητες βιολογικής αναπαραγωγής που αναφέρονται στο παράρτημα II μέρος I σημείο 1.8.4 του παρόντος κανονισμού·

20)   «μητρικό φυτό»: αναγνωρισμένο φυτό, από το οποίο λαμβάνεται φυτικό αναπαραγωγικό υλικό με σκοπό την αναπαραγωγή νέων φυτών·

21)   «γενεά»: ομάδα φυτών που συνιστά ένα μόνο επίπεδο απογόνων των φυτών·

22)   «φυτική παραγωγή»: η παραγωγή προϊόντων γεωργικών καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης της συγκομιδής προϊόντων άγριων φυτών για εμπορικούς σκοπούς·

23)   «φυτικά προϊόντα»: τα φυτικά προϊόντα όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009·

24)   «επιβλαβείς οργανισμοί»: οι επιβλαβείς οργανισμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34)·

25)   «βιοδυναμικά παρασκευάσματα»: μείγματα που παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στη βιοδυναμική γεωργία·

26)   «φυτοπροστατευτικά προϊόντα»: τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009·

27)   «ζωική παραγωγή»: η παραγωγή οικόσιτων ή εξημερωμένων χερσαίων ζώων, συμπεριλαμβανομένων των εντόμων·

28)   «πιλοτή»: πρόσθετος, στεγασμένος, μη μονωμένος, εξωτερικός χώρος κτιρίου προοριζόμενου για πουλερικά, με τη μεγαλύτερη σε μήκος πλευρά συνήθως εξοπλισμένη με συρμάτινο περίφραγμα ή δικτύωμα, ο οποίος είναι ανοικτός στις εξωτερικές κλιματικές συνθήκες, διαθέτει φυσικό και, αν είναι αναγκαίο, τεχνητό φωτισμό, και δάπεδο με στρωμνή·

29)   «πουλάδες»: νεαρά ζώα του είδους Gallus gallus που έχουν ηλικία μικρότερη των 18 εβδομάδων·

30)   «όρνιθες ωοπαραγωγής»: ζώα του είδους Gallus gallus που προορίζονται για την παραγωγή αυγών κατανάλωσης και έχουν ηλικία τουλάχιστον 18 εβδομάδων·

31)   «ωφέλιμη επιφάνεια»: η ωφέλιμη επιφάνεια όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 1999/74/ΕΚ του Συμβουλίου (35)·

32)   «υδατοκαλλιέργεια»: η υδατοκαλλιέργεια όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36)·

33)   «προϊόντα υδατοκαλλιέργειας»: τα προϊόντα υδατοκαλλιέργειας όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 34 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013·

34)   «μονάδα υδατοκαλλιέργειας με κλειστό σύστημα ανακυκλοφορίας»: μονάδα, στην ξηρά ή σε σκάφος, στην οποία πραγματοποιείται υδατοκαλλιέργεια εντός κλειστού περιβάλλοντος με ανακυκλοφορία των υδάτων, και η οποία εξαρτάται από μόνιμη εξωτερική εισροή ενέργειας για τη σταθεροποίηση του περιβάλλοντος των ζώων υδατοκαλλιέργειας·

35)   «ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές»: ενέργεια από ανανεώσιμες, μη ορυκτές πηγές, όπως αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, κυματική, παλιρροϊκή, υδροηλεκτρική, αέρια υγειονομικής ταφής, αέρια από εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων και βιοαέρια·

36)   «εκκολαπτήριο»: τόπος αναπαραγωγής, εκκόλαψης και εκτροφής στα πρώτα στάδια της ζωής των ζώων υδατοκαλλιέργειας, ειδικότερα των ιχθύων και των οστρακοειδών·

37)   «ιχθυογεννητικός σταθμός»: τόπος όπου εφαρμόζεται ενδιάμεσο σύστημα ιχθυοκαλλιεργητικής παραγωγής, μεταξύ της εκκόλαψης και της τέλειας ανάπτυξης. Το στάδιο του ιχθυογεννητικού σταθμού ολοκληρώνεται στο ένα τρίτο του κύκλου παραγωγής, με εξαίρεση τα είδη ιχθύων που υφίστανται προσαρμογές πριν από ανάδρομες μεταναστεύσεις (smoltification)·

38)   «ρύπανση υδάτων»: ρύπανση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 33 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ και στο άρθρο 3 σημείο 8 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37), στα ύδατα στα οποία εφαρμόζεται η καθεμία από τις εν λόγω οδηγίες·

39)   «πολυκαλλιέργεια»: η εκτροφή σε υδατοκαλλιέργεια δύο ή περισσότερων ειδών, συνήθως από διαφορετικά τροφικά επίπεδα, στην ίδια μονάδα καλλιέργειας·

40)   «κύκλος παραγωγής»: η διάρκεια ζωής ενός ζώου υδατοκαλλιέργειας ή φύκους από το πρώτο στάδιο της ζωής (γονιμοποιημένα αυγά στην περίπτωση ζώων υδατοκαλλιέργειας) έως τη συγκομιδή·

41)   «τοπικά εκτρεφόμενα είδη»: τα είδη υδατοκαλλιέργειας τα οποία δεν είναι ξένα ούτε απόντα σε τοπικό επίπεδο είδη κατά την έννοια του άρθρου 3 σημεία 6 και 7 αντιστοίχως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 708/2007 του Συμβουλίου (38), καθώς και τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα IV του εν λόγω κανονισμού·

42)   «κτηνιατρική αγωγή»: όλα τα στάδια μιας θεραπευτικής ή προληπτικής αγωγής για την καταπολέμηση κρούσματος συγκεκριμένης νόσου·

43)   «κτηνιατρικό φάρμακο»: το κτηνιατρικό φάρμακο όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 2 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (39)·

44)   «παρασκευή»: οι εργασίες διατήρησης ή μεταποίησης βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων, ή κάθε άλλη εργασία που πραγματοποιείται σε αμεταποίητο προϊόν χωρίς την τροποποίηση του αρχικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων της σφαγής, του τεμαχισμού, του καθαρισμού ή της άλεσης, καθώς και της συσκευασίας, της επισήμανσης ή των μεταβολών στη σχετική με τη βιολογική παραγωγή επισήμανση·

45)   «τρόφιμα»: τα τρόφιμα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (40)·

46)   «ζωοτροφές»: οι ζωοτροφές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

47)   «πρώτες ύλες ζωοτροφών»: οι πρώτες ύλες ζωοτροφών όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41)·

48)   «διάθεση στην αγορά»: η διάθεση στην αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002·

49)   «ιχνηλασιμότητα»: η δυνατότητα εντοπισμού και παρακολούθησης τροφίμων, ζωοτροφών ή προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και ουσιών που πρόκειται ή αναμένεται να ενσωματωθούν σε τρόφιμα ή σε ζωοτροφές ή σε κάθε προϊόν που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σε όλα τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής·

50)   «στάδιο παραγωγής, παρασκευής και διανομής»: κάθε στάδιο με αφετηρία την πρωτογενή παραγωγή βιολογικού προϊόντος έως και την αποθήκευση, τη μεταποίηση, τη μεταφορά, και την πώληση ή τον εφοδιασμό του τελικού καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων, ανάλογα με την περίπτωση, των δραστηριοτήτων επισήμανσης, διαφήμισης, εισαγωγής, εξαγωγής και υπεργολαβίας·

51)   «συστατικό»: το συστατικό όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 ή για προϊόντα εκτός τροφίμων, κάθε ουσία ή προϊόν που χρησιμοποιείται στην παρασκευή ή επεξεργασία προϊόντων και εξακολουθεί να υπάρχει στο τελικό προϊόν, ακόμη και σε διαφοροποιημένη μορφή·

52)   «επισήμανση»: κάθε λέξη, διακριτικό στοιχείο, εμπορικό σήμα, εμπορική επωνυμία, εικόνα ή σύμβολο που αφορά προϊόν το οποίο τοποθετείται στη συσκευασία, τα έγγραφα, τις επιγραφές, τις ετικέτες, τους δακτυλίους ή τις στεφάνες που συνοδεύουν το εν λόγω προϊόν ή αναφέρονται στο εν λόγω προϊόν·

53)   «διαφήμιση»: κάθε παρουσίαση προϊόντων στο κοινό, με μέσα άλλα πλην της ετικέτας, η οποία έχει ως σκοπό ή είναι πιθανόν να επηρεάσει και να διαμορφώσει τη στάση, τις πεποιθήσεις και τη συμπεριφορά με στόχο την άμεση ή έμμεση προώθηση της πώλησης προϊόντων·

54)   «αρμόδιες αρχές»: οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625·

55)   «αρχή ελέγχου»: αρχή ελέγχου βιολογικών προϊόντων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, ή αρχή αναγνωρισμένη από την Επιτροπή ή από τρίτη χώρα αναγνωρισμένη από την Επιτροπή προς διενέργεια ελέγχων σε τρίτες χώρες για την εισαγωγή βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων στην Ένωση·

56)   «φορέας ελέγχου»: εξουσιοδοτημένο όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, ή φορέας αναγνωρισμένος από την Επιτροπή ή από τρίτη χώρα αναγνωρισμένη από την Επιτροπή, προς διενέργεια ελέγχων σε τρίτες χώρες για την εισαγωγή βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων στην Ένωση·

57)   «μη συμμόρφωση»: η μη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, ή μη συμμόρφωση με τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

58)   «γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός» ή «ΓΤΟ»: ο γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (42) ο οποίος δεν έχει προκύψει με τις τεχνικές γενετικής τροποποίησης που απαριθμούνται στο παράρτημα I.Β. της εν λόγω οδηγίας·

59)   «παραγόμενα/που παράγονται από ΓΤΟ»: που προέρχονται από ΓΤΟ, εξολοκλήρου ή εν μέρει, αλλά δεν περιέχουν ούτε αποτελούνται από ΓΤΟ·

60)   «παραγόμενα/που παράγονται με ΓΤΟ»: που προέρχονται από τη χρήση ΓΤΟ ως τελευταίου ζώντος οργανισμού στην παραγωγική διαδικασία, αλλά δεν περιέχουν ούτε αποτελούνται από ΓΤΟ·

61)   «πρόσθετο τροφίμων»: το πρόσθετο τροφίμων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (43)·

62)   «πρόσθετες ύλες ζωοτροφών»: οι πρόσθετες ύλες ζωοτροφών όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (44)·

63)   «τεχνολογικά επεξεργασμένα νανοϋλικά»: τεχνολογικά επεξεργασμένα νανοϋλικά κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2283 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45)·

64)   «ισοδυναμία»: η ανταπόκριση στους ίδιους στόχους και αρχές με την εφαρμογή κανόνων που εξασφαλίζουν το ίδιο επίπεδο εξασφάλισης της συμμόρφωσης·

65)   «τεχνολογικό βοήθημα»: το τεχνολογικό βοήθημα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 για τα τρόφιμα και στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 για τις ζωοτροφές·

66)   «ένζυμο τροφίμων»: το ένζυμο τροφίμων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1332/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46)·

67)   «ιοντίζουσα ακτινοβολία»: η ιοντίζουσα ακτινοβολία όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 46 της οδηγίας 2013/59/Ευρατόμ του Συμβουλίου (47)·

68)   «προσυσκευασμένα τρόφιμα»: τα προσυσκευασμένα τρόφιμα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011·

69)   «ορνιθώνας»: σταθερό ή κινητό κτίριο για τη στέγαση κοπαδιών πουλερικών, που περιλαμβάνει όλες τις επιφάνειες που καλύπτονται από στέγες, περιλαμβανομένης της πιλοτής· ο ορνιθώνας μπορεί να διαχωρίζεται σε χωριστά τμήματα, με κάθε ένα να στεγάζει ένα μόνο κοπάδι·

70)   «εδαφικές φυτοκαλλιέργειες»: παραγωγή σε ζωντανό έδαφος ή σε έδαφος που είναι αναμεμειγμένο ή εμπλουτισμένο με λιπάσματα προερχόμενα από υλικά και προϊόντα που επιτρέπονται στη βιολογική παραγωγή, σε συνδυασμό με το υπέδαφος και το μητρικό πέτρωμα·

71)   «αμεταποίητα προϊόντα»: μη μεταποιημένα προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εργασίες συσκευασίας ή επισήμανσης·

72)   «μεταποιημένα προϊόντα»: μεταποιημένα προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εργασίες συσκευασίας ή επισήμανσης·

73)   «μεταποίηση»: η μεταποίηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 852/2004· αυτό περιλαμβάνει τη χρήση των ουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 25 του παρόντος κανονισμού, αλλά δεν περιλαμβάνει τις εργασίες συσκευασίας ή επισήμανσης·

74)   «ακεραιότητα των βιολογικών ή των υπό μετατροπή προϊόντων»: το γεγονός ότι το προϊόν δεν παρουσιάζει περιπτώσεις μη συμμόρφωσης οι οποίες:

α)

σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής, παρασκευής και διανομής επηρεάζουν τα βιολογικά ή τα υπό μετατροπή χαρακτηριστικά του προϊόντος ή

β)

είναι επαναλαμβανόμενες ή εσκεμμένες·

75)   «περίφραγμα»:: περιφραγμένος χώρος που περιλαμβάνει ένα τμήμα όπου τα ζώα προστατεύονται από δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Άρθρο 4

Στόχοι

Η βιολογική παραγωγή επιδιώκει τουσ ακόλουθουσ γενικούσ στόχουσ:

α)

να συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος,

β)

να διατηρήσει τη μακροχρόνια γονιμότητα των εδαφών,

γ)

να συμβάλει σε υψηλό επίπεδο βιοποικιλότητας,

δ)

να συμβάλει σημαντικά σε ένα μη τοξικό περιβάλλον,

ε)

να συμβάλει σε υψηλού επιπέδου πρότυπα σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των ζώων και, ειδικότερα, να ικανοποιεί τις ιδιαίτερες ανάγκες συμπεριφοράς των διαφόρων ειδών ζώων,

στ)

να προωθήσει τους βραχείς διαύλους διανομής και την τοπική παραγωγή στις διάφορες περιοχές της Ένωσης,

ζ)

να ενθαρρύνει τη διατήρηση των σπάνιων και αυτόχθονων φυλών που απειλούνται με εξαφάνιση,

η)

να συμβάλει στην ανάπτυξη της προμήθειας φυτικού γενετικού υλικού προσαρμοσμένου στις ειδικές ανάγκες και επιδιώξεις της βιολογικής γεωργίας,

θ)

να συμβάλει σε υψηλό επίπεδο βιοποικιλότητας, ιδίως με τη χρήση ποικίλου φυτικού γενετικού υλικού, όπως βιολογικού ετερογενούς υλικού και βιολογικών ποικιλιών τα οποία είναι κατάλληλα για τη βιολογική παραγωγή,

ι)

να προωθήσει την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων βιολογικής αναπαραγωγής φυτών με στόχο τη συμβολή στην ανάπτυξη ευνοϊκών οικονομικών προοπτικών για τον βιολογικό τομέα.

Άρθρο 5

Γενικές αρχές

Η βιολογική παραγωγή αποτελεί σύστημα αειφόρου διαχείρισης το οποίο βασίζεται στις ακόλουθες γενικές αρχές:

α)

το σεβασμό προς τα συστήματα και τους κύκλους της φύσης και διατήρηση και βελτίωση της κατάστασης του εδάφους, του νερού και του αέρα, της υγείας των φυτών και των ζώων, και της ισορροπίας μεταξύ αυτών·

β)

τη διατήρηση στοιχείων του φυσικού τοπίου όπως χώρων φυσικής κληρονομιάς·

γ)

την υπεύθυνη χρήση των ενεργειακών και των φυσικών πόρων, όπως το νερό, το έδαφος, οι οργανικές ύλες και ο ατμοσφαιρικός αέρας·

δ)

την παραγωγή ευρείας ποικιλίας τροφίμων υψηλής ποιότητας και άλλων γεωργικών προϊόντων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας που να ανταποκρίνεται στην καταναλωτική ζήτηση για προϊόντα παραγόμενα με διεργασίες που δεν βλάπτουν το περιβάλλον, την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των φυτών και των ζώων και τις συνθήκες διαβίωσής τους·

ε)

την εξασφάλιση της ακεραιότητας της βιολογικής παραγωγής σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης και διανομής των τροφίμων και των ζωοτροφών·

στ)

τον κατάλληλο σχεδιασμό και διαχείριση των βιολογικών διεργασιών βάσει οικολογικών συστημάτων και χρησιμοποιώντας φυσικούς πόρους στο εσωτερικό του συστήματος διαχείρισης, χρησιμοποιώντας με μεθόδους που:

i)

χρησιμοποιούν ζώντες οργανισμούς και μηχανικές μεθόδους παραγωγής·

ii)

εφαρμόζουν εδαφικές φυτοκαλλιέργειες και ζωική παραγωγή σχετική με τη γη ή υδατοκαλλιέργειες οι οποίες είναι σύμφωνες με την αρχή της αειφόρου εκμετάλλευσης των υδάτινων πόρων·

iii)

αποκλείουν τη χρήση ΓΤΟ και προϊόντων που παράγονται από ΓΤΟ και προϊόντα που παράγονται με ΓΤΟ, εξαιρουμένων των κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων·

iv)

βασίζονται σε εκτίμηση του κινδύνου και στη χρήση μέτρων προφύλαξης και προληπτικών μέτρων, εφόσον απαιτείται·

ζ)

τον περιορισμό της χρήσης εξωτερικών εισροών· όταν οι εξωτερικές εισροές είναι απαραίτητες, ή ελλείψει των κατάλληλων πρακτικών και μεθόδων διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο στ), οι εξωτερικές εισροές περιορίζονται σε:

i)

εισροές από τη βιολογική παραγωγή: όσον αφορά το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό προτεραιότητα δίδεται σε επιλεγμένες ποικιλίες λόγω της ικανότητάς τους να ικανοποιούν τις ειδικές ανάγκες και στοχεύσεις της βιολογικής γεωργίας·

ii)

φυσικές ουσίες ή ουσίες που παράγονται με φυσικό τρόπο·

iii)

ανόργανα λιπάσματα χαμηλής διαλυτότητας·

η)

την προσαρμογή της διαδικασίας παραγωγής, όπου συντρέχει περίπτωση, προσαρμογή, στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού με βάση την υγειονομική κατάσταση, τις περιφερειακές διαφορές οικολογικής ισορροπίας, κλιματικές διαφορές και τις τοπικές συνθήκες, τα στάδια ανάπτυξης και τις ειδικές κτηνοτροφικές πρακτικές·

θ)

τον αποκλεισμό σε ολόκληρη την αλυσίδα βιολογικών τροφίμων της κλωνοποίησης ζώων, της εκτροφής ζώων με τεχνητή πολυπλοειδία και της χρήσης ιοντίζουσας ακτινοβολίας·

ι)

τη διατήρηση υψηλού επιπέδου συνθηκών διαβίωσης των ζώων, ανταποκρινόμενου στις ιδιαίτερες ανάγκες των συγκεκριμένων ειδών.

Άρθρο 6

Ειδικές αρχές που εφαρμόζονται στις γεωργικές δραστηριότητες και την υδατοκαλλιέργεια

Όσον αφορά στις γεωργικές δραστηριότητες και την υδατοκαλλιέργεια, η βιολογική παραγωγή βασίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες ειδικές αρχές:

α)

τη διατήρηση και βελτίωση της ζωής που φιλοξενεί το έδαφος και της φυσικής γονιμότητας, της σταθερότητας της συγκράτησης νερού και της βιοποικιλότητας του εδάφους, αποτροπή και καταπολέμηση της απώλειας οργανικών υλών, της συμπίεσης και της διάβρωσης του εδάφους και καλλιέργεια των φυτών πρωτίστως μέσω του εδαφικού οικοσυστήματος·

β)

τον περιορισμό της χρήσης μη ανανεώσιμων πόρων και εξωτερικών εισροών στο ελάχιστο·

γ)

την ανακύκλωση των αποβλήτων και των παραπροϊόντων ζωικής και φυτικής προέλευσης με τη χρήση τους ως εισροής στη φυτική και τη ζωική παραγωγή·

δ)

τη διατήρηση της υγείας των φυτών με προληπτικά μέτρα, ιδίως με την επιλογή κατάλληλων ειδών, ποικιλιών ή ετερογενών υλικών ανθεκτικών στους επιβλαβείς οργανισμούς και τις ασθένειες, κατάλληλης αμειψισποράς, μηχανικών και φυσικών μεθόδων και με την προστασία των φυσικών εχθρών των επιβλαβών οργανισμών·

ε)

τη χρήση σπόρων και ζώων με μεγάλο βαθμό γενετικής ποικιλομορφίας, αντοχή στις ασθένειες και μακροβιότητα·

στ)

την επιλογή φυτικών ποικιλιών, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ειδικών συστημάτων βιολογικής παραγωγής, με εστίαση στη γεωπονική απόδοση, την αντοχή στις ασθένειες, την προσαρμογή σε ποικίλες τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες και τον σεβασμό στους φυσικούς αναστολείς διασταύρωσης·

ζ)

τη χρήση βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, όπως φυτικού αναπαραγωγικού υλικού βιολογικού ετερογενούς υλικού και βιολογικών ποικιλιών κατάλληλων για τη βιολογική παραγωγή·

η)

την παραγωγή βιολογικών ποικιλιών μέσω φυσικής αναπαραγωγικής ικανότητας και επικέντρωσης στη συγκράτηση εντός των φυσικών αναστολέων διασταύρωσης·

θ)

με την επιφύλαξη του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 και των εθνικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών που παραχωρούνται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας των κρατών μελών, τη δυνατότητα των γεωργών να χρησιμοποιούν φυτικό αναπαραγωγικό υλικό που προέρχεται από την εκμετάλλευσή τους προκειμένου να προωθηθούν γενετικοί πόροι προσαρμοσμένοι στις ειδικές συνθήκες της βιολογικής παραγωγής·

ι)

την επιλογή φυλών των ζώων, με γνώμονα τον υψηλό βαθμό γενετικής ποικιλομορφίας, την ικανότητα προσαρμογής των ζώων στις τοπικές συνθήκες, την αναπαραγωγική τους αξία, τη μακροβιότητά τους, τη ζωτικότητά τους και την αντοχή τους σε ασθένειες ή προβλήματα υγείας·

ια)

τη ζωική παραγωγή προσαρμοσμένη στην εκμετάλλευση και τη γη·

ιβ)

την εφαρμογή κτηνοτροφικών πρακτικών που ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα και τους φυσικούς μηχανισμούς άμυνας κατά των ασθενειών, περιλαμβανομένης τακτικής άσκησης και πρόσβασης σε υπαίθριους χώρους και σε βοσκοτόπους·

ιγ)

τη σίτιση των ζώων με βιολογικές ζωοτροφές αποτελούμενες από συστατικά που είναι προϊόντα βιολογικής παραγωγής και από φυσικές ουσίες μη γεωργικής προέλευσης·

ιδ)

την παραγωγή βιολογικών κτηνοτροφικών προϊόντων από ζώα τα οποία, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους, από τη γέννηση ή την εκκόλαψή τους, έχουν εκτραφεί σε βιολογικές εκμεταλλεύσεις·

ιε)

τη διαφύλαξη της υγείας του υδάτινου περιβάλλοντος και της ποιότητας του περιβάλλοντος υδατικού και χερσαίου οικοσυστήματος·

ιστ)

σίτιση των υδρόβιων οργανισμών με ζωοτροφές που είναι προϊόντα αειφόρου εκμετάλλευσης της αλιείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 ή με βιολογικές ζωοτροφές αποτελούμενες από γεωργικά συστατικά που είναι προϊόντα βιολογικής παραγωγής, περιλαμβανομένης της βιολογικής υδατοκαλλιέργειας, και από φυσικές ουσίες μη γεωργικής προέλευσης·

ιζ)

την αποφυγή οποιασδήποτε διακινδύνευσης ειδών που παρουσιάζουν ενδιαφέρον από πλευράς διατήρησης που ενδέχεται να προκύψει από τη βιολογική παραγωγή.

Άρθρο 7

Ειδικές αρχές της μεταποίησης των βιολογικών τροφίμων

Η παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων βασίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες ειδικές αρχές:

α)

την παραγωγή βιολογικών τροφίμων από βιολογικά γεωργικά συστατικά·

β)

τον περιορισμό της χρήσης προσθέτων τροφίμων και μη βιολογικών συστατικών που έχουν κυρίως τεχνολογικές λειτουργίες και λειτουργίες επί των αισθήσεων καθώς και μικροθρεπτικών στοιχείων και τεχνολογικών βοηθημάτων, ώστε να χρησιμοποιούνται στον ελάχιστο δυνατό βαθμό και μόνον όταν υφίσταται ουσιώδης τεχνολογική ανάγκη ή για συγκεκριμένους διατροφικούς σκοπούς·

γ)

τον αποκλεισμό ουσιών και μεθόδων μεταποίησης που μπορούν να παραπλανήσουν ως προς την πραγματική φύση του προϊόντος·

δ)

την προσοχή κατά τη μεταποίηση των βιολογικών τροφίμων, κατά προτίμηση χρησιμοποιώντας βιολογικές, μηχανικές και φυσικές μεθόδους·

ε)

τον αποκλεισμό τροφίμων που περιέχουν ή αποτελούνται από τεχνολογικά επεξεργασμένα νανοϋλικά.

Άρθρο 8

Ειδικές αρχές της μεταποίησης των βιολογικών ζωοτροφών

Η παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών ζωοτροφών βασίζεται ειδικότερα στις ακόλουθες ειδικές αρχές:

α)

την παραγωγή βιολογικών ζωοτροφών από βιολογικές πρώτες ύλες ζωοτροφών·

β)

τον περιορισμό της χρήσης προσθέτων ζωοτροφών και τεχνολογικών βοηθημάτων ώστε να χρησιμοποιούνται στον ελάχιστο βαθμό και μόνον όταν υφίσταται ουσιώδης τεχνολογική ή ζωοτεχνική ανάγκη ή για συγκεκριμένους διατροφικούς σκοπούς·

γ)

τον αποκλεισμό ουσιών και μεθόδων μεταποίησης που μπορούν να παραπλανήσουν ως προς την πραγματική φύση του προϊόντος·

δ)

την προσοχή στη μεταποίηση των βιολογικών τροφίμων, κατά προτίμηση χρησιμοποιώντας βιολογικές, μηχανικές και φυσικές μεθόδους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Άρθρο 9

Γενικοί κανόνες παραγωγής

1.   Οι επιχειρήσεις τηρούν τους γενικούς κανόνες παραγωγής που προβλέπει το παρόν άρθρο.

2.   Η διαχείριση ολόκληρης της εκμετάλλευσης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που ισχύουν για τη βιολογική παραγωγή.

3.   Για τους σκοπούς και τις χρήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 25 και στο παράρτημα II, μόνο προϊόντα και ουσίες που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις παρούσες διατάξεις μπορούν να χρησιμοποιούνται στη βιολογική παραγωγή, υπό τον όρο η χρήση τους στη μη βιολογική παραγωγή να έχει επίσης εγκριθεί σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της ενωσιακής νομοθεσίας και, όποτε συντρέχει περίπτωση, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που βασίζονται στην ενωσιακή νομοθεσία.

Τα ακόλουθα προϊόντα και ουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 επιτρέπονται για χρήση στη βιολογική παραγωγή υπό τον όρο να έχουν εγκριθεί δυνάμει του εν λόγω κανονισμού:

α)

αντιφυτοτοξικά, συνεργιστικά, βοηθητικά ως συστατικά φυτοπροστατευτικών προϊόντων·

β)

πρόσθετα που προορίζονται να αναμειχθούν με φυτοπροστατευτικά προϊόντα·

Η χρήση στη βιολογική παραγωγή προϊόντων και ουσιών για σκοπούς άλλους από αυτούς που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό επιτρέπεται υπό τον όρο να συμμορφώνεται με τις αρχές που ορίζονται στο κεφάλαιο II.

4.   Δεν χρησιμοποιείται ιοντίζουσα ακτινοβολία για την επεξεργασία βιολογικών τροφίμων ή ζωοτροφών και για την επεξεργασία πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται σε βιολογικά τρόφιμα ή ζωοτροφές.

5.   Η χρήση της κλωνοποίησης των ζώων και της εκτροφής ζώων με τεχνητή πολυπλοειδία απαγορεύεται.

6.   Προληπτικά μέτρα και μέτρα προφύλαξης λαμβάνονται, κατά περίπτωση, σε κάθε στάδιο παραγωγής, παρασκευής και διανομής.

7.   Παρά την παράγραφο 2, μια εκμετάλλευση μπορεί να διαχωριστεί σε σαφώς και αποτελεσματικώς διαχωρισμένες παραγωγικές μονάδες για βιολογική, υπό μετατροπή και μη βιολογική παραγωγή, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις για τις μη βιολογικές μονάδες παραγωγής:

α)

όσον αφορά τα ζώα, χρησιμοποιούνται διαφορετικά είδη·

β)

όσον αφορά τα φυτά, χρησιμοποιούνται διάφορες ποικιλίες που μπορούν να διαφοροποιηθούν εύκολα.

Όσον αφορά τα φύκη και τα ζώα υδατοκαλλιέργειας, μπορούν να περιλαμβάνονται τα ίδια είδη, υπό τον όρο να υπάρχει σαφής και αποτελεσματικός διαχωρισμός των χώρων ή μονάδων παραγωγής.

8.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 7 στοιχείο β), σε περίπτωση πολυετών καλλιεργειών, για τις οποίες απαιτείται περίοδος καλλιέργειας τουλάχιστον τριών ετών, οι διάφορες ποικιλίες που δεν μπορούν εύκολα να διακριθούν μπορούν να περιληφθούν υπό την προϋπόθεση η εν λόγω παραγωγή να πραγματοποιείται στο πλαίσιο σχεδίου μετατροπής, και υπό την προϋπόθεση ότι η μετατροπή του τελευταίου μέρους των εν λόγω εκτάσεων σε βιολογική παραγωγή αρχίζει το συντομότερο δυνατό και να έχει ολοκληρωθεί σε πέντε έτη κατ’ ανώτατο όριο.

Στις περιπτώσεις αυτές:

α)

ο γεωργός ενημερώνει την αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, την αρχή ελέγχου ή τον φορέας ελέγχου για την έναρξη της συγκομιδής εκάστου των εν λόγω προϊόντων, τουλάχιστον 48 ώρες πριν·

β)

όταν ολοκληρωθεί η συγκομιδή, ο γεωργός ενημερώνει την αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, την αρχή ελέγχου ή τον φορέα ελέγχου για τις ακριβείς ποσότητες της συγκομιδής στις εν λόγω μονάδες και τα μέτρα που ελήφθησαν για το διαχωρισμό των προϊόντων·

γ)

το σχέδιο μετατροπής και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να εξασφαλιστεί ο αποτελεσματικός και σαφής διαχωρισμός επιβεβαιώνεται κάθε χρόνο από την αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, την αρχή ελέγχου ή τον φορέα ελέγχου μετά την έναρξη του σχεδίου μετατροπής.

9.   Οι απαιτήσεις σχετικά με τα διάφορα είδη και ποικιλίες, όπως ορίζονται στην παράγραφο 7 στοιχεία α) και β), δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση ερευνητικών και εκπαιδευτικών κέντρων, φυτωρίων, παραγωγών σπόρων και επιχειρήσεων αναπαραγωγής,.

10.   Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 7, 8 και 9 δεν χρησιμοποιούνται όλες οι μονάδες μιας εκμετάλλευσης σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής παραγωγής, οι επιχειρήσεις:

α)

διαχωρίζουν τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τις μονάδες βιολογικής παραγωγής και τις μονάδες παραγωγής υπό μετατροπή από τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τις μονάδες μη βιολογικής παραγωγής·

β)

διαχωρίζουν τα προϊόντα που παράγονται από τις μονάδες βιολογικής, υπό μετατροπή και μη βιολογικής παραγωγής·

γ)

τηρούν κατάλληλα μητρώα στα οποία εμφαίνεται ο διαχωρισμός των μονάδων παραγωγής και των προϊόντων.

11.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, προσθέτοντας περαιτέρω κανόνες σχετικά με τον διαχωρισμό της εκμετάλλευσης σε βιολογικές, μη βιολογικές και υπό μετατροπή μονάδες παραγωγής, ιδίως όσον αφορά τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I, ή για την τροποποίηση των εν λόγω πρόσθετων κανόνων.

Άρθρο 10

Μετατροπή

1.   Οι γεωργοί και οι επιχειρήσεις που παράγουν φύκη ή ζώα υδατοκαλλιέργειας τηρούν περίοδο μετατροπής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής, εφαρμόζουν όλους τους κανόνες βιολογικής παραγωγής που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως, τους εφαρμοστέους κανόνες για τη μετατροπή που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και στο παράρτημα II.

2.   Η περίοδος μετατροπής αρχίζει το νωρίτερο όταν ο γεωργός ή η επιχείρηση που παράγει φύκη ή ζώα υδατοκαλλιέργειας κοινοποιήσουν τη δραστηριότητά τους στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1 στο κράτος μέλος εντός του οποίου ασκούν τη δραστηριότητά τους και εντός του οποίου η εκμετάλλευσή του εν λόγου γεωργού ή της εν λόγω επιχείρησης υπόκειται στο σύστημα ελέγχου.

3.   Καμία προηγούμενη περίοδος δεν μπορεί να αναγνωριστεί αναδρομικά ότι αποτελεί μέρος της περιόδου μετατροπής με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

στα αγροτεμάχια της επιχείρησης εφαρμόστηκαν μέτρα που προσδιορίστηκαν σε ένα πρόγραμμα που εκτελέστηκε βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, με σκοπό να εξασφαλίσουν ότι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί στα εν λόγω αγροτεμάχια προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή· ή

β)

η επιχείρηση μπορεί να αποδείξει ότι τα αγροτεμάχια ήταν φυσικές ή γεωργικές εκτάσεις στις οποίες, επί περίοδο τουλάχιστον τριών ετών, δεν είχαν γίνει επεμβάσεις με προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή.

4.   Τα προϊόντα που παράγονται κατά την περίοδο μετατροπής δεν διατίθενται στην αγορά ως βιολογικά προϊόντα ούτε ως προϊόντα υπό μετατροπή.

Ωστόσο, τα ακόλουθα προϊόντα που παράγονται κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής και σε συμμόρφωση προς την παράγραφο 1 μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο ως προϊόντα υπό μετατροπή:

α)

φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, υπό την προϋπόθεση ότι έχει τηρηθεί περίοδος μετατροπής τουλάχιστον 12 μηνών·

β)

τρόφιμα φυτικής προέλευσης και ζωοτροφές φυτικής προέλευσης υπό τον όρο το προϊόν να περιέχει μόνο ένα συστατικό γεωργικής καλλιέργειας, και υπό τον όρο να έχει τηρηθεί περίοδος μετατροπής τουλάχιστον 12 μηνών πριν από τη συγκομιδή.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του σημείου 1.2.2 του μέρους II του παραρτήματος II, προσθέτοντας κανόνες όσον αφορά τη μετατροπή για είδη άλλα από εκείνα που ρυθμίζονται στο παράρτημα II μέρος II στις 17 Ιουνίου 2018, ή για την τροποποίηση των εν λόγω πρόσθετων κανόνων.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει, κατά περίπτωση, εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των εγγράφων που πρέπει να υποβάλλονται με σκοπό την αναδρομική αναγνώριση προηγούμενης περιόδου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

Απαγόρευση χρήσης ΓΤΟ

1.   Δεν χρησιμοποιούνται στη βιολογική παραγωγή ΓΤΟ, προϊόντα παραγόμενα από ΓΤΟ και προϊόντα παραγόμενα με ΓΤΟ σε τρόφιμα ή ζωοτροφές ή ως τρόφιμα, ζωοτροφές, τεχνολογικά βοηθήματα, φυτοπροστατευτικά προϊόντα, λιπάσματα, βελτιωτικά εδάφους, φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, μικροοργανισμοί ή ζώα.

2.   Για τους σκοπούς της απαγόρευσης που καθορίζεται στην παράγραφο 1, όσον αφορά τους ΓΤΟ και τα προϊόντα που παράγονται από ΓΤΟ για τρόφιμα και ζωοτροφές, οι επιχειρήσεις μπορούν να βασίζονται στις ετικέτες του εκάστοτε προϊόντος που έχουν επικολληθεί ή παρέχονται σύμφωνα με την οδηγία 2001/18/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (49) ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (50) ή σε κάθε άλλο συνοδευτικό έγγραφο που παρέχεται δυνάμει αυτού.

3.   Οι επιχειρήσεις μπορούν να υποθέτουν ότι δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ΓΤΟ και προϊόντα παραγόμενα από ΓΤΟ στην παρασκευή των αγοραζόμενων τροφίμων ή ζωοτροφών, όταν τα εν λόγω προϊόντα δεν φέρουν επικολλημένη ή παρεχόμενη επισήμανση ή δεν συνοδεύονται από έγγραφο, σύμφωνα με τις νομικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εκτός εάν διαθέτουν άλλες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η επισήμανση των εν λόγω προϊόντων δεν συνάδει με τις εν λόγω νομικές πράξεις.

4.   Για τους σκοπούς της απαγόρευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σχετικά με τα προϊόντα που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3, οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μη βιολογικά προϊόντα αγορασμένα από τρίτους απαιτούν από τον πωλητή να επιβεβαιώνει ότι τα εν λόγω παρεχόμενα προϊόντα δεν έχουν παραχθεί από ΓΤΟ ή με ΓΤΟ.

Άρθρο 12

Κανόνες φυτικής παραγωγής

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν φυτά ή φυτικά προϊόντα ειδικότερα τηρούν τους λεπτομερείς κανόνες που καθορίζονται στο μέρος I του παραρτήματος II.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, ώστε να τροποποιεί:

α)

τα σημεία 1.3 και 1.4 του μέρους I του παραρτήματος II όσον αφορά τις παρεκκλίσεις·

β)

το σημείο 1.8.5 του μέρους I του παραρτήματος II όσον αφορά τη χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού μη βιολογικού και υπό μετατροπή·

γ)

το σημείο 1.9.5 του μέρους I του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω διατάξεων σχετικά με συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, ή για την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων που έχουν προστεθεί·

δ)

το σημείο 1.10.1 του μέρους I του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω μέτρων διαχείρισης επιβλαβών οργανισμών και ζιζανίων, ή για την τροποποίηση των εν λόγω μέτρων που έχουν προστεθεί·

ε)

το μέρος I του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω λεπτομερών κανόνων και πρακτικών καλλιέργειας για συγκεκριμένα φυτά και φυτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για τους σπόρους με φύτρο, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κανόνων που έχουν προστεθεί.

Άρθρο 13

Ειδικές διατάξεις για την εμπορία φυτικού αναπαραγωγικού υλικού από βιολογικό ετερογενές υλικό

1.   Το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό από βιολογικό ετερογενές υλικό μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο χωρίς να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις καταχώρισης και χωρίς να συμμορφώνεται με τις κατηγορίες πιστοποίησης προβασικού, βασικού και πιστοποιημένου υλικού, ή προς τις απαιτήσεις για άλλες κατηγορίες, όπως ορίζεται στις οδηγίες 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 98/56/ΕΚ, 2002/53/ΕΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ, 2002/57/ΕΚ, 2008/72/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, ή πράξεις που έχουν εγκριθεί δυνάμει των εν λόγω οδηγιών.

2.   Το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό από βιολογικό ετερογενές υλικό όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο κατόπιν κοινοποίησης του βιολογικού ετερογενούς υλικού από τον προμηθευτή στους αρμόδιους επίσημους φορείς που αναφέρονται στις οδηγίες 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 98/56/ΕΚ, 2002/53/ΕΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ, 2002/57/ΕΚ, 2008/72/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, μέσω φακέλου που να περιέχει:

α)

τα στοιχεία επικοινωνίας του αιτούντα·

β)

το είδος και την ονομασία του βιολογικού ετερογενούς υλικού·

γ)

την περιγραφή των κύριων αγρονομικών και φαινοτυπικών χαρακτηριστικών που είναι κοινά στην εκάστοτε ομάδα φυτών, περιλαμβανομένων των μεθόδων αναπαραγωγής, των αποτελεσμάτων δοκιμών, εφόσον είναι διαθέσιμα, για τα εν λόγω χαρακτηριστικά, της χώρας παραγωγής και του γονικού υλικού που έχει χρησιμοποιηθεί·

δ)

δήλωση του αιτούντος αναφορικά με την ορθότητα των στοιχείων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ)· και

ε)

ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα.

Η εν λόγω κοινοποίηση αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ή κάθε άλλο μέσο επικοινωνίας αποδεκτό από τους επίσημους φορείς, με αιτούμενη επιβεβαίωση παραλαβής.

Τρεις μήνες μετά από την ημερομηνία που αναγράφεται στην απόδειξη παραλαβής, και εφόσον δεν έχουν ζητηθεί επιπρόσθετες πληροφορίες ούτε έχει κοινοποιηθεί στον προμηθευτή επίσημη απόρριψη λόγω ελλιπούς φακέλου ή μη συμμόρφωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 57, ο υπεύθυνος επίσημος φορέας θεωρείται ότι έχει λάβει γνώση της κοινοποίησης και του περιεχομένου της.

Κατόπιν ρητής ή σιωπηρής λήψεως γνώσης της κοινοποίησης, ο υπεύθυνος επίσημος φορέας μπορεί να προβεί στην καταγραφή του κοινοποιημένου βιολογικού ετερογενούς υλικού. Η εν λόγω καταγραφή είναι δωρεάν για τον προμηθευτή.

Η καταγραφή βιολογικού ετερογενούς υλικού κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και στην Επιτροπή.

Το εν λόγω βιολογικό ετερογενές υλικό πληροί τις απαιτήσεις όπως ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού θεσπίζοντας κανόνες που διέπουν την παραγωγή και την εμπορία φυτικού αναπαραγωγικού υλικού από βιολογικό ετερογενές υλικό συγκεκριμένων γενών ή ειδών, όσον αφορά:

α)

την περιγραφή του βιολογικού ετερογενούς υλικού, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών μεθόδων αναπαραγωγής και παραγωγής και του χρησιμοποιούμενου γονικού υλικού·

β)

τις ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας για παρτίδες σπόρων, που συμπεριλαμβάνουν την ταυτότητα, την ειδική καθαρότητα, τα ποσοστά βλαστικότητας και την υγειονομική ποιότητα·

γ)

την επισήμανση και συσκευασία·

δ)

τα στοιχεία και τα δείγματα παραγωγής τα οποία πρέπει να τηρούνται από τους επαγγελματίες·

ε)

κατά περίπτωση, τη διατήρηση του βιολογικού ετερογενούς υλικού.

Άρθρο 14

Κανόνες για τη ζωική παραγωγή

1.   Οι επιχειρήσεις ζωικής παραγωγής τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που θεσπίζονται στο παράρτημα II μέρος II και σε τυχόν εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, ώστε να τροποποιεί:

α)

τα σημεία 1.3.4.2, 1.3.4.4.2 και 1.3.4.4.3 του μέρους II του παραρτήματος II, με τη μείωση των ποσοστών όσον αφορά την προέλευση των ζώων μόλις υπάρξει επαρκής διαθεσιμότητα ζώων βιολογικής εκτροφής στην ενωσιακή αγορά·

β)

το σημείο 1.6.6 του μέρους II του παραρτήματος II όσον αφορά το όριο του οργανικού αζώτου που συνδέεται με τον συνολικό δείκτη πυκνότητας των ζώων·

γ)

το σημείο 1.9.6.2 στοιχείο β) του μέρους II του παραρτήματος II όσον αφορά τη διατροφή των πληθυσμών μελισσών·

δ)

τα σημεία 1.9.6.3 στοιχεία β) και ε) του μέρους II του παραρτήματος II όσον αφορά την αποδεκτή επεξεργασία για την απολύμανση των μελισσιών και τις μεθόδους και επεξεργασίες κατά της βαρροϊκής ακαρίασης (Varroa destructor

ε)

Το παράρτημα II μέρος II, με την προσθήκη λεπτομερών κανόνων ζωικής παραγωγής για είδη άλλα από τα είδη που ρυθμίζονται στο εν λόγω μέρος στις 17 Ιουνίου 2018, ή για την τροποποίηση των εν λόγω πρόσθετων κανόνων, ως προς τα εξής σημεία:

i)

παρεκκλίσεις όσον αφορά την προέλευση των ζώων·

ii)

διατροφή·

iii)

πρακτικές στέγασης και κτηνοτροφικές πρακτικές·

iv)

προστασία της υγείας·

v)

καλή μεταχείριση των ζώων.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει, κατά περίπτωση, εκτελεστικές πράξεις όσον αφορά το μέρος II του παραρτήματος II οι οποίες περιέχουν κανόνες σχετικά με:

α)

την ελάχιστη περίοδο με την οποία πρέπει να συμμορφώνεται για τη σίτιση των θηλαζόντων ζώων με μητρικό γάλα, όπως αναφέρεται στο σημείο 1.4.1 στοιχείο ζ)·

β)

τον δείκτη πυκνότητας των ζώων και του ελάχιστου εμβαδού των κλειστών και των υπαίθριων χώρων που πρέπει να τηρούνται για συγκεκριμένα ζωικά είδη, προκειμένου να εξασφαλίζεται, η κάλυψη των αναγκών της ανάπτυξης, της φυσιολογίας και του έθους των ζώων σύμφωνα με τα σημεία 1.6.3, 1.6.4 και 1.7.2,

γ)

τα χαρακτηριστικά και τις τεχνικές απαιτήσεις σχετικά με το ελάχιστο εμβαδόν των κλειστών και των υπαίθριων χώρων·

δ)

τα χαρακτηριστικά και τις τεχνικές απαιτήσεις των κτιρίων και περιφραγμάτων για όλα τα ζωικά είδη, εκτός από τις μέλισσες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η κάλυψη των αναγκών της ανάπτυξης, της φυσιολογίας και του έθους των ζώων σύμφωνα με το σημείο 1.7.2·

ε)

τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά βλάστησης των εγκαταστάσεων προστασίας και των υπαίθριων χώρων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 15

Κανόνες παραγωγής για τα φύκη και τα ζώα υδατοκαλλιέργειας

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν φύκη και ζώα υδατοκαλλιέργειας τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που θεσπίζονται στο παράρτημα II μέρος III και σε τυχόν εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, ώστε να τροποποιεί:

α)

το σημείο 3.1.3.3 του μέρους III του παραρτήματος II όσον αφορά ζωοτροφές για σαρκοφάγα ζώα υδατοκαλλιέργειας·

β)

το σημείο 3.1.3.4 του μέρους III του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω κανόνων σχετικά με τις ζωοτροφές για ορισμένα ζώα υδατοκαλλιέργειας, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κανόνων που έχουν προστεθεί·

γ)

το σημείο 3.1.4.2 του μέρους III του παραρτήματος II όσον αφορά κτηνιατρικές αγωγές για ζώα υδατοκαλλιέργειας·

δ)

το μέρος III του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω λεπτομερών συνθηκών ανά είδος για τη διαχείριση των γεννητόρων, την αναπαραγωγή και την παραγωγή νεαρών ζώων, ή για την τροποποίηση των εν λόγω λεπτομερών συνθηκών που έχουν προστεθεί.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει, εφόσον απαιτείται, εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων ανά είδος ή ανά ομάδα ειδών σχετικά με τον δείκτη πυκνότητας των ζώων και τα ειδικά χαρακτηριστικά των συστημάτων παραγωγής ή/και των συστημάτων συγκράτησης, προκειμένου να εξασφαλίζεται η κάλυψη των ειδικών αναγκών του είδους.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του μέρους III του παραρτήματος II, ως «ιχθυοφόρτιση» νοείται το ζων βάρος των ζώων υδατοκαλλιέργειας ανά κυβικό μέτρο νερού σε οποιαδήποτε στιγμή του σταδίου της τέλειας ανάπτυξης και, στην περίπτωση των πλατύψαρων και των γαρίδων, το βάρος ανά τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας.

Άρθρο 16

Κανόνες παραγωγής μεταποιημένων τροφίμων

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν μεταποιημένα τρόφιμα τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που θεσπίζονται στο παράρτημα II μέρος IV και σε τυχόν εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, ώστε να τροποποιεί:

α)

το σημείο 1.4 του μέρους IV του παραρτήματος II όσον αφορά τα μέτρα προφύλαξης και τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τις επιχειρήσεις·

β)

το σημείο 2.2.2 του μέρους IV του παραρτήματος II όσον αφορά τον τύπο και τη σύνθεση των προϊόντων και ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται σε μεταποιημένα τρόφιμα, καθώς και τους όρους χρήσης υπό τους οποίους πρέπει να χρησιμοποιούνται·

γ)

το σημείο 2.2.4 του μέρους IV του παραρτήματος II όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσοστού γεωργικών συστατικών που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο i), περιλαμβανομένων των προσθέτων τροφίμων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 για χρήση στη βιολογική παραγωγή, τα οποία θεωρούνται γεωργικά συστατικά για τον σκοπό των εν λόγω υπολογισμών.

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δεν περιλαμβάνουν τη δυνατότητα χρήσης αρωματικών ουσιών ή αρωματικών παρασκευασμάτων που δεν είναι ούτε φυσικά, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 2, 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1334/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (51), ούτε βιολογικά.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση των τεχνικών που επιτρέπονται κατά την επεξεργασία τροφίμων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 17

Κανόνες παραγωγής μεταποιημένων ζωοτροφών

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν μεταποιημένες ζωοτροφές τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που θεσπίζονται στο παράρτημα II μέρος V και σε τυχόν εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, για την τροποποίηση του σημείου 1.4 του μέρους V του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω μέτρων προφύλαξης και προληπτικών μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται από τις επιχειρήσεις, ή για την τροποποίηση των εν λόγω μέτρων που έχουν προστεθεί.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση των τεχνικών που επιτρέπονται για χρήση κατά την επεξεργασία ζωοτροφών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 18

Κανόνες παραγωγής οίνου

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στο παράρτημα II μέρος VI.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, ώστε να τροποποιεί:

α)

το σημείο 3.2 του μέρους VI του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω οινολογικών πρακτικών, μεθόδων και διεργασιών που απαγορεύονται, ή για την τροποποίηση των εν λόγω στοιχείων που έχουν προστεθεί·

β)

το σημείο 3.3 του μέρους VI του παραρτήματος II.

Άρθρο 19

Κανόνες παραγωγής για τη μαγιά που χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή ζωοτροφή

1.   Οι επιχειρήσεις που παράγουν μαγιά που χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή ζωοτροφή τηρούν ιδίως τους λεπτομερείς κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στο παράρτημα II μέρος VII.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, για την τροποποίηση του σημείου 1.3 του μέρους VII του παραρτήματος II με την προσθήκη περαιτέρω λεπτομερών κανόνων για την παραγωγή μαγιάς, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κανόνων που έχουν προστεθεί.

Άρθρο 20

Απουσία ορισμένων κανόνων παραγωγής για συγκεκριμένα ζωικά είδη και είδη ζώων υδατοκαλλιέργειας

Εν αναμονή της έκδοσης:

α)

των συμπληρωματικών γενικών κανόνων για άλλα ζωικά είδη εκτός από εκείνα των οποίων η χρήση ρυθμίζεται στο σημείο 1.9 του μέρους II του παραρτήματος II, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 στοιχείο ε)·

β)

των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 για τα ζωικά είδη· ή

γ)

των εκτελεστικών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 για τα είδη ή τις ομάδες ειδών ζώων υδατοκαλλιέργειας,

τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν λεπτομερείς εθνικούς κανόνες παραγωγής για συγκεκριμένα είδη ή ομάδες ειδών ζώων, σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να καλύπτονται από τα μέτρα που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εθνικοί κανόνες συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που έχουν παραχθεί εκτός της επικράτειάς τους και που συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 21

Κανόνες παραγωγής για τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 12 έως 19

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του παραρτήματος II για την προσθήκη λεπτομερών κανόνων παραγωγής, καθώς και κανόνων περί της υποχρέωσης μετατροπής, για προϊόντα που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 12 έως 19, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κανόνων που έχουν προστεθεί.

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βασίζονται στους στόχους και στις αρχές της βιολογικής παραγωγής που καθορίζονται στο κεφάλαιο II και συμμορφώνονται με τους γενικούς κανόνες παραγωγής που ορίζονται στα άρθρα 9, 10 και 11 και τους υφιστάμενους ειδικούς κανόνες παραγωγής που ορίζονται για παρόμοια προϊόντα στο παράρτημα II. Ορίζουν απαιτήσεις ιδίως για τις διεργασίες, πρακτικές και εισροές ή για τις περιόδους μετατροπής για τα σχετικά προϊόντα:

2.   Εν απουσία των λεπτομερών κανόνων παραγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

οι επιχειρήσεις, όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμμορφώνονται με τις αρχές που ορίζονται στα άρθρα 5 και 6, τηρουμένων των αναλογιών με τις αρχές του άρθρου 7, και με τους γενικούς κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στα άρθρα 9 έως 11·

β)

τα κράτη μέλη μπορούν, όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να εφαρμόζουν λεπτομερείς εθνικούς κανόνες παραγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό, και υπό την προϋπόθεση ότι δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που παράγονται εκτός της επικράτειάς τους και που συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 22

Θέσπιση έκτακτων κανόνων παραγωγής

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 που συμπληρώνουν τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας:

α)

τα κριτήρια για τον προσδιορισμό εάν μία περίσταση καθορίζεται ως καταστροφικές συνθήκες που προκύπτουν από «δυσμενή κλιματικά φαινόμενα», «ασθένειες ζώων», «περιβαλλοντικό συμβάν», «φυσική καταστροφή» ή «καταστροφικό συμβάν», όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχεία η), θ), ι), ια) και ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, αντίστοιχα, καθώς και από κάθε παρόμοια κατάσταση·

β)

ειδικούς κανόνες, καθώς και ενδεχόμενη παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη επιλαμβάνονται τέτοιων καταστροφών εάν αποφασίσουν να εφαρμόσουν το παρόν άρθρο· και

γ)

συγκεκριμένους κανόνες για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σε τέτοιες περιπτώσεις.

Τα εν λόγω κριτήρια και κανόνες υπόκεινται στις αρχές της βιολογικής παραγωγής που καθορίζονται στο κεφάλαιο II.

2.   Σε περίπτωση που το κράτος μέλος έχει αναγνωρίσει επίσημα ένα συμβάν ως φυσική καταστροφή όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 3 ή στο άρθρο 24 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και το γεγονός αυτό καθιστά αδύνατη την των τήρηση κανόνων παραγωγής που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, το κράτος μέλος μπορεί να παραχωρεί παρεκκλίσεις από τους κανόνες παραγωγής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και μέχρι την αποκατάσταση της βιολογικής παραγωγής, με την επιφύλαξη των αρχών που ορίζονται στο κεφάλαιο II και οποιασδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν μέτρα σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ώστε, σε περίπτωση καταστροφικών συνθηκών, η βιολογική παραγωγή να μπορέσει να συνεχιστεί ή να ξαναρχίσει.

Άρθρο 23

Συλλογή, συσκευασία, μεταφορά και αποθήκευση

1.   Οι επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι τα βιολογικά προϊόντα και τα προϊόντα υπό μετατροπή συλλέγονται, συσκευάζονται, μεταφέρονται και αποθηκεύονται σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζονται στο παράρτημα III.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση:

α)

του τμήματος 2 του παραρτήματος III·

β)

των τμημάτων 3, 4 και 6 του παραρτήματος III, με την προσθήκη περαιτέρω ειδικών κανόνων για τη μεταφορά και την παραλαβή των εν λόγω προϊόντων, ή για την τροποποίηση των κανόνων που έχουν προστεθεί.

Άρθρο 24

Έγκριση προϊόντων και ουσιών για χρήση στη βιολογική παραγωγή

1.   Η Επιτροπή δύναται να εγκρίνει ορισμένα προϊόντα και ουσίες για χρήση στη βιολογική παραγωγή και καταχωρίζει κάθε τέτοιο εγκεκριμένο προϊόν και ουσία σε καταλόγους περιορισμένων προϊόντων, για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

ως δραστικές ουσίες προς χρήση σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα·

β)

ως λιπάσματα, βελτιωτικά εδάφους και θρεπτικά συστατικά·

γ)

ως μη βιολογικά υλικά ζωοτροφών φυτικής ή ζωικής προέλευσης ή προέλευσης από φύκη ή μαγιά, ή ως υλικά ζωοτροφών μικροβιακής ή ανόργανης προέλευσης·

δ)

ως πρόσθετα ζωοτροφών και τεχνολογικά βοηθήματα·

ε)

ως προϊόντα για τον καθαρισμό και την απολύμανση τεχνητών λιμνών, κλωβών, δεξαμενών, αυλάκων εκτροφής, κτιρίων ή εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των ζώων·

στ)

ως προϊόντα για τον καθαρισμό και την απολύμανση κτιρίων και εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φυτών, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης σε γεωργική εκμετάλλευση·

ζ)

ως προϊόντα καθαρισμού και απολύμανσης σε εγκαταστάσεις μεταποίησης και αποθήκευσης.

2.   Επιπλέον, για προϊόντα και ουσίες που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ορισμένα προϊόντα και ουσίες προς χρήση στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων και μαγιάς που χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή ζωοτροφή και καταχωρίζει κάθε τέτοιο εγκεκριμένο προϊόν και ουσία σε περιορισμένους καταλόγους, για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

ως πρόσθετα τροφίμων και τεχνολογικά βοηθήματα·

β)

ως μη βιολογικά γεωργικά συστατικά που μπορούν κατ’ εξαίρεση να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων·

γ)

ως τεχνολογικά βοηθήματα για την παραγωγή μαγιάς και προϊόντων μαγιάς.

3.   Η έγκριση των προϊόντων και των ουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για χρήση στη βιολογική παραγωγή εξαρτάται από τις αρχές που καθορίζονται στο κεφάλαιο II και από τα ακόλουθα κριτήρια που αξιολογούνται στο σύνολό τους:

α)

είναι αναγκαία για διαρκή παραγωγή και για τη σκοπούμενη χρήση·

β)

όλα τα εν λόγω προϊόντα και οι ουσίες είναι φυτικής ή ζωικής προέλευσης ή προέλευσης από φύκη ή μικροβιακής ή ανόργανης προέλευσης, εκτός περιπτώσεων εάν προϊόντα ή ουσίες από τις πηγές αυτές δεν είναι διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα ή ποιότητα ή εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές·

γ)

στην περίπτωση προϊόντων της παραγράφου 1 στοιχείο α), συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η χρήση τους είναι ουσιώδης για τον έλεγχο επιβλαβούς οργανισμού για τον οποίο δεν υπάρχουν άλλες βιολογικές, φυσικές ή καλλιεργητικές πρακτικές, πρακτικές που σχετίζονται με την επιλογή των φυτών, ούτε άλλες αποτελεσματικές διαχειριστικές πρακτικές·

ii)

εάν τα εν λόγω προϊόντα δεν είναι φυτικής προέλευσης, προέλευσης από φύκη, ζωικής, μικροβιακής ή ανόργανης προέλευσης, ούτε είναι ταυτόσημα με τη φυσική τους μορφή, οι όροι χρήσης τους αποκλείουν την άμεση επαφή με τα βρώσιμα μέρη της καλλιέργειας·

δ)

στην περίπτωση προϊόντων της παραγράφου 1 στοιχείο β), η χρήση τους είναι ουσιώδης για την επίτευξη ή τη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους ή για την κάλυψη συγκεκριμένων διατροφικών αναγκών των καλλιεργειών ή για συγκεκριμένους σκοπούς βελτίωσης του εδάφους·

ε)

στην περίπτωση προϊόντων της παραγράφου 1 στοιχεία γ) και δ), συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η χρήση τους είναι απαραίτητη για να διατηρούνται η υγεία, οι καλές συνθήκες διαβίωσης και η ζωτικότητα των ζώων και συμβάλλει ώστε να επιτυγχάνεται κατάλληλη διατροφή η οποία να καλύπτει τις φυσιολογικές και συμπεριφορικές ανάγκες του συγκεκριμένου είδους, ή η χρήση τους είναι απαραίτητη για την παραγωγή ή τη διατήρηση των ζωοτροφών διότι η παραγωγή ή διατήρηση των ζωοτροφών δεν είναι δυνατή χωρίς χρήση των ουσιών αυτών·

ii)

οι ζωοτροφές ανόργανης προέλευσης, τα ιχνοστοιχεία, οι βιταμίνες ή οι προβιταμίνες είναι φυσικής προέλευσης, εκτός περιπτώσεων αν προϊόντα ή ουσίες από τις πηγές αυτές δεν είναι διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα ή ποιότητα ή εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές·

iii)

η χρήση μη βιολογικού υλικού ζωοτροφών φυτικής ή ζωικής προέλευσης είναι απαραίτητη επειδή δεν είναι διαθέσιμο σε επαρκείς ποσότητες υλικό ζωοτροφών φυτικής ή ζωικής προέλευσης που να παράγεται σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής παραγωγής·

iv)

η χρήση μη βιολογικών μπαχαρικών, βοτάνων και μελασών είναι απαραίτητη επειδή τα εν λόγω δεν είναι διαθέσιμα σε βιολογική μορφή· πρέπει να παράγονται ή παρασκευάζονται χωρίς χρήση χημικών διαλυτών και η χρήση τους περιορίζεται στο 1 % του σιτηρεσίου συγκεκριμένου ζωικού είδους, υπολογιζόμενου ετησίως ως ποσοστού της ξηράς ουσίας των ζωοτροφών γεωργικής προέλευσης.

4.   Η έγκριση των προϊόντων και των ουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 προς χρήση στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ή στην παραγωγή μαγιάς που χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή ζωοτροφή εξαρτάται από τις αρχές που καθορίζονται στο κεφάλαιο II και από τα ακόλουθα κριτήρια που αξιολογούνται στο σύνολό τους:

α)

δεν υπάρχουν εναλλακτικά προϊόντα ή ουσίες εγκεκριμένα σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή τεχνικές συμβατές με τον παρόντα κανονισμό·

β)

είναι αδύνατη η παραγωγή ή η διατήρηση του τροφίμου ή η τήρηση συγκεκριμένων διαιτητικών απαιτήσεων βάσει ενωσιακής νομοθεσίας χωρίς τη χρήση των εν λόγω προϊόντων και ουσιών·

γ)

απαντώνται στη φύση και επιτρέπεται να έχουν υποβληθεί μόνο σε μηχανική, φυσική, βιολογική, ενζυματική ή μικροβιακή διεργασία, εκτός περιπτώσεων εάν τα προϊόντα ή οι ουσίες από αυτές τις πηγές δεν υπάρχουν σε ικανοποιητική ποσότητα ή ποιότητα·

δ)

το βιολογικό συστατικό δεν είναι διαθέσιμο σε επαρκή ποσότητα.

5.   Η έγκριση της χρήσης συνθετικών χημικών προϊόντων ή ουσιών, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου περιορίζεται αυστηρά σε περιπτώσεις στις οποίες η χρήση εξωτερικών εισροών που αναφέρεται στο άρθρο 5 στοιχείο ζ) θα συντελούσε στην πρόκληση απαράδεκτων περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου μέσω της προσθήκης περαιτέρω κριτηρίων για την έγκριση των προϊόντων και ουσιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου για χρήση στη βιολογική παραγωγή γενικότερα και στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, καθώς και επιπλέον κριτήρια για την ανάκληση των εν λόγω εγκρίσεων, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κριτηρίων που έχουν προστεθεί.

7.   Όταν ένα κράτος μέλος κρίνει ότι ένα προϊόν ή μια ουσία θα πρέπει να προστεθεί στον κατάλογο εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών των παραγράφων 1 και 2 ή να διαγραφεί από αυτόν ή ότι θα πρέπει να τροποποιηθούν οι προδιαγραφές χρήσης που αναφέρονται στους κανόνες παραγωγής, διασφαλίζει την επίσημη διαβίβαση, στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, φακέλου που περιλαμβάνει την αιτιολόγηση της προσθήκης, της διαγραφής ή των άλλων τροποποιήσεων, καθώς και τη δημοσιοποίησή του, με την επιφύλαξη της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας για την προστασία των δεδομένων.

Η Επιτροπή δημοσιεύει κάθε αίτημα κατά την παρούσα παράγραφο.

8.   Η Επιτροπή αναθεωρεί σε τακτά χρονικά διαστήματα τους καταλόγους που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Ο κατάλογος των μη βιολογικών συστατικών της παραγράφου 2 στοιχείο β) επανεξετάζεται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

9.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με την έγκριση ή ανάκληση της έγκρισης προϊόντων και ουσιών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και μπορούν να χρησιμοποιούνται στη βιολογική παραγωγή γενικότερα και στην παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων ειδικότερα, καθώς και για τον καθορισμό των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για την έγκριση και την κατάρτιση των καταλόγων των εν λόγω προϊόντων και ουσιών και, εφόσον απαιτείται, την περιγραφή τους, τις απαιτήσεις σύνθεσης και τους όρους χρήσης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 25

Έγκριση από τα κράτη μέλη μη βιολογικών γεωργικών συστατικών για μεταποιημένα βιολογικά τρόφιμα

1.   Όταν είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε ορισμένα γεωργικά συστατικά και όταν τα εν λόγω συστατικά δεν είναι διαθέσιμα σε βιολογική μορφή σε επαρκή ποσότητα, ένα κράτος μέλος μπορεί, κατόπιν αιτήματος επιχείρησης, να επιτρέπει προσωρινά τη χρησιμοποίηση μη βιολογικών γεωργικών συστατικών για την παραγωγή μεταποιημένων βιολογικών τροφίμων στην επικράτειά του, για περίοδο κατ’ ανώτατο όριο έξι μηνών. Η εν λόγω άδεια ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Το κράτος μέλος κοινοποιεί αμέσως στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος που επιτρέπει την ηλεκτρονική ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών που διατίθενται από την Επιτροπή κάθε άδεια που χορηγείται για την επικράτειά του σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Το κράτος μέλος μπορεί να παρατείνει την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δύο φορές το ανώτερο επί 6 μήνες τη φορά, υπό την προϋπόθεση ότι κανένα άλλο κράτος μέλος δεν έχει διατυπώσει αντιρρήσεις κοινοποιώντας, μέσω του συστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ότι τα εν λόγω συστατικά υπάρχουν σε βιολογική μορφή σε επαρκή διαθέσιμη ποσότητα.

4.   Αρχή ελέγχου ή φορέας ελέγχου που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 μπορούν να χορηγούν προσωρινή άδεια όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, για μέγιστη περίοδο έξι μηνών, σε επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες που ζητούν την εν λόγω άδεια και που υπόκεινται στους ελέγχους της εν λόγω αρχής ελέγχου ή του εν λόγω φορέα ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι της παραγράφου αυτής πληρούνται στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Η άδεια μπορεί να παραταθεί το ανώτερο δύο φορές και για 6 μήνες τη φορά.

5.   Εάν, κατόπιν δύο παρατάσεων της προσωρινής έγκρισης, ένα κράτος μέλος κρίνει, βάσει αντικειμενικών πληροφοριών, ότι η διαθεσιμότητα του εν λόγω συστατικού σε βιολογική μορφή εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής για την κάλυψη των ποσοτικών και ποιοτικών αναγκών των επιχειρήσεων, μπορεί να υποβάλλει αίτημα στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 7.

Άρθρο 26

Συλλογή δεδομένων σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά βιολογικού και υπό μετατροπή φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώων και ιχθυδίων υδατοκαλλιέργειας βιολογικής εκτροφής

1.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει τη δημιουργία μιας τακτικά επικαιροποιούμενης βάσης δεδομένων για την καταγραφή του βιολογικού και του υπό μετατροπή φυτικού αναπαραγωγικού υλικού εκτός των σποροφύτων, συμπεριλαμβανομένων, ωστόσο, των σπόρων γεωμήλων που διατίθενται στην επικράτειά του.

2.   Τα κράτη μέλη διαθέτουν συστήματα τα οποία επιτρέπουν στις επιχειρήσεις, οι οποίες εμπορεύονται βιολογικό ή υπό μετατροπή φυτικό αναπαραγωγικό υλικό και ζώα και ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας βιολογικής εκτροφής και που είναι σε θέση να τα παράσχουν σε επαρκείς ποσότητες και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, να δημοσιοποιούν, εθελοντικά, χωρίς επιβάρυνση, μαζί με τις επωνυμίες και τα στοιχεία επικοινωνίας τους, πληροφορίες για τα εξής:

α)

το βιολογικό και υπό μετατροπή φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, όπως το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό βιολογικού ετερογενούς υλικού, ή σπόρων και οι βιολογικές ποικιλίες που είναι κατάλληλες για τη βιολογική παραγωγή, εκτός των σποροφύτων, συμπεριλαμβανομένων, ωστόσο, των σπόρων γεωμήλων, τα οποία είναι διαθέσιμα· την ποσότητα σε βάρος του εν λόγω υλικού και την περίοδο του έτους κατά την οποία είναι διαθέσιμο· το εν λόγω υλικό καταγράφεται με τη χρήση τουλάχιστον της λατινικής επιστημονικής ονομασίας·

β)

τα ζώα βιολογικής εκτροφής για τα οποία μπορεί να προβλεφθεί παρέκκλιση σύμφωνα με το παράρτημα II μέρος II σημείο 1.3.4.4· τον αριθμό των διαθέσιμων ζώων ανά φύλο· πληροφορίες, κατά περίπτωση, σχετικά με τα διάφορα είδη ζώων όσον αφορά τις φυλές και τα στελέχη ζώων· τις φυλές των ζώων, την ηλικία των ζώων και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες·

γ)

τα ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας βιολογικής εκτροφής που διαθέτει η εκμετάλλευση και την υγειονομική κατάστασή τους σύμφωνα με την οδηγία 2006/88/ΕΚ του Συμβουλίου (52) και την ικανότητά της για παραγωγή του κάθε είδους υδατοκαλλιέργειας.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεσπίσουν συστήματα που να παρέχουν τη δυνατότητα σε επιχειρήσεις που εμπορεύονται φυλές και στελέχη προσαρμοσμένα στη βιολογική παραγωγή σύμφωνα με το παράρτημα II μέρος II σημείο 1.3.3 ή βιολογικές πουλάδες, και οι οποίες είναι σε θέση να προμηθεύουν τα εν λόγω ζώα σε επαρκείς ποσότητες και εντός εύλογης περιόδου, να δημοσιοποιούν οι σχετικές πληροφορίες, σε εθελοντική βάση, χωρίς επιβάρυνση, μαζί με την επωνυμία και τα στοιχεία επικοινωνίας τους.

4.   Οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να περιλαμβάνουν πληροφορίες για το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό ή ζώα ή ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας στα συστήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες επικαιροποιούνται τακτικά και εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αποσύρονται από τους καταλόγους μόλις το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό ή τα ζώα ή τα ιχθύδια υδατοκαλλιέργειας δεν είναι πλέον διαθέσιμα.

5.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1, 2 και 3 τα κράτη μέλη μπορούν να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν ήδη υπάρχοντα σχετικά πληροφοριακά συστήματα.

6.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον σύνδεσμο προς τις εθνικές βάσεις δεδομένων ή τα συστήματα σε ειδικό δικτυακό τόπο της Επιτροπής, με σκοπό να επιτρέπει έτσι στους χρήστες να έχουν πρόσβαση σε αυτές τις βάσεις δεδομένων ή συστημάτων σε όλη την Ένωση.

7.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να παρέχει:

α)

τεχνικές λεπτομέρειες για τη δημιουργία και τη διατήρηση των βάσεων δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και των συστημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

β)

προδιαγραφές όσον αφορά τη συλλογή πληροφοριών που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2·

γ)

προδιαγραφές όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τη συμμετοχή στις βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και στα συστήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3· και

δ)

λεπτομέρειες όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 6.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 27

Υποχρεώσεις και ενέργειες σε περίπτωση υπόνοιας μη συμμόρφωσης

Όταν επιχείρηση έχει υπόνοιες ότι ένα προϊόν που έχει παραγάγει, παρασκευάσει, εισαγάγει ή παραλάβει από άλλη επιχείρηση δεν συμμορφώνεται προς τον παρόντα κανονισμό, τότε η εν λόγω επιχείρηση, με την επιφύλαξη του άρθρου 28 παράγραφος 2:

α)

ταυτοποιεί και διαχωρίζει το οικείο προϊόν·

β)

εξετάζει εάν η υπόνοια μπορεί να τεκμηριωθεί·

γ)

δεν διαθέτει το εν λόγω προϊόν στην αγορά ως βιολογικά ή υπό μετατροπή και δεν το χρησιμοποιεί στη βιολογική παραγωγή, εκτός και εάν η υπόνοια μπορεί να εξαλειφθεί·

δ)

εφόσον η υπόνοια τεκμηριώνεται ή δεν μπορεί να εξαλειφθεί, ενημερώνει αμέσως την εκάστοτε αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, την οικεία αρχή ελέγχου ή τον οικείο φορέα ελέγχου παρέχοντας τα κατά περίπτωση διαθέσιμα στοιχεία·

ε)

συνεργάζεται πλήρως με τη σχετική αρχή ή τον σχετικό φορέα ελέγχου κατά την επαλήθευση και τον προσδιορισμό των λόγων για την εικαζόμενη μη συμμόρφωση με την οικεία αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση.

Άρθρο 28

Μέτρα προφύλαξης για να αποφευχθεί η παρουσία μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών

1.   Για να αποτρέπεται η μόλυνση από προϊόντα ή ουσίες που δεν έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, οι επιχειρήσεις λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα προφύλαξης σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής:

α)

εφαρμόζουν και διατηρούν μέτρα τα οποία είναι αναλογικά και κατάλληλα για τον εντοπισμό των κινδύνων μόλυνσης της βιολογικής παραγωγής και των βιολογικών προϊόντων από μη εγκεκριμένα προϊόντα ή ουσίες, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής ταυτοποίησης κρίσιμων διαδικαστικών σταδίων·

β)

εφαρμόζουν και διατηρούν μέτρα που είναι αναλογικά και κατάλληλα για την αποφυγή των κινδύνων μόλυνσης της βιολογικής παραγωγής και των βιολογικών προϊόντων από μη εγκεκριμένα προϊόντα ή ουσίες·

γ)

επανεξετάζουν τακτικά και προσαρμόζουν τα μέτρα αυτά· και

δ)

συμμορφώνονται προς άλλες σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που διασφαλίζουν τον διαχωρισμό βιολογικών, υπό μετατροπή και μη βιολογικών προϊόντων.

2.   Όταν επιχείρηση έχει υπόνοιες ότι, λόγω της παρουσίας προϊόντος ή ουσίας που δεν είναι εγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή σε προϊόν που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί ή να διατεθεί στο εμπόριο ως βιολογικό ή υπό μετατροπή προϊόν, το τελευταίο προϊόν δεν συμμορφώνεται προς τον παρόντα κανονισμό, η επιχείρηση:

α)

ταυτοποιεί και διαχωρίζει το οικείο προϊόν·

β)

εξετάζει εάν η υπόνοια μπορεί να τεκμηριωθεί·

γ)

δεν διαθέτει το εν λόγω προϊόν στην αγορά ως βιολογικά ή υπό μετατροπή και δεν το χρησιμοποιεί στη βιολογική παραγωγή, εκτός και εάν η υπόνοια μπορεί να εξαλειφθεί·

δ)

εφόσον η υπόνοια τεκμηριώνεται ή δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ενημερώνει αμέσως την εκάστοτε αρμόδια αρχή, ή, κατά περίπτωση, την οικεία αρχή ελέγχου ή τον οικείο φορέα ελέγχου και της παρέχει τα κατά περίπτωση διαθέσιμα στοιχεία·

ε)

συνεργάζεται πλήρως με την οικεία αρμόδια αρχή ελέγχου ή, κατά περίπτωση, με την οικεία αρχή ελέγχου ή φορέα ελέγχου κατά τον προσδιορισμό και την επαλήθευση των λόγων για την παρουσία μη εγκεκριμένων προϊόντων ή ουσιών.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων κανόνων για τον προσδιορισμό:

α)

των διαδικαστικών σταδίων που πρέπει να ακολουθούν οι επιχειρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχεία α) έως ε) και των σχετικών εγγράφων που πρέπει να παρέχουν·

β)

των αναλογικών και κατάλληλων μέτρων που πρόκειται να θεσπιστούν και να εξεταστούν από τις επιχειρήσεις για τον προσδιορισμό και την αποφυγή των κινδύνων μόλυνσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 29

Μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων ή ουσιών

1.   Όταν μια αρμόδια αρχή, ή, κατά περίπτωση, η αρχή ή ο φορέας ελέγχου λαμβάνει τεκμηριωμένες πληροφορίες σχετικά με την παρουσία μη εγκεκριμένων προϊόντων ή ουσιών σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή, ή ενημερώνεται από επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχείο δ) ή εντοπίζει τα προϊόντα ή τις ουσίες αυτές σε βιολογικό ή υπό μετατροπή προϊόν:

α)

προβαίνει αμέσως σε επίσημη έρευνα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625, προκειμένου να καθοριστούν οι πηγές και η αιτία με σκοπό την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και προς το άρθρο 28 παράγραφος 1· η εν λόγω έρευνα ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν, εντός εύλογης προθεσμίας, λαμβανομένης υπόψη της διατηρησιμότητας του προϊόντος και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης·

β)

απαγορεύει προσωρινά τη διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων ως βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων, καθώς και τη χρήση τους στη βιολογική παραγωγή, εν αναμονή των αποτελεσμάτων της έρευνας που μνημονεύεται στο στοιχείο α).

2.   Το εμπλεκόμενο προϊόν δεν διατίθεται στο εμπόριο ως βιολογικό ή υπό μετατροπή προϊόν ούτε χρησιμοποιείται στη βιολογική παραγωγή εφόσον η αρμόδια αρχή, ή κατά περίπτωση, η αρχή ελέγχου ή ο φορέας ελέγχου, διαπιστώσει ότι η εμπλεκόμενη επιχείρηση:

α)

έχει χρησιμοποιήσει προϊόντα ή ουσίες που δεν επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή·

β)

δεν έχει λάβει τα μέτρα προφύλαξης που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 ή

γ)

δεν έχει λάβει μέτρα κατόπιν προηγούμενων σχετικών αιτημάτων από τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές ελέγχου ή τους φορείς ελέγχου.

3.   Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση δίνεται η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α). Η αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η αρχή ή ο φορέας ελέγχου τηρεί αρχεία της έρευνας που διενεργείται.

Εφόσον απαιτείται, η εμπλεκόμενη επιχείρηση λαμβάνει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα για την αποφυγή μελλοντικής μόλυνσης.

4.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, σχετικά με την παρουσία προϊόντων και ουσιών που δεν επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή και με βάση την αξιολόγηση των εθνικών κανόνων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Η έκθεση αυτή μπορεί να συνοδεύεται, εφόσον κριθεί σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση με σκοπό την περαιτέρω εναρμόνιση.

5.   Τα κράτη μέλη τα οποία διαθέτουν κανόνες που προβλέπουν ότι τα προϊόντα που περιέχουν πάνω από ορισμένο επίπεδο προϊόντα ή ουσίες που δεν είναι εγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή δεν μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο ως βιολογικά προϊόντα, μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τους εν λόγω κανόνες υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω κανόνες δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή εμποδίζουν τη διάθεση προϊόντων άλλων κρατών μελών στην αγορά με τον χαρακτηρισμό του βιολογικού προϊόντος, εφόσον τα εν λόγω προϊόντα έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο ενημερώνουν σχετικώς την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

6.   Οι αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν τα αποτελέσματα των ερευνών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και με οποιαδήποτε μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί με στόχο τη διαμόρφωση βέλτιστων πρακτικών και περαιτέρω μέτρα για την πρόληψη της παρουσίας μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών για χρήση στη βιολογική παραγωγή σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη θέτουν τα στοιχεία αυτά στη διάθεση των λοιπών κρατών μελών και της Επιτροπής, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος που επιτρέπει την ηλεκτρονική ανταλλαγή εγγράφων και πληροφοριών που διαθέτει η Επιτροπή.

7.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα στην επικράτειά τους για να αποφευχθεί η ακούσια παρουσία στη βιολογική γεωργία προϊόντων και ουσιών που δεν είναι εγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή. Τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά προϊόντα που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη ως βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την παρούσα παράγραφο ενημερώνουν σχετικώς την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.

8.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων κανόνων που θα προσδιορίζουν:

α)

τη μέθοδο, η οποία πρέπει να εφαρμόζεται από τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου για την ανίχνευση και την αξιολόγηση της παρουσίας προϊόντων και ουσιών που δεν είναι εγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο για χρήση στη βιολογική παραγωγή·

β)

τις λεπτομέρειες και τον μορφότυπο των πληροφοριών που πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

9.   Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν ηλεκτρονικώς στην Επιτροπή τις σχετικές πληροφορίες για περιπτώσεις που αφορούν μολύνσεις με μη-εγκεκριμένα προϊόντα ή ουσίες στο προηγούμενο έτος, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται στα σημεία διέλευσης των συνόρων, αναφέροντας τη φύση των μολύνσεων που ανιχνεύθηκαν και ιδίως την αιτία, την πηγή και το επίπεδο της μόλυνσης καθώς και την ποσότητα και τη φύση των μολυσμένων προϊόντων. Οι εν λόγω πληροφορίες συλλέγονται από την Επιτροπή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος που καθιστά διαθέσιμο η Επιτροπή και χρησιμοποιούνται για να διευκολυνθεί η διαμόρφωση βέλτιστων πρακτικών για την αποφυγή μόλυνσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

Άρθρο 30

Χρήση όρων που αναφέρονται στη βιολογική παραγωγή

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ένα προϊόν θεωρείται ότι φέρει ενδείξεις σχετικές με τη βιολογική παραγωγή όταν, στην επισήμανση, στο διαφημιστικό υλικό ή στα εμπορικά έγγραφα, το προϊόν, τα συστατικά του ή οι πρώτες ύλες ζωοτροφών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του περιγράφονται με όρους που υπονοούν για τον αγοραστή ότι το προϊόν, τα συστατικά του ή οι πρώτες ύλες ζωοτροφών έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, οι όροι που απαριθμούνται στο παράρτημα IV, και τα παράγωγα ή τα υποκοριστικά τους, όπως «βιο» («bio») και «οικο» («eco»), μπορούν να χρησιμοποιούνται, μόνα ή σε συνδυασμό, στο σύνολο της Ένωσης και σε οποιαδήποτε γλώσσα περιλαμβάνεται στο εν λόγω παράρτημα για την επισήμανση και τη διαφήμιση προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 και πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν χρησιμοποιούνται πουθενά στην Ένωση και σε καμία γλώσσα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV για την επισήμανση, το διαφημιστικό υλικό ή τα εμπορικά έγγραφα προϊόντων που δεν πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Επιπλέον, στην επισήμανση ή τη διαφήμιση προϊόντος δεν χρησιμοποιούνται όροι, συμπεριλαμβανομένων όρων που χρησιμοποιούνται σε εμπορικά σήματα ή εταιρικές επωνυμίες, ή πρακτικές που υπάρχει πιθανότητα να παραπλανήσουν τον καταναλωτή ή τον χρήστη υπονοώντας ότι ένα προϊόν ή τα συστατικά του πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Τα προϊόντα που παράγονται κατά την περίοδο μετατροπής δεν επισημαίνονται ούτε διαφημίζονται ως βιολογικά προϊόντα ούτε ως προϊόντα υπό μετατροπή.

Ωστόσο, το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, τα προϊόντα τροφίμων φυτικής προέλευσης και ζωοτροφών φυτικής προέλευσης που παράγονται κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής, που συμμορφώνονται προς το άρθρο 10 παράγραφος 4 μπορούν να επισημαίνονται και να διαφημίζονται ως προϊόντα υπό μετατροπή, με τη χρήση του όρου «υπό μετατροπή», ή αντίστοιχου όρου, μαζί με τους όρους που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.   Οι όροι που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 δεν χρησιμοποιούνται για προϊόν για το οποίο η νομοθεσία της Ένωσης απαιτεί να δηλώνεται στην επισήμανση ή στη διαφήμιση ότι το προϊόν περιέχει ΓΤΟ, αποτελείται από ΓΤΟ ή παράγεται από ΓΤΟ.

5.   Όσον αφορά τα μεταποιημένα τρόφιμα, οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να χρησιμοποιούνται:

α)

στην περιγραφή πώλησης και στον κατάλογο των συστατικών, εφόσον ο εν λόγω κατάλογος είναι υποχρεωτικός σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

το μεταποιημένο τρόφιμο τηρεί τους κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στο μέρος IV του παραρτήματος II και τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3·

ii)

τουλάχιστον το 95 % τα γεωργικά συστατικά του προϊόντος κατά βάρος είναι βιολογικά· και

iii)

στην περίπτωση αρωματικών υλών, χρησιμοποιούνται μόνο για φυσικές αρωματικές ουσίες ή φυσικά αρωματικά παρασκευάσματα των οποίων η επισήμανση γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 2, 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1334/2008 και εφόσον όλα τα αρωματικά συστατικά και οι φορείς αρωματικών συστατικών στο εν λόγω αρωματικό συστατικό είναι βιολογικά·

β)

μόνον στον κατάλογο συστατικών, υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

λιγότερο από το 95 % των γεωργικών συστατικών του προϊόντος κατά βάρος είναι βιολογικά και υπό τον όρο ότι τα εν λόγω συστατικά είναι σύμφωνα με τους κανόνες παραγωγής που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό· και

ii)

το μεταποιημένο τρόφιμο πληροί τους κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στο σημείο 1.5, στο σημείο 2.1 στοιχείο α), στο σημείο 2.1 στοιχείο β) και στο σημείο 2.2.1 του μέρους IV του παραρτήματος II και τους ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3·

γ)

στην περιγραφή πώλησης και στον κατάλογο των συστατικών υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

το βασικό συστατικό είναι μη εκτρεφόμενα θηράματα ή ψάρια·

ii)

ο όρος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αφορά σαφώς στην περιγραφή πώλησης άλλο συστατικό που είναι βιολογικό και διαφορετικό από το κύριο συστατικό·

iii)

όλα τα άλλα γεωργικά συστατικά είναι βιολογικά· και

iv)

το τρόφιμο πληροί τους κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στο σημείο 1.5, στο σημείο 2.1 στοιχείο α), στο σημείο 2.1 στοιχείο β) και στο σημείο 2.2.1 του μέρους IV του παραρτήματος II και τους ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3.

Στον κατάλογο των συστατικών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) επισημαίνονται τα συστατικά που είναι βιολογικά. Η αναφορά στη βιολογική παραγωγή μπορεί να εμφαίνεται μόνο σε σχέση με τα βιολογικά συστατικά.

Στον κατάλογο συστατικών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και γ) περιλαμβάνεται ένδειξη του συνολικού ποσοστού βιολογικών συστατικών σε σχέση με τη συνολική ποσότητα γεωργικών συστατικών.

Οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν χρησιμοποιούνται στον κατάλογο συστατικών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου και η ένδειξη του ποσοστού που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εμφαίνονται στον κατάλογο συστατικών με το ίδιο χρώμα, το ίδιο μέγεθος και γραμματοσειρά με τις άλλες ενδείξεις.

6.   Για τις μεταποιημένες ζωοτροφές, οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να χρησιμοποιούνται στην περιγραφή πώλησης και στον κατάλογο συστατικών υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

η μεταποιημένη ζωοτροφή πληροί τους κανόνες παραγωγής που καθορίζονται στα μέρη II, ΙΙΙ και V του παραρτήματος II και τους ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3·

β)

όλα τα συστατικά γεωργικής προέλευσης που περιέχει η μεταποιημένη ζωοτροφή είναι βιολογικά· και

γ)

τουλάχιστον το 95 % της ξηράς ουσίας του προϊόντος είναι βιολογικό.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση:

α)

του παρόντος άρθρου προσθέτοντας περαιτέρω κανόνες σχετικά με την επισήμανση των προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα I, ή τροποποιώντας τους εν λόγω πρόσθετους κανόνες· και

β)

του καταλόγου όρων που παρατίθεται στο παράρτημα IV, λαμβάνοντας υπόψη τις γλωσσικές εξελίξεις εντός των κρατών μελών.

8.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν λεπτομερείς απαιτήσεις σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 31

Επισήμανση προϊόντων και ουσιών που χρησιμοποιούνται στη φυτική παραγωγή

Κατά παρέκκλιση από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, ένα προϊόν και ουσίες που χρησιμοποιούνται σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα ή λιπάσματα, βελτιωτικά του εδάφους ή θρεπτικές ουσίες που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 24 μπορεί να φέρει ένδειξη σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω προϊόντα ή οι ουσίες έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 32

Υποχρεωτικές ενδείξεις

1.   Εφόσον τα προϊόντα φέρουν ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που επισημαίνονται ως προϊόντα υπό μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 3:

α)

εμφαίνεται επίσης στην επισήμανση ο κωδικός αριθμός της αρχής ή του φορέα ελέγχου στον οποίο υπάγεται η επιχείρηση που πραγματοποίησε την πλέον πρόσφατη εργασία παραγωγής ή παρασκευής· και

β)

στην περίπτωση των προσυσκευασμένων τροφίμων εμφαίνεται επίσης στη συσκευασία το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 33, εκτός από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 3 και στο άρθρο 30 παράγραφος 5 στοιχεία β) και γ).

2.   Όταν χρησιμοποιείται το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εμφαίνεται στο ίδιο οπτικό πεδίο με το λογότυπο, ένδειξη του τόπου όπου καλλιεργήθηκαν οι γεωργικές πρώτες ύλες από τις οποίες αποτελείται το προϊόν, η οποία λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές, κατά περίπτωση:

α)

«Γεωργία ΕΕ», εφόσον η γεωργική πρώτη ύλη έχει παραχθεί στην Ένωση·

β)

«Γεωργία εκτός ΕΕ», εφόσον η γεωργική πρώτη ύλη έχει παραχθεί σε τρίτες χώρες·

γ)

«Γεωργία ΕΕ/εκτός ΕΕ», όταν μέρος των γεωργικών πρώτων υλών έχει παραχθεί στην Ένωση και μέρος τους έχει παραχθεί σε τρίτη χώρα.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ο όρος «Γεωργία» μπορεί να αντικαθίσταται από τον όρο «Υδατοκαλλιέργεια» κατά περίπτωση και οι λέξεις «ΕΕ» και «εκτός ΕΕ» μπορούν να αντικαθίστανται ή να συμπληρώνονται από την ονομασία μιας χώρας ή από την ονομασία μιας χώρας και μιας περιφέρειας, εάν όλες οι γεωργικές πρώτες ύλες από τις οποίες αποτελείται το προϊόν έχουν παραχθεί στη συγκεκριμένη χώρα ή, αντίστοιχα, στη συγκεκριμένη περιφέρεια.

Όσον αφορά την ένδειξη του τόπου παραγωγής των γεωργικών πρώτων υλών από τις οποίες αποτελείται το προϊόν, όπως αναφέρεται στο πρώτο και στο τρίτο εδάφιο, είναι δυνατόν να μη λαμβάνονται υπόψη μικρές ποσότητες κατά βάρος συστατικών εφόσον η συνολική ποσότητα των συστατικών που δεν λαμβάνονται υπόψη δεν υπερβαίνει το 5 % της συνολικής ποσότητας γεωργικών πρώτων υλών.

Οι λέξεις «ΕΕ» ή «εκτός ΕΕ» δεν εμφαίνονται με εμφανέστερο χρώμα, μέγεθος και γραμματοσειρά από την ονομασία του προϊόντος.

3.   Οι ενδείξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου καθώς και στο άρθρο 33 παράγραφος 3 αναγράφονται σε εμφανές σημείο ώστε να είναι εύκολα ορατές, και είναι ευανάγνωστες και ανεξίτηλες.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, για την τροποποίηση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 3 του άρθρου 33 με την προσθήκη περαιτέρω κανόνων σχετικά με την επισήμανση, ή για την τροποποίηση των εν λόγω κανόνων που έχουν προστεθεί.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με:

α)

πρακτικές ρυθμίσεις για τη χρήση, την εμφάνιση, τη σύνθεση και το μέγεθος των ενδείξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και στο άρθρο 33 παράγραφος 3·

β)

την απόδοση κωδικών αριθμών στις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου·

γ)

την ένδειξη του τόπου παραγωγής των γεωργικών πρώτων υλών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και με το άρθρο 33 παράγραφος 3.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 33

Λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να χρησιμοποιείται στην επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση προϊόντων που πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς πληροφόρησης και εκπαίδευσης που αφορούν την ύπαρξη και τη διαφήμιση του ίδιου του λογοτύπου, υπό την προϋπόθεση η χρήση να μη μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή ειδικών προϊόντων και υπό τον όρο το λογότυπο να αναπαράγεται σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο παράρτημα V. Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις του άρθρου 32 παράγραφος 2 και του σημείου 1.7 του παραρτήματος V δεν εφαρμόζονται.

Το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χρησιμοποιείται για τα μεταποιημένα τρόφιμα που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 5 στοιχεία β) και γ) ούτε για τα προϊόντα υπό μετατροπή που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 3.

2.   Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που χρησιμοποιείται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί επίσημη βεβαίωση σύμφωνα με τα άρθρα 86 και 91 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

3.   Η χρήση του λογοτύπου βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι προαιρετική για προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες. Όταν το συγκεκριμένο λογότυπο εμφαίνεται στην επισήμανση τέτοιων προϊόντων, εμφαίνεται στην επισήμανση και η ένδειξη που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

4.   Το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακολουθεί το πρότυπο που παρατίθεται στο παράρτημα V και είναι σύμφωνο με τους κανόνες που καθορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

5.   Εθνικά λογότυπα και ιδιωτικά λογότυπα μπορούν να χρησιμοποιούνται στην επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση προϊόντων που είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του παραρτήματος V όσον αφορά το λογότυπο της βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους σχετικούς κανόνες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 34

Σύστημα πιστοποίησης

1.   Πριν από τη διάθεση ενδεχομένων προϊόντων στην αγορά ως «βιολογικών» ή ως «υπό μετατροπή» ή προ της περιόδου μετατροπής οι επιχειρήσεις και οι ομάδες επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 και που παράγουν, παρασκευάζουν, διανέμουν ή αποθηκεύουν βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα, εισάγουν τα εν λόγω προϊόντα από τρίτη χώρα, τα εξάγουν σε τρίτη χώρα ή τα διαθέτουν στην αγορά, κοινοποιούν τη δραστηριότητά τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η δραστηριότητά τους και στο οποίο η επιχείρησή τους υπόκειται στο σύστημα ελέγχου.

Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές έχουν μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές τους ή έχουν αναθέσει ορισμένα επίσημα καθήκοντα ελέγχου ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με επίσημες δραστηριότητες σε περισσότερες της μίας αρχές ή φορείς ελέγχου, οι επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων δηλώνουν στην αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο, κοινοποίηση την αρχή ελέγχου ή τον φορέα ελέγχου που εξακριβώνει εάν η δραστηριότητά τους συμμορφώνεται προς τον παρόντα κανονισμό και χορηγεί το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1.

2.   Οι επιχειρήσεις που πωλούν προσυσκευασμένα βιολογικά προϊόντα απευθείας στον τελικό καταναλωτή ή χρήστη, απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και από την υποχρέωση κατοχής πιστοποιητικού κατά το άρθρο 35 παράγραφος 2, υπό τον όρο ότι δεν παράγουν, δεν παρασκευάζουν, δεν αποθηκεύουν παρά μόνον σε σχέση με το σημείο πώλησης, ή δεν εισάγουν τα εν λόγω προϊόντα από τρίτη χώρα, ή δεν έχουν αναθέσει υπεργολαβικά τις εν λόγω δραστηριότητες σε άλλη επιχείρηση.

3.   Όταν επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων αναθέτουν οποιανδήποτε από τις δραστηριότητές τους σε τρίτους, τόσο οι επιχειρήσεις και ομάδες επιχειρήσεων όσο και οι τρίτοι στους οποίους ανετέθησαν οι εν λόγω δραστηριότητες συμμορφώνονται με την παράγραφο 1, εκτός εάν η επιχείρηση ή οι ομάδες επιχειρήσεων δηλώσουν στην αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση ότι παραμένουν υπεύθυνοι όσον αφορά τη βιολογική παραγωγή και δεν μεταβιβάζουν την εν λόγω ευθύνη στον υπεργολάβο. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια αρχή, ή κατά περίπτωση η αρχή ελέγχου ή ο φορέας ελέγχου εξακριβώνουν ότι οι υπεργολαβικές δραστηριότητες συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό, στο πλαίσιο του ελέγχου που διεξάγει των επιχειρήσεων ή ομάδων επιχειρήσεων που έχουν αναθέσει τις δραστηριότητές τους σε υπεργολάβους.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν αρχή ή να εγκρίνουν φορέα για τη λήψη των κοινοποιήσεων της παραγράφου 1.

5.   Οι επιχειρήσεις, οι ομάδες επιχειρήσεων και οι υπεργολάβοι τηρούν, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αρχείο των διαφόρων δραστηριοτήτων τους.

6.   Τα κράτη μέλη τηρούν ενημερωμένους καταλόγους με τις επωνυμίες και τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων που έχουν κοινοποιήσει τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με την παράγραφο 1 και δημοσιοποιούν καταλλήλως, μεταξύ άλλων και με συνδέσμους προς ενιαίο διαδικτυακό τόπο, συγκεντρωτικό κατάλογο των εν λόγω δεδομένων, καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με τα πιστοποιητικά που παρέχονται στις εν λόγω επιχειρήσεις και ομάδες επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (53).

7.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε επιχείρηση ή ομάδα επιχειρήσεων που συμμορφώνεται προς τον παρόντα κανονισμό, και που, σε περιπτώσεις όπου εισπράττεται τέλος σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, καταβάλλει εύλογο τέλος το οποίο καλύπτει το κόστος των ελέγχων, να δικαιούται κάλυψη από το σύστημα ελέγχου. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ώστε τα ενδεχομένως εισπραττόμενα τέλη να δημοσιοποιούνται.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του παραρτήματος II όσον αφορά τις απαιτήσεις για την τήρηση μητρώων.

9.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την παροχή λεπτομερειών και διευκρινίσεων σχετικά με:

α)

τη μορφή και τα τεχνικά μέσα της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)

τις λεπτομέρειες δημοσιοποίησης των καταλόγων κατά την παράγραφο 6, και

γ)

τις διαδικασίες και λεπτομέρειες δημοσιοποίησης των τελών κατά την παράγραφο 7.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 35

Πιστοποιητικό

1.   Οι αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου χορηγούν πιστοποιητικό σε κάθε επιχείρηση ή ομάδα επιχειρήσεων που έχει κοινοποιήσει τη δραστηριότητά της σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1 και συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό. Το πιστοποιητικό:

α)

εκδίδεται σε ηλεκτρονική μορφή ει δυνατόν·

β)

επιτρέπει τουλάχιστον την αναγνώριση της επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των μελών, της κατηγορίας των προϊόντων που καλύπτονται από το πιστοποιητικό και της διάρκειας ισχύος του·

γ)

βεβαιώνει ότι η κοινοποιηθείσα δραστηριότητα συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, και

δ)

εκδίδεται σύμφωνα με το υπόδειγμα που περιέχεται στο παράρτημα VI.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 2 του άρθρου 34, οι επιχειρήσεις και οι ομάδες επιχειρήσεων δεν διαθέτουν προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στην αγορά ως βιολογικά προϊόντα ή υπό μετατροπή προϊόντα εάν δεν έχουν ήδη στην κατοχή τους πιστοποιητικό, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο παρόν άρθρο αποτελεί επίσημο πιστοποιητικό κατά την έννοια του άρθρου 86 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

4.   Η επιχείρηση ή η ομάδα επιχειρήσεων δεν δικαιούνται να λάβουν πιστοποιητικό από περισσότερους από έναν φορέα ελέγχου σχετικά με δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο ίδιο κράτος μέλος, όσον αφορά την ίδια κατηγορία προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες οι εν λόγω επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά στάδια της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής.

5.   Τα μέλη ομάδας επιχειρήσεων δεν δικαιούνται να λάβουν επιμέρους πιστοποιητικό για οποιανδήποτε από τις δραστηριότητες που καλύπτονται από την πιστοποίηση της ομάδας επιχειρήσεων στην οποία ανήκουν.

6.   Οι επιχειρήσεις επαληθεύουν τα πιστοποιητικά των εν λόγω επιχειρήσεων που είναι προμηθευτές τους.

7.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου, τα προϊόντα κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

αμεταποίητα φυτά και φυτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των σπόρων και άλλου φυτικού αναπαραγωγικού υλικού·

β)

ζώα και αμεταποίητα ζωικά προϊόντα·

γ)

φύκη και αμεταποίητα προϊόντα υδατοκαλλιέργειας·

δ)

μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων υδατοκαλλιέργειας, για χρήση ως τρόφιμα·

ε)

ζωοτροφές·

στ)

οίνος·

ζ)

άλλα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, ή που δεν καλύπτονται από τις προηγούμενες κατηγορίες.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν από την υποχρέωση κατοχής πιστοποιητικού, κατά την παράγραφο 2, τις επιχειρήσεις που πωλούν μη συσκευασμένα βιολογικά προϊόντα πλην των ζωοτροφών απευθείας στον τελικό καταναλωτή υπό τον όρο ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν παράγουν, δεν παρασκευάζουν, δεν αποθηκεύουν παρά μόνον σε σχέση με το σημείο πώλησης, ή δεν εισάγουν τα εν λόγω προϊόντα από τρίτη χώρα, ή δεν έχουν αναθέσει υπεργολαβικά τις εν λόγω δραστηριότητες σε τρίτο, και υπό τον όρο ότι:

α)

οι εν λόγω πωλήσεις δεν υπερβαίνουν έως 5 000 kg ανά έτος·

β)

οι εν λόγω πωλήσεις δεν αντιπροσωπεύουν ετήσιο κύκλο εργασιών όσον αφορά τα μη συσκευασμένα βιολογικά προϊόντα υπερβαίνουν τα 20 000 EUR, ή

γ)

οι δυνητικές δαπάνες πιστοποίησης της επιχείρησης υπερβαίνουν το 2 % του συνολικού κύκλου εργασιών επί των μη συσκευασμένων βιολογικών προϊόντων που πωλήθηκαν από την εν λόγω επιχείρηση.

Σε περίπτωση που το κράτος μέλος αποφασίσει να απαλλάξει τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι επιχειρήσεις δύνανται να θεσπίσουν αυστηρότερα όρια από τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη σχετικά με κάθε απόφασή να απαλλάσσονται οι επιχειρήσεις δυνάμει του πρώτου εδαφίου και σχετικά με τα όρια μέχρι των οποίων απαλλάσσονται οι εν λόγω επιχειρήσεις.

9.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του υποδείγματος του πιστοποιητικού που περιέχεται στο παράρτημα VI.

10.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την παροχή λεπτομερειών και προδιαγραφών σχετικά με τη μορφή του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τα τεχνικά μέσα με τα οποία εκδίδεται.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 36

Ομάδα επιχειρήσεων

1.   Κάθε ομάδα επιχειρήσεων:

α)

αποτελείται μόνον μέλη που είναι γεωργοί ή από επιχειρήσεις που παράγουν φύκη ή ζώα υδατοκαλλιέργειας και που, επιπλέον, μπορούν να δραστηριοποιούνται και στη μεταποίηση, την παρασκευή ή την εμπορία τροφίμων ή ζωοτροφών·

β)

απαρτίζεται μόνον από μέλη:

i)

των οποίων οι επιμέρους δαπάνες πιστοποίησης αντιπροσωπεύουν άνω του 2 % του κύκλου εργασιών κάθε μέλους ή της τυπικής απόδοσης της βιολογικής παραγωγής και των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών βιολογικής παραγωγής δεν υπερβαίνει τις 25 000 EUR ή των οποίων η τυπική απόδοση βιολογικής παραγωγής δεν υπερβαίνει τις 15 000 EUR ετησίως, ή

ii)

έκαστο εκ των οποίων έχει εκμεταλλεύσεις έως:

πέντε εκταρίων,

0,5 εκταρίου, στην περίπτωση θερμοκηπίων, ή

15 εκταρίων αποκλειστικά και μόνον στην περίπτωση χορτολιβαδικής έκτασης·

γ)

είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·

δ)

διαθέτει νομική προσωπικότητα·

ε)

απαρτίζεται μόνο από μέλη των οποίων οι παραγωγικές δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα υπό συνθήκες γεωγραφικής εγγύτητας·

στ)

έχει δημιουργήσει κοινό σύστημα εμπορίας για τα προϊόντα που παράγει η ομάδα και

ζ)

θεσπίζουν σύστημα εσωτερικών ελέγχων που περιλαμβάνει ένα σαφώς καθορισμένο σύνολο ελεγκτικών δραστηριοτήτων και διαδικασιών, σύμφωνα με το οποίο ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή φορέας είναι υπεύθυνος για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης κάθε μέλους της ομάδας με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, ή κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου επιφέρουν ανάκληση του πιστοποιητικού που αναφέρεται στο άρθρο 35 για ολόκληρη την ομάδα όταν οι ανεπάρκειες σε σχέση με τη θέσπιση ή τη λειτουργία του συστήματος εσωτερικών ελέγχων που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ιδίως λόγω αποτυχίας εντοπισμού ή αντιμετώπισης περιπτώσεων μη συμμόρφωσης μεμονωμένων μελών της ομάδας επιχειρήσεων θίγουν την ακεραιότητα των βιολογικών και των υπό μετατροπή προϊόντων.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου με την προσθήκη διατάξεων, ή την τροποποίηση των διατάξεων που έχουν προστεθεί, ιδίως όσον αφορά:

α)

τις ευθύνες εκάστου μέλους ομάδας επιχειρήσεων·

β)

τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής εγγύτητας των μελών της ομάδας όπως η από κοινού χρήση εγκαταστάσεων ή χώρων·

γ)

την εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος εσωτερικών ελέγχων, μεταξύ άλλων την έκταση, το περιεχόμενο και τη συχνότητα των ελέγχων που θα πραγματοποιούνται, και τα κριτήρια για τον εντοπισμό των ανεπαρκειών σε σχέση με τη θέσπιση ή τη λειτουργία του συστήματος εσωτερικών ελέγχων.

4.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ειδικών κανόνων όσον αφορά:

α)

τη σύνθεση και το μέγεθος ομάδας επιχειρήσεων·

β)

τα συστήματα τήρησης εγγράφων και αρχείων, το σύστημα εσωτερικής ιχνηλασιμότητας και τον κατάλογο των επιχειρήσεων·

γ)

την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ μιας ομάδας επιχειρήσεων και της αρμόδιας αρχής ή αρχών, των αρχών ή φορέων ελέγχου και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 37

Σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 και επιπρόσθετοι κανόνες για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που αφορούν τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων

Οι ειδικοί κανόνες του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται επιπλέον των κανόνων που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 40 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και επιπλέον του άρθρου 29 του παρόντος κανονισμού, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 41 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται προκειμένου να εξακριβώνεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας σε κάθε στάδιο της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 38

Επιπλέον κανόνες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβαίνουν οι αρμόδιες αρχές

1.   Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 για την επαλήθευση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

την επαλήθευση της εφαρμογής προληπτικών μέτρων και μέτρων προφύλαξης από τις επιχειρήσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 6 και στο άρθρο 28 του παρόντος κανονισμού, σε κάθε στάδιο παραγωγής, παρασκευής και διανομής·

β)

όπου η εκμετάλλευση περιλαμβάνει μονάδες μη βιολογικής παραγωγής ή παραγωγής υπό μετατροπή, την επαλήθευση των αρχείων και των μέτρων ή διαδικασιών ή ρυθμίσεων που υφίστανται για να εξασφαλίζεται ο σαφής και ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ των μονάδων βιολογικής, υπό μετατροπή και μη βιολογικής παραγωγής, καθώς και, μεταξύ των αντίστοιχων προϊόντων που παράγονται από τις εν λόγω μονάδες παραγωγής, και των ουσιών και προϊόντων που χρησιμοποιούνται για τις μονάδες βιολογικής, υπό μετατροπή και μη βιολογικής παραγωγής· η εν λόγω επαλήθευση περιλαμβάνει ελέγχους των αγροτεμαχίων των οποίων προηγούμενη περίοδος έχει αναγνωρισθεί αναδρομικά ως τμήμα της περιόδου μετατροπής, καθώς και ελέγχους των μονάδων μη βιολογικής παραγωγής·

γ)

όπου βιολογικά προϊόντα, προϊόντα υπό μετατροπή και μη βιολογικά προϊόντα συλλέγονται ταυτόχρονα από επιχειρήσεις, παρασκευάζονται ή αποθηκεύονται στην ίδια μονάδα ή χώρο ή εγκαταστάσεις παρασκευής, ή μεταφέρονται σε άλλες επιχειρήσεις ή μονάδες, την επαλήθευση των αρχείων και των μέτρων, διαδικασιών ή ρυθμίσεων που υφίστανται για να εξασφαλίζεται ότι οι εργασίες εκτελούνται σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, ότι εφαρμόζονται κατάλληλα μέτρα καθαρισμού και, κατά περίπτωση, μέτρα για την πρόληψη της αντικατάστασης προϊόντων, ότι τα βιολογικά προϊόντα και τα προϊόντα υπό μετατροπή ταυτοποιούνται ανά πάσα στιγμή και ότι τα βιολογικά, τα υπό μετατροπή και τα μη βιολογικά προϊόντα αποθηκεύονται, πριν και μετά από τις εργασίες, και χωρίζονται κατά τον τόπο ή τον χρόνο μεταξύ τους·

δ)

την επαλήθευση για την εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου των ομάδων επιχειρήσεων·

ε)

όπου επιχειρήσεις απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, ή από την υποχρέωση κατοχής πιστοποιητικού σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 8 του παρόντος κανονισμού, την επαλήθευση ότι πληρούνται οι απαιτήσεις για την εν λόγω απαλλαγή και εξακρίβωση των προϊόντων που πωλούν οι εν λόγω επιχειρήσεις.

2.   Επίσημοι έλεγχοι που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό διενεργούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας σε κάθε στάδιο της παραγωγής, παρασκευής και διανομής με βάση την πιθανότητα μη συμμόρφωσης όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 57 του παρόντος κανονισμού, η οποία καθορίζεται συνεκτιμώντας, επιπλέον των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, τα ακόλουθα ιδίως στοιχεία:

α)

το είδος, το μέγεθος και τη δομή των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων·

β)

το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι επιχειρήσεις και ομάδες επιχειρήσεων συμμετέχουν στην παραγωγή, παρασκευή και διανομή βιολογικών προϊόντων·

γ)

τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο·

δ)

την ενδεδειγμένη χρονική στιγμή για τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται·

ε)

τις κατηγορίες προϊόντων·

στ)

τον τύπο, την ποσότητα και την αξία των προϊόντων, καθώς και τη διαχρονική εξέλιξή τους·

ζ)

την πιθανότητα ανάμειξης προϊόντων ή μόλυνσης από μη εγκεκριμένα προϊόντα ή ουσίες·

η)

την εφαρμογή παρεκκλίσεων ή εξαιρέσεων από τους κανόνες εκ μέρους των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων·

θ)

τα κρίσιμα σημεία μη συμμόρφωσης και την πιθανότητα μη συμμόρφωσης σε κάθε στάδιο της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής·

ι)

τις δραστηριότητες υπεργολαβίας.

3.   Σε κάθε περίπτωση, όλες οι επιχειρήσεις και ομάδες επιχειρήσεων εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 παράγραφος 2 και στο άρθρο 35 παράγραφος 8 υπόκεινται σε εξακρίβωση της συμμόρφωσης τουλάχιστον άπαξ ετησίως.

Η εξακρίβωση της συμμόρφωσης περιλαμβάνει φυσική επιτόπια επιθεώρηση, εκτός αν οι ακόλουθοι όροι πληρούνται:

α)

από τους προηγούμενους ελέγχους της ενδιαφερόμενης επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων δεν εντοπίστηκαν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που να θίγουν την ακεραιότητα βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων κατά τη διάρκεια τουλάχιστον τριών συναπτών ετών· και

β)

η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή ομάδα επιχειρήσεων έχει αξιολογηθεί, βάσει των στοιχείων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 ότι παρουσιάζει μικρό κίνδυνο μη συμμόρφωσης.

Σε αυτήν την περίπτωση, το χρονικό διάστημα μεταξύ δύο φυσικών επιτόπιων επιθεωρήσεων δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες.

4.   Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό:

α)

διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 ενώ συγχρόνως λαμβάνεται μέριμνα ώστε ένα ελάχιστο ποσοστό από όλους τους επίσημους ελέγχους των επιχειρήσεων ή των ομάδων επιχειρήσεων να διενεργείται απροειδοποίητα·

β)

μεριμνούν για τη διενέργεια ενός ελάχιστου ποσοστού από τους επιπλέον ελέγχους, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

γ)

διενεργούνται με τη λήψη ελάχιστου αριθμού δειγμάτων που έχουν ληφθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625·

δ)

μεριμνούν ώστε ένας ελάχιστος αριθμός επιχειρήσεων που είναι μέλη ομάδας επιχειρήσεων να ελέγχεται σε σχέση με την εξακρίβωση της συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

5.   Η παράδοση ή η ανανέωση του πιστοποιητικού που αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 βασίζεται στα αποτελέσματα της εξακρίβωσης της συμμόρφωσης, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου.

6.   Το γραπτό αρχείο που πρέπει να συντάσσεται όσον αφορά κάθε επίσημο έλεγχο που διενεργείται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, προσυπογράφεται από την επιχείρηση ή την ομάδα επιχειρήσεων προς επιβεβαίωση της λήψεως του εν λόγω γραπτού αρχείου.

7.   Το άρθρο 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 δεν εφαρμόζεται για τις συστηματικές εξετάσεις και τις επιθεωρήσεις που διενεργούν οι αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων εποπτείας τους επί των φορέων ελέγχου στους οποίους έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54:

α)

προς συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση ειδικών κριτηρίων και προϋποθέσεων για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων που διενεργούνται με στόχο να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της παρασκευής και της διανομής, και η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, όσον αφορά:

i)

ελέγχους αποδεικτικών στοιχείων·

ii)

ελέγχους που διενεργούνται επί ειδικών κατηγοριών επιχειρήσεων·

iii)

κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου, οι έλεγχοι που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, μεταξύ άλλων η φυσική επιτόπια επιθεώρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, πρόκειται να διενεργηθούν και τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις ή τον χώρο όπου πρόκειται να διενεργηθούν·

β)

την τροποποίηση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου με την προσθήκη περαιτέρω στοιχείων βάσει της πρακτικής εμπειρίας, ή με την τροποποίηση αυτών των στοιχείων που έχουν προστεθεί.

9.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις προκειμένου να καθορίζει:

α)

το ελάχιστο ποσοστό όλων των επίσημων ελέγχων των επιχειρήσεων ή ομάδων επιχειρήσεων που πρέπει να διενεργηθούν απροειδοποίητα όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 στοιχείο α)·

β)

το ελάχιστο ποσοστό των επιπρόσθετων ελέγχων όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 στοιχείο β)·

γ)

τον ελάχιστο αριθμό δειγμάτων όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ)·

δ)

τον ελάχιστο αριθμό επιχειρήσεων που είναι μέλη ομάδας επιχειρήσεων όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ).

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 39

Επιπλέον κανόνες σχετικά με τις ενέργειες που πρέπει να αναλάβουν οι επιχειρήσεις και οι ομάδες επιχειρήσεων

1.   Επιπλέον των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, οι επιχειρήσεις και ομάδες επιχειρήσεων:

α)

τηρούν αρχεία που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση τους προς τον παρόντα κανονισμό·

β)

προβαίνουν σε όλες τις δηλώσεις και λοιπές γνωστοποιήσεις που είναι αναγκαίες για τους επίσημους ελέγχους·

γ)

λαμβάνουν κατάλληλα πρακτικά μέτρα ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

παρέχουν, υπό μορφή δήλωσης προς υπογραφή και με τη δέουσα επικαιροποίηση:

i)

πλήρη περιγραφή της μονάδας βιολογικής ή υπό μετατροπή παραγωγής καθώς και των δραστηριοτήτων που πρέπει να διενεργηθούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ii)

τα κατάλληλα πρακτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό·

iii)

δέσμευση:

να ενημερώσουν εγγράφως και χωρίς άσκοπη καθυστέρηση τους αγοραστές των προϊόντων και να ανταλλάξει τις συναφείς πληροφορίες με την αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, με την αρχή ελέγχου ή τον φορέα ελέγχου σε περίπτωση που υπάρχει τεκμηριωμένη υπόνοια μη συμμόρφωσης, υπόνοια μη συμμόρφωσης που δεν μπορεί να αποκλεισθεί ή διαπιστωμένη μη συμμόρφωση που θίγει την ακεραιότητα των εν λόγω βιολογικών προϊόντων,

να αποδεχθούν τη διαβίβαση του φακέλου ελέγχου σε περίπτωση αλλαγής του φορέα ελέγχου ή της αρχής ελέγχου ή, σε περίπτωση αποχώρησης από τη βιολογική παραγωγή, την τήρηση του φακέλου ελέγχου για τουλάχιστον μία πενταετία από την τελευταία αρχή ελέγχου ή φορέα ελέγχου,

να ενημερώσουν αμέσως την αρμόδια αρχή ή την αρχή ή τον φορέα που έχει ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 4 σε περίπτωση αποχώρησης από τη βιολογική παραγωγή, και

να αποδεχθούν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εν λόγω αρχών ή φορέων σε περίπτωση που οι υπεργολάβοι ελέγχονται από διαφορετικές αρχές ή φορείς ελέγχου.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την παροχή λεπτομερειών και διευκρινίσεων σχετικά με:

α)

τα αρχεία που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό·

β)

τις δηλώσεις και λοιπές γνωστοποιήσεις που είναι αναγκαίες για τους επίσημους ελέγχους·

γ)

τα κατάλληλα πρακτικά μέτρα ώστε να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 40

Επιπλέον κανόνες για την ανάθεση καθηκόντων σχετικών με τους επίσημους κανόνες και καθηκόντων σχετικών με άλλες επίσημες δραστηριότητες

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν σε φορείς ελέγχου ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων και καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις, επιπλέον εκείνων που πληρούνται στο κεφάλαιο III του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625:

α)

η ανάθεση περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή των κατ’ εξουσιοδότηση καθηκόντων επισήμου ελέγχου και καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων και άλλων ειδικών υποχρεώσεων, καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να προβαίνει στην εκτέλεσή τους ο φορέας ελέγχου. Ειδικότερα, ο φορέας ελέγχου διαβιβάζει τα ακόλουθα στην αρμόδια αρχή για εκ των προτέρων έγκριση:

i)

τη διαδικασία που εφαρμόζει για την αξιολόγηση του κινδύνου, προσδιορίζοντας, ιδίως, με ποια βάση καθορίζουν την ένταση και συχνότητα της εξακρίβωσης της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων, η οποία ερείδεται στα στοιχεία του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και του άρθρου 38 του παρόντος κανονισμού, και η οποία πρέπει να τηρείται για τους επίσημους ελέγχους στις επιχειρήσεις και στις ομάδες επιχειρήσεων·

ii)

την τυποποιημένη διαδικασία ελέγχου, η οποία περιέχει λεπτομερή περιγραφή των μέτρων ελέγχου που ο φορέας ελέγχου αναλαμβάνει να εφαρμόσει στις επιχειρήσεις και στις ομάδες επιχειρήσεων που ελέγχονται από αυτόν·

iii)

κατάλογο μέτρων, ο οποίος είναι σύμφωνος με τον κοινό κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 4, και ο οποίος πρόκειται να εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις και στις ομάδες επιχειρήσεων σε περίπτωση εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης·

iv)

οι ρυθμίσεις για την αποτελεσματική παρακολούθηση των καθηκόντων επίσημων ελέγχων και των καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες που ασκούνται επί των επιχειρήσεων και των ομάδων επιχειρήσεων και οι ρυθμίσεις για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τα εν λόγω καθήκοντα.

Ο φορέας ελέγχου κοινοποιεί κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των στοιχείων που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) στην αρμόδια αρχή·

β)

οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θεσπίζουν διαδικασίες και ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν την εποπτεία των φορέων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της εξακρίβωσης της αποτελεσματικότητας, της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας του τρόπου με τον οποίο εκτελούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται, ιδίως όσον αφορά την ένταση και τη συχνότητα της εξακρίβωσης της συμμόρφωσης.

Τουλάχιστον άπαξ ετησίως, οι αρμόδιες αρχές διοργανώνουν σύμφωνα με το άρθρο 33 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 συστηματικές επιθεωρήσεις των φορέων ελέγχου στους οποίους έχουν αναθέσει καθήκοντα επίσημου ελέγχου ή καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 31 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν σε φορέα ελέγχου την απόφαση σχετικά με τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 138 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 138 παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού.

3.   Για τον σκοπό του άρθρου 29 στοιχείο β) σημείο iv) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, το κριτήριο για την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων και καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό το οποίο αρμόζει με το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού είναι η πλέον πρόσφατα κοινοποιημένη έκδοση του διεθνούς εναρμονισμένου προτύπου «Αξιολόγηση συμμόρφωσης- απαιτήσεις για φορείς πιστοποίησης προϊόντων, διαδικασιών και υπηρεσιών», και της οποίας τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.   Οι αρμόδιες αρχές δεν αναθέτουν σε φορείς ελέγχου τα ακόλουθα καθήκοντα επίσημων ελέγχων και τα ακόλουθα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες:

α)

την εποπτεία και τη συστηματική εξέταση αρχών ελέγχου ή άλλων φορέων ελέγχου·

β)

την εξουσία να χορηγούν παρεκκλίσεις, εκτός όσον αφορά παρεκκλίσεις για τη χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού που δεν προέρχεται από βιολογική παραγωγή·

γ)

την εξουσία της κοινοποίησης των δραστηριοτήτων από τις επιχειρήσεις ή τις ομάδες επιχειρήσεων που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού·

δ)

την εκτίμηση της πιθανότητας μη συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού που καθορίζουν τη συχνότητα με την οποία πρέπει να διενεργούνται οι φυσικοί έλεγχοι στις παρτίδες βιολογικών προϊόντων προτού τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625·

ε)

την καθιέρωση του κοινού καταλόγου μέτρων που αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

5.   Οι αρμόδιες αρχές δεν αναθέτουν καθήκοντα σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες σε φυσικά πρόσωπα.

6.   Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που λαμβάνονται από φορείς ελέγχου δυνάμει του άρθρου 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και οι πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που εφαρμόζονται από τους φορείς ελέγχου σε περίπτωση διαπιστωμένης ή πιθανής μη συμμόρφωσης να συλλέγονται και να χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να εποπτεύουν τις δραστηριότητες των εν λόγω φορέων ελέγχου.

7.   Όταν η αρμόδια αρχή ανακαλεί πλήρως ή μερικώς την ανάθεση ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων ή άλλων καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 αποφασίζει αν τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τους σχετικούς φορείς ελέγχου πριν την ημερομηνία της μερικής ή πλήρους απόσυρσης εξακολουθούν να ισχύουν και ενημερώνουν τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις για την εν λόγω απόφαση.

8.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 33 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, πριν από την πλήρη ή μερική ανάκληση της ανάθεσης ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων και καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες στις περιπτώσεις που αναφέρει στο εν λόγω στοιχείο, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αναστείλουν πλήρως ή εν μέρει την εν λόγω ανάθεση:

α)

επί διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες κατά τη διάρκεια του οποίου ο φορέας ελέγχου λαμβάνει μέτρα θεραπείας των ανεπαρκειών που εντοπίζονται κατά τις συστηματικές εξετάσεις και τις επιθεωρήσεις ή αντιμετώπισης των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης για τις οποίες διενεργείται ανταλλαγή πληροφοριών με τις άλλες αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου, με τις αρμόδιες αρχές καθώς και με την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 43 του παρόντος κανονισμού· ή

β)

επί το διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η διαπίστευση που αναφέρεται στο άρθρο 29 στοιχείο β) σημείο iv) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Όταν η ανάθεση καθηκόντων επίσημων ελέγχων ή άλλων καθηκόντων που σχετίζονται με επίσημες δραστηριότητες αναστέλλεται, οι ενδιαφερόμενοι φορείς ελέγχου δεν εκδίδουν πιστοποιητικά όπως αναφέρεται στο άρθρο 35 για τα μέρη εκείνα για τα οποία έχει ανασταλεί η ανάθεση. Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν τα πιστοποιητικά που έχουν εκδοθεί από τους οικείους φορείς ελέγχου πριν από την ημερομηνία της εν λόγω μερικής ή πλήρους αναστολής παραμένουν σε ισχύ και ενημερώνουν τις επιχειρήσεις σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, οι αρμόδιες αρχές αίρουν την αναστολή της ανάθεσης καθηκόντων επίσημων ελέγχων ή καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες το συντομότερο δυνατόν αφού ο φορέας ελέγχου λάβει μέτρα για τη θεραπεία των ελλείψεων ή των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σημείο α) ή αφού ο οργανισμός διαπίστευσης άρει την αναστολή της διαπίστευσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

9.   Όταν φορέας ελέγχου, στον οποίο οι αρμόδιες αρχές έχουν αναθέσει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες, έχει επίσης αναγνωρισθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού για τη διενέργεια δραστηριοτήτων ελέγχου σε τρίτες χώρες, και η Επιτροπή σκοπεύει να ανακαλέσει ή έχει ανακαλέσει την αναγνώριση του συγκεκριμένου φορέα ελέγχου, οι αρμόδιες αρχές διοργανώνουν συστηματικές εξετάσεις ή επιθεωρήσεις του φορέα ελέγχου όσον αφορά τις δραστηριότητές του στο ή στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 33 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

10.   Οι φορείς ελέγχου διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές:

α)

κατάλογο των επιχειρήσεων οι οποίες ήταν υπό τον έλεγχό τους στις 31 Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους έως τις 31 Ιανουαρίου εκάστου έτους και

β)

πληροφορίες σχετικά με τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος για την προετοιμασία του μέρους περί βιολογικής παραγωγής και επισήμανσης των βιολογικών προϊόντων στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης που προβλέπει το άρθρο 113 κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 έως τις 31 Μαρτίου εκάστου έτους.

11.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τους όρους για την ανάθεση καθηκόντων επίσημων ελέγχων και καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες στους φορείς ελέγχου, επιπλέον των όρων που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 41

Επιπλέον κανόνες σχετικά με ενέργειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, όταν αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, αρχή ελέγχου ή φορέας ελέγχου υποπτεύεται ή λαμβάνει τεκμηριωμένα στοιχεία, μεταξύ άλλων και πληροφορίες από άλλες αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, από άλλες αρχές ελέγχου ή φορείς ελέγχου, ότι μία επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει ή να διαθέσει στην αγορά προϊόν το οποίο ενδέχεται να μην είναι σύμφωνο με τον παρόντα κανονισμό αλλά το οποίο φέρει όρους που κάνουν μνεία στη βιολογική παραγωγή, ή όταν η εν λόγω αρμόδια αρχή, αρχή ελέγχου ή φορέας ελέγχου ενημερώνεται από επιχείρηση για υπόνοια μη συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 27:

α)

προβαίνει αμέσως σε επίσημη έρευνα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625, προκειμένου να εξακριβωθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού· η εν λόγω έρευνα ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν, εντός εύλογης προθεσμίας, λαμβανομένης υπόψη της διατηρησιμότητας του προϊόντος και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης·

β)

απαγορεύει προσωρινά τη διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων ως βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων, καθώς και τη χρήση τους στη βιολογική παραγωγή, εν αναμονή των αποτελεσμάτων της έρευνας που μνημονεύεται στο στοιχείο α)· πριν από τη λήψη της σχετικής απόφασης, η αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, η αρχή ελέγχου ή ο φορέας ελέγχου δίνουν στην επιχείρηση τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.

2.   Σε περίπτωση που τα αποτελέσματα της έρευνας που μνημονεύεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν παρουσιάζουν περίπτωση μη συμμόρφωσης που θίγει την ακεραιότητα των βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων, επιτρέπεται στην επιχείρηση να χρησιμοποιήσει τα σχετικά προϊόντα ή να τα διαθέσει στην αγορά ως βιολογικά ή υπό μετατροπή προϊόντα.

3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τυχόν απαραίτητα μέτρα και προβλέπουν τις αναγκαίες κυρώσεις με στόχο να αποτραπεί η δόλια χρήση των ενδείξεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο IV του παρόντος κανονισμού.

4.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν κοινό κατάλογο μέτρων για τις περιπτώσεις υπόνοιας μη συμμόρφωσης και διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης που πρέπει να εφαρμόζονται στην επικράτειά τους μεταξύ άλλων από τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου.

5.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων ρυθμίσεων όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν μέτρα σε σχέση με υπόνοια μη συμμόρφωσης ή διαπιστωμένη μη συμμόρφωση.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 42

Επιπλέον κανόνες σχετικά με μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης

1.   Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης που θίγει την ακεραιότητα βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων σε οποιοδήποτε από τα στάδια παραγωγής, παρασκευής και διανομής, όπως για παράδειγμα λόγω της χρήσης μη εγκεκριμένων προϊόντων και ουσιών ή τεχνικών, ή ανάμειξης με μη βιολογικά προϊόντα, οι αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου μεριμνούν ώστε, επιπλέον των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, να μη γίνεται μνεία βιολογικής παραγωγής στην επισήμανση και στη διαφήμιση για το σύνολο της συγκεκριμένης παρτίδας ή του συγκεκριμένου κύκλου παραγωγής.

2.   Σε περίπτωση σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης ή συνεχιζόμενης μη συμμόρφωσης, οι αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων, εκτός από τα μέτρα που ορίζονται στην παράγραφο 1 και τα τυχόν μέτρα που λαμβάνονται ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 138 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, να μη μπορούν να διαθέτουν στο εμπόριο προϊόντα με μνεία βιολογικής παραγωγής για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, και το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 35 να αναστέλλεται ή να ανακαλείται δεόντως.

Άρθρο 43

Επιπλέον κανόνες σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Πέραν των υποχρεώσεων του άρθρου 105 παράγραφος 1 και του άρθρου 106 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, οι αρμόδιες αρχές, ανταλλάσσουν αμέσως πληροφορίες με τις άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και με την Επιτροπή για οποιανδήποτε υπόνοια μη συμμόρφωσης που θίγει την ακεραιότητα των βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων.

Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν αυτές τις πληροφορίες με τις άλλες αρμόδιες αρχές και την Επιτροπή μέσω μηχανογραφικού συστήματος που επιτρέπει ηλεκτρονικές ανταλλαγές των εγγράφων και των πληροφοριών που διαθέτει η Επιτροπή.

2.   Σε περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες μη συμμόρφωσης ή διαπιστωμένη μη συμμόρφωση όσον αφορά προϊόντα που υπόκεινται στον έλεγχο άλλων αρχών ελέγχου ή φορέων ελέγχου, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου ενημερώνουν αμέσως τις εν λόγω άλλες αρχές ελέγχου ή φορείς ελέγχου.

3.   Οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου ανταλλάσσουν άλλες συναφείς πληροφορίες με άλλες αρχές ελέγχου και φορείς ελέγχου.

4.   Κατόπιν λήψης αιτήματος, το οποίο δικαιολογείται δεόντως από την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι ένα προϊόν έχει παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου ανταλλάσσουν με άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και με την Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων τους.

5.   Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την εποπτεία των φορέων ελέγχου με τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης που ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (54).

6.   Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα και θεσπίζουν τεκμηριωμένες διαδικασίες προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες για τα αποτελέσματα των ελέγχων γνωστοποιούνται στον οργανισμό πληρωμών σύμφωνα με τις ανάγκες του εν λόγω οργανισμού πληρωμών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (55) και τις πράξεις που εκδίδονται βάσει του εν λόγω άρθρου.

7.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν οι αρμόδιες αρχές, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου που είναι επιφορτισμένοι με τους επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες σύμφωνα με το παρόν άρθρο, των εκάστοτε παραληπτών των πληροφοριών αυτών, και των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες παρέχονται οι πληροφορίες αυτές, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργιών του μηχανογραφικού συστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 44

Εξαγωγή βιολογικών προϊόντων

1.   Ένα προϊόν μπορεί να εξάγεται από την Ένωση ως βιολογικό και να φέρει το λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον πληροί τους κανόνες για τα βιολογική παραγωγή του παρόντος κανονισμού.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά έγγραφα που προορίζονται για τις τελωνειακές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όσον αφορά την έκδοση πιστοποιητικού εξαγωγής βιολογικών προϊόντων σε ηλεκτρονική μορφή όποτε είναι δυνατό και την παροχή διαβεβαίωσης ότι τα εξαγόμενα βιολογικά προϊόντα πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 45

Εισαγωγή βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων

1.   Ένα προϊόν μπορεί να εισαχθεί από τρίτη χώρα προκειμένου να διατεθεί στην αγορά της Ένωσης ως βιολογικό ή ως προϊόν υπό μετατροπή εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:

α)

πρόκειται για προϊόν κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1·

β)

συμβαίνει ένα από τα ακόλουθα:

i)

το προϊόν συμμορφώνεται με τα κεφάλαια II, III και IV του παρόντος κανονισμού και όλες οι επιχειρήσεις, και ομάδες επιχειρήσεων κατά το άρθρο 36 συμπεριλαμβανομένων των εξαγωγέων στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, έχουν υποβληθεί σε ελέγχους από αρχές ελέγχου ή φορείς ελέγχου που έχουν αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 46 και οι εν λόγω αρχές ή φορείς έχουν χορηγήσει πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό·

ii)

σε περιπτώσεις που το προϊόν προέρχεται από τρίτη χώρα η οποία είναι αναγνωρισμένη σύμφωνα με το άρθρο 47, το εν λόγω προϊόν τηρεί τους όρους που καθορίζονται στην οικεία εμπορική συμφωνία ή

iii)

σε περιπτώσεις που το προϊόν προέρχεται από τρίτη χώρα η οποία είναι αναγνωρισμένη σύμφωνα με το άρθρο 48, το εν λόγω προϊόν τηρεί τους ισοδύναμους κανόνες παραγωγής και ελέγχου της εν λόγω τρίτης χώρας και εισάγεται με πιστοποιητικό ελέγχου που βεβαιώνει τη συμμόρφωση και εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές ελέγχου ή τους φορείς ελέγχου της εν λόγω τρίτης χώρας και

γ)

οι επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες είναι σε θέση να παρέχουν ανά πάσα στιγμή, στους εισαγωγείς και στις εθνικές αρχές στην Ένωση και στις εν λόγω τρίτες χώρες, πληροφορίες που καθιστούν δυνατή την ταυτοποίηση των επιχειρήσεων που είναι προμηθευτές τους και των αρχών ελέγχου ή φορέων ελέγχου αυτών των προμηθευτών, με στόχο τη διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας του εν λόγω βιολογικού ή υπό μετατροπή προϊόντος. Οι εν λόγω πληροφορίες διατίθενται επίσης στις αρχές ελέγχου ή στους φορείς ελέγχου των εισαγωγέων.

2.   Η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγραφος 9, να χορηγεί ειδικές άδειες για τη χρήση προϊόντων και ουσιών σε τρίτες χώρες και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στην οικολογική ισορροπία στη φυτική ή ζωική παραγωγή, τις ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες, τις παραδόσεις και τις τοπικές συνθήκες στις περιοχές αυτές. Οι εν λόγω ειδικές άδειες μπορούν να χορηγούνται για ανανεώσιμη περίοδο δύο ετών και διέπονται από τις αρχές που καθορίζονται στο κεφάλαιο II και από τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφοι 3 και 6.

3.   Κατά τον καθορισμό των κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό καταστάσεων ως συνθηκών καταστροφών, και κατά τη θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισής των εν λόγω συνθηκών σύμφωνα με το άρθρο 22, η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη τις διαφορές στην οικολογική ισορροπία, το κλίμα και τις τοπικές συνθήκες στις τρίτες χώρες και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την έκδοσή τους, την εξακρίβωση και τα τεχνικά μέσα με τα οποία εκδίδεται το πιστοποιητικό, ιδίως όσον αφορά τον ρόλο των αρμόδιων αρχών, των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου, εξασφαλίζοντας την ιχνηλασιμότητα και τη συμμόρφωση των εισαγόμενων προϊόντων που πρόκειται να διατεθούν στην αγορά της Ένωσης ως βιολογικά προϊόντα ή ως προϊόντα υπό μετατροπή, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

5.   Η συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις και τα μέτρα για την εισαγωγή βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην Ένωση εξακριβώνεται σε συνοριακούς σταθμούς ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625. Η συχνότητα των φυσικών ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού εξαρτάται από την πιθανότητα μη συμμόρφωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 57 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 46

Αναγνώριση αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου

1.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την αναγνώριση, αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου οι οποίοι είναι αρμόδιοι να διενεργούν ελέγχους και να εκδίδουν πιστοποιητικό βιολογικής παραγωγής σε τρίτες χώρες, για την ανάκληση της αναγνώρισης των εν λόγω αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου, και για την κατάρτιση καταλόγου των αναγνωρισμένων αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

2.   Οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου αναγνωρίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για τον έλεγχο της εισαγωγής των κατηγοριών προϊόντων που παρατίθενται στο άρθρο 35 παράγραφος 7, εφόσον πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

είναι νόμιμα εγκατεστημένα σε ένα κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα·

β)

έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ελέγχους για να εξασφαλίζουν την τήρηση των όρων που καθορίζονται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο α), στοιχείο β) σημείο i) και στοιχείο γ) και στο παρόν άρθρο σχετικά με τα βιολογικά και τα υπό μετατροπή προϊόντα που προορίζονται για εισαγωγή στην Ένωση·

γ)

παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις αντικειμενικότητας και αμεροληψίας και είναι απαλλαγμένοι από οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά την άσκηση των καθηκόντων τους ελέγχου·

δ)

στην περίπτωση των φορέων ελέγχου διαπιστεύονται σύμφωνα με το αντίστοιχο εναρμονισμένο πρότυπο για την «Αξιολόγηση της συμμόρφωσης – Απαιτήσεις για φορείς πιστοποίησης προϊόντων, διεργασιών και υπηρεσιών», του οποίου τα στοιχεία έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ε)

διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τον εξοπλισμό και την υποδομή που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων ελέγχου και διαθέτουν επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού· και

στ)

πληρούν οποιαδήποτε πρόσθετα κριτήρια μπορεί να καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 7.

3.   Η διαπίστευση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) μπορεί να χορηγηθεί μόνον από:

α)

εθνικό οργανισμό διαπίστευσης στην Ένωση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 · ή

β)

οργανισμό διαπίστευσης εκτός της Ένωσης ο οποίος είναι συμβαλλόμενο μέρος πολυμερούς συμφωνίας αναγνώρισης υπό την αιγίδα του Διεθνούς φόρουμ Διαπίστευσης.

4.   Οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης στην Επιτροπή. Η εν λόγω αίτηση αποτελείται από τεχνικό φάκελο ο οποίος περιέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί ότι πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 2.

Οι αρχές ελέγχου χορηγούν την τελευταία έκθεση αξιολόγησης που εκδίδει η αρμόδια αρχή και οι φορείς ελέγχου χορηγούν το πιστοποιητικό διαπίστευσης που εκδίδει ο οργανισμός διαπίστευσης. Κατά περίπτωση, οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου χορηγούν επίσης τις πλέον πρόσφατες εκθέσεις σχετικά με την τακτική επιτόπια αξιολόγηση, εποπτεία και πολυετή επανεκτίμηση των δραστηριοτήτων τους.

5.   Με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και τυχόν άλλες συναφείς πληροφορίες που σχετίζονται με την αρχή ελέγχου ή τον φορέα ελέγχου, η Επιτροπή εξασφαλίζει τη δέουσα εποπτεία των αναγνωρισμένων αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου με τακτικό έλεγχο των επιδόσεων και της αναγνώρισής τους. Για τους σκοπούς της εν λόγω εποπτείας, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από τους οργανισμούς διαπίστευσης ή, κατά περίπτωση, από τις αρμόδιες αρχές, κατά περίπτωση.

6.   Η φύση της εποπτείας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 καθορίζεται βάσει εκτίμησης της πιθανότητας μη συμμόρφωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη δραστηριότητα της αρχής ελέγχου ή του φορέα ελέγχου, το είδος των προϊόντων και των επιχειρήσεων που υπόκεινται στον έλεγχο και τις μεταβολές των κανόνων παραγωγής και των μέτρων ελέγχου.

Η αναγνώριση των αρχών ελέγχου ή των φορέων ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποσύρεται, ιδίως, χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με τη διαδικασία της εν λόγω παραγράφου, σε περίπτωση που έχουν εντοπισθεί σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις όσον αφορά την πιστοποίηση ή τους ελέγχους και τις ενέργειες που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 8 και όταν η εν λόγω αρχή ελέγχου ή ο φορέας ελέγχου δεν λάβει εγκαίρως κατάλληλα διορθωτικά μέτρα κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής και εντός χρονικού διαστήματος το οποίο καθορίζει η Επιτροπή. Το εν λόγω χρονικό διάστημα καθορίζεται ανάλογα με τη σοβαρότητα του προβλήματος και το οποίο δεν μπορεί, κατά κανόνα, να είναι μικρότερο των 30 ημερών.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54:

α)

για την τροποποίηση της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου με την προσθήκη περαιτέρω κριτηρίων σε εκείνα που ορίζονται σε αυτήν για την αναγνώριση των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και για την ανάκληση της αναγνώρισης, ή με την τροποποίηση των εν λόγω πρόσθετων κριτηρίων·

β)

για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, όσον αφορά:

i)

την άσκηση της εποπτείας των αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου που έχουν αναγνωρισθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 1, μεταξύ άλλων μέσω επιτόπιας εξέτασης, και

ii)

τους ελέγχους και τις άλλες ενέργειες που πρέπει να πραγματοποιηθούν από τις εν λόγω αρχές ελέγχου και φορείς ελέγχου.

8.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη διασφάλιση της εφαρμογής μέτρων που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με περιπτώσεις εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, ιδίως όποτε θίγεται η ακεραιότητα των βιολογικών ή των υπό μετατροπή προϊόντων που εισάγονται δυνάμει της αναγνώρισης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί να συνίστανται συγκεκριμένα στην εξακρίβωση της ακεραιότητας των βιολογικών ή των υπό μετατροπή προϊόντων πριν από τη διάθεσή των προϊόντων στην αγορά της Ένωσης και, όπου απαιτείται, στην αναστολή της έγκρισης για τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων ως βιολογικών στην αγορά της Ένωσης ή υπό μετατροπή προϊόντων στην αγορά της Ένωσης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

9.   Για δεόντως δικαιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που αφορούν αθέμιτες πρακτικές ή πρακτικές που δεν συνάδουν με τις αρχές και τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, την προστασία της εμπιστοσύνης των καταναλωτών ή την προστασία του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, η Επιτροπή εκδίδει άμεσα εφαρμοστέες εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 3 για τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου ή την απόφαση ανάκλησης της αναγνώρισης των αρχών ελέγχου και φορέων ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 47

Ισοδυναμία βάσει εμπορικής συμφωνίας

Αναγνωρισμένη τρίτη χώρα όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii) είναι μια τρίτη χώρα για την οποία η Ένωση έχει αναγνωρίσει στο πλαίσιο εμπορικής συμφωνίας ότι διαθέτει σύστημα παραγωγής που ανταποκρίνεται στους ίδιους στόχους και στις ίδιες αρχές με την εφαρμογή κανόνων που διασφαλίζουν το ίδιο επίπεδο εξασφάλισης της συμμόρφωσης με τους κανόνες της Ένωσης.

Άρθρο 48

Ισοδυναμία βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007

1.   Αναγνωρισμένη τρίτη χώρα όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο iii) είναι μια τρίτη χώρα η οποία έχει αναγνωριστεί για τους σκοπούς της ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν αναγνωριστεί βάσει των μεταβατικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 58 του παρόντος κανονισμού.

Η εν λόγω αναγνώριση λήγει 31 Δεκεμβρίου 2025.

2.   Με βάση τις ετήσιες εκθέσεις που αποστέλλονται στην Επιτροπή, έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, από τις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σχετικά με την εφαρμογή και την επιβολή των μέτρων ελέγχου που έχουν θεσπίσει και υπό το φως κάθε άλλης πληροφορίας, η Επιτροπή εξασφαλίζει τη δέουσα εποπτεία των αναγνωρισμένων τρίτων χωρών με τακτική επανεξέταση της αναγνώρισής τους. Προς τούτο η Επιτροπή δύναται να ζητεί τη συνδρομή των κρατών μελών. Η φύση της εποπτείας καθορίζεται βάσει εκτίμησης της πιθανότητας μη συμμόρφωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τον όγκο των εξαγωγών στην Ένωση από την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και εποπτείας που διενεργούνται από την αρμόδια αρχή και τα αποτελέσματα προηγούμενων ελέγχων. Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασής της.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει, με εκτελεστική πράξη, κατάλογο των τρίτων χωρών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και μπορεί να τροποποιεί τον εν λόγω κατάλογο με εκτελεστικές πράξεις.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να αποστέλλονται από τις τρίτες χώρες που βρίσκονται στον κατάλογο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, οι οποίες είναι απαραίτητες για την εποπτεία της αναγνώρισής τους από την Επιτροπή καθώς και την άσκηση της εν λόγω εποπτείας από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων μέσω επιτόπιας εξέτασης.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη διασφάλιση της εφαρμογής των μέτρων σε σχέση με περιπτώσεις εικαζόμενης ή διαπιστωμένης μη συμμόρφωσης, ιδίως όποτε θίγεται η ακεραιότητα των βιολογικών ή των υπό μετατροπή προϊόντων τα οποία εισάγονται από τρίτες χώρες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί να συνίστανται συγκεκριμένα στην εξακρίβωση της ακεραιότητας των βιολογικών ή των υπό μετατροπή προϊόντων πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά της Ένωσης και, όπου απαιτείται, την αναστολή της έγκρισης για τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων στην αγορά της Ένωσης ως βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 49

Έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 47 και 48

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πορεία εφαρμογής των άρθρων 47 και 48, ιδίως όσον αφορά την αναγνώριση τρίτων χωρών για τους σκοπούς της ισοδυναμίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Ελεύθερη κυκλοφορία των βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων

Άρθρο 50

Μη απαγόρευση και μη περιορισμός της εμπορίας βιολογικών και υπό μετατροπή προϊόντων

Οι αρμόδιες αρχές, οι αρχές ελέγχου και οι φορείς ελέγχου δεν δύνανται να απαγορεύουν ή να περιορίζουν την εμπορία βιολογικών ή υπό μετατροπή προϊόντων που υπόκεινται σε έλεγχο από άλλη αρμόδια αρχή, αρχή ελέγχου ή φορέα ελέγχου εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, επικαλούμενα λόγους που έχουν σχέση με την παραγωγή, την επισήμανση ή την παρουσίαση των προϊόντων, όταν τα προϊόντα αυτά πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, δεν επιτρέπεται να διενεργούνται άλλοι επίσημοι έλεγχοι και άλλες επίσημες δραστηριότητες πλην των προβλεπόμενων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 ούτε να εισπράττονται άλλα τέλη για επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες πλην των προβλεπόμενων στο κεφάλαιο VI του εν λόγω κανονισμού.

ΤΜΗΜΑ 2

Πληροφορίες, υποβολή εκθέσεων και σχετικές παρεκκλίσεις

Άρθρο 51

Πληροφορίες σχετικά με τον τομέα βιολογικής παραγωγής και το εμπόριο

1.   Ανά έτος, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις απαιτούμενες πληροφορίες για την εφαρμογή και την παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Κατά το δυνατόν οι πληροφορίες αυτές βασίζονται σε καθιερωμένες πηγές δεδομένων. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες σε δεδομένα και τις συνέργειες μεταξύ δυνητικών πηγών δεδομένων και ιδίως τη χρήση τους για στατιστικούς σκοπούς όταν ενδείκνυται.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το σύστημα που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη διαβίβαση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα λεπτομερή στοιχεία των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάζονται και την ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει να διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 52

Πληροφορίες σχετικά με τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη τηρούν κατάλογο που ενημερώνεται τακτικά για:

α)

τις ονομασίες και τις διευθύνσεις των αρμόδιων αρχών, και

β)

τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τους κωδικούς αριθμούς των αρχών και των φορέων ελέγχου.

Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν τους εν λόγω καταλόγους και οποιαδήποτε μεταβολή αυτών στην Επιτροπή και τους δημοσιοποιούν, εκτός αν η εν λόγω διαβίβαση και η εν λόγω δημοσιοποίηση έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

2.   Με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή δημοσιεύει τακτικά στο διαδίκτυο ενημερωμένο κατάλογο των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

Άρθρο 53

Παρεκκλίσεις, άδειες και υποβολή εκθέσεων

1.   Οι παρεκκλίσεις στη χρήση βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού και στη χρήση ζώων βιολογικής εκτροφής, που προβλέπονται στο σημείο 1.8.5 του μέρους I του παραρτήματος II και στα σημεία 1.3.4.3 και 1.3.4.4 του μέρους II του παραρτήματος II, με την εξαίρεση του σημείου 1.3.4.4.2 του μέρους II του παραρτήματος II, λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 2035.

2.   Από την 1η Ιανουαρίου 2028, βάσει των συμπερασμάτων όσον αφορά τη διαθεσιμότητα βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού και ζώων τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με:

α)

λήξη των παρεκκλίσεων που αναφέρονται στο σημείο 1.8.5 του μέρους I του παραρτήματος II και στα σημεία 1.3.4.3 και 1.3.4.4 του μέρους II του παραρτήματος II, με την εξαίρεση του σημείου 1.3.4.4.2 του μέρους II του παραρτήματος II, πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2035 ή παράτασής των πέραν της εν λόγω ημερομηνίας, ή

β)

λήξη της παρέκκλισης που αναφέρεται στο σημείο 1.3.4.4.2 του μέρους II του παραρτήματος II.

3.   Από την 1η Ιανουαρίου 2026, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 τροποποιώντας το άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχείο β) για να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του συστήματος πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 στις πουλάδες και το σημείο 1.3.4.3 του μέρους II του παραρτήματος II ώστε να βασίζονται οι παρεκκλίσεις που αφορούν τις πουλάδες στα δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με το σύστημα αυτό.

4.   Από την 1η Ιανουαρίου 2025, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54, με βάση τις πληροφορίες για τη διαθεσιμότητα των βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για πουλερικά και χοιροειδή οι οποίες καθίστανται διαθέσιμες από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου ή παρουσιάζονται στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, με λήξη των αδειών για τη χρήση μη βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για τη διατροφή των πουλερικών και χοιροειδών που αναφέρονται στα σημεία 1.9.3.1 στοιχείο γ) και 1.9.4.2 στοιχείο γ) του μέρους II του παραρτήματος II νωρίτερα από τις 31 Δεκεμβρίου 2025 ή με παράτασή τους πέραν της εν λόγω ημερομηνίας.

5.   Κατά την παράταση των παρεκκλίσεων ή αδειών που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, η Επιτροπή προβαίνει στην πράξη αυτήν μόνο για όσο διάστημα κατέχει πληροφορίες, πληροφορίες παρεχόμενες κυρίως από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 6, οι οποίες επιβεβαιώνουν την απουσία διαθεσιμότητας στην αγορά της Ένωσης του σχετικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, ζώου ή ζωοτροφής.

6.   Έως τις 30 Ιουνίου εκάστου έτους, τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής και των λοιπών κρατών μελών:

α)

τις πληροφορίες που παρέχονται στη βάση δεδομένων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 και στα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 και, εφόσον είναι σκόπιμο, στα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3·

β)

τις πληροφορίες σχετικά με τις παρεκκλίσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το σημείο 1.8.5 του μέρους I του παραρτήματος II και τα σημεία 1.3.4.3 και 1.3.4.4 του μέρους II του παραρτήματος II, και

γ)

τις πληροφορίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά της Ένωσης βιολογικών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών για πουλερικά και χοιροειδή και σχετικά με τις άδειες που χορηγούνται σύμφωνα με τα σημεία 1.9.3.1 στοιχείο γ) και 1.9.4.2 στοιχείο γ) του μέρους II του παραρτήματος II.

7.   Έως την 31η Δεκεμβρίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη διαθεσιμότητα των κατωτέρω στην αγορά της Ένωσης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σχετικά με τα αίτια της περιορισμένης πρόσβασης σε αυτά:

α)

βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό·

β)

ζώα βιολογικής εκτροφής που καλύπτονται από τις παρεκκλίσεις των σημείων 1.3.4.3 και 1.3.4.4 του μέρους II του παραρτήματος II·

γ)

βιολογικές πρωτεϊνούχες ζωοτροφές που προορίζονται για τη διατροφή πουλερικών και χοιροειδών βάσει των αδειών που αναφέρονται στα στοιχεία 1.9.3.1 στοιχείο γ) και 1.9.4.2 στοιχείο γ) του μέρους II του παραρτήματος II.

Για την εκπόνηση της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ιδίως τα στοιχεία που συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 26 και τις πληροφορίες που σχετίζονται με τις παρεκκλίσεις και τις άδειες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 54

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 6, άρθρο 9 παράγραφος 11, άρθρο 10 παράγραφος 5, άρθρο 12 παράγραφος 2, άρθρο 13 παράγραφος 3, άρθρο 14 παράγραφος 2, άρθρο 15 παράγραφος 2, άρθρο 16 παράγραφος 2, άρθρο 17 παράγραφος 2, άρθρο 18 παράγραφος 2, άρθρο 19 παράγραφος 2, άρθρο 21 παράγραφος 1, άρθρο 22 παράγραφος 1, άρθρο 23 παράγραφος 2, άρθρο 24 παράγραφος 6, άρθρο 26 παράγραφος 5, άρθρο 30 παράγραφος 7, άρθρο 32 παράγραφος 4, άρθρο 33 παράγραφος 6, άρθρο 34 παράγραφος 8, άρθρο 35 παράγραφος 9, άρθρο 36 παράγραφος 3, άρθρο 38 παράγραφος 8, άρθρο 40 παράγραφος 11, άρθρο 44 παράγραφος 2, άρθρο 46 παράγραφοι 7 και 8, άρθρο 48 παράγραφος 4, άρθρο 53 παράγραφοι 2, 3 και 4, άρθρο 57 παράγραφος 3 και άρθρο 58 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από την 1η Ιανουαρίου 2021. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 6, άρθρο 9 παράγραφος 11, άρθρο 10 παράγραφος 5, άρθρο 12 παράγραφος 2, άρθρο 13 παράγραφος 3, άρθρο 14 παράγραφος 2, άρθρο 15 παράγραφος 2, άρθρο 16 παράγραφος 2, άρθρο 17 παράγραφος 2, άρθρο 18 παράγραφος 2, άρθρο 19 παράγραφος 2, άρθρο 21 παράγραφος 1, άρθρο 22 παράγραφος 1, άρθρο 23 παράγραφος 2, άρθρο 24 παράγραφος 6, άρθρο 26 παράγραφος 5, άρθρο 30 παράγραφος 7, άρθρο 32 παράγραφος 4, άρθρο 33 παράγραφος 6, άρθρο 34 παράγραφος 8, άρθρο 35 παράγραφος 9, άρθρο 36 παράγραφος 3, άρθρο 38 παράγραφος 8, άρθρο 40 παράγραφος 11, άρθρο 44 παράγραφος 2, άρθρο 46 παράγραφος 7, άρθρο 48 παράγραφος 4, άρθρο 53 παράγραφοι 2, 3 και 4, άρθρο 57 παράγραφος 3 και άρθρο 58 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρο 2 παράγραφος 6, του άρθρου 9 παράγραφος 11, του άρθρου 10 παράγραφος 5, του άρθρου 12 παράγραφος 2, του άρθρου 13 παράγραφος 3, του άρθρου 14 παράγραφος 2, του άρθρου 15 παράγραφος 2, του άρθρου 16 παράγραφος 2, του άρθρου 17 παράγραφος 2, του άρθρου 18 παράγραφος 2, του άρθρου 19 παράγραφος 2, του άρθρου 21 παράγραφος 1, του άρθρου 22 παράγραφος 1, του άρθρου 23 παράγραφος 2, του άρθρου 24 παράγραφος 6, του άρθρου 26 παράγραφος 5, του άρθρου 30 παράγραφος 7, του άρθρου 32 παράγραφος 4, του άρθρου 33 παράγραφος 6, του άρθρου 34 παράγραφος 8, του άρθρου 35 παράγραφος 9, του άρθρου 36 παράγραφος 3, του άρθρου 38 παράγραφος 8, του άρθρου 40 παράγραφος 11, του άρθρου 44 παράγραφος 2, του άρθρου 46 παράγραφος 7, του άρθρου 48 παράγραφος 4, του άρθρου 53 παράγραφοι 2, 3 και 4, του άρθρου 57 παράγραφος 3 και του άρθρου 58 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 55

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή αποκαλούμενη «επιτροπή βιολογικής παραγωγής». Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

4.   Εάν η επιτροπή βιολογικής παραγωγής δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ΤΜΗΜΑ 2

Καταργητικές και μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 56

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 καταργείται.

Ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός εξακολουθεί να εφαρμόζεται έως ότου ολοκληρωθεί η εξέταση των εκκρεμών αιτήσεων από τρίτες χώρες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 58 του παρόντος κανονισμού.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 57

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου που έχουν αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007

1.   Η αναγνώριση των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου η οποία έχει γίνει σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 λήγει το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2023.

2.   Η Επιτροπή καταρτίζει, με εκτελεστική πράξη, κατάλογο των αρχών και φορέων ελέγχου που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007, και μπορεί να τροποποιεί τον εν λόγω κατάλογο με εκτελεστικές πράξεις.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 55 παράγραφος 2.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να αποστέλλονται από τις αρχές ελέγχου και τους φορείς ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου που είναι απαραίτητες με σκοπό την εποπτεία της αναγνώρισής τους από την Επιτροπή καθώς και την άσκηση της εν λόγω εποπτείας από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων μέσω επιτόπιας εξέτασης.

Άρθρο 58

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με αιτήσεις τρίτων χωρών οι οποίες έχουν υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007

1.   Η Επιτροπή ολοκληρώνει την εξέταση των αιτήσεων τρίτων χωρών που έχουν υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 33 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 και οι οποίες εκκρεμούν στις 17 Ιουνίου 2018. Για την εξέταση των εν λόγω αιτήσεων εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 54 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των διαδικαστικών κανόνων που είναι απαραίτητοι για την εξέταση των αιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να προσκομισθούν από τρίτες χώρες.

Άρθρο 59

Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την πρώτη αναγνώριση των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου

Κατά παρέκκλιση από την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 61 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 46 εφαρμόζεται ήδη από τις 17 Ιουνίου 2018 στον βαθμό που είναι αναγκαίο προκειμένου να επιτραπεί η έγκαιρη αναγνώριση των αρχών ελέγχου και των φορέων ελέγχου.

Άρθρο 60

Μεταβατικά μέτρα για αποθέματα βιολογικών προϊόντων που έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007

Τα προϊόντα που έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 834/2007 πριν την 1η Ιανουαρίου 2021 μπορούν να διατίθενται στην αγορά μετά την εν λόγω ημερομηνία μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων.

Άρθρο 61

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 30 Μαΐου 2018.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

A. TAJANI

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

L. PAVLOVA


(1)  ΕΕ C 12 της 15.1.2015, σ. 75.

(2)  ΕΕ C 19 της 21.1.2015, σ. 84.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Απριλίου 2018 (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2018.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 228/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2013, για τον καθορισμό ειδικών μέτρων για τη γεωργία στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 247/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 78 της 20.3.2013, σ. 23).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 608).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 487).

(8)  Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1).

(9)  Οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (ΕΕ L 309 της 27.11.2001, σ. 22).

(10)  Οδηγία 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τον καθορισμό πλαισίου κοινοτικής δράσης με σκοπό την επίτευξη ορθολογικής χρήσης των γεωργικών φαρμάκων (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 71).

(11)  Οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7).

(12)  Οδηγία 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375 της 31.12.1991, σ. 1).

(13)  Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2007, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 (ΕΕ L 189 της 20.7.2007, σ. 1).

(15)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1).

(17)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 του Συμβουλίου και των οδηγιών 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ του Συμβουλίου, και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1).

(18)  Οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών (ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2298).

(19)  Οδηγία 66/402/ΕΟΚ του Συμβουλίου της, 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων δημητριακών προς σπορά (ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2309, Ελληνική ειδική έκδοση: κεφάλαιο 03 τόμος 002 σ. 3).

(20)  Οδηγία 68/193/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Απριλίου 1968 περί εμπορίας υλικών αγενούς πολλαπλασιασμού της αμπέλου (ΕΕ L 93 της 17.4.1968, σ. 15, Ελληνική ειδική έκδοση: κεφάλαιο 03 τόμος 003 σ. 39).

(21)  Οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών (ΕΕ L 226 της 13.8.1998, σ. 16).

(22)  Οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1).

(23)  Οδηγία 2002/54/ΕΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 περί εμπορίας σπόρων τεύτλων προς σπορά (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 12).

(24)  Οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33).

(25)  Οδηγία 2002/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων γεωμήλων προς φύτευση (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 60).

(26)  Οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας των σπόρων προς σπορά των ελαιούχων και κλωστικών φυτών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74).

(27)  Οδηγία 2008/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εμπορία φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, εκτός των σπόρων προς σπορά (ΕΕ L 205 της 1.8.2008, σ. 28).

(28)  Οδηγία 2008/90/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, για την εμπορία του πολλαπλασιαστικού υλικού οπωροφόρων φυτών και των οπωροφόρων δένδρων που προορίζονται για την παραγωγή φρούτων (ΕΕ L 267 της 8.10.2008, σ. 8).

(29)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 889/2008 της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων όσον αφορά τον βιολογικό τρόπο παραγωγής, την επισήμανση και τον έλεγχο των προϊόντων (ΕΕ L 250 της 18.9.2008, σ. 1).

(30)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ της Επιτροπής και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18).

(31)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(32)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(33)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227 της 1.9.1994, σ. 1).

(34)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 228/2013, (ΕΕ) αριθ. 652/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 69/464/ΕΕΚ, 74/647/ΕΕΚ, 93/85/ΕΕΚ, 98/57/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ, 2006/91/ΕΚ και 2007/33/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 317 της 23.11.2016, σ. 4).

(35)  Οδηγία 1999/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1999, περί των στοιχειωδών απαιτήσεων για την προστασία των ωοπαραγωγών ορνίθων (ΕΕ L 203 της 3.8.1999, σ. 53).

(36)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την κοινή αλιευτική πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 του Συμβουλίου και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 22).

(37)  Οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (οδηγία-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) (ΕΕ L 164 της 25.6.2008, σ. 19).

(38)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 708/2007 του Συμβουλίου της 11ης Ιουνίου 2007 για τη χρήση στην υδατοκαλλιέργεια ξένων και απόντων σε τοπικό επίπεδο ειδών (ΕΕ L 168 της 28.6.2007, σ. 1).

(39)  Οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1).

(40)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

(41)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση ζωοτροφών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση των οδηγιών 79/373/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 80/511/ΕΟΚ της Επιτροπής, 82/471/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 83/228/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 93/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου, 93/113/ΕΚ του Συμβουλίου, 96/25/ΕΚ του Συμβουλίου, και της απόφασης 2004/217/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 229 της 1.9.2009, σ. 1).

(42)  Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1).

(43)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, που αφορά τα πρόσθετα τροφίμων (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 16).

(44)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29).

(45)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2283 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τα νέα τρόφιμα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1852/2001 της Επιτροπής (ΕΕ L 327 της 11.12.2015, σ. 1).

(46)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1332/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για τα ένζυμα τροφίμων και την τροποποίηση της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ, της οδηγίας 2001/112/ΕΚ του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 258/97 (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 7).

(47)  Οδηγία 2013/59/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό βασικών προτύπων ασφαλείας για την προστασία από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες και την κατάργηση των οδηγιών 89/618/Ευρατόμ, 90/641/Ευρατόμ, 96/29/Ευρατόμ, 97/43/Ευρατόμ και 2003/122/Ευρατόμ (ΕΕ L 13 της 17.1.2014, σ. 1).

(48)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 852/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την υγιεινή των τροφίμων (ΕΕ L 139 της 30.4.2004, σ. 1).

(49)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1).

(50)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και ζωοτροφών που παράγονται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 24).

(51)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1334/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για αρωματικές ύλες και ορισμένα συστατικά τροφίμων με αρωματικές ιδιότητες που χρησιμοποιούνται εντός και επί των τροφίμων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2232/96, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 και της οδηγίας 2000/13/ΕΚ (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 34).

(52)  Οδηγία 2006/88/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τις απαιτήσεις υγειονομικού ελέγχου για τα ζώα υδατοκαλλιέργειας και τα προϊόντα τους και σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση ορισμένων ασθενειών των υδρόβιων ζώων (ΕΕ L 328 της 24.11.2006, σ. 14).

(53)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(54)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).

(55)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 549).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΑΛΛΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

Μαγιά που χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή ζωοτροφή,

ματέ, γλυκό καλαμπόκι, αμπελόφυλλα, καρδιές φοινίκων, βλαστοί λυκίσκου και άλλα παρόμοια βρώσιμα μέρη φυτών και προϊόντων που παράγονται από αυτά,

θαλάσσιο άλας και άλλα άλατα για τρόφιμα και ζωοτροφές,

κουκούλι μεταξοσκώληκα κατάλληλο για ξετύλιγμα των ινών του,

φυσικές γόμες και ρητίνες,

κερί μέλισσας,

αιθέρια έλαια,

πώματα από φυσικό φελλό, μη συσσωματωμένα, και χωρίς καμία συνδετική ουσία,

βαμβάκι, μη λαναρισμένο ούτε χτενισμένο,

μαλλί, μη λαναρισμένο ούτε χτενισμένο,

ακατέργαστα δέρματα και προβιές που δεν έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία,

παραδοσιακές φυτικές παρασκευές φυτικής προέλευσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μέρος I: Κανόνες φυτικής παραγωγής

Πέραν των κανόνων παραγωγής που ορίζονται στα άρθρα 9 έως 12, οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν μέρος εφαρμόζονται στη βιολογική φυτική παραγωγή.

1.   Γενικές απαιτήσεις

1.1.   Βιολογικές καλλιέργειες, εξαιρουμένων όσων αναπτύσσονται με φυσικό τρόπο σε νερό, παράγονται σε ζωντανό έδαφος ή σε ζωντανό έδαφος αναμεμειγμένο ή εμπλουτισμένο με λιπάσματα προερχόμενα από υλικά και προϊόντα που επιτρέπονται στη βιολογική παραγωγή, σε συνδυασμό με το υπέδαφος και το μητρικό πέτρωμα.

1.2.   Απαγορεύεται η υδροπονική παραγωγή, ήτοι η μέθοδος καλλιέργειας φυτών, τα οποία δεν αναπτύσσονται με φυσικό τρόπο σε νερό με τις ρίζες τους σε θρεπτικό διάλυμα και μόνο ή σε αδρανές μέσο στο οποίο προστίθεται θρεπτικό διάλυμα.

1.3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1.1, η παραγωγή φύτρων με ύγρανση των σπόρων προς σπορά και η λήψη κεφαλών κιχωρίου μεταξύ άλλων με εμβάπτιση σε καθαρά ύδατα επιτρέπεται.

1.4.   Κατά παρέκκλιση του σημείου 1.1, επιτρέπονται οι ακόλουθες πρακτικές:

α)

καλλιέργεια φυτών για την παραγωγή καλλωπιστικών φυτών και βοτάνων σε γλάστρες προς πώληση μαζί με τη γλάστρα στον τελικό καταναλωτή

β)

καλλιέργεια σποροφύτων ή μεταφυτευμάτων σε δοχεία για περαιτέρω μεταφύτευση.

1.5.   Κατά παρέκκλιση από το σημείο 1.1, η καλλιέργεια σε οριοθετημένα πλαίσια επιτρέπεται μόνον για τις εκτάσεις που έχουν πιστοποιηθεί ως βιολογικές για αυτήν την πρακτική πριν από την 28η Ιουνίου 2017 στη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Δανία. Ουδεμία επέκταση των εν λόγω εκτάσεων επιτρέπεται.

Η εν λόγω παρέκκλιση λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2030.

Έως την 31η Δεκεμβρίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη χρήση των οριοθετημένων πλαισίων στη βιολογική γεωργία. Η εν λόγω έκθεση μπορεί να συνοδεύεται, εφόσον είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση για τη χρήση των οριοθετημένων πλαισίων στη βιολογική γεωργία.

1.6.   Όλες οι εφαρμοζόμενες τεχνικές φυτικής παραγωγής αποτρέπουν ή ελαχιστοποιούν τη συμβολή στη μόλυνση του περιβάλλοντος.

1.7.   Μετατροπή

1.7.1.

Για να μπορούν τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα να θεωρηθούν ως βιολογικά, οι κανόνες παραγωγής του παρόντος κανονισμού πρέπει να έχουν εφαρμοστεί στα αγροτεμάχια κατά τη διάρκεια περιόδου μετατροπής τουλάχιστον δύο ετών πριν από τη σπορά ή, στην περίπτωση λιβαδιών ή πολυετών καλλιεργειών χορτονομής, για περίοδο τουλάχιστον δύο ετών πριν από τη χρήση τους ως βιολογικών ζωοτροφών ή, στην περίπτωση πολυετών καλλιεργειών εκτός της χορτονομής, για περίοδο τουλάχιστον τριών ετών πριν από την πρώτη συγκομιδή βιολογικών προϊόντων.

1.7.2.

Στις περιπτώσεις στις οποίες η γη ή ένα ή περισσότερα αγροτεμάχια έχουν μολυνθεί από προϊόντα ή ουσίες μη εγκεκριμένες για χρήση στη βιολογική παραγωγή, η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει να παραταθεί η περίοδος μετατροπής για την εν λόγω γη ή τα αγροτεμάχια πέραν της περιόδου που αναφέρεται στο σημείο 1.7.1.

1.7.3.

Σε περίπτωση επεξεργασίας με προϊόν ή ουσία μη εγκεκριμένη για χρήση στη βιολογική παραγωγή, η αρμόδια αρχή ζητεί να εφαρμοστεί νέα περίοδος μετατροπής σύμφωνα με το σημείο 1.7.1.

Η περίοδος αυτή μπορεί να συντομευθεί στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α)

επεξεργασία με προϊόν ή ουσία μη εγκεκριμένη για χρήση στη βιολογική παραγωγή στο πλαίσιο ενός υποχρεωτικού μέτρου για τον έλεγχο επιβλαβών οργανισμών ή ζιζανίων, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών καραντίνας ή χωροκατακτητικών ειδών, που επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους

β)

επεξεργασία με προϊόν ή ουσία μη εγκεκριμένη για χρήση στη βιολογική παραγωγή στο πλαίσιο επιστημονικών δοκιμών εγκεκριμένων από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους.

1.7.4.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα σημεία 1.7.2 και 1.7.3, το μήκος της περιόδου μετατροπής καθορίζεται με γνώμονα τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

η διεργασία αποδόμησης του εν λόγω προϊόντος ή ουσίας πρέπει να διασφαλίζει, στο τέλος της περιόδου μετατροπής, ασήμαντο επίπεδο υπολειμμάτων στο έδαφος, και, εάν πρόκειται για πολυετή καλλιέργεια, στο φυτό·

β)

η συγκομιδή μετά τη χρησιμοποίηση φυτοφαρμάκου δεν είναι δυνατόν να διατεθεί στην αγορά ως βιολογικά προϊόντα ή ως προϊόντα υπό μετατροπή.

1.7.4.1.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη σχετικά με οποιανδήποτε απόφαση λαμβάνουν για τη θέσπιση υποχρεωτικών μέτρων που σχετίζονται με την επεξεργασία με προϊόν ή ουσία μη εγκεκριμένη για χρήση στη βιολογική παραγωγή.

1.7.4.2.

Σε περίπτωση επεξεργασίας με προϊόν ή ουσία μη επιτρεπόμενη για χρήση στη βιολογική παραγωγή, δεν εφαρμόζεται το σημείο 1.7.5 στοιχείο β).

1.7.5.

Σε περίπτωση γαιών που σχετίζονται με τη βιολογική ζωική παραγωγή:

α)

οι κανόνες μετατροπής εφαρμόζονται σε ολόκληρη την έκταση της μονάδας παραγωγής στην οποία παράγονται ζωοτροφές·

β)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), η περίοδος μετατροπής μπορεί να μειωθεί σε ένα έτος για τους βοσκότοπους και τους υπαίθριους χώρους που χρησιμοποιούνται από μη φυτοφάγα είδη ζώων.

1.8.   Προέλευση φυτών καθώς και φυτικού αναπαραγωγικού υλικού

1.8.1.

Για την παραγωγή φυτών και φυτικών προϊόντων εκτός από φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, χρησιμοποιείται μόνο βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό.

1.8.2.

Για τη λήψη βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή προϊόντων άλλων εκτός του φυτικού αναπαραγωγικού υλικού, το μητρικό φυτό και, όπου αρμόζει, άλλα φυτά που προορίζονται για παραγωγή φυτικού αναπαραγωγικού υλικού έχουν παραχθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό επί τουλάχιστον μία γενεά ή, προκειμένου για πολυετείς καλλιέργειες, επί δύο καλλιεργητικές περιόδους.

1.8.3.

Κατά την επιλογή του βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού οι επιχειρήσεις προτιμούν βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό κατάλληλο για τη βιολογική γεωργία.

1.8.4.

Για την παραγωγή βιολογικών ποικιλιών κατάλληλων για βιολογική παραγωγή, οι δραστηριότητες βιολογικής αναπαραγωγής πραγματοποιούνται υπό όρους βιολογικής παραγωγής και επικεντρώνονται στην ενίσχυση της γενετικής ποικιλομορφίας, στη στήριξη πάνω στη φυσική αναπαραγωγική ικανότητα, καθώς και τη γεωπονική απόδοση, την αντοχή στις ασθένειες και την προσαρμογή στις ποικίλες τοπικές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες.

Όλες οι πρακτικές πολλαπλασιασμού εκτός από τη μεριστωματική καλλιέργεια αναπτύσσονται στο πλαίσιο πιστοποιημένης βιολογικής διαχείρισης.

1.8.5.

Χρήση υπό μετατροπή και μη βιολογικού φυτικού αναπαραγωγικού υλικού

1.8.5.1.

Κατά παρέκκλιση από το σημείο 1.8.1, όταν τα δεδομένα που συγκεντρώνονται στη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ή το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχείο α) δείχνουν ότι δεν καλύπτονται οι ποιοτικές ή ποσοτικές ανάγκες της επιχείρησης όσον αφορά το σχετικό βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, με εξαίρεση τα σπορόφυτα, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέψουν τη χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού που είναι υπό μετατροπή ή μη βιολογικό, υπό τους όρους που καθορίζονται στα σημεία 1.8.5.3, 1.8.5.4 και 1.8.5.5.

Πριν ζητήσει κάθε σχετική παρέκκλιση, η επιχείρηση συμβουλεύεται τη βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ή το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 στοιχείο α) προκειμένου να εξακριβώσει αν το αίτημά του είναι δικαιολογημένο.

1.8.5.2.

Οι αρχές ελέγχου ή οι φορείς ελέγχου που έχουν αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 1 δύνανται να επιτρέψουν σε επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες, τη χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού υπό μετατροπή ή μη βιολογικού σε μονάδα βιολογικής παραγωγής, όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό σε επαρκή ποσότητα ή ποιότητα στην επικράτεια της τρίτης χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση και υπό τους όρους των σημείων 1.8.5.3, 1.8.5.4 και 1.8.5.5.

1.8.5.3.

Το μη βιολογικό φυτικό αναπαραγωγικό υλικό δεν αντιμετωπίζεται με φυτοπροστατευτικά προϊόντα πλην από τα επιτρεπόμενα για την επεξεργασία σπόρων προς σπορά σύμφωνα με το σημείο 24 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν προβλέπεται χημική επεξεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2031 για φυτοϋγειονομικούς σκοπούς από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους για όλες τις ποικιλίες ενός συγκεκριμένου είδους στην περιοχή στην οποία θα χρησιμοποιηθεί το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό.

1.8.5.4.

Η άδεια για χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού υπό μετατροπή ή μη βιολογικού λαμβάνεται πριν από τη σπορά.

1.8.5.5.

Η άδεια για χρήση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού υπό μετατροπή ή μη βιολογικού χορηγείται μόνο σε μεμονωμένους χρήστες για μία καλλιεργητική περίοδο, ενώ η αρμόδια για τις άδειες αρχή καταρτίζει κατάλογο των ποσοτήτων επιτρεπόμενου φυτικού αναπαραγωγικού υλικού.

1.9.   Διαχείριση και λίπανση του εδάφους

1.9.1.

Η βιολογική φυτική παραγωγή χρησιμοποιεί τεχνικές άροσης και καλλιέργειας που διατηρούν ή αυξάνουν τις οργανικές ύλες του εδάφους, βελτιώνουν τη σταθερότητα και τη βιοποικιλότητά του και αποτρέπουν τη συμπίεση και τη διάβρωσή του.

1.9.2.

Η γονιμότητα και η βιολογική δραστικότητα του εδάφους διατηρούνται και βελτιώνονται:

α)

εκτός της περίπτωσης χορτολιβαδικών εκτάσεων ή πολυετών καλλιεργειών χορτονομής, με χρήση πολυετούς αμειψισποράς που περιλαμβάνει υποχρεωτική καλλιέργεια ψυχανθών ως βασική καλλιέργεια ή καλλιέργεια κάλυψης για καλλιέργειες κατ’ αμειψισπορά και άλλες καλλιέργειες χλωρής λίπανσης, και

β)

στην περίπτωση θερμοκηπίων ή πολυετών καλλιεργειών πλην της χορτονομής, με χρήση βραχυπρόθεσμων καλλιεργειών χλωρής λίπανσης και ψυχανθών, καθώς και με τη χρήση ποικιλίας καλλιεργούμενων ειδών και

γ)

εν πάση περιπτώσει με τη διασπορά κόπρου ζώων ή οργανικών υλών, αμφοτέρων κατά προτίμηση λιπασματοποιημένων, από βιολογική παραγωγή.

1.9.3.

Όταν οι διατροφικές ανάγκες των φυτών δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθούν με τα μέτρα τα οποία προβλέπονται στα σημεία 1.9.1 και 1.9.2, μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο λιπάσματα και βελτιωτικά του εδάφους που έχουν εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 24 για χρήση στη βιολογική παραγωγή και μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητα. Οι υπεύθυνοι επιχειρήσεων τηρούν μητρώα με τη χρήση των εν λόγω προϊόντων.

1.9.4.

Η συνολική ποσότητα ζωικής κόπρου, όπως ορίζεται στην οδηγία 91/676/ΕΟΚ, η οποία χρησιμοποιείται στις μονάδες βιολογικής και υπό μετατροπή παραγωγής, δεν υπερβαίνει τα 170 χιλιόγραμμα αζώτου ετησίως ανά εκτάριο χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης. Το όριο αυτό ισχύει μόνο για τη χρήση κόπρου αγροκτήματος, αποξηραμένης κόπρου αγροκτήματος και αφυδατωμένης κόπρου πουλερικών, κομποστοποιημένων ζωικών περιττωμάτων, περιλαμβανομένων της κόπρου πουλερικών, της κομποστοποιημένης ζωικής κόπρου και των υγρών ζωικών περιττωμάτων.

1.9.5.

Οι επιχειρήσεις γεωργικών εκμεταλλεύσεων μπορούν να συνάπτουν γραπτές συμφωνίες συνεργασίας αποκλειστικά με άλλες επιχειρήσεις γεωργικών εκμεταλλεύσεων και επιχειρήσεις οι οποίες συμμορφώνονται με τους κανόνες βιολογικής παραγωγής, με σκοπό τη διασπορά πλεονάζουσας κόπρου από μονάδες βιολογικής παραγωγής. Το ανώτατο όριο που αναφέρεται στο σημείο 1.9.4 υπολογίζεται βάσει του συνόλου των μονάδων βιολογικής παραγωγής που συμμετέχουν σε αυτή τη συνεργασία.

1.9.6.

Επιτρέπεται η χρήση παρασκευών μικροοργανισμών για τη βελτίωση της συνολικής κατάστασης του εδάφους ή να βελτιώσουν τη διαθεσιμότητα θρεπτικών ουσιών στο έδαφος ή στις καλλιέργειες.

1.9.7.

Για την ενεργοποίηση των οργανικών λιπασμάτων επιτρέπεται η χρήση κατάλληλων παρασκευών με βάση φυτά και παρασκευών μικροοργανισμών.

1.9.8.

Δεν χρησιμοποιούνται ανόργανα αζωτούχα λιπάσματα.

1.9.9.

Βιοδυναμικές παρασκευές μπορούν να χρησιμοποιούνται.

1.10.   Διαχείριση επιβλαβών οργανισμών και ζιζανίων

1.10.1.

Η πρόληψη των ζημιών που προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς και ζιζάνια βασίζεται πρωτίστως:

στην προστασία από τους φυσικούς εχθρούς,

στην επιλογή ειδών, ποικιλιών και ετερογενούς υλικού,

στην αμειψισπορά,

στις τεχνικές καλλιέργειας όπως ο βιολογικός υποκαπνισμός, μηχανικές και φυσικές μέθοδοι, και

σε θερμικές διεργασίες, όπως η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία και, στην περίπτωση προστατευόμενων καλλιεργειών, η αβαθής επεξεργασία του εδάφους με ατμό (έως μέγιστο βάθος 10 εκατοστών).

1.10.2.

Όταν δεν είναι δυνατή η επαρκής προστασία των φυτών από επιβλαβείς οργανισμούς με τη λήψη των μέτρων τα οποία προβλέπονται στο σημείο 1.10.1 ή σε περίπτωση που έχει εντοπιστεί απειλή για τις καλλιέργειες, μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο προϊόντα και ουσίες που έχουν εγκριθεί δυνάμει των άρθρων 9 και 24 για χρήση στη βιολογική παραγωγή και μόνο στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο. Οι επιχειρήσεις τηρούν αρχεία τεκμηρίωσης που αποδεικνύουν την ανάγκη χρήσης των εν λόγω προϊόντων.

1.10.3.

Όσον αφορά προϊόντα και ουσίες που χρησιμοποιούνται σε παγίδες ή διανομείς προϊόντων και ουσιών, με εξαίρεση τις συσκευές φερομόνης, οι παγίδες ή διανομείς αποτρέπουν την έκλυση των προϊόντων και ουσιών στο περιβάλλον και την επαφή των προϊόντων και ουσιών με τις καλλιέργειες. Όλες οι παγίδες, συμπεριλαμβανομένων των παγίδων φερομόνης, συλλέγονται μετά τη χρήση και διατίθενται με ασφάλεια.

1.11.   Προϊόντα καθαρισμού και απολύμανσης

Μόνο τα προϊόντα καθαρισμού και απολύμανσης για τη φυτική παραγωγή που έχουν εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 24 για χρήση στη βιολογική παραγωγή χρησιμοποιούνται για τον εν λόγω σκοπό.

1.12.   Υποχρέωση τήρησης στοιχείων τεκμηρίωσης

Οι επιχειρήσεις τηρούν αρχεία τεκμηρίωσης σχετικά με τα εν λόγω αγροτεμάχια και την ποσότητα συγκομιδής.

1.13.   Παρασκευή αμεταποίητων προϊόντων

Αν πραγματοποιούνται σε φυτά εργασίες παρασκευής, εκτός της μεταποίησης, για τις εν λόγω εργασίες ισχύουν κατ’ αναλογία οι γενικές απαιτήσεις που ορίζονται στα σημεία 1.2, 1.3, 1.4, 1.5 και 2.2.3 του μέρους IV.

2.   Λεπτομερείς κανόνες για συγκεκριμένα φυτά και φυτικά προϊόντα

2.1.   Κανόνες για την παραγωγή μανιταριών

Για την παραγωγή μανιταριών επιτρέπεται η χρησιμοποίηση υποστρωμάτων εδάφους, εφόσον αυτά αποτελούνται μόνο από τα ακόλουθα συστατικά:

α)

κόπρο αγροκτήματος και ζωικά περιττώματα:

i)

από μονάδες βιολογικής παραγωγής είτε από μονάδες υπό μετατροπή κατά το δεύτερο έτος της μετατροπής τους ή

ii)

που αναφέρονται στο σημείο 1.9.3, μόνο όταν το αναφερόμενο στο σημείο i) προϊόν δεν είναι διαθέσιμο και υπό τον όρο ότι η εν λόγω κόπρος αγροκτήματος ή τα ζωικά περιττώματα δεν υπερβαίνουν το 25 % του βάρους των συνολικών συστατικών του υποστρώματος, εκτός από το υλικό επικάλυψης και τυχόν πρόσθετο νερό, πριν από τη λιπασματοποίηση

β)

προϊόντα γεωργικής προέλευσης, εκτός από τα αναφερόμενα στο στοιχείο α), από μονάδες βιολογικής παραγωγής

γ)

τύρφη που δεν έχει υποστεί επεξεργασία με χημικά προϊόντα

δ)

ξύλο που δεν έχει υποστεί επεξεργασία με χημικά προϊόντα μετά την υλοτόμηση

ε)

ανόργανα προϊόντα που αναφέρονται στο σημείο 1.9.3, νερό και χώμα.

2.2.   Κανόνες σχετικά με τη συλλογή άγριων φυτών

Η συλλογή άγριων φυτών που φύονται φυσιολογικά σε φυσικούς χώρους, δάση και γεωργικές εκτάσεις και μερών των φυτών αυτών, θεωρείται βιολογική παραγωγή, υπό τον όρο ότι:

α)

για τουλάχιστον μία τριετία πριν από τη συλλογή, δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στις εν λόγω εκτάσεις άλλα προϊόντα ή ουσίες πλην εκείνων που έχουν εγκριθεί για χρήση στη βιολογική παραγωγή δυνάμει των άρθρων 9 και 24

β)

η συλλογή δεν θίγει τη σταθερότητα του φυσικού ενδιαιτήματος ή τη διατήρηση των ειδών στην περιοχή συλλογής.

Μέρος II: Κανόνες ζωικής παραγωγής

Πέραν των κανόνων παραγωγής που ορίζονται στα άρθρα 9, 10, 11 και 14, οι κανόνες που ορίζονται στο παρόν μέρος εφαρμόζονται στη βιολογική ζωική παραγωγή.

1.   Γενικές απαιτήσεις

1.1.   Εκτός από την περίπτωση της μελισσοκομίας, απαγορεύεται η άνευ εκτάσεων ζωική παραγωγή, εφόσον ο γεωργός που προτίθεται να προβεί στην παραγωγή βιολογικής κτηνοτροφίας δεν διαχειρίζεται γεωργική γη ούτε έχει συνάψει γραπτή συμφωνία συνεργασίας με γεωργό όσον αφορά τη χρήση μονάδων βιολογικής παραγωγής ή μονάδων παραγωγής υπό μετατροπή για τα συγκεκριμένα ζώα.

1.2.   Μετατροπή

1.2.1.   Στην περίπτωση ταυτόχρονης έναρξης της μετατροπής της μονάδας παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των βοσκοτόπων ή κάθε γαίας που χρησιμοποιείται για ζωοτροφή και των ζώων που ζουν στην εν λόγω μονάδα παραγωγής κατά την έναρξη της περιόδου μετατροπής της εν λόγω μονάδας παραγωγής όπως αναφέρεται στα σημεία 1.7.1 και 1.7.5 στοιχείο β) του μέρους I, τα ζώα και τα ζωικά προϊόντα είναι δυνατόν να θεωρηθούν βιολογικά κατά τη λήξη της περιόδου μετατροπής της μονάδας παραγωγής, μεταξύ άλλων ακόμη και αν η περίοδος μετατροπής που καθορίζεται στο σημείο 1.2.2 του παρόντος μέρους για το συγκεκριμένο είδος ζώου είναι μεγαλύτερη από την περίοδο μετατροπής για τη μονάδα παραγωγής.

Κατά παρέκκλιση από το σημείο 1.4.3.1, σε περίπτωση της εν λόγω ταυτόχρονης μετατροπής και κατά τη διάρκεια της περιόδου μετατροπής της μονάδας παραγωγής, τα ζώα που ζουν στην εν λόγω μονάδα παραγωγής από την έναρξη της περιόδου μετατροπής μπορούν να τρέφονται με ζωοτροφές υπό μετατροπή που παράγονται στη μονάδα παραγωγής υπό μετατροπή κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετατροπής και/ή με ζωοτροφές σύμφωνα με το σημείο 1.4.3.1 και/ή με βιολογικές ζωοτροφές.

Τα ζώα μη βιολογικής εκτροφής επιτρέπεται να εισάγονται σε μονάδα παραγωγής υπό μετατροπή μετά την έναρξη της περιόδου μετατροπής σύμφωνα με το σημείο 1.3.4.

1.2.2.   Οι περίοδοι μετατροπής για κάθε επιμέρους είδος ζωικής παραγωγής έχουν ως ακολούθως:

α)

12 μήνες στην περίπτωση των βοοειδών και ιπποειδών κρεατοπαραγωγής, και σε κάθε περίπτωση, όχι λιγότερο από τα τρία τέταρτα της ζωής τους·

β)

έξι μήνες στην περίπτωση των προβατοειδών, αιγοειδών και χοιροειδών και των ζώων γαλακτοπαραγωγής·

γ)

10 εβδομάδες για τα πουλερικά κρεατοπαραγωγής, εκτός από τις πάπιες Πεκίνου, τα οποία έχουν εισαχθεί πριν από την τρίτη ημέρα της ζωής τους·

δ)

επτά εβδομάδες για τις πάπιες Πεκίνου που έχουν εισαχθεί πριν από την τρίτη ημέρα της ζωής τους·

ε)

έξι εβδομάδες για τα πουλερικά ωοπαραγωγής, που έχουν εισαχθεί πριν από την τρίτη ημέρα της ζωής τους·

στ)

12 μήνες για τις μέλισσες.

Κατά την περίοδο μετατροπής, το κερί αντικαθίσταται με κερί που προέρχεται από βιολογική μελισσοκομία.

Ωστόσο, επιτρέπεται η χρησιμοποίηση μη βιολογικού κεριού μελισσών:

i)

όταν το κερί μελισσών βιολογικής εκτροφής δεν είναι διαθέσιμο στην αγορά,