EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016R1036

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

OJ L 176, 30.6.2016, p. 21–54 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force: This act has been changed. Current consolidated version: 11/08/2020

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/1036/oj

30.6.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 176/21


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1036 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Ιουνίου 2016

για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(κωδικοποιημένο κείμενο)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου (2) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα (3) και ουσιωδώς. Είναι, ως εκ τούτου σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 («συμφωνία αντιντάμπινγκ του 1994») περιέχει λεπτομερείς κανόνες, οι οποίοι αφορούν, ιδίως, τον υπολογισμό του ντάμπινγκ, τις διαδικασίες έναρξης και διεξαγωγής της έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της διαπίστωσης και αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών, την επιβολή προσωρινών μέτρων, την επιβολή και είσπραξη δασμών αντιντάμπινγκ, τη διάρκεια ισχύος και την επανεξέταση των μέτρων αντιντάμπινγκ, καθώς και τη διάθεση στο κοινό στοιχείων σχετικών με έρευνες αντιντάμπινγκ.

(3)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενδεδειγμένη και διαφανής εφαρμογή των κανόνων της συμφωνίας αντιντάμπινγκ του 1994, το κείμενο της συμφωνίας αυτής θα πρέπει να αποτυπωθεί κατά το δυνατόν στην ενωσιακή νομοθεσία.

(4)

Κατά την εφαρμογή των κανόνων της συμφωνίας αντιντάμπινγκ του 1994, είναι απαραίτητο, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT), να ληφθεί υπόψη από την Ένωση η ερμηνεία που δίδουν στους κανόνες αυτούς οι σημαντικότεροι εμπορικοί της εταίροι.

(5)

Ενδείκνυται η θέσπιση σαφών και λεπτομερών κανόνων σχετικά με τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Ειδικότερα, θα πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις ο υπολογισμός να βασίζεται σε αντιπροσωπευτικές πωλήσεις στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων στη χώρα εξαγωγής. Είναι σκόπιμο να δοθούν διευκρινίσεις σχετικά με το πότε τα μέρη θεωρούνται συνδεδεμένα όσον αφορά τον καθορισμό του ντάμπινγκ. Είναι σκόπιμο να προσδιορισθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις πραγματοποιούνται επί ζημία και δεν λαμβάνονται υπόψη, και εκείνες υπό τις οποίες λαμβάνονται υπόψη οι υπόλοιπες πωλήσεις ή μια κατασκευασμένη κανονική αξία ή οι πωλήσεις προς κάποια τρίτη χώρα. Είναι επίσης σκόπιμο να προβλέπεται ο ενδεικνυόμενος καταλογισμός των δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων έναρξης λειτουργίας, και να θεσπισθούν κατευθυντήριες διατάξεις σχετικά με τον ορισμό της έναρξης λειτουργίας, καθώς και σχετικά με την έκταση και τη μέθοδο του καταλογισμού. Είναι επίσης αναγκαίο, όταν κατασκευάζεται η κανονική αξία, να επισημαίνεται η μέθοδος που πρόκειται να εφαρμοσθεί για τον προσδιορισμό των ποσών που αντιστοιχούν στα έξοδα πωλήσεως, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στο περιθώριο κέρδους και τα οποία θα πρέπει να περιληφθούν στην αξία.

(6)

Όταν ο καθορισμός της κανονικής αξίας αφορά χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς, φαίνεται ορθότερο να καθιερωθούν κανόνες για την επιλογή της κατάλληλης τρίτης χώρας με οικονομία της αγοράς που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό, όταν όμως δεν είναι δυνατή η εξεύρεση κατάλληλης τρίτης χώρας, να προβλέπεται ότι η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με οποιονδήποτε άλλο εύλογο τρόπο.

(7)

Είναι σκόπιμο να καθοριστεί η τιμή εξαγωγής και να απαριθμηθούν οι προσαρμογές που πρέπει να γίνονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται αναγκαίο να ανασκευασθεί η τιμή αυτή με βάση την πρώτη τιμή στην ελεύθερη αγορά.

(8)

Για να εξασφαλισθεί η δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας, είναι χρήσιμο να γίνει απαρίθμηση των παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, και να θεσπισθούν ειδικοί κανόνες σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο πραγματοποίησης των προσαρμογών, να επισημανθεί δε ότι πρέπει να αποφεύγεται η επανάληψη προσαρμογών. Είναι ακόμη αναγκαίο να προβλέπεται η δυνατότητα συγκρίσεως χρησιμοποιώντας μέσες τιμές, αν και οι επιμέρους τιμές εξαγωγής είναι δυνατό να συγκρίνονται με μια μέση κανονική αξία, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιμέρους τιμές εξαγωγής ποικίλλουν ανάλογα με τον πελάτη, την περιφέρεια ή τη χρονική περίοδο.

(9)

Ενδείκνυται η καθιέρωση σαφών και λεπτομερών κατευθυντήριων ρυθμίσεων σχετικά με τους παράγοντες που είναι δυνατό να χρησιμεύσουν για τη διαπίστωση του κατά πόσον οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ έχουν προξενήσει σημαντική ζημία ή υπάρχει ο κίνδυνος να προξενήσουν σημαντική ζημία. Όταν γίνεται προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο όγκος και το ύψος των τιμών των επίμαχων εισαγωγών ευθύνονται για τη ζημία που προξενείται στην ενωσιακή βιομηχανία, πρέπει να δίδεται προσοχή στην επίδραση άλλων παραγόντων, και ειδικότερα των συνθηκών που υφίστανται στην ενωσιακή αγορά.

(10)

Είναι χρήσιμο να προσδιορισθεί η έννοια του όρου «ενωσιακή βιομηχανία» και να προβλεφθεί ότι τα μέρη που συνδέονται με εξαγωγείς είναι δυνατό να εξαιρούνται από αυτήν τη βιομηχανία, καθώς επίσης να προσδιορισθεί η έννοια του όρου «συνδεόμενος». Είναι επίσης αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα λήψης μέτρων αντιντάμπινγκ για λογαριασμό των παραγωγών μιας περιφέρειας της Ένωσης και να θεσπιστούν κατευθυντήριες ρυθμίσεις σχετικά με τον ορισμό της εν λόγω περιφέρειας.

(11)

Είναι απαραίτητο να καθοριστεί ποιοι δύνανται να υποβάλλουν καταγγελία αντιντάμπινγκ, ο απαιτούμενος βαθμός υποστήριξης της καταγγελίας από την ενωσιακή βιομηχανία, καθώς και τα στοιχεία που αυτή η καταγγελία πρέπει να περιέχει σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια. Είναι επίσης σκόπιμο να καθοριστούν οι διαδικασίες για την απόρριψη των καταγγελιών ή την κίνηση σχετικής διαδικασίας.

(12)

Πρέπει να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερώνονται σχετικά με τις πληροφορίες που χρειάζονται οι αρχές. Θα πρέπει να παραχωρείται στους ενδιαφερόμενους ευρεία δυνατότητα υποβολής κάθε συναφούς αποδεικτικού στοιχείου, καθώς και πλήρης δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων τους. Είναι επίσης επιθυμητό να καθιερωθούν ευκρινώς οι κανόνες και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά τη διάρκεια της έρευνας, και ειδικότερα να ορίζονται οι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να αναγγέλλονται, να εκθέτουν τις απόψεις τους και να παρέχουν πληροφορίες εντός των τασσομένων προθεσμιών προκειμένου οι εν λόγω απόψεις και πληροφορίες να λαμβάνονται υπόψη. Ενδείκνυται επίσης να καθοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας ενδιαφερόμενος μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από άλλους ενδιαφερομένους και να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του σχετικά. Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για τη συγκέντρωση των πληροφοριών.

(13)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις για την επιβολή προσωρινών δασμών περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως ότι η επιβολή προσωρινών δασμών δεν επιτρέπεται πριν από την πάροδο 60 ημερών από την κίνηση της σχετικής διαδικασίας, ούτε μετά την πάροδο εννέα μηνών από αυτήν. Για διοικητικούς λόγους, είναι ομοίως απαραίτητο να προβλέπεται ότι αυτοί οι δασμοί είναι δυνατό να επιβάλλονται σε όλες τις περιπτώσεις από την Επιτροπή είτε απευθείας για διάστημα εννέα μηνών είτε σε δύο στάδια διάρκειας έξι και τριών μηνών.

(14)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι διαδικασίες αποδοχής υποχρεώσεων, με τις οποίες εξαλείφεται το ντάμπινγκ και η ζημία, αντί της επιβολής προσωρινών ή οριστικών δασμών. Ενδείκνυται επίσης να καθοριστούν οι συνέπειες της μη τήρησης ή της ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, καθώς και να προβλεφθεί ότι είναι δυνατή η επιβολή προσωρινών δασμών σε περιπτώσεις που υπάρχουν υπόνοιες για μη τήρηση ή όταν απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τη συμπλήρωση των πορισμάτων. Κατά την αποδοχή μιας ανάληψης υποχρέωσης πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι προτεινόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων και η τήρησή τους να μην οδηγούν σε συμπεριφορά αντίθετη στον ανταγωνισμό.

(15)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι η περάτωση των υποθέσεων, ανεξαρτήτως του αν θα ληφθούν ή όχι οριστικά μέτρα, θα πρέπει να γίνεται κατά κανόνα εντός 12 μηνών και σε κάθε περίπτωση όχι μετά την παρέλευση 15 μηνών από την έναρξη της έρευνας.

(16)

Οι έρευνες ή οι διαδικασίες πρέπει να περατούνται όταν το ντάμπινγκ είναι ασήμαντο ή όταν η ζημία είναι αμελητέα και είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι καταστάσεις αυτές. Όταν πρόκειται να επιβληθούν μέτρα, είναι αναγκαίο να προβλέπεται η περάτωση των ερευνών και να διευκρινίζεται ότι τα μέτρα πρέπει να αφορούν ποσό κατώτερο του περιθωρίου του ντάμπινγκ, εφόσον το κατώτερο αυτό ποσό αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας, όπως επίσης να προσδιορίζεται η μέθοδος υπολογισμού του επιπέδου των μέτρων σε περιπτώσεις δειγματοληψίας.

(17)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί η δυνατότητα αναδρομικής είσπραξης προσωρινών δασμών αν κρίνεται ενδεδειγμένο και να καθοριστούν οι συνθήκες που μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για την αναδρομική εφαρμογή δασμών, προκειμένου να αποτραπεί η υπονόμευση της αποτελεσματικότητας των οριστικών μέτρων που σχεδιάζεται να εφαρμοσθούν. Είναι επίσης ανάγκη να προβλεφθεί ότι η αναδρομική εφαρμογή δασμών επιτρέπεται σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης αναλήψεων υποχρεώσεων.

(18)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι τα μέτρα παύουν να ισχύουν μετά την πάροδο πενταετίας, εκτός αν διαπιστωθεί, από την επανεξέτασή τους, ότι είναι σκόπιμη η διατήρησή τους σε ισχύ. Είναι ακόμη ανάγκη να προβλεφθεί ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν υποβληθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη μεταβολή των συνθηκών, διενεργείται επανεξέταση ή έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον επιβάλλεται η επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι, σε περίπτωση επανυπολογισμού του ντάμπινγκ, για τον οποίον απαιτείται η ανακατασκευή των τιμών εξαγωγής, οι δασμοί δεν αντιμετωπίζονται ως δαπάνη προκύψασα μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκάστοτε δασμός αντανακλάται στις τιμές των προϊόντων που υπόκεινται σε μέτρα στην Ένωση.

(19)

Είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ρητώς η δυνατότητα επανεκτίμησης των τιμών εξαγωγής και των περιθωρίων ντάμπινγκ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δασμός απορροφάται από τον εξαγωγέα μέσω συμψηφιστικού διακανονισμού, ενώ τα επιβληθέντα μέτρα δεν αντανακλώνται στις τιμές των προϊόντων που υπόκεινται στα μέτρα αυτά στην Ένωση.

(20)

Η συμφωνία αντιντάμπινγκ του 1994 δεν περιλαμβάνει διατάξεις για το θέμα της καταστρατήγησης των μέτρων αντιντάμπινγκ, μολονότι σε χωριστή απόφαση υπουργών της GATT αναγνωρίστηκε ότι οι καταστρατηγήσεις αποτελούν πρόβλημα, το οποίο παραπέμφθηκε προς επίλυση στην επιτροπή αντιντάμπινγκ της GATT. Δεδομένης της μέχρι σήμερα αποτυχίας των πολυμερών διαπραγματεύσεων και εν αναμονή της έκβασης της παραπομπής του θέματος στην επιτροπή αντιντάμπινγκ του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν στην ενωσιακή νομοθεσία διατάξεις για την αντιμετώπιση ορισμένων πρακτικών, όπως είναι η απλή συναρμολόγηση στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα, με τις οποίες επιδιώκεται πρωτίστως η καταστρατήγηση μέτρων αντιντάμπινγκ.

(21)

Είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινισθούν οι πρακτικές οι οποίες αποτελούν καταστρατήγηση των μέτρων που εφαρμόζονται. Οι πρακτικές καταστρατήγησης μπορούν να λάβουν χώρα στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Ένωσης. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι απαλλαγές από τους επεκταθέντες δασμούς που ενδεχομένως έχουν χορηγηθεί στους εισαγωγείς μπορούν επίσης να χορηγηθούν στους εξαγωγείς όταν επιβάλλονται δασμοί για να αντιμετωπιστεί η καταστρατήγηση που λαμβάνει χώρα εκτός Ένωσης.

(22)

Ενδείκνυται να επιτρέπεται η αναστολή μέτρων αντιντάμπινγκ σε περίπτωση πρόσκαιρης μεταβολής των συνθηκών στην αγορά, η οποία αίρει προσωρινά τη σκοπιμότητα της συνέχισης επιβολής των εκάστοτε μέτρων.

(23)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι οι εισαγωγές για τις οποίες διεξάγεται έρευνα είναι δυνατό να καταγράφονται κατά τη στιγμή που διενεργούνται ώστε να επιτρέπεται η μεταγενέστερη λήψη μέτρων κατ' αυτών.

(24)

Για να διασφαλισθεί η προσήκουσα επιβολή των μέτρων, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να παρακολουθούν και να υποβάλλουν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με το εισαγωγικό εμπόριο προϊόντων που υπόκεινται σε έρευνα ή σε μέτρα, καθώς και σχετικά με τα ποσά των δασμών που εισπράττονται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(25)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα πραγματοποίησης επισκέψεων, με σκοπό την επαλήθευση και τον έλεγχο στοιχείων που έχουν υποβληθεί για το θέμα του ντάμπινγκ και της ζημίας, αν και οι επισκέψεις αυτού του είδους πρέπει να προϋποθέτουν την παραλαβή προσηκουσών απαντήσεων στα αποσταλμένα ερωτηματολόγια.

(26)

Έχει σημασία να προβλεφθεί η δυνατότητα δειγματοληψιών σε υποθέσεις με μεγάλο αριθμό συναλλασσομένων ή συναλλαγών, ούτως ώστε να είναι δυνατή η έγκαιρη ολοκλήρωση των ερευνών.

(27)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι, όταν τα μέρη δεν συνεργάζονται κατά τρόπο ικανοποιητικό, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν άλλα στοιχεία προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ότι τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκά για τα μέρη από εκείνα που θα υπήρχαν αν είχαν συνεργασθεί.

(28)

Πρέπει να προβλεφθεί ο τρόπος μεταχείρισης των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, ούτως ώστε να μη διαρρέουν επιχειρηματικά μυστικά.

(29)

Είναι σημαντικό να προβλεφθεί η προσήκουσα γνωστοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και των διαπιστώσεων που έχουν προκύψει σε μέρη που νομιμοποιούνται να λάβουν γνώση των εν λόγω στοιχείων, καθώς και η πραγματοποίηση της γνωστοποίησης αυτής εντός χρονικού διαστήματος που επιτρέπει στα μέρη να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, λαμβανομένης συγχρόνως υπόψη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ισχύει στην Ένωση.

(30)

Θα ήταν φρόνιμο να καθιερωθεί διοικητικό σύστημα που θα προβλέπει τη δυνατότητα προβολής επιχειρημάτων σχετικά με το κατά πόσον ένα μέτρο είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του συμφέροντος των καταναλωτών, όπως επίσης να καθορισθούν, αφενός, οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να υποβάλλονται τα σχετικά στοιχεία και, αφετέρου, τα δικαιώματα ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων μερών,

(31)

H εφαρμογή του παρόντος κανονισμού απαιτεί ενιαίες προϋποθέσεις για την έγκριση προσωρινών και οριστικών δασμών και για την περάτωση της έρευνας χωρίς λήψη μέτρων. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να εγκρίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(32)

Η συμβουλευτική διαδικασία θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την έγκριση προσωρινών μέτρων λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων αυτών των μέτρων και του γεγονότος ότι η έγκριση οριστικών μέτρων αποτελεί τη λογική τους συνέχεια. Πρέπει να χρησιμοποιείται επίσης για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων, την έναρξη ή μη επανεξετάσεων ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων, την παράταση της αναστολής των μέτρων και την αποκατάσταση των μέτρων λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων αυτών των μέτρων σε σύγκριση με οριστικά μέτρα. Όταν μια καθυστέρηση στην επιβολή μέτρων θα προκαλούσε ζημία που θα ήταν δύσκολο να επανορθωθεί, είναι απαραίτητο να επιτρέπεται στην Επιτροπή να εγκρίνει αμέσως εφαρμοστέα προσωρινά μέτρα,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αρχές

1.   Δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης προκαλεί ζημία.

2.   Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή εξαγωγής του στην Ένωση είναι χαμηλότερη από μια συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος, όπως έχει καθοριστεί για τη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.

3.   Ως χώρα εξαγωγής θεωρείται κατά κανόνα η χώρα καταγωγής. Εντούτοις, χώρα εξαγωγής ενδέχεται να είναι κάποια ενδιάμεση χώρα, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, επί παραδείγματι, τα εκάστοτε προϊόντα απλώς διαμετακομίζονται μέσω της χώρας αυτής ή δεν παράγονται σε αυτήν ή δεν υφίσταται γι' αυτά κάποια συγκρίσιμη τιμή στην εν λόγω χώρα.

4.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής τους παρόντος κανονισμού, ως «ομοειδές προϊόν» νοείται ένα πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν το οποίο, αν και όχι όμοιο από κάθε άποψη, έχει χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν σημαντική ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος.

Άρθρο 2

Καθορισμός του ντάμπινγκ

1.   Η κανονική αξία βασίζεται καταρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.

Ωστόσο, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας στη χώρα εξαγωγής δεν παράγει ή δεν πωλεί το ομοειδές προϊόν, η κανονική αξία είναι δυνατό να καθορίζεται με βάση τις τιμές που εφαρμόζουν άλλοι πωλητές ή παραγωγοί.

Οι τιμές που εφαρμόζονται μεταξύ μερών που φαίνεται ότι συνδέονται μεταξύ τους ή έχουν συνάψει μεταξύ τους συμψηφιστικό διακανονισμό είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι αντιστοιχούν σε συνήθεις εμπορικές πράξεις και να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι δεν επηρεάζονται από τη μεταξύ των μερών σχέση.

Για να καθοριστεί αν δύο μέρη είναι συνδεδεμένα, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ο ορισμός των συνδεδεμένων μερών που δίδεται στο άρθρο 127 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής (5).

2.   Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που προορίζονται για εγχώρια κατανάλωση χρησιμοποιούνται καταρχήν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο όγκος των εν λόγω πωλήσεων αντιπροσωπεύει ποσοστό 5 % τουλάχιστον του όγκου πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος προς την Ένωση. Εντούτοις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί και μικρότερος όγκος πωλήσεων, όταν, επί παραδείγματι, οι εφαρμοζόμενες τιμές θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της οικείας αγοράς.

3.   Όταν δεν υπάρχουν πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων ή όταν αυτές δεν είναι επαρκείς ή όταν οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, η κανονική αξία του ομοειδούς προϊόντος υπολογίζεται με βάση το κόστος παραγωγής στη χώρα καταγωγής συν ένα εύλογο ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα κέρδη ή με βάση τις τιμές εξαγωγής, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, προς μια κατάλληλη τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές.

Οι ειδικές συνθήκες της αγοράς για το υπό εξέταση προϊόν κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου θεωρείται ότι επικρατούν, μεταξύ άλλων, όταν οι τιμές είναι τεχνητά χαμηλές, όταν ασκείται σημαντικό αντισταθμιστικό εμπόριο ή όταν υπάρχουν καθεστώτα τελειοποίησης μη εμπορικού χαρακτήρα.

4.   Οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής ή οι εξαγωγικές πωλήσεις προς μια τρίτη χώρα, σε τιμές χαμηλότερες από το (πάγιο και μεταβλητό) κόστος παραγωγής ανά μονάδα, προσαυξημένο κατά τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων εξαιτίας της τιμής τους και ενδέχεται να μη ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι οι πωλήσεις αυτές έχουν πραγματοποιηθεί επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα και σε σημαντικές ποσότητες και ότι οι τιμές τους δεν επιτρέπουν την ολοσχερή κάλυψη του κόστους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Στην περίπτωση τιμών που υπολείπονται του κόστους κατά τον χρόνο της πώλησης, αλλά είναι υψηλότερες από το μέσο σταθμισμένο κόστος κατά την περίοδο έρευνας, γίνεται δεκτό ότι οι τιμές αυτές επιτρέπουν την κάλυψη του κόστους μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Ως παρατεταμένο θεωρείται κατά κανόνα χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αρκεί χρονικό διάστημα βραχύτερο του εξαμήνου· επίσης, για να γίνει δεκτό ότι πωλήσεις σε τιμές κάτω του κόστους ανά μονάδα έχουν πραγματοποιηθεί σε σημαντικές ποσότητες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος, πρέπει να αποδεικνύεται ότι η μέση σταθμισμένη τιμή πώλησης είναι κατώτερη του μέσου σταθμισμένου κόστους ανά μονάδα ή ότι ο όγκος των πωλήσεων σε τιμές κάτω του κόστους ανά μονάδα αντιπροσωπεύει ποσοστό 20 % τουλάχιστον των πωλήσεων που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

5.   Το κόστος υπολογίζεται καταρχήν με βάση τα στοιχεία που τηρεί το μέρος σε σχέση με το οποίο διεξάγεται έρευνα, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στις γενικώς παραδεδεγμένες αρχές της λογιστικής που ισχύουν στην οικεία χώρα και ότι αποδεικνύεται πως τα στοιχεία αντανακλούν σε ικανοποιητικό βαθμό τις δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή και πώληση του υπό εξέταση προϊόντος.

Αν οι δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος δεν αντανακλώνται ευλόγως στα στοιχεία του εν λόγω μέρους, αυτές προσαρμόζονται ή καθορίζονται με βάση το κόστος άλλων παραγωγών ή εξαγωγέων στην ίδια χώρα, ή, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα τέτοια στοιχεία ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, πάνω σε κάθε άλλη εύλογη βάση, περιλαμβανομένων των στοιχείων από άλλες αντιπροσωπευτικές αγορές.

Τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομισθεί σε σχέση με το θέμα της ορθής κατανομής του κόστους λαμβάνονται υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται πως η εκάστοτε κατανομή του κόστους ανταποκρίνεται σε πάγια πρακτική. Εφόσον δεν υπάρχει καταλληλότερη μέθοδος, προκρίνεται η κατανομή του κόστους με βάση τον κύκλο εργασιών. Το κόστος αναπροσαρμόζεται καταλλήλως, προκειμένου να ληφθούν υπόψη μη επαναλαμβανόμενα στοιχεία του κόστους που ευνοούν τη μελλοντική και/ή την τρέχουσα παραγωγή, εκτός αν αυτά αντικατοπτρίζονται ήδη στην κατανομή του κόστους βάσει του παρόντος εδαφίου.

Σε περίπτωση που το κόστος που αντιστοιχεί σε τμήμα της περιόδου κάλυψης του κόστους επηρεάζεται από τη χρήση νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων, οι οποίες προϋποθέτουν σημαντικές πρόσθετες επενδύσεις και από χαμηλά ποσοστά χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας, ως αποτέλεσμα της έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης που λαμβάνει χώρα κατά την έρευνα ή κατά τη διάρκεια ενός τμήματος αυτής, ως μέσο κόστος του σταδίου έναρξης λειτουργίας θεωρείται εκείνο που ισχύει, βάσει των προαναφερθέντων κανόνων κατανομής, κατά τη λήξη του εν λόγω σταδίου· το μέσο αυτό κόστος, στην τιμή που έχει προκύψει γι' αυτό συνυπολογίζεται, για την οικεία χρονική περίοδο, στο μέσο σταθμισμένο κόστος για το οποίο γίνεται λόγος στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4. Η διάρκεια του σταδίου έναρξης λειτουργίας καθορίζεται με βάση τα δεδομένα που ισχύουν για τον εκάστοτε παραγωγό ή εξαγωγέα, αλλά δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ένα ενδεδειγμένο αρχικό τμήμα της περιόδου κάλυψης του κόστους. Για τους σκοπούς της αναπροσαρμογής του κόστους που ισχύει κατά την περίοδο έρευνας, λαμβάνονται υπόψη τυχόν πληροφορίες που αφορούν το στάδιο έναρξης λειτουργίας πέραν της ως άνω καθοριζόμενης περιόδου, κατά το μέτρο που τα στοιχεία αυτά έχουν υποβληθεί πριν από την πραγματοποίηση επιτόπιων επαληθεύσεων και εντός τριών μηνών από την έναρξη της έρευνας.

6.   Τα ποσά που αντιστοιχούν στα έξοδα πώλησης, στα γενικά και διοικητικά έξοδα και στα κέρδη υπολογίζονται με βάση πραγματικά στοιχεία για την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, που έχει πραγματοποιήσει ο εξαγωγέας ή ο παραγωγός τον οποίο αφορά η έρευνα. Όταν τα παραπάνω ποσά δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν με αυτή τη βάση, επιτρέπεται ο υπολογισμός τους με βάση:

α)

τον σταθμισμένο μέσο όρο των πραγματικών ποσών που έχουν καθορισθεί για άλλους εξαγωγείς ή παραγωγούς ως προς τους οποίους γίνεται η έρευνα όσον αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·

β)

τα πραγματικά ποσά που εφαρμόζονται από τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό στην παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, της ίδιας γενικής κατηγορίας προϊόντων στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής·

γ)

οποιαδήποτε άλλη εύλογη μέθοδο, υπό την προϋπόθεση ότι το προκύπτον βάσει αυτής ποσό κέρδους δεν υπερβαίνει το κέρδος που πραγματοποιούν υπό κανονικές συνθήκες άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί σε σχέση με τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εγχώρια αγορά της χώρας καταγωγής.

7.

α)

Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς (6), η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ένωσης, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Ένωση για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.

Μία κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς θα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής. Επίσης θα λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές προθεσμίες. Όπου είναι σκόπιμο, θα χρησιμοποιείται μία τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.

Οι υποκείμενοι σε έρευνα θα ενημερώνονται, αμέσως μετά την έναρξή της, σχετικά με την τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς που προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί, και θα έχουν προθεσμία 10 ημερών για να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

β)

Στις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, το Βιετνάμ και το Καζαχστάν καθώς και από οποιαδήποτε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλος του ΠΟΕ κατά την ημερομηνία έναρξης της έρευνας, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στο στοιχείο γ), ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος. Άλλως, εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στο στοιχείο α).

γ)

Ένας ισχυρισμός κατά το στοιχείο β) γίνεται γραπτώς και πρέπει να δίδει επαρκείς αποδείξεις ότι ο παραγωγός λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ήτοι:

οι επιχειρηματικές αποφάσεις για τιμές, κόστος και εισροές, π.χ. πρώτες ύλες, τεχνολογία, εργατικό δυναμικό, εκροές, πωλήσεις και επενδύσεις, λαμβάνονται βάσει στοιχείων από την αγορά, όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση, ενώ το κόστος των σημαντικότερων εισροών πρέπει να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στην αγορά,

οι επιχειρήσεις πρέπει να τηρούν σαφή λογιστική καταγραφή, υποκειμένη σε ανεξάρτητο έλεγχο, βάσει των διεθνών λογιστικών προτύπων, η οποία και πρέπει να ακολουθείται συνεπώς,

το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων δεν πρέπει να υπόκειται σε μείζονες στρεβλώσεις, προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, ιδίως ως προς την απαξίωση του ενεργητικού, άλλες αποσβέσεις, δοσοληψίες αντιπραγματισμού και πληρωμές με συμψηφισμό,

οι οικείες επιχειρήσεις υπόκεινται σε νομοθεσία περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησιακού καθεστώτος η οποία εγγυάται ασφάλεια δικαίου και λειτουργική σταθερότητα, και

ο καθορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών γίνεται με τιμές αγοράς.

Η απόφαση ότι ο παραγωγός πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο παρόν στοιχείο λαμβάνεται κανονικά εντός επτά μηνών, και εν πάση περιπτώσει όχι πέραν των οχτώ μηνών, από την έναρξη της έρευνας, αφού δοθεί στην ενωσιακή βιομηχανία η δυνατότητα να λάβει θέση. Η απόφαση θα παραμείνει σε ισχύ καθ' όλη τη διάρκεια της έρευνας. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με την ανάλυση των ισχυρισμών κατά το στοιχείο β) κανονικά εντός 28 εβδομάδων από την έναρξη της έρευνας.

δ)

Αν η Επιτροπή έχει περιορίσει το αντικείμενο της έρευνάς της κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, η λήψη απόφασης σύμφωνα με τα στοιχεία β) και γ) της παρούσας παραγράφου περιορίζεται στα μέρη που περιλαμβάνονται στην έρευνα και σε κάθε παραγωγό στον οποίον αναγνωρίζεται ατομική μεταχείριση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3.

8.   Ως τιμή εξαγωγής θεωρείται η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή του προϊόντος κατά την πώλησή του προς εξαγωγή από τη χώρα εξαγωγής στην Ένωση.

9.   Όταν δεν υπάρχει τιμή εξαγωγής ή όταν προκύπτει ότι η τιμή εξαγωγής δεν είναι δυνατό να ληφθεί ως αξιόπιστη βάση εξαιτίας κάποιου συνδέσμου ή συμψηφιστικού διακανονισμού μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ή ενός τρίτου, η τιμή εξαγωγής είναι δυνατό να κατασκευάζεται με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή ή, αν το προϊόν δεν μεταπωλείται σε ανεξάρτητο αγοραστή ή δεν μεταπωλείται στην κατάσταση στην οποία εισήχθη, με οποιαδήποτε εύλογη βάση.

Στις περιπτώσεις αυτές, για τον καθορισμό μιας αξιόπιστης τιμής εξαγωγής στο επίπεδο των συνόρων της Ένωσης πραγματοποιούνται προσαρμογές, για όλα τα έξοδα που έχουν ανακύψει μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης, συμπεριλαμβανομένων των δασμών και των φόρων, καθώς και για τα πραγματοποιούμενα κέρδη.

Οι δαπάνες για τις οποίες πραγματοποιείται προσαρμογή συμπεριλαμβάνουν εκείνες που επιβαρύνουν κανονικά τον εισαγωγέα, αλλά έχουν καταβληθεί από οποιονδήποτε τρίτο, είτε στο εσωτερικό της Ένωσης είτε εκτός αυτής, ο οποίος εμφανίζεται να συνδέεται ή να έχει συνάψει συμψηφιστικό διακανονισμό με τον εισαγωγέα ή τον εξαγωγέα, περιλαμβάνουν δε τη συνήθη μεταφορά, την ασφάλιση, τις εργασίες διεκπεραίωσης και φόρτωσης, καθώς και τα παρεπόμενα έξοδα· τους δασμούς, τους τυχόν δασμούς αντιντάμπινγκ και τους λοιπούς φόρους που είναι πληρωτέοι στη χώρα εισαγωγής εξαιτίας της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων και ένα εύλογο περιθώριο για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα και το κέρδος.

10.   Μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας διεξάγεται δίκαιη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή αφορά το ίδιο στάδιο εμπορίας και πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, λαμβάνονται δε δεόντως υπόψη άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όταν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που διαμορφώνεται δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις σύγκρισης, πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση, με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο ισχυρός και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τις τιμές και, κατ' επέκταση, τη συγκρισιμότητα των τιμών. Πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη προσαρμογής που έχει ήδη γίνει, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές, για τις ποσότητες και για το στάδιο εμπορίας. Όταν πληρούνται οι προκαθορισμένες προϋποθέσεις, είναι δυνατό να πραγματοποιούνται προσαρμογές, όσον αφορά τους ακόλουθους παράγοντες:

α)

Φυσικά χαρακτηριστικά

Πραγματοποιείται προσαρμογή για τις διαφορές των φυσικών χαρακτηριστικών του οικείου προϊόντος. Το ύψος της προσαρμογής αντιστοιχεί σε εύλογη εκτίμηση της αγοραίας αξίας της διαφοράς.

β)

Επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή και έμμεσοι φόροι

Η κανονική αξία προσαρμόζεται κατά ποσό που αντιστοιχεί στις τυχόν επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή ή στους έμμεσους φόρους στους οποίους υπόκειται το ομοειδές προϊόν, καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά, όταν το προϊόν προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής και όταν οι εν λόγω επιβαρύνσεις και φόροι δεν εισπράττονται ή επιστρέφονται για το εξαγόμενο στην Ένωση προϊόν.

γ)

Εκπτώσεις επί της τιμής, επιστροφές και ποσότητες

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές όσον αφορά τις εκπτώσεις επί της τιμής και τις επιστροφές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που παρέχονται με βάση διαφορές στις ποσότητες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές είναι εκπεφρασμένες με τον δέοντα τρόπο σε αριθμούς και συνδέονται άμεσα με τις υπό εξέταση πωλήσεις. Επίσης είναι δυνατό να πραγματοποιείται προσαρμογή για να ληφθούν υπόψη εκπτώσεις επί της τιμής και επιστροφές επί προθεσμία, εφόσον η σχετική αίτηση στηρίζεται σε πάγια πρακτική κατά τις περιόδους που προηγήθηκαν, πληρούνται δε και προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να γεννηθεί δικαίωμα για έκπτωση ή επιστροφή.

δ)

Στάδιο εμπορίας

i)

Παρέχεται η δυνατότητα πραγματοποίησης προσαρμογής για διαφορές στα επίπεδα εμπορίας, συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών εκείνων που είναι δυνατόν να προκύψουν από πωλήσεις των κατασκευαστών αναλόγου εξοπλισμού, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται, προκειμένου περί του κυκλώματος διανομής και στις δύο αγορές, ότι η τιμή εξαγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της κατασκευασμένης τιμής εξαγωγής, αντιστοιχεί σε διαφορετικό στάδιο εμπορίας σε σύγκριση με την κανονική αξία και εφόσον η διαφορά επέδρασε επί της συγκρισιμότητας των τιμών, η οποία αποδεικνύεται από τις επίμονες και σαφείς διαφορές στις λειτουργίες και στις τιμές του πωλητού για τα διάφορα επίπεδα εμπορίου στην εγχώρια αγορά της εξάγουσας χώρας. Το ποσό της προσαρμογής βασίζεται στην αγοραία αξία της διαφοράς.

ii)

Ωστόσο, σε περιστάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο σημείο i), όταν η διαφορά στο επίπεδο εμπορίου δεν μπορεί να υπολογισθεί ελλείψει αντιστοίχων επιπέδων στην εσωτερική αγορά, ή όταν ορισμένες λειτουργίες αφορούν σαφώς επίπεδα εμπορίου άλλα από αυτό που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για σύγκριση, μπορεί να επιτραπεί ειδική προσαρμογή.

ε)

Έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και παρεπόμενα έξοδα

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές όσον αφορά τις άμεσες δαπάνες για τη μεταφορά του εκάστοτε προϊόντος από τις εγκαταστάσεις του εξαγωγέα σε έναν ανεξάρτητο αγοραστή, εφόσον τα εν λόγω έξοδα συμπεριλαμβάνονται στις εφαρμοζόμενες τιμές. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης, καθώς και τα παρεπόμενα έξοδα.

στ)

Συσκευασία

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τη συσκευασία του εκάστοτε προϊόντος.

ζ)

Πίστωση

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στο κόστος των πιστώσεων που έχουν ενδεχομένως χορηγηθεί για τις υπό εξέταση πωλήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγκεκριμένος παράγοντας λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των εφαρμοζόμενων τιμών.

η)

Έξοδα μετά την πώληση

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις άμεσες δαπάνες για την παροχή εγγυήσεων, ασφαλειών, τεχνικής βοήθειας και υπηρεσιών, σύμφωνα με όσα προβλέπει ο νόμος και/ή η σύμβαση πώλησης.

θ)

Προμήθειες

Πραγματοποιείται προσαρμογή για διαφορές στις προμήθειες που έχουν καταβληθεί σε σχέση με τις υπό εξέταση πωλήσεις.

Ο όρος «προμήθειες» εννοείται ως το περιθώριο κέρδους ενός εμπόρου του προϊόντος ή του ομοειδούς προϊόντος αν οι εργασίες αυτού του εμπόρου είναι παρόμοιες με εκείνες ενός αντιπροσώπου που εργάζεται σε βάση προμήθειας.

ι)

Μετατροπές νομισμάτων

Όταν για τη σύγκριση της τιμής απαιτείται μετατροπή νομισμάτων, η μετατροπή αυτή διενεργείται με τη χρήση της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την ημερομηνία πώλησης, εκτός αν μια πώληση συναλλάγματος σε προθεσμιακές αγορές συνδέεται άμεσα με την υπό εξέταση εξαγωγική πώληση, οπότε λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία της προθεσμιακής πώλησης. Κατά κανόνα, ως ημερομηνία πώλησης λαμβάνεται η ημερομηνία του τιμολογίου, αλλά είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία της συμβάσεως, της εντολής αγοράς ή της επιβεβαίωσης εντολής, αν οι τελευταίες αυτές ημερομηνίες κρίνονται καταλληλότερες για τον καθορισμό των ουσιωδών όρων της πώλησης. Δεν λαμβάνονται υπόψη τυχόν διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, ενώ στους εξαγωγείς παραχωρούνται 60 ημέρες προκειμένου να προσαρμοσθούν σε σταθερές αυξομειώσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά τη διάρκεια της υπό έρευνα περιόδου.

ια)

Άλλοι παράγοντες

Επίσης παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής για διαφορές που προκύπτουν λόγω άλλων παραγόντων μη προβλεπομένων στα στοιχεία α) έως ι), υπό τον όρο της κατάδειξης της επίδρασής τους επί της συγκρισιμότητας των τιμών, όπως απαιτεί η παρούσα παράγραφος, ιδίως εάν οι πελάτες συστηματικά πληρώνουν διαφορετικές τιμές στην εγχώρια αγορά επειδή υπάρχουν διαφορές στους παράγοντες αυτούς.

11.   Με την επιφύλαξη των συναφών διατάξεων που διέπουν το θέμα της δίκαιης σύγκρισης, η ύπαρξη περιθωρίων ντάμπινγκ κατά την περίοδο έρευνας προσδιορίζεται κατά κανόνα με βάση τη σύγκριση μιας μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας με το σταθμισμένο μέσο όρο των τιμών όλων των συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση ή με βάση τη σύγκριση επιμέρους κανονικών αξιών και επιμέρους τιμών εξαγωγής στην Ένωση για κάθε συναλλαγή ξεχωριστά. Παρ' όλα αυτά, όταν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας έχει ληφθεί ως βάση ο σταθμισμένος μέσος όρος, η κανονική αυτή αξία είναι δυνατό να συγκρίνεται με τις τιμές όλων των επιμέρους συναλλαγών με αντικείμενο εξαγωγές στην Ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται συστηματικά τιμές εξαγωγής οι οποίες διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τον αγοραστή, την περιοχή ή τη χρονική περίοδο, ενώ η εφαρμογή των μεθόδων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν θα οδηγούσε στη διαπίστωση των εφαρμοζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ σε όλη τους την έκταση. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει τη χρήση δειγματοληψιών σύμφωνα με το άρθρο 17.

12.   Ως περιθώριο ντάμπινγκ λογίζεται το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή εξαγωγής. Όταν τα περιθώρια ντάμπινγκ ποικίλλουν, είναι δυνατό να καθορίζεται ένα μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ.

Άρθρο 3

Προσδιορισμός της ζημίας

1.   Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και εφόσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, ο όρος «ζημία» σημαίνει τη σημαντική ζημία που προκαλείται στην ενωσιακή βιομηχανία, τον κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής ζημίας στην ενωσιακή βιομηχανία ή την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας μιας τέτοιας βιομηχανίας· η ερμηνεία του όρου διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

2.   Ο προσδιορισμός της ζημίας γίνεται με βάση θετικά αποδεικτικά στοιχεία και προϋποθέτει αντικειμενική εξέταση:

α)

του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της επίδρασής τους στις τιμές των ομοειδών προϊόντων στην αγορά της Ένωσης· και

β)

των συνεπειών των εισαγωγών αυτών για την ενωσιακή βιομηχανία.

3.   Προκειμένου περί του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, εξετάζεται κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών, είτε σε απόλυτα μεγέθη είτε σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Ένωση. Προκειμένου περί της επίδρασης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ επί των τιμών, εξετάζεται κατά πόσον έχουν πραγματοποιηθεί εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ σε τιμές αισθητά κατώτερες από τις τιμές που εφαρμόζει για τα ομοειδή προϊόντα η ενωσιακή βιομηχανία ή κατά πόσον εισαγωγές αυτού του είδους προκαλούν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμπίεση των τιμών σε σημαντικό βαθμό ή τη σε σημαντικό βαθμό παρακώλυση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση. Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες, ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία.

4.   Όταν διεξάγονται ταυτοχρόνως έρευνες αντιντάμπινγκ σε σχέση με τις εισαγωγές δεδομένου προϊόντος από περισσότερες της μίας χώρες, οι επιπτώσεις των εισαγωγών αυτών αξιολογούνται σωρευτικώς μόνον εφόσον διαπιστώνεται ότι:

α)

το περιθώριο ντάμπινγκ που προκύπτει για τις εισαγωγές από κάθε χώρα ξεχωριστά υπερβαίνει το ελάχιστο όριο που ορίζει το άρθρο 9 παράγραφος 3 και ότι ο όγκος των εισαγωγών από κάθε χώρα ξεχωριστά δεν είναι αμελητέος· καθώς και ότι

β)

η σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των επίμαχων εισαγωγών είναι η ενδεδειγμένη, ενόψει των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων, όπως επίσης των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και του ομοειδούς ενωσιακού προϊόντος.

5.   Η εξέταση των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ για την οικεία ενωσιακή βιομηχανία περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των συναφών οικονομικών παραγόντων και των δεικτών που έχουν σημασία για την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας· σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται: το γεγονός ότι η μια βιομηχανία εξακολουθεί να διέρχεται φάση ανάκτησης των δυνάμεών της μετά τις συνέπειες από παλαιότερες πρακτικές ντάμπινγκ ή επιδοτήσεις, το μέγεθος του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ, η πραγματική ή δυνητική μείωση των πωλήσεων, των κερδών, της παραγωγής, του μεριδίου αγοράς, της παραγωγικότητας, της αποδοτικότητας των επενδύσεων και της χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας, παράγοντες επηρεάζοντες τις ενωσιακές τιμές και οι πραγματικές ή δυνητικές αρνητικές συνέπειες για τις ταμειακές ροές, τα αποθέματα, την απασχόληση, τους μισθούς, την ανάπτυξη, την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων ή τις επενδύσεις. Η παραπάνω απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες ούτε περισσότεροι εξ αυτών από κοινού δεν έχουν κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία.

6.   Με βάση το σύνολο των συναφών αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται σε σχέση με την παράγραφο 2, πρέπει να αποδεικνύεται ότι οι εισαγωγές με πρακτικές ντάμπινγκ προκαλούν ζημία κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, αυτό περιλαμβάνει την απόδειξη πως ο όγκος και/ή το επίπεδο των τιμών, όπως αυτά έχουν καθοριστεί βάσει της παραγράφου 3, ευθύνονται για τις συνέπειες επί της ενωσιακής βιομηχανίας, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 5, όπως επίσης ότι οι συνέπειες αυτές είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να είναι δυνατό να θεωρηθούν σημαντικές.

7.   Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι προξενούν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην ενωσιακή βιομηχανία, εξετάζονται ομοίως, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν αποδίδεται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ κατ' εφαρμογή της παραγράφου 6. Στους παράγοντες που είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη εν προκειμένω περιλαμβάνονται: ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών πωλούμενων σε τιμές που δεν απορρέουν από πρακτικές ντάμπινγκ, η τυχόν συρρίκνωση της ζήτησης ή μεταβολές των δεδομένων κατανάλωσης, τυχόν περιοριστικές εμπορικές πρακτικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί τρίτων χωρών και της Ένωσης και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και οι εξαγωγικές επιδόσεις και η παραγωγικότητα της ενωσιακής βιομηχανίας.

8.   Οι επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αξιολογούνται σε συνάρτηση με την παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος από την ενωσιακή βιομηχανία, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία τα οποία επιτρέπουν το χωριστό προσδιορισμό της εν λόγω παραγωγής βάσει ορισμένων κριτηρίων, όπως είναι η μέθοδος παραγωγής, οι πωλήσεις των παραγωγών και τα κέρδη. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο χωριστός προσδιορισμός της εν λόγω παραγωγής, οι επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ αξιολογούνται μέσω της εξέτασης της παραγωγής της πλέον περιορισμένης ομάδας ή φάσματος προϊόντων, που περιλαμβάνει το ομοειδές προϊόν και σε σχέση με την οποία ομάδα ή φάσμα προϊόντων είναι δυνατό να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες πληροφορίες.

9.   Για να διαπιστωθεί κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής ζημίας, λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, και όχι απλώς τυχόν ισχυρισμοί, εικασίες ή μεμακρυσμένες πιθανότητες. Οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων, που θα δημιουργούσε κατάσταση υπό την οποία είναι πιθανή η πρόκληση ζημίας από το ντάμπινγκ, πρέπει να είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα και να είναι επικείμενη.

Όταν εξετάζεται κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης σημαντικής ζημίας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι παράγοντες:

α)

τυχόν αύξηση σε σημαντικό ποσοστό των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην αγορά της Ένωσης, η οποία αποτελεί ένδειξη για την πιθανότητα ουσιώδους αύξησης των εισαγωγών·

β)

η ύπαρξη επαρκούς, ελεύθερα διαθέσιμης ικανότητας του εξαγωγέα ή η επικείμενη σημαντική αύξηση της ικανότητάς του, από την οποία προκύπτει ως πιθανή σημαντική αύξηση των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προς την Ένωση, λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης άλλων εξαγωγικών αγορών, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να απορροφήσουν τυχόν πρόσθετες εξαγωγές·

γ)

το κατά πόσον τα εισαγόμενα προϊόντα εισέρχονται σε τιμές που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη σε σημαντικό βαθμό συμπίεση ή παρεμπόδιση της αύξησης των τιμών που θα είχε σημειωθεί σε αντίθετη περίπτωση και οι οποίες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αύξηση της ζήτησης για επιπλέον εισαγωγές·

δ)

τα αποθέματα του υπό διεύρυνση προϊόντος.

Κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες δεν έχει κατ' ανάγκη αποφασιστική σημασία, αλλά όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη πρέπει να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επίκειται η πραγματοποίηση περαιτέρω εξαγωγών με πρακτικές ντάμπινγκ και ότι είναι πιθανή η πρόκληση σημαντικής ζημίας αν δεν ληφθούν προστατευτικά μέτρα.

Άρθρο 4

Ορισμός της ενωσιακής βιομηχανίας

1.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ο όρος «ενωσιακή βιομηχανία» θεωρείται ότι περιλαμβάνει το σύνολο των ενωσιακών παραγωγών ομοειδών προϊόντων ή εκείνους εξ αυτών των οποίων αθροιστικά η παραγωγή αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ενωσιακής παραγωγής των εν λόγω προϊόντων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)

όταν κάποιοι παραγωγοί συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που εικάζεται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, ο όρος «ενωσιακή βιομηχανία» είναι δυνατό να θεωρείται ότι περιλαμβάνει μόνον τους υπόλοιπους παραγωγούς·

β)

σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το έδαφος της Ένωσης είναι δυνατό, σε ό,τι αφορά την υπό εξέταση παραγωγή, να διαιρεθεί σε δύο ή περισσότερες ανταγωνιστικές αγορές, και οι παραγωγοί κάθε επιμέρους αγοράς είναι δυνατό να θεωρηθούν ως ξεχωριστή βιομηχανία, εφόσον:

i)

οι παραγωγοί κάθε επιμέρους αγοράς πωλούν το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο των ποσοτήτων του υπό εξέταση προϊόντος που παράγουν στη συγκεκριμένη αγορά, και

ii)

η ζήτηση στη συγκεκριμένη αγορά δεν καλύπτεται υπολογίσιμα από παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος εγκατεστημένους σε διαφορετικό σημείο της Ένωσης.

Όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι προκαλείται ζημία ακόμη και αν μείζον μέρος του συνόλου της ενωσιακής βιομηχανίας δεν υφίσταται ζημία, υπό την προϋπόθεση ότι παρατηρείται συγκέντρωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ σε μια τόσο απομονωμένη αγορά και επιπροσθέτως ότι οι επίμαχες εισαγωγές προξενούν ζημία στους παραγωγούς του συνόλου ή σχεδόν του συνόλου της παραγωγής στη συγκεκριμένη αγορά.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, γίνεται δεκτό ότι ένας παραγωγός συνδέεται με κάποιον εξαγωγέα ή εισαγωγέα μόνον εφόσον:

α)

ο ένας από αυτούς ελέγχει άμεσα ή έμμεσα τον άλλον·

β)

και οι δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από κάποιον τρίτο·, ή

γ)

από κοινού ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα κάποιον τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν λόγοι για να πιστεύει ή να υποψιάζεται κανείς ότι η επίδραση της σχέσης είναι τέτοια ώστε ο εκάστοτε παραγωγός να συμπεριφέρεται διαφορετικά εν συγκρίσει με τους μη συνδεόμενους παραγωγούς.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου γίνεται δεκτό ότι μια οντότητα ελέγχει κάποια άλλη, όταν η πρώτη έχει τη δυνατότητα, είτε νομικώς είτε λειτουργικώς, να θέτει περιορισμούς στη δεύτερη ή να κατευθύνει τις ενέργειές της.

3.   Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ορισθεί ότι η ενωσιακή βιομηχανία περιλαμβάνει τους παραγωγούς συγκεκριμένης περιφέρειας, παρέχεται στους οικείους εξαγωγείς η ευκαιρία να προτείνουν την ανάληψη εκ μέρους τους υποχρεώσεων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, αναφορικά με την εν λόγω περιφέρεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά την εκτίμηση του ενωσιακού συμφέροντος των μέτρων συνεκτιμάται ιδίως το συμφέρον της περιφέρειας. Αν δεν υποβληθεί αμελλητί πρόταση για ανάληψη κατάλληλης υποχρέωσης ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 παράγραφοι 9 και 10, είναι δυνατή η επιβολή προσωρινού ή οριστικού δασμού για το σύνολο της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι δασμοί ενδέχεται, εφόσον είναι πρακτικώς εφικτό, να αφορούν μόνο συγκεκριμένους παραγωγούς ή εξαγωγείς.

4.   Στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 8.

Άρθρο 5

Έναρξη της διαδικασίας

1.   Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στην παράγραφο 6, η έναρξη έρευνας για να διαπιστωθούν η ύπαρξη, η έκταση και οι επιπτώσεις των τυχόν εικαζόμενων πρακτικών ντάμπινγκ προϋποθέτει γραπτή καταγγελία εκ μέρους κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, καθώς και κάθε ένωσης χωρίς νομική προσωπικότητα, που ενεργεί επ' ονόματι της ενωσιακής βιομηχανίας.

Η καταγγελία είναι δυνατό να υποβάλλεται προς την Επιτροπή ή προς ένα κράτος μέλος, το οποίο τη διαβιβάζει στην Επιτροπή. Η Επιτροπή αποστέλλει στα κράτη μέλη αντίγραφο κάθε καταγγελίας την οποία λαμβάνει. Η καταγγελία τεκμαίρεται ότι έχει υποβληθεί την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παράδοσή της στην Επιτροπή υπό μορφή συστημένης επιστολής ή μετά την πράξη με την οποία η Επιτροπή πιστοποιεί ότι έλαβε την καταγγελία.

Όταν, χωρίς να έχει υποβληθεί κάποια καταγγελία, ένα κράτος μέλος έχει στην κατοχή του επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ και τη ζημία που αυτό προκαλεί στην ενωσιακή βιομηχανία, τα κοινοποιεί αμέσως στην Επιτροπή.

2.   Κάθε καταγγελία που υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 1 πρέπει να περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που υποτίθεται ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της υποτιθέμενης ζημίας. Η καταγγελία περιέχει τα στοιχεία που μπορεί ευλόγως να συγκεντρώσει ο καταγγέλλων σχετικά με τα ακόλουθα θέματα:

α)

την ταυτότητα του καταγγέλλοντος και στοιχεία για τον όγκο και την αξία της ενωσιακής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος από τον καταγγέλλοντα. Όταν υποβάλλεται γραπτή καταγγελία επ' ονόματι της ενωσιακής βιομηχανίας, η καταγγελία πρέπει να προσδιορίζει τη βιομηχανία επ' ονόματι της οποίας υποβάλλεται η καταγγελία, με την απαρίθμηση όλων των γνωστών ενωσιακών παραγωγών του ομοειδούς προϊόντος (ή των ενώσεων που έχουν συστήσει οι ενωσιακοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος)· επίσης πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να περιέχει στοιχεία για τον όγκο και την αξία του τμήματος της ενωσιακής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος το οποίο αντιπροσωπεύουν οι συγκεκριμένοι παραγωγοί·

β)

πλήρη περιγραφή του προϊόντος που υποτίθεται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, το όνομα της εμπλεκόμενης χώρας ή των χωρών καταγωγής ή εξαγωγής, την ταυτότητα όλων των γνωστών εξαγωγέων ή αλλοδαπών παραγωγών, καθώς και κατάλογο των προσώπων που είναι γνωστό ότι εισάγουν το υπό κρίση προϊόν·

γ)

τις τιμές στις οποίες πωλείται το υπό κρίση προϊόν, για κατανάλωση στις εγχώριες αγορές της χώρας ή των χωρών καταγωγής ή εξαγωγής (ή, κατά περίπτωση, τις τιμές στις οποίες το εκάστοτε προϊόν πωλείται από τη χώρα ή τις χώρες καταγωγής ή εξαγωγής προς κάποια τρίτη χώρα ή τρίτες χώρες, ή για την κατασκευασμένη αξία του εν λόγω προϊόντος)· επίσης, τις τιμές εξαγωγής ή, κατά περίπτωση, για τις τιμές στις οποίες το προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά προς έναν ανεξάρτητο αγοραστή στην Ένωση·

δ)

τις μεταβολές του όγκου των εισαγωγών που εικάζεται ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, σχετικά με την επίδραση των εν λόγω εισαγωγών επί των τιμών του ομοειδούς προϊόντος στην αγορά της Ένωσης και σχετικά με τα επακόλουθα των εισαγωγών για την ενωσιακή βιομηχανία, όπως προκύπτουν με βάση τους συναφείς παράγοντες και δείκτες που έχουν σημασία για την κατάσταση της ενωσιακής βιομηχανίας, όπως εκείνοι που απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφοι 3 και 5.

3.   Η Επιτροπή εξετάζει, στο μέτρο του δυνατού, την ακρίβεια και την πληρότητα των αποδεικτικών στοιχείων που περιέχονται στην καταγγελία, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έναρξη έρευνας.

4.   Η έναρξη έρευνας βάσει της παραγράφου 1 επιτρέπεται μόνον αφού έχει διαπιστωθεί, μετά από εξέταση του βαθμού στήριξης της καταγγελίας ή αντίθεσης προς αυτήν που έχουν εκφράσει οι ενωσιακοί παραγωγοί του ομοειδούς προϊόντος, ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της ενωσιακής βιομηχανίας. Γίνεται δεκτό ότι η καταγγελία έχει υποβληθεί εκ μέρους ή για λογαριασμό της ενωσιακής βιομηχανίας, αν υποστηρίζεται από ενωσιακούς παραγωγούς των οποίων η αθροιστική παραγωγή αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 50 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί εκείνο το τμήμα της ενωσιακής βιομηχανίας το οποίο είτε εκφράζει την υποστήριξή του προς την καταγγελία είτε αντιτίθεται σε αυτήν. Εντούτοις, η έναρξη έρευνας δεν είναι δυνατή, όταν οι ενωσιακοί παραγωγοί που υποστηρίζουν ρητώς την καταγγελία αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο του 25 % της συνολικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιεί η ενωσιακή βιομηχανία.

5.   Οι αρχές αποφεύγουν, εκτός αν έχει ληφθεί απόφαση για την έναρξη έρευνας, να δίδουν οποιαδήποτε δημοσιότητα στην καταγγελία για την έναρξη έρευνας. Εντούτοις, μετά την παραλαβή μιας δεόντως τεκμηριωμένης καταγγελίας και προτού γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες για την έναρξη έρευνας, πρέπει να ενημερώνεται σχετικά η κυβέρνηση της οικείας χώρας εξαγωγής.

6.   Αν, υπό ειδικές περιστάσεις, η Επιτροπή αποφασίζει την έναρξη έρευνας χωρίς να έχει ληφθεί γραπτή καταγγελία εκ μέρους ή για λογαριασμό της ενωσιακής βιομηχανίας με αίτημα την έναρξη τέτοιας έρευνας, η απόφαση αυτή πρέπει να στηρίζεται στην ύπαρξη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με το ντάμπινγκ, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, τα οποία να δικαιολογούν την έναρξη έρευνας. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη αφού διαπιστώσει την ανάγκη έναρξης τέτοιας έρευνας.

7.   Τα αποδεικτικά στοιχεία τα σχετικά τόσο με το ντάμπινγκ, όσο και με τη ζημία αξιολογούνται ταυτοχρόνως στο πλαίσιο της απόφασης περί ενάρξεως ή μη έρευνας. Η καταγγελία απορρίπτεται όταν δεν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ντάμπινγκ ή τη ζημία, τα οποία να δικαιολογούν την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Δεν κινείται διαδικασία κατά χωρών των οποίων οι εισαγωγές αντιπροσωπεύουν μερίδιο αγοράς κατώτερο του 1 %, εκτός αν αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν αθροιστικά 3 % ή και περισσότερο της ενωσιακής κατανάλωσης.

8.   Μια καταγγελία είναι δυνατό να ανακαλείται πριν από την έναρξη σχετικής έρευνας, οπότε λογίζεται ως μη υποβληθείσα.

9.   Αν καταστεί εμφανές ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την κίνηση διαδικασίας, η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία αυτή εντός 45 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας και δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι επαρκή, ο καταγγέλλων ενημερώνεται σχετικά εντός 45 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ενημερώνει, κανονικά, τα κράτη μέλη σχετικά με την ανάλυση της καταγγελίας εντός 21 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας στην Επιτροπή.

10.   Στην ανακοίνωση για την κίνηση της διαδικασίας αναγγέλλεται η έναρξη έρευνας, κατονομάζονται το προϊόν και οι χώρες που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο της έρευνας, παρουσιάζονται περιληπτικά οι ληφθείσες πληροφορίες και ορίζεται ότι όλα τα συναφή στοιχεία πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή.

Επίσης καθορίζονται οι προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να αναγγελθούν τα ενδιαφερόμενα μέρη, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να υποβάλουν τυχόν στοιχεία, προκειμένου οι εν λόγω απόψεις και τα στοιχεία να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα· ακόμη καθορίζεται η προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη δύνανται να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5.

11.   Η Επιτροπή ενημερώνει τους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους που γνωρίζει ότι ενδιαφέρονται, καθώς και τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας· επίσης, χωρίς να προβλέπεται η ανάγκη προστασίας εμπιστευτικών πληροφοριών, παρέχει το πλήρες κείμενο της γραπτής καταγγελίας που έχει λάβει βάσει της παραγράφου 1 στους γνωστούς εξαγωγείς και στις αρχές της χώρας εξαγωγής, και ακόμη το θέτει, εφόσον της ζητηθεί, στη διάθεση των άλλων εμπλεκόμενων ενδιαφερόμενων μερών για την υπόθεση. Όταν ο αριθμός των εμπλεκόμενων εξαγωγέων είναι ιδιαίτερα μεγάλος, είναι δυνατόν το πλήρες κείμενο της γραπτής καταγγελίας, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα παραπάνω, να παρέχεται μόνο στις αρχές της χώρας εξαγωγής ή στην οικεία εμπορική ένωση.

12.   Η διεξαγωγή έρευνας αντιντάμπινγκ δεν εμποδίζει την εξέλιξη των διαδικασιών εκτελωνισμού.

Άρθρο 6

Έρευνα

1.   Μετά την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή, ενεργώντας σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, αρχίζει έρευνα σε επίπεδο Ένωσης. Η έρευνα αυτή αφορά τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, και διεξάγεται και για τα δύο ταυτοχρόνως.

Προκειμένου να εξαχθούν αντιπροσωπευτικά συμπεράσματα, επιλέγεται μια περίοδος έρευνας η οποία, στην περίπτωση του ντάμπινγκ, συνήθως καλύπτει διάστημα όχι βραχύτερο των έξι μηνών αμέσως πριν από την έναρξη της διαδικασίας.

Κατά κανόνα, τυχόν πληροφορίες που αναφέρονται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της περιόδου έρευνας δεν λαμβάνονται υπόψη.

2.   Στα μέρη που λαμβάνουν τα ερωτηματολόγια που χρησιμοποιούνται σε έρευνα αντιντάμπινγκ τάσσεται προθεσμία 30 ημερών τουλάχιστον για να απαντήσουν. Για τους εξαγωγείς η προθεσμία άρχεται από την ημερομηνία παραλαβής του ερωτηματολογίου, το οποίο εν προκειμένω τεκμαίρεται ότι λαμβάνεται μία εβδομάδα μετά την ημερομηνία αποστολής του στον εξαγωγέα ή διαβίβασής του στον ενδεδειγμένο διπλωματικό εκπρόσωπο της χώρας εξαγωγής. Είναι δυνατό να επιτραπεί παράταση της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη οι προθεσμίες που ισχύουν για την έρευνα εφόσον το μέρος αποδεικνύει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για την παράταση αυτή, από άποψη των ειδικών περιστάσεών της.

3.   Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία και τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε πρόσφορη ενέργεια για την ικανοποίηση των αιτήσεων αυτών.

Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή τα ζητούμενα πληροφοριακά στοιχεία, μαζί με τα πορίσματα όλων των επιθεωρήσεων, ελέγχων και ερευνών που διενεργήθηκαν.

Όταν τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν γενικό ενδιαφέρον ή όταν η διαβίβασή τους έχει ζητηθεί από ένα κράτος μέλος, η Επιτροπή τα διαβιβάζει στα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι εμπιστευτικά· στην αντίθετη περίπτωση, διαβιβάζεται μη εμπιστευτική περίληψή τους.

4.   Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα κράτη μέλη να διενεργούν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και επιθεωρήσεις, ιδιαίτερα προκειμένου περί των εισαγωγέων, των εμπόρων και των ενωσιακών παραγωγών, καθώς και να διεξάγουν έρευνες σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικείες επιχειρήσεις παρέχουν τη συγκατάθεσή τους και ότι η κυβέρνηση της οικείας χώρας έχει ενημερωθεί επισήμως σχετικά και δεν προβάλλει αντίρρηση.

Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κάθε πρόσφορη ενέργεια για την ικανοποίηση της Επιτροπής.

Μετά από αίτηση της Επιτροπής ή ενός κράτους μέλους, είναι δυνατό να επιτρέπεται σε υπαλλήλους της Επιτροπής να επικουρούν τους υπαλλήλους των κρατών μελών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

5.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, είναι δυνατόν να γίνονται δεκτά σε ακρόαση, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβάλει γραπτή αίτηση ακρόασης εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αποδεικνύουν ότι είναι πράγματι ενδιαφερόμενα μέρη που ενδέχεται να θιγούν από την έκβαση της διαδικασίας και ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων.

6.   Στους εισαγωγείς, τους εξαγωγείς, τους εκπροσώπους της κυβέρνησης της χώρας εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες, οι οποίοι έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, παρέχονται, εφόσον το ζητήσουν, δυνατότητες να συναντήσουν εκείνα τα μέρη τα οποία έχουν συμφέροντα αντιτιθέμενα στα δικά τους, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ανάπτυξη των αντικρουόμενων απόψεων και η προβολή επιχειρημάτων προς αντίκρουση των ισχυρισμών της άλλης πλευράς.

Κατά την παραχώρηση των ανωτέρω δυνατοτήτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του απορρήτου και διευκόλυνσης των ενδιαφερομένων.

Κανένα μέρος δεν υποχρεούται να παρίσταται σε συγκεκριμένη συνάντηση, ενώ η μη συμμετοχή σε μια συνάντηση δεν έχει αρνητικές συνέπειες για την υπόθεση του απόντος μέρους.

Τυχόν πληροφορίες που υποβάλλονται προφορικά βάσει της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που επιβεβαιώνεται εγγράφως εκ των υστέρων.

7.   Οι καταγγέλλοντες, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές ενώσεις τους, οι χρήστες και οι οργανώσεις καταναλωτών, που έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10, καθώς και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής δύνανται, κατόπιν γραπτής αιτήσεως, να εξετάζουν όλα τα πληροφορικά στοιχεία που έχουν διατεθεί από οποιοδήποτε από τα μέρη που μετέχουν στην έρευνα, τα οποία είναι δυνατό να χρησιμεύσουν για την παρουσίαση των απόψεών τους, δεν είναι εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 19 και χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της έρευνας· το δικαίωμα αυτό δεν ισχύει για τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης που καταρτίζουν οι αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών της.

Τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τα εν λόγω στοιχεία, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη καθόσον είναι επαρκώς τεκμηριωμένες.

8.   Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18, ελέγχεται κατά το δυνατόν διεξοδικότερα η ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη και επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα.

9.   Για διαδικασίες κινηθείσες κατά το άρθρο 5 παράγραφος 9, η έρευνα περατούται ει δυνατόν εντός έτους. Εν πάση περιπτώσει, οι έρευνες περατούνται, σε όλες τις περιπτώσεις, εντός 15 μηνών από την έναρξη της διαδικασίας βάσει των πορισμάτων που εξάγονται σύμφωνα με το άρθρο 8 για τις αναλήψεις υποχρεώσεων ή βάσει των πορισμάτων που εξάγονται σύμφωνα με το άρθρο 9 για την επιβολή οριστικών δασμών.

Άρθρο 7

Προσωρινά μέτρα

1.   Είναι δυνατόν να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί εφόσον:

α)

έχει αρχίσει η διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 5·

β)

έχει εκδοθεί δημόσια ανακοίνωση, έχει παρασχεθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη κατάλληλη δυνατότητα για να υποβάλουν πληροφορίες και να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 10·

γ)

έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα με το οποίο επιβεβαιώνεται η ύπαρξη ντάμπινγκ και η εξ αυτού πρόκληση ζημίας στην ενωσιακή βιομηχανία· και

δ)

εφόσον το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει τη λήψη μέτρων για την αποτροπή της ζημίας.

Δεν επιτρέπεται επιβολή προσωρινών δασμών ούτε πριν από την πάροδο 60 ημερών αλλά ούτε και μετά την παρέλευση εννέα μηνών από την έναρξη της διαδικασίας.

2.   Το ύψος του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προσωρινώς καθορισθέν περιθώριο ντάμπινγκ και θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή αυτού του δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται η ενωσιακή βιομηχανία.

3.   Οι προσωρινοί δασμοί εξασφαλίζονται με εγγύηση, ενώ η θέση των σχετικών προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ένωση προϋποθέτει την παροχή παρόμοιας εγγύησης.

4.   Η Επιτροπή θεσπίζει προσωρινά μέτρα με τη διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 4.

5.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ζητεί την άμεση επέμβαση της Επιτροπής και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, η Επιτροπή αποφασίζει, εντός πέντε το πολύ εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αιτήσεως, κατά πόσον είναι σκόπιμη η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.

6.   Οι προσωρινοί δασμοί είναι δυνατόν να επιβληθούν για ένα εξάμηνο που μπορεί να παραταθεί για ένα τρίμηνο, ή είναι δυνατόν να επιβληθούν για ένα εννεάμηνο. Εντούτοις, μπορούν να παραταθούν ή να επιβληθούν για εννεάμηνη περίοδο μόνον εφόσον το ζητούν εξαγωγείς που αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του σχετικού όγκου συναλλαγών ή εφόσον έχουν ενημερωθεί σχετικά από την Επιτροπή και δεν προβάλουν αντίρρηση.

Άρθρο 8

Αναλήψεις υποχρεώσεων

1.   Υπό την προϋπόθεση ότι έχει εξαχθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 2, να αποδεχθεί ικανοποιητική οικειοθελή ανάληψη υποχρεώσεων που προσφέρει εξαγωγέας για να αναθεωρήσει τις τιμές του ή να παύσει τις εξαγωγές του σε τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, αν διαπιστωθεί ότι αυτή η ανάληψη υποχρεώσεων εξουδετερώνει τις ζημιογόνες επιπτώσεις του ντάμπινγκ.

Στην περίπτωση αυτή και στον βαθμό που ισχύουν οι αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ή οι οριστικοί δασμοί που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί στη συνέχεια.

Οι αυξήσεις τιμών βάσει αναλήψεων υποχρεώσεων αυτού του είδους δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερες απ' αυτές που χρειάζονται για την εξουδετέρωση του περιθωρίου ντάμπινγκ, θα πρέπει δε να υπολείπονται του περιθωρίου ντάμπινγκ, αν οι αυξήσεις αυτής της κλίμακας είναι αρκετές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

2.   Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να εισηγείται την ανάληψη υποχρεώσεων, αλλά κανείς εξαγωγέας δεν είναι δυνατό να υποχρεωθεί να αναλάβει τέτοιες υποχρεώσεις. Το γεγονός ότι ένας εξαγωγέας δεν προτείνει την ανάληψη εκ μέρους του υποχρέωσης ή δεν ανταποκρίνεται σε σχετική πρόκληση που του έχει απευθυνθεί, δεν προδικάζει με κανένα τρόπο την αξιολόγηση των δεδομένων της υπόθεσης.

Παρ' όλα αυτά, είναι δυνατό να διαπιστώνεται ότι είναι πιθανότερο να επέλθει ζημία αν συνεχισθούν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Δεν επιτρέπεται να ζητείται ή να γίνεται αποδεκτή ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους εξαγωγέων, παρά μόνον εφόσον έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας.

Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η προσφορά για ανάληψη υποχρεώσεων δεν είναι δυνατή μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται στους ενδιαφερομένους προκειμένου να προβούν σε παραστάσεις, βάσει του άρθρου 20 παράγραφος 5.

3.   Οι προτεινόμενες αναλήψεις υποχρεώσεων είναι δυνατό να μη γίνονται δεκτές σε περίπτωση που κρίνεται ότι η αποδοχή τους παρουσιάζει πρακτικές δυσκολίες, επί παραδείγματι αν ο αριθμός των πραγματικών ή δυνητικών εξαγωγέων είναι υπερβολικά μεγάλος ή για άλλους λόγους, συμπεριλαμβανομένων λόγων που ανάγονται στην ακολουθούμενη γενική πολιτική. Ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας δύναται να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους σχεδιάζεται η υποβολή πρότασης για την απόρριψη της προσφοράς δεδομένης ανάληψης υποχρέωσης· επίσης ενδέχεται να του παραχωρείται η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις σχετικά. Οι λόγοι της απόρριψης πρέπει να μνημονεύονται στην οριστική απόφαση.

4.   Τα μέρη που προσφέρονται να αναλάβουν κάποια υποχρέωση οφείλουν να παρέχουν μη εμπιστευτική περιγραφή της εν λόγω ανάληψης υποχρέωσης, ώστε να είναι δυνατόν να την πληροφορούνται τα ενδιαφερόμενα μέρη που μετέχουν στην έρευνα.

5.   Αν μια ανάληψη υποχρέωσης γίνει αποδεκτή, η έρευνα περατώνεται. Η Επιτροπή περατώνει την έρευνα σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

6.   Όταν γίνεται δεκτή μια ανάληψη υποχρέωσης, η έρευνα για το ντάμπινγκ και για τη ζημία κανονικά ολοκληρώνεται. Στην περίπτωση αυτή, όταν διατυπώνεται αποφατικό συμπέρασμα για το ντάμπινγκ ή τη ζημία, η ανάληψη υποχρέωσης παύει αυτοδικαίως να ισχύει, εκτός αν το συμπέρασμα αυτό οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ύπαρξη της ανάληψης υποχρέωσης. Στις περιπτώσεις αυτές είναι δυνατόν να απαιτηθεί η διατήρηση σε ισχύ της ανάληψης υποχρέωσης για εύλογο χρονικό διάστημα.

Όταν το συμπέρασμα για το ντάμπινγκ και τη ζημία είναι καταφατικό, η ανάληψη υποχρέωσης παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με το περιεχόμενό της και τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

7.   Η Επιτροπή υποχρεούται να ζητεί από κάθε εξαγωγέα, από τον οποίον έχει γίνει δεκτή ανάληψη υποχρέωσης, να υποβάλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα στοιχεία σχετικά με την τήρηση της εν λόγω αναληφθείσας υποχρέωσης και να επιτρέπει την εξακρίβωση των συναφών στοιχείων. Τυχόν μη συμμόρφωση προς τις παραπάνω υποχρεώσεις εκλαμβάνεται ως παραβίαση της ανάληψης υποχρέωσης.

8.   Όταν στο πλαίσιο διεξαγόμενης έρευνας γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων εκ μέρους ορισμένων εξαγωγέων, για τους σκοπούς του άρθρου 11, τεκμαίρεται ότι αυτές τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία περάτωσης της έρευνας ως προς την οικεία χώρα εξαγωγής.

9.   Σε περίπτωση παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης από οποιοδήποτε μέρος έχει αναλάβει υποχρεώσεις ή σε περίπτωση ανάκλησης της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης από την Επιτροπή, η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ανακαλείται με απόφαση της Επιτροπής ή με κανονισμό της Επιτροπής, κατά περίπτωση, και ο προσωρινός δασμός που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 ή ο οριστικός δασμός που έχει επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 εφαρμόζονται αυτομάτως, υπό τον όρο ότι ο οικείος εξαγωγέας είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, εκτός αν ο ίδιος ανακάλεσε την ανάληψη υποχρέωσης. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη όταν αποφασίσει να ανακαλέσει ανάληψη υποχρέωσης.

Οιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος ή κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει πληροφορίες που θα περιέχουν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παραβίαση μιας ανάληψης υποχρέωσης. Η επακόλουθη αξιολόγηση για το αν υπάρχει παραβίαση ανάληψης υποχρέωσης ή όχι περατώνεται κανονικά εντός έξι μηνών και το αργότερο εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία της δεόντως τεκμηριωμένης αίτησης.

Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών κατά την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων.

10.   Επιτρέπεται η επιβολή προσωρινού δασμού δυνάμει του άρθρου 7 με βάση τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία, όταν υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι δεδομένη ανάληψη υποχρέωσης έχει παραβιαστεί ή, σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα που οδήγησε στην ανάληψη υποχρέωσης.

Άρθρο 9

Περάτωση χωρίς τη λήψη μέτρων· επιβολή οριστικών δασμών

1.   Σε περίπτωση ανάκλησης της καταγγελίας, η διαδικασία είναι δυνατό να περατούται, εκτός αν κρίνεται ότι η περάτωσή της δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης.

2.   Αν δεν χρειάζεται να ληφθούν προστατευτικά μέτρα, η έρευνα ή η διαδικασία περατώνεται. Η Επιτροπή περατώνει την έρευνα σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3.

3.   Για όλες τις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 9, η ζημία θεωρείται κατά κανόνα αμελητέα, εφόσον διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισαγωγές αντιπροσωπεύουν ποσοστό κατώτερο αυτού που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7. Εξάλλου, κάθε διαδικασία αυτής της μορφής περατούται αμέσως, αν διαπιστώνεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ, εκπεφρασμένο ως ποσοστό της τιμής εξαγωγής, είναι κατώτερο του 2 %, υπό την προϋπόθεση ότι η περάτωση, όταν το περιθώριο για κάθε εξαγωγέα χωριστά είναι κατώτερο του 2 %, αφορά μόνον την έρευνα· κάθε επιμέρους εξαγωγέας δεν παύει να συμπεριλαμβάνεται στο αντικείμενο της όλης διαδικασίας, ενώ ως προς αυτόν είναι δυνατόν να διεξαχθεί και νέα έρευνα στο πλαίσιο τυχόν μεταγενέστερης εξέτασης, η οποία διενεργείται ως προς την οικεία χώρα κατ' εφαρμογή του άρθρου 11.

4.   Αν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, η Επιτροπή επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3. Αν ισχύουν προσωρινοί δασμοί, η Επιτροπή κινεί αυτή τη διαδικασία το αργότερο έναν μήνα πριν από τη λήξη τους.

Το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί, αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής.

5.   Ο δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται στο ύψος που αναλογεί σε κάθε περίπτωση, χωρίς διάκριση, στις εισαγωγές ενός προϊόντος από κάθε πηγή, εισαγωγές για τις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και ότι προξενούν ζημία, με εξαίρεση τις εισαγωγές από εκείνες τις πηγές από τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων βάσει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Ο κανονισμός που επιβάλλει τα μέτρα αντιντάμπινγκ προσδιορίζει τον δασμό για κάθε προμηθευτή ή, αν αυτό είναι πρακτικώς ανέφικτο, για την οικεία προμηθεύτρια χώρα. Οι προμηθευτές που από νομική άποψη είναι ανεξάρτητοι από άλλους προμηθευτές ή ανεξάρτητοι από το κράτος μπορούν, παρ' όλα αυτά, να θεωρηθούν ως ενιαία οντότητα για τον προσδιορισμό του δασμού. Για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου, μπορούν να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως η ύπαρξη διαρθρωτικών ή εταιρικών δεσμών μεταξύ των προμηθευτών και του κράτους ή μεταξύ των προμηθευτών, ο έλεγχος ή η ουσιώδης επιρροή του κράτους όσον αφορά τις τιμές και την παραγωγή και η οικονομική δομή της προμηθεύτριας χώρας.

6.   Αν η Επιτροπή έχει περιορίσει το αντικείμενο της εξέτασής της κατ' εφαρμογή του άρθρου 17, οποιοσδήποτε δασμός αντιντάμπινγκ, ο οποίος επιβάλλεται στις εισαγωγές που προέρχονται από εξαγωγείς ή παραγωγούς οι οποίοι έχουν αναγγελθεί σύμφωνα με το άρθρο 17 αλλά δεν έχουν περιληφθεί στην εξέταση, δεν υπερβαίνει το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που έχει καθοριστεί για τα μέρη που επελέγησαν στο δείγμα, ανεξάρτητα από το αν η κανονική αξία για τα μέρη αυτά καθορίστηκε με βάση το άρθρο 2 παράγραφοι 1 έως 6 ή το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α).

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε περιθώρια είτε είναι μηδενικά είτε ασήμαντα, είτε έχουν καθοριστεί υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 18.

Μεμονωμένοι δασμοί επιβάλλονται για τις εισαγωγές που προέρχονται από οποιονδήποτε εξαγωγέα ή παραγωγό στον οποίο επιφυλάσσεται ιδιαίτερη μεταχείριση, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17.

Άρθρο 10

Αναδρομική ισχύς

1.   Προσωρινά μέτρα και οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ εφαρμόζονται μόνον ως προς προϊόντα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά τον χρόνο θέσης σε ισχύ του μέτρου που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 και του άρθρου 9 παράγραφος 4, αντιστοίχως, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

2.   Αν έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός, και από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ζημία, η Επιτροπή αποφασίζει, ανεξάρτητα από το αν πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ, ποιο ποσοστό του προσωρινού δασμού πρέπει να εισπραχθεί οριστικά.

Εν προκειμένω, ο όρος «ζημία» δεν περιλαμβάνει την αισθητή καθυστέρηση της δημιουργίας ενωσιακής βιομηχανίας, ούτε τον κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής ζημίας, εκτός αν διαπιστώνεται ότι χωρίς τα προσωρινά μέτρα θα προκαλούνταν πράγματι σοβαρή ζημία. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, στις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη του παραπάνω κινδύνου ή η καθυστέρηση, τα ποσά που έχουν ενδεχομένως εισπραχθεί προσωρινώς αποδεσμεύονται, ενώ η επιβολή οριστικών δασμών επιτρέπεται μόνον από την ημερομηνία διατύπωσης τελικού συμπεράσματος για τον κίνδυνο ή την αισθητή καθυστέρηση.

3.   Αν ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ είναι υψηλότερος από τον προσωρινό δασμό, η διαφορά δεν εισπράττεται. Αν ο οριστικός δασμός είναι χαμηλότερος από τον προσωρινό δασμό, ο δασμός υπολογίζεται εκ νέου. Αν το τελικό συμπέρασμα είναι αποφατικό, ο προσωρινός δασμός δεν επικυρώνεται.

4.   Επιτρέπεται η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ως προς προϊόντα που ετέθησαν σε κατανάλωση το πολύ 90 ημέρες πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των προσωρινών μέτρων, αλλά όχι πριν από την έναρξη της έρευνας, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

οι εισαγωγές καταγράφηκαν συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5·

β)

η Επιτροπή έδωσε στους ενδιαφερόμενους εισαγωγείς την ευκαιρία να διατυπώσουν τυχόν παρατηρήσεις τους·

γ)

κατά το παρελθόν έχουν ασκηθεί πρακτικές ντάμπινγκ ως προς το συγκεκριμένο προϊόν επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή ο εισαγωγέας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την ύπαρξη του ντάμπινγκ, και συγκεκριμένα την έκταση του ντάμπινγκ και την εικονιζόμενη ή αποδεδειγμένη ζημία· και

δ)

πέραν από τον όγκο των εισαγωγών που προκάλεσαν ζημία κατά την περίοδο έρευνας, έχει σημειωθεί περαιτέρω σημαντική αύξηση των εισαγωγών, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου κατά τον οποίον πραγματοποιήθηκαν, του όγκου τους και των λοιπών περιστάσεων, είναι πιθανό να εξουδετερώσει σε μεγάλο βαθμό την επανορθωτική επίδραση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που πρόκειται να επιβληθεί.

5.   Σε περιπτώσεις παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης, είναι δυνατόν να επιβάλλονται οριστικοί δασμοί ως προς προϊόντα που ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία το πολύ 90 ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος των προσωρινών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι οι εισαγωγές καταγράφηκαν συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5 και ότι κάθε τέτοια εκτίμηση με αναδρομικό αποτέλεσμα δεν επιτρέπεται να αφορά τις εισαγωγές προϊόντων που ετέθησαν σε κατανάλωση πριν από την παραβίαση ή την ανάκληση της ανάληψης υποχρέωσης.

Άρθρο 11

Διάρκεια ισχύος, επανεξέταση και επιστροφές

1.   Κάθε μέτρο αντιντάμπινγκ παραμένει σε ισχύ μόνο για όσο χρόνο και στην έκταση που χρειάζεται για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.

2.   Κάθε οριστικό μέτρο αντιντάμπινγκ παύει να ισχύει πέντε έτη από την επιβολή του ή από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της πλέον πρόσφατης διαδικασίας επανεξέτασης η οποία κάλυψε τόσο το ντάμπινγκ, όσο και τη ζημία, εκτός αν η επανεξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τυχόν λήξη της ισχύος του μέτρου είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή στην επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Κάθε επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος ενός μέτρου αρχίζει με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή μετά από αίτηση που υποβάλλεται εκ μέρους ή για λογαριασμό των ενωσιακών παραγωγών, ενώ το μέτρο παραμένει σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η εν λόγω επανεξέταση.

Για να αρχίσει επανεξέταση ενόψει της λήξης της ισχύος των μέτρων, πρέπει η σχετική αίτηση να περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η λήξη ισχύος των μέτρων είναι πιθανόν να οδηγήσει στη συνέχιση ή την επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας. Η πιθανότητα αυτή μπορεί, παραδείγματος χάρη, να στηρίζεται σε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το ντάμπινγκ και η ζημία συνεχίζονται ή ότι η εξάλειψη της ζημίας οφείλεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ύπαρξη των μέτρων ή ότι η κατάσταση των εξαγωγέων ή οι συνθήκες που επικρατούν στην αγορά ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω άσκηση ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών βάσει της παρούσας παραγράφου, παρέχεται στους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς, τους εκπροσώπους της χώρας εξαγωγής και τους ενωσιακούς παραγωγούς η δυνατότητα να προβάλλουν περαιτέρω επιχειρήματα ή αντεπιχειρήματα ή να διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με τα θέματα που θίγονται στην αίτηση επανεξέτασης, ενώ για την εξαγωγή συμπερασμάτων λαμβάνονται καταλλήλως υπόψη όλα τα συναφή και δεόντως τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν υποβληθεί σχετικά με το αν τυχόν λήξη ισχύος μέτρων είναι ή όχι πιθανόν να οδηγήσει σε συνέχιση ή σε επανάληψη του ντάμπινγκ και της ζημίας.

Στο πλαίσιο εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, ανακοίνωση για την επικείμενη λήξη ισχύος του εκάστοτε μέτρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε ενδεδειγμένο χρόνο κατά το τελευταίο έτος της περιόδου εφαρμογής των μέτρων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα παράγραφο. Εν συνεχεία, οι ενωσιακοί παραγωγοί αποκτούν, το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου, το δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. Επίσης, δημοσιεύεται ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος των μέτρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

3.   Η ανάγκη διατήρησης σε ισχύ δεδομένου μέτρου είναι επίσης δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης, όταν κρίνεται δικαιολογημένη, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή, ακόμη, εφόσον έχει παρέλθει εύλογο χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους από την επιβολή του οριστικού μέτρου, μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαγωγέα ή εισαγωγέα ή των ενωσιακών παραγωγών, η οποία περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενδιάμεσης επανεξέτασης.

Ενδιάμεση επανεξέταση αρχίζει όταν η αίτηση περιέχει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η διατήρηση σε ισχύ του μέτρου δεν είναι πλέον απαραίτητη για την εξουδετέρωση του ντάμπινγκ και/ή ότι είναι απίθανο να συνεχισθεί ή να επαναληφθεί η ζημία σε περίπτωση άρσης ή διαφοροποίησης του μέτρου ή το υφιστάμενο μέτρο δεν αρκεί ή δεν αρκεί πλέον για την εξουδετέρωση των ζημιογόνων συνεπειών του ντάμπινγκ.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών δυνάμει της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή δύναται, μεταξύ άλλων, να εξετάζει κατά πόσον έχει σημειωθεί σημαντική μεταβολή των συνθηκών όσον αφορά το ντάμπινγκ και τη ζημία ή κατά πόσον με τα υφιστάμενα μέτρα επιτυγχάνονται τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα ως προς την εξάλειψη της ζημίας που έχει ήδη διαπιστωθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, για την εξαγωγή τελικού συμπεράσματος λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή και δεόντως τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία.

4.   Επανεξέταση διενεργείται επίσης προκειμένου να καθοριστούν χωριστά περιθώρια ντάμπινγκ για νέους εξαγωγείς στην οικεία χώρα εξαγωγής οι οποίοι δεν πραγματοποίησαν εξαγωγές του προϊόντος κατά την περίοδο έρευνας που ελήφθη ως βάση για την επιβολή των μέτρων.

Η επανεξέταση αρχίζει εφόσον ο νέος εξαγωγέας ή παραγωγός είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν συνδέεται με κανέναν από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς της χώρας εξαγωγής οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα αντιντάμπινγκ επί του προϊόντος και ότι πράγματι πραγματοποίησε εξαγωγές στην Ένωση μετά την περίοδο έρευνας ή εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει αναλάβει αμετάκλητη συμβατική υποχρέωση για την εξαγωγή σημαντικής ποσότητας στην Ένωση.

Επανεξέταση για κάποιον νέο εξαγωγέα κινείται και διεξάγεται με ταχεία διαδικασία, αφού παρασχεθεί στους ενωσιακούς παραγωγούς η δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ο κανονισμός της Επιτροπής για την έναρξη επανεξέτασης καταργεί τον ισχύοντα δασμό έναντι του οικείου νέου εξαγωγέα, μέσω της τροποποίησης του κανονισμού με τον οποίο επεβλήθη ο δασμός και της καταγραφής των εισαγωγών κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 5, προκειμένου να εξασφαλισθεί η δυνατότητα επιβολής δασμών αντιντάμπινγκ αναδρομικά από την ημερομηνία έναρξης της επανεξέτασης και τούτο σε περίπτωση που από την επανεξέταση προκύψει ότι ο συγκεκριμένος εξαγωγέας ασκεί πρακτικές ντάμπινγκ.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν ο δασμός έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 6.

5.   Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των παραγράφων 2, 3 και 4.

Οι επανεξετάσεις που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης της επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, οι επανεξετάσεις δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 15 μηνών από την έναρξή τους.

Οι επανεξετάσεις δυνάμει της παραγράφου 4 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία έναρξής τους.

Αν κινείται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2, ενώ παράλληλα διεξάγεται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3 στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, η επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3 περατώνεται εντός της ίδιας προθεσμίας με εκείνη για την επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2.

Αν η έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προθεσμιών που προσδιορίζονται στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, τα μέτρα:

παύουν να ισχύουν για έρευνες που διεξάγονται δυνάμει της παραγράφου 2,

παύουν να ισχύουν για έρευνες βάσει των παραγράφων 2 και 3 εκ παραλλήλου, είτε η έρευνα κατά την παράγραφο 2 άρχισε ενώ η επανεξέταση κατά την παράγραφο 3 συνεχιζόταν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας είτε οι έρευνες αυτές άρχισαν ταυτοχρόνως, ή

παραμένουν αμετάβλητα για έρευνες που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 3 και 4.

Ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος ή τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται τότε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.   Κάθε επανεξέταση βάσει του παρόντος άρθρου κινείται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή αποφασίζει αν θα αρχίσει επανεξετάσεις δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2. Η Επιτροπή ενημερώνει επίσης τα κράτη μέλη εφόσον ένας φορέας ή ένα κράτος μέλος έχει υποβάλει αίτηση που δικαιολογεί την έναρξη επανεξέτασης δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου και η Επιτροπή έχει ολοκληρώσει τη σχετική ανάλυσή της ή εφόσον η ίδια η Επιτροπή έχει αποφασίσει ότι πρέπει να επανεξεταστεί κατά πόσον η επιβολή μέτρων πρέπει να συνεχισθεί.

Όταν κρίνεται δικαιολογημένο μετά από σχετική επανεξέταση, τα μέτρα, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 15 παράγραφος 3, καταργούνται ή διατηρούνται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ή καταργούνται, διατηρούνται ή τροποποιούνται δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου.

Σε περίπτωση κατάργησης ενός μέτρου για μεμονωμένους εξαγωγείς αλλά όχι για τη χώρα στο σύνολό της, οι εξαγωγείς αυτοί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας, και είναι δυνατόν να διεξαχθεί αυτοδικαίως ως προς αυτούς νέα έρευνα στο πλαίσιο επανεξέτασης που θα διενεργηθεί ενδεχομένως μεταγενέστερα για τη συγκεκριμένη χώρα βάσει του παρόντος άρθρου.

7.   Όταν κατά τη λήξη της περιόδου εφαρμογής ενός μέτρου, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2, βρίσκεται σε εξέλιξη διαδικασία επανεξέτασης του μέτρου δυνάμει της παραγράφου 3, η επανεξέταση αυτή καλύπτει επίσης τις περιστάσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2.

8.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, ένας εισαγωγέας δύναται να ζητήσει την επιστροφή δασμών που έχουν ήδη εισπραχθεί, εφόσον αποδεικνύεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που ελήφθη ως βάση για την καταβολή των δασμών έχει εξαλειφθεί ή μειωθεί σε επίπεδο κατώτερο του ύψους του ισχύοντος δασμού.

Προκειμένου να ζητήσει την επιστροφή δασμών αντιντάμπινγκ, ο εισαγωγέας υποβάλλει σχετική αίτηση στην Επιτροπή. Η αίτηση υποβάλλεται μέσω του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου τα προϊόντα ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν με τον προβλεπόμενο τρόπο το ύψος των προς επιβολή οριστικών δασμών ή από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν πάραυτα την αίτηση στην Επιτροπή.

Μια αίτηση επιστροφής θεωρείται δεόντως τεκμηριωμένη βάσει αποδεικτικών στοιχείων μόνον όταν περιέχει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το ποσό της ζητούμενης επιστροφής δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και το σύνολο των τελωνειακών εγγράφων που αναφέρονται στον υπολογισμό και την καταβολή του εν λόγω ποσού. Επίσης, πρέπει να περιέχει αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να καλύπτουν αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα, σχετικά με τις κανονικές αξίες και τις τιμές εξαγωγής προς την Ένωση που ισχύουν για τον υποκείμενο στον δασμό εξαγωγέα ή παραγωγό. Στις περιπτώσεις που ο εισαγωγέας δεν συνδέεται με τον εκάστοτε εξαγωγέα ή παραγωγό και τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία δεν είναι δυνατό να διατεθούν αμέσως ή σε περίπτωση που ο εκάστοτε εξαγωγέας ή παραγωγός δεν είναι διατεθειμένος να τα καταστήσει γνωστά στον εισαγωγέα, η αίτηση πρέπει να διαλαμβάνει δήλωση του εξαγωγέα ή του παραγωγού στην οποία να αναφέρεται ότι το περιθώριο ντάμπινγκ έχει ελαττωθεί ή εξαλειφθεί, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την υποστήριξη της αίτησης πρόκειται να υποβληθούν στην Επιτροπή. Αν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία δεν υποβληθούν από τον εξαγωγέα ή τον παραγωγό εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η αίτηση απορρίπτεται.

Η Επιτροπή αποφασίζει αν και σε ποιο βαθμό πρέπει να κάνει δεκτή την αίτηση ή δύναται, ανά πάσα στιγμή, να αποφασίσει την έναρξη ενδιάμεσης επανεξέτασης, οπότε τα στοιχεία και τα πορίσματα που προκύπτουν από την επανεξέταση αυτή, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τις επανεξετάσεις αυτού του είδους, χρησιμοποιούνται για να κριθεί αν και σε ποιο βαθμό δικαιολογείται η επιστροφή. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη μόλις ολοκληρώσει την ανάλυση της αίτησης.

Κάθε επιστροφή δασμών πραγματοποιείται κατά κανόνα εντός δωδεκαμήνου και πάντως όχι μετά την παρέλευση 18 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εισαγωγέας του προϊόντος το οποίο αφορά ο επιβληθείς δασμός αντιντάμπινγκ υπέβαλε την αίτηση επιστροφής, τεκμηριώνοντάς τη με τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία.

Τα κράτη μέλη προβαίνουν κατά κανόνα στην καταβολή της εγκριθείσας επιστροφής εντός 90 ημερών από τη λήξη της απόφασης της Επιτροπής.

9.   Για όλες τις επανεξετάσεις και τις έρευνες που διεξάγονται για το θέμα της επιστροφής δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εφαρμόζει, υπό τον όρο ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή των συνθηκών, την ίδια μέθοδο που έχει εφαρμοσθεί και για την έρευνα που οδήγησε στην επιβολή του δασμού, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του άρθρου 2, και ιδιαίτερα των παραγράφων 11 και 12 του εν λόγω άρθρου, όπως επίσης των διατάξεων του άρθρου 17.

10.   Στο πλαίσιο κάθε έρευνας που διεξάγεται βάσει του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξετάζει την αξιοπιστία των τιμών εξαγωγής κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2. Εντούτοις, όταν αποφασίζεται η κατασκευή της τιμής εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9, η Επιτροπή υποχρεούται να υπολογίζει την τιμή εξαγωγής χωρίς να αφαιρεί το ποσό των καταβληθέντων δασμών αντιντάμπινγκ, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν υποβληθεί πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο δασμός αντανακλάται δεόντως στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης στην Ένωση.

Άρθρο 12

Απορρόφηση

1.   Αν ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλει, κανονικά εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος των μέτρων, επαρκείς πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι, μετά την αρχική περίοδο έρευνας και πριν από ή μετά την επιβολή των μέτρων, μειώθηκαν οι τιμές εξαγωγής ή ότι δεν υπήρξε μεταβολή των τιμών ή επαρκής μεταβολή των τιμών μεταπώλησης ή των τιμών πώλησης του εισαγόμενου προϊόντος στην Ένωση, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει εκ νέου την έρευνα, για να εξεταστεί αν τα μέτρα επηρέασαν τις προαναφερθείσες τιμές. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη μόλις ένα ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλει επαρκή στοιχεία που αιτιολογούν την επανέναρξη έρευνας και η Επιτροπή ολοκληρώσει τη σχετική της ανάλυση.

Η έρευνα μπορεί επίσης να κινηθεί εκ νέου, υπό τους όρους που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους.

2.   Όταν διεξάγεται εκ νέου έρευνα βάσει του παρόντος άρθρου, παρέχεται στους εξαγωγείς, τους εισαγωγείς και τους ενωσιακούς παραγωγούς η δυνατότητα να διευκρινίσουν τα δεδομένα που αναφέρονται στις τιμές μεταπώλησης και στις μεταγενέστερες τιμές πώλησης. Σε περίπτωση που συμπεραίνεται ότι το μέτρο έπρεπε να είχε προκαλέσει μεταβολή των εν λόγω τιμών, ούτως ώστε να εξαλειφθεί η ζημία που είχε ήδη προσδιορισθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, τότε οι τιμές εξαγωγής επανεκτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 2, ενώ τα περιθώρια ντάμπινγκ υπολογίζονται εκ νέου προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη τις τιμές εξαγωγής που προκύπτουν από την επανεκτίμηση. Σε περίπτωση που συμπεραίνεται ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 12 παράγραφος 1 λόγω μείωσης των τιμών εξαγωγής που σημειώθηκε μετά την αρχική περίοδο έρευνας και πριν από ή μετά την επιβολή των μέτρων, τα περιθώρια του ντάμπινγκ μπορούν να υπολογιστούν εκ νέου για να ληφθούν υπόψη αυτές οι χαμηλότερες τιμές εξαγωγής.

3.   Αν από τη διεξαχθείσα, βάσει του παρόντος άρθρου, νέα έρευνα προκύψει αύξηση του ντάμπινγκ, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει τα ισχύοντα μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3, ώστε αυτά να εκφράζουν τα νέα πορίσματα για τις τιμές εξαγωγής. Το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του δασμού που είχε επιβληθεί αρχικά.

4.   Για κάθε έρευνα που διενεργείται εκ νέου βάσει του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 5 και 6, με την εξαίρεση ότι οι επανεξετάσεις αυτού του είδους διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έναρξης της εκ νέου έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, αυτές οι εκ νέου έρευνες περατώνονται οπωσδήποτε εντός εννέα μηνών από την έναρξη της έρευνας.

Αν η εκ νέου έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προθεσμιών που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο, τα μέτρα διατηρούνται ως έχουν. Ανακοίνωση για τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Τυχόν ισχυρισμοί περί μεταβολών της κανονικής αξίας λαμβάνονται τότε μόνον υπόψη, βάσει του παρόντος άρθρου, όταν εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση για την έναρξη έρευνας προσκομίζονται στην Επιτροπή πλήρη στοιχεία τα οποία αναφέρονται στις αναθεωρημένες κανονικές αξίες και συνοδεύονται από τη δέουσα τεκμηρίωση. Όταν η έρευνα περιλαμβάνει επανεξέταση των κανονικών αξιών, οι εισαγωγές είναι δυνατό να καταγράφονται συμφώνως προς το άρθρο 14 παράγραφος 5 μέχρις ότου ολοκληρωθεί εκ νέου η έρευνα.

Άρθρο 13

Καταστρατήγηση

1.   Οι δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι, ή έναντι των εισαγωγών του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ή έναντι μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων.

Δασμοί αντιντάμπινγκ όχι υψηλότεροι από τους υπολειπόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από εταιρείες που επωφελούνται από ατομικούς δασμούς στις χώρες που υπόκεινται στα μέτρα όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων.

Με τον όρο καταστρατήγηση νοείται κάθε μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της Ένωσης ή μεταξύ ατομικών εταιρειών στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και της Ένωσης, η οποία απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, ενώ παράλληλα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για ζημία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές και/ή τις ποσότητες του ομοειδούς προϊόντος και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ασκείται πρακτική ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν, αν χρειαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.

Η πρακτική, διαδικασία ή εργασία που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

α)

την ελαφρά τροποποίηση του υπό εξέταση προϊόντος για να μπορεί να υπαχθεί σε τελωνειακούς κωδικούς που κανονικά δεν υπόκεινται στα μέτρα υπό τον όρο ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά του·

β)

την αποστολή του προϊόντος που υπόκειται στα μέτρα μέσω τρίτων χωρών·

γ)

την αναδιοργάνωση από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς των τρόπων και κυκλωμάτων των πωλήσεών τους στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ούτως ώστε να μπορούν ενδεχομένως να εξάγουν τα προϊόντα τους στην Ένωση μέσω παραγωγών που επωφελούνται από ατομικό συντελεστή δασμού χαμηλότερο από τον συντελεστή που εφαρμόζεται στα προϊόντα των κατασκευαστών ·

δ)

υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται παράγραφο 2, τη συναρμολόγηση μερών από δράση συναρμολόγησης στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα.

2.   Μια συναρμολόγηση στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα γίνεται δεκτό ότι καταστρατηγεί τα ισχύοντα μέτρα όταν:

α)

η συναρμολόγηση άρχισε ή αυξήθηκε σημαντικά από την έναρξη της έρευνας αντιντάμπινγκ ή αμέσως πριν από αυτήν, και τα χρησιμοποιούμενα μέρη προέρχονται από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα· και

β)

τα μέρη αντιπροσωπεύουν ποσοστό 60 % τουλάχιστον της συνολικής αξίας των μερών του συναρμολογημένου προϊόντος, αν και σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι υπάρχει καταστρατήγηση, αν η προστιθέμενη αξία των μερών που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναρμολόγησης ή συμπλήρωσης υπερβαίνει το 25 % του κόστους κατασκευής· και

γ)

οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές και/ή τις ποσότητες του συναρμολογημένου ομοειδούς προϊόντος εξουδετερώνονται και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν.

3.   Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1. Η έρευνα κινείται με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον μπορεί επιπλέον να καλούνται οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη εφόσον ένα ενδιαφερόμενο μέρος ή ένα κράτος μέλος έχει υποβάλει αίτηση που δικαιολογεί την έναρξη έρευνας και η Επιτροπή έχει ολοκληρώσει τη σχετική ανάλυσή της ή εφόσον η ίδια η Επιτροπή έχει αποφασίσει ότι πρέπει να κινηθεί έρευνα.

Οι έρευνες διεξάγονται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή μπορεί να επικουρείται από τελωνειακές αρχές, η δε έρευνα ολοκληρώνεται εντός εννέα μηνών.

Όταν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν εξακριβωθεί τελικώς, δικαιολογούν την επέκταση της ισχύος των μέτρων, αυτή αποφασίζεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 15 παράγραφος 3. Η επέκταση τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκε η υποχρέωση καταγραφής δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή από την ημερομηνία που απαιτήθηκε η παροχή εγγύησης. Οι σχετικές διαδικαστικές διατάξεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό για την έναρξη και τη διεξαγωγή ερευνών εφαρμόζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

4.   Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή σε μέτρα όταν διατίθενται στο εμπόριο από εταιρείες στις οποίες έχουν χορηγηθεί απαλλαγές.

Οι αιτήσεις για απαλλαγές δεόντως τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία υποβάλλονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στον κανονισμό της Επιτροπής για την έναρξη της έρευνας.

Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εκτός της Ένωσης, χορηγούνται απαλλαγές στους παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με κανέναν παραγωγό που υπόκειται σε μέτρα και για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία καταστρατήγησης εντός της Ένωσης, χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα.

Αυτές οι απαλλαγές χορηγούνται με απόφαση της Επιτροπής και ισχύουν για την περίοδο και υπό τους όρους που προβλέπει η εν λόγω απόφαση. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη μόλις ολοκληρώσει την ανάλυσή της.

Αν πληρούνται οι όροι που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, μπορούν επίσης να χορηγηθούν απαλλαγές μετά την περάτωση της έρευνας που οδήγησε στην επέκταση των μέτρων.

Υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος από την επέκταση των μέτρων, και στην περίπτωση που είναι σημαντικός ο αριθμός των μερών που ζητούν ή ενδέχεται να ζητήσουν απαλλαγή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει επανεξέταση της επέκτασης των μέτρων. Μια τέτοια επανεξέταση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 5, όπως εφαρμόζεται στις επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3.

5.   Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν αποκλείει την κανονική εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 14

Γενικές διατάξεις

1.   Οι δασμοί αντιντάμπινγκ, προσωρινοί ή οριστικοί, επιβάλλονται με κανονισμό και εισπράττονται από τα κράτη μέλη υπό τη μορφή, στο ύψος και με βάση τα λοιπά κριτήρια που προβλέπει ο κανονισμός με τον οποίο επιβάλλονται οι δασμοί. Επίσης οι δασμοί αντιντάμπινγκ εισπράττονται ανεξάρτητα από τους τελωνειακούς δασμούς, τους φόρους και τις λοιπές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται συνήθως στις εισαγωγές.

Κανένα προϊόν δεν υπόκειται ταυτόχρονα σε δασμούς αντιντάμπινγκ και σε αντισταθμιστικούς δασμούς για την αντιμετώπιση των συνεπειών μιας και της αυτής κατάστασης, η οποία είναι αποτέλεσμα πρακτικής ντάμπινγκ ή επιδότησης των εξαγωγών.

2.   Οι κανονισμοί για την επιβολή προσωρινών ή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ, καθώς και οι κανονισμοί και οι αποφάσεις για την αποδοχή αναλήψεων υποχρεώσεων ή την περάτωση ερευνών ή διαδικασιών δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι εν λόγω κανονισμοί και αποφάσεις περιέχουν, μεταξύ άλλων, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, τα ονόματα των εμπλεκόμενων εξαγωγέων, αν αυτό είναι πρακτικώς δυνατό, ή χωρών, περιγραφή του οικείου προϊόντος, καθώς και περίληψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού επί των οποίων στηρίζονται τα συμπεράσματα για το ντάμπινγκ και τη ζημία. Σε κάθε περίπτωση, αντίγραφο του κανονισμού ή της απόφασης αποστέλλεται στα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ' αναλογία και για τις επανεξετάσεις.

3.   Βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατό να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τον κοινό ορισμό της έννοιας της καταγωγής, όπως αυτός περιέχεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

4.   Για την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης, τα μέτρα που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατόν να ανασταλούν με απόφαση της Επιτροπής σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 2 για χρονικό διάστημα εννέα μηνών. Η Επιτροπή, ενεργώντας κατά τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 2, μπορεί να παρατείνει την αναστολή για επιπλέον χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Τα μέτρα μπορούν να ανασταλούν μόνο αν οι συνθήκες της αγοράς αλλάξουν προσωρινά σε βαθμό που καθίσταται απίθανη η επανάληψη της ζημίας συνεπεία της αναστολής και υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις, οι οποίες και συνεκτιμώνται. Τα μέτρα δύνανται ανά πάσα στιγμή να τεθούν εκ νέου σε ισχύ κατά τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 15 παράγραφος 2 εάν ο λόγος αναστολής δεν ισχύει πλέον.

5.   Η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, αφού ενημερώσει τα κράτη μέλη σε εύθετο χρόνο, να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες για την καταγραφή των εισαγωγών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μεταγενέστερη επιβολή μέτρων έναντι των εισαγωγών αυτών με ισχύ από την ημερομηνία καταγραφής τους. Οι εισαγωγές είναι δυνατό να καταγράφονται μετά από σχετική αίτηση της ενωσιακής βιομηχανίας η οποία να περιλαμβάνει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Η καταγραφή θεσπίζεται με κανονισμό ο οποίος διευκρινίζει το σκοπό της εν λόγω ενέργειας και, αν χρειάζεται, το υπολογιζόμενο ποσό στο οποίο θα ανέρχεται η ενδεχόμενη μελλοντική οφειλή. Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των εννέα μηνών.

6.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή σε μηνιαία βάση τα στοιχεία για το εισαγωγικό εμπόριο των προϊόντων σε σχέση με τα οποία διεξάγεται έρευνα ή έχουν επιβληθεί μέτρα, καθώς και για το ύψος των δασμών που εισπράττονται βάσει του παρόντος κανονισμού.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων. Ως προς αυτό, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφοι 3 και 4. Όλα τα στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη μέλη δυνάμει του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 6.

Άρθρο 15

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

4.   Όποτε γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.

5.   Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, όταν εφαρμόζεται η γραπτή διαδικασία για την έγκριση οριστικών μέτρων δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή για να ληφθεί απόφαση σχετικά με την έναρξη ή μη επανεξετάσεων ενόψει της λήξης ισχύος των μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω διαδικασία περατώνεται χωρίς αποτέλεσμα αν, εντός προθεσμίας που ορίζει ο πρόεδρος, το αποφασίσει ο πρόεδρος ή το ζητήσει η πλειοψηφία των μελών της επιτροπής, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Όταν εφαρμόζεται η γραπτή διαδικασία σε άλλες περιπτώσεις όπου το σχέδιο μέτρου έχει συζητηθεί στο πλαίσιο της επιτροπής, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα, όταν, εντός προθεσμίας που ορίζει ο πρόεδρος της επιτροπής, το αποφασίσει ο πρόεδρος ή το ζητήσουν τα μέλη της επιτροπής με απλή πλειοψηφία. Όταν εφαρμόζεται η γραπτή διαδικασία σε άλλες περιπτώσεις όπου το σχέδιο μέτρου δεν έχει συζητηθεί στο πλαίσιο της επιτροπής, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα, όταν, εντός προθεσμίας που ορίζει ο πρόεδρος της επιτροπής, το αποφασίσει ο πρόεδρος της ή το ζητήσει τουλάχιστον το ένα τέταρτο των μελών της επιτροπής.

6.   Η επιτροπή μπορεί να εξετάζει κάθε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής ή αιτήσεως κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν πληροφορίες και να ανταλλάσσουν απόψεις εντός της επιτροπής ή άμεσα με την Επιτροπή.

Άρθρο 16

Επιτόπιες επαληθεύσεις

1.   Η Επιτροπή, όποτε το κρίνει σκόπιμο, πραγματοποιεί επιτόπιες επαληθεύσεις προκειμένου να εξετάσει τα στοιχεία που τηρούν οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι έμποροι, οι αντιπρόσωποι, οι παραγωγοί και οι εμπορικές ενώσεις και οργανισμοί, και να επαληθεύσει τα στοιχεία που έχουν προσκομισθεί για το ντάμπινγκ και τη ζημία. Η Επιτροπή δύναται να επιλέξει να μην πραγματοποιήσει επιτόπια επαλήθευση, εφόσον δεν έχει παρασχεθεί προσήκουσα και εμπρόθεσμη απάντηση.

2.   Η Επιτροπή δύναται, όταν είναι αναγκαίο, να διενεργεί έρευνες σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζει τη συγκατάθεση των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων και επιπλέον ότι έχει ενημερώσει τους εκπροσώπους της κυβέρνησης της οικείας χώρας, χωρίς αυτή η τελευταία να διατυπώσει αντίρρηση για τη διενέργεια της έρευνας. Το συντομότερο δυνατό μετά την εξασφάλιση της συγκατάθεσης των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, η Επιτροπή οφείλει να γνωστοποιεί στις αρχές της χώρας εξαγωγής τις ονομασίες και τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων στις εγκαταστάσεις των οποίων πρόκειται να πραγματοποιηθεί επιτόπια επαλήθευση, καθώς και τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες.

3.   Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ενημερώνονται σχετικά με τον χαρακτήρα των στοιχείων που πρόκειται να επαληθευτούν κατά τη διάρκεια της επιτόπιας επαλήθευσης, καθώς και σχετικά με οποιοδήποτε επιπλέον στοιχείο που πρέπει να παρασχεθεί κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης αυτής, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να ζητούνται κατά τη διάρκεια της έρευνας περαιτέρω στοιχεία που κρίνονται χρήσιμα με βάση τις πληροφορίες που έχουν ήδη συγκεντρωθεί.

4.   Κατά τις επιτόπιες έρευνες που διενεργούνται βάσει των παραγράφων 1, 2 και 3, η Επιτροπή επικουρείται από αξιωματούχους των κρατών μελών που υποβάλλουν σχετικό αίτημα.

Άρθρο 17

Δειγματοληψίες

1.   Όταν είναι μεγάλος ο αριθμός των καταγγελλόντων, των εξαγωγέων ή των εισαγωγέων, των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται σε εύλογο αριθμό ενδιαφερόμενων μερών, προϊόντων ή συναλλαγών, με τη χρήση δειγματοληψιών που να ανταποκρίνονται στις αρχές της στατιστικής και λαμβάνοντας ως βάση τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά τον χρόνο της επιλογής· εναλλακτικά η έρευνα είναι δυνατό να περιορίζεται στον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων ή εξαγωγών, για τον οποίο μπορεί λογικά να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου.

2.   Η τελική επιλογή των ενδιαφερόμενων μερών των τύπων προϊόντος ή των συναλλαγών, η οποία πραγματοποιείται για τους σκοπούς των δειγματοληψιών κατ' εφαρμογή των παρουσών διατάξεων, γίνεται από την Επιτροπή, αν και είναι προτιμότερο να επιλέγεται το δείγμα κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και με τη συγκατάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέρη έχουν αναγγελθεί και προσκομίσει εντός τριών εβδομάδων από την έναρξη της έρευνας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να επιτρέπουν την επιλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος.

3.   Ακόμη και σε περιπτώσεις περιστολής του αντικειμένου της έρευνας κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου, είναι υποχρεωτικό να υπολογίζεται ξεχωριστό περιθώριο ντάμπινγκ για κάθε εξαγωγέα ή παραγωγό ο οποίος δεν συμπεριελήφθη στην αρχική επιλογή, αλλά ο οποίος υποβάλλει τις απαιτούμενες πληροφορίες εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός, εκτός αν ο αριθμός των εξαγωγέων ή των παραγωγών είναι τόσο μεγάλος, ώστε να καθίσταται υπερβολικά επαχθής η ατομική εξέταση των δεδομένων καθενός και να παρεμποδίζεται η έγκαιρη ολοκλήρωση της έρευνας.

4.   Όταν αποφασίζεται η διενέργεια δειγματοληψίας και υπάρχει κάποιος βαθμός άρνησης συνεργασίας εκ μέρους των επιλεγέντων ενδιαφερόμενων μερών, ο οποίος είναι πιθανό να επηρεάσει σημαντικά τα πορίσματα της έρευνας, επιτρέπεται η επιλογή νέου δείγματος.

Εντούτοις, αν εξακολουθεί να υφίσταται σημαντικός βαθμός άρνησης συνεργασίας ή δεν υπάρχει ο χρόνος που χρειάζεται για την επιλογή νέου δείγματος, εφαρμόζονται οι συναφείς διατάξεις του άρθρου 18.

Άρθρο 18

Άρνηση συνεργασίας

1.   Όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση σε απαραίτητες πληροφορίες ή γενικότερα δεν τις παρέχει εντός των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται προσωρινά ή τελικά συμπεράσματα, είτε καταφατικά είτε αποφατικά, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.

Όταν διαπιστώνεται ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις συνέπειες που επισύρει τυχόν άρνηση συνεργασίας.

2.   Η μη παροχή απάντησης υπό μηχανογραφημένη μορφή δεν θεωρείται ως άρνηση συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το οικείο ενδιαφερόμενο μέρος αποδεικνύει ότι η παρουσίαση της απάντησης υπό τη ζητούμενη μορφή θα καθίστατο επαχθέστερη ή θα συνεπαγόταν υπέρμετρο επιπρόσθετο κόστος.

3.   Αν οι πληροφορίες που προσκομίζει ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν είναι ενδεχομένως άρτιες από κάθε άποψη, λαμβάνονται οπωσδήποτε υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδεχόμενες ελλείψεις δεν είναι τέτοιες ώστε να δυσχεραίνουν υπέρμετρα τη συναγωγή συμπεράσματος με ικανοποιητική ακρίβεια και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πληροφορίες υποβάλλονται με τον δέοντα τρόπο και εγκαίρως, ότι είναι επαληθεύσιμες και ότι το οικείο μέρος έχει επιδείξει κάθε δυνατή επιμέλεια.

4.   Όταν δεν γίνονται δεκτά ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία ή ορισμένες πληροφορίες, το μέρος που τα έχει προσκομίσει πρέπει να ενημερώνεται πάραυτα σχετικά με τους λόγους της μη αποδοχής· επίσης πρέπει να του δίδεται η δυνατότητα να παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που οι εξηγήσεις αυτές δεν κριθούν ικανοποιητικές, πρέπει να καθίστανται γνωστοί οι λόγοι της απόρριψης των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ή πληροφοριών και να αναπτύσσονται στα δημοσιευόμενα πορίσματα.

5.   Σε περίπτωση που τα συμπεράσματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για το θέμα της κανονικής αξίας, στηρίζονται στην εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που περιέχονται στην καταγγελία, πρέπει, όποτε είναι εφικτό και τηρουμένων των προθεσμιών που ισχύουν για την έρευνα, να ελέγχονται με βάση στοιχεία προερχόμενα από άλλες, ανεξάρτητες πηγές, τα οποία ενδεχομένως είναι διαθέσιμα, όπως τιμοκαταλόγους, επίσημα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές και τελωνειακές στατιστικές ή στοιχεία που έχουν προσκομίσει άλλα ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έρευνα.

Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να περιέχουν, ενδεχομένως, στοιχεία σχετικά με την παγκόσμια αγορά ή άλλες αντιπροσωπευτικές αγορές.

6.   Αν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται να συνεργασθεί ή συνεργάζεται μεν, αλλά μόνον εν μέρει και με τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η πρόσβαση σε χρήσιμες πληροφορίες, το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκό για το εν λόγω μέρος από ό,τι θα ήταν αν είχε δεχθεί να συνεργασθεί.

Άρθρο 19

Εμπιστευτική μεταχείριση

1.   Οι αρχές, όταν υπάρχουν έγκυροι λόγοι, αντιμετωπίζουν ως εμπιστευτικού χαρακτήρα κάθε πληροφορία η οποία από τη φύση της έχει τέτοιο χαρακτήρα (παραδείγματος χάρη, επειδή η γνωστοποίησή της θα προσπόριζε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ανταγωνιστή ή θα είχε σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το πρόσωπο που έχει παράσχει την πληροφορία ή για το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την πληροφορία αυτός που την υποβάλλει) ή η οποία έχει υποβληθεί από κάποιο μέρος που μετέχει στην έρευνα με την επεξήγηση ότι πρόκειται για πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα.

2.   Τα ενδιαφερόμενα μέρη που προσκομίζουν εμπιστευτικές πληροφορίες υποχρεούνται να υποβάλλουν μη εμπιστευτικού χαρακτήρα περιλήψεις των πληροφοριών αυτών. Οι εν λόγω περιλήψεις είναι αρκούντως λεπτομερείς, ώστε να επιτρέπουν τη σε ικανοποιητικό βαθμό κατανόηση της ουσίας των γνωστοποιούμενων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα εν λόγω μέρη δύνανται να δηλώσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν είναι δυνατό να παρουσιασθεί σε περιληπτική μορφή. Στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις επισημαίνονται οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατή η περιληπτική παρουσίαση της πληροφορίας.

3.   Σε περίπτωση που κρίνεται ότι μια αίτηση τήρησης του απορρήτου είναι απορριπτέα και ο παρέχων την πληροφορία είτε δεν είναι διατεθειμένος να καταστήσει ευρύτερα γνωστή την πληροφορία είτε να επιτρέψει την κοινοποίησή της σε γενικόλογη ή περιληπτική μορφή, η πληροφορία αυτή είναι δυνατό να μη λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν αποδεικνύεται από έγκυρες πηγές ότι είναι ορθή. Οι αιτήσεις για την τήρηση του απορρήτου δεν πρέπει να απορρίπτονται αυθαίρετα.

4.   Το παρόν άρθρο δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στις αρχές της Ένωσης να αποκαλύπτουν πληροφορίες γενικού χαρακτήρα, και ιδίως τους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του παρόντος κανονισμού, ή να αποκαλύπτουν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχτηκαν οι αρχές της Ένωσης, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την επεξήγηση των λόγων αυτών κατά τις διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου. Κάθε αποκάλυψη αυτής της μορφής πρέπει να λαμβάνει υπόψη το έννομο συμφέρον των ενδιαφερόμενων μερών ώστε να μη διαρρέουν τα επιχειρηματικά τους απόρρητα.

5.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, καθώς και οι υπάλληλοί τους, δεν αποκαλύπτουν καμία από τις πληροφορίες που λαμβάνουν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χωρίς τη ρητή άδεια του προσώπου που έχει παράσχει την πληροφορία, αν το εν λόγω πρόσωπο έχει ζητήσει την εμπιστευτική της μεταχείριση. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, καθώς και όλα τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης που συντάσσουν οι αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών της, δεν αποκαλύπτονται, εκτός αν η αποκάλυψή τους προβλέπεται ρητά στον παρόντα κανονισμό.

6.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν.

Η παρούσα διάταξη δεν αποκλείει τη χρήση πληροφοριών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας με σκοπό να κινηθεί άλλη έρευνα εντός της ίδιας διαδικασίας όσον αφορά το οικείο προϊόν.

Άρθρο 20

Αποκάλυψη

1.   Οι καταγγέλλοντες, οι εισαγωγείς, οι εξαγωγείς, οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις και οι εκπρόσωποι της χώρας εξαγωγής δύνανται να ζητούν την αποκάλυψη αναλυτικών πληροφοριών για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και για το σκεπτικό επί τη βάσει των οποίων έχουν επιβληθεί προσωρινά μέτρα. Οι σχετικές αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς αμέσως μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, ενώ οι πληροφορίες πρέπει να κοινοποιούνται γραπτώς το συντομότερο δυνατό μετά την υποβολή της αίτησης.

2.   Τα μέρη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δύνανται να ζητούν την τελική αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού επί τη βάσει των οποίων πρόκειται να διατυπωθεί εισήγηση για την επιβολή οριστικών μέτρων ή για την περάτωση της έρευνας ή της διαδικασίας άνευ επιβολής μέτρων· εν προκειμένω, λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη γνωστοποίηση εκείνων των πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού που ενδεχομένως διαφέρουν από εκείνα που αποτέλεσαν τη βάση για την επιβολή των προσωρινών μέτρων.

3.   Οι αιτήσεις για την τελική αποκάλυψη στοιχείων, η οποία ορίζεται στην παράγραφο 2, αποστέλλονται γραπτώς στην Επιτροπή και παραλαμβάνονται, σε περιπτώσεις που έχει ήδη επιβληθεί προσωρινός δασμός, το αργότερο έναν μήνα μετά τη δημοσίευση της πράξης επιβολής του εν λόγω δασμού. Αν δεν έχει επιβληθεί προσωρινός δασμός, παρέχεται στα μέρη η δυνατότητα να ζητήσουν την τελική αποκάλυψη στοιχείων εντός προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή.

4.   Η τελική αποκάλυψη στοιχείων γίνεται γραπτώς. Λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, η τελική αποκάλυψη στοιχείων πρέπει να πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν και, καταρχήν, το αργότερο έναν μήνα πριν από την έναρξη των διαδικασιών που ορίζονται στο άρθρο 9. Αν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να γνωστοποιήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εκτιμήσεις τη δεδομένη στιγμή, οφείλει να το πραγματοποιήσει το συντομότερο δυνατόν στη συνέχεια.

Η αποκάλυψη αυτή δεν θίγει καμία μεταγενέστερη απόφαση την οποία ενδεχομένως λαμβάνει η Επιτροπή, αλλά αν η απόφαση αυτή στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και σε διαφορετικό σκεπτικό, αυτά πρέπει να γνωστοποιούνται το συντομότερο δυνατόν.

5.   Τυχόν παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων μετά την τελική αποκάλυψη στοιχείων λαμβάνονται υπόψη εφόσον παραληφθούν εντός προθεσμίας που ορίζει η Επιτροπή κατά περίπτωση, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των 10 ημερών, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα του θέματος. Μπορεί να οριστεί μικρότερη προθεσμία αν πρέπει να γίνει πρόσθετη τελική αποκάλυψη στοιχείων.

Άρθρο 21

Συμφέρον της Ένωσης

1.   Κάθε συμπέρασμα σχετικά με το κατά πόσον το συμφέρον της Ένωσης επιβάλλει παρέμβαση πρέπει να βασίζεται σε συνολική εκτίμηση όλων των ποικίλων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων της εγχώριας βιομηχανίας, των χρηστών και των καταναλωτών. Η διατύπωση οποιουδήποτε συμπεράσματος βάσει του παρόντος άρθρου είναι δυνατή μόνον εφόσον έχει παρασχεθεί σε όλα τα μέρη η δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, όπως προβλέπει η παράγραφος 2. Κατά την παραπάνω εξέταση, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην ανάγκη εξάλειψης των φαινομένων νόθευσης των συναλλαγών που προκαλούν οι επιζήμιες πρακτικές ντάμπινγκ και αποκατάστασης γνήσιου ανταγωνισμού. Τα μέτρα που έχουν προσδιορισθεί με βάση τις διαπιστώσεις για το ντάμπινγκ και τη ζημία είναι δυνατό να μην επιβάλλονται, σε περίπτωση που οι αρχές, με βάση όλες τις προσκομισθείσες πληροφορίες, καταλήγουν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η επιβολή των εν λόγω μέτρων δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της Ένωσης.

2.   Προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε οι αρχές να μπορούν να λάβουν υπόψη τους όλες τις απόψεις και όλα τα στοιχεία, πριν αποφασίσουν αν η επιβολή μέτρων εξυπηρετεί ή όχι το συμφέρον της Ένωσης, παρέχεται το δικαίωμα στους καταγγέλλοντες, στους εισαγωγείς και τις αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις και σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των χρηστών και των καταναλωτών να αναγγελθούν εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην ανακοίνωση για την έναρξη έρευνας αντιντάμπινγκ και να προσκομίσουν πληροφορίες στην Επιτροπή. Τα στοιχεία αυτά ή κατάλληλη περίληψη αυτών διατίθενται στα λοιπά μέρη που ορίζονται στο παρόν άρθρο, τα οποία έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν απόψεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα στοιχεία αυτά.

3.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει συμφώνως προς την παράγραφο 2 δύνανται να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση. Οι αιτήσεις ακρόασης γίνονται δεκτές, εφόσον έχουν υποβληθεί εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 και επιπλέον αναφέρουν τους ειδικούς λόγους για τους οποίους είναι επιβεβλημένη, από την άποψη του συμφέροντος της Ένωσης, η ακρόαση των μερών.

4.   Τα μέρη τα οποία έχουν ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δύνανται να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή τυχόν προσωρινών δασμών. Οι εν λόγω παρατηρήσεις, για να ληφθούν υπόψη, πρέπει να παραληφθούν εντός 25 ημερών από την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω μέτρων και πρέπει, ενδεχομένως με κατάλληλη περιληπτική μορφή, να ανακοινωθούν στα άλλα μέρη, τα οποία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν επ' αυτών.

5.   Η Επιτροπή εξετάζει όλες τις πληροφορίες που της έχουν προσηκόντως υποβληθεί, καθώς και τον βαθμό αντιπροσωπευτικότητάς τους, ενώ τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτής, μαζί με γνωμοδότηση για το βάσιμο των πληροφοριών αυτών, διαβιβάζονται στην επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 15 ως τμήμα του σχεδίου μέτρου που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 9. Οι απόψεις που εκφράζονται στην επιτροπή λαμβάνονται υπόψη από την Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

6.   Τα, μέρη τα οποία ενήργησαν σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορούν να ζητήσουν να τους δοθούν τα στοιχεία και την αιτιολογία επί των οποίων ενδέχεται να βασισθούν οι τελικές αποφάσεις. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται στο μέτρο του δυνατού και με την επιφύλαξη τυχόν μεταγενέστερης απόφασης της Επιτροπής.

7.   Μια πληροφορία λαμβάνεται υπόψη μόνον εφόσον θεμελιώνεται σε θετικά αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την αξιοπιστία της.

Άρθρο 22

Τελικές διατάξεις

Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει την εφαρμογή:

α)

οιουδήποτε ειδικού κανόνα που προβλέπεται στις συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών·

β)

των ενωσιακών κανονισμών στον γεωργικό τομέα ούτε των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1667/2006 (8), (ΕΚ) αριθ. 614/2009 (9) και (ΕΚ) αριθ. 1216/2009 (10). Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται ως συμπλήρωμα των προαναφερθέντων κανονισμών και κατά παρέκκλιση των διατάξεών τους που ενδεχομένως αποκλείουν την εφαρμογή δασμών αντιντάμπινγκ·

γ)

ειδικών μέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994.

Άρθρο 23

Έκθεση

1.   Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 19, η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή προσωρινών και οριστικών μέτρων, την περάτωση ερευνών χωρίς λήψη μέτρων, τις επανεξετάσεις και τους επιτόπιους ελέγχους και τις δραστηριότητες των διαφόρων οργάνων τα οποία είναι υπεύθυνα για την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και την τήρηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από αυτόν.

2.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί, εντός ενός μηνός από την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής, να καλέσει την Επιτροπή σε ειδική συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής του προκειμένου να παρουσιάσει και να διευκρινίσει τα οιαδήποτε θέματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3.   Το αργότερο έξι μήνες μετά την υποβολή της έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, η Επιτροπή δημοσιοποιεί την έκθεση αυτή.

Άρθρο 24

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 καταργείται.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

Άρθρο 25

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 8 Ιουνίου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

A.G. KOENDERS


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαΐου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2016.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51).

(3)  Βλέπε παράρτημα I.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(5)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 343 της 29.12.2015, σ. 558).

(6)  Συμπεριλαμβάνονται το Αζερμπαϊτζάν, η Αλβανία, η Αρμενία, η Βόρεια Κορέα, η Γεωργία, η Κιργιζία, η Λευκορωσία, η Μογγολία, η Μολδαβία, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν.

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1667/2006, της 7ης Νοεμβρίου 2006, περί της γλυκόζης και της λακτόζης (ΕΕ L 312 της 11.11.2006, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 614/2009 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2009, περί κοινού συστήματος εμπορίας για την ωοαλβουμίνη και τη γαλακτοαλβουμίνη (ΕΕ L 181 της 14.7.2009, σ. 8).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1216/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τον καθορισμό του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται για ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 328 της 15.12.2009, σ. 10).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51)

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 765/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 237 της 3.9.2012, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1168/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 344 της 14.12.2012, σ. 1)

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 37/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 18 της 21.1.2014, σ. 1)

Μόνο σημείο 22 του παραρτήματος


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1225/2009

Παρών κανονισμός

Άρθρα 1 έως 4

Άρθρα 1 έως 4

Άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 9

Άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 9

Άρθρο 5 παράγραφος 10 πρώτη περίοδος

Άρθρο 5 παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 10 δεύτερη και τρίτη περίοδος

Άρθρο 5 παράγραφος 10 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφοι 11 και 12

Άρθρο 5 παράγραφοι 11 και 12

Άρθρο 6 παράγραφος 1 πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 1 τέταρτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 3 πρώτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 3 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 3 τρίτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4 πρώτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 4 τρίτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 6 παράγραφος 6 πρώτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 6 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 6 τρίτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 6 τέταρτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 6 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 7 πρώτη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφος 7 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 6 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 6 παράγραφοι 8 και 9

Άρθρο 6 παράγραφοι 8 και 9

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτη περίοδος

Άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφοι 2 έως 5

Άρθρο 7 παράγραφοι 2 έως 5

Άρθρο 7 παράγραφος 7

Άρθρο 7 παράγραφος 6

Άρθρο 8 παράγραφος 1 πρώτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 1 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 1 τρίτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 2 τρίτη και τέταρτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 2 πέμπτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφοι 3, 4 και 5

Άρθρο 8 παράγραφοι 3, 4 και 5

Άρθρο 8 παράγραφος 6 πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 6 τρίτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφοι 7 και 8

Άρθρο 8 παράγραφοι 7 και 8

Άρθρο 8 παράγραφος 9 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 9 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο τρίτη περίοδος

Άρθρο 8 παράγραφος 9 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 8 παράγραφος 10

Άρθρο 8 παράγραφος 10

Άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 9 παράγραφος 4 πρώτη περίοδος

Άρθρο 9 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 4 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 9 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 5

Άρθρο 9 παράγραφος 5

Άρθρο 9 παράγραφος 6 πρώτη περίοδος

Άρθρο 9 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 6 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 9 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 παράγραφος 6 τρίτη περίοδος

Άρθρο 9 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2 πρώτη περίοδος

Άρθρο 10 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 10 παράγραφος 2 δεύτερη και τρίτη περίοδος

Άρθρο 10 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Article 10 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφος 4 εισαγωγική φράση

Άρθρο 10 παράγραφος 4 εισαγωγική φράση και άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο α)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο γ)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο β)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο δ)

Άρθρο 10 παράγραφος 5

Άρθρο 10 παράγραφος 5

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο δεύτερη και τρίτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο τέταρτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο πέμπτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 5 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 5 έκτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 6 πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 6 τέταρτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 6 πέμπτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 7

Άρθρο 11 παράγραφος 7

Άρθρο 11 παράγραφος 8 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 8 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 8 τέταρτο εδάφιο πρώτη και δεύτερη περίοδος

Article 11 παράγραφος 8 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 8 τέταρτο εδάφιο τρίτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 8 πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφος 8 τέταρτο εδάφιο τέταρτη περίοδος

Άρθρο 11 παράγραφος 8 έκτο εδάφιο

Άρθρο 11 παράγραφοι 9 και 10

Άρθρο 11 παράγραφοι 9 και 10

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τρίτη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 2 και 3

Άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο τρίτη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο τέταρτη περίοδος

Άρθρο 13 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 πέμπτο εδάφιο

Article 13 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 έκτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 4 έβδομο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 5

Άρθρο 13 παράγραφος 5

Άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 1 τρίτη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερη, τρίτη και τέταρτη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτη και δεύτερη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 4 τρίτη και τέταρτη περίοδος

Άρθρο 14 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφοι 5, 6 και 7

Άρθρο 14 παράγραφοι 5, 6 και 7

Άρθρα 15 και 16

Άρθρα 15 και 16

Άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 17 παράγραφος 4 πρώτη περίοδος

Άρθρο 17 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 17 παράγραφος 4 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 17 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 1 πρώτη περίοδος

Άρθρο 18 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφος 1 τρίτη περίοδος

Άρθρο 18 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 18 παράγραφοι 2 έως 6

Άρθρο 18 παράγραφοι 2 έως 6

Άρθρο 19 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 19 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 19 παράγραφος 6 πρώτη περίοδος

Άρθρο 19 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 19 παράγραφος 6 δεύτερη περίοδος

Άρθρο 19 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 20 παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 20 παράγραφος 4 πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίοδος

Άρθρο 20 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφος 4 τέταρτη περίοδος

Άρθρο 20 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 παράγραφος 5

Άρθρο 20 παράγραφος 5

Άρθρα 21 και 22

Άρθρα 21 και 22

Άρθρο 22α

Άρθρο 23

Άρθρο 23

Άρθρο 24

Άρθρο 24

Άρθρο 25

Παράρτημα I

Παράρτημα II

Παράρτημα I

Παράρτημα II


Top