EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013R1053

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2013 , σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν και την κατάργηση της απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής για την αξιολόγηση και την εφαρμογή της σύμβασης Σένγκεν

OJ L 295, 6.11.2013, p. 27–37 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/1053/oj

6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 295/27


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Οκτωβρίου 2013

σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν και την κατάργηση της απόφασης της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 σχετικά με τη σύσταση της μόνιμης επιτροπής για την αξιολόγηση και την εφαρμογή της σύμβασης Σένγκεν

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 70,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο χώρος Σένγκεν χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα στηρίζεται στην αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή από τα κράτη μέλη των συνοδευτικών μέτρων στους τομείς των εξωτερικών συνόρων, της πολιτικής θεωρήσεων, του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν, της προστασίας των δεδομένων, της αστυνομικής συνεργασίας, της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της πολιτικής κατά των ναρκωτικών.

(2)

Με την απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 (2) SCH/Com-ex (98) 26 def (καλούμενη εφεξής «απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998»), συστάθηκε μόνιμη επιτροπή για την αξιολόγηση και την εφαρμογή του Σένγκεν. Η μόνιμη επιτροπή ανέλαβε την εντολή, καταρχάς, να διαπιστώνει κατά πόσο πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα με υποψήφια χώρα και, κατά δεύτερο λόγο, να εξασφαλίζει ότι εφαρμόζεται ορθά το κεκτημένο του Σένγκεν από τα κράτη που ήδη το εφαρμόζουν πλήρως.

(3)

Είναι αναγκαίος ένας ειδικός μηχανισμός αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν λόγω της ανάγκης να εξασφαλίζονται υψηλού επιπέδου ενιαία πρότυπα κατά την πρακτική εφαρμογή του, καθώς και της ανάγκης να διατηρηθεί υψηλό επίπεδο αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών που αποτελούν τμήμα ενός χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα. Αυτός ο μηχανισμός θα πρέπει να στηριχθεί στη στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εν λόγω κρατών μελών.

(4)

Το πρόγραμμα της Χάγης (3) καλεί την Επιτροπή να υποβάλει, μόλις ολοκληρωθεί η εξάλειψη των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, πρόταση για τη συμπλήρωση του υφιστάμενου μηχανισμού αξιολόγησης Σένγκεν με εποπτικό μηχανισμό που θα διασφαλίζει την πλήρη συμμετοχή των εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, καθώς και αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις.

(5)

Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης (4) θεωρεί ότι η αξιολόγηση του χώρου Σένγκεν θα εξακολουθήσει να έχει καίρια σημασία και ότι συνεπώς θα πρέπει να βελτιωθεί μέσω της ενίσχυσης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου (5), στον τομέα αυτό.

(6)

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αναθεωρηθεί ο μηχανισμός αξιολόγησης που συστάθηκε με την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 και να καταργηθεί η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998.

(7)

Η πείρα που αποκτήθηκε από προηγούμενες αξιολογήσεις καταδεικνύει την ανάγκη να διατηρηθεί ένας συνεκτικός μηχανισμός αξιολόγησης που θα καλύπτει όλους τους τομείς του κεκτημένου του Σένγκεν εκτός από εκείνους για τους οποίους υφίσταται ήδη στο ενωσιακό δίκαιο ειδικός μηχανισμός αξιολόγησης.

(8)

Σύμφωνα με το άρθρο 70 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) τα κράτη μέλη, σε συνεργασία με την Επιτροπή, θα πρέπει να προβαίνουν σε αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση της εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Για να είναι αποτελεσματική, μια ορθή διαδικασία αξιολόγησης θα πρέπει να προβλέπει σωστή συνέχεια και παρακολούθηση των εκθέσεων αξιολόγησης που θα εξασφαλίζεται από την Επιτροπή.

(9)

Επιπλέον, για την καλύτερη αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αξιολόγησης, θα πρέπει να εξασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτό, ορισμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή και άλλες στο Συμβούλιο.

(10)

Οι αρμοδιότητες προετοιμασίας και σχεδιασμού των αξιολογήσεων, καθώς και η αρμοδιότητα έκδοσης εκθέσεων αξιολόγησης, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή. Κάποιες από τις εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (6). Βάσει των όρων του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο iii) του εν λόγω κανονισμού, για την έκδοση παρόμοιων πράξεων εφαρμόζεται η διαδικασία εξέτασης.

(11)

Προκειμένου να ενδυναμωθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, να διασφαλιστεί ο καλύτερος συντονισμός τους σε επίπεδο Ένωσης και να ενισχυθεί η πίεση μεταξύ των εταίρων, η εκτελεστική αρμοδιότητα έγκρισης των συστάσεων σχετικά με μέτρα αποκατάστασης που αποσκοπούν στην κάλυψη τυχόν ελλείψεων οι οποίες προσδιορίζονται στις εκθέσεις αξιολόγησης θα πρέπει να ανατεθεί στο Συμβούλιο. Αυτή η εκτελεστική αρμοδιότητα αντανακλά τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που ανατίθενται στο Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 70 ΣΛΕΕ, στο πεδίο της αμοιβαίας αξιολόγησης της εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης εντός του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Αντανακλά με σαφήνεια τη σκοπιμότητα ενός μηχανισμού αξιολόγησης βασισμένου σε αυτόν τον ειδικό κανόνα (lex specialis) που, στον συγκεκριμένο τομέα, και παράλληλα με τη γενική αρμοδιότητα της Επιτροπής να επιβλέπει την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω διαδικασιών επί παραβάσει, συνίσταται στην εκπλήρωση της συμπληρωματικής λειτουργίας παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας της πρακτικής εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης μέσω αξιολόγησης από ομοτίμους.

Επιπλέον, η εκτελεστική αρμοδιότητα που εκχωρείται στο Συμβούλιο συμβάλλει στην υλοποίηση της βούλησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως εκφράστηκε στα συμπεράσματα της 23ης και 24ης Ιουνίου 2011, τα οποία αναφέρουν ότι η συνεργασία στον χώρο Σένγκεν πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω με τη βελτίωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και ότι τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα να εγγυηθούν ότι όλοι οι κανόνες Σένγκεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά σύμφωνα με τα συμφωνημένα κοινά πρότυπα και τις θεμελιώδεις αρχές και κανόνες. Αυτή η εκτελεστική αρμοδιότητα συμβάλλει επίσης, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2012, στη βελτίωση της διακυβέρνησης του χώρου Σένγκεν μέσω πολιτικών συζητήσεων σε επίπεδο υπουργών για την ορθή λειτουργία του χώρου Σένγκεν, μεταξύ άλλων μέσω συζητήσεων σε καταστάσεις όπου έχουν εντοπιστεί σοβαρές ελλείψεις βάσει των εκθέσεων αξιολόγησης. Οι συζητήσεις αυτές, που διεξάγονται στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής η οποία αποτελείται από τα κράτη μέλη της ΕΕ και τα συνδεδεμένα κράτη Σένγκεν, θα πρέπει να συνδράμει το Συμβούλιο στη λήψη αποφάσεων εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων του, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία του χώρου Σένγκεν. Τέλος, για την εκχώρηση αυτής της εκτελεστικής αρμοδιότητας στο Συμβούλιο λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ενδεχομένως ευαίσθητη, από πολιτική άποψη, φύση των συστάσεων, οι οποίες συχνά άπτονται εθνικών εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.

(12)

Ο μηχανισμός αξιολόγησης θα πρέπει να καθορίζει διάφανους, αποτελεσματικούς και σαφείς κανόνες ως προς τη μεθοδολογία που θα πρέπει να εφαρμόζεται στις αξιολογήσεις, τη χρήση εμπειρογνωμόνων ανωτέρου επιπέδου για επιτόπιες επισκέψεις και τη συνέχεια που θα πρέπει να δίνεται στα πορίσματα των αξιολογήσεων. Εν προκειμένω, η μέθοδος θα πρέπει να προβλέπει απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις που θα συμπληρώνουν τις προαναγγελλόμενες επιτόπιες επισκέψεις, ιδίως όσον αφορά τους συνοριακούς ελέγχους και τις θεωρήσεις.

(13)

Ο μηχανισμός αξιολόγησης και παρακολούθησης θα πρέπει να καλύπτει όλο το φάσμα του κεκτημένου του Σένγκεν. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των συνόρων, ο μηχανισμός αξιολόγησης και παρακολούθησης θα πρέπει να καλύπτει αφενός την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα και αφετέρου την απουσία ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα.

(14)

Κατά την αξιολόγηση και παρακολούθηση θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν.

(15)

Η αξιολόγηση θα πρέπει να εγγυάται την εφαρμογή των κανόνων του Σένγκεν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές και κανόνες. Ως εκ τούτου, ο μηχανισμός αξιολόγησης θα πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο της σχετικής νομοθεσίας και των επιχειρησιακών δράσεων που συμβάλλουν στη λειτουργία ενός χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

(16)

Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της αξιοπιστίας του μηχανισμού αξιολόγησης, όλες οι αξιολογήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ορθή λειτουργία των αρχών οι οποίες εφαρμόζουν τα σχετικά μέρη του κεκτημένου του Σένγκεν. Αυτό θα ενισχύσει την ικανότητα του μηχανισμού αξιολόγησης να εγγυάται αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων Σένγκεν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές και κανόνες, όπως ζητείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του της 23ης και 24ης Ιουνίου 2011. Θα συνάδει με το αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που καθορίστηκε στα συμπεράσματά του της 1ης και 2ας Μαρτίου 2012, ο μηχανισμός αξιολόγησης να ρυθμίζει την απαιτούμενη λειτουργία των θεσμικών οργάνων που εμπλέκονται στην εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν.

(17)

Ο Frontex θα πρέπει να στηρίζει την εφαρμογή του μηχανισμού αξιολόγησης, κυρίως στον τομέα της ανάλυσης κινδύνου σχετικά με τα εξωτερικά σύνορα. Ο μηχανισμός αξιολόγησης θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να στηρίζεται στην εμπειρογνωμοσύνη που παρέχει ο Frontex σε ad hoc βάση για τη διεξαγωγή επιτόπιων επισκέψεων στα εξωτερικά σύνορα.

(18)

Άλλοι οργανισμοί, φορείς και υπηρεσίες της Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία (Ευρωπόλ), που συστάθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου (7), και η Eurojust, που συστάθηκε με την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (8), θα πρέπει, κατά περίπτωση, να στηρίζουν την εφαρμογή του μηχανισμού αξιολόγησης στους τομείς που καλύπτει η εντολή τους. Ο μηχανισμός αξιολόγησης θα πρέπει επίσης, κατά περίπτωση, να μπορεί να αξιοποιεί την εμπειρογνωμοσύνη των οργανισμών, φορέων ή υπηρεσιών της Ένωσης, όταν συμμετέχουν στη διεξαγωγή επιτόπιων επισκέψεων σχετικά με τομείς του κεκτημένου του Σένγκεν που εμπίπτουν στην εντολή τους. Για παράδειγμα αυτό θα πρέπει να ισχύει στην περίπτωση του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας των Δεδομένων σε ό,τι αφορά τις αξιολογήσεις της προστασίας δεδομένων, στις οποίες μπορεί επίσης να λαμβάνουν μέρος οι εθνικές αρχές προστασίας των δεδομένων.

(19)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εμπειρογνώμονες που διατίθενται για τις επιτόπιες επισκέψεις διαθέτουν την αναγκαία πείρα και έχουν εκπαιδευθεί ειδικά προς τον σκοπό αυτό, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Θα πρέπει να παρέχεται κατάλληλη επιμόρφωση από τους σχετικούς οργανισμούς, φορείς και υπηρεσίες της Ένωσης, όπως ο Frontex, και να διατίθενται πόροι στα κράτη μέλη για πρωτοβουλίες που στοχεύουν σε ειδική επιμόρφωση στον τομέα της αξιολόγησης του κεκτημένου του Σένγκεν από τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά μέσα της Ένωσης και την εξέλιξη αυτών των μέσων.

(20)

Δεδομένου ότι η τελευταία περίοδος του άρθρου 70 ΣΛΕΕ αναθέτει ιδιαίτερο ρόλο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια, όπως υπογραμμίζεται στο άρθρο 12 στοιχείο γ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) σχετικά με τα εθνικά κοινοβούλια, είναι ανάγκη να προβλεφθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια θα ενημερώνονται πλήρως από το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης. Επιπλέον, σε περίπτωση που η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 7 στοιχείο η) του εσωτερικού του κανονισμού, να διαβουλευθεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να ληφθεί υπόψη η γνώμη του στον μέγιστο δυνατό βαθμό προτού εκδοθεί η τελική πράξη.

(21)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο έχει προσαρτηθεί στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και, συνεπώς, δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αναπτύσσει το κεκτημένο του Σένγκεν, η Δανία πρέπει να αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, εντός έξι μηνών αφότου το Συμβούλιο αποφασίσει σχετικά με τον παρόντα κανονισμό, αν θα τον μεταφέρει ή όχι στο εθνικό της δίκαιο.

(22)

Το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετέχει στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 19 σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με το άρθρο 8 παράγραφος 2 της απόφασης 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (9).

(23)

Η Ιρλανδία συμμετέχει στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 19 σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με το άρθρο 6 παράγραφος 2 της απόφασης 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (10).

(24)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν (11), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (12) σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.

(25)

Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (13), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (14).

(26)

Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (15), οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου (16).

(27)

Δεδομένου ότι, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, είχε ήδη αρχίσει η αξιολόγηση της Κύπρου βάσει της απόφασης της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, ο παρών κανονισμός δεν θα εφαρμοστεί για την Κύπρο έως την 1η Ιανουαρίου 2016.

(28)

Δεδομένου ότι η επαλήθευση σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες αξιολόγησης Σένγκεν σχετικά με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία έχει ήδη ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης του 2005, η επαλήθευση δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού δεν θα διεξαχθεί όσον αφορά τα εν λόγω κράτη μέλη.

(29)

Οι εμπειρογνώμονες από την Κύπρο, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία θα πρέπει πάντως να συμμετέχουν στην αξιολόγηση όλων των μερών του κεκτημένου του Σένγκεν,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στόχος και πεδίο εφαρμογής

1.   Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζεται μηχανισμός αξιολόγησης και παρακολούθησης που εξυπηρετεί τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν στα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζεται πλήρως, καθώς και στα κράτη μέλη στα οποία, σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρωτόκολλα που προσαρτώνται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, το κεκτημένο του Σένγκεν εφαρμόζεται εν μέρει·

β)

την επαλήθευση ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή όλων των σχετικών μερών του κεκτημένου του Σένγκεν στα κράτη μέλη για τα οποία το Συμβούλιο δεν έχει λάβει απόφαση ότι πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως ή εν μέρει οι διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, εξαιρουμένων των κρατών μελών των οποίων η αξιολόγηση θα έχει ήδη ολοκληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

2.   Η επαλήθευση που προβλέπεται στο στοιχείο β) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν θίγει το άρθρο 23 δεύτερο εδάφιο όσον αφορά τα κράτη μέλη στα οποία οι διαδικασίες αξιολόγησης έχουν ήδη αρχίσει στις 26 Νοεμβρίου 2013.

3.   Οι εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη τα οποία, σύμφωνα με την οικεία πράξη προσχώρησης, δεν εφαρμόζουν ακόμη πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν, συμμετέχουν πάντως στην αξιολόγηση όλων των μερών του κεκτημένου του Σένγκεν.

Άρθρο 2

Ορισμός

Για τον σκοπό του παρόντος κανονισμού, ως «κεκτημένο του Σένγκεν» νοούνται οι διατάξεις που έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ένωσης σύμφωνα με το πρωτόκολλο αριθ. 19 που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, καθώς και οι πράξεις που τις αναπτύσσουν ή άλλως συνδέονται με αυτές.

Άρθρο 3

Αρμοδιότητες

1.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή είναι από κοινού αρμόδιοι για την εφαρμογή του μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης, όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, με την υποστήριξη των οργανισμών, φορέων και υπηρεσιών της Ένωσης που συμμετέχουν στην εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν.

2.   Η Επιτροπή αναλαμβάνει γενικό συντονιστικό ρόλο όσον αφορά τη θέσπιση ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων αξιολόγησης, τη σύνταξη ερωτηματολογίων και τον καθορισμό χρονοδιαγραμμάτων, τη διεξαγωγή επισκέψεων και την εκπόνηση εκθέσεων αξιολόγησης και σχετικών συστάσεων. Εξασφαλίζει επίσης την παρακολούθηση και τον έλεγχο των εκθέσεων αξιολόγησης και των συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16.

3.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται πλήρως σε όλα τα στάδια των αξιολογήσεων, ούτως ώστε να εκτελούν τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 4

Αξιολογήσεις

1.   Οι αξιολογήσεις μπορούν να καλύπτουν όλο το φάσμα του κεκτημένου του Σένγκεν, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής και αποδοτικής εφαρμογής από τα κράτη μέλη των συνοδευτικών μέτρων στους τομείς των εξωτερικών συνόρων, της πολιτικής των θεωρήσεων, του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν, της προστασίας των δεδομένων, της αστυνομικής συνεργασίας, της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, καθώς και της απουσίας ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα. Όλες οι αξιολογήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη λειτουργία των αρχών οι οποίες εφαρμόζουν τα σχετικά μέρη του κεκτημένου του Σένγκεν, όπως καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

2.   Οι αξιολογήσεις μπορεί να συνίστανται σε ερωτηματολόγια και σε επιτόπιες επισκέψεις, προαναγγελλόμενες ή απροειδοποίητες. Των προαναγγελλόμενων επιτόπιων επισκέψεων προηγείται ερωτηματολόγιο. Οι επιτόπιες επισκέψεις και τα ερωτηματολόγια μπορούν, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούνται ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό για την αξιολόγηση συγκεκριμένων κρατών μελών και/ή συγκεκριμένων τομέων.

3.   Τόσο τα ερωτηματολόγια όσο και οι επιτόπιες επισκέψεις μπορούν να συμπληρώνονται από παρουσιάσεις του τομέα που καλύπτει η αξιολόγηση από το αξιολογούμενο κράτος μέλος.

Άρθρο 5

Πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης

1.   Η Επιτροπή καταρτίζει πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης που καλύπτει περίοδο πέντε ετών, κατά περίπτωση κατόπιν διαβούλευσης με τον Frontex και την Ευρωπόλ, το αργότερο έξι μήνες πριν από την έναρξη της επόμενης πενταετούς περιόδου. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. Η Επιτροπή διαβιβάζει το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2.   Κάθε κράτος μέλος αξιολογείται κατά τη διάρκεια κάθε πενταετούς περιόδου που καλύπτει το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης. Το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης αναφέρει τη σειρά των κρατών μελών που θα αξιολογούνται κάθε έτος. Η σειρά αξιολόγησης των κρατών μελών λαμβάνει υπόψη το χρόνο που έχει παρέλθει από την προηγούμενη αξιολόγηση και την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων μερών του κεκτημένου του Σένγκεν που αξιολογούνται.

3.   Το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης μπορεί να προσαρμοστεί, αν υπάρχει ανάγκη, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.   Το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης μπορεί να περιλαμβάνει παραπομπές σε θεματικές αξιολογήσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β).

5.   Το πρώτο πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης καταρτίζεται έως τις 27ης Μαΐου 2014. Η ημερομηνία έναρξης του εν λόγω προγράμματος είναι η 27ης Νοεμβρίου 2014 και η ημερομηνία λήξης η 31ης Δεκεμβρίου 2019.

Άρθρο 6

Ετήσιο πρόγραμμα αξιολόγησης

1.   Η Επιτροπή καταρτίζει ετήσιο πρόγραμμα αξιολόγησης έως τις 31 Οκτωβρίου του έτους που προηγείται εκείνου το οποίο αφορά το πρόγραμμα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις αναλύσεις κινδύνων που παρέχει ο Frontex, σύμφωνα με το άρθρο 7 και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που παρέχονται από την Ευρωπόλ και άλλους οργανισμούς, φορείς και υπηρεσίες της Ένωσης, σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 8.

Το ετήσιο πρόγραμμα αξιολόγησης περιέχει προτάσεις για την αξιολόγηση:

α)

της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν ή μερών αυτού από ένα κράτος μέλος, όπως ορίζεται στο πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης και

β)

κατά περίπτωση, της εφαρμογής συγκεκριμένων μερών του κεκτημένου του Σένγκεν σε διάφορα κράτη μέλη (π.χ. θεματικές αξιολογήσεις).

2.   Η Επιτροπή καταρτίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το πρώτο τμήμα του ετήσιου προγράμματος αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένου του προσωρινού χρονοδιαγράμματος των επιτόπιων επισκέψεων. Το εν λόγω τμήμα απαριθμεί τα κράτη μέλη που θα αξιολογηθούν κατά το επόμενο έτος σύμφωνα με το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης, τους τομείς που θα αξιολογηθούν και τις επιτόπιες επισκέψεις. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. Η Επιτροπή διαβιβάζει το ετήσιο πρόγραμμα αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει σχέδιο του δεύτερου τμήματος του ετήσιου προγράμματος αξιολόγησης και το εγκρίνει. Το εν λόγω τμήμα περιλαμβάνει κατάλογο των απροειδοποίητων επιτόπιων επισκέψεων που θα διεξαχθούν κατά το επόμενο έτος. Θεωρείται εμπιστευτικό και δεν ανακοινώνεται.

4.   Το ετήσιο πρόγραμμα αξιολόγησης μπορεί να αναπροσαρμοστεί, αν υπάρχει ανάγκη, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

5.   Το πρώτο πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης καταρτίζεται έως τις 27ης Μαΐου 2014. Η ημερομηνία έναρξης του εν λόγω προγράμματος είναι η 27ης Νοεμβρίου 2014 και η ημερομηνία λήξης η 31ης Δεκεμβρίου 2014.

Άρθρο 7

Αναλύσεις κινδύνων του Frontex

1.   Μέχρι τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, ο Frontex υποβάλλει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη ανάλυση κινδύνων σύμφωνα με την εντολή του. Η εν λόγω ανάλυση κινδύνων λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την παράνομη μετανάστευση και τις σημαντικές αλλαγές στο επιχειρησιακό περιβάλλον στα εξωτερικά σύνορα και περιλαμβάνει συστάσεις για τις προτεραιότητες αξιολόγησης κατά το επόμενο έτος. Οι συστάσεις αναφέρονται σε συγκεκριμένα τμήματα των εξωτερικών συνόρων και σε συγκεκριμένα σημεία διέλευσης των συνόρων που θα πρέπει να αξιολογηθούν κατά το επόμενο έτος στο πλαίσιο του πολυετούς προγράμματος αξιολόγησης. Η Επιτροπή διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την εν λόγω ανάλυση κινδύνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

2.   Μέχρι τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, ο Frontex υποβάλλει στην Επιτροπή χωριστή ανάλυση κινδύνων η οποία είναι διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και περιλαμβάνει συστάσεις για τις προτεραιότητες αξιολόγησης που θα πραγματοποιηθούν με απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις κατά το επόμενο έτος, ανεξαρτήτως της σειράς των κρατών μελών τα οποία θα αξιολογηθούν κάθε έτος κατά το πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2. Οι εν λόγω συστάσεις μπορεί να αφορούν οποιαδήποτε περιοχή ή συγκεκριμένη περιφέρεια και περιλαμβάνουν τουλάχιστον δέκα συγκεκριμένα τμήματα των εξωτερικών συνόρων και τουλάχιστον δέκα συγκεκριμένα σημεία διέλευσης των συνόρων. Η Επιτροπή δύναται ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από τον Frontex να της υποβάλει ανάλυση κινδύνων, διατυπώνοντας συστάσεις για αξιολογήσεις που θα πραγματοποιηθούν με αιφνιδιαστικές επιτόπιες επισκέψεις.

3.   Οι αναλύσεις κινδύνων, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 και θα παράσχει ο Frontex, υποβάλλονται την πρώτη φορά στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 27ης Φεβρουαρίου 2014.

Άρθρο 8

Αναλύσεις κινδύνων από οργανισμούς, φορείς και υπηρεσίες της Ένωσης πέραν του Frontex

Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή ζητά από οργανισμούς, φορείς και υπηρεσίες της Ένωσης πέραν του Frontex, που συμμετέχουν στην υλοποίηση του κεκτημένου του Σένγκεν, να προβούν σε αναλύσεις κινδύνων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα, στον βαθμό που η διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα ενδεχομένως υπονομεύουν την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν από τα κράτη μέλη. Οι εν λόγω αναλύσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην κατάρτιση των ετήσιων προγραμμάτων αξιολόγησης.

Άρθρο 9

Ερωτηματολόγιο

1.   Η Επιτροπή, μέσω εκτελεστικών πράξεων, καταρτίζει και επικαιροποιεί σχέδιο τυποποιημένου ερωτηματολογίου σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Μπορεί να ζητείται η γνώμη του Frontex και της Ευρωπόλ για το σχέδιο τυποποιημένου ερωτηματολογίου. Το τυποποιημένο ερωτηματολόγιο καλύπτει τη σχετική νομοθεσία, τις κοινώς συμφωνηθείσες συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές, ιδίως σύμφωνα με τους καταλόγους Σένγκεν, και τα οργανωτικά και τεχνικά μέσα που προβλέπονται για την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν, καθώς και τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα για κάθε τομέα της αξιολόγησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2.

2.   Έως την 1η Ιουλίου κάθε έτους, η Επιτροπή αποστέλλει το τυποποιημένο ερωτηματολόγιο σε εκείνα τα κράτη μέλη που θα αξιολογηθούν κατά το επόμενο έτος. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή τις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο εντός οκτώ εβδομάδων από τη διαβίβασή του. Η Επιτροπή καθιστά τις απαντήσεις γνωστές στα άλλα κράτη μέλη και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις απαντήσεις. Αν ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ιδίως λόγω της σοβαρότητας του ζητήματος, η Επιτροπή, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες σχετικά με τις σχέσεις ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, ενημερώνει επίσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το περιεχόμενο συγκεκριμένης απάντησης.

Άρθρο 10

Ομάδες υπεύθυνες για τις επιτόπιες επισκέψεις

1.   Η ομάδα που είναι υπεύθυνη για τις επιτόπιες επισκέψεις («επιτόπια ομάδα») απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες διορισμένους από τα κράτη μέλη και από αντιπροσώπους της Επιτροπής.

2.   Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να διορίσουν εμπειρογνώμονες που είναι διαθέσιμοι να συμμετάσχουν στις αντίστοιχες επιτόπιες επισκέψεις, επισημαίνοντας τον τομέα εμπειρογνωμοσύνης τους.

Όσον αφορά τις προαναγγελλόμενες επιτόπιες επισκέψεις, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να διορίσουν εμπειρογνώμονες το αργότερο τρεις μήνες πριν από την προγραμματισμένη αρχή της επιτόπιας επίσκεψης. Τα κράτη μέλη διορίζουν εμπειρογνώμονες εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω πρόσκλησης.

Όσον αφορά τις απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να διορίσουν εμπειρογνώμονες το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη αρχή της επιτόπιας επίσκεψης. Τα κράτη μέλη διορίζουν εμπειρογνώμονες εντός 72 ωρών από την παραλαβή της εν λόγω πρόσκλησης.

3.   Ο μέγιστος αριθμός αντιπροσώπων της Επιτροπής που συμμετέχουν σε επιτόπια επίσκεψη είναι δύο. Ο μέγιστος αριθμός εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών που συμμετέχουν σε προαναγγελλόμενη επιτόπια επίσκεψη είναι οκτώ και έξι για απροειδοποίητη επιτόπια επίσκεψη.

Εάν οι εμπειρογνώμονες που έχουν διοριστεί από τα κράτη μέλη υπερβαίνουν τον σχετικό μέγιστο αριθμό που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, διορίζει τα μέλη της ομάδας με βάση τη γεωγραφική ισορροπία και τις αρμοδιότητες των εμπειρογνωμόνων.

4.   Οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών δεν μπορούν να συμμετέχουν σε αποστολή αξιολόγησης που περιλαμβάνει επιτόπια επίσκεψη στο κράτος μέλος στο οποίο απασχολούνται.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να καλέσει τον Frontex, την Ευρωπόλ ή άλλους οργανισμούς, φορείς ή υπηρεσίες της Ένωσης που δραστηριοποιούνται στην υλοποίηση του κεκτημένου του Σένγκεν να διορίσουν έναν αντιπρόσωπο για να συμμετάσχει, ως παρατηρητής, σε επιτόπια επίσκεψη που αφορά τομέα ο οποίος καλύπτεται από την εντολή τους.

6.   Οι επικεφαλής εμπειρογνώμονες επιτόπιας ομάδας είναι ένας αντιπρόσωπος της Επιτροπής και ένας εμπειρογνώμονας από ένα κράτος μέλος, που διορίζονται από κοινού από τα μέλη της εν λόγω ομάδας το συντομότερο δυνατό μετά τη συγκρότηση της ομάδας. Οι επικεφαλής εμπειρογνώμονες διορίζονται εγκαίρως πριν από την κατάρτιση του λεπτομερούς προγράμματος που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2.

Άρθρο 11

Ομάδες υπεύθυνες για τις αξιολογήσεις βάσει ερωτηματολογίου

1.   Εάν ένα ερωτηματολόγιο χρησιμοποιείται ανεξάρτητα, δηλαδή χωρίς να ακολουθείται από επιτόπια επίσκεψη σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2, η ομάδα που είναι υπεύθυνη για τις αξιολογήσεις των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο («ομάδα ερωτηματολογίου») αποτελείται από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και αντιπροσώπους της Επιτροπής.

2.   Όταν αποστέλλει το ερωτηματολόγιο στο προς αξιολόγηση κράτος μέλος, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να διορίσουν εμπειρογνώμονες που είναι διαθέσιμοι να συμμετάσχουν στην αξιολόγηση, επισημαίνοντας τον τομέα εμπειρογνωμοσύνης τους. Τα κράτη μέλη διορίζουν εμπειρογνώμονες εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή της εν λόγω πρόσκλησης. Οι εμπειρογνώμονες διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφοι 3 και 4.

Άρθρο 12

Εμπειρογνώμονες

Οι εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις αξιολογήσεις διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα, μεταξύ άλλων, άριστες θεωρητικές γνώσεις και πρακτική εμπειρία στους τομείς που καλύπτονται από το μηχανισμό αξιολόγησης, καθώς και άρτιες γνώσεις ως προς τις αρχές, τις διαδικασίες και τις τεχνικές αξιολόγησης, και είναι σε θέση να επικοινωνούν αποτελεσματικά σε μια κοινή γλώσσα. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή, σε συνεργασία με τους σχετικούς οργανισμούς, φορείς ή υπηρεσίες της Ένωσης, μεριμνούν ώστε οι εμπειρογνώμονες να επιμορφώνονται επαρκώς, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άρθρο 13

Διεξαγωγή των επιτόπιων επισκέψεων

1.   Οι επιτόπιες ομάδες λαμβάνουν όλα τα αναγκαία προπαρασκευαστικά μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα, η ακρίβεια και η συνοχή των επιτόπιων επισκέψεων.

2.   Το λεπτομερές πρόγραμμα των προαναγγελλόμενων επιτόπιων επισκέψεων καταρτίζεται από την Επιτροπή σε στενή συνεργασία με τους επικεφαλής εμπειρογνώμονες και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη ενημερώνονται σχετικά με το εν λόγω πρόγραμμα. Το λεπτομερές πρόγραμμα των απροειδοποίητων επιτόπιων επισκέψεων καταρτίζεται από την Επιτροπή.

Ζητείται η γνώμη του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και του ανακοινώνονται το χρονοδιάγραμμα και το λεπτομερές πρόγραμμα:

α)

τουλάχιστον έξι εβδομάδες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί η προαναγγελλόμενη επιτόπια επίσκεψη,

β)

τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διεξαγωγή της απροειδοποίητης επιτόπιας επίσκεψης.

Οι απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις στα εσωτερικά σύνορα πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Οι γενικές κατευθυντήριες γραμμές για τις πρακτικές ρυθμίσεις των εν λόγω επισκέψεων καθορίζονται από την Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.

3.   Τα μέλη της επιτόπιας ομάδας φέρουν έγγραφα ταυτότητας με τα οποία τους επιτρέπεται η διεξαγωγή των επιτόπιων επισκέψεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

4.   Το κράτος μέλος που πρόκειται να αξιολογηθεί μεριμνά ώστε η επιτόπια ομάδα να είναι σε θέση να ασκεί την εντολή της ώστε να επαληθεύσει τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τους υπό αξιολόγηση τομείς. Εξασφαλίζει ιδίως ότι η επιτόπια ομάδα μπορεί να απευθύνεται απευθείας στα αρμόδια άτομα και έχει πρόσβαση σε όλους τους τομείς, τους χώρους και τα έγγραφα που απαιτούνται για τη διεξαγωγή της αξιολόγησης.

5.   Το κράτος μέλος που πρόκειται να αξιολογηθεί επικουρεί την επιτόπια ομάδα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της με κάθε μέσο εντός των έννομων εξουσιών του.

6.   Στην περίπτωση προαναγγελλόμενων επισκέψεων, η Επιτροπή παρέχει εκ των προτέρων στο κράτος μέλος που πρόκειται να αξιολογηθεί τα ονόματα των εμπειρογνωμόνων της επιτόπιας ομάδας. Το εν λόγω κράτος μέλος ορίζει ένα σημείο επαφής προκειμένου να ρυθμίζονται οι πρακτικές λεπτομέρειες για την επιτόπια επίσκεψη.

7.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη ρύθμιση των αναγκαίων λεπτομερειών σχετικά με τη μετακίνηση προς και από τα κράτη μέλη που πρόκειται να αξιολογηθούν των αντίστοιχων εμπειρογνωμόνων τους που συμμετέχουν στην επιτόπια ομάδα. Τα οδοιπορικά και τα έξοδα διαμονής των εμπειρογνωμόνων που συμμετέχουν στις επιτόπιες επισκέψεις επιστρέφονται από την Επιτροπή.

Τα κράτη μέλη που πρόκειται να αξιολογηθούν είναι αρμόδια για τη ρύθμιση των αναγκαίων λεπτομερειών σχετικά με τη διαμονή και την αναγκαία μετακίνηση στον συγκεκριμένο τόπο. Όσον αφορά τις απροειδοποίητες επιτόπιες επισκέψεις, η Επιτροπή διευκολύνει τη ρύθμιση των λεπτομερειών σχετικά με τη διαμονή των εμπειρογνωμόνων.

Άρθρο 14

Εκθέσεις αξιολόγησης

1.   Έπειτα από κάθε αξιολόγηση συντάσσεται έκθεση αξιολόγησης. Η έκθεση αξιολόγησης στηρίζεται στα πορίσματα της επιτόπιας επίσκεψης και του ερωτηματολογίου κατά περίπτωση. Όσον αφορά τις επιτόπιες επισκέψεις, η έκθεση αξιολόγησης συντάσσεται από την επιτόπια ομάδα κατά τη διάρκεια της επίσκεψης.

Οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής αναλαμβάνουν τη γενική ευθύνη της σύνταξης της έκθεσης αξιολόγησης και της εξασφάλισης της ακεραιότητας και της ποιότητάς της. Σε περίπτωση ασυμφωνίας, η επιτόπια ομάδα ή η ομάδα ερωτηματολογίου, κατά περίπτωση, προσπαθεί να επιτύχει συμβιβαστική λύση.

2.   Η έκθεση αξιολόγησης αναλύει τις ποιοτικές, ποσοτικές, επιχειρησιακές, διοικητικές και οργανωτικές πτυχές κατά περίπτωση και καταγράφει τυχόν ελλείψεις που διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης.

3.   Σε κάθε πόρισμα της έκθεσης αξιολόγησης δίδεται μία από τις ακόλουθες αποτιμήσεις:

α)

συμβατό,

β)

συμβατό αλλά απαιτούνται βελτιώσεις,

γ)

μη συμβατό.

4.   Η Επιτροπή κοινοποιεί το σχέδιο έκθεσης αξιολόγησης στο αξιολογούμενο κράτος μέλος εντός έξι εβδομάδων από την επιτόπια επίσκεψη ή την παραλαβή της απάντησης στο ερωτηματολόγιο, κατά περίπτωση. Το αξιολογούμενο κράτος μέλος διατυπώνει παρατηρήσεις επί του σχεδίου έκθεσης αξιολόγησης εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή του. Κατόπιν αιτήματος του αξιολογούμενου κράτους μέλους πραγματοποιείται συντακτική συνεδρίαση. Οι παρατηρήσεις του αξιολογούμενου κράτους μέλους μπορούν να αντικατοπτρίζονται στο σχέδιο έκθεσης αξιολόγησης.

5.   Το σχέδιο έκθεσης αξιολόγησης και τα επ’ αυτού σχόλια του αξιολογούμενου κράτους μέλους υποβάλλονται από την Επιτροπή στα άλλα κράτη μέλη, τα οποία καλούνται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της απάντησης στο ερωτηματολόγιο, του σχεδίου έκθεσης αξιολόγησης και των παρατηρήσεων του αξιολογούμενου κράτους μέλους.

Σε αυτήν τη βάση, η Επιτροπή, εάν είναι αναγκαίο αφού επιφέρει τις σχετικές αλλαγές στο σχέδιο έκθεσης αξιολόγησης, εκδίδει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, την έκθεση αξιολόγησης. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 2. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Άρθρο 15

Συστάσεις

1.   Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης και υπό το πρίσμα των ευρημάτων και των εκτιμήσεων που περιλαμβάνει η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης, οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι αντιπρόσωποι της Επιτροπής καταρτίζουν σχέδια συστάσεων για μέτρα αποκατάστασης που αποσκοπούν στην κάλυψη τυχόν ελλείψεων που εντοπίζονται κατά την αξιολόγηση και καθορίζουν τις προτεραιότητες για την υλοποίησή τους, καθώς και, όπου κρίνεται σκόπιμο, παραδείγματα ορθών πρακτικών.

2.   Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο για την έκδοση των συστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Το Συμβούλιο εκδίδει τις συστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τις διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια.

Άρθρο 16

Συνέχεια και παρακολούθηση

1.   Εντός τριών μηνών από την έκδοση των συστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 15, το αξιολογούμενο κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο σχέδιο δράσης προς αποκατάσταση των ελλείψεων που τυχόν επισημάνθηκαν στην έκθεση αξιολόγησης. Εάν οι συστάσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το αξιολογούμενο κράτος μέλος αμελεί σοβαρά τις υποχρεώσεις του, το εν λόγω κράτος μέλος υποβάλλει το σχέδιο δράσης του εντός ενός μηνός από την έκδοση των εν λόγω συστάσεων. Η Επιτροπή διαβιβάζει το εν λόγω σχέδιο δράσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

2.   Έπειτα από διαβούλευση με την επιτόπια ομάδα ή την ομάδα ερωτηματολογίου, κατά περίπτωση, η Επιτροπή υποβάλλει την εκτίμησή της ως προς την καταλληλότητα του σχεδίου δράσης στο Συμβούλιο εντός μηνός από την παραλαβή του σχεδίου δράσης του αξιολογούμενου κράτους μέλους. Τα άλλα κράτη μέλη καλούνται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του σχεδίου δράσης.

3.   Το αξιολογούμενο κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου δράσης του εντός έξι μηνών από την έκδοση των συστάσεων και εξακολουθεί να υποβάλλει εκθέσεις κάθε τρεις μήνες μέχρις ότου υλοποιηθεί πλήρως το σχέδιο δράσης.

4.   Παρά την περίοδο των έξι μηνών που προβλέπεται για την υποβολή έκθεσης σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου δράσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εάν οι συστάσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το αξιολογούμενο κράτος μέλος αμελεί σοβαρά τις υποχρεώσεις του, το εν λόγω κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου δράσης του εντός τριών μηνών από την έκδοση των συστάσεων.

5.   Ανάλογα με τη σοβαρότητα των ελλείψεων που επισημάνθηκαν και τα μέτρα που λαμβάνονται για την αποκατάστασή τους, η Επιτροπή μπορεί να προγραμματίσει προαναγγελλόμενες νέες επιτόπιες επισκέψεις για να επαληθεύσει την υλοποίηση του σχεδίου δράσης. Η Επιτροπή προσκαλεί τουλάχιστον τέσσερις εμπειρογνώμονες που συμμετείχαν στην επιτόπια επίσκεψη να συμμετάσχουν στη νέα επίσκεψη. Η Επιτροπή μπορεί να προσκαλέσει παρατηρητές να συμμετάσχουν στη νέα επίσκεψη. Η Επιτροπή καταρτίζει το πρόγραμμα της νέας επίσκεψης. Το αξιολογούμενο κράτος μέλος ενημερώνεται σχετικά με το πρόγραμμα τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την προγραμματιζόμενη νέα επίσκεψη. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να προγραμματίσει απροειδοποίητες επιτόπιες νέες επισκέψεις.

6.   Η Επιτροπή ενημερώνει ανά τακτά διαστήματα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υλοποίηση των σχεδίων δράσης ή των μέτρων βελτίωσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

7.   Αν επιτόπια επίσκεψη αποκαλύψει σημαντική ανεπάρκεια που θεωρείται ότι συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή την εσωτερική ασφάλεια εντός του χώρου χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα, η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή κράτους μέλους, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το ταχύτερο δυνατό.

8.   Όταν το κράτος μέλος κρίνεται ότι συμμορφώνεται αλλά οι συστάσεις περιέχουν υποδείξεις για πιθανές περαιτέρω βελτιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 στοιχείο β), το αξιολογούμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή την εκτίμησή του για την ενδεχόμενη υλοποίηση των εν λόγω υποδείξεων εντός έξι μηνών από την έκδοση των συστάσεων.

Άρθρο 17

Ευαίσθητες πληροφορίες

Οποιεσδήποτε πληροφορίες λαμβάνουν τα μέλη των επιτόπιων ομάδων και των ομάδων ερωτηματολογίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους θεωρούνται εμπιστευτικού χαρακτήρα. Οι εκθέσεις αξιολόγησης που συντάσσονται μετά τις επιτόπιες επισκέψεις διαβαθμίζονται ως EU RESTRICTED/RESTREINT UE, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Η διαβάθμιση δεν αποκλείει τη διάθεση των πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η διαβίβαση και επεξεργασία των πληροφοριών και των εγγράφων που διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό τηρεί τους κανόνες σχετικά με την περαιτέρω διαβίβαση και την επεξεργασία διαβαθμισμένων πληροφοριών που εφαρμόζονται μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής. Η Επιτροπή, ύστερα από διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αποφασίζει ποιο μέρος της έκθεσης αξιολόγησης μπορεί να δημοσιοποιηθεί.

Άρθρο 18

Προϋποθέσεις συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας

1.   Οι εμπειρογνώμονες από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία συμμετέχουν στην αξιολόγηση μόνο για όσα μέρη του κεκτημένου του Σένγκεν τούς επιτρέπεται να συμμετέχουν.

2.   Οι αξιολογήσεις, όπως περιγράφονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, καλύπτουν την αποτελεσματική και ουσιαστική εφαρμογή εκ μέρους του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας μόνο όσων μερών του κεκτημένου του Σένγκεν τούς επιτρέπεται να συμμετέχουν.

3.   Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στην έκδοση των συστάσεων από το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3, μόνο ως προς τα μέρη του κεκτημένου του Σένγκεν στα οποία τους επιτρέπεται να συμμετέχουν.

Άρθρο 19

Ενημέρωση των εθνικών κοινοβουλίων

Η Επιτροπή ενημερώνει τα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης.

Άρθρο 20

Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια λεπτομερή έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις αξιολογήσεις που διεξάγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω έκθεση δημοσιοποιείται και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις αξιολογήσεις που διεξήχθησαν το προηγούμενο έτος, τα συμπεράσματα σχετικά με κάθε αξιολόγηση και την επικρατούσα κατάσταση ως προς τα μέτρα αποκατάστασης. Η Επιτροπή διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στα εθνικά κοινοβούλια.

Άρθρο 21

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Στις περιπτώσεις που η επιτροπή δεν εκφέρει γνώμη, η Επιτροπή δεν εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 22

Επανεξέταση

Η Επιτροπή επανεξετάζει τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο εντός 6 μηνών από την έγκριση όλων των εκθέσεων αξιολόγησης που αφορούν τις αξιολογήσεις που καλύπτει το πρώτο πολυετές πρόγραμμα αξιολόγησης το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5. Η εν λόγω επανεξέταση καλύπτει όλα τα στοιχεία του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας των διαδικασιών έκδοσης πράξεων βάσει του μηχανισμού αξιολόγησης. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Άρθρο 23

Μεταβατικές διατάξεις και κατάργηση

Με την επιφύλαξη του δεύτερου και τρίτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1998 καταργείται από τις 26ης Νοεμβρίου 2013.

Το μέρος I της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται έως την 1η Ιανουαρίου 2016 όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης των κρατών μελών οι οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει στις 26 Νοεμβρίου 2013.

Το μέρος II της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εξακολουθεί να εφαρμόζεται έως τις 27ης Νοεμβρίου 2014 όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης των κρατών μελών οι οποίες έχουν ήδη ξεκινήσει στις 26 Νοεμβρίου 2013.

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Λουξεμβούργο, 7 Οκτωβρίου 2013.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BERNATONIS


(1)  Γνώμη της 12ης Ιουνίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 138.

(3)  ΕΕ C 53 της 3.3.2005, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη σύσταση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 349 της 25.11.2004, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.

(7)  Απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2009, για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Ευρωπόλ) (ΕΕ L 121 της 15.5.2009, σ. 37).

(8)  Απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1).

(9)  ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43.

(10)  ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20.

(11)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 36.

(12)  ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31.

(13)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 52.

(14)  ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 21.

(16)  ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 19.


δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και τησ Επιτροπήσ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκφράζουν ικανοποίηση για την έκδοση του κανονισμού που τροποποιεί τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν με σκοπό τη θέσπιση κοινών κανόνων σχετικά με την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα σε εξαιρετικές περιστάσεις καθώς και του κανονισμού σχετικά με τη θέσπιση ενός μηχανισμού αξιολόγησης για τον έλεγχο της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν. Εκτιμούν ότι οι εν λόγω νέοι μηχανισμοί ανταποκρίνονται δεόντως στο αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όπως διατυπώνεται στα συμπεράσματα της 24ης Ιουνίου 2011 για την ενδυνάμωση της συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών του χώρου Σένγκεν καθώς και για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού και αξιόπιστου συστήματος παρακολούθησης και αξιολόγησης που θα εγγυάται την εφαρμογή των κοινών κανόνων και θα ενισχύει, θα προσαρμόζει και θα διευρύνει τα βασιζόμενα στο κεκτημένο της ΕΕ κριτήρια, ενώ παράλληλα υπενθυμίζουν ότι η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο αποτελεσματικό και συνεκτικό και να εδράζεται στην κοινή ευθύνη, την αλληλεγγύη και την έμπρακτη συνεργασία.

Δηλώνουν ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση του κώδικα συνόρων του Σένγκεν θα ενισχύσει το συντονισμό και τη συνεργασία στο επίπεδο της Ένωσης μέσω αφενός της θέσπισης κριτηρίων για το ενδεχόμενο επαναφοράς των συνοριακών ελέγχων στα κράτη μέλη και, αφετέρου, μηχανισμού σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπιση πραγματικά κρίσιμων καταστάσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη συνολική λειτουργία του χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα χώρου.

Υπογραμμίζουν ότι αυτό το νέο σύστημα αξιολόγησης συνιστά μηχανισμό σε επίπεδο ΕΕ που θα καλύψει όλες τις πτυχές του κεκτημένου του Σένγκεν, και ότι θα συμμετέχουν σε αυτό εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, της Επιτροπής και των αρμόδιων οργανισμών της ΕΕ.

Αντιλαμβάνονται ότι τυχόν μελλοντική πρόταση της Επιτροπής για την τροποποίηση του εν λόγω συστήματος αξιολόγησης, θα πρέπει να υποβληθεί προς διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να ληφθεί υπόψη η γνώμη του στο μέγιστο δυνατό βαθμό, προτού εκδοθεί η τελική πράξη.


Top