?

2.9.2010    | EN | Official Journal of the European Union | L 232/142.9.2010    | EL | Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης | L 232/14
COMMISSION DECISIONΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ
of 1 September 2010της 1ης Σεπτεμβρίου 2010
on criteria and methodological standards on good environmental status of marine watersσχετικά με τα κριτήρια και τα μεθοδολογικά πρότυπα για την καλή περιβαλλοντική κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων
(notified under document C(2010) 5956)[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό Ε(2010) 5956]
(Text with EEA relevance)(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
(2010/477/EU)(2010/477/ΕΕ)
THE EUROPEAN COMMISSION,Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Having regard to the Treaty on the Functioning of the European Union,Έχοντας υπόψη:
Having regard to the Directive 2008/56/EC of the European Parliament and of the Council of 17 June 2008 establishing a framework for community action in the field of marine environmental policy (Marine Strategy Framework Directive) (1), and in particular, Article 9(3) thereof,τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Whereas:την οδηγία 2008/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (οδηγία-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική) (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 3,
(1) | The criteria for the achievement of good environmental status are the starting point for the development of coherent approaches in the preparatory stages of marine strategies, including the determination of characteristics of good environmental status and the establishment of a comprehensive set of environmental targets, to be developed in a coherent and coordinated manner in the framework of the requirement of regional cooperation.Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(2) | The Commission has consulted all interested parties, including regional sea conventions, in particular on the scientific and technical assessment prepared by the Task Groups set up by the Joint Research Centre and the International Council on the Exploration of the Seas to support the development of criteria and methodological standards.(1) | Τα κριτήρια για την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης συνιστούν αφετηρία για την ανάπτυξη συνεκτικών προσεγγίσεων κατά τα προπαρασκευαστικά στάδια εκπόνησης θαλάσσιων στρατηγικών, περιλαμβανόμενου του καθορισμού των χαρακτηριστικών της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης και της θέσπισης ολοκληρωμένου συνόλου περιβαλλοντικών στόχων, που θα πρέπει να αναπτυχθούν με συνεκτικό και συντονισμένο τρόπο στο πλαίσιο της απαίτησης για περιφερειακή συνεργασία.
(3) | One major finding of such scientific and technical work is that there is a substantial need to develop additional scientific understanding for assessing good environmental status in a coherent and holistic manner to support the ecosystem-based approach to management. An improved scientific knowledge needs to be developed, in particular through the Communication ‘A European Strategy for Marine and Maritime Research. A coherent European Research Area framework in support of a sustainable use of oceans and seas’ (2), in the framework of the Communication ‘Europe 2020 A strategy for smart, sustainable and inclusive growth’ (3) and in coherence with other Union legislation and policies. It is also appropriate to integrate later on in the process the forthcoming experience to be developed at national and regional level in the implementation of the preparatory stages of the marine strategies listed in Article 5(2)(a) of Directive 2008/56/EC.(2) | Η Επιτροπή έχει ζητήσει τη γνώμη όλων των εμπλεκόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών συμβάσεων για τις θάλασσες, ιδίως για την επιστημονική και τεχνική αξιολόγηση που επιχείρησαν οι ομάδες εργασίας οι οποίες συνέστησαν το Κοινό Κέντρο Ερευνών και το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών με στόχο την ανάπτυξη κριτηρίων και μεθοδολογικών προτύπων.
(4) | It is therefore appropriate that the Commission revises this Decision in the framework of Article 25(3) of Directive 2008/56/EC. In addition to revising criteria, the further development of methodological standards is required, in close coordination with the establishment of monitoring programmes. This revision should be carried out as soon as possible after the completion of the assessment required in Article 12 of Directive 2008/56/EC, in time to support a successful update of marine strategies that are due by 2018 pursuant to Article 17 of that Directive, as a further contribution to adaptive management. This is coherent with the fact that the determination of good environmental status may have to be adapted over time, taking into account the dynamic nature of marine ecosystems, their natural variability, and the fact that the pressures and impacts on them may vary with the evolution of different patterns of human activity and the impact of climate change.(3) | Μια σημαντική διαπίστωση στο πλαίσιο του επιστημονικού και τεχνικού έργου που εκπονήθηκε είναι ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη να αναπτυχθούν περαιτέρω οι επιστημονικές γνώσεις για τη συνεκτική και ολιστική αξιολόγηση της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης προκειμένου να υποστηριχθεί η προσέγγιση της διαχείρισης σε επίπεδο οικοσυστήματος. Επισημαίνεται η ανάγκη για βελτιωμένες επιστημονικές γνώσεις, ιδίως στην ανακοίνωση «Ευρωπαϊκή στρατηγική για τη θαλάσσια και ναυτιλιακή έρευνα: Ένα συνεκτικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας προς υποστήριξη της αειφόρου χρήσης των ωκεανών και των θαλασσών» (2), στο πλαίσιο της ανακοίνωσης «Ευρώπη 2020 Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη» (3) και σύμφωνα και με άλλα νομοθετήματα και πολιτικές της Ένωσης. Σκόπιμο κρίνεται, επίσης, να ενσωματωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας η εμπειρία που αναμένεται να αποκτηθεί σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο από την υλοποίηση των προπαρασκευαστικών σταδίων για την εκπόνηση των θαλάσσιων στρατηγικών που απαριθμούνται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2008/56/ΕΚ.
(5) | The criteria for good environmental status build on existing obligations and developments in the context of applicable Union legislation, including Directive 2000/60/EC of the European Parliament and of the Council of 23 October 2000 establishing a framework for Community action in the field of water policy (4), which applies to coastal waters, as well as Council Directive 92/43/EEC of 21 May 1992 on the conservation of natural habitats and of wild fauna and flora (5), Directive 2009/147/EC of the European Parliament and of the Council of 30 November 2009 on the conservation of wild birds (6), and a number of instruments developed in the framework of the common fisheries policy, taking also into account, where appropriate, the information and knowledge gathered and approaches developed in the framework of regional conventions. As this Decision contributes to the further development of the concept of good environmental status of marine waters, it supports in relation to marine ecosystems the process to revise the biodiversity strategy of the European Union beyond 2010 and the Biodiversity Action Plan.(4) | Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να αναθεωρήσει η Επιτροπή αυτή την απόφαση βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 3 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Πέραν της αναθεώρησης των κριτηρίων, απαιτείται η περαιτέρω επεξεργασία των μεθοδολογικών προτύπων, σε στενό συντονισμό με την καθιέρωση προγραμμάτων παρακολούθησης. Η αναθεώρηση θα πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατόν μετά την ολοκλήρωση των αξιολογήσεων που διενεργούνται κατ’ απαίτηση του άρθρου 12 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, προκειμένου να υποστηριχθεί εγκαίρως η επιτυχής επικαιροποίηση των θαλάσσιων στρατηγικών που προβλέπεται να διεξαχθεί το 2018 δυνάμει του άρθρου 17 της ως άνω οδηγίας, ως μια περαιτέρω συμβολή στην ευέλικτη διαχείριση. Η αναθεώρηση συνάδει με το γεγονός ότι ο ορισμός της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης ίσως χρειαστεί να αναπροσαρμόζεται σε βάθος χρόνου, λόγω της δυναμικής φύσης των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, των φυσικών τους διακυμάνσεων, αλλά και επειδή οι πιέσεις και οι επιπτώσεις που υφίστανται μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την εξέλιξη των διαφόρων μορφών ανθρώπινης δραστηριότητας και της επίπτωσης της αλλαγής του κλίματος.
(6) | Directive 2008/56/EC, which is the environmental pillar of the Integrated Maritime Policy, requires the application of the ecosystem approach to the management of human activities, covering all sectors having an impact on the marine environment. The Green Paper on the Reform of the Common Fisheries Policy (7) states that the latter must be set up to provide the right instruments to support this ecosystem approach.(5) | Τα κριτήρια καλής περιβαλλοντικής κατάστασης βασίζονται στις υφιστάμενες υποχρεώσεις και τις εξελίξεις στο πλαίσιο της εφαρμοστέας νομοθεσίας της Ένωσης, μεταξύ άλλων της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (4), η οποία έχει εφαρμογή στα παράκτια ύδατα, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (5), της οδηγίας 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών (6), καθώς και σειράς νομικών πράξεων που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, συνεκτιμώντας, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τις πληροφορίες και τις γνώσεις που αποκτήθηκαν και τις προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των περιφερειακών συμβάσεων. Δεδομένου ότι η παρούσα απόφαση συμβάλλει στην περαιτέρω ανάπτυξη της έννοιας της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης των θαλάσσιων υδάτων, υποστηρίζει ως προς τα θαλάσσια οικοσυστήματα τη διαδικασία αναθεώρησης της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη βιοποικιλότητα μετά το 2010 και το σχέδιο δράσης για τη βιοποικιλότητα.
(7) | The measures provided for in this Decision are in accordance with the opinion of the Committee established by Article 25(1) of Directive 2008/56/EC,(6) | Βάσει της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, η οποία συνιστά τον περιβαλλοντικό πυλώνα της ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής, απαιτείται να εφαρμόζεται η προσέγγιση σε επίπεδο οικοσυστήματος για τη διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε κάθε τομέα ο οποίος έχει επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον. Στην Πράσινη Βίβλο για τη μεταρρύθμιση της κοινής αλιευτικής πολιτικής (7) δηλώνεται ότι η κοινή αλιευτική πολιτική πρέπει να διαμορφωθεί έτσι ώστε να παρέχει τα σωστά μέσα για τη στήριξη αυτής της προσέγγισης σε επίπεδο οικοσυστήματος.
HAS ADOPTED THIS DECISION:(7) | Τα μέτρα που θεσπίζονται με την παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής του άρθρου 25 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ,
Article 1ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Criteria to be used by the Member States to assess the extent to which good environmental status is being achieved, accompanied with references to applicable methodological standards where available, are set out in the Annex.Άρθρο 1
Article 2Τα κριτήρια που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο επιτυγχάνεται καλή περιβαλλοντική κατάσταση, καθώς και οι παραπομπές στα εφαρμοστέα μεθοδολογικά πρότυπα, εφόσον υπάρχουν, παρατίθενται στο παράρτημα.
This Decision is addressed to the Member States.Άρθρο 2
Done at Brussels, 1 September 2010.Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.
For the CommissionΒρυξέλλες, 1 Σεπτεμβρίου 2010.
Janez POTOČNIKΓια την Επιτροπή
Member of the CommissionJanez POTOČNIK
(1)  OJ L 164, 25.6.2008, p. 19.Μέλος της Επιτροπής
(2)  COM(2008) 534 final.(1)  ΕΕ L 164 της 25.6.2008, σ. 19.
(3)  COM(2010) 2020 final.(2)  COM(2008) 534 τελικό.
(4)  OJ L 327, 22.12.2000, p. 1.(3)  COM(2010) 2020 τελικό.
(5)  OJ L 206, 22.7.1992, p. 7.(4)  ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 1.
(6)  OJ L 20, 26.1.2010, p. 7.(5)  ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7.
(7)  COM(2009) 163 final, p. 19.(6)  ΕΕ L 20 της 26.1.2010, σ. 7.
ANNEX(7)  COM(2009) 163 τελικό, σ. 19.
CRITERIA AND METHODOLOGICAL STANDARDS FOR GOOD ENVIRONMENTAL STATUSΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
PART AΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
General conditions of application of the criteria for good environmental statusΜΕΡΟΣ A
1. | The criteria for assessing the extent to which good environmental status is being achieved are specified and numbered in Part B in relation to each of the eleven descriptors of good environmental status set out in Annex I to Directive 2008/56/EC. The criteria are accompanied by a list of related indicators to make such criteria operational and allow subsequent progress. In Part B, criteria are accompanied with references to applicable methodological standards where available. For a number of such criteria and related indicators, the need for further development and additional information is identified, to be further addressed in the process for the revision of this Decision (1). This Part specifies the general conditions of application of such criteria and related indicators.Γενικοί όροι εφαρμογής των κριτηρίων καλής περιβαλλοντικής κατάστασης
2. | For most criteria, the assessment and methodologies required need to take into account and, where appropriate, be based on those applicable under existing Community legislation, in particular Directive 2000/60/EC, Directive 2008/105/EC of the European Parliament and of the Council (2), Directive 92/43/EEC, Directive 2009/147/EC and other relevant Union legislation (including under the common fisheries policy, e.g. Council Regulation (EC) No 199/2008 (3)), taking also into account reports of the Task Groups set up by the Joint Research Centre and the International Council on the Exploration of the Seas (4) and, where relevant, the information and knowledge gathered and the approaches developed in the framework of regional sea conventions.1. | Τα κριτήρια αξιολόγησης του βαθμού στον οποίο επιτυγχάνεται καλή περιβαλλοντική κατάσταση καθορίζονται και απαριθμούνται στο μέρος B σε σχέση με έκαστη των 11 παραμέτρων περιγραφής της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Τα κριτήρια συνοδεύονται από κατάλογο συναφών δεικτών που διευκολύνουν την εφαρμογή τους και επιτρέπουν την αξιολόγηση της περαιτέρω προόδου. Στο μέρος Β τα κριτήρια συνοδεύονται από αναφορές στα αντιστοίχως ισχύοντα μεθοδολογικά πρότυπα, εφόσον υφίστανται. Αναφέρεται ότι ορισμένα από τα εν λόγω κριτήρια και οι συναφείς δείκτες χρειάζονται περαιτέρω ανάπτυξη και πρόσθετες πληροφορίες. Πρόκειται για θέμα που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί κατά τη διαδικασία της αναθεώρησης της παρούσας απόφασης (1). Στο παρόν μέρος καθορίζονται οι γενικοί όροι εφαρμογής των κριτηρίων και των συναφών δεικτών.
3. | Good environmental status requires that all relevant human activities are carried out in coherence with the requirement of protecting and preserving the marine environment and the concept of sustainable use of marine goods and services by present and future generations referred to in Article 1 of Directive 2008/56/EC. The application of criteria for good environmental status needs to be carried out keeping in mind the need to target assessment and monitoring and to prioritise action in relation to the importance of impacts and threats to marine ecosystems and its components. However, it is important that assessment considers the main cumulative and synergetic effects of impacts on the marine ecosystem, as mentioned in Article 8(1)(b)(ii) of Directive 2008/56/EC.2. | Για τα περισσότερα από τα κριτήρια, η αξιολόγηση και μεθοδολογία που απαιτούνται πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και, κατά περίπτωση, να βασίζονται στα ισχύοντα βάσει της κείμενης κοινοτικής νομοθεσίας και ιδίως την οδηγία 2000/60/ΕΚ, την οδηγία 2008/105/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), την οδηγία 92/43/ΕΟΚ, την οδηγία 2009/147/ΕΚ και τη λοιπή συναφή νομοθεσία της Ένωσης [περιλαμβανομένης και της κοινής αλιευτικής πολιτικής, όπως για παράδειγμα ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 199/2008 του Συμβουλίου (3)], συνεκτιμώντας επίσης τις εκθέσεις των ομάδων εργασίας που συγκρότησε το Κοινό Κέντρο Ερευνών και το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (4) και, όπου κρίνεται σχετικό, τις πληροφορίες και τις γνώσεις που συγκεντρώθηκαν καθώς και τις προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των περιφερειακών συμβάσεων για τις θάλασσες.
4. | In a number of cases, and in particular taking into account the relation between information needs and the geographical scope of the marine waters concerned, it can be appropriate to apply as a first step some selected criteria and related indicators for an overall screening of the environmental state at a broader scale and only then identify instances and specific areas where, having regard to the importance of impacts and threats in view of the environmental characteristics and/or human pressures, a finer assessment is necessary, involving all relevant indicators related to criteria.3. | Για την καλή περιβαλλοντική κατάσταση απαιτείται όλες οι σχετικές ανθρώπινες δραστηριότητες να συνάδουν με την απαίτηση περί προστασίας και διαφύλαξης του θαλάσσιου περιβάλλοντος και την έννοια της αειφόρου χρήσης των θαλάσσιων αγαθών και υπηρεσιών από τη σημερινή και τις μελλοντικές γενεές, σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Η εφαρμογή των κριτηρίων καλής περιβαλλοντικής κατάστασης πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για στοχοθέτηση της αξιολόγησης και της παρακολούθησης, καθώς και την ανάγκη για ιεράρχηση των δράσεων ανάλογα με τη σημασία των επιπτώσεων και των απειλών κατά των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και των στοιχείων τους. Ωστόσο, είναι σημαντικό κατά την αξιολόγηση να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι κύριες σωρευτικές και συνδυασμένες επιδράσεις των επιπτώσεων στο θαλάσσιο οικοσύστημα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii) της οδηγίας 2008/56/ΕΚ.
5. | The temporal and spatial scale of impacts varies considerably depending on the type of pressure and the sensitivity of the ecosystem components affected. Because of their intrinsic characteristics, some criteria and indicators may require applying various timescales for capturing a range of different processes. When the assessment needs to start at a relatively small spatial scale to be ecologically meaningful (for instance because pressures are localised), it could be necessary to scale up assessments at broader scales, such as at the levels of subdivisions, sub-regions and regions.4. | Σε ορισμένες περιπτώσεις, και ιδίως λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση μεταξύ των αναγκών για πληροφορίες και του γεωγραφικού πεδίου των υπό εξέταση θαλάσσιων υδάτων, μπορεί να είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται κατ’ αρχάς ορισμένα επιλεγμένα κριτήρια και οι συναφείς δείκτες για τη συνολική καταγραφή της περιβαλλοντικής κατάστασης σε ευρύτερη κλίμακα και μόνο στη συνέχεια να εντοπίζονται περιπτώσεις και συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες, λόγω της σημασίας των επιπτώσεων και των απειλών συναρτήσει των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και/ή ανθρωπογενών πιέσεων, απαιτείται λεπτομερέστερη αξιολόγηση με όλους τους ενδεδειγμένους δείκτες σε σχέση προς τα κριτήρια.
6. | A combined assessment of the scale, distribution and intensity of the pressures and the extent, vulnerability and resilience of the different ecosystem components including where possible their mapping, allows the identification of areas where marine ecosystems have or may have been adversely affected. It is also a useful basis to assess the scale of the actual or potential impacts marine ecosystems. This approach, which takes into account risk-based considerations, also supports the selection of the most appropriate indicators related to the criteria for assessment of progress towards good environmental status. It also facilitates the development of specific tools that can support an ecosystem-based approach to the management of human activities required to achieve good environmental status through the identification of the sources of pressures and impacts, including their cumulative and synergetic effects. Such tools include spatial protection measures and measures in the list in Annex VI to Directive 2008/56/EC, notably spatial and temporal distribution controls, such as maritime spatial planning.5. | Η χρονική και η χωρική κλίμακα των επιπτώσεων ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με το είδος της πίεσης και την ευαισθησία των πληττόμενων συνιστωσών του οικοσυστήματος. Λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών τους, για ορισμένα κριτήρια και δείκτες ενδέχεται να απαιτείται η εφαρμογή διαφόρων χρονικών πλαισίων ώστε να αποτυπωθεί ένα φάσμα διαφορετικών διαδικασιών. Όταν η αξιολόγηση πρέπει να ξεκινήσει από σχετικά μικρή χωρική κλίμακα προκειμένου να έχει νόημα από οικολογική άποψη (π.χ. όταν οι πιέσεις εντοπίζονται σε συγκεκριμένο χώρο), ενδέχεται να αποδειχθεί αναγκαίο να γίνονται αξιολογήσεις μεγαλύτερης κλίμακας π.χ. σε επίπεδο υποδιαιρέσεων, υποπεριφερειών και περιφερειών.
7. | There is a diversity of environmental conditions at sea and of human activities having an impact on it. In particular, diversity exists between regions and even within marine regions, sub-regions and subdivisions. For this reason, the applicability of specific indicators related to the criteria may require considering whether they are ecologically relevant to each situation being assessed.6. | H συνδυασμένη αξιολόγηση της κλίμακας, της κατανομής και της έντασης των πιέσεων και της έκτασης, της ευπάθειας και της αντοχής των επιμέρους συστατικών στοιχείων των οικοσυστημάτων συμπεριλαμβανόμενης, ει δυνατόν, της χαρτογράφησής τους, επιτρέπει τον εντοπισμό περιοχών στις οποίες τα θαλάσσια οικοσυστήματα έχουν ή ενδέχεται να έχουν θιγεί. Αποτελεί επίσης χρήσιμη βάση για την αξιολόγηση της κλίμακας των ήδη παρατηρούμενων ή των ενδεχόμενων επιπτώσεων στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Η προσέγγιση αυτή, η οποία λαμβάνει υπόψη τις εκτιμήσεις των πιθανών κινδύνων, υποστηρίζει παράλληλα την επιλογή των πλέον ενδεδειγμένων δεικτών σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης της προόδου προς την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης. Διευκολύνει επίσης την ανάπτυξη ειδικών μέσων που μπορούν να υποστηρίξουν μια προσέγγιση που να βασίζεται στα οικοσυστήματα για τη διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που είναι απαραίτητες για να επιτευχθεί η καλή κατάσταση του περιβάλλοντος με τον εντοπισμό των πηγών των πιέσεων και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των σωρευτικών και συνδυαστικών επιδράσεών τους. Ανάλογα μέσα περιλαμβάνουν τα μέτρα χωρικής προστασίας και τα μέτρα που αναφέρονται στο παράρτημα VI της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, ιδίως τους ελέγχους της χωρικής και χρονικής κατανομής, όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός.
8. | Member States need to consider each of the criteria and related indicators listed in this Annex in order to identify those which are to be used to determine good environmental status. On the basis of the initial assessment, when a Member State considers that it is not appropriate to use one or more of the criteria, it needs to provide the Commission with a justification in the framework of the notification made pursuant to Article 9(2) of Directive 2008/56/EC, when relevant in relation to consistency and comparison between regions and sub-regions. In this context, Member States are subject to the obligation of regional cooperation laid down in Articles 5 and 6 of Directive 2008/56/EC, and in particular to the requirement to ensure that the different elements of the marine strategies are coherent and coordinated across the marine region or sub-region concerned.7. | Οι περιβαλλοντικές συνθήκες στη θάλασσα και οι ανθρώπινες δραστηριότητες που τις επηρεάζουν ποικίλλουν. Πιο συγκεκριμένα, ποικιλομορφία παρατηρείται μεταξύ θαλάσσιων περιφερειών ή ακόμη και εντός της ίδιας θαλάσσιας περιφέρειας, υποπεριφέρειας και υποδιαίρεσης. Για τον λόγο αυτό, η δυνατότητα εφαρμογής συγκεκριμένων δεικτών για τα διάφορα κριτήρια ενδέχεται να συνεπάγεται την ανάγκη να εξετάζεται κατά πόσον είναι οικολογικά συναφείς προς την εκάστοτε αξιολογούμενη κατάσταση.
9. | It is important that the application of the criteria takes into account the results of the initial assessment, required under Article 8 and Annex III to Directive 2008/56/EC, and that they are not carried out in isolation. The initial assessment is the main process for identifying the essential features and characteristics as well as the predominant pressures and impacts on the marine environment, subject to its regular updates and to monitoring programmes. This first assessment needs to be finalised by the date specified in Article 5(2) of Directive 2008/56/EC on the basis of the indicative lists of elements contained in Annex III to that Directive and taking account of existing data where available. Consideration needs to be given to the fact that some criteria and related indicators are acknowledged as being still under development during this initial period.8. | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν κάθε κριτήριο και τους συναφείς δείκτες που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα προκειμένου να εντοπίσουν εκείνα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης. Βάσει της αρχικής αξιολόγησης, εφόσον το κράτος μέλος θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμη η εφαρμογή ενός ή περισσότερων κριτηρίων, θα πρέπει να αιτιολογήσει τη γνώμη του στην Επιτροπή στο πλαίσιο της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, όταν σχετίζεται με τη συνοχή και τη σύγκριση μεταξύ περιφερειών και υποπεριφερειών. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση να αναπτύσσουν τη συνεργασία σε περιφερειακό επίπεδο όπως προβλέπουν τα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, και ιδίως να διασφαλίζουν τη συνεκτικότητα και τον συντονισμό των διαφόρων στοιχείων των θαλάσσιων στρατηγικών σε όλη την έκταση της θαλάσσιας περιφέρειας ή υποπεριφέρειας.
10. | Progress towards good environmental status is taking place in the context of continuous broader changes in the marine environment. Climate change is already having an impact on the marine environment, including on ecosystem processes and functions. In developing their respective marine strategies, Member States need to specify, where appropriate, any evidence of climate change impacts. Adaptive management on the basis of the ecosystem-based approach includes the regular update of the determination of good environmental status.9. | Είναι σημαντικό η εφαρμογή των κριτηρίων να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της αρχικής αξιολόγησης που απαιτείται από το άρθρο 8 και το παράρτημα III της οδηγίας 2008/56/ΕΚ και να μην εκτελείται απομονωμένα. Η αρχική αξιολόγηση είναι η κατ’ εξοχήν διαδικασία για τον εντοπισμό των βασικών στοιχείων και χαρακτηριστικών καθώς και των πρωταρχικών πιέσεων και επιπτώσεων στο θαλάσσιο περιβάλλον, υπό την προϋπόθεση να επικαιροποιείται τακτικά και να συνοδεύεται από προγράμματα παρακολούθησης. Η αρχική αξιολόγηση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ βάσει των ενδεικτικών καταλόγων στοιχείων που περιέχονται στο παράρτημα III της εν λόγω οδηγίας και συνεκτιμώντας τα διαθέσιμα δεδομένα, εφόσον υπάρχουν. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ορισμένα κριτήρια και οι αντίστοιχοι δείκτες αναγνωρίζεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ανάπτυξη στη διάρκεια της αρχικής αυτής περιόδου.
PART B10. | Η πρόοδος προς την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης σημειώνεται στο πλαίσιο των συνεχών και ευρύτερων αλλαγών στο θαλάσσιο περιβάλλον. Η αλλαγή του κλίματος επηρεάζει ήδη το θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς και τις διαδικασίες και τις λειτουργίες των οικοσυστημάτων. Κατά την ανάπτυξη των θαλάσσιων στρατηγικών τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναφέρουν, εφόσον είναι σκόπιμο, τις όποιες ενδείξεις επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος. Η ευέλικτη διαχείριση με βάση την προσέγγιση σε επίπεδο οικοσυστήματος προβλέπει την τακτική επικαιροποίηση του προσδιορισμού της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης.
Criteria for good environmental status relevant to the descriptors of Annex I to Directive 2008/56/ECΜΕΡΟΣ B
Descriptor 1:   Biological diversity is maintained. The quality and occurrence of habitats and the distribution and abundance of species are in line with prevailing physiographic, geographic and climate conditions.Κριτήρια καλής περιβαλλοντικής κατάστασης συναφή προς τις παραμέτρους περιγραφής του παραρτήματος I της οδηγίας 2008/56/ΕΚ
Assessment is required at several ecological levels: ecosystems, habitats (including their associated communities, in the sense of biotopes) and species, which are reflected in the structure of this section, taking into account point 2 of Part A. For certain aspects of this descriptor, additional scientific and technical support is required (5). To address the broad scope of the descriptor, it is necessary, having regard to Annex III to Directive 2008/56/EC, to prioritise among biodiversity features at the level of species, habitats and ecosystems. This enables the identification of those biodiversity features and those areas where impacts and threats arise and also supports the identification of appropriate indicators among the selected criteria, adequate to the areas and the features concerned (6). The obligation of regional cooperation contained in Articles 5 and 6 of Directive 2008/56/EC is directly relevant to the process of selection of biodiversity features within regions, sub-regions and subdivisions, including for the establishment, where appropriate, of reference conditions pursuant to Annex IV to Directive 2008/56/EC. Modelling using a geographic information system platform may provide a useful basis for mapping a range of biodiversity features and human activities and their pressures, provided that any errors involved are properly assessed and described when applying the results. This type of data is a prerequisite for ecosystem-based management of human activities and for developing related spatial tools (7).Παράμετρος περιγραφής 1:   Η βιολογική ποικιλότητα διατηρείται. Η ποιότητα και η συχνότητα εμφάνισης των οικολογικών ενδιαιτημάτων καθώς και η κατανομή και η αφθονία των βιολογικών ειδών ευθυγραμμίζονται με τις επικρατούσες φυσιογραφικές, γεωγραφικές και κλιματικές συνθήκες.
Species levelΑπαιτείται αξιολόγηση σε διάφορα οικολογικά επίπεδα: οικοσυστημάτων, ενδιαιτημάτων (και των συνδεδεμένων με αυτά κοινοτήτων, υπό την έννοια των βιοτόπων) και ειδών, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στη διάρθρωση της παρούσας ενότητας, λαμβάνοντας υπόψη το σημείο 2 του μέρους A. Για ορισμένες πτυχές της συγκεκριμένης παραμέτρου περιγραφής, απαιτείται συμπληρωματική επιστημονική και τεχνική υποστήριξη (5). Προκειμένου να καλυφθεί πλήρως το εύρος της συγκεκριμένης παραμέτρου περιγραφής, λαμβάνοντας υπόψη το παράρτημα III της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, απαιτείται ιεράρχηση των χαρακτηριστικών στοιχείων της βιοποικιλότητας σε επίπεδο ειδών, ενδιαιτημάτων και οικοσυστημάτων. Με τον τρόπο αυτό εντοπίζονται τα χαρακτηριστικά της βιοποικιλότητας και οι περιοχές όπου προκύπτουν απειλές και επιπτώσεις ενώ παράλληλα διευκολύνεται ο προσδιορισμός των ενδεδειγμένων δεικτών μεταξύ των επιλεγμένων κριτηρίων ως πλέον κατάλληλοι για τις συγκεκριμένες περιοχές και τα χαρακτηριστικά της βιοποικιλότητας (6). Η υποχρέωση περιφερειακής συνεργασίας που προβλέπεται στα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ σχετίζεται άμεσα με τη διαδικασία επιλογής των χαρακτηριστικών της βιοποικιλότητας εντός των περιφερειών, υποπεριφερειών και υποδιαιρέσεων, καθώς και του καθορισμού συνθηκών αναφοράς όπου κρίνεται σκόπιμο, δυνάμει του παραρτήματος IV της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Η κατάρτιση μοντέλων με χρήση πλατφόρμας συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών μπορεί να αποτελέσει μια χρήσιμη βάση για τη χαρτογράφηση μιας σειράς χαρακτηριστικών στοιχείων της βιοποικιλότητας, των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και των πιέσεων που αυτές ασκούν, υπό την προϋπόθεση ότι τυχόν σφάλματα θα αξιολογούνται δεόντως και θα περιγράφονται κατά την εφαρμογή των αποτελεσμάτων. Τα ως άνω δεδομένα αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε επίπεδο οικοσυστήματος και την ανάπτυξη των συναφών χωρικών εργαλείων (7).
For each region, sub-region or subdivision, taking into account the different species and communities (e.g. for phytoplankton and zooplankton) contained in the indicative list in Table 1 of Annex III to Directive 2008/56/EC, it is necessary to draw up a set of relevant species and functional groups, having regard to point 2 of Part A. The three criteria for the assessment of any species are species distribution, population size and population condition. As to the later, there are cases where it also entails an understanding of population health and inter- and intra-specific relationships. It is also necessary to assess separately subspecies and populations where the initial assessment, or new information available, identifies impacts and potential threats to the status of some of them. The assessment of species also requires an integrated understanding of the distribution, extent and condition of their habitats, coherent with the requirements laid down in Directive 92/43/EEC (8) and Directive 2009/147/EC, to make sure that there is a sufficiently large habitat to maintain its population, taking into consideration any threat of deterioration or loss of such habitats. In relation to biodiversity at the level of species, the three criteria for assessing progress towards good environmental status, as well as the indicators related respectively to them, are the following:Επίπεδο είδους
1.1.   Species distributionΓια κάθε περιφέρεια, υποπεριφέρεια ή υποδιαίρεση, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα είδη και τις διάφορες κοινότητες (π.χ. φυτοπλαγκτού και ζωοπλαγκτού) που απαριθμούνται στον ενδεικτικό κατάλογο του πίνακα 1 του παραρτήματος III της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, καταρτίζεται σύνολο συναφών ειδών και λειτουργικών ομάδων, λαμβάνοντας υπόψη το σημείο 2 του μέρους A. Τα τρία κριτήρια αξιολόγησης οποιουδήποτε είδους είναι η κατανομή του είδους, το μέγεθος του πληθυσμού και η κατάσταση του πληθυσμού. Όσον αφορά το τρίτο κριτήριο, σε κάποιες περιπτώσεις απαιτείται να διαθέτουμε σαφή αντίληψη για την υγεία του πληθυσμού και τις σχέσεις εντός του είδους και μεταξύ ειδών. Πρέπει επίσης να διενεργείται χωριστή αξιολόγηση των υποειδών και των πληθυσμών εφόσον από την αρχική αξιολόγηση ή τα νέα διαθέσιμα δεδομένα διαπιστώνονται επιπτώσεις και πιθανές απειλές για την κατάσταση ορισμένων εξ αυτών. Για την αξιολόγηση των ειδών απαιτείται επίσης να διαθέτουμε ολοκληρωμένη αντίληψη για την κατανομή, την έκταση και την κατάσταση των ενδιαιτημάτων τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ (8) και την οδηγία 2009/147/ΕΚ, ώστε να εξασφαλίζεται ότι το μέγεθος του οικολογικού ενδιαιτήματος επαρκεί για τη διατήρηση του πληθυσμού του, συνεκτιμώντας τυχόν κίνδυνο υποβάθμισης ή απώλειας των εν λόγω ενδιαιτημάτων. Όσον αφορά τη βιοποικιλότητα σε επίπεδο είδους, τα τρία κριτήρια αξιολόγησης της προόδου προς την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης καθώς και οι αντίστοιχοι δείκτες παρατίθενται κατωτέρω:
— | Distributional range (1.1.1)1.1.   Κατανομή του είδους
— | Distributional pattern within the latter, where appropriate (1.1.2)— | Εύρος κατανομής (1.1.1)
— | Area covered by the species (for sessile/benthic species) (1.1.3)— | Τρόπος κατανομής εντός της περιοχής, όπου κρίνεται σκόπιμο (1.1.2)
1.2.   Population size— | Έκταση που καλύπτεται από το είδος (για εδραία/βενθικά είδη) (1.1.3)
— | Population abundance and/or biomass, as appropriate (1.2.1)1.2.   Μέγεθος πληθυσμού
1.3.   Population condition— | Αφθονία πληθυσμού και/ή βιομάζας, κατά περίπτωση (1.2.1)
— | Population demographic characteristics (e.g. body size or age class structure, sex ratio, fecundity rates, survival/mortality rates) (1.3.1)1.3.   Κατάσταση πληθυσμού
— | Population genetic structure, where appropriate (1.3.2).— | Δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού (π.χ. μέγεθος σώματος ή ηλικιακή διάρθρωση, αναλογία φύλων, ποσοστά γονιμότητας, ποσοστά επιβίωσης/θνησιμότητας) (1.3.1)
Habitat level— | Γενετική διάρθρωση του πληθυσμού, όπου κρίνεται σκόπιμο (1.3.2)
For the purpose of Directive 2008/56/EC, the term habitat addresses both the abiotic characteristics and the associated biological community, treating both elements together in the sense of the term biotope. A set of habitat types needs to be drawn up for each region, sub-region or subdivision, taking into account the different habitats contained in the indicative list in Table 1 of Annex III and having regard to the instruments mentioned in point 2 of Part A. Such instruments also refer to a number of habitat complexes (which means assessing, where appropriate, the composition, extent and relative proportions of habitats within such complexes) and to functional habitats (such as spawning, breeding and feeding areas and migration routes). Additional efforts for a coherent classification of marine habitats, supported by adequate mapping, are essential for assessment at habitat level, taking also into account variations along the gradient of distance from the coast and depth (e.g. coastal, shelf and deep sea). The three criteria for the assessment of habitats are their distribution, extent and condition (for the latter, in particular the condition of typical species and communities), accompanied with the indicators related respectively to them. The assessment of habitat condition requires an integrated understanding of the status of associated communities and species, coherent with the requirements laid down in Directive 92/43/EEC (9) and Directive 2009/147/EC, including where appropriate an assessment of their functional traits.Επίπεδο ενδιαιτήματος
1.4.   Habitat distributionΓια τους σκοπούς της οδηγίας 2008/56/ΕΚ, ο όρος «ενδιαίτημα» καλύπτει τόσο τα αβιοτικά χαρακτηριστικά όσο και τη συνδεδεμένη βιολογική κοινότητα, συνδυάζοντας και τα δύο στοιχεία υπό την έννοια του όρου «βιότοπος». Καταρτίζεται σύνολο τύπων ενδιαιτημάτων για κάθε περιφέρεια, υποπεριφέρεια ή υποδιαίρεση, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα ενδιαιτήματα που απαριθμούνται στον ενδεικτικό κατάλογο του πίνακα 1 του παραρτήματος III και όσον αφορά τα μέσα που αναφέρονται στο σημείο 2 του μέρους A. Η σχετική νομοθεσία αναφέρεται επίσης σε ορισμένα συμπλέγματα ενδιαιτημάτων (γεγονός που συνεπάγεται, όπου κρίνεται σκόπιμο, αξιολόγηση της σύνθεσης, της έκτασης και της σχετικής αναλογίας των ενδιαιτημάτων εντός του συμπλέγματος) και σε λειτουργικά οικολογικά ενδιαιτήματα (όπως οι περιοχές αναπαραγωγής, εκτροφής και διατροφής καθώς και οι μεταναστευτικές διαδρομές). Είναι πολύ σημαντικό για την αξιολόγηση σε επίπεδο ενδιαιτήματος να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για συνεκτική ταξινόμηση των θαλάσσιων ενδιαιτημάτων, με την υποστήριξη της επαρκούς χαρτογράφησης, συνεκτιμώντας και τις μεταβολές ανάλογα με την απόσταση από την ακτή και το βάθος (π.χ. παράκτια ενδιαιτήματα, ενδιαιτήματα υφαλοκρηπίδας και ενδιαιτήματα ανοικτής θάλασσας). Τα τρία κριτήρια αξιολόγησης των ενδιαιτημάτων είναι η κατανομή, η έκταση και η κατάστασή τους (όσον αφορά την κατάσταση, ιδίως η κατάσταση των χαρακτηριστικών ειδών και κοινοτήτων) σε συνδυασμό με τους αντίστοιχους δείκτες τους. Για την αξιολόγηση της κατάστασης του ενδιαιτήματος απαιτείται να διαθέτουμε ολοκληρωμένη αντίληψη για την κατάσταση των συνδεδεμένων κοινοτήτων και ειδών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (9) και της οδηγίας 2009/147/ΕΚ, καθώς και αξιολόγηση των λειτουργικών χαρακτηριστικών τους όπου κρίνεται σκόπιμο.
— | Distributional range (1.4.1)1.4.   Κατανομή του ενδιαιτήματος
— | Distributional pattern (1.4.2)— | Περιοχή κατανομής (1.4.1)
1.5.   Habitat extent— | Τρόπος κατανομής (1.4.2)
— | Habitat area (1.5.1)1.5.   Έκταση του ενδιαιτήματος
— | Habitat volume, where relevant (1.5.2)— | Εμβαδόν του ενδιαιτήματος (1.5.1)
1.6.   Habitat condition— | Όγκος του ενδιαιτήματος, κατά περίπτωση (1.5.2)
— | Condition of the typical species and communities (1.6.1)1.6.   Κατάσταση του ενδιαιτήματος
— | Relative abundance and/or biomass, as appropriate (1.6.2)— | Κατάσταση των χαρακτηριστικών ειδών και κοινοτήτων (1.6.1)
— | Physical, hydrological and chemical conditions (1.6.3).— | Σχετική αφθονία και/ή βιομάζα, κατά περίπτωση (1.6.2)
Ecosystem level— | Φυσικές, υδρολογικές και χημικές συνθήκες (1.6.3)
1.7.   Ecosystem structureΕπίπεδο οικοσυστήματος
— | Composition and relative proportions of ecosystem components (habitats and species) (1.7.1).1.7.   Διάρθρωση του οικοσυστήματος
In addition, the interactions between the structural components of the ecosystem are fundamental for assessing ecosystem processes and functions for the purpose of the overall determination of good environmental status, having regard, inter alia, to Articles 1, 3(5) and 9(1) of Directive 2008/56/EC. Other functional aspects addressed through other descriptors of good environmental status (such as descriptors 4 and 6), as well as connectivity and resilience considerations, are also important for addressing ecosystem processes and functions.— | Σύνθεση και σχετική αναλογία των συνιστωσών του οικοσυστήματος (ενδιαιτήματα και είδη) (1.7.1)
Descriptor 2:   Non-indigenous species introduced by human activities are at levels that do not adversely alter the ecosystem.Επισημαίνεται ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαρθρωτικών συνιστωσών του οικοσυστήματος είναι θεμελιώδους σημασίας για την αξιολόγηση των διαδικασιών και των λειτουργιών του οικοσυστήματος προκειμένου να προσδιοριστεί συνολικά η καλή περιβαλλοντική του κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων το άρθρο 1, το άρθρο 3 παράγραφος 5 και το άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Σημαντικές για την αποτύπωση των διαδικασιών και των λειτουργιών του οικοσυστήματος είναι και άλλες λειτουργικές πτυχές που καλύπτονται από άλλες παραμέτρους περιγραφής της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης (όπως οι παράμετροι 4 και 6), καθώς και θέματα συνδεσιμότητας και συνεκτικότητας-αντοχής.
The identification and assessment of pathways and vectors of spreading of non-indigenous species as a result of human activities is a prerequisite to prevent that such species introduced as a result of human activities reach levels that adversely affect the ecosystems and to mitigate any impacts. The initial assessment has to take into account that some introductions due to human activities are already regulated at Union level (10) to assess and minimise their possible impact on aquatic ecosystems and that some non-indigenous species have commonly been used in aquaculture for a long time and are already subject to specific permit treatment within the existing Regulations (11). There is still only limited knowledge about the effects of the non-indigenous species on the environment. Additional scientific and technical development is required for developing potentially useful indicators (12), especially of impacts of invasive non-indigenous species (such as bio-pollution indexes), which remain the main concern for achieving good environmental status. The priority in relation to assessment and monitoring (13) relates to state characterisation, which is a prerequisite for assessment of the magnitude of impacts but does not determine in itself the achievement of good environmental status for this descriptor.Παράμετρος περιγραφής 2:   Τα ξενικά είδη που εισάγονται από ανθρώπινες δραστηριότητες βρίσκονται σε επίπεδα που δεν μεταβάλλουν δυσμενώς το οικοσύστημα
2.1.   Abundance and state characterisation of non-indigenous species, in particular invasive speciesΟ εντοπισμός και η αξιολόγηση των οδών και των φορέων διάδοσης των ξενικών ειδών ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόληψη της εισαγωγής των εν λόγω ειδών από την ανθρώπινη δραστηριότητα σε επίπεδα τέτοια, που να προκαλούν δυσμενείς επιπτώσεις για τα οικοσυστήματα και για να μετριασθούν οι όποιες επιπτώσεις. Η αρχική αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη ότι η εισαγωγή ορισμένων ξενικών ειδών από την ανθρώπινη δραστηριότητα ρυθμίζεται ήδη σε επίπεδο Ένωσης (10), με στόχο την αξιολόγηση και την ελαχιστοποίηση των πιθανών επιπτώσεων στα υδάτινα οικοσυστήματα, καθώς και ότι ορισμένα ξενικά είδη χρησιμοποιούνται ευρέως στην υδατοκαλλιέργεια επί μακρόν και υπάγονται ήδη σε ειδική μεταχείριση αδειοδότησης βάσει των υφιστάμενων κανονισμών (11). Εξακολουθούμε να έχουμε περιορισμένη αντίληψη των επιπτώσεων των ξενικών ειδών στο περιβάλλον. Χρειάζονται περισσότερες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις για την ανάπτυξη δυνητικά χρήσιμων δεικτών (12), ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις των χωροκατακτητικών ξενικών ειδών (π.χ. δείκτες βιορύπανσης), που εξακολουθούν να συνιστούν τον κύριο λόγο ανησυχίας όσον αφορά την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης. Προτεραιότητα όσον αφορά την αξιολόγηση και την παρακολούθηση (13) δίνεται στον χαρακτηρισμό της κατάστασης, ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση για την αξιολόγηση του μεγέθους των επιπτώσεων, πλην όμως δεν καθορίζει από μόνος του την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης για τη συγκεκριμένη παράμετρο περιγραφής.
— | Trends in abundance, temporal occurrence and spatial distribution in the wild of non-indigenous species, particularly invasive non-indigenous species, notably in risk areas, in relation to the main vectors and pathways of spreading of such species (2.1.1)2.1.   Αφθονία και χαρακτηρισμός της κατάστασης των ξενικών ειδών, ιδίως των χωροκατακτητικών ειδών
2.2.   Environmental impact of invasive non-indigenous species— | Τάσεις όσον αφορά την αφθονία, τη χρονική συχνότητα εμφάνισης και τη χωρική κατανομή στη φύση των ξενικών ειδών, ιδίως των χωροκατακτητικών ξενικών ειδών και ιδίως σε απειλούμενες περιοχές, σε σχέση με τους κύριους φορείς και τις κύριες οδούς διάδοσης των εν λόγω ειδών (2.1.1)
— | Ratio between invasive non-indigenous species and native species in some well studied taxonomic groups (e.g. fish, macroalgae, molluscs) that may provide a measure of change in species composition (e.g. further to the displacement of native species) (2.2.1)2.2.   Περιβαλλοντικές επιπτώσεις των χωροκατακτητικών ξενικών ειδών
— | Impacts of non-indigenous invasive species at the level of species, habitats and ecosystem, where feasible (2.2.2).— | Αναλογία μεταξύ χωροκατακτητικών ξενικών ειδών και ξενικών ειδών σε επαρκώς μελετημένες ταξινομικές ομάδες (π.χ. ψάρια, μακροφύκη, μαλάκια,) η οποία μπορεί να αποτελεί ένδειξη μεταβολής της σύνθεσης σε είδη (π.χ. μετά τον εκτοπισμό των ξενικών ειδών) (2.2.1)
Descriptor 3:   Populations of all commercially exploited fish and shellfish are within safe biological limits, exhibiting a population age and size distribution that is indicative of a healthy stock.— | Επιπτώσεις των χωροκατακτητικών ειδών σε επίπεδο είδους, ενδιαιτήματος και οικοσυστήματος (2.2.2)
This section applies for all the stocks covered by Regulation (EC) No 199/2008 (within the geographical scope of Directive 2008/56/EC) and similar obligations under the common fisheries policy. For these and for other stocks, its application depends on the data available (taking the data collection provisions of Regulation (EC) No 199/2008 into account), which will determine the most appropriate indicators to be used. For this descriptor, the three criteria for assessing progress towards good environmental status, as well as the indicators related respectively to them, are the following.Παράμετρος περιγραφής 3:   Οι πληθυσμοί των ειδών ψαριών και μαλακίων που αποτελούν αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης κυμαίνονται εντός ασφαλών βιολογικών ορίων, με χαρακτηριστικά ως προς την κατανομή ηλικιών και μεγέθους που θεωρούνται ενδεικτικά της υγιούς κατάστασης για το εκάστοτε απόθεμα
3.1.   Level of pressure of the fishing activityΗ παρούσα ενότητα ισχύει για το σύνολο των αποθεμάτων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 199/2008 (εντός του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2008/56/ΕΚ) και από ανάλογες υποχρεώσεις στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Για τα αποθέματα αυτά καθώς και για τα λοιπά αποθέματα, η εφαρμογή της εξαρτάται από τα διαθέσιμα δεδομένα [λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις περί συλλογής δεδομένων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 199/2008], τα οποία θα καθορίσουν τους πλέον ενδεδειγμένους, εν προκειμένω, προς χρήση δείκτες. Για τη συγκεκριμένη παράμετρο τα τρία κριτήρια αξιολόγησης της προόδου προς την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης, καθώς και οι αντιστοίχως χρησιμοποιούμενοι δείκτες, έχουν ως εξής:
  | Primary indicator. The primary indicator for the level of pressure of the fishing activity is the following: | — | Fishing mortality (F) (3.1.1). | Achieving or maintaining good environmental status requires that F values are equal to or lower than FMSY, the level capable of producing Maximum Sustainable Yield (MSY). This means that in mixed fisheries and where ecosystem interactions are important, long term management plans may result in exploiting some stocks more lightly than at FMSY levels in order not to prejudice the exploitation at FMSY of other species (14). | F is estimated from appropriate analytical assessments based on the analysis of catch (to be taken as all removals from the stock, including discards and unaccounted catch) at age or at length and ancillary information. Where the knowledge of the population dynamics of the stock do not allow to carry out simulations, scientific judgement of F values associated to the yield-per-recruit curve (Y/R), combined with other information on the historical performance of the fishery or on the population dynamics of similar stocks, can be used.3.1.   Επίπεδο πίεσης από την αλιευτική δραστηριότητα
  | Secondary indicators (if analytical assessments yielding values for F are not available): | — | Ratio between catch and biomass index (hereinafter ‘catch/biomass ratio’) (3.1.2). | The value for the indicator that reflects FMSY needs to be determined by scientific judgement following analysis of the observed historical trends of the indicator combined with other information on the historical performance of the fishery. Where stock production-based assessments are available, the catch/biomass ratio yielding MSY can be taken as indicative reference. | Alternatively to the catch/biomass ratio, secondary indicators may be developed on the basis of any other appropriate proxy for fishing mortality, adequately justified.  | Πρωτογενής δείκτης. Ο πρωτογενής δείκτης του επιπέδου πίεσης που ασκείται από την αλιευτική δραστηριότητα είναι ο εξής: | — | Θνησιμότητα λόγω αλιείας (F) (3.1.1) | Για την επίτευξη ή τη διαφύλαξη της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης, οι τιμές του F απαιτείται να είναι ίσες ή μικρότερες του FΜΒΑ, του επιπέδου που διασφαλίζει τη μέγιστη βιώσιμη απόδοση (ΜΒΑ). Τούτο σημαίνει ότι στους μεικτούς τύπους αλιείας και στις περιπτώσεις όπου έχουν σημασία οι αλληλεπιδράσεις του οικοσυστήματος, τα σχέδια μακροπρόθεσμης διαχείρισης ενδέχεται να καταλήξουν σε εκμετάλλευση ορισμένων αποθεμάτων σε ρυθμούς χαμηλότερους από το επίπεδο FΜΒΑ προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η εκμετάλλευση άλλων ειδών στο επίπεδο FΜΒΑ  (14). | Το F υπολογίζεται βάσει κατάλληλων αναλυτικών εκτιμήσεων που βασίζονται στην ανάλυση της ποσότητας αλιευμάτων (που νοείται ως κάθε απόληψη από το απόθεμα και συμπεριλαμβάνει τα απορριπτόμενα και τα άδηλα αλιεύματα) ανά ηλικία ή ανά μήκος και σε συμπληρωματικά στοιχεία. Σε περίπτωση στην οποία οι γνώσεις που διαθέτουμε για τη δυναμική του πληθυσμού του αποθέματος δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή προσομοιώσεων, οι τιμές του F που πληρούν το εν λόγω κριτήριο μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά την επιστημονική κρίση σε σχέση με την καμπύλη απόδοσης ανά νεοεισερχόμενο είδος στο προς αλίευση απόθεμα (Y/R), σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία σχετικά με την ιστορική απόδοση της αλιείας ή τη δυναμική του πληθυσμού παρόμοιων αποθεμάτων.
3.2.   Reproductive capacity of the stock  | Δευτερογενείς δείκτες (σε περίπτωση που δεν υπάρχουν αναλυτικές εκτιμήσεις των τιμών του F): | — | Αναλογία μεταξύ ποσότητας αλιεύματος και δείκτη βιομάζας (εφεξής «λόγος αλιεύματος προς βιομάζα») (3.1.2) | Η τιμή του δείκτη που αντικατοπτρίζει το FΜΒΑ πρέπει να προσδιορίζεται κατά την επιστημονική κρίση κατόπιν ανάλυσης των παρατηρούμενων ιστορικών τάσεων του δείκτη σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία σχετικά με την ιστορική απόδοση της αλιείας. Σε περίπτωση στην οποία υπάρχουν εκτιμήσεις της παραγωγής αποθέματος, ο λόγος αλιεύματος προς βιομάζα που δίνει τη ΜΒΑ μπορεί να ληφθεί ως ενδεικτική τιμή αναφοράς. | Εναλλακτικά προς τον λόγο αλιεύματος προς βιομάζα, μπορούν να αναπτυχθούν δευτερογενείς δείκτες βάσει οιουδήποτε άλλου ενδεδειγμένου υποκατάστατου του ποσοστού θνησιμότητας λόγω αλιείας, εφόσον αιτιολογούνται επαρκώς.
  | Primary indicator. The primary indicator for the reproductive capacity of the stock is the following: | — | Spawning Stock Biomass (SSB) (3.2.1). | This is estimated from appropriate analytical assessments based on the analysis of catch at age or at length and ancillary information. | Where an analytical assessment allows the estimation of SSB, the reference value reflecting full reproductive capacity is SSBMSY, i.e. the spawning stock biomass that would achieve MSY under a fishing mortality equal to FMSY. Any observed SSB value equal to or greater than SSBMSY is considered to meet this criterion. | Further research is needed to address the fact that a SSB corresponding to MSY may not be achieved for all stocks simultaneously due to possible interactions between them. | Where simulation models do not allow the estimation of a reliable value for SSBMSY, then the reference to be used for the purpose of this criterion is SSBpa, which is the minimum SSB value for which there is a high probability that the stock is able to replenish itself under the prevailing exploitation conditions.3.2.   Αναπαραγωγική ικανότητα του αποθέματος
  | Secondary indicators (if analytical assessments yielding values for SSB are not available): | — | Biomass indices (3.2.2). | It can be used if such indices can be obtained for the fraction of the population that is sexually mature. In such cases, such indices need to be used when scientific judgement is able to determine, through detailed analysis of the historical trends of the indicator combined with other information on the historical performance of the fishery, that there is a high probability that the stock will be able to replenish itself under the prevailing exploitation conditions.  | Πρωτογενής δείκτης. Ο πρωτογενής δείκτης της αναπαραγωγικής ικανότητας του αποθέματος είναι ο εξής: | — | Βιομάζα του αποθέματος αναπαραγωγής (ΒΑΑ) (3.2.1) | Υπολογίζεται βάσει κατάλληλων αναλυτικών εκτιμήσεων που βασίζονται στην ανάλυση των αλιευμάτων ανά ηλικία ή ανά μήκος και σε συμπληρωματικά στοιχεία. | Στις περιπτώσεις στις οποίες οι αναλυτικές εκτιμήσεις επιτρέπουν τον υπολογισμό της ΒΑΑ, η τιμή αναφοράς που αντικατοπτρίζει την πλήρη αναπαραγωγική ικανότητα είναι η ΒΑΑΜΒΑ, ήτοι η βιομάζα αποθέματος αναπαραγωγής που επιτρέπει την επίτευξη της ΜΒΑ με ποσοστό θνησιμότητας λόγω αλιείας ίσο προς FΜΒΑ. Κάθε παρατηρούμενη τιμή ΒΑΑ ίση ή μεγαλύτερη από τη ΒΑΑΜΒΑ θεωρείται ότι πληροί το εν λόγω κριτήριο. | Θα χρειαστούν περαιτέρω έρευνες για να αντιμετωπιστεί το γεγονός να μην επιτευχθεί ενδεχομένως ταυτόχρονα για όλα τα αποθέματα, λόγω των πιθανών αλληλεπιδράσεών τους, ΒΑΑ το οποίο να αντιστοιχεί στη ΜΒΑ. | Στις περιπτώσεις στις οποίες τα μοντέλα προσομοίωσης δεν επιτρέπουν τον υπολογισμό αξιόπιστης τιμής της ΒΑΑΜΒΑ, ως τιμή αναφοράς για τους σκοπούς του εν λόγω κριτηρίου χρησιμοποιείται η ΒΑΑpa, η οποία είναι η ελάχιστη τιμή ΒΑΑ με την οποία είναι πολύ πιθανόν το απόθεμα να ανασυσταθεί με φυσικό τρόπο υπό τις δεσπόζουσες συνθήκες εκμετάλλευσης.
3.3.   Population age and size distribution  | Δευτερογενείς δείκτες (σε περίπτωση που δεν υπάρχουν αναλυτικές εκτιμήσεις των τιμών της ΒΑΑ): | — | Δείκτες βιομάζας (3.2.2) | Χρησιμοποιείται εφόσον μπορούν να συναχθούν οι εν λόγω δείκτες για το κλάσμα του πληθυσμού που βρίσκεται σε αναπαραγωγική ωριμότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εν λόγω δείκτες χρησιμοποιούνται εφόσον κατά την επιστημονική κρίση, μέσω ενδελεχούς ανάλυσης των ιστορικών τάσεων του δείκτη σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία σχετικά με την ιστορική απόδοση της αλιείας, είναι πολύ πιθανόν το απόθεμα να ανασυσταθεί με φυσικό τρόπο υπό τις δεσπόζουσες συνθήκες εκμετάλλευσης.
  | Primary indicators. Healthy stocks are characterised by high proportion of old, large individuals. Indicators based on the relative abundance of large fish include: | — | Proportion of fish larger than the mean size of first sexual maturation (3.3.1) | — | Mean maximum length across all species found in research vessel surveys (3.3.2) | — | 95 % percentile of the fish length distribution observed in research vessel surveys (3.3.3).3.3.   Κατανομή πληθυσμού ανά ηλικία και ανά μέγεθος
  | Secondary indicator: | — | Size at first sexual maturation, which may reflect the extent of undesirable genetic effects of exploitation (3.3.4). | For the two sets of indicators (proportion of old fish and size at first sexual maturation), expert judgement is required for determining whether there is a high probability that the intrinsic genetic diversity of the stock will not be undermined. The expert judgement needs to be made following an analysis of the time series available for the indicator, together with any other information on the biology of the species.  | Πρωτογενείς δείκτες. Τα υγιή αποθέματα χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά μεγάλων σε ηλικία και μέγεθος ατόμων. Οι δείκτες που βασίζονται στη σχετική αφθονία μεγάλων ψαριών είναι, μεταξύ άλλων, οι εξής: | — | Αναλογία ψαριών μεγέθους μεγαλύτερου από το μέσο μέγεθος της πρώτης αναπαραγωγικής ωρίμανσης (3.3.1) | — | Μέσο μέγιστο μήκος όλων των ειδών που καταμετρούνται από επισκοπήσεις ερευνητικών σκαφών (3.3.2) | — | 95ο εκατοστημόριο της κατανομής μήκους ψαριών που παρατηρείται από επισκοπήσεις ερευνητικών σκαφών (3.3.3)
Descriptor 4:   All elements of the marine food webs, to the extent that they are known, occur at normal abundance and diversity and levels capable of ensuring the long-term abundance of the species and the retention of their full reproductive capacity.  | Δευτερογενής δείκτης: | — | Μέγεθος κατά την πρώτη αναπαραγωγική ωρίμανση, το οποίο ενδέχεται να αντικατοπτρίζει την έκταση των ανεπιθύμητων γενετικών επιπτώσεων της εκμετάλλευσης. (3.3.4) | Για τις δύο ομάδες δεικτών (αναλογία μεγάλων σε ηλικία ψαριών και μέγεθος κατά την πρώτη αναπαραγωγική ωρίμανση), απαιτείται ειδική κρίση για να προσδιοριστεί εάν υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην υπονομεύεται η εγγενής γενετική ποικιλομορφία του αποθέματος. Η ειδική κρίση απαιτείται κατόπιν ανάλυσης των διαθέσιμων χρονοσειρών για τον δείκτη, καθώς και άλλων στοιχείων σχετικά με τη βιολογία του είδους.
This descriptor concerns important functional aspects such as energy flows and the structure of food webs (size and abundance). Additional scientific and technical support is required, at this stage, for the further development of criteria and potentially useful indicators to address the relationships within the food web (15).Παράμετρος περιγραφής 4:   Όλα τα στοιχεία των θαλάσσιων τροφικών ιστών, στο μέτρο που είναι γνωστά, παρατηρούνται σε κατάσταση φυσιολογικής αφθονίας και ποικιλότητας καθώς και σε επίπεδα ικανά να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη αφθονία των ειδών και τη διατήρηση της πλήρους αναπαραγωγικής τους ικανότητας.
4.1.   Productivity (production per unit biomass) of key species or trophic groupsΗ εν λόγω παράμετρος περιγραφής αφορά σημαντικά λειτουργικά ζητήματα, όπως οι ροές ενέργειας και η διάρθρωση των τροφικών ιστών (μέγεθος και αφθονία). Στο παρόν στάδιο, απαιτείται πρόσθετη επιστημονική και τεχνική υποστήριξη για την περαιτέρω ανάπτυξη κριτηρίων και δυνητικά χρήσιμων δεικτών που θα αποτυπώνουν τις σχέσεις εντός του τροφικού ιστού (15).
To address energy flows in food webs, adequate indicators need to be developed further to assess the performance of the main predator-prey processes, reflecting the long-term viability of components in the part of the food web that they inhabit, based on the experience in some sub-regions in selecting appropriate species (e.g. mammals, seabirds).4.1.   Παραγωγικότητα (παραγωγή ανά μονάδα βιομάζας) των κύριων ειδών ή τροφικών ομάδων
— | Performance of key predator species using their production per unit biomass (productivity) (4.1.1).Προκειμένου να αποτυπωθούν οι ροές ενέργειας στους τροφικούς ιστούς, απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη επαρκών δεικτών για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των κύριων διαδικασιών θηρευτών-θηραμάτων, που αντικατοπτρίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συνιστωσών στο τμήμα του τροφικού ιστού το οποίο καταλαμβάνουν, βάσει της εμπειρίας σε ορισμένες υποπεριφέρειες όσον αφορά την επιλογή των κατάλληλων ειδών (π.χ. θηλαστικών, θαλάσσιων πτηνών).
4.2.   Proportion of selected species at the top of food webs— | Αποδοτικότητα των κύριων ειδών θηρευτών βάσει της παραγωγής τους ανά μονάδα βιομάζας (παραγωγικότητα) (4.1.1)
To address the structure of food webs, size and abundance of components, there is a need to assess the proportion of selected species at the top of food webs. Indicators need to be further developed, based on the experience in some sub-regions. For large fish, data are available from fish monitoring surveys.4.2.   Αναλογία επιλεγμένων ειδών στην κορυφή των τροφικών ιστών
— | Large fish (by weight) (4.2.1).Προκειμένου να αποτυπωθεί η διάρθρωση των τροφικών ιστών, καθώς και το μέγεθος και η αφθονία των συνιστωσών τους, απαιτείται να αξιολογηθεί η αναλογία επιλεγμένων ειδών στην κορυφή των τροφικών ιστών. Απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη των δεικτών βάσει της εμπειρίας από ορισμένες υποπεριφέρειες. Για τα μεγάλα ψάρια, υπάρχουν δεδομένα από έρευνες παρακολούθησης.
4.3.   Abundance/distribution of key trophic groups/species— | Μεγάλα ψάρια (ανά βάρος) (4.2.1)
— | Abundance trends of functionally important selected groups/species (4.3.1).4.3.   Αφθονία/κατανομή των κύριων τροφικών ομάδων/ειδών
It is necessary to identify changes in population status potentially affecting food web structure. Detailed indicators need to be further specified, taking account of their importance to the food webs, on the basis of suitable groups/species in a region, sub-region or subdivision, including where appropriate:— | Τάσεις όσον αφορά την αφθονία επιλεγμένων λειτουργικά σημαντικών ομάδων/ειδών (4.3.1)
— | groups with fast turnover rates (e.g. phytoplankton, zooplankton, jellyfish, bivalve molluscs, short-living pelagic fish) that will respond quickly to ecosystem change and are useful as early warning indicators,Είναι απαραίτητο να εντοπίζονται μεταβολές της κατάστασης του πληθυσμού οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διάρθρωση του τροφικού ιστού. Πρέπει να εξειδικευθούν περαιτέρω οι αναλυτικοί δείκτες, δεδομένης της σημασίας τους για τους τροφικούς ιστούς, βάσει των κατάλληλων ομάδων/ειδών σε κάθε περιφέρεια, υποπεριφέρεια ή υποδιαίρεση, ώστε να καλύπτουν κατά περίπτωση:
— | groups/species that are targeted by human activities or that are indirectly affected by them (in particular, by-catch and discards),— | ομάδες με μικρό κύκλο ζωής (π.χ. φυτοπλαγκτόν, ζωοπλαγκτόν, μέδουσες, δίθυρα μαλάκια, βραχύβια πελαγικά ψάρια) που ανταποκρίνονται γρήγορα σε αλλαγές στο οικοσύστημα και συνιστούν χρήσιμους δείκτες έγκαιρης προειδοποίησης,
— | habitat-defining groups/species,— | ομάδες/είδη που στοχοποιούνται από την ανθρώπινη δραστηριότητα ή επηρεάζονται έμμεσα από αυτή (ιδίως τα παρεμπίπτοντα και τα απορριπτόμενα αλιεύματα),
— | groups/species at the top of the food web,— | ομάδες/είδη καθοριστικά για το ενδιαίτημα,
— | long-distance anadromous and catadromous migrating species,— | ομάδες/είδη στην κορυφή του τροφικού ιστού,
— | groups/species that are tightly linked to specific groups/species at another trophic level.— | άκρως μεταναστευτικά ανάδρομα και κατάδρομα είδη,
Descriptor 5:   Human-induced eutrophication is minimised, especially adverse effects thereof, such as losses in biodiversity, ecosystem degradation, harmful algal blooms and oxygen deficiency in bottom waters.— | ομάδες/είδη που συνδέονται στενά με συγκεκριμένες ομάδες/είδη άλλου τροφικού επιπέδου.
The assessment of eutrophication in marine waters needs to take into account the assessment for coastal and transitional waters under Directive 2000/60/EC (Annex V, 1.2.3 and 1.2.4) and related guidance (16), in a way which ensures comparability, taking also into consideration the information and knowledge gathered and approaches developed in the framework of regional sea conventions. Based on a screening procedure as part of the initial assessment, risk-based considerations may be taken into account to assess eutrophication in an efficient manner (17). The assessment needs to combine information on nutrient levels and on a range of those primary effects and of secondary effects which are ecologically relevant (18), taking into account relevant temporal scales. Considering that the concentration of nutrients is related to nutrient loads from rivers in the catchment area, cooperation with landlocked Member States using established cooperation structures in accordance with the third subparagraph of Article 6(2) of Directive 2008/56/EC is particularly relevant.Παράμετρος περιγραφής 5:   Διαπιστώνεται η ελαχιστοποίηση ανθρωπογενών φαινομένων ευτροφισμού, και ιδίως των δυσμενών επιπτώσεών τους, όπως απώλειες της βιοποικιλότητας, υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, ανάπτυξη επιβλαβών φυκών και έλλειψη οξυγόνου στον βυθό της θάλασσας
5.1.   Nutrients levelsΗ αξιολόγηση του ευτροφισμού των θαλάσσιων υδάτων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση των παράκτιων και μεταβατικών υδάτων βάσει της οδηγίας 2000/60/ΕΚ (παράρτημα V, 1.2.3 και 1.2.4) και τις αντιστοίχως δοθείσες οδηγίες (16), κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα, συνεκτιμώντας επίσης τις αποκτηθείσες πληροφορίες και γνώσεις καθώς και τις αναπτυχθείσες προσεγγίσεις στο πλαίσιο των περιφερειακών συμβάσεων για τις θάλασσες. Βάσει διαδικασίας διερεύνησης στο πλαίσιο της αρχικής αξιολόγησης, η εκτίμηση των κινδύνων μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για την αποτελεσματική αξιολόγηση του ευτροφισμού (17). Στην αξιολόγηση πρέπει να συνδυάζονται πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα των θρεπτικών ουσιών και για ένα φάσμα πρωτογενών και οικολογικά σημαντικών δευτερογενών επιπτώσεων (18), λαμβάνοντας υπόψη τις συναφείς χρονικές κλίμακες. Δεδομένου ότι η συγκέντρωση θρεπτικών ουσιών στην υδρολογική λεκάνη σχετίζεται με τα φορτία των ποταμών σε θρεπτικές ουσίες, έχει ιδιαίτερη σημασία η συνεργασία με τα περίκλειστα κράτη μέλη μέσα από τις καθιερωμένες δομές συνεργασίας, σύμφωνα με το εδάφιο 3 της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της οδηγίας 2008/56/ΕΚ.
— | Nutrients concentration in the water column (5.1.1)5.1.   Επίπεδα θρεπτικών συστατικών
— | Nutrient ratios (silica, nitrogen and phosphorus), where appropriate (5.1.2)— | Συγκέντρωση θρεπτικών συστατικών στη στήλη ύδατος (5.1.1)
5.2.   Direct effects of nutrient enrichment— | Αναλογίες θρεπτικών συστατικών (πυρίτιο, άζωτο και φωσφόρος), όπου κρίνεται σκόπιμο (5.1.2)
— | Chlorophyll concentration in the water column (5.2.1)5.2.   Άμεσες συνέπειες του εμπλουτισμού με θρεπτικά συστατικά
— | Water transparency related to increase in suspended algae, where relevant (5.2.2)— | Συγκεντρώσεις χλωροφύλλης στη στήλη του νερού (5.2.1)
— | Abundance of opportunistic macroalgae (5.2.3)— | Μειωμένη διαύγεια του νερού λόγω αύξησης των αιωρούμενων φυκών, κατά περίπτωση (5.2.2)
— | Species shift in floristic composition such as diatom to flagellate ratio, benthic to pelagic shifts, as well as bloom events of nuisance/toxic algal blooms (e.g. cyanobacteria) caused by human activities (5.2.4)— | Αφθονία καιροσκοπικών μακροφυκών, π.χ. σχηματισμός στρωμάτων που επικαλύπτουν τη φυσική χλωρίδα και στερούν οξυγόνο από τα βενθικά είδη (5.2.3)
5.3.   Indirect effects of nutrient enrichment— | Μεταβολές στη χλωριδική σύνθεση, π.χ. μεταβολή της αναλογίας διατόμων προς δινομαστιγωτά, μετακινήσεις από βενθικά προς πελαγικά, καθώς και περιστατικά έξαρσης ενοχλητικών/τοξικών φυκών (π.χ. κυανοβακτηρίων) λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας. (5.2.4)
— | Abundance of perennial seaweeds and seagrasses (e.g. fucoids, eelgrass and Neptune grass) adversely impacted by decrease in water transparency (5.3.1)5.3.   Έμμεσες συνέπειες του εμπλουτισμού σε θρεπτικά συστατικά
— | Dissolved oxygen, i.e. changes due to increased organic matter decomposition and size of the area concerned (5.3.2).— | Αρνητικές επιπτώσεις στην αφθονία της πολυετούς θαλάσσιας βλάστησης (π.χ. φύκη της οικογένειας Fucaceae, θαλάσσια αγγειόσπερμα του γένους Zostera ή Posidonia) λόγω μειωμένης διαφάνειας του νερού. (5.3.1)
Descriptor 6:   Sea-floor integrity is at a level that ensures that the structure and functions of the ecosystems are safeguarded and benthic ecosystems, in particular, are not adversely affected.— | Διαλυμένο οξυγόνο, ήτοι μεταβολές λόγω αυξημένης οργανικής αποσύνθεσης και του μεγέθους της εκάστοτε περιοχής (5.3.2)
The objective is that human pressures on the seabed do not hinder the ecosystem components to retain their natural diversity, productivity and dynamic ecological processes, having regard to ecosystem resilience. The scale of assessment for this descriptor may be particularly challenging because of the patchy nature of the features of some benthic ecosystems and of several human pressures. Assessment and monitoring needs to be carried out further to an initial screening of impacts and threats to biodiversity features and human pressures, as well as an integration of assessment results from smaller to broader scales, covering where appropriate a subdivision, sub-region or region (19).Παράμετρος περιγραφής 6:   Το επίπεδο ακεραιότητας του θαλάσσιου βυθού εξασφαλίζει ότι η δομή και η λειτουργία των οικοσυστημάτων διαφυλάσσονται, καθώς και ότι δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις ιδίως στα βενθικά οικοσυστήματα
6.1.   Physical damage, having regard to substrate characteristicsΣτόχος είναι οι ανθρώπινες πιέσεις στον θαλάσσιο βυθό να μην παρεμποδίζουν τη διατήρηση της φυσικής ποικιλότητας, της παραγωγικότητας και των δυναμικών οικολογικών διαδικασιών των συνιστωσών του οικοσυστήματος λαμβάνοντας υπόψη την αντοχή του οικοσυστήματος. Πολλές βενθικές περιοχές δεν πληρούν αυτά τα πρότυπα και απαιτούνται μέτρα διαχείρισης για τη βελτίωση της κατάστασής τους. Η κλίμακα αξιολόγησης στη συγκεκριμένη παράμετρο περιγραφής ενδέχεται να δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες, λόγω της αποσπασματικής φύσης των χαρακτηριστικών ορισμένων βενθικών οικοσυστημάτων και του πλήθους των ανθρώπινων πιέσεων. Η αξιολόγηση και η παρακολούθηση θα πρέπει να διενεργούνται κατόπιν αρχικής καταγραφής των επιπτώσεων και των απειλών για τα χαρακτηριστικά της βιοποικιλότητας και των ανθρώπινων πιέσεων, καθώς και ενσωμάτωσης των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης από μικρότερη προς μεγαλύτερες κλίμακες, καλύπτοντας κατά περίπτωση μία υποδιαίρεση, υποπεριφέρεια ή περιφέρεια (19).
The main concern for management purposes is the magnitude of impacts of human activities on seafloor substrates structuring the benthic habitats. Among the substrate types, biogenic substrates, which are the most sensitive to physical disturbance, provide a range of functions that support benthic habitats and communities.6.1.   Υλική βλάβη, σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του υποστρώματος
— | Type, abundance, biomass and areal extent of relevant biogenic substrate (6.1.1)Βασικό μέλημα για τούς διαχειριστικούς σκοπούς είναι να διαπιστωθεί το μέγεθος των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στα υποστρώματα του θαλάσσιου πυθμένα που καθορίζουν τη διάρθρωση των βενθικών ενδιαιτημάτων. Τα πλέον ευαίσθητα στην ανθρώπινη διατάραξη υποστρώματα είναι τα βιογενή, τα οποία επιτελούν σειρά λειτουργιών που υποστηρίζουν τα βενθικά ενδιαιτήματα και τις βενθικές κοινότητες.
— | Extent of the seabed significantly affected by human activities for the different substrate types (6.1.2).— | Είδος, αφθονία, βιομάζα και εδαφική έκταση του συναφούς βιογενούς υποστρώματος (6.1.1)
6.2.   Condition of benthic community— | Έκταση του θαλάσσιου βυθού που θίγεται ουσιαστικά από τις ανθρώπινες δραστηριότητες ανά είδος υποστρώματος (6.1.2)
The characteristics of the benthic community such as species composition, size composition and functional traits provide an important indication of the potential of the ecosystem to function well. Information on the structure and dynamics of communities is obtained, as appropriate, by measuring species diversity, productivity (abundance or biomass), tolerant or sensitive taxa and taxocene dominance and size composition of a community, reflected by the proportion of small and large individuals.6.2.   Κατάσταση της βενθικής κοινότητας
— | Presence of particularly sensitive and/or tolerant species (6.2.1)Τα χαρακτηριστικά της βενθικής κοινότητας, όπως η σύνθεση κατά είδος ή κατά μέγεθος, αλλά και τα λειτουργικά της χαρακτηριστικά, παρέχουν σημαντικές ενδείξεις σχετικά με τις δυνατότητες καλής λειτουργίας του οικοσυστήματος. Πληροφορίες σχετικά με τη διάρθρωση και τη δυναμική των κοινοτήτων λαμβάνονται, κατά περίπτωση, με μετρήσεις της ποικιλότητας των ειδών, της παραγωγικότητας (αφθονία ή βιομάζα), ανεκτικές ή ευαίσθητες ταξονομικές ομάδες και επικράτηση σε επίπεδο ταξονομικής ομάδας, και σύνθεση της κοινότητας ανά μέγεθος, με βάση την αναλογία μικρών και μεγάλων ατόμων.
— | Multi-metric indexes assessing benthic community condition and functionality, such as species diversity and richness, proportion of opportunistic to sensitive species (6.2.2)— | Παρουσία ιδιαίτερα ευαίσθητων ή/και ανθεκτικών ειδών (6.2.1)
— | Proportion of biomass or number of individuals in the macrobenthos above some specified length/size (6.2.3)— | Πολυπαραμετρικοί δείκτες αξιολόγησης της κατάστασης και της λειτουργικότητας της βενθικής κοινότητας, όπως ποικιλότητα και πλούτος ειδών, αναλογία καιροσκοπικών προς ευαίσθητα είδη (6.2.2)
— | Parameters describing the characteristics (shape, slope and intercept) of the size spectrum of the benthic community (6.2.4).— | Αναλογία βιομάζας ή πλήθους ατόμων στο μακροβένθος που υπερβαίνουν καθορισμένο μήκος/μέγεθος (6.2.3)
Descriptor 7:   Permanent alteration of hydrographical conditions does not adversely affect marine ecosystems.— | Παράμετροι περιγραφής των χαρακτηριστικών (σχήμα, κλίση και σημείο τομής) του φάσματος μεγέθους της βενθικής κοινότητας (6.2.4)
Permanent alterations of the hydrographical conditions by human activities may consist for instance of changes in the tidal regime, sediment and freshwater transport, current or wave action, leading to modifications of the physical and chemicals characteristics set out in Table 1 of Annex III to Directive 2008/56/EC. Such changes may be particularly relevant whenever they have the potential to affect marine ecosystems at a broader scale and their assessment may provide an early warning of possible impacts on the ecosystem. For coastal waters, Directive 2000/60/EC sets hydromorphological objectives that need to be addressed through measures in the context of river basin management plans. A case by case approach is necessary to assess the impact of activities. Tools such as environmental impact assessment, strategic environmental assessment and maritime spatial planning may contribute to evaluate and assess the extent and the cumulative aspects of impacts from such activities. It is however important to ensure that any such tools provide for adequate elements to assess potential impacts on the marine environment, including transboundary considerations.Παράμετρος περιγραφής 7:   Η μόνιμη αλλοίωση των υδρογραφικών συνθηκών δεν επηρεάζει δυσμενώς τα θαλάσσια οικοσυστήματα
7.1.   Spatial characterisation of permanent alterationsΟι μόνιμες αλλοιώσεις των υδρογραφικών συνθηκών λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων συνίστανται επί παραδείγματι σε μεταβολή του παλιρροιακού καθεστώτος, μεταφορά ιζημάτων και γλυκού νερού, δράση ρευμάτων ή κυμάτων που έχουν ως συνέπεια αλλαγές στα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται στον πίνακα 1 του παραρτήματος III της οδηγίας 2008/56/ΕΚ. Οι αλλαγές αυτές ενδέχεται να παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εφόσον μπορούν εν δυνάμει να επηρεάσουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα σε ευρύτερη κλίμακα, η δε αξιολόγησή τους μπορεί να δώσει μια έγκαιρη προειδοποίηση για τις πιθανές επιδράσεις στο οικοσύστημα. Για τα παράκτια ύδατα, η οδηγία 2000/60/ΕΚ θεσπίζει υδρομορφολογικούς στόχους προς επίτευξη μέσα από μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο σχεδίων διαχείρισης λεκανών απορροής ποταμών. Για την αξιολόγηση των επιπτώσεων των δραστηριοτήτων, είναι απαραίτητο να υιοθετηθεί μια προσέγγιση κατά περίπτωση. Εργαλεία όπως η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός μπορούν να συμβάλουν στην αξιολόγηση και την εκτίμηση της έκτασης και της σωρευτικότητας των επιπτώσεων των εν λόγω δραστηριοτήτων. Παρά ταύτα, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι τα ως άνω εργαλεία παρέχουν επαρκή στοιχεία για την αξιολόγηση των δυνητικών επιπτώσεων στο θαλάσσιο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης και της διασυνοριακής διάστασης.
— | Extent of area affected by permanent alterations (7.1.1)7.1.   Χωρικός χαρακτηρισμός των μόνιμων αλλοιώσεων
7.2.   Impact of permanent hydrographical changes— | Έκταση που επηρεάζεται από την αλλοίωση (7.1.1)
— | Spatial extent of habitats affected by the permanent alteration (7.2.1)7.2.   Επιπτώσεις των μόνιμων υδρογραφικών μεταβολών
— | Changes in habitats, in particular the functions provided (e.g. spawning, breeding and feeding areas and migration routes of fish, birds and mammals), due to altered hydrographical conditions (7.2.2).— | Χωρική έκταση των ενδιαιτημάτων που επηρεάζονται από τη μόνιμη αλλοίωση (7.2.1)
Descriptor 8:   Concentrations of contaminants are at levels not giving rise to pollution effects.— | Μεταβολές των ενδιαιτημάτων, ιδίως των λειτουργιών που επιτελούν (π.χ. περιοχές ωοτοκίας, αναπαραγωγής και διατροφής και μεταναστευτικές οδοί ψαριών, πτηνών και θηλαστικών), λόγω αλλοίωσης των υδρογραφικών συνθηκών (7.2.2)
The concentration of contaminants in the marine environment and their effects need to be assessed taking into account the impacts and threats to the ecosystem (20). Relevant provisions of Directive 2000/60/EC in territorial and/or coastal waters have to be taken into consideration to ensure proper coordination of the implementation of the two legal frameworks, having also regard to the information and knowledge gathered and approaches developed in regional sea conventions. The Member States have to consider the substances or groups of substances, where relevant for the marine environment, that:Παράμετρος περιγραφής 8:   Οι συγκεντρώσεις ρύπων είναι σε επίπεδα που δεν προκαλούνται αρνητικές επιδράσεις λόγω ρύπανσης
(i) | exceed the relevant Environmental Quality Standards set out pursuant to Article 2(35) and Annex V to Directive 2000/60/EC in coastal or territorial waters adjacent to the marine region or sub-region, be it in water, sediment and biota; and/orΗ συγκέντρωση ρυπογόνων ουσιών στο θαλάσσιο περιβάλλον και οι επιπτώσεις τους αξιολογούνται λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις και τις απειλές για το οικοσύστημα (20). Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2000/60/ΕΚ σε χωρικά και/ή παράκτια ύδατα ώστε να διασφαλίζεται δεόντως ο συντονισμός της εφαρμογής των δύο νομικών πλαισίων, συνεκτιμώντας επίσης τις πληροφορίες και τις συλλεχθείσες γνώσεις και τις αναπτυχθείσες προσεγγίσεις στο πλαίσιο των περιφερειακών συμβάσεων για τις θάλασσες. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξετάζουν τις ουσίες ή τις ομάδες ουσιών, εφόσον σχετίζονται με το θαλάσσιο περιβάλλον, οι οποίες:
(ii) | are listed as priority substances in Annex X to Directive 2000/60/EC and further regulated in Directive 2008/105/EC, which are discharged into the concerned marine region, sub-region or subdivision; and/ori) | σημειώνουν συγκέντρωση στο θαλασσινό νερό, το ίζημα ή τους ζώντες οργανισμούς που υπερβαίνει τα συναφή πρότυπα περιβαλλοντικής ποιότητας τα οποία θεσπίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 35 του άρθρου 2 και του παραρτήματος V της οδηγίας 2000/60/ΕΚ σε παράκτια ή χωρικά ύδατα όμορα προς τη θαλάσσια περιφέρεια ή υποπεριφέρεια και/ή
(iii) | are contaminants and their total releases (including losses, discharges or emissions) may entail significant risks to the marine environment from past and present pollution in the marine region, sub-region or subdivision concerned, including as a consequence of acute pollution events following incidents involving for instance hazardous and noxious substances.ii) | υπάγονται στον κατάλογο ουσιών προτεραιότητας του παραρτήματος X της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, οι οποίες ρυθμίζονται περαιτέρω στην οδηγία 2008/105/ΕΚ, και απορρίπτονται στην οικεία θαλάσσια περιφέρεια, υποπεριφέρεια ή υποδιαίρεση και/ή
Progress towards good environmental status will depend on whether pollution is progressively being phased out, i.e. the presence of contaminants in the marine environment and their biological effects are kept within acceptable limits, so as to ensure that there are no significant impacts on or risk to the marine environment.iii) | είναι ρυπογόνες και οι συνολικές εκλύσεις τους (περιλαμβανομένων των διαρροών, των απορρίψεων και των εκπομπών) ενδέχεται να συνιστούν σημαντικό κίνδυνο για το θαλάσσιο περιβάλλον λόγω ρύπανσης κατά το παρελθόν ή το παρόν στην οικεία θαλάσσια περιφέρεια, υποπεριφέρεια ή υποδιαίρεση, μεταξύ άλλων και συνεπεία επεισοδίων οξείας ρύπανσης κατόπιν περιστατικών με επικίνδυνες και επιβλαβείς ουσίες.
8.1.   Concentration of contaminantsΗ πρόοδος προς την καλή περιβαλλοντική κατάσταση θα εξαρτηθεί από τη σταδιακή εξάλειψη της ρύπανσης, από το κατά πόσον δηλαδή η παρουσία ρυπογόνων ουσιών στο θαλάσσιο περιβάλλον καθώς και οι βιολογικές επιπτώσεις τους θα διατηρηθούν εντός αποδεκτών ορίων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές συνέπειες ή κίνδυνοι για το θαλάσσιο περιβάλλον.
— | Concentration of the contaminants mentioned above, measured in the relevant matrix (such as biota, sediment and water) in a way that ensures comparability with the assessments under Directive 2000/60/EC (8.1.1)8.1.   Συγκέντρωση ρυπογόνων ουσιών
8.2.   Effects of contaminants— | Συγκέντρωση των ως άνω ρυπογόνων ουσιών, βάσει μετρήσεων στα συναφή υλικά (όπως ζώντες οργανισμοί, ίζημα και θαλασσινό νερό) κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη συγκρισιμότητα με τις αξιολογήσεις που προβλέπονται από την οδηγία 2000/60/ΕΚ (8.1.1)
— | Levels of pollution effects on the ecosystem components concerned, having regard to the selected biological processes and taxonomic groups where a cause/effect relationship has been established and needs to be monitored (8.2.1)8.2.   Επιδράσεις των ρυπογόνων ουσιών
— | Occurrence, origin (where possible), extent of significant acute pollution events (e.g. slicks from oil and oil products) and their impact on biota physically affected by this pollution (8.2.2).— | Επίπεδα επίδρασης της ρύπανσης στα υπό εξέταση συστατικά στοιχεία του οικοσυστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις επιλεγμένες βιολογικές διαδικασίες και ταξινομικές ομάδες στις οποίες διαπιστώθηκαν σχέσεις αιτίου/αιτιατού και πρέπει να παρακολουθούνται (8.2.1)
Descriptor 9:   Contaminants in fish and other seafood for human consumption do not exceed levels established by Community legislation or other relevant standards.— | Συχνότητα εμφάνισης, προέλευση (ει δυνατόν), έκταση των σημαντικών επεισοδίων οξείας ρύπανσης (π.χ. κηλίδες πετρελαίου ή προϊόντων πετρελαίου) και οι επιπτώσεις τους στους ζώντες οργανισμούς που πλήττονται από την εν λόγω ρύπανση (8.2.2)
In the different regions or sub-regions, Member States need to monitor in edible tissues (muscle, liver, roe, flesh, soft parts as appropriate) of fish, crustaceans, molluscs and echinoderms, as well as seaweed, caught or harvested in the wild, the possible presence of substances for which maximum levels are established at European, regional, or national level for products destined to human consumption.Παράμετρος περιγραφής 9:   Οι ρυπογόνες ουσίες σε ψάρια και άλλα θαλάσσια τρόφιμα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση δεν υπερβαίνουν τα επίπεδα που καθορίζει η κοινοτική νομοθεσία ή άλλα αντίστοιχα πρότυπα
9.1.   Levels, number and frequency of contaminantsΣτις διάφορες περιφέρειες ή υποπεριφέρειες, τα κράτη μέλη απαιτείται να παρακολουθούν στους βρώσιμους ιστούς (μυϊκούς, ηπατικούς, σάρκα και μαλακούς ιστούς καθώς και αυγά κατά περίπτωση) των ψαριών, των οστρακόδερμων, των μαλακίων και των εχινόδερμων, καθώς και στα φύκη των οποίων γίνεται απόληψη ή συλλογή, την πιθανή παρουσία ουσιών για τη συγκέντρωση των οποίων θεσπίζονται μέγιστα όρια σε ευρωπαϊκό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο όσον αφορά προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο.
— | Actual levels of contaminants that have been detected and number of contaminants which have exceeded maximum regulatory levels (9.1.1)9.1.   Επίπεδα, πλήθος και συχνότητα ρυπογόνων ουσιών
— | Frequency of regulatory levels being exceeded (9.1.2).— | Ανιχνευθέντα επίπεδα ρυπογόνων ουσιών και πλήθος ρυπογόνων ουσιών οι συγκεντρώσεις των οποίων υπερβαίνουν τα μέγιστα επίπεδα που ορίζονται από ρυθμιστικές διατάξεις (9.1.1)
Descriptor 10:   Properties and quantities of marine litter do not cause harm to the coastal and marine environment.— | Συχνότητα υπερβάσεων των επιπέδων που ορίζονται από ρυθμιστικές διατάξεις (9.1.2)
The distribution of litter is highly variable, which needs to be taken into consideration for monitoring programmes. It is necessary to identify the activity to which it is linked including, where possible, its origin. There is still a need for further development of several indicators, notably those relating to biological impacts and to micro-particles, as well as for the enhanced assessment of their potential toxicity (21).Παράμετρος περιγραφής 10:   Οι ιδιότητες και οι ποσότητες των θαλάσσιων απορριμμάτων δεν προκαλούν βλάβες για το θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον
10.1.   Characteristics of litter in the marine and coastal environmentΗ κατανομή των απορριμμάτων παρουσιάζει έντονη διακύμανση, γεγονός που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τα προγράμματα παρακολούθησης. Είναι απαραίτητο να εντοπίζονται οι δραστηριότητες με τις οποίες συνδέονται και, όπου είναι δυνατόν, η προέλευσή τους. Εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης σειράς δεικτών, ιδίως όσων σχετίζονται με τις βιολογικές επιπτώσεις και τα μικροσωματίδια, καθώς και την καλύτερη αξιολόγηση της δυνητικής τοξικότητάς τους (21).
— | Trends in the amount of litter washed ashore and/or deposited on coastlines, including analysis of its composition, spatial distribution and, where possible, source (10.1.1)10.1.   Χαρακτηριστικά των απορριμμάτων στο θαλάσσιο και το παράκτιο περιβάλλον
— | Trends in the amount of litter in the water column (including floating at the surface) and deposited on the sea-floor, including analysis of its composition, spatial distribution and, where possible, source (10.1.2)— | Τάσεις όσον αφορά τις ποσότητες απορριμμάτων που εκβράζονται και/ή εναποτίθενται στις ακτογραμμές, περιλαμβανομένης της ανάλυσης της σύστασής τους, της χωρικής κατανομής τους και, όπου είναι δυνατόν, της προέλευσής τους (10.1.1)
— | Trends in the amount, distribution and, where possible, composition of micro-particles (in particular micro-plastics) (10.1.3)— | Τάσεις όσον αφορά τις ποσότητες απορριμμάτων στη στήλη ύδατος (συμπεριλαμβανομένων των επιπλεόντων στην επιφάνεια του νερού) και εναποτιθέμενων στον βυθό, περιλαμβανομένης της ανάλυσης της σύστασής τους, της χωρικής κατανομής τους και, όπου είναι δυνατόν, της προέλευσής τους (10.1.2)
10.2.   Impacts of litter on marine life— | Τάσεις όσον αφορά τις ποσότητες, την κατανομή και, όπου είναι δυνατόν, τη σύνθεση των μικροσωματιδίων (ιδίως των μικροπλαστικών) (10.1.3)
— | Trends in the amount and composition of litter ingested by marine animals (e.g. stomach analysis) (10.2.1).10.2.   Επιπτώσεις των απορριμμάτων στη θαλάσσια ζωή
This indicator needs to be developed further, based on the experience in some sub-regions (e.g. North Sea), to be adapted in other regions.— | Τάσεις όσον αφορά τις ποσότητες και τη σύσταση των απορριμμάτων που εισέρχονται διά της κατάποσης στα θαλάσσια ζώα (π.χ. ανάλυση στομάχου) (10.2.1)
Descriptor 11:   Introduction of energy, including underwater noise, is at levels that do not adversely affect the marine environment.Απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη του εν λόγω δείκτη βάσει της εμπειρίας σε ορισμένες υποπεριφέρειες (π.χ. Βόρεια Θάλασσα) και προσαρμογή του σε άλλες περιφέρειες.
Together with underwater noise, which is highlighted throughout Directive 2008/56/EC, other forms of energy input have the potential to impact on components of marine ecosystems, such as thermal energy, electromagnetic fields and light. Additional scientific and technical progress is still required to support the further development of criteria related to this descriptor (22), including in relation to impacts of introduction of energy on marine life, relevant noise and frequency levels (which may need to be adapted, where appropriate, subject to the requirement of regional cooperation). At the current stage, the main orientations for the measurement of underwater noise have been identified as a first priority in relation to assessment and monitoring (23), subject to further development, including in relation to mapping. Anthropogenic sounds may be of short duration (e.g. impulsive such as from seismic surveys and piling for wind farms and platforms, as well as explosions) or be long lasting (e.g. continuous such as dredging, shipping and energy installations) affecting organisms in different ways. Most commercial activities entailing high level noise levels affecting relatively broad areas are executed under regulated conditions subject to a license. This creates the opportunity for coordinating coherent requirements for measuring such loud impulsive sounds.Παράμετρος περιγραφής 11:   Η εισαγωγή ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου και του υποθαλάσσιου θορύβου, ανέρχεται σε επίπεδα που δεν επηρεάζουν δυσμενώς το θαλάσσιο περιβάλλον
11.1.   Distribution in time and place of loud, low and mid frequency impulsive soundsΕκτός από τον υποθαλάσσιο θόρυβο, ο οποίος επισημαίνεται καθ’ όλη την οδηγία 2008/56/ΕΚ, άλλες μορφές εισροής ενέργειας έχουν τη δυνατότητα να επιδράσουν στα συστατικά στοιχεία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων όπως η θερμική ενέργεια, τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία και το φως. Εξακολουθεί να απαιτείται περαιτέρω επιστημονική και τεχνική πρόοδος προκειμένου να υποστηριχθεί η περαιτέρω ανάπτυξη κριτηρίων για τη συγκεκριμένη παράμετρο περιγραφής (22), τα οποία θα καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις της εισαγωγής ενέργειας στη θαλάσσια ζωή, τα σχετικά επίπεδα θορύβου και συχνότητας (που ενδεχομένως θα πρέπει προσαρμοσθούν, κατά περίπτωση, βάσει της απαίτησης για περιφερειακή συνεργασία). Στο παρόν στάδιο, οι βασικές κατευθύνσεις όσον αφορά τη μέτρηση του υποθαλάσσιου θορύβου έχουν καταστεί πρώτη προτεραιότητα στον τομέα της αξιολόγησης και της παρακολούθησης (23), παρότι απαιτούν περαιτέρω ανάπτυξη, όπως σε ό,τι αφορά τη χαρτογράφηση. Οι ανθρωπογενείς ήχοι ενδέχεται να είναι βραχείας διάρκειας (π.χ. παλμικοί από σεισμικές έρευνες και υποστυλώσεις αιολικών πάρκων και εξεδρών, αλλά και εκρήξεις) ή μακράς διάρκειας (π.χ. συνεχείς, όπως οι βυθοκορήσεις, η ναυσιπλοΐα και οι ενεργειακές εγκαταστάσεις) και να επηρεάζουν τους οργανισμούς με διάφορους τρόπους. Οι περισσότερες εμπορικές δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται υψηλά επίπεδα θορύβου που επηρεάζουν σχετικά ευρείες περιοχές εκτελούνται υπό ρυθμισμένες συνθήκες κατόπιν αδειοδότησης. Συνεπώς, δημιουργείται η ευκαιρία για τον συντονισμό συνεκτικών προδιαγραφών για τη μέτρηση τέτοιας υψηλής έντασης παλμικών ήχων.
— | Proportion of days and their distribution within a calendar year over areas of a determined surface, as well as their spatial distribution, in which anthropogenic sound sources exceed levels that are likely to entail significant impact on marine animals measured as Sound Exposure Level (in dB re 1μPa2.s) or as peak sound pressure level (in dB re 1μPapeak) at one metre, measured over the frequency band 10 Hz to 10 kHz (11.1.1)11.1.   Κατανομή στον χρόνο και τον χώρο των υψηλής έντασης παλμικών ήχων, χαμηλής και μεσαίας συχνότητας
11.2.   Continuous low frequency sound— | Αναλογία ημερών και κατανομή αυτών εντός του ημερολογιακού έτους, σε περιοχές προσδιορισμένης επιφάνειας καθώς και η χωρική κατανομή τους, στις οποίες οι ανθρωπογενείς ηχητικές πηγές υπερβαίνουν τα επίπεδα που αναμένεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα θαλάσσια ζώα μετρηθέντα ως επίπεδο έκθεσης στον ήχο (σε dB re 1μΡα2.s ή σε μέγιστο επίπεδο πίεσης ήχου (σε dB re 1μΡαpeak), στο ένα μέτρο, με μετρήσεις στη ζώνη συχνοτήτων μεταξύ 10 Hz και 10 kHz (11.1.1)
— | Trends in the ambient noise level within the 1/3 octave bands 63 and 125 Hz (centre frequency) (re 1μΡa RMS; average noise level in these octave bands over a year) measured by observation stations and/or with the use of models if appropriate (11.2.1).11.2.   Συνεχής ήχος χαμηλής συχνότητας
(1)  See recitals 3 and 4.— | Τάσεις όσον αφορά τα επίπεδα περιβαλλοντικού θορύβου εντός ζώνης τρίτου οκτάβας 63 και 125 Hz (κεντρική συχνότητα) (re 1μΡa RMS· μέσο επίπεδο θορύβου στις εν λόγω ζώνες οκτάβας στη διάρκεια ενός έτους), βάσει μετρήσεων από σταθμούς παρατήρησης ή/και με τη χρήση μοντέλων εφόσον κρίνεται δόκιμο (11.2.1)
(2)  OJ L 348, 24.12.2008, p. 84.(1)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
(3)  OJ L 60, 5.3.2008, p. 1.(2)  ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 84.
(4)  See recital 2.(3)  ΕΕ L 60 της 5.3.2008, σ. 1.
(5)  See recitals 3 and 4.(4)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 2.
(6)  See points 3 to 6 in Part A.(5)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
(7)  See point 6 in Part A.(6)  Βλέπε σημεία 3 ως 6 στο μέρος A.
(8)  ‘Assessment, monitoring and reporting of conservation status — Preparing the 2001-2007 report under Article 17 of the Habitats Directive’, 15 March 2005, accepted in the Habitats Committee on 20 April 2005.(7)  Βλέπε σημείο 6 στο μέρος A.
(9)  See footnote 8.(8)  «Assessment, monitoring and reporting of conservation status – Preparing the 2001-2007 report under Article 17 of the Habitats Directive», 15 Μαρτίου 2005, εγκρίθηκε από την Επιτροπή Οικοτόπων στις 20 Απριλίου 2005.
(10)  Council Regulation (EC) No 708/2007 of 11 June 2007 concerning use of alien and locally absent species in aquaculture (OJ L 168, 28.6.2007, p. 1).(9)  Βλέπε υποσημείωση 8.
(11)  See Annex IV to Regulation (EC) No 708/2007.(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 708/2007 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2007, για τη χρήση στην υδατοκαλλιέργεια ξένων και απόντων σε τοπικό επίπεδο ειδών (ΕΕ L 168 της 28.6.2007, σ. 1).
(12)  See recitals 3 and 4.(11)  Βλέπε παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 708/2007.
(13)  See point 9 in Part A.(12)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
(14)  Communication ‘Implementing sustainability in EU fisheries through maximum sustainable yield’ (COM(2006) 360 final).(13)  Βλέπε σημείο 9 στο μέρος A.
(15)  See recitals 3 and 4.(14)  Ανακοίνωση «Εφαρμογή της αειφορίας στην αλιεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης» [COM(2006) 360 τελικό].
(16)  Guidance Document on the Eutrophication Assessment in the Context of European Water Policies, Document No 23. European Commission (2009). See http://circa.europa.eu/Public/irc/env/wfd/library(15)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
(17)  See points 3 to 6 in Part A.(16)  Κατευθυντήριο έγγραφο για την αξιολόγηση του ευτροφισμού στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών για το νερό, έγγραφο αριθ. 23. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2009). Βλέπε http://circa.europa.eu/Public/irc/env/wfd/library
(18)  See point 7 in Part A.(17)  Βλέπε σημεία 3 ως 6 στο μέρος A.
(19)  See points 3 to 6 in Part A.(18)  Βλέπε σημείο 7 στο μέρος A.
(20)  See points 3 and 4 in Part A.(19)  Βλέπε σημεία 3 ως 6 στο μέρος A.
(21)  See recitals 3 and 4.(20)  Βλέπε σημεία 3 και 4 στο μέρος A.
(22)  See recitals 3 and 4.(21)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
(23)  See point 9 in Part A.(22)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4.
 (23)  Βλέπε σημείο 9 στο μέρος A.