?

17.12.2011    | EN | Official Journal of the European Union | L 335/117.12.2011    | EL | Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης | L 335/1
DIRECTIVE 2011/92/EU OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCILΟΔΗΓΊΑ 2011/92/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ
of 13 December 2011της 13ης Δεκεμβρίου 2011
on combating the sexual abuse and sexual exploitation of children and child pornography, and replacing Council Framework Decision 2004/68/JHAσχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου
THE EUROPEAN PARLIAMENT AND THE COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION,ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Having regard to the Treaty on the Functioning of the European Union, and in particular Article 82(2) and Article 83(1) thereof,Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 2 και το άρθρο 83 παράγραφος 1,
Having regard to the proposal from the European Commission,Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
After transmission of the draft legislative act to the national parliaments,Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Having regard to the opinion of the European Economic and Social Committee (1),Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
After consulting the Committee of the Regions,Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Acting in accordance with the ordinary legislative procedure (2),Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Whereas:Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) | Sexual abuse and sexual exploitation of children, including child pornography, constitute serious violations of fundamental rights, in particular of the rights of children to the protection and care necessary for their well-being, as provided for by the 1989 United Nations Convention on the Rights of the Child and by the Charter of Fundamental Rights of the European Union (3).(1) | Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3).
(2) | In accordance with Article 6(1) of the Treaty on European Union, the Union recognises the rights, freedoms and principles set out in the Charter of Fundamental Rights of the European Union, in which Article 24(2) provides that in all actions relating to children, whether taken by public authorities or private institutions, the child’s best interests must be a primary consideration. Moreover, the Stockholm Programme — An Open and Secure Europe Serving and Protecting Citizens (4) gives a clear priority to combating the sexual abuse and sexual exploitation of children and child pornography.(2) | Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που καθορίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, στο άρθρο 24 παράγραφος 2, προβλέπει ότι σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. Επιπλέον, το πρόγραμμα της Στοκχόλμης: Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες (4) παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας.
(3) | Child pornography, which consists of images of child sexual abuse, and other particularly serious forms of sexual abuse and sexual exploitation of children are increasing and spreading through the use of new technologies and the Internet.(3) | Η παιδική πορνογραφία, που συνίσταται στην απεικόνιση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, και άλλες ιδιαζόντως σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών αυξάνονται και εξαπλώνονται με τη χρήση νέων τεχνολογιών και του Διαδικτύου.
(4) | Council Framework Decision 2004/68/JHA of 22 December 2003 on combating the sexual exploitation of children and child pornography (5) approximates Member States’ legislation to criminalise the most serious forms of child sexual abuse and sexual exploitation, to extend domestic jurisdiction, and to provide for a minimum level of assistance for victims. Council Framework Decision 2001/220/JHA of 15 March 2001 on the standing of victims in criminal proceedings (6) establishes a set of victims’ rights in criminal proceedings, including the right to protection and compensation. Moreover, the coordination of prosecution of cases of sexual abuse, sexual exploitation of children and child pornography will be facilitated by the implementation of Council Framework Decision 2009/948/JHA of 30 November 2009 on prevention and settlement of conflicts of exercise of jurisdiction in criminal proceedings (7).(4) | Η απόφαση-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, για την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας (5), προβλέπει την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών προκειμένου να ποινικοποιηθούν οι σοβαρότερες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, να διευρυνθεί η δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων και να προβλεφθεί ένα ελάχιστο επίπεδο συνδρομής για τα θύματα. Η απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (6), καθορίζει μια σειρά δικαιωμάτων που έχουν τα θύματα στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα της προστασίας και της αποζημίωσης. Εξάλλου, ο συντονισμός της δίωξης υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης, σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και παιδικής πορνογραφίας θα διευκολυνθεί με την εφαρμογή της απόφασης-πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την πρόληψη και τον διακανονισμό συγκρούσεων δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις (7).
(5) | In accordance with Article 34 of the United Nations Convention on the Rights of the Child, States Parties undertake to protect the child from all forms of sexual exploitation and sexual abuse. The 2000 United Nations Optional Protocol to the Convention on the Rights of the Child on the sale of children, child prostitution and child pornography and, in particular, the 2007 Council of Europe Convention on the Protection of Children against Sexual Exploitation and Sexual Abuse are crucial steps in the process of enhancing international cooperation in this field.(5) | Σύμφωνα με το άρθρο 34 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, τα συμβαλλόμενα κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης. Το προαιρετικό πρωτόκολλο του 2000 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού σχετικά με την πώληση παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία και, ιδίως, η σύμβαση του 2007 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης αποτελούν ουσιαστικά βήματα στη διαδικασία ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα αυτό.
(6) | Serious criminal offences such as the sexual exploitation of children and child pornography require a comprehensive approach covering the prosecution of offenders, the protection of child victims, and prevention of the phenomenon. The child’s best interests must be a primary consideration when carrying out any measures to combat these offences in accordance with the Charter of Fundamental Rights of the European Union and the United Nations Convention on the Rights of the Child. Framework Decision 2004/68/JHA should be replaced by a new instrument providing such comprehensive legal framework to achieve that purpose.(6) | Για σοβαρά ποινικά αδικήματα, όπως η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και η παιδική πορνογραφία, απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση που να καλύπτει τη δίωξη των δραστών, την προστασία των παιδιών-θυμάτων, και την πρόληψη του φαινομένου. Όλα τα μέτρα για την πάταξη των αδικημάτων αυτών πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή με γνώμονα το συμφέρον των παιδιών, σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού. Η απόφαση-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ θα πρέπει να αντικατασταθεί από νέα νομοθετική πράξη που να παρέχει αυτό το ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο προς επίτευξη του σκοπού αυτού.
(7) | This Directive should be fully complementary with Directive 2011/36/EU of the European Parliament and of the Council of 5 April 2011 on preventing and combating trafficking in human beings and protecting its victims, and replacing Council Framework Decision 2002/629/JHA (8), as some victims of human trafficking have also been child victims of sexual abuse or sexual exploitation.(7) | Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να είναι πλήρως συμπληρωματική με την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου (8), δεδομένου ότι μεταξύ των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων συγκαταλέγονται και ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
(8) | In the context of criminalising acts related to pornographic performance, this Directive refers to such acts which consist of an organised live exhibition, aimed at an audience, thereby excluding personal face-to-face communication between consenting peers, as well as children over the age of sexual consent and their partners from the definition.(8) | Η παρούσα οδηγία θεσπίζει το αξιόποινο πράξεων που συνδέονται με πορνογραφικές παραστάσεις και ορίζει πράξεις που συνιστούν οργανωμένη απευθείας έκθεση προοριζόμενη για ακροατήριο, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό από τον ορισμό την άμεση προσωπική επικοινωνία μεταξύ συναινούντων ομολόγων, καθώς και μεταξύ παιδιών πάνω από την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και των συντρόφων τους.
(9) | Child pornography frequently includes images recording the sexual abuse of children by adults. It may also include images of children involved in sexually explicit conduct, or of their sexual organs, where such images are produced or used for primarily sexual purposes and exploited with or without the child’s knowledge. Furthermore, the concept of child pornography also covers realistic images of a child, where a child is engaged or depicted as being engaged in sexually explicit conduct for primarily sexual purposes.(9) | Η παιδική πορνογραφία περιλαμβάνει συχνά παραστάσεις που απεικονίζουν τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών από ενήλικες. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει εικόνες παιδιών που συμμετέχουν σε πράξεις σαφούς σεξουαλικού χαρακτήρα ή εικόνες των γεννητικών τους οργάνων οι οποίες παράγονται ή χρησιμοποιούνται πρωταρχικά για σεξουαλικούς σκοπούς και ανεξαρτήτως του εάν γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης εν γνώσει ή εν αγνοία του ανηλίκου. Επιπλέον, η έννοια της παιδικής πορνογραφίας περιλαμβάνει επίσης ρεαλιστικές εικόνες παιδιού στις οποίες απεικονίζεται ανήλικος να συμμετέχει ή να επιδίδεται σε πράξη σαφούς σεξουαλικού χαρακτήρα για σεξουαλικούς κυρίως σκοπούς.
(10) | Disability, by itself, does not automatically constitute an impossibility to consent to sexual relations. However, the abuse of the existence of such a disability in order to engage in sexual activities with a child should be criminalised.(10) | Η αναπηρία αυτή καθεαυτή δεν συνιστά αυτομάτως αδυναμία συναίνεσης σε σεξουαλικές σχέσεις. Ωστόσο, η εκμετάλλευση της ύπαρξης αναπηρίας αυτού του είδους για την τέλεση σεξουαλικών δραστηριοτήτων με παιδί θα πρέπει να ποινικοποιηθεί.
(11) | In adopting legislation on substantive criminal law, the Union should ensure consistency of such legislation in particular with regard to the level of penalties. The Council conclusions of 24 and 25 April 2002 on the approach to apply regarding approximation of penalties, which indicate four levels of penalties, should be kept in mind in the light of the Lisbon Treaty. This Directive, because it contains an exceptionally high number of different offences, requires, in order to reflect the various degrees of seriousness, a differentiation in the level of penalties which goes further than what should usually be provided in Union legal instruments.(11) | Κατά τη θέσπιση νομοθεσίας στον τομέα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, η Ένωση θα πρέπει να εξασφαλίσει τη συνοχή αυτής της νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά το ύψος των ποινών. Θα πρέπει εν προκειμένω να ληφθούν υπόψη, υπό το πρίσμα της Συνθήκης της Λισαβόνας, τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 24ης και 25ης Απριλίου 2002 σχετικά με την προσέγγιση που θα πρέπει να ακολουθηθεί όσον αφορά την εναρμόνιση των ποινών, στα οποία αναφέρονται τέσσερα επίπεδα ποινών. Επειδή καλύπτει εξαιρετικά μεγάλο αριθμό διαφορετικών αδικημάτων και για να είναι σε θέση να εκφράσει τους διαφορετικούς βαθμούς βαρύτητας, η παρούσα οδηγία απαιτεί ευρύτερη διαφοροποίηση του ύψους των ποινών από εκείνη που συνήθως θα πρέπει να προβλέπουν τα νομικά μέσα της Ένωσης.
(12) | Serious forms of sexual abuse and sexual exploitation of children should be subject to effective, proportionate and dissuasive penalties. This includes, in particular, various forms of sexual abuse and sexual exploitation of children which are facilitated by the use of information and communication technology, such as the online solicitation of children for sexual purposes via social networking websites and chat rooms. The definition of child pornography should also be clarified and brought closer to that contained in international instruments.(12) | Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ειδικότερα διάφορες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών που διευκολύνονται με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, όπως είναι η διαδικτυακή προσέγγιση παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς μέσω κοινωνικών δικτύων και χώρων συνομιλίας (chat rooms). Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ο ορισμός της παιδικής πορνογραφίας και να πλησιάσει περισσότερο τον ορισμό που περιλαμβάνεται στις διεθνείς πράξεις.
(13) | The maximum term of imprisonment provided for in this Directive for the offences referred to therein should apply at least to the most serious forms of such offences.(13) | Το ανώτατο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία για τα αδικήματα που καλύπτει θα πρέπει να εφαρμόζεται τουλάχιστον στις σοβαρότερες μορφές των αδικημάτων αυτών.
(14) | In order to reach the maximum term of imprisonment provided for in this Directive for offences concerning sexual abuse and sexual exploitation of children and child pornography, Member States may combine, taking into account their national law, the imprisonment terms provided for in national legislation in respect of those offences.(14) | Προκειμένου να εφαρμοσθεί το ανώτατο όριο στερητικής της ελευθερίας ποινής που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία για αδικήματα σχετικά με σεξουαλική κακοποίηση και σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να συνδυάζουν, λαμβάνοντας υπόψη το εθνικό τους δίκαιο, τις στερητικές της ελευθερίας ποινές που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία όσον αφορά τα εν λόγω αδικήματα.
(15) | This Directive obliges Member States to provide for criminal penalties in their national legislation in respect of the provisions of Union law on combating sexual abuse, sexual exploitation of children and child pornography. This Directive creates no obligations regarding the application of such penalties, or any other available system of law enforcement, in individual cases.(15) | Η παρούσα οδηγία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν στην εθνική τους νομοθεσία ποινικές κυρώσεις σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας. Η οδηγία δεν δημιουργεί υποχρεώσεις όσον αφορά την επιβολή αυτών των κυρώσεων ή οιουδήποτε άλλου συστήματος επιβολής του νόμου σε επιμέρους περιπτώσεις.
(16) | Especially for those cases where the offences referred to in this Directive are committed with the purpose of financial gain, Member States are invited to consider providing for the possibility to impose financial penalties in addition to imprisonment.(16) | Ιδίως στις περιπτώσεις όπου τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία διαπράττονται για κερδοσκοπικούς λόγους, τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν το ενδεχόμενο πρόβλεψης της επιβολής χρηματικών ποινών πέραν από την ποινή φυλάκισης.
(17) | In the context of child pornography, the term ‘without right’ allows Member States to provide a defence in respect of conduct relating to pornographic material having for example, a medical, scientific or similar purpose. It also allows activities carried out under domestic legal powers, such as the legitimate possession of child pornography by the authorities in order to conduct criminal proceedings or to prevent, detect or investigate crime. Furthermore, it does not exclude legal defences or similar relevant principles that relieve a person of responsibility under specific circumstances, for example where telephone or Internet hotlines carry out activities to report those cases.(17) | Στο πλαίσιο της παιδικής πορνογραφίας, ο όρος «χωρίς δικαίωμα» επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρέχουν μία άμυνα έναντι συμπεριφοράς που συνδέεται με πορνογραφικό υλικό και έχει, για παράδειγμα, ιατρικούς, επιστημονικούς, ή συναφείς σκοπούς. Επίσης, επιτρέπει δραστηριότητες που διεξάγονται στο πλαίσιο εσωτερικών νομικών εξουσιών, όπως η νόμιμη κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας εκ μέρους των αρχών με σκοπό τη διεξαγωγή ποινικών διώξεων ή την πρόληψη, τον εντοπισμό ή την έρευνα αδικημάτων. Επιπλέον, δεν αποκλείει τη νομική προστασία ή ανάλογες σχετικές αρχές που μπορούν, υπό ειδικές συνθήκες, να απαλλάξουν ένα πρόσωπο από την ευθύνη, όπως, για παράδειγμα, όταν ανοικτές τηλεφωνικές ή διαδικτυακές γραμμές διεξάγουν δραστηριότητα για να αναφέρουν τις περιπτώσεις αυτές.
(18) | Knowingly obtaining access, by means of information and communication technology, to child pornography should be criminalised. To be liable, the person should both intend to enter a site where child pornography is available and know that such images can be found there. Penalties should not be applied to persons inadvertently accessing sites containing child pornography. The intentional nature of the offence may notably be deduced from the fact that it is recurrent or that the offence was committed via a service in return for payment.(18) | Η εν γνώσει απόκτηση πρόσβασης σε παιδική πορνογραφία, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, θα πρέπει να ποινικοποιηθεί. Για να υφίσταται ευθύνη εν προκειμένω, το πρόσωπο θα πρέπει τόσο να επιδιώξει την πρόσβαση σε ιστότοπο όπου διατίθεται παιδική πορνογραφία, όσο και να γνωρίζει ότι υπάρχουν εκεί τέτοιου είδους εικόνες. Οι ποινές δεν θα πρέπει να επιβάλλονται σε πρόσωπα που απέκτησαν ακουσίως πρόσβαση σε ιστότοπο με παιδική πορνογραφία. Ο εκούσιος χαρακτήρας του αδικήματος μπορεί να συναχθεί ιδίως από το γεγονός ότι έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη ή ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί μέσω υπηρεσίας έναντι πληρωμής.
(19) | Solicitation of children for sexual purposes is a threat with specific characteristics in the context of the Internet, as the latter provides unprecedented anonymity to users because they are able to conceal their real identity and personal characteristics, such as their age. At the same time, Member States acknowledge the importance of also combating the solicitation of a child outside the context of the Internet, in particular where such solicitation is not carried out by using information and communication technology. Member States are encouraged to criminalise the conduct where the solicitation of a child to meet the offender for sexual purposes takes place in the presence or proximity of the child, for instance in the form of a particular preparatory offence, attempt to commit the offences referred to in this Directive or as a particular form of sexual abuse. Whichever legal solution is chosen to criminalise ‘off-line grooming’, Member States should ensure that they prosecute the perpetrators of such offences one way or another.(19) | Η άγρα παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς συνιστά απειλή με ειδικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο του Διαδικτύου, δεδομένου ότι το τελευταίο παρέχει μία άνευ προηγουμένου ανωνυμία στους χρήστες διότι καθιστά δυνατή την απόκρυψη της πραγματικής ταυτότητας και των προσωπικών χαρακτηριστικών τους, όπως, για παράδειγμα, το στοιχείο της ηλικίας τους. Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τη σημασία να αντιμετωπιστεί επίσης και το φαινόμενο της προσέγγισης ενός παιδιού εκτός του πλαισίου του Διαδικτύου, ιδίως στις περιπτώσεις όπου αυτή η προσέγγιση δεν γίνεται με τη χρήση της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών. Παρέχονται κίνητρα στα κράτη μέλη προκειμένου να ποινικοποιήσουν τη συμπεριφορά σύμφωνα με την οποία η προσέγγιση ενός παιδιού με στόχο να συναντήσει τον δράστη για σεξουαλικούς σκοπούς γίνεται παρουσία ή στο περιβάλλον του παιδιού, για παράδειγμα, υπό μορφή ιδιαίτερης προπαρασκευαστικής πράξεως, απόπειρας διάπραξης των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή ως ιδιαίτερη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης. Ασχέτως με το μέσο που θα επιλεγεί για την ποινικοποίηση του αδικήματος της προσέγγισης παιδιού εκτός γραμμής (off-line), τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα ασκήσουν δίωξη κατά των υπαιτίων των αδικημάτων αυτών.
(20) | This Directive does not govern Member States’ policies with regard to consensual sexual activities in which children may be involved and which can be regarded as the normal discovery of sexuality in the course of human development, taking account of the different cultural and legal traditions and of new forms of establishing and maintaining relations among children and adolescents, including through information and communication technologies. These issues fall outside of the scope of this Directive. Member States which avail themselves of the possibilities referred to in this Directive do so in the exercise of their competences.(20) | Η παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζει τις πολιτικές των κρατών μελών όσον αφορά τις συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες στις οποίες μπορεί να συμμετέχουν παιδιά και οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως η φυσιολογική ανακάλυψη της σεξουαλικότητας στο πλαίσιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές πολιτιστικές και νομικές παραδόσεις και νέες μορφές σύναψης και συντήρησης σχέσεων μεταξύ παιδιών και εφήβων, μεταξύ άλλων και με χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών. Τα θέματα αυτά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη, τα οποία επωφελούνται των δυνατοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, το πράττουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.
(21) | Member States should provide for aggravating circumstances in their national law in accordance with the applicable rules established by their legal systems on aggravating circumstances. They should ensure that those aggravating circumstances are available for judges to consider when sentencing offenders, although there is no obligation on judges to apply those aggravating circumstances. The aggravating circumstances should not be provided for in Member States’ law when irrelevant taking into account the nature of the specific offence. The relevance of the various aggravating circumstances provided for in this Directive should be evaluated at national level for each of the offences referred to in this Directive.(21) | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν στην εθνική νομοθεσία τους επιβαρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες περί επιβαρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στις έννομες τάξεις τους. Θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε οι εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις να μπορούν να εξετάζονται από τα δικαστήρια κατά την επιβολή των ποινών στους δράστες, χωρίς να είναι ωστόσο υποχρεωτική η εφαρμογή των εν λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων από τα δικαστήρια. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να προβλέπουν στο δίκαιό τους τις επιβαρυντικές περιστάσεις όταν αυτό είναι περιττό λόγω του χαρακτήρα του συγκεκριμένου αδικήματος. Η συνάφεια των διάφορων επιβαρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να εκτιμηθεί σε εθνικό επίπεδο για καθένα από τα αδικήματα που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία.
(22) | Physical or mental incapacity under this Directive should be understood as also including the state of physical or mental incapacity caused by the influence of drugs and alcohol.(22) | H σωματική ή ψυχική ανικανότητα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εξυπακούεται ότι περιλαμβάνει και καταστάσεις σωματικής ή ψυχικής ανικανότητας που οφείλονται στην επήρεια ναρκωτικών και οινοπνεύματος.
(23) | In combating sexual exploitation of children, full use should be made of existing instruments on the seizure and confiscation of the proceeds of crime, such as the United Nations Convention against Transnational Organized Crime and the Protocols thereto, the 1990 Council of Europe Convention on Laundering, Search, Seizure and Confiscation of the Proceeds from Crime, Council Framework Decision 2001/500/JHA of 26 June 2001 on money laundering, the identification, tracing, freezing, seizing and confiscation of instrumentalities and the proceeds of crime (9), and Council Framework Decision 2005/212/JHA of 24 February 2005 on Confiscation of Crime Related Proceeds, Instrumentalities and Property (10). The use of seized and confiscated instrumentalities and the proceeds from the offences referred to in this Directive to support victims’ assistance and protection should be encouraged.(23) | Κατά την καταπολέμηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα υφιστάμενα μέσα για την κατάσχεση και τη δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, όπως η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διακρατικού Οργανωμένου Εγκλήματος και τα πρωτόκολλά της, η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1990 σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, την εξακρίβωση, αναζήτηση, κατάσχεση και δήμευση των προϊόντων του εγκλήματος, η απόφαση-πλαίσιο 2001/500/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2001, για το ξέπλυμα χρήματος, τον προσδιορισμό, τον εντοπισμό, τη δέσμευση, την κατάσχεση και τη δήμευση των οργάνων και των προϊόντων του εγκλήματος (9), και η απόφαση-πλαίσιο 2005/212/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, για τη δήμευση των προϊόντων, οργάνων και περιουσιακών στοιχείων του εγκλήματος (10). Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η χρήση των κατασχεθέντων και δημευθέντων οργάνων και προϊόντων των εγκλημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία για τη στήριξη της συνδρομής και την προστασία των θυμάτων.
(24) | Secondary victimisation should be avoided for victims of offences referred to in this Directive. In Member States where prostitution or the appearance in pornography is punishable under national criminal law, it should be possible not to prosecute or impose penalties under those laws where the child concerned has committed those acts as a result of being victim of sexual exploitation or where the child was compelled to participate in child pornography.(24) | Θα πρέπει να αποφεύγεται η δευτερογενής θυματοποίηση των προσώπων που πέφτουν θύματα αδικημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. Στα κράτη μέλη όπου η πορνεία ή η συμμετοχή σε πορνογραφία είναι κολάσιμη σύμφωνα με το εθνικό ποινικό δίκαιο, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να μην ασκείται ποινική δίωξη ούτε να επιβάλλονται ποινές δυνάμει της νομοθεσίας αυτής, εφόσον το συγκεκριμένο παιδί τέλεσε τις εν λόγω πράξεις επειδή έπεσε θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή εξαναγκάστηκε να συμμετάσχει σε παιδική πορνογραφία.
(25) | As an instrument of approximation of criminal law, this Directive provides for levels of penalties which should apply without prejudice to the specific criminal policies of the Member States concerning child offenders.(25) | Η παρούσα οδηγία, ως μέσο προσέγγισης των ποινικών νομοθεσιών, προβλέπει ύψη ποινών που θα πρέπει να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ειδικών πολιτικών των κρατών μελών στον τομέα του ποινικού δικαίου όσον αφορά τους ανήλικους παραβάτες.
(26) | Investigating offences and bringing charges in criminal proceedings should be facilitated, to take into account the difficulty for child victims of denouncing sexual abuse and the anonymity of offenders in cyberspace. To ensure successful investigations and prosecutions of the offences referred to in this Directive, their initiation should not depend, in principle, on a report or accusation made by the victim or by his or her representative. The length of the sufficient period of time for prosecution should be determined in accordance with national law.(26) | Θα πρέπει να διευκολυνθούν η διερεύνηση των αδικημάτων και η δίωξη των δραστών, λαμβανομένης υπόψη της δυσκολίας των παιδιών-θυμάτων να καταγγείλουν τη σεξουαλική κακοποίηση και της ανωνυμίας των δραστών στον κυβερνοχώρο. Για να εξασφαλιστεί η επιτυχής διερεύνηση και δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, η έναρξη των αντίστοιχων διαδικασιών δεν θα πρέπει να εξαρτάται, καταρχήν, από την κατάθεση μήνυσης ή έγκλησης από το θύμα ή τον εκπρόσωπό του. Η διάρκεια του ικανού χρονικού διαστήματος για τη δίωξη θα πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
(27) | Effective investigatory tools should be made available to those responsible for the investigation and prosecutions of the offences referred to in this Directive. Those tools could include interception of communications, covert surveillance including electronic surveillance, monitoring of bank accounts or other financial investigations, taking into account, inter alia, the principle of proportionality and the nature and seriousness of the offences under investigation. Where appropriate, and in accordance with national law, such tools should also include the possibility for law enforcement authorities to use a concealed identity on the Internet.(27) | Οι υπεύθυνοι για τη διερεύνηση και τη δίωξη αδικημάτων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά ερευνητικά εργαλεία. Σε αυτά τα εργαλεία μπορεί να περιλαμβάνεται η παρακολούθηση των επικοινωνιών, η κεκαλυμμένη παρακολούθηση συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής παρακολούθησης, η παρακολούθηση τραπεζικών λογαριασμών και άλλες οικονομικής φύσεως έρευνες, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, της αρχής της αναλογικότητας και της φύσης και της σοβαρότητας των υπό διερεύνηση αδικημάτων. Κατά περίπτωση, και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, στα εργαλεία αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης η δυνατότητα των αρχών επιβολής του νόμου να χρησιμοποιούν απόκρυψη ταυτότητας στο Διαδίκτυο.
(28) | Member States should encourage any person who has knowledge or suspicion of the sexual abuse or sexual exploitation of a child to report to the competent services. It is the responsibility of each Member State to determine the competent authorities to which such suspicions may be reported. Those competent authorities should not be limited to child protection services or relevant social services. The requirement of suspicion ‘in good faith’ should be aimed at preventing the provision being invoked to authorise the denunciation of purely imaginary or untrue facts carried out with malicious intent.(28) | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν κάθε πρόσωπο που γνωρίζει ή υποψιάζεται ότι έχει τελεστεί πράξη σεξουαλικής κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών να το αναφέρει στις αρμόδιες υπηρεσίες. Είναι ευθύνη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τις αρμόδιες αρχές στις οποίες θα μπορούν να αναφέρονται τέτοιου είδους υποψίες. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να είναι μόνο υπηρεσίες προστασίας παιδιών ή συναφείς κοινωνικές υπηρεσίες. Η απαίτηση «καλής πίστης» όσον αφορά τις υποψίες θα πρέπει να έχει στόχο την αποτροπή της επίκλησης της διάταξης για την καταγγελία καθαρά φανταστικών ή ψευδών γεγονότων με δόλο.
(29) | Rules on jurisdiction should be amended to ensure that sexual abusers or sexual exploiters of children from the Union face prosecution even if they commit their crimes outside the Union, in particular via so-called sex tourism. Child sex tourism should be understood as the sexual exploitation of children by a person or persons who travel from their usual environment to a destination abroad where they have sexual contact with children. Where child sex tourism takes place outside the Union, Member States are encouraged to seek to increase, through the available national and international instruments including bilateral or multilateral treaties on extradition, mutual assistance or a transfer of the proceedings, cooperation with third countries and international organisations with a view to combating sex tourism. Member States should foster open dialogue and communication with countries outside the Union in order to be able to prosecute perpetrators, under the relevant national legislation, who travel outside the Union borders for the purposes of child sex tourism.(29) | Οι κανόνες δικαιοδοσίας θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι δράστες σεξουαλικής κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών που προέρχονται από την Ένωση διώκονται ακόμα και αν διαπράττουν τα εγκλήματα εκτός Ένωσης, μεταξύ άλλων και στο πλαίσιο του αποκαλούμενου σεξουαλικού τουρισμού. Ο σεξουαλικός τουρισμός εις βάρος παιδιών θα πρέπει να νοείται ως σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών από άτομο ή άτομα που ταξιδεύουν από το σύνηθες περιβάλλον τους προς προορισμούς στο εξωτερικό όπου έχουν σεξουαλικές επαφές με παιδιά. Όταν ο σεξουαλικός τουρισμός εις βάρος παιδιών λαμβάνει χώρα εκτός της Ένωσης, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να αναζητούν να αυξήσουν, μέσω των διαθέσιμων εθνικών ή διεθνών μέσων, περιλαμβανομένων και διμερών ή πολυμερών συμβάσεων περί εκδόσεως, την αμοιβαία αρωγή ή διαβίβαση της ποινικής δικογραφίας, και τη συνεργασία με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, με στόχο την καταπολέμηση του παιδεραστικού τουρισμού. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ευνοούν τον ανοικτό διάλογο και την επικοινωνία με χώρες εκτός της Ένωσης για να μπορούν να διώκουν, σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, τους δράστες οι οποίοι ταξιδεύουν εκτός των συνόρων της Ένωσης για λόγους σεξουαλικού τουρισμού εις βάρος παιδιών.
(30) | Measures to protect child victims should be adopted in their best interest, taking into account an assessment of their needs. Child victims should have easy access to legal remedies and measures to address conflicts of interest where sexual abuse or sexual exploitation of a child occurs within the family. When a special representative should be appointed for a child during a criminal investigation or proceeding, this role may be also carried out by a legal person, an institution or an authority. Moreover, child victims should be protected from penalties, for example under national legislation on prostitution, if they bring their case to the attention of competent authorities. Furthermore, participation in criminal proceedings by child victims should not cause additional trauma to the extent possible, as a result of interviews or visual contact with offenders. A good understanding of children and how they behave when faced with traumatic experiences will help to ensure a high quality of evidence-taking and also reduce the stress placed on children when carrying out the necessary measures.(30) | Τα μέτρα για την προστασία των παιδιών-θυμάτων θα πρέπει να θεσπίζονται προς το συμφέρον τους, λαμβανομένης υπόψη της αξιολόγησης των αναγκών τους. Τα παιδιά-θύματα θα πρέπει να έχουν εύκολη πρόσβαση σε μέσα έννομης προστασίας και μέτρα για τη διευθέτηση σύγκρουσης συμφερόντων σε περίπτωση που η σεξουαλική κακοποίηση ή η σεξουαλική εκμετάλλευση συμβαίνει εντός της οικογένειας. Όταν πρέπει να διοριστεί ειδικός εκπρόσωπος για ένα παιδί κατά τη διάρκεια ποινικής διερεύνησης ή διαδικασίας, τον ρόλο αυτό μπορεί επίσης να επιτελέσει νομικό πρόσωπο, όργανο ή αρχή. Επιπλέον, τα παιδιά-θύματα θα πρέπει να προστατεύονται από ποινές που επιβάλλονται, για παράδειγμα από την εθνική νομοθεσία για την πορνεία, εάν ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την υπόθεσή τους. Εξάλλου, η συμμετοχή των παιδιών-θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες δεν θα πρέπει να προκαλεί στο μέτρο του δυνατού πρόσθετα τραύματα, ως συνέπεια των συνεντεύξεων ή της οπτικής επαφής με τους δράστες. Η καλή κατανόηση των παιδιών και του τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρονται όταν έρχονται αντιμέτωπα με τραυματικές εμπειρίες θα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλής ποιότητας λήψεως αποδεικτικών στοιχείων και στη μείωση επίσης της ψυχικής έντασης των παιδιών κατά την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων.
(31) | Member States should consider giving short and long term assistance to child victims. Any harm caused by the sexual abuse and sexual exploitation of a child is significant and should be addressed. Because of the nature of the harm caused by sexual abuse and sexual exploitation, such assistance should continue for as long as necessary for the child’s physical and psychological recovery and may last into adulthood if necessary. Assistance and advice should be considered to be extended to parents or guardians of the child victims where they are not involved as suspects in relation to the offence concerned, in order to help them to assist child victims throughout the proceedings.(31) | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο παροχής βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βοήθειας στα παιδιά-θύματα. Όλες οι βλάβες που προκαλούνται σε παιδιά από σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση είναι σημαντικές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται καταλλήλως. Εξαιτίας της φύσεως της βλάβης που προκαλεί η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση, η βοήθεια αυτή θα πρέπει να συνεχιστεί να παρέχεται για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για την πλήρη σωματική και ψυχική αποκατάσταση του παιδιού και, εάν κριθεί αναγκαίο, θα μπορούσε να παραταθεί μέχρι την ενηλικίωσή του. Η συνδρομή και η παροχή συμβουλών θα πρέπει να θεωρείται ότι επεκτείνονται και στους γονείς ή κηδεμόνες των παιδιών-θυμάτων, σε περίπτωση που αυτοί δεν βαρύνονται από υποψίες για το σχετικό αδίκημα, προκειμένου να τους συνδράμουν για να βοηθήσουν τα παιδιά-θύματα καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
(32) | Framework Decision 2001/220/JHA establishes a set of victims’ rights in criminal proceedings, including the right to protection and compensation. In addition child victims of sexual abuse, sexual exploitation and child pornography should be given access to legal counselling and, in accordance with the role of victims in the relevant justice systems, to legal representation, including for the purpose of claiming compensation. Such legal counselling and legal representation could also be provided by the competent authorities for the purpose of claiming compensation from the State. The purpose of legal counselling is to enable victims to be informed and receive advice about the various possibilities open to them. Legal counselling should be provided by a person having received appropriate legal training without necessarily being a lawyer. Legal counselling and, in accordance with the role of victims in the relevant justice systems, legal representation should be provided free of charge, at least when the victim does not have sufficient financial resources, in a manner consistent with the internal procedures of Member States.(32) | Η απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ θεσπίζει μια σειρά δικαιωμάτων που έχουν τα θύματα στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, όπως, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα της προστασίας και της αποζημίωσης. Επιπροσθέτως, τα παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και παιδικής πορνογραφίας θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε νομικές συμβουλές και, σύμφωνα με τον ρόλο των θυμάτων στα οικεία δικαστικά συστήματα, σε νομική εκπροσώπηση, μεταξύ άλλων και για την απαίτηση αποζημίωσης. Τέτοιου είδους νομικές συμβουλές και νομική εκπροσώπηση θα μπορούσαν επίσης να παρέχονται από τις αρμόδιες αρχές για την απαίτηση αποζημίωσης από το κράτος. Σκοπός της παροχής νομικών συμβουλών είναι να επιτρέπεται να ενημερώνονται και να λαμβάνουν συμβουλές για τις διάφορες δυνατότητες που έχουν στη διάθεσή τους. Οι νομικές συμβουλές θα πρέπει να παρέχονται από πρόσωπο που έχει κατάλληλη νομική κατάρτιση χωρίς απαραιτήτως να είναι δικηγόρος. Οι νομικές συμβουλές και, σύμφωνα με τον ρόλο των θυμάτων στο οικείο δικαστικό σύστημα, η νομική εκπροσώπηση θα πρέπει να παρέχονται δωρεάν, τουλάχιστον όταν το θύμα δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους, κατά τρόπο σύμφωνο με τις εσωτερικές διαδικασίες των κρατών μελών.
(33) | Member States should undertake action to prevent or prohibit acts related to the promotion of sexual abuse of children and child sex tourism. Different preventative measures could be considered, such as the drawing up and reinforcement of a code of conduct and self-regulatory mechanisms in the tourism industry, the setting-up of a code of ethics or ‘quality labels’ for tourist organisations combating child sex tourism, or establishing an explicit policy to tackle child sex tourism.(33) | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την αποτροπή ή την απαγόρευση πράξεων που σχετίζονται με την προώθηση της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και του σεξουαλικού τουρισμού εις βάρος παιδιών. Θα μπορούσαν να εξεταστούν διάφορα προληπτικά μέτρα, όπως η σύνταξη και η ενίσχυση κώδικα συμπεριφοράς και μηχανισμών αυτορρύθμισης στον κλάδο του τουρισμού, η θέσπιση κώδικα δεοντολογίας ή «σημάτων ποιότητας» για τουριστικούς οργανισμούς που εργάζονται για την καταπολέμηση του σεξουαλικού τουρισμού σε βάρος παιδιών ή η θέσπιση ρητής πολιτικής για την πάταξη του σεξουαλικού τουρισμού με αντικείμενο παιδιά.
(34) | Member States should establish and/or strengthen policies to prevent sexual abuse and sexual exploitation of children, including measures to discourage and reduce the demand that fosters all forms of sexual exploitation of children, and measures to reduce the risk of children becoming victims, by means of, information and awareness-raising campaigns, and research and education programmes. In such initiatives, Member States should adopt a child-rights based approach. Particular care should be taken to ensure that awareness-raising campaigns aimed at children are appropriate and sufficiently easy to understand. The establishment of help-lines or hotlines should be considered.(34) | Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να θεσπίσει και/ή να ενισχύσει τις πολιτικές παρεμπόδισης της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, περιλαμβανομένων και μέτρων για την αποθάρρυνση και μείωση της ζήτησης που ευνοεί όλες τις μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, καθώς και μέτρων για να περιοριστεί ο κίνδυνος θυματοποίησης των παιδιών, μέσω πληροφόρησης και προγραμμάτων ευαισθητοποίησης, καθώς και προγραμμάτων έρευνας και εκπαίδευσης. Σε τέτοιες πρωτοβουλίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγκρίνουν μία προσέγγιση που ευνοεί τα δικαιώματα των παιδιών. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί για την εξασφάλιση ότι οι εκστρατείες ευαισθητοποίησης που στοχεύουν στα παιδιά είναι οι κατάλληλες και επαρκώς εύκολες στην κατανόηση. Θα πρέπει να εξετασθεί επίσης το ενδεχόμενο καθιέρωσης ανοικτών τηλεφωνικών γραμμών βοήθειας ή ανοικτών γραμμών επικοινωνίας.
(35) | Regarding the system of reporting sexual abuse and sexual exploitation of children and helping children in need, hotlines under the number 116 000 for missing children, 116 006 for victims of crime and 116 111 for children, as introduced by Commission Decision 2007/116/EC of 15 February 2007 on reserving the national numbering beginning with 116 for harmonised numbers for harmonised services of social value (11), should be promoted and experience regarding their functioning should be taken into account.(35) | Σε ό,τι αφορά το σύστημα καταγγελίας σεξουαλικών κακοποιήσεων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και την παροχή βοήθειας σε παιδιά που βρίσκονται σε ανάγκη, θα πρέπει να προβληθούν και να ληφθεί υπόψη η εμπειρία ως προς τη λειτουργία τους οι ανοικτές γραμμές επικοινωνίας με τον αριθμό 116 000 για αγνοούμενα παιδιά, τον αριθμό 116 006 για θύματα εγκλημάτων και τον αριθμό 116 111 για παιδιά, όπως έχουν εισαχθεί με την απόφαση 2007/116/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με δέσμευση της εθνικής περιοχής αριθμοδότησης που αρχίζει με «116» για εναρμονισμένους αριθμούς που αφορούν εναρμονισμένες υπηρεσίες κοινωνικού ενδιαφέροντος (11).
(36) | Professionals likely to come into contact with child victims of sexual abuse and sexual exploitation should be adequately trained to identify and deal with such victims. That training should be promoted for members of the following categories when they are likely to come into contact with child victims: police officers, public prosecutors, lawyers, members of the judiciary and court officials, child and health care personnel, but could also involve other groups of persons who are likely to encounter child victims of sexual abuse and sexual exploitation in their work.(36) | Οι επαγγελματίες που ενδέχεται να έρθουν σε επαφή με ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης θα πρέπει να είναι δεόντως καταρτισμένοι για να μπορούν να εντοπίζουν αυτά τα θύματα και να ασχολούνται με αυτά. Η κατάρτιση αυτή θα πρέπει να προωθηθεί για τα μέλη των κατωτέρω κατηγοριών εφόσον ενδέχεται να έλθουν σε επαφή με παιδιά-θύματα: αστυνομικοί, εισαγγελείς, δικηγόροι, μέλη των δικαστικών αρχών και διοικητικό προσωπικό των δικαστηρίων, προσωπικό παιδικής μέριμνας και υγειονομικής περίθαλψης, αλλά μπορεί και να ενδιαφέρει και άλλες ομάδες ατόμων που ενδέχεται να έρθουν σε επαφή κατά την άσκηση των καθηκόντων τους με ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
(37) | In order to prevent the sexual abuse and sexual exploitation of children, intervention programmes or measures targeting sex offenders should be proposed to them. Those intervention programmes or measures should meet a broad, flexible approach focusing on the medical and psycho-social aspects and have a non-obligatory character. Those intervention programmes or measures are without prejudice to intervention programmes or measures imposed by the competent judicial authorities.(37) | Για την αποτροπή της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, θα πρέπει να προτείνονται στους δράστες σεξουαλικών αδικημάτων προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης που απευθύνονται ειδικά στα άτομα αυτά. Τα εν λόγω προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης θα πρέπει να ακολουθούν μια ευρεία και ευέλικτη προσέγγιση που να επικεντρώνεται στις ιατρικές και ψυχοκοινωνικές πτυχές και να έχουν μη υποχρεωτικό χαρακτήρα. Τα εν λόγω προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης δεν θίγουν τα προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης που επιβάλλουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές.
(38) | Intervention programmes or measures are not provided as an automatic right. It is for the Member State to decide which intervention programmes or measures are appropriate.(38) | Τα προγράμματα ή τα μέτρα παρέμβασης δεν παρέχονται ως αυτόματο δικαίωμα. Εναπόκειται στο κράτος μέλος να αποφασίσει ποια προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης είναι κατάλληλα.
(39) | To prevent and minimise recidivism, offenders should be subject to an assessment of the danger posed by the offenders and the possible risks of repetition of sexual offences against children. Arrangements for such assessment, such as the type of authority competent to order and carry out the assessment or the moment in or after the criminal proceedings when that assessment should take place as well as arrangements for effective intervention programmes or measures offered following that assessment should be consistent with the internal procedures of Member States. For the same objective of preventing and minimising recidivism, offenders should also have access to effective intervention programmes or measures on a voluntary basis. Those intervention programmes or measures should not interfere with national schemes set up to deal with the treatment of persons suffering from mental disorders.(39) | Για την πρόληψη και την ελαχιστοποίηση της υποτροπής, οι δράστες θα πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση της επικινδυνότητάς τους και των πιθανών κινδύνων επανάληψης της διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων σε βάρος παιδιών. Οι ρυθμίσεις για αυτήν την αξιολόγηση, όπως το είδος της αρχής που είναι αρμόδια να εντέλλεται και να διενεργεί την αξιολόγηση ή η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει να διενεργείται η εν λόγω αξιολόγηση, στη διάρκεια ή μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας, καθώς και οι ρυθμίσεις των αποτελεσματικών προγραμμάτων ή μέτρων παρέμβασης που προσφέρονται κατόπιν της εν λόγω αξιολόγησης, θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τις εσωτερικές διαδικασίες των κρατών μελών. Για τον ίδιο σκοπό, της πρόληψης και της ελαχιστοποίησης της υποτροπής, οι δράστες θα πρέπει να έχουν επίσης πρόσβαση σε αποτελεσματικά προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης σε εθελοντική βάση. Τα εν λόγω προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης δεν θα πρέπει να παρεμβαίνουν στα εθνικά συστήματα για τη θεραπεία ατόμων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές.
(40) | Where the danger posed by the offenders and the possible risks of repetition of the offences make it appropriate, convicted offenders should be temporarily or permanently prevented from exercising at least professional activities involving direct and regular contacts with children. Employers when recruiting for a post involving direct and regular contact with children are entitled to be informed of existing convictions for sexual offences against children entered in the criminal record, or of existing disqualifications. For the purposes of this Directive, the term ‘employers’ should also cover persons running an organisation that is active in volunteer work related to the supervision and/or care of children involving direct and regular contact with children. The manner in which such information is delivered, such as for example access via the person concerned, and the precise content of the information, the meaning of organised voluntary activities and direct and regular contact with children should be laid down in accordance with national law.(40) | Εφόσον η επικινδυνότητα του δράστη και το ενδεχόμενο κινδύνου επανάληψης των αδικημάτων το καθιστούν σκόπιμο, θα πρέπει να επιβάλλεται στον δράστη που έχει καταδικαστεί προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης τουλάχιστον επαγγελματικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά. Κατά την πρόσληψη προσώπου σε θέση που περιλαμβάνει άμεσες και τακτικές επαφές με παιδιά, οι εργοδότες δικαιούνται να ενημερώνονται για καταχωρισμένες στο ποινικό μητρώο ισχύουσες καταδίκες που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος παιδιών ή για ισχύουσες απαγορεύσεις. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο όρος «εργοδότης» θα πρέπει να καλύπτει επίσης άτομα που διοικούν οργάνωση ενεργό σε εθελοντική εργασία που σχετίζεται με επίβλεψη και/ή παιδική μέριμνα και περιλαμβάνει άμεσες και τακτικές επαφές με παιδιά. Ο τρόπος απόκτησης των πληροφοριών αυτών, όπως, για παράδειγμα, η πρόσβαση μέσω του ενδιαφερόμενου ατόμου και το ακριβές περιεχόμενο των πληροφοριών, η έννοια των οργανωμένων δραστηριοτήτων εθελοντικού χαρακτήρα και οι άμεσες και τακτικές επαφές με παιδιά θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
(41) | With due regard to the different legal traditions of the Member States, this Directive takes into account the fact that access to criminal records is allowed only either by the competent authorities or by the person concerned. This Directive does not establish an obligation to modify the national systems governing criminal records or the means of access to those records.(41) | Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις διαφορετικές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών, η παρούσα οδηγία λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η πρόσβαση στα ποινικά μητρώα επιτρέπεται μόνο από τις αρμόδιες αρχές ή από το ενδιαφερόμενο άτομο. Η παρούσα οδηγία δεν προβλέπει την υποχρέωση τροποποίησης των εθνικών συστημάτων που διέπουν τα ποινικά μητρώα ή τους τρόπους πρόσβασης σε αυτά.
(42) | The aim of this Directive is not to harmonise rules concerning consent of the person concerned when exchanging information from the criminal registers, i.e. whether or not to require such consent. Whether the consent is required or not under national law, this Directive does not establish any new obligation to change the national law and national procedures in this respect.(42) | Ο στόχος της παρούσας οδηγίας δεν είναι η εναρμόνιση κανόνων που καθορίζουν κατά πόσο είναι απαραίτητη ή όχι η συναίνεση του ενδιαφερόμενου προσώπου κατά την ανταλλαγή πληροφοριών για στοιχεία από τα ποινικά μητρώα. Είτε αυτή η συναίνεση είναι απαραίτητη είτε όχι βάσει του εθνικού δικαίου, η παρούσα οδηγία δεν προβλέπει νέα υποχρέωση τροποποίησης του εθνικού δικαίου και των εθνικών διαδικασιών σε αυτόν τον τομέα.
(43) | Member States may consider adopting additional administrative measures in relation to perpetrators, such as the registration in sex offender registers of persons convicted of offences referred to in this Directive. Access to those registers should be subject to limitation in accordance with national constitutional principles and applicable data protection standards, for instance by limiting access to the judiciary and/or law enforcement authorities.(43) | Τα κράτη μέλη μπορούν να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων διοικητικών μέτρων σε σχέση με τους δράστες, όπως η καταχώριση σε μητρώα δραστών σεξουαλικών αδικημάτων των ατόμων που έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. Η πρόσβαση στα εν λόγω μητρώα θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς σύμφωνα με τις εθνικές συνταγματικές αρχές και τα εφαρμοστέα πρότυπα περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, για παράδειγμα περιορίζοντας την πρόσβαση στις δικαστικές αρχές και/ή τις αρχές επιβολής του νόμου.
(44) | Member States are encouraged to create mechanisms for data collection or focal points, at the national or local levels and in collaboration with civil society, for the purpose of observing and evaluating the phenomenon of sexual abuse and sexual exploitation of children. In order to be able to properly evaluate the results of actions to combat sexual abuse and sexual exploitation of children and child pornography, the Union should continue to develop its work on methodologies and data collection methods to produce comparable statistics.(44) | Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να δημιουργούν μηχανισμούς για τη συλλογή δεδομένων ή για τα κομβικά σημεία, σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο και με τη συνεργασία της κοινωνίας των πολιτών, με σκοπό την παρατήρηση και αξιολόγηση του φαινομένου της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών. Για να είναι σε θέση η Ένωση να αξιολογεί κατάλληλα τα αποτελέσματα των δράσεων για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, θα πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσει τις δραστηριότητές της στον τομέα των μεθοδολογιών και των μεθόδων συλλογής δεδομένων για την παραγωγή συγκρίσιμων στατιστικών στοιχείων.
(45) | Member States should take appropriate action for setting up information services to provide information on how to recognise the signs of sexual abuse and sexual exploitation.(45) | Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εγκαθίδρυση υπηρεσιών πληροφοριών προκειμένου να παρέχουν πληροφορίες για τους τρόπους με τους οποίους αναγνωρίζονται οι ενδείξεις σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
(46) | Child pornography, which constitutes child sexual abuse images, is a specific type of content which cannot be construed as the expression of an opinion. To combat it, it is necessary to reduce the circulation of child sexual abuse material by making it more difficult for offenders to upload such content onto the publicly accessible web. Action is therefore necessary to remove the content and apprehend those guilty of making, distributing or downloading child sexual abuse images. With a view to supporting the Union’s efforts to combat child pornography, Member States should use their best endeavours to cooperate with third countries in seeking to secure the removal of such content from servers within their territory.(46) | Η παιδική πορνογραφία, η οποία συνίσταται στην απεικόνιση σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, αποτελεί ειδική μορφή περιεχομένου που δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση άποψης. Για την καταπολέμησή της είναι αναγκαίο να περιοριστεί η κυκλοφορία υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών μέσω της αύξησης της δυσκολίας αναφόρτωσης τέτοιου είδους περιεχομένου από τους δράστες σε ιστοτόπους όπου έχει πρόσβαση το κοινό. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαία η λήψη δράσης ώστε να αφαιρεθεί το περιεχόμενο και να συλληφθούν εκείνοι που είναι ένοχοι παραγωγής, διανομής ή τηλεφόρτωσης εικόνων σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Στην προοπτική να υποστηριχθούν οι προσπάθειες της Ένωσης στην καταπολέμηση της παιδικής πορνογραφίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στη συνεργασία με τρίτες χώρες, επιδιώκοντας την εξασφάλιση ότι θα διαγραφεί αυτής της μορφής το περιεχόμενο από διακομιστές που βρίσκονται εντός της επικράτειάς τους.
(47) | However, despite such efforts, the removal of child pornography content at its source is often not possible when the original materials are not located within the Union, either because the State where the servers are hosted is not willing to cooperate or because obtaining removal of the material from the State concerned proves to be particularly long. Mechanisms may also be put in place to block access from the Union’s territory to Internet pages identified as containing or disseminating child pornography. The measures undertaken by Member States in accordance with this Directive in order to remove or, where appropriate, block websites containing child pornography could be based on various types of public action, such as legislative, non-legislative, judicial or other. In that context, this Directive is without prejudice to voluntary action taken by the Internet industry to prevent the misuse of its services or to any support for such action by Member States. Whichever basis for action or method is chosen, Member States should ensure that it provides an adequate level of legal certainty and predictability to users and service providers. Both with a view to the removal and the blocking of child abuse content, cooperation between public authorities should be established and strengthened, particularly in the interests of ensuring that national lists of websites containing child pornography material are as complete as possible and of avoiding duplication of work. Any such developments must take account of the rights of the end users and comply with existing legal and judicial procedures and the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms and the Charter of Fundamental Rights of the European Union. The Safer Internet Programme has set up a network of hotlines the goal of which is to collect information and to ensure coverage and exchange of reports on the major types of illegal content online.(47) | Εντούτοις, παρά τις προσπάθειες αυτές, συχνά η αφαίρεση περιεχομένου παιδικής πορνογραφίας στην πηγή δεν είναι εφικτή, όταν το πρωτότυπο υλικό δεν βρίσκεται εντός της Ένωσης, είτε επειδή το κράτος όπου είναι εγκατεστημένοι οι διακομιστές δεν είναι πρόθυμο να συνεργαστεί είτε επειδή η διαδικασία εξασφάλισης της αφαίρεσης του υλικού από το εν λόγω κράτος αποδεικνύεται ιδιαίτερα μακρά. Θα πρέπει επίσης να υφίσταται η δυνατότητα δημιουργίας μηχανισμών για τη φραγή της πρόσβασης από το έδαφος της Ένωσης σε διαδικτυακές σελίδες που εντοπίζονται να περιέχουν ή να διανέμουν υλικό παιδικής πορνογραφίας. Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία για την άρση ή, όπου απαιτείται, τη φραγή των ιστοσελίδων που περιέχουν υλικό παιδικής πορνογραφίας θα μπορούσαν να βασίζονται σε διαφόρων μορφών δημόσιες δράσεις, περιλαμβανομένων νομοθετικών και μη, δικαστικών ή άλλων μέτρων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εθελοντικής δράσεως που αναλαμβάνει η βιομηχανία του Διαδικτύου για την πρόληψη της κατάχρησης των υπηρεσιών της, ή οιασδήποτε στήριξης της δράσεως αυτής από τα κράτη μέλη. Ασχέτως της επιλεχθείσης βάσεως ή μεθόδου δράσεως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να παρέχεται επαρκές επίπεδο ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας για τους χρήστες και τους παρόχους υπηρεσιών. Με σκοπό τόσο την αφαίρεση του περιεχομένου σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών όσο και τη φραγή της πρόσβασης σε αυτό, θα πρέπει να καθιερωθεί και να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών, ιδίως για να είναι όσο το δυνατόν πληρέστεροι οι εθνικοί κατάλογοι ιστοτόπων με υλικό παιδικής πορνογραφίας και για να αποφεύγονται αλληλεπικαλύψεις εργασιών. Κάθε σχετική εξέλιξη πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα των τελικών χρηστών και να συμμορφώνεται με τις ισχύουσες νομικές και δικαστικές διαδικασίες, καθώς και με την Ευρωπαϊκή σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο του προγράμματος «Ασφαλέστερο Διαδίκτυο» έχει συγκροτηθεί δίκτυο ανοικτών γραμμών επικοινωνίας, σκοπός των οποίων είναι η συλλογή πληροφοριών και η εξασφάλιση της κάλυψης και της ανταλλαγής αναφορών για τους κύριους τύπους παράνομου περιεχομένου στο Διαδίκτυο.
(48) | This Directive aims to amend and expand the provisions of Framework Decision 2004/68/JHA. Since the amendments to be made are of substantial number and nature, the Framework Decision should, in the interests of clarity, be replaced in its entirety in relation to Member States participating in the adoption of this Directive.(48) | Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η τροποποίηση και επέκταση των διατάξεων της απόφασης-πλαισίου 2004/68/ΔΕΥ. Δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν είναι ουσιαστικές ως προς τον αριθμό και τη φύση, η απόφαση-πλαίσιο θα πρέπει, για λόγους σαφήνειας, να αντικατασταθεί στο σύνολό της ως προς τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην έκδοση της παρούσας οδηγίας.
(49) | Since the objective of this Directive, namely to combat sexual abuse, sexual exploitation of children and child pornography, cannot be sufficiently achieved by the Member States alone and can therefore, by reasons of the scale and effects, be better achieved at Union level, the Union may adopt measures, in accordance with the principle of subsidiarity as set out in Article 5 of the Treaty on European Union. In accordance with the principle of proportionality, as set out in that Article, this Directive does not go beyond what is necessary to achieve that objective.(49) | Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη μόνα τους και μπορεί, ως εκ τούτου, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού όρια.
(50) | This Directive respects fundamental rights and observes the principles recognised in particular by the Charter of Fundamental Rights of the European Union and in particular the right to the protection of human dignity, the prohibition of torture and inhuman or degrading treatment or punishment, the rights of the child, the right to liberty and security, the right to freedom of expression and information, the right to the protection of personal data, the right to an effective remedy and to a fair trial and the principles of legality and proportionality of criminal offences and penalties. This Directive seeks to ensure full respect for those rights and principles and must be implemented accordingly.(50) | Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα το δικαίωμα προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, τα δικαιώματα του παιδιού, το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας, το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και τις αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιόποινων πράξεων και ποινών. Η παρούσα οδηγία επιδιώκει τον πλήρη σεβασμό των εν λόγω δικαιωμάτων και αρχών και πρέπει να εφαρμοστεί ανάλογα.
(51) | In accordance with Article 3 of the Protocol (No 21) on the position of United Kingdom and Ireland in respect of the area of freedom, security and justice, annexed to the Treaty on European Union and the Treaty on the Functioning of the European Union, the United Kingdom and Ireland have notified their wish to take part in the adoption and application of this Directive.(51) | Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία κοινοποίησαν την επιθυμία τους να μετάσχουν στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.
(52) | In accordance with Articles 1 and 2 of the Protocol (No 22) on the position of Denmark annexed to the Treaty on European Union and to the Treaty on the Functioning of the European Union, Denmark is not taking part in the adoption of this Directive and is not bound by it or subject to its application,(52) | Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,
HAVE ADOPTED THIS DIRECTIVE:ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Article 1Άρθρο 1
Subject matterΑντικείμενο
This Directive establishes minimum rules concerning the definition of criminal offences and sanctions in the area of sexual abuse and sexual exploitation of children, child pornography and solicitation of children for sexual purposes. It also introduces provisions to strengthen the prevention of those crimes and the protection of the victims thereof.Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και των κυρώσεων στον τομέα της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, της παιδικής πορνογραφίας και της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς. Καθιερώνει επίσης διατάξεις για την ενίσχυση της πρόληψης των εν λόγω εγκλημάτων και την προστασία των θυμάτων τους.
Article 2Άρθρο 2
DefinitionsΟρισμοί
For the purposes of this Directive, the following definitions apply:Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι εξής ορισμοί:
(a) | ‘child’ means any person below the age of 18 years;α)   «παιδί»: κάθε πρόσωπο κάτω των 18 ετών·
(b) | ‘age of sexual consent’ means the age below which, in accordance with national law, it is prohibited to engage in sexual activities with a child;β)   «ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης»: η ηλικία κάτω της οποίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί·
(c) | ‘child pornography’ means: | (i) | any material that visually depicts a child engaged in real or simulated sexually explicit conduct; | (ii) | any depiction of the sexual organs of a child for primarily sexual purposes; | (iii) | any material that visually depicts any person appearing to be a child engaged in real or simulated sexually explicit conduct or any depiction of the sexual organs of any person appearing to be a child, for primarily sexual purposes; or | (iv) | realistic images of a child engaged in sexually explicit conduct or realistic images of the sexual organs of a child, for primarily sexual purposes;γ)   «παιδική πορνογραφία»:
(d) | ‘child prostitution’ means the use of a child for sexual activities where money or any other form of remuneration or consideration is given or promised as payment in exchange for the child engaging in sexual activities, regardless of whether that payment, promise or consideration is made to the child or to a third party;i) | κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σαφούς σεξουαλικού χαρακτήρα,
(e) | ‘pornographic performance’ means a live exhibition aimed at an audience, including by means of information and communication technology, of: | (i) | a child engaged in real or simulated sexually explicit conduct; or | (ii) | the sexual organs of a child for primarily sexual purposes;ii) | κάθε απεικόνιση, προς σεξουαλικούς κυρίως σκοπούς, των γεννητικών οργάνων παιδιού,
(f) | ‘legal person’ means an entity having legal personality under the applicable law, except for States or public bodies in the exercise of State authority and for public international organisations.iii) | κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται πρόσωπο που εμφανίζεται ως παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σαφούς σεξουαλικού χαρακτήρα ή κάθε απεικόνιση των γεννητικών οργάνων οποιουδήποτε προσώπου εμφανίζεται ως παιδί, προς σεξουαλικούς κυρίως σκοπούς, ή
Article 3iv) | ρεαλιστικές εικόνες παιδιού στις οποίες απεικονίζεται να επιδίδεται σε πράξη σαφούς σεξουαλικού χαρακτήρα ή ρεαλιστικές εικόνες των γεννητικών οργάνων παιδιού, προς σεξουαλικούς κυρίως σκοπούς·
Offences concerning sexual abuseδ)   «παιδική πορνεία»: η χρησιμοποίηση παιδιού για σεξουαλικές πράξεις με την προσφορά χρημάτων ή άλλου είδους αμοιβής ή ανταλλάγματος ως πληρωμή ή υπόσχεση πληρωμής, προκειμένου το παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλικές πράξεις, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω πληρωμή, υπόσχεση πληρωμής ή αντάλλαγμα δίνονται στο παιδί ή σε τρίτο·
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the intentional conduct referred to in paragraphs 2 to 6 is punishable.ε)   «πορνογραφικές παραστάσεις»: η οργανωμένη απευθείας έκθεση, που προορίζεται για ακροατήριο, μεταξύ άλλων και με χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών:
2.   Causing, for sexual purposes, a child who has not reached the age of sexual consent to witness sexual activities, even without having to participate, shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 1 year.στ)   «νομικό πρόσωπο»: οντότητα που έχει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία, εξαιρουμένων των κρατών ή των δημόσιων οργανισμών που ασκούν κρατική εξουσία και των δημόσιων διεθνών οργανισμών.
3.   Causing, for sexual purposes, a child who has not reached the age of sexual consent to witness sexual abuse, even without having to participate, shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 2 years.Άρθρο 3
4.   Engaging in sexual activities with a child who has not reached the age of sexual consent shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 5 years.Αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης
5.   Engaging in sexual activities with a child, where:1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρούνται οι εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6.
(i) | abuse is made of a recognised position of trust, authority or influence over the child, shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 8 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 3 years of imprisonment, if the child is over that age; or2.   Ο εξαναγκασμός, προς σεξουαλικούς σκοπούς, παιδιού που δεν έχει φθάσει την ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων, ακόμα και αν δεν συμμετέχει σε αυτές, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον ένα έτος.
(ii) | abuse is made of a particularly vulnerable situation of the child, in particular because of a mental or physical disability or a situation of dependence, shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 8 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 3 years of imprisonment if the child is over that age; or3.   Ο εξαναγκασμός, προς σεξουαλικούς σκοπούς, παιδιού που δεν έχει φθάσει την ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης να γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν δεν συμμετέχει σε αυτήν, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δύο έτη.
(iii) | use is made of coercion, force or threats shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 10 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 5 years of imprisonment if the child is over that age.4.   Η σεξουαλική πράξη με παιδί που δεν έχει φθάσει την ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον πέντε έτη.
6.   Coercing, forcing or threatening a child into sexual activities with a third party shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 10 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 5 years of imprisonment if the child is over that age.5.   Η σεξουαλική πράξη με παιδί, όταν:
Article 4i) | γίνεται κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον οκτώ έτη, εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης, και σε τουλάχιστον τρία έτη, εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή·
Offences concerning sexual exploitationii) | γίνεται κατάχρηση μιας ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης του παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον οκτώ έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον τρία έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή, ή
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the intentional conduct referred to in paragraphs 2 to 7 is punishable.iii) | γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον πέντε έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
2.   Causing or recruiting a child to participate in pornographic performances, or profiting from or otherwise exploiting a child for such purposes shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 5 years if the child has not reached the age of sexual consent and of at least 2 years of imprisonment if the child is over that age.6.   Η χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής προκειμένου να τελέσει το παιδί σεξουαλική πράξη με τρίτο πρόσωπο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον πέντε έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
3.   Coercing or forcing a child to participate in pornographic performances, or threatening a child for such purposes shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 8 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 5 years of imprisonment if the child is over that age.Άρθρο 4
4.   Knowingly attending pornographic performances involving the participation of a child shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 2 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 1 year of imprisonment if the child is over that age.Αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης
5.   Causing or recruiting a child to participate in child prostitution, or profiting from or otherwise exploiting a child for such purposes shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 8 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 5 years of imprisonment if the child is over that age.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρούνται οι εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 7.
6.   Coercing or forcing a child into child prostitution, or threatening a child for such purposes shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 10 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 5 years of imprisonment if the child is over that age.2.   Η πρόκληση της συμμετοχής παιδιού σε πορνογραφικές παραστάσεις ή η στρατολόγησή του προκειμένου να συμμετάσχει σε αυτές ή η αποκόμιση κέρδους από παιδί ή η εκμετάλλευσή του με άλλους τρόπους προς τον σκοπό αυτό τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον πέντε έτη, εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης, και σε τουλάχιστον δύο έτη στερητική της ελευθερίας ποινή, εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
7.   Engaging in sexual activities with a child, where recourse is made to child prostitution shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 5 years if the child has not reached the age of sexual consent, and of at least 2 years of imprisonment if the child is over that age.3.   Η χρήση εξαναγκασμού ή βίας προκειμένου να συμμετάσχει παιδί σε πορνογραφικές παραστάσεις ή η χρήση απειλής απέναντί του προς τον σκοπό αυτό τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον οκτώ έτη, εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης, και σε τουλάχιστον πέντε έτη στερητική της ελευθερίας ποινή, εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
Article 54.   Η εν γνώσει παρακολούθηση πορνογραφικών παραστάσεων στις οποίες συμμετέχουν παιδιά τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δύο έτη, εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης, και σε τουλάχιστον ένα έτος στερητική της ελευθερίας ποινή, εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
Offences concerning child pornography5.   Η πρόκληση της συμμετοχής παιδιού σε παιδική πορνεία ή η στρατολόγησή του προκειμένου να συμμετάσχει σε αυτήν όπως και η αποκόμιση κέρδους από το παιδί ή η εκμετάλλευσή του με άλλους τρόπους προς τον σκοπό αυτό τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον οκτώ έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον πέντε έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the intentional conduct, when committed without right, referred to in paragraphs 2 to 6 is punishable.6.   Η χρήση εξαναγκασμού ή βίας προκειμένου να συμμετάσχει το παιδί σε παιδική πορνεία ή η χρήση απειλής απέναντί του προς τον σκοπό αυτό τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δέκα έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον πέντε έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
2.   Acquisition or possession of child pornography shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 1 year.7.   Η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί, εάν πραγματοποιείται μέσω παιδικής πορνείας, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον πέντε έτη εάν το παιδί δεν έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης και σε τουλάχιστον δύο έτη εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία αυτή.
3.   Knowingly obtaining access, by means of information and communication technology, to child pornography shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 1 year.Άρθρο 5
4.   Distribution, dissemination or transmission of child pornography shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 2 years.Αδικήματα παιδικής πορνογραφίας
5.   Offering, supplying or making available child pornography shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 2 years.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρούνται οι εκ προθέσεως και χωρίς δικαίωμα τελούμενες πράξεις οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6.
6.   Production of child pornography shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 3 years.2.   Η απόκτηση ή κατοχή υλικού παιδικής πορνογραφίας τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον ένα έτος.
7.   It shall be within the discretion of Member States to decide whether this Article applies to cases involving child pornography as referred to in Article 2(c)(iii), where the person appearing to be a child was in fact 18 years of age or older at the time of depiction.3.   Η εν γνώσει απόκτηση πρόσβασης σε παιδική πορνογραφία μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον ένα έτος.
8.   It shall be within the discretion of Member States to decide whether paragraphs 2 and 6 of this Article apply to cases where it is established that pornographic material as referred to in Article 2(c)(iv) is produced and possessed by the producer solely for his or her private use in so far as no pornographic material as referred to in Article 2(c)(i), (ii) or (iii) has been used for the purpose of its production and provided that the act involves no risk of dissemination of the material.4.   Η διανομή, διάδοση ή μετάδοση υλικού παιδικής πορνογραφίας τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δύο έτη.
Article 65.   Η προσφορά, παροχή ή διάθεση υλικού παιδικής πορνογραφίας τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον δύο έτη.
Solicitation of children for sexual purposes6.   Η παραγωγή υλικού παιδικής πορνογραφίας τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον τρία έτη.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the following intentional conduct is punishable:7.   Εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το κατά πόσον το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παιδικής πορνογραφίας, υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο γ) σημείο iii), όταν το πρόσωπο που εμφανιζόταν ως παιδί ήταν στην πραγματικότητα ηλικίας 18 ετών ή άνω κατά τη στιγμή της απεικόνισης.
the proposal, by means of information and communication technology, by an adult to meet a child who has not reached the age of sexual consent, for the purpose of committing any of the offences referred to in Article 3(4) and Article 5(6), where that proposal was followed by material acts leading to such a meeting, shall be punishable by a maximum term of imprisonment of at least 1 year.8.   Εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το κατά πόσον οι παράγραφοι 2 και 6 του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδεικνύεται ότι η παραγωγή και διατήρηση του πορνογραφικού υλικού υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο γ) σημείο iv) γίνεται μόνο προς ιδία χρήση, στον βαθμό που δεν έχει χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή του πορνογραφικού υλικού υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο γ) σημεία i), ii) ή iii) και εφόσον η πράξη δεν συνεπάγεται κίνδυνο διάδοσης του υλικού.
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that an attempt, by means of information and communication technology, to commit the offences provided for in Article 5(2) and (3) by an adult soliciting a child who has not reached the age of sexual consent to provide child pornography depicting that child is punishable.Άρθρο 6
Article 7Άγρα παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς
Incitement, aiding and abetting, and attempt1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρείται η ακόλουθη εκ προθέσεως τελούμενη πράξη:
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that inciting or aiding and abetting to commit any of the offences referred to in Articles 3 to 6 is punishable.Η πρόταση, μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, από μέρους ενηλίκου να συναντήσει παιδί που δεν έχει φθάσει την ηλικία σεξουαλικής συναίνεσης, με σκοπό τη διάπραξη ενός εκ των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 και το άρθρο 5 παράγραφος 6, όταν η εν λόγω πρόταση ακολουθείται από πράξεις που οδηγούν σε μια τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται σε τουλάχιστον ένα έτος.
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that an attempt to commit any of the offences referred to in Article 3(4), (5) and (6), Article 4(2), (3), (5), (6) and (7), and Article 5(4), (5) and (6) is punishable.2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι θα τιμωρείται η διά της τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3 από ενήλικα που προσεγγίζει παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης για την παραγωγή παιδικής πορνογραφίας που απεικονίζει το παιδί αυτό.
Article 8Άρθρο 7
Consensual sexual activitiesΗθική αυτουργία, υποβοήθηση και συνέργεια και απόπειρα
1.   It shall be within the discretion of Member States to decide whether Article 3(2) and (4) apply to consensual sexual activities between peers, who are close in age and degree of psychological and physical development or maturity, in so far as the acts did not involve any abuse.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρούνται η ηθική αυτουργία ή η συνέργεια στη διάπραξη αδικήματος που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 6.
2.   It shall be within the discretion of Member States to decide whether Article 4(4) applies to a pornographic performance that takes place in the context of a consensual relationship where the child has reached the age of sexual consent or between peers who are close in age and degree of psychological and physical development or maturity, in so far as the acts did not involve any abuse or exploitation and no money or other form of remuneration or consideration is given as payment in exchange for the pornographic performance.2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τιμωρείται κάθε απόπειρα διάπραξης αδικήματος που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφοι 4, 5 και 6, στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3, 5, 6 και 7 και στο άρθρο 5 παράγραφοι 4, 5 και 6.
3.   It shall be within the discretion of Member States to decide whether Article 5(2) and (6) apply to the production, acquisition or possession of material involving children who have reached the age of sexual consent where that material is produced and possessed with the consent of those children and only for the private use of the persons involved, in so far as the acts did not involve any abuse.Άρθρο 8
Article 9Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες
Aggravating circumstances1.   Εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το κατά πόσον το άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 4 εφαρμόζεται στις συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες μεταξύ προσώπων που έχουν παρόμοια ηλικία και βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας, εφόσον οι εν λόγω πράξεις δεν περιλάμβαναν οποιαδήποτε κακοποίηση.
In so far as the following circumstances do not already form part of the constituent elements of the offences referred to in Articles 3 to 7, Member States shall take the necessary measures to ensure that the following circumstances may, in accordance with the relevant provisions of national law, be regarded as aggravating circumstances, in relation to the relevant offences referred to in Articles 3 to 7:2.   Εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το κατά πόσον το άρθρο 4 παράγραφος 4 εφαρμόζεται σε πορνογραφική παράσταση που πραγματοποιείται στο πλαίσιο συναινετικών σχέσεων εάν το παιδί έχει φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης ή μεταξύ προσώπων που έχουν παρόμοια ηλικία και βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας, εφόσον οι πράξεις δεν συνεπάγονταν οποιαδήποτε κακοποίηση ή εκμετάλλευση και δεν προσφέρθηκαν χρήματα ή άλλου είδους ανταλλάγματα ή ανταπόδοση ως αμοιβή για την πορνογραφική παράσταση.
(a) | the offence was committed against a child in a particularly vulnerable situation, such as a child with a mental or physical disability, in a situation of dependence or in a state of physical or mental incapacity;3.   Εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών το κατά πόσον το άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 6 εφαρμόζεται στην παραγωγή, απόκτηση ή κατοχή υλικού στην οποία εμφανίζονται παιδιά που έχουν φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης, εφόσον η παραγωγή και κατοχή του εν λόγω υλικού πραγματοποιείται με τη συναίνεση των παιδιών αυτών και μόνο προς ιδία χρήση από τα συγκεκριμένα πρόσωπα, στον βαθμό που οι πράξεις δεν περιλάμβαναν οποιαδήποτε κακοποίηση.
(b) | the offence was committed by a member of the child’s family, a person cohabiting with the child or a person who has abused a recognised position of trust or authority;Άρθρο 9
(c) | the offence was committed by several persons acting together;Επιβαρυντικές περιστάσεις
(d) | the offence was committed within the framework of a criminal organisation within the meaning of Council Framework Decision 2008/841/JHA of 24 October 2008 on the fight against organised crime (12);Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι κατωτέρω περιστάσεις, εφόσον δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7, μπορούν, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, να θεωρούνται ως επιβαρυντικές περιστάσεις σε σχέση με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7:
(e) | the offender has previously been convicted of offences of the same nature;α) | το αδίκημα διεπράχθη σε βάρος παιδιού ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης, όπως για παράδειγμα παιδιού με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας·
(f) | the offender has deliberately or recklessly endangered the life of the child; orβ) | το αδίκημα διεπράχθη από μέλος της οικογένειας του παιδιού, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το παιδί ή πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση αναγνωρισμένης θέσεως εμπιστοσύνης ή εξουσίας·
(g) | the offence involved serious violence or caused serious harm to the child.γ) | το αδίκημα διεπράχθη από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που ενεργούν από κοινού·
Article 10δ) | το αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια της απόφασης-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (12)·
Disqualification arising from convictionsε) | ο δράστης έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για αδικήματα του ίδιου τύπου·
1.   In order to avoid the risk of repetition of offences, Member States shall take the necessary measures to ensure that a natural person who has been convicted of any of the offences referred to in Articles 3 to 7 may be temporarily or permanently prevented from exercising at least professional activities involving direct and regular contacts with children.στ) | ο δράστης εκ προθέσεως ή εξ αμελείας έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του παιδιού ή
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that employers, when recruiting a person for professional or organised voluntary activities involving direct and regular contacts with children, are entitled to request information in accordance with national law by way of any appropriate means, such as access upon request or via the person concerned, of the existence of criminal convictions for any of the offences referred to in Articles 3 to 7 entered in the criminal record or of the existence of any disqualification from exercising activities involving direct and regular contacts with children arising from those criminal convictions.ζ) | το αδίκημα περιλάμβανε σοβαρή βία ή προκάλεσε σοβαρή βλάβη στο παιδί.
3.   Member States shall take the necessary measures to ensure that, for the application of paragraphs 1 and 2 of this Article, information concerning the existence of criminal convictions for any of the offences referred to in Articles 3 to 7, or of any disqualification from exercising activities involving direct and regular contacts with children arising from those criminal convictions, is transmitted in accordance with the procedures set out in Council Framework Decision 2009/315/JHA of 26 February 2009 on the organisation and content of the exchange of information extracted from the criminal record between Member States (13) when requested under Article 6 of that Framework Decision with the consent of the person concerned.Άρθρο 10
Article 11Ακαταλληλότητα λόγω καταδίκης
Seizure and confiscation1.   Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος επανάληψης των αδικημάτων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7 προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης τουλάχιστον επαγγελματικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά.
Member States shall take the necessary measures to ensure that their competent authorities are entitled to seize and confiscate instrumentalities and proceeds from the offences referred to in Articles 3, 4 and 5.2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι οι εργοδότες, όταν προσλαμβάνουν ένα πρόσωπο για επαγγελματικές ή οργανωμένες δραστηριότητες εθελοντικού χαρακτήρα που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά, δικαιούνται να ζητούν πληροφορίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως η πρόσβαση κατόπιν αιτήματος ή μέσω του οικείου προσώπου, για καταχωρισμένες στο ποινικό μητρώο καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούν οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 ή για την ύπαρξη οποιασδήποτε απαγόρευσης άσκησης δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν άμεσες και τακτικές επαφές με παιδιά λόγω αυτών των καταδικαστικών αποφάσεων.
Article 123.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, οι σχετικές με την ύπαρξη καταδικαστικών αποφάσεων πληροφορίες που αφορούν αδικήματα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 ή οποιασδήποτε απαγόρευσης άσκησης δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν άμεσες και τακτικές επαφές με παιδιά λόγω αυτών των καταδικαστικών αποφάσεων διαβιβάζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τη διοργάνωση και το περιεχόμενο της ανταλλαγής πληροφοριών που προέρχονται από το ποινικό μητρώο μεταξύ των κρατών μελών (13), όταν αιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 6 της εν λόγω απόφασης-πλαίσιο και με τη συναίνεση του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Liability of legal personsΆρθρο 11
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that legal persons may be held liable for any of the offences referred to in Articles 3 to 7 committed for their benefit by any person, acting either individually or as part of an organ of the legal person, and having a leading position within the legal person, based on:Κατάσχεση και δήμευση
(a) | a power of representation of the legal person;Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε κατασχέσεις και δημεύσεις των οργάνων και προϊόντων που προέρχονται από τα αδικήματα στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 3, 4 και 5.
(b) | an authority to take decisions on behalf of the legal person; orΆρθρο 12
(c) | an authority to exercise control within the legal person.Ευθύνη νομικών προσώπων
2.   Member States shall also take the necessary measures to ensure that legal persons may be held liable where the lack of supervision or control by a person referred to in paragraph 1 has made possible the commission, by a person under its authority, of any of the offences referred to in Articles 3 to 7 for the benefit of that legal person.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι μπορούν να υπέχουν ευθύνη νομικά πρόσωπα για αδικήματα κατά τα άρθρα 3 έως 7 που διαπράττονται προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου νομικού προσώπου και κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου, με βάση:
3.   Liability of legal persons under paragraphs 1 and 2 shall be without prejudice to criminal proceedings against natural persons who are perpetrators, inciters or accessories to the offences referred to in Articles 3 to 7.α) | την εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου·
Article 13β) | το δικαίωμα λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου ή
Sanctions on legal personsγ) | το δικαίωμα άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that a legal person held liable pursuant to Article 12(1) is punishable by effective, proportionate and dissuasive sanctions, which shall include criminal or non-criminal fines and may include other sanctions, such as:2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι μπορούν να υπέχουν ευθύνη νομικά πρόσωπα στις περιπτώσεις όπου η απουσία εποπτείας ή ελέγχου από πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατέστησε δυνατή τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 προς όφελος του εν λόγω νομικού προσώπου από πρόσωπο που ενεργεί υπό τη δικαιοδοσία του.
(a) | exclusion from entitlement to public benefits or aid;3.   Η ευθύνη των νομικών προσώπων βάσει των παραγράφων 1 και 2 δεν θίγει την άσκηση ποινικής δίωξης κατά φυσικών προσώπων που εμπλέκονται ως φυσικοί αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7.
(b) | temporary or permanent disqualification from the practice of commercial activities;Άρθρο 13
(c) | placing under judicial supervision;Κυρώσεις εις βάρος νομικών προσώπων
(d) | judicial winding-up; or1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την τιμωρία νομικών προσώπων που υπέχουν ευθύνη βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται χρηματικές ποινές ή διοικητικά πρόστιμα και, ενδεχομένως, άλλες κυρώσεις, όπως:
(e) | temporary or permanent closure of establishments which have been used for committing the offence.α) | ο αποκλεισμός από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις·
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that a legal person held liable pursuant to Article 12(2) is punishable by sanctions or measures which are effective, proportionate and dissuasive.β) | η προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας·
Article 14γ) | η δικαστική εποπτεία·
Non-prosecution or non-application of penalties to the victimδ) | η δικαστική εκκαθάριση ή
Member States shall, in accordance with the basic principles of their legal systems take the necessary measures to ensure that competent national authorities are entitled not to prosecute or impose penalties on child victims of sexual abuse and sexual exploitation for their involvement in criminal activities, which they have been compelled to commit as a direct consequence of being subjected to any of the acts referred to in Article 4(2), (3), (5) and (6), and in Article 5(6).ε) | το προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος.
Article 152.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την τιμωρία νομικών προσώπων που υπέχουν ευθύνη βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 2 με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις ή μέτρα.
Investigation and prosecutionΆρθρο 14
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that investigations into or the prosecution of the offences referred to in Articles 3 to 7 are not dependent on a report or accusation being made by the victim or by his or her representative, and that criminal proceedings may continue even if that person has withdrawn his or her statements.Μη άσκηση δίωξης ή μη επιβολή ποινών στα θύματα
2.   Member States shall take the necessary measures to enable the prosecution of any of the offences referred to in Article 3, Article 4(2), (3), (5), (6) and (7) and of any serious offences referred to in Article 5(6) when child pornography as referred to in Article 2(c)(i) and (ii) has been used, for a sufficient period of time after the victim has reached the age of majority and which is commensurate with the gravity of the offence concerned.Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις βασικές αρχές των νομικών συστημάτων τους, λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να παρέχουν στις αρμόδιες εθνικές αρχές τις εξουσίες για μη άσκηση δίωξης ή μη επιβολή ποινών σε ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης λόγω της συμμετοχής τους σε εγκληματικές δραστηριότητες, τις οποίες εξαναγκάστηκαν να διαπράξουν ως άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι υπέστησαν οιαδήποτε των πράξεων μνεία των οποίων γίνεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3, 5 και 6 και στο άρθρο 5 παράγραφος 6.
3.   Member States shall take the necessary measures to ensure that effective investigative tools, such as those which are used in organised crime or other serious crime cases are available to persons, units or services responsible for investigating or prosecuting offences referred to in Articles 3 to 7.Άρθρο 15
4.   Member States shall take the necessary measures to enable investigative units or services to attempt to identify the victims of the offences referred to in Articles 3 to 7, in particular by analysing child pornography material, such as photographs and audiovisual recordings transmitted or made available by means of information and communication technology.Ποινική έρευνα και δίωξη
Article 161.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι η διερεύνηση ή η άσκηση ποινικής δίωξης για τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 δεν εξαρτώνται από την υποβολή μήνυσης ή καταγγελίας από το θύμα ή τον εκπρόσωπό του και ότι η ποινική διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί ακόμα και εάν το πρόσωπο αυτό αποσύρει την κατάθεσή του.
Reporting suspicion of sexual abuse or sexual exploitation2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3, στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3, 5, 6 και 7 και τα σοβαρά αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 6, εφόσον έχει χρησιμοποιηθεί παιδική πορνογραφία υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο γ) σημεία i) και ii), διώκονται για ικανό χρονικό διάστημα μετά την ενηλικίωση του θύματος και ότι η δίωξη αυτή είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the confidentiality rules imposed by national law on certain professionals whose main duty is to work with children do not constitute an obstacle to the possibility, for those professionals, of their reporting to the services responsible for child protection any situation where they have reasonable grounds for believing that a child is the victim of offences referred to in Articles 3 to 7.3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τεθούν στη διάθεση των προσώπων, των μονάδων ή των υπηρεσιών που έχουν αρμοδιότητα διερεύνησης ή δίωξης των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 αποτελεσματικά εργαλεία έρευνας, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών μορφών εγκληματικότητας.
2.   Member States shall take the necessary measures to encourage any person who knows about or suspects, in good faith that any of the offences referred to in Articles 3 to 7 have been committed, to report this to the competent services.4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να δοθεί η δυνατότητα στις ερευνητικές μονάδες ή υπηρεσίες να επιχειρούν την ταυτοποίηση των θυμάτων των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7, ειδικότερα μέσω ανάλυσης υλικού παιδικής πορνογραφίας, όπως φωτογραφίες και οπτικοακουστικές εγγραφές που μεταδίδονται ή καθίστανται διαθέσιμες μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών.
Article 17Άρθρο 16
Jurisdiction and coordination of prosecutionΑναφορά υποψίας σεξουαλικής κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης
1.   Member States shall take the necessary measures to establish their jurisdiction over the offences referred to in Articles 3 to 7 where:1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι κανόνες εμπιστευτικότητας που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία σε ορισμένους επαγγελματίες με βασικό αντικείμενο εργασίας την ενασχόληση με παιδιά δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα των εν λόγω επαγγελματιών να αναφέρουν στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την προστασία των παιδιών οποιαδήποτε κατάσταση για την οποία έχουν εύλογους λόγους να πιστεύουν ότι ένα παιδί είναι θύμα αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7.
(a) | the offence is committed in whole or in part within their territory; or2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ενθαρρύνουν κάθε πρόσωπο που γνωρίζει ή υποψιάζεται, καλή την πίστει, ότι έχει τελεστεί κάποιο από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 να αναφέρει τα αδικήματα αυτά στις αρμόδιες υπηρεσίες.
(b) | the offender is one of their nationals.Άρθρο 17
2.   A Member State shall inform the Commission where it decides to establish further jurisdiction over an offence referred to in Articles 3 to 7 committed outside its territory, inter alia, where:Δικαιοδοσία και συντονισμός της ποινικής δίωξης
(a) | the offence is committed against one of its nationals or a person who is an habitual resident in its territory;1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία τους για τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 εφόσον:
(b) | the offence is committed for the benefit of a legal person established in its territory; orα) | το αδίκημα διαπράττεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφός τους ή
(c) | the offender is an habitual resident in its territory.β) | ο δράστης του αδικήματος είναι υπήκοός τους.
3.   Member States shall ensure that their jurisdiction includes situations where an offence referred to in Articles 5 and 6, and in so far as is relevant, in Articles 3 and 7, is committed by means of information and communication technology accessed from their territory, whether or not it is based on their territory.2.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή εάν αποφασίσει να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του σε ένα αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7 και έχει διαπραχθεί εκτός του εδάφους του, μεταξύ άλλων εάν:
4.   For the prosecution of any of the offences referred to in Article 3(4), (5) and (6), Article 4(2), (3), (5), (6) and (7) and Article 5(6) committed outside the territory of the Member State concerned, as regards paragraph 1(b) of this Article, each Member State shall take the necessary measures to ensure that its jurisdiction is not subordinated to the condition that the acts are a criminal offence at the place where they were performed.α) | το αδίκημα διαπράττεται σε βάρος ενός εκ των υπηκόων του ή προσώπου που έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του·
5.   For the prosecution of any of the offences referred to in Articles 3 to 7 committed outside the territory of the Member State concerned, as regards paragraph 1(b) of this Article, each Member State shall take the necessary measures to ensure that its jurisdiction is not subordinated to the condition that the prosecution can only be initiated following a report made by the victim in the place where the offence was committed, or a denunciation from the State of the place where the offence was committed.β) | το αδίκημα διαπράττεται προς όφελος νομικού προσώπου εγκατεστημένου στο έδαφός του ή
Article 18γ) | ο δράστης του αδικήματος έχει τη συνήθη κατοικία του στο έδαφός του.
General provisions on assistance, support and protection measures for child victims3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάγονται στη δικαιοδοσία τους καταστάσεις κατά τις οποίες ένα αδίκημα προβλεπόμενο στα άρθρα 5 και 6 και, εφόσον είναι σχετικό, στα άρθρα 3 και 7 διαπράττεται μέσω τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών στην οποία παρέχεται πρόσβαση από το έδαφός τους, ασχέτως εάν η συγκεκριμένη τεχνολογία είναι εγκατεστημένη ή όχι στο έδαφός τους.
1.   Child victims of the offences referred to in Articles 3 to 7 shall be provided assistance, support and protection in accordance with Articles 19 and 20, taking into account the best interests of the child.4.   Για την ποινική δίωξη αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 4, 5 και 6, στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3, 5, 6 και 7 και στο άρθρο 5 παράγραφος 6 και διαπράττονται εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους, σε ό,τι αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η δικαιοδοσία του δεν υπόκειται στον όρο ότι οι πράξεις πρέπει να συνιστούν ποινικά αδικήματα στον τόπο όπου τελέστηκαν.
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that a child is provided with assistance and support as soon as the competent authorities have a reasonable-grounds indication for believing that a child might have been subject to any of the offences referred to in Articles 3 to 7.5.   Για την ποινική δίωξη αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 και διαπράττονται εκτός του εδάφους του οικείου κράτους μέλους, σε ό,τι αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η δικαιοδοσία του δεν υπόκειται στον όρο ότι μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη μόνο έπειτα από την κατάθεση μήνυσης από το θύμα στον τόπο όπου διεπράχθη το αδίκημα ή καταγγελία από το κράτος του τόπου όπου διεπράχθη το αδίκημα.
3.   Member States shall ensure that, where the age of a person subject to any of the offences referred to in Articles 3 to 7 is uncertain and there are reasons to believe that the person is a child, that person is presumed to be a child in order to receive immediate access to assistance, support and protection in accordance with Articles 19 and 20.Άρθρο 18
Article 19Γενικές διατάξεις για τα μέτρα συνδρομής, στήριξης και προστασίας των παιδιών-θυμάτων
Assistance and support to victims1.   Στα παιδιά που πέφτουν θύματα των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 παρέχεται συνδρομή, στήριξη και προστασία, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20, λαμβανομένων υπόψη των συμφερόντων του παιδιού.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that assistance and support are provided to victims before, during and for an appropriate period of time after the conclusion of criminal proceedings in order to enable them to exercise the rights set out in Framework Decision 2001/220/JHA, and in this Directive. Member States shall, in particular, take the necessary steps to ensure protection for children who report cases of abuse within their family.2.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι παρέχεται συνδρομή και στήριξη σε παιδί αμέσως μόλις οι αρμόδιες αρχές έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι ενδέχεται να έχει διαπραχθεί εις βάρος παιδιού κάποιο εκ των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7.
2.   Member States shall take the necessary measures to ensure that assistance and support for a child victim are not made conditional on the child victim’s willingness to cooperate in the criminal investigation, prosecution or trial.3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν η ηλικία ενός προσώπου που έχει υποστεί κάποιο εκ των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 είναι αβέβαιη και υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι πρόκειται για παιδί, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται κατά τεκμήριο παιδί, ώστε να έχει άμεση πρόσβαση σε συνδρομή, στήριξη και προστασία, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 20.
3.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the specific actions to assist and support child victims in enjoying their rights under this Directive, are undertaken following an individual assessment of the special circumstances of each particular child victim, taking due account of the child’s views, needs and concerns.Άρθρο 19
4.   Child victims of any of the offences referred to in Articles 3 to 7 shall be considered as particularly vulnerable victims pursuant to Article 2(2), Article 8(4) and Article 14(1) of Framework Decision 2001/220/JHA.Παροχή συνδρομής και στήριξης στα θύματα
5.   Member States shall take measures, where appropriate and possible, to provide assistance and support to the family of the child victim in enjoying the rights under this Directive when the family is in the territory of the Member States. In particular, Member States shall, where appropriate and possible, apply Article 4 of Framework Decision 2001/220/JHA to the family of the child victim.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την παροχή συνδρομής και στήριξης στα θύματα πριν, κατά και για κατάλληλο χρονικό διάστημα μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, ώστε να τους δίνεται η δυνατότητα να ασκούν τα δικαιώματά τους που ορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ, καθώς και στην παρούσα οδηγία. Ειδικότερα δε τα κράτη μέλη προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διασφαλίσουν την προστασία των παιδιών που καταγγέλλουν περιπτώσεις κακοποίησης εντός του οικογενειακού τους περιβάλλοντος.
Article 202.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι η παροχή βοήθειας και στήριξης σε παιδί-θύμα δεν εξαρτάται από την προθυμία του παιδιού-θύματος να συνεργαστεί σε δικαστική έρευνα, δίωξη ή δίκη.
Protection of child victims in criminal investigations and proceedings3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι θεσπίζονται ειδικές ενέργειες για την παροχή συνδρομής και στήριξης στα παιδιά-θύματα ώστε να απολαύουν των δικαιωμάτων τους δυνάμει της παρούσας οδηγίας, μετά από ειδική εκτίμηση των ιδιαίτερων περιστάσεων του εκάστοτε παιδιού-θύματος, λαμβανομένων υπόψη των απόψεων, των αναγκών και των ανησυχιών του.
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure that in criminal investigations and proceedings, in accordance with the role of victims in the relevant justice system, competent authorities appoint a special representative for the child victim where, under national law, the holders of parental responsibility are precluded from representing the child as a result of a conflict of interest between them and the child victim, or where the child is unaccompanied or separated from the family.4.   Τα ανήλικα θύματα αδικημάτων τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 θεωρούνται ως ιδιαίτερα ευάλωτα θύματα δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 2, του άρθρου 8 παράγραφος 4 και του άρθρου 14 παράγραφος 1 της απόφασης-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.
2.   Member States shall ensure that child victims have, without delay, access to legal counselling and, in accordance with the role of victims in the relevant justice system, to legal representation, including for the purpose of claiming compensation. Legal counselling and legal representation shall be free of charge where the victim does not have sufficient financial resources.5.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, κατά περίπτωση και κατά το δυνατόν, μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν συνδρομή και στήριξη στην οικογένεια του παιδιού-θύματος, ώστε να απολαύει των δικαιωμάτων που προβλέπει η παρούσα οδηγία, όταν η οικογένεια βρίσκεται στο έδαφος των κρατών μελών. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη, κατά περίπτωση και κατά το δυνατόν, εφαρμόζουν στην οικογένεια του παιδιού-θύματος το άρθρο 4 της απόφασης-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.
3.   Without prejudice to the rights of the defence, Member States shall take the necessary measures to ensure that in criminal investigations relating to any of the offences referred to in Articles 3 to 7:Άρθρο 20
(a) | interviews with the child victim take place without unjustified delay after the facts have been reported to the competent authorities;Προστασία των παιδιών-θυμάτων στο πλαίσιο ποινικών ερευνών και διαδικασιών
(b) | interviews with the child victim take place, where necessary, in premises designed or adapted for this purpose;1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι, στο πλαίσιο ποινικών ερευνών και διαδικασιών, σύμφωνα με τον ρόλο των θυμάτων στο οικείο δικαστικό σύστημα, οι αρμόδιες αρχές διορίζουν ειδικό εκπρόσωπο για το παιδί-θύμα, στην περίπτωση που, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας αποκλείονται από την εκπροσώπηση του παιδιού λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του παιδιού-θύματος ή στην περίπτωση που το παιδί είναι ασυνόδευτο ή αποχωρισμένο από την οικογένειά του.
(c) | interviews with the child victim are carried out by or through professionals trained for this purpose;2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη χωρίς καθυστέρηση πρόσβαση των παιδιών-θυμάτων σε νομικές συμβουλές και, σύμφωνα με τον ρόλο των θυμάτων στο οικείο δικαστικό σύστημα, σε νομική εκπροσώπηση, μεταξύ άλλων και για την απαίτηση αποζημίωσης. Οι νομικές συμβουλές και η νομική εκπροσώπηση παρέχονται δωρεάν στις περιπτώσεις όπου το θύμα δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους.
(d) | the same persons, if possible and where appropriate, conduct all interviews with the child victim;3.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων υπεράσπισης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι σε ποινικές έρευνες σχετικές με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7:
(e) | the number of interviews is as limited as possible and interviews are carried out only where strictly necessary for the purpose of criminal investigations and proceedings;α) | οι συνεντεύξεις με το παιδί-θύμα πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση από τη στιγμή της αναφοράς των γεγονότων στις αρμόδιες αρχές·
(f) | the child victim may be accompanied by his or her legal representative or, where appropriate, by an adult of his or her choice, unless a reasoned decision has been made to the contrary in respect of that person.β) | οι συνεντεύξεις με το παιδί-θύμα πραγματοποιούνται, εφόσον είναι αναγκαίο, σε χώρους σχεδιασμένους ή προσαρμοσμένους για τον σκοπό αυτό·
4.   Member States shall take the necessary measures to ensure that in criminal investigations of any of the offences referred to in Articles 3 to 7 all interviews with the child victim or, where appropriate, with a child witness, may be audio-visually recorded and that such audio-visually recorded interviews may be used as evidence in criminal court proceedings, in accordance with the rules under their national law.γ) | οι συνεντεύξεις με το παιδί-θύμα διεξάγονται από επαγγελματίες εκπαιδευμένους προς τον σκοπό αυτό ή με τη βοήθειά τους·
5.   Member States shall take the necessary measures to ensure that in criminal court proceedings relating to any of the offences referred to in Articles 3 to 7, that it may be ordered that:δ) | όλες τις συνεντεύξεις με το παιδί-θύμα διεξάγονται, εάν αυτό είναι δυνατόν και σκόπιμο, από τα ίδια πρόσωπα·
(a) | the hearing take place without the presence of the public;ε) | ο αριθμός των συνεντεύξεων είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένος και οι συνεντεύξεις διεξάγονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες για τον σκοπό των σχετικών ποινικών ερευνών και διαδικασιών·
(b) | the child victim be heard in the courtroom without being present, in particular through the use of appropriate communication technologies.στ) | το παιδί-θύμα μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπό του ή, κατά περίπτωση, από ενήλικα της επιλογής του, εκτός αν έχει εκδοθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο σχετικά με το συγκεκριμένο πρόσωπο.
6.   Member States shall take the necessary measures, where in the interest of child victims and taking into account other overriding interests, to protect the privacy, identity and image of child victims, and to prevent the public dissemination of any information that could lead to their identification.4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι στις ποινικές έρευνες αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 όλες οι συνεντεύξεις με τα παιδιά-θύματα ή, κατά περίπτωση, εκείνες όπου ο μάρτυρας είναι παιδί, μπορούν να καταγράφονται με οπτικοακουστικά μέσα, και ότι οι καταγεγραμμένες με τον τρόπο αυτό συνεντεύξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία στην ποινική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού τους δικαίου.
Article 215.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι, κατά την ποινική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7, ένας δικαστής μπορεί να διατάξει:
Measures against advertising abuse opportunities and child sex tourismα) | τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας χωρίς την παρουσία κοινού·
Member States shall take appropriate measures to prevent or prohibit:β) | την ακρόαση του παιδιού-θύματος στη δικαστική αίθουσα χωρίς να είναι παρόν, κυρίως με τη χρήση της κατάλληλης τεχνολογίας επικοινωνιών.
(a) | the dissemination of material advertising the opportunity to commit any of the offences referred to in Articles 3 to 6; and6.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, εφόσον είναι προς όφελος των παιδιών θυμάτων και λαμβανομένων υπόψη άλλων υπέρτερων συμφερόντων, προκειμένου να προστατεύουν την ιδιωτική ζωή, την ταυτότητα και την εικόνα των παιδιών-θυμάτων και να αποτρέπουν την κοινοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους.
(b) | the organisation for others, whether or not for commercial purposes, of travel arrangements with the purpose of committing any of the offences referred to in Articles 3 to 5.Άρθρο 21
Article 22Μέτρα κατά της προβολής ευκαιριών κακοποίησης και σεξουαλικού τουρισμού εις βάρος παιδιών
Preventive intervention programmes or measuresΤα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλες διατάξεις για να προλαμβάνεται ή να απαγορεύεται:
Member States shall take the necessary measures to ensure that persons who fear that they might commit any of the offences referred to in Articles 3 to 7 may have access, where appropriate, to effective intervention programmes or measures designed to evaluate and prevent the risk of such offences being committed.α) | η διάδοση υλικού που προβάλλει ευκαιρίες για τη διάπραξη αδικήματος που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 6, και
Article 23β) | η διοργάνωση για τρίτους, προς εμπορικούς ή μη σκοπούς, ταξιδίων με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 5.
PreventionΆρθρο 22
1.   Member States shall take appropriate measures, such as education and training, to discourage and reduce the demand that fosters all forms of sexual exploitation of children.Προληπτικά προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης
2.   Member States shall take appropriate action, including through the Internet, such as information and awareness-raising campaigns, research and education programmes, where appropriate in cooperation with relevant civil society organisations and other stakeholders, aimed at raising awareness and reducing the risk of children, becoming victims of sexual abuse or exploitation.Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι πρόσωπα που φοβούνται ότι μπορεί να διαπράξουν αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7 μπορούν να έχουν πρόσβαση, εφόσον κριθεί σκόπιμο, σε αποτελεσματικά προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης που έχουν σχεδιαστεί με στόχο την αξιολόγηση και την πρόληψη του κινδύνου διάπραξης τέτοιων αδικημάτων.
3.   Member States shall promote regular training for officials likely to come into contact with child victims of sexual abuse or exploitation, including front-line police officers, aimed at enabling them to identify and deal with child victims and potential child victims of sexual abuse or exploitation.Άρθρο 23
Article 24Πρόληψη
Intervention programmes or measures on a voluntary basis in the course of or after criminal proceedings1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, όπως εκπαίδευση και κατάρτιση, για την αποθάρρυνση και μείωση της ζήτησης που ευνοεί όλες τις μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών.
1.   Without prejudice to intervention programmes or measures imposed by the competent judicial authorities under national law, Member States shall take the necessary measures to ensure that effective intervention programmes or measures are made available to prevent and minimise the risks of repeated offences of a sexual nature against children. Such programmes or measures shall be accessible at any time during the criminal proceedings, inside and outside prison, in accordance with national law.2.   Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε κατάλληλες ενέργειες, ακόμη και μέσω του Διαδικτύου, όπως ενημερωτικές εκστρατείες και εκστρατείες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, προγράμματα έρευνας και εκπαίδευσης, ενδεχομένως σε συνεργασία με τις σχετικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, με στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και τον περιορισμό του κινδύνου που υφίσταται για τα παιδιά να πέσουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης.
2.   The intervention programmes or measures, referred to in paragraph 1 shall meet the specific developmental needs of children who sexually offend.3.   Τα κράτη μέλη προωθούν την τακτική κατάρτιση των υπαλλήλων που ενδέχεται να έλθουν σε επαφή με ανήλικα θύματα κακοποίησης ή εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένων των αστυνομικών που εργάζονται στην πρώτη γραμμή, με σκοπό να τους διευκολύνουν να εντοπίζουν τα παιδιά-θύματα και τα δυνητικά παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης.
3.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the following persons may have access to the intervention programmes or measures referred to in paragraph 1:Άρθρο 24
(a) | persons subject to criminal proceedings for any of the offences referred to in Articles 3 to 7, under conditions which are neither detrimental nor contrary to the rights of the defence or to the requirements of a fair and impartial trial, and, in particular, in compliance with the principle of the presumption of innocence; andΠρογράμματα ή μέτρα παρέμβασης σε εθελοντική βάση κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας ποινικών διαδικασιών
(b) | persons convicted of any of the offences referred to in Articles 3 to 7.1.   Με την επιφύλαξη των προγραμμάτων ή των μέτρων παρέμβασης που επιβάλλουν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διαθεσιμότητα αποτελεσματικών προγραμμάτων ή μέτρων παρέμβασης με σκοπό την πρόληψη και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων επανάληψης αδικημάτων σεξουαλικού χαρακτήρα σε βάρος παιδιών. Η πρόσβαση στα εν λόγω προγράμματα ή μέτρα είναι δυνατή οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, εντός και εκτός φυλακών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
4.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the persons referred to in paragraph 3 are subject to an assessment of the danger that they present and the possible risks of repetition of any of the offences referred to in Articles 3 to 7, with the aim of identifying appropriate intervention programmes or measures.2.   Τα προγράμματα ή τα μέτρα παρέμβασης τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1 ανταποκρίνονται στις ειδικές αναπτυξιακές ανάγκες των παιδιών που διαπράττουν σεξουαλικά αδικήματα.
5.   Member States shall take the necessary measures to ensure that the persons referred to in paragraph 3 to whom intervention programmes or measures in accordance with paragraph 4 have been proposed:3.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα ακόλουθα πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση στα προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 1:
(a) | are fully informed of the reasons for the proposal;α) | πρόσωπα που διώκονται ποινικά για αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7, υπό όρους που δεν είναι επιζήμιοι ούτε αντίθετοι προς το δικαίωμα της υπεράσπισης ή τις απαιτήσεις δίκαιης και αμερόληπτης δίκης, και ειδικότερα σύμφωνα με την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, και
(b) | consent to their participation in the programmes or measures with full knowledge of the facts;β) | άτομα που έχουν καταδικαστεί για αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7.
(c) | may refuse and, in the case of convicted persons, are made aware of the possible consequences of such a refusal.4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την αξιολόγηση της επικινδυνότητας των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και του πιθανού κίνδυνου επανάληψης αδικήματος που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7, με σκοπό τον προσδιορισμό κατάλληλων προγραμμάτων ή μέτρων παρέμβασης.
Article 255.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και στα οποία έχουν προταθεί προγράμματα ή μέτρα παρέμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 4:
Measures against websites containing or disseminating child pornographyα) | είναι πλήρως ενήμερα για τους λόγους της πρότασης·
1.   Member States shall take the necessary measures to ensure the prompt removal of web pages containing or disseminating child pornography hosted in their territory and to endeavour to obtain the removal of such pages hosted outside of their territory.β) | συγκατατίθενται να συμμετάσχουν στα προγράμματα ή μέτρα έχοντας πλήρη επίγνωση των γεγονότων·
2.   Member States may take measures to block access to web pages containing or disseminating child pornography towards the Internet users within their territory. These measures must be set by transparent procedures and provide adequate safeguards, in particular to ensure that the restriction is limited to what is necessary and proportionate, and that users are informed of the reason for the restriction. Those safeguards shall also include the possibility of judicial redress.γ) | έχουν τη δυνατότητα να αρνηθούν και, εάν πρόκειται για πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί, ενημερώνονται για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της άρνησης αυτής.
Article 26Άρθρο 25
Replacement of Framework Decision 2004/68/JHAΜέτρα κατά ιστοτόπων που περιέχουν ή διαδίδουν παιδική πορνογραφία
Framework Decision 2004/68/JHA is hereby replaced in relation to Member States participating in the adoption of this Directive without prejudice to the obligations of those Member States relating to the time limits for transposition of the Framework Decision into national law.1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν την κατάργηση ιστοτόπων που περιέχουν ή διαδίδουν παιδική πορνογραφία και φιλοξενούνται στο έδαφός τους, καθώς και να προσπαθούν να εξασφαλίζουν την κατάργηση τέτοιου είδους σελίδων που φιλοξενούνται εκτός του εδάφους τους.
In relation to Member States participating in the adoption of this Directive, references to Framework Decision 2004/68/JHA shall be construed as references to this Directive.2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν μέτρα για τη φραγή της πρόσβασης σε ιστοσελίδες που περιλαμβάνουν ή διαδίδουν παιδική πορνογραφία στους χρήστες του Διαδικτύου στην επικράτειά τους. Τα μέτρα αυτά πρέπει να καθορίζονται με διαφανείς διαδικασίες και να παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις, ειδικότερα για να εξασφαλίζεται ότι η φραγή περιορίζεται στις απαραίτητες και αναλογικές προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ενέργειες, και ότι οι χρήστες θα ενημερώνονται για τους λόγους μιας τέτοιας απαγόρευσης. Στις εν λόγω εγγυήσεις περιλαμβάνεται επίσης και η δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής.
Article 27Άρθρο 26
TranspositionΑντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ
1.   Member States shall bring into force the laws, regulations and administrative provisions necessary to comply with this Directive by 18 December 2013.Η απόφαση-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ αντικαθίσταται για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην έκδοση της παρούσας οδηγίας, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες για τη μεταφορά της απόφασης-πλαίσιο στο εθνικό δίκαιο.
2.   Member States shall transmit to the Commission the text of the provisions transposing into their national law the obligations imposed on them under this Directive.Όσον αφορά τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην έκδοση της παρούσας οδηγίας, οι παραπομπές στην απόφαση-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ θεωρούνται παραπομπές στην παρούσα οδηγία.
3.   When Member States adopt those measures, they shall contain a reference to this Directive or be accompanied by such a reference on the occasion of their official publication. The methods of making such reference shall be laid down by the Member States.Άρθρο 27
Article 28Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία
Reporting1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως 18ης Δεκεμβρίου 2013.
1.   The Commission shall, by 18 December 2015, submit a report to the European Parliament and the Council assessing the extent to which the Member States have taken the necessary measures in order to comply with this Directive, accompanied, if necessary, by a legislative proposal.2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρονται στο εθνικό τους δίκαιο οι υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα οδηγία.
2.   The Commission shall, by 18 December 2015, submit a report to the European Parliament and the Council assessing the implementation of the measures referred to in Article 25.3.   Τα μέτρα αυτά, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιλαμβάνουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από σχετική αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος πραγματοποίησης της αναφοράς αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
Article 29Άρθρο 28
Entry into forceΑναφορές
This Directive shall enter into force on the day of its publication in the Official Journal of the European Union.1.   Η Επιτροπή υποβάλλει, μέχρι 18ης Δεκεμβρίου 2015, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με την οποία αξιολογείται κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία, συνοδευόμενη, εν ανάγκη, από νομοθετική πρόταση.
Article 302.   Η Επιτροπή, μέχρι τις 18ης Δεκεμβρίου 2015, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 25.
AddresseesΆρθρο 29
This Directive is addressed to the Member States in accordance with the Treaties.Έναρξη ισχύος
Done at Strasbourg, 13 December 2011.Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
For the European ParliamentΆρθρο 30
The PresidentΑποδέκτες
J. BUZEKΗ παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
For the CouncilΣτρασβούργο, 13 Δεκεμβρίου 2011.
The PresidentΓια το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
M. SZPUNARΟ Πρόεδρος
(1)  OJ C 48, 15.2.2011, p. 138.J. BUZEK
(2)  Position of the European Parliament of 27 October 2011 (not yet published in the Official Journal) and decision of the Council of 15 November 2011.Για το Συμβούλιο
(3)  OJ C 364, 18.12.2000, p. 1.Ο Πρόεδρος
(4)  OJ C 115, 4.5.2010, p. 1.M. SZPUNAR
(5)  OJ L 13, 20.1.2004, p. 44.(1)  ΕΕ C 48 της 15.2.2011, σ. 138.
(6)  OJ L 82, 22.3.2001, p. 1.(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2011 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2011.
(7)  OJ L 328, 15.12.2009, p. 42.(3)  ΕΕ C 364 της 18.12.2000, σ. 1.
(8)  OJ L 101, 15.4.2011, p. 1.(4)  ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.
(9)  OJ L 182, 5.7.2001, p. 1.(5)  ΕΕ L 13 της 20.1.2004, σ. 44.
(10)  OJ L 68, 15.3.2005, p. 49.(6)  ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 1.
(11)  OJ L 49, 17.2.2007, p. 30.(7)  ΕΕ L 328 της 15.12.2009, σ. 42.
(12)  OJ L 300, 11.11.2008, p. 42.(8)  ΕΕ L 101 της 15.4.2011, σ. 1.
(13)  OJ L 93, 7.4.2009, p. 23.(9)  ΕΕ L 182 της 5.7.2001, σ. 1.
 (10)  ΕΕ L 68 της 15.3.2005, σ. 49.
 (11)  ΕΕ L 49 της 17.2.2007, σ. 30.
 (12)  ΕΕ L 300 της 11.11.2008, σ. 42.
 (13)  ΕΕ L 93 της 7.4.2009, σ. 23.