ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )

«Θεσμικό δίκαιο — Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία πολιτών — Οικονομική και νομισματική πολιτική — Μη αποπληρωμή του δημοσίου χρέους — Καθιέρωση της αρχής της “καταστάσεως ανάγκης” — Απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως της προτάσεως — Αρμοδιότητες της Επιτροπής — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Στην υπόθεση T‑450/12,

Αλέξιος Αναγνωστάκης, κάτοικος Αθηνών (Ελλάδα), εκπροσωπούμενος από τον Α. Αναγνωστάκη, δικηγόρο,

προσφεύγων,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους H. Krämer και Μ. Κωνσταντινίδη,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C(2012) 6289 τελικό της Επιτροπής, της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση καταχωρίσεως της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών «Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης», η οποία υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 13 Ιουλίου 2012,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, I. Pelikánová και E. Buttigieg (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Μαΐου 2015,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Το νομικό πλαίσιο

1

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών (ΕΕ L 65, σ. 1), ο οποίος εκδόθηκε βάσει του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως “πρωτοβουλία πολιτών” νοείται πρωτοβουλία η οποία υποβάλλεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με την οποία η Επιτροπή καλείται, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλει οποιαδήποτε κατάλληλη πρόταση επί θεμάτων στα οποία οι πολίτες θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Επιτροπής για την εφαρμογή των Συνθηκών και την οποία υποστηρίζουν έγκυρα τουλάχιστον ένα εκατομμύριο υπογράφοντες προερχόμενοι από το ένα τέταρτο τουλάχιστον των κρατών μελών·

[…]».

2

Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 211/2011:

«2.   Εντός δύο μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα II, η Επιτροπή καταχωρίζει [την] προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών με μοναδικό αριθμό μητρώου και αποστέλλει βεβαίωση της καταχώρισης στους διοργανωτές, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

[…]

β)

η προτεινόμενη πρωτοβουλία πολιτών δεν ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών·

[…]

3.   Η Επιτροπή απορρίπτει την καταχώριση αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2.

Εφόσον αρνηθεί την καταχώριση προτεινόμενης πρωτοβουλίας πολιτών, η Επιτροπή αναφέρει στους διοργανωτές τους λόγους της άρνησης, καθώς και όλα τα πιθανά ένδικα και εξώδικα μέσα που τίθενται στη διάθεσή τους.»

Ιστορικό της διαφοράς

3

Ο προσφεύγων Αλέξιος Αναγνωστάκης είναι ο διοργανωτής της προτάσεως ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών με τίτλο «Ένα εκατομμύριο υπογραφές για την Ευρώπη της αλληλεγγύης» (στο εξής: πρόταση ΕΠΠ), την οποία υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 13 Ιουλίου 2012 και της οποίας σκοπός είναι να καθιερωθεί στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η «αρχή της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία, οσάκις η εξυπηρέτηση επαχθούς χρέους απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόσταση κράτους, η άρνηση καταβολής του χρέους αυτού είναι αναγκαία και δικαιολογημένη». Στην πρόταση ΕΠΠ μνημονεύεται ως νομική βάση για την έκδοσή της η «οικονομική και νομισματική πολιτική (άρθρα 119 [ΣΛΕΕ] έως 144 ΣΛΕΕ)».

4

Με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ για τον λόγο ότι η πρόταση αυτή προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών.

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

5

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 2012, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

6

Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταχωρίσει την πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών·

να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο κατά νόμο μέτρο.

7

Χωρίς να υποβάλει τυπικώς αίτημα περί των δικαστικών εξόδων, ο προσφεύγων ζητεί με το υπόμνημά του απαντήσεως να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής, έκαστος των διαδίκων φέρει τα έξοδά του, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος.

8

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·

να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

9

Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας κατά το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, της 2ας Μαΐου 1991, οι διάδικοι κλήθηκαν να απαντήσουν γραπτώς σε ερώτηση και να προσκομίσουν αντίγραφο της προτάσεως ΕΠΠ. Ο προσφεύγων και η Επιτροπή ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

Σκεπτικό

10

Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων διατείνεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011, το οποίο εξαρτά την καταχώριση τέτοιας προτάσεως από την προϋπόθεση η πρόταση να μην εκφεύγει προδήλως του πλαισίου των αρμοδιοτήτων αυτού του θεσμικού οργάνου να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών. Ο προσφεύγων προβάλλει συναφώς παράβαση του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ και των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Κατά τον προσφεύγοντα, οι διάφοροι αυτοί κανόνες δικαίου παρέχουν στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης που θα καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της προτάσεως ΕΠΠ.

Επί του παραδεκτού του δευτέρου και του τρίτου αιτήματος

11

Με το δεύτερο και το τρίτο αίτημά του, ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταχωρίσει την πρόταση ΕΠΠ και να διατάξει κάθε άλλο αναγκαίο κατά νόμο μέτρο, αντιστοίχως.

12

Κατά πάγια νομολογία, όμως, το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα ή να τα υποκαθιστά στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο ασκεί βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Ο περιορισμός αυτός του ελέγχου νομιμότητας ισχύει για όλες τις κατηγορίες διαφορών των οποίων ενδέχεται να επιληφθεί το Γενικό Δικαστήριο (βλ., σχετικώς, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, Mattila κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑204/99, Συλλογή, EU:T:2001:190, σκέψη 26, η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2004, Mattila κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑353/01 P, Συλλογή, EU:C:2004:42, σκέψη 15, και απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2008, Agrar-Invest-Tatschl κατά Επιτροπής, T‑51/07, Συλλογή, EU:T:2008:420, σκέψεις 27 και 28), περιλαμβανομένων, ως εκ τούτου, και των διαφορών στον τομέα της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών.

13

Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν δύναται να ζητήσει παραδεκτώς από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει την Επιτροπή σε καταχώριση της προτάσεως ΕΠΠ και να διατάξει άλλα μέτρα.

Επί της ουσίας

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

14

Σκοπός της προτάσεως ΕΠΠ είναι να καθιερωθεί στη νομοθεσία της Ένωσης η αρχή της καταστάσεως ανάγκης η οποία θα δικαιολογεί την άρνηση κράτους να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του σε περίπτωση κατά την οποία η αποπληρωμή αυτή απειλεί την οικονομική και πολιτική υπόστασή του.

15

Από το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ και το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ προκύπτει ότι, βάσει της αρχής της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τις οποίες της έχουν αναθέσει τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των σκοπών που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν και ότι κάθε θεσμικό όργανο ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί βάσει των Συνθηκών, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς που αυτές προβλέπουν.

16

Το άρθρο 11, παράγραφος 4, ΣΕΕ ορίζει ότι οι πολίτες της Ένωσης μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνουν την πρωτοβουλία να καλούν την Επιτροπή, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, να υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις επί θεμάτων στα οποία οι πολίτες αυτοί θεωρούν ότι απαιτείται νομική πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών.

17

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011, η Επιτροπή απορρίπτει την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών εφόσον αυτή «ευρίσκεται καταφανώς εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλλει πρόταση για την έκδοση νομικής πράξης της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών».

18

Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η πρόταση ΕΠΠ προδήλως δεν ενέπιπτε στο πλαίσιο των εν λόγω αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφοι 2, στοιχείο βʹ, και 3, του κανονισμού 211/2011, η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ.

19

Με την υπό κρίση προσφυγή, το Γενικό Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, η Επιτροπή δεν μπορούσε βασίμως να απορρίψει την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011.

20

Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της συνοπτικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει καταρχάς αν η απόφαση αυτή πληροί τις σχετικές με την υποχρέωση αιτιολογήσεως απαιτήσεις.

Επί της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως

21

Πρέπει να υπομνησθεί ότι τυχόν πλημμελής ή ανεπαρκής αιτιολογία αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, συνιστά δε λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο μπορεί, ενδεχομένως δε και πρέπει, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης.

22

Κατά πάγια νομολογία, η κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρέωση αιτιολογήσεως ατομικής αποφάσεως σκοπεί να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση είναι πράγματι νόμιμη ή, ενδεχομένως, ενέχει πλημμέλεια δυνάμενη να θέσει εν αμφιβόλω το κύρος της και να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης άσκηση του ελέγχου νομιμότητας της αποφάσεως αυτής (αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, Tiercé Ladbroke κατά Επιτροπής, T‑471/93, Συλλογή, EU:T:1995:167, σκέψη 29, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, J κατά Κοινοβουλίου, T‑160/10, EU:T:2012:503, σκέψη 20).

23

Το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 211/2011, κατά το οποίο η Επιτροπή γνωστοποιεί στους διοργανωτές τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως, αποτελεί ειδική έκφανση της εν λόγω υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στον τομέα της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας πολιτών.

24

Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, η απαιτούμενη βάσει του άρθρου 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξεως. Η απαίτηση αιτιολογίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε το περιεχόμενο της πράξεως και το είδος των προβαλλόμενων λόγων. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου της (διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 2013, J κατά Κοινοβουλίου, C‑550/12 P, EU:C:2013:760, σκέψη 19).

25

Επισημαίνεται συναφώς ότι, εν προκειμένω, η απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ δύναται να θίξει την ίδια την αποτελεσματικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος των πολιτών να υποβάλουν πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, μια τέτοια απόφαση πρέπει να καθιστά σαφές το σκεπτικό που δικαιολογεί την απόρριψη αυτή.

26

Συγκεκριμένα, στον πολίτη που υπέβαλε πρόταση πρωτοβουλίας πολιτών πρέπει να παρασχεθεί η δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν καταχώρισε την πρόταση αυτή. Στην Επιτροπή απόκειται, σε περίπτωση ενώπιόν της υποβολής προτάσεως πρωτοβουλίας πολιτών, να εκτιμήσει την πρόταση, αλλά και να αιτιολογήσει την απορριπτική απόφασή της, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων της αποφάσεως επί της αποτελεσματικής ασκήσεως του δικαιώματος που κατοχυρώνεται με τη Συνθήκη. Τούτο συνάγεται από τη φύση την ίδια του δικαιώματος αυτού, το οποίο, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 1 του κανονισμού 211/2011, σκοπεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ιθαγένεια και να βελτιώσει τη δημοκρατική λειτουργία της Ένωσης μέσω της συμμετοχής των πολιτών στη δημοκρατική ζωή της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, προμνημονευθείσα στη σκέψη 22 απόφαση J κατά Κοινοβουλίου, EU:T:2012:503, σκέψη 22).

27

Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, το αντικείμενο της προτάσεως ΕΠΠ, δηλαδή η καθιέρωση στη νομοθεσία της Ένωσης της αρχής της καταστάσεως ανάγκης όπως την αντιλαμβάνεται ο προσφεύγων, προδήλως δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, «κατόπιν ενδελεχούς εξετάσεως των μνημονευομένων στην πρόταση διατάξεων της Συνθήκης (άρθρα 119 [ΣΛΕΕ] έως 144 ΣΛΕΕ) και όλων των πιθανών νομικών βάσεων, η Επιτροπή απορρίπτει την αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως αυτής πρωτοβουλίας πολιτών, για τον λόγο ότι προδήλως δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες που καθιστούν δυνατή την εκ μέρους της Επιτροπής υποβολή προτάσεως για την έκδοση νομικής πράξεως της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή των Συνθηκών». Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, «[ε]ιδικότερα, το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ μπορεί να χρησιμ[εύσει] ως νομική βάση μόνον εφόσον τα μέτρα [σκοπούν αποκλειστικώς να ενισχύσουν] τη δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών και να [διασφαλίσουν την εύρυθμη] λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης». Προσθέτει ότι, «[ε]ν πάση περιπτώσει, το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν εξουσιοδοτεί την […] Ένωση να υποκαθιστά τα κράτη μέλη στην άσκηση της δημοσιονομικής τους κυριαρχίας και των [αρμοδιοτήτων που άπτονται των δημοσίων εσόδων και δαπανών]».

28

Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε την απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ επικαλούμενη το ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011. Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε σαφώς ότι ούτε δυνάμει των διατάξεων περί οικονομικής και νομισματικής πολιτικής που μνημόνευσε ο προσφεύγων, συγκεκριμένα δε τα άρθρα 119 ΣΛΕΕ έως 144 ΣΛΕΕ, ούτε κάποιας άλλης νομικής βάσεως εξουσιοδοτείται το θεσμικό όργανο αυτό να υποβάλει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόταση πράξεως που θα καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού της προτάσεως ΕΠΠ. Συναφώς, η προσβαλλόμενη απόφαση παραπέμπει ειδικότερα στο άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή εκτιμά ότι η εν λόγω πρόταση δεν μπορεί να στηριχθεί στη νομική βάση αυτή.

29

Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή εξέθεσε, επομένως, το σκεπτικό το οποίο, κατά το θεσμικό όργανο αυτό, δικαιολογεί την απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ.

30

Επιπροσθέτως, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Εν προκειμένω, όμως, η πρόταση ΕΠΠ στερείται σαφήνειας και ακρίβειας όσον αφορά το πιθανό νομικό έρεισμα της αρμοδιότητας της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών.

31

Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο, η πρόταση ΕΠΠ δεν περιείχε καμία επιχειρηματολογία που να συνδέει τα 26 άρθρα της Συνθήκης ΛΕΕ τα οποία αφορούν την οικονομική και νομισματική πολιτική της Ένωσης και στα οποία παρέπεμπε συλλήβδην η πρόταση με το περιεχόμενο της εν λόγω προτάσεως. Μόνο στο δικόγραφο της προσφυγής προσδιόρισε ο προσφεύγων τα άρθρα 122 ΣΛΕΕ και 136 ΣΛΕΕ ως ειδικές βάσεις της αρμοδιότητας της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση νομικής πράξεως της Ένωσης όπως αυτή της προτάσεως ΕΠΠ. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν ανέλυσε διεξοδικώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ των οποίων είχε γίνει συλλήβδην επίκληση με την πρόταση ΕΠΠ και ότι απλώς διαπίστωσε ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον μάλιστα εξέτασε ενδελεχώς τη διάταξη την οποία, μεταξύ αυτών των οποίων έγινε επίκληση, έκρινε ως τη λιγότερο μη σχετική, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως νομική βάση.

32

Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου της, επαρκή στοιχεία παρέχοντα τη δυνατότητα στον μεν προσφεύγοντα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους απορρίφθηκε η αίτηση καταχωρίσεως της προτάσεως ΕΠΠ, στο δε δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο.

33

Καθόσον ο προσφεύγων επισημαίνει στο πλαίσιο αυτό ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, πεπλανημένη, υπενθυμίζεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποφάσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το δεύτερο αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης πράξεως (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala, C‑413/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:392, σκέψεις 166 και 181 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως όσον αφορά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επί του λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011

35

Ο προσφεύγων φρονεί ότι κακώς αποφάνθηκε η Επιτροπή ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 211/2011. Συγκεκριμένα, η ως άνω κρίση αυτού του θεσμικού οργάνου συνιστά παράβαση του άρθρου 122, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, καθώς και των κανόνων του διεθνούς δικαίου.

– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ

36

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, όπως αυτός την εννοεί, εμπίπτει σαφώς στην κατηγορία των «κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστάσεως» τα οποία δύναται να λάβει το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Το εν λόγω μέτρο θα συνέβαλε στην ανασυγκρότηση των κρατών μελών που πλήττονται από το υπέρμετρο βάρος του χρέους και βρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής ανάγκης. Κατά τον προσφεύγοντα, η αποπληρωμή του δημοσίου χρέους δεν πρέπει να απαιτείται οσάκις έχει ως αποτέλεσμα να στερεί τον πληθυσμό από πόρους απαραίτητους για την κάλυψη των βασικών αναγκών του.

37

Ο προσφεύγων προσθέτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ περιλαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστάσεως, τα οποία, αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, δεν αφορούν επομένως αποκλειστικώς τις δυσχέρειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κράτος μέλος κατά τον εφοδιασμό του με ενεργειακά προϊόντα.

38

Κατά τον προσφεύγοντα, το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αποσκοπεί στην καθιέρωση θεσμικής αλληλεγγύης η οποία απορρέει από την ηθική και νομική υποχρέωση των κρατών μελών να αλληλοϋποστηρίζονται και να αλληλοβοηθούνται. Η αλληλεγγύη αυτή πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσχέρειες, οικονομικής, ιδίως, φύσεως, δυνάμενες να απειλήσουν την υπόσταση και τη λειτουργία του.

39

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

40

Κατά το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να θεσπίζει, σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστάσεως, ιδίως εάν ανακύψουν σοβαρές δυσκολίες στον εφοδιασμό με ορισμένα προϊόντα και ιδίως στον τομέα της ενέργειας.

41

Καταρχάς, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο, στην απόφασή του της 27ης Νοεμβρίου 2012, Pringle (C‑370/12, Συλλογή, EU:C:2012:756, σκέψεις 115 και 116), έκρινε ότι το άρθρο 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν συνιστά την προσήκουσα νομική βάση για την εκ μέρους της Ένωσης ενδεχόμενη παροχή χρηματοπιστωτικής συνδρομής προς τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ή διατρέχουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, μέσω της καθιερώσεως μηχανισμού χρηματοδοτήσεως.

42

Επιπλέον, μολονότι, βεβαίως, όπως διατείνεται ο προσφεύγων, από το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει ότι αυτή αφορά κατ’ ανάγκη την εκ μέρους του Συμβουλίου λήψη μέτρων αποκλειστικώς στην περίπτωση σοβαρών δυσχερειών στον εφοδιασμό με ορισμένα προϊόντα, ιδίως δε στον τομέα της ενέργειας, το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών το οποίο πρέπει να διέπει την εκ μέρους του Συμβουλίου λήψη των κατάλληλων για την αντιμετώπιση της οικονομικής καταστάσεως μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, υποδεικνύει ότι τα μέτρα αυτά στηρίζονται στη συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών.

43

Υπό τις συνθήκες αυτές, η προμνημονευθείσα διάταξη δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει προσήκουσα νομική βάση για την καθιέρωση στη νομοθεσία της Ένωσης της αρχής της καταστάσεως ανάγκης όπως την εννοεί ο προσφεύγων, δηλαδή ως παρέχουσας σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να αποφασίσει μονομερώς τη μη αποπληρωμή, εν όλω ή εν μέρει, του χρέους του, επειδή αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα χρηματοδοτήσεως.

44

Για τους λόγους αυτούς, η πρώτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ

45

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η, βάσει της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, διαγραφή ή αναστολή πληρωμής του χρέους των κρατών μελών που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης οικονομικής ανάγκης λόγω περιστάσεων που εκφεύγουν από τον έλεγχό τους μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρηματοδοτική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, κατά τον προσφεύγοντα, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η εν λόγω χρηματοδοτική ενίσχυση μπορεί να χορηγείται για ορισμένο χρονικό διάστημα ή και πιο αόριστα με τη μορφή δυνατότητας ενισχύσεως και δεν περιορίζεται στη λήψη μέτρων ad hoc, όπως κακώς διατείνεται η Επιτροπή. Τέλος, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει η ως άνω ενίσχυση να χρηματοδοτείται κατ’ ανάγκη από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

46

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

47

Κατά το άρθρο 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης στο οικείο κράτος μέλος.

48

Έχει κριθεί ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, η Ένωση δύναται να χορηγήσει σε κράτος μέλος, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, χρηματοδοτική ενίσχυση ad hoc. Η εν λόγω διάταξη δεν δικαιολογεί, αντιθέτως, τη νομοθετική καθιέρωση μηχανισμού διαγραφής του χρέους, όπως επιθυμεί ο προσφεύγων, εξαιτίας, αν μη τι άλλο, του γενικού και μόνιμου χαρακτήρα ενός τέτοιου μηχανισμού (βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα στη σκέψη 41 απόφαση Pringle, EU:C:2012:756, σκέψεις 65, 104 και 131).

49

Επιπλέον, έχει κριθεί ότι το άρθρο 122 ΣΛΕΕ έχει ως αντικείμενο αποκλειστικώς χρηματοδοτική ενίσχυση την οποία χορηγεί η Ένωση και όχι τα κράτη μέλη (προμνημονευθείσα στη σκέψη 41 απόφαση Pringle, EU:C:2012:756, σκέψη 118). Η καθιέρωση, όμως, της αρχής της καταστάσεως ανάγκης όπως την εννοεί ο προσφεύγων, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η αρχή αυτή μπορεί, όπως διατείνεται ο προσφεύγων, να εμπίπτει στην έννοια της χρηματοδοτικής ενισχύσεως κατά την εν λόγω διάταξη, εντούτοις δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εμπίπτουσα στην κατηγορία των μέτρων ενισχύσεως που χορηγεί η Ένωση κατ’ εφαρμογήν της προμνημονευθείσας διατάξεως, στο μέτρο ιδίως που η καθιέρωση της αρχής αυτής δεν θα αφορούσε μόνον το χρέος κράτους μέλους προς την Ένωση, αλλά και τις οφειλές του εν λόγω κράτους προς άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μολονότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει προδήλως στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως.

50

Ως εκ τούτου, η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, κατά την οποία θα επιτρέπεται σε κράτος μέλος να μην εξοφλεί το χρέος του, εν όλω ή εν μέρει, δεν εμπίπτει προδήλως στην έννοια των μέτρων χρηματοδοτικής ενισχύσεως τα οποία δύναται να λάβει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 122, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

51

Ως εκ τούτου, ούτε η δεύτερη αιτίαση μπορεί να γίνει δεκτή.

– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ

52

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι αβάσιμα διατείνεται η Επιτροπή ότι το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ αφενός μεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση μόνον εφόσον τα μέτρα αφορούν την ενίσχυση της «δημοσιονομικής πειθαρχίας», αφετέρου δε ότι δεν εξoυσιoδoτεί την Ένωση να υποκαθιστά τα κράτη μέλη στην άσκηση της δημοσιονομικής τους κυριαρχίας και των αρμοδιοτήτων που σχετίζονται με τα έσοδα και τις δαπάνες του Δημοσίου.

53

Κατά τον προσφεύγοντα, η αρχή της καταστάσεως ανάγκης καταλέγεται σαφώς μεταξύ των προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής, κατά την έννοια του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, καθόσον η αρχή αυτή κατατείνει στον συντονισμό και την εναρμόνιση των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών έναντι των κρατών εκείνων που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης και επιδιώκει την επίτευξη σκοπών συμβατών με τις αξίες της Ένωσης, όπως είναι συγκεκριμένα η ευημερία των λαών, η ελευθερία, η ασφάλεια και η δικαιοσύνη, η οικονομική συνοχή και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών.

54

Τα μέτρα τα οποία, βάσει της διατάξεως αυτής, δύναται να λάβει το Συμβούλιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 122 ΣΛΕΕ ως 126 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, δεν μπορούν να περιορισθούν μόνο στα μέτρα που σκοπούν την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Κατά τον προσφεύγοντα, δεν υφίσταται κανένας περιορισμός ως προς την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων λόγω προβαλλόμενης προσβολής της «δημοσιονομικής κυριαρχίας» των κρατών μελών, περιορισμός ο οποίος θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη δυνατότητα λήψεως μέτρων σχετικών με τη δημοσιονομική πειθαρχία και, επιπλέον, θα αντέβαινε στην κατά το άρθρο 222 ΣΛΕΕ ρήτρα αλληλεγγύης, που προβλέπει ιδίως την αλληλέγγυα συνδρομή των κρατών μελών σε περίπτωση ανθρωπογενούς καταστροφής, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα.

55

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

56

Το άρθρο 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι, «προκειμένου να συμβάλει στην [εύρυθμη] λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης» και σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις των Συνθηκών, το Συμβούλιο λαμβάνει, σύμφωνα με τη διαδικασία που πρέπει να τύχει εφαρμογής μεταξύ των προβλεπομένων στα άρθρα 121 ΣΛΕΕ και 126 ΣΛΕΕ, εξαιρουμένης της διαδικασίας του άρθρου 126, παράγραφος 14, ΣΛΕΕ, μέτρα που αφορούν τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ με σκοπό «να ενισχυθεί ο συντονισμός και η εποπτεία της δημοσιονομικής τους πειθαρχίας» (άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ) και «να χαράσσονται, ως προς τα εν λόγω κράτη, οι προσανατολισμοί οικονομικής πολιτικής, μεριμνώντας ώστε να είναι συμβατοί με τους καθοριζόμενους για το σύνολο της Ένωσης, και να διασφαλίζεται η εποπτεία τους» (άρθρο 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ).

57

Από κανένα στοιχείο, όμως, δεν προκύπτει —ο δε προσφεύγων ουδόλως απέδειξε— ότι η καθιέρωση της αρχής της καταστάσεως ανάγκης, εννοουμένης ως επιτρέπουσας σε κράτος μέλος να αποφασίζει μονομερώς τη διαγραφή του δημοσίου χρέους, θα είχε ως αποτέλεσμα να ενισχύσει τον συντονισμό της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή ότι θα καταλεγόταν μεταξύ των προσανατολισμών οικονομικής πολιτικής τους οποίους το Συμβούλιο είναι εξουσιοδοτημένο να καθορίζει με σκοπό την εύρυθμη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

58

Όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην προμνημονευθείσα στη σκέψη 41 απόφαση Pringle (EU:C:2012:756, σκέψεις 51 και 64), η αποστολή της Ένωσης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής περιορίζεται στη λήψη μέτρων συντονισμού. Η έκδοση, όμως, νομοθετικής πράξεως επιτρέπουσας τη μη αποπληρωμή του χρέους κράτους μέλους όχι μόνον δεν καταλέγεται μεταξύ των προσανατολισμών της οικονομικής πολιτικής, κατά την έννοια του άρθρου 136, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, δηλαδή της διατάξεως στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση αιτίαση, αλλά θα είχε στην πραγματικότητα ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της ελεύθερης βουλήσεως των συμβαλλομένων από έναν νομοθετικό μηχανισμό μονομερούς διαγραφής του δημοσίου χρέους, ενδεχόμενο το οποίο προδήλως δεν επιτρέπει η διάταξη αυτή.

59

Ως εκ τούτου, ορθώς αποφάνθηκε η Επιτροπή ότι η πρόταση περί καθιερώσεως της αρχής της καταστάσεως ανάγκης όπως την εννοεί ο προσφεύγων προδήλως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 136, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

60

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται ο προσφεύγων στο πλαίσιο αυτό, η άρνηση καθιερώσεως της αρχής αυτής στα νομοθετήματα της Ένωσης δεν αντιβαίνει ούτε στη ρήτρα αλληλεγγύης του άρθρου 222 ΣΛΕΕ, κατά το οποίο «η Ένωση και τα κράτη μέλη ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή», αν μη τι άλλο καθόσον η ρήτρα αυτή αλληλεγγύης δεν αφορά προδήλως την οικονομική και νομισματική πολιτική ούτε την οικονομική κατάσταση ή τις δημοσιονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη.

61

Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η αιτίαση είναι βάσιμη.

– Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παράβαση των κανόνων του διεθνούς δικαίου

62

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η αρχή της καταστάσεως ανάγκης έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης ως κανόνας του διεθνούς δικαίου που δικαιολογεί την παύση πληρωμών όσον αφορά την αποπληρωμή του χρέους, ενδεχομένως δε και τη μονομερή διαγραφή μέρους του χρέους, για λόγους, ιδίως, οικονομικούς και απτόμενους της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας του κράτους. Αβάσιμα αρνείται η Επιτροπή την ενσωμάτωση του κανόνα αυτού στην έννομη τάξη της Ένωσης.

63

Εξάλλου, στη διάταξή του της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, η οποία εκδόθηκε επί της υποθέσεως Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑52/12 R, Συλλογή, EU:T:2012:447, σκέψη 54), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, κατά τον προσφεύγοντα, την ύπαρξη της αρχής αυτής, στην ειδική περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποφαινόμενο ότι, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την οικονομική κατάσταση αυτού του κράτους μέλους, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στα συμφέροντα του κράτους και του πληθυσμού και όχι στην ανάκτηση των ενισχύσεων οι οποίες, κατά την Επιτροπή, είχαν χορηγηθεί παρανόμως.

64

Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

65

Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται κανόνας διεθνούς δικαίου που καθιερώνει αρχή της καταστάσεως ανάγκης κατά την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, επιτρέπεται σε κράτος μέλος να μην αποπληρώσει το δημόσιο χρέος, απλώς και μόνον η ύπαρξη τέτοιας αρχής του διεθνούς δικαίου δεν θα αρκούσε, εν πάση περιπτώσει, να στηρίξει νομοθετική πρωτοβουλία εκ μέρους της Επιτροπής, δεδομένου ότι οι Συνθήκες ουδόλως προβλέπουν ανάθεση σχετικής αρμοδιότητας, όπως προκύπτει από την εξέταση των διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης τις οποίες επικαλέσθηκε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.

66

Ως εκ τούτου, και η τέταρτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί, όπως, επομένως, και ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.

67

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

68

Το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

69

Κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, κατ’ εξαίρεση, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι, ενδεχομένως δεν πρέπει να καταδικαστεί καν στα έξοδα αυτά.

70

Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσφεύγων διατείνεται ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, διότι αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των δικαστικών εξόδων, αρκεί να επισημανθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η δήλωσή του αυτή δεν επιρρωννύεται από κανένα συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

2)

Καταδικάζει τον Αλέξιο Αναγνωστάκη στα δικαστικά έξοδα.

 

Kanninen

Pelikánová

Buttigieg

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2015.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.