ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

NILS WAHL

της 27ης Απριλίου 2017 ( 1 )

Υπόθεση C-186/16

Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ.

κατά

Banca Românească SA

[αίτηση του Curtea de Apel Oradea (εφετείο Oradea, Ρουμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 1, και άρθρο 4, παράγραφος 2 – Συμβάσεις δανείου σε ξένο νόμισμα – Ρήτρες εξαιρούμενες από την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα – Συμβατικές ρήτρες σχετικές με τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της συμβάσεως ή με το ανάλογο ή μη της τιμής, διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό – Χρόνος εκτιμήσεως της υπάρξεως σημαντικής ανισορροπίας μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών – Αντικείμενο και επίπεδο της ενημερώσεως που πρέπει να παρέχει η τράπεζα»

1. 

Στην υπό κρίση υπόθεση, το Curtea de Apel Oradea (εφετείο Oradea, Ρουμανία) ζητεί να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και αρκετών ιδιωτών δανειοληπτών, η έννοια υπό την οποία πρέπει να ερμηνευθούν το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ( 2 ). Η εν λόγω διαφορά ανέκυψε από αγωγές με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας ορισμένων προβαλλόμενων ως καταχρηστικών ρητρών, οι οποίες περιέχονται σε συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως συνομολογημένες σε ξένο νόμισμα, και ιδίως εκείνων που αφορούν τον «συναλλαγματικό κίνδυνο» και την υποχρέωση εξοφλήσεως του δανείου στο ξένο νόμισμα στο οποίο το δάνειο αυτό συνήφθη.

2. 

Καίτοι το Δικαστήριο έχει ήδη κληθεί να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/13 στο όλως ιδιαίτερο πλαίσιο των συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα, με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει πρόσθετες διευκρινίσεις, πρώτον, όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη «σημαντικής ανισορροπίας» εις βάρος του καταναλωτή, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας και, δεύτερον, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο εξαιρεί, μεταξύ άλλων, τις ρήτρες που καθορίζουν «το κύριο αντικείμενο» συμβάσεως από την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα. Γενικότερα, η υπόθεση παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με αυτόν καθεαυτόν τον σύννομο χαρακτήρα της προσφυγής σε δάνεια σε ξένο νόμισμα ( 3 ) σε ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πλαίσιο ( 4 ).

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Το άρθρο 1 της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.

2.   Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.»

4.

Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, «[ρ]ήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση».

5.

Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 προβλέπει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

2.   Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»

6.

Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13:

«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. […]»

Το ρουμανικό δίκαιο

Ο νόμος 193/2000

7.

Σκοπός του Legea nr. 193/2000 privind clauzele abuzive din contractele încheiate între comercianţi şi consumatori (νόμος 193/2000 περί των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών), της 10ης Νοεμβρίου 2000, στην αναδημοσιευμένη έκδοσή του ( 5 ), είναι η μεταφορά της οδηγίας 93/13 στην εθνική έννομη τάξη.

8.

Βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου:

«1.   Συμβατική ρήτρα η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο απευθείας διαπραγματεύσεως με τον καταναλωτή θεωρείται καταχρηστική αν, αφεαυτής ή σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της συμβάσεως, δημιουργεί, εις βάρος του καταναλωτή και αντιθέτως προς τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών.

[…]

6.   Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της συμβάσεως, ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ του τιμήματος και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»

9.

Στο σημείο 1, στοιχείο p, του παραρτήματος του νόμου 193/2000 προβλέπεται ότι κηρύσσονται καταχρηστικές οι συμβατικές ρήτρες οι οποίες «προβλέπουν ότι η τιμή των αγαθών καθορίζεται κατά τον χρόνο παραδόσεως ή παρέχουν στους πωλητές αγαθών ή στους παρόχους υπηρεσιών τη δυνατότητα αυξήσεως των τιμών, χωρίς ο καταναλωτής να έχει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως όταν η τελική τιμή είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με την τιμή που συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη της συμβάσεως». Διευκρινίζεται ότι «[ο]ι διατάξεις του παρόντος στοιχείου δεν απαγορεύουν ρήτρες τιμαριθμικής αναπροσαρμογής της τιμής, αρκεί οι ρήτρες αυτές να είναι θεμιτές και ο τρόπος μεταβολής της τιμής να περιγράφεται επακριβώς».

10.

Στο σημείο 2 του ως άνω παραρτήματος προβλέπονται τα εξής:

«Οι διατάξεις της παραγράφου 1, στοιχεία a, p και t, δεν έχουν εφαρμογή όταν πρόκειται για:

a)

συναλλαγές που αφορούν κινητές αξίες, χρηματοπιστωτικά μέσα και άλλα προϊόντα ή υπηρεσίες, η τιμή των οποίων συνδέεται με διακυμάνσεις ισοτιμίας, με χρηματιστηριακό δείκτη ή με ισοτιμία χρηματαγοράς που δεν ελέγχει ο επαγγελματίας,

b)

συμβάσεις αγοράς ή πωλήσεως συναλλάγματος, ταξιδιωτικών επιταγών ή διεθνών ταχυδρομικών επιταγών που έχουν εκδοθεί σε συνάλλαγμα ή άλλων διεθνών μέσων πληρωμής.»

11.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 6, και το σημείο 2 του ως άνω παραρτήματος θεσπίστηκαν με τον νόμο 363/2007, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31η Δεκεμβρίου 2007, και ότι, πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 363/2007, το σημείο 1, στοιχείο p, του παραρτήματος είχε ως εξής:

«Θεωρούνται καταχρηστικές ρήτρες οι συμβατικές διατάξεις οι οποίες επιτρέπουν τον καθορισμό της τιμής κατά τον χρόνο παραδόσεως ή την αύξηση της τιμής κατά τον χρόνο παραδόσεως σε σχέση με τη συμφωνηθείσα κατά τη σύναψη της συμβάσεως τιμή, εάν ο καταναλωτής δεν έχει δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εφόσον θεωρεί ότι η τιμή είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με την αρχικώς συμφωνηθείσα.»

Ο Αστικός Κώδικας

12.

Το άρθρο 1578 του Αστικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία συνάψεως των συμβάσεων, όριζε τα εξής:

«Η υποχρέωση που απορρέει από τη λήψη χρηματικού δανείου περιορίζεται πάντοτε στο αριθμητικό ποσό που ορίζεται στη σύμβαση.

Αν διαπιστωθεί αύξηση ή μείωση της αξίας του νομίσματος πριν από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό του δανείου και οφείλει να το πράξει μόνο στο νόμιμο κατά τον χρόνο της καταβολής νόμισμα.»

13.

Το άρθρο 970 του Αστικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία συνάψεως των συμβάσεων, όριζε τα εξής:

«Οι συμβάσεις πρέπει να εκτελούνται με καλή πίστη.

Οι συμβάσεις έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, όχι μόνο ως προς τα ρητώς προβλεπόμενα σε αυτές, αλλά και ως προς όλες τις υποχρεώσεις που ως εκ της φύσεως της ενοχής απορρέουν από τη δικαιοσύνη, από έθιμο ή από τον νόμο.»

Ο νόμος 190/1999

14.

Το άρθρο 8 του νόμου 190/1999 περί ενυπόθηκων δανείων για επενδύσεις σε ακίνητα (στο εξής: νόμος 190/1999), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία συνάψεως των επίμαχων συμβάσεων, όριζε τα εξής:

«Πριν από την υπογραφή της συμβάσεως ενυπόθηκου δανείου για επένδυση σε ακίνητο, το εγκεκριμένο ίδρυμα θέτει στη διάθεση του δανειολήπτη γραπτή προσφορά στην οποία εκτίθενται όλοι οι όροι της συμβάσεως και η διάρκεια ισχύος της προσφοράς, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 10 ημερών από τη λήψη της προσφοράς από τον δυνητικό οφειλέτη.»

15.

Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του νόμου 190/1999 ορίζει τα εξής:

«Στη σύμβαση ενυπόθηκου δανείου για επένδυση σε ακίνητο, το ποσό του χορηγούμενου δανείου μπορεί να ορίζεται σε λέι ή σε μετατρέψιμο νόμισμα και τίθεται στη διάθεση του δανειολήπτη με μία ή περισσότερες καταβολές.»

Ο κανονισμός 3

16.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 4 του κανονισμού αριθ. 3 της Banca Naţională a Romaniei (Εθνική Τράπεζα της Ρουμανίας), της 12ης Μαρτίου 2007, σχετικά με τον περιορισμό του πιστωτικού κινδύνου στο πλαίσιο δανείων προς φυσικά πρόσωπα τέθηκε σε ισχύ στις 22 Αυγούστου 2008 και ορίζει τα εξής:

«Οι δανειστές οφείλουν να πληροφορούν τους πελάτες, επισημαίνοντας, στο πλαίσιο των χρονοδιαγραμμάτων αποπληρωμής δανείου που αφορούν συμβάσεις πιστώσεως ή, ελλείψει χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής, μέσω ειδικής μνείας στις συμβάσεις πιστώσεως, την πιθανότητα μεταβολής, προς τα πάνω, των οφειλόμενων ποσών, σε περίπτωση επελεύσεως συναλλαγματικού κινδύνου, κινδύνου επιτοκίου ή σε περίπτωση αυξήσεως του κόστους της πιστώσεως λόγω προμηθειών ή άλλων επιβαρύνσεων σχετικών με τη διαχείριση της πιστώσεως που προβλέπονται στη σύμβαση.»

Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία

17.

Από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης από το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι, στο διάστημα από τον Απρίλιο του 2007 έως τον Οκτώβριο του 2008, η R. P. Andriciuc και 68 άλλα πρόσωπα (στο εξής: δανειολήπτες) συνήψαν με την τράπεζα Banca Românească SA (στο εξής: τράπεζα) συμβάσεις δανείου σε ελβετικά φράγκα με σκοπό την αγορά ακινήτων, την αναχρηματοδότηση άλλων δανείων ή την κάλυψη προσωπικών αναγκών.

18.

Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, της συμβάσεως που υπέγραψε έκαστος εκ των δανειοληπτών, αυτοί υποχρεούνταν να εξοφλούν τις μηνιαίες δόσεις του δανείου σε ελβετικά φράγκα. Το άρθρο 8, παράγραφος 2, της συμβάσεως αυτής όριζε ότι «[κ]άθε καταβολή από τον δανειολήπτη προς αποπληρωμή της πιστώσεως πρέπει να πραγματοποιείται στο νόμισμα στο οποίο χορηγήθηκε η πίστωση». Επιπλέον, το άρθρο 9.1. και το άρθρο 10.3.9., της εν λόγω συμβάσεως περιείχαν δύο ρήτρες οι οποίες επέτρεπαν στην τράπεζα, όταν οι μηνιαίες δόσεις καθίσταντο ληξιπρόθεσμες ή σε περίπτωση αθετήσεως από τον δανειολήπτη των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις εν λόγω συμβάσεις, να αφαιρεί το σχετικό ποσό από τον λογαριασμό του δανειολήπτη και, εφόσον ήταν απαραίτητο, να προβαίνει σε κάθε μετατροπή των διαθέσιμων μετρητών στον λογαριασμό του στο νόμισμα της συμβάσεως, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που εφάρμοζε η τράπεζα την ημέρα της εν λόγω πράξεως. Κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω ρητρών, κάθε διαφορά συναλλαγματικής ισοτιμίας επιβάρυνε αποκλειστικά τον δανειολήπτη.

19.

Κατά τους δανειολήπτες, η τράπεζα ήταν σε θέση να προβλέψει την εξέλιξη και τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου. Υποστηρίζουν ότι, αντί να τους ενημερώσει με διαφάνεια για τις εν λόγω διακυμάνσεις, η τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση των υποχρεώσεων ενημερώσεως, προειδοποιήσεως και παροχής συμβουλών που υπέχει, καθώς και του καθήκοντός της να διατυπώνει συμβατικούς όρους με τρόπο σαφή και κατανοητό, προκειμένου ο δανειολήπτης να μπορεί να εκτιμήσει την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συναφθείσα σύμβαση.

20.

Ως εκ τούτου, οι δανειολήπτες, φρονώντας ότι οι ρήτρες που καθορίζουν την εξόφληση του δανείου σε ελβετικά φράγκα και επιρρίπτουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στους δανειολήπτες είναι καταχρηστικές, άσκησαν, στις 2 Απριλίου 2014, αγωγή ενώπιον του Tribunalul Bihor (πολυμελές πρωτοδικείο Bihor, Ρουμανία) ζητώντας του, κατ’ ουσίαν, να αναγνωρίσει την απόλυτη ακυρότητα των εν λόγω ρητρών καθώς και να διατάξει την τράπεζα να καταρτίσει, για καθεμία από τις συμβάσεις δανείου, νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής που να προβλέπει τη μετατροπή του δανείου σε ρουμανικά λέι, βάσει της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως δανείου.

21.

Με την απόφαση υπ’ αριθ. 280/COM που εξέδωσε στις 30 Απριλίου 2015, το Tribunalul Bihor (πολυμελές πρωτοδικείο Bihor) απέρριψε την αγωγή.

22.

Οι δανειολήπτες άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο, λόγω αμφιβολιών σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 93/13, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.

Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 την έννοια ότι η απορρέουσα από τη σύμβαση σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικώς με βάση τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ή καλύπτει επίσης την περίπτωση στην οποία, κατά τη διάρκεια συμβάσεως διαδοχικής εκτελέσεως, σημαντικές μεταβολές στη συναλλαγματική ισοτιμία έχουν καταστήσει τις υποχρεώσεις του καταναλωτή υπερβολικά επαχθείς συγκριτικά με τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως;

2.

Έχει η απαίτηση περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως συμβατικής ρήτρας, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, την έννοια ότι η εν λόγω συμβατική ρήτρα πρέπει να αναφέρει μόνον τους λόγους της προσθήκης της στη σύμβαση και τον μηχανισμό λειτουργίας της ή πρέπει επίσης να αναφέρει όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει για το ποσόν που καλείται να καταβάλει ο καταναλωτής, όπως τον συναλλαγματικό κίνδυνο, και, υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13, δύναται να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση ενημερώσεως του πελάτη κατά τον χρόνο χορηγήσεως του δανείου που υπέχει η τράπεζα αφορά αποκλειστικά τους όρους του δανείου, ήτοι τους τόκους, τις προμήθειες και τις εγγυήσεις που βαρύνουν τον δανειολήπτη, χωρίς να μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτήν την υποχρέωση η πιθανή ανατίμηση ή υποτίμηση ξένου νομίσματος;

3.

Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, την έννοια ότι οι φράσεις “κύριο αντικείμενο της σύμβασης” και “το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου”, καλύπτουν ρήτρα συμβάσεως δανείου συνομολογηθείσας σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και κατά την οποία το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα;»

23.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι δανειολήπτες, η τράπεζα, η Ρουμανική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.

24.

Στις 9 Φεβρουαρίου 2017, διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία παρέστησαν οι δανειολήπτες, η τράπεζα, η Ρουμανική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Εκτίμηση

25.

Προτού εξετάσω ένα προς ένα τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, επιθυμώ, καταρχάς, να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το οποίο αμφισβήτησε η τράπεζα.

26.

Συγκεκριμένα, η τράπεζα διατύπωσε τις αμφιβολίες της όσον αφορά το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων. Φρονεί ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι ούτε αναγκαία –λαμβανομένης υπόψη της υφιστάμενης νομολογίας στον οικείο τομέα– ούτε λυσιτελή –λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της διαφοράς της κύριας δίκης. Κατά την τράπεζα, σκοπός της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι, στην πραγματικότητα, να επιτευχθεί μια μεμονωμένη λύση ώστε να εκδοθεί συγκεκριμένη απόφαση στη διαφορά της κύριας δίκης.

27.

Αρκεί συναφώς να υπομνησθεί ότι, αφενός, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελείς και, αφετέρου, ότι δεν είναι πρόδηλο ότι τα ερωτήματα που υποβάλλονται εν προκειμένω δεν έχουν καμία χρησιμότητα για το αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το πλέον αρμόδιο για να κρίνει τη σκοπιμότητα της προδικαστικής παραπομπής ( 6 ).

28.

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η απόρριψη από το Δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνο όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί ( 7 ).

29.

Περαιτέρω, όσον αφορά το περιεχόμενο των υποβληθέντων εν προκειμένω ερωτημάτων, αυτά αφορούν, πρώτον, τον τρόπο κατά τον οποίο πρέπει να εκτιμάται, υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13, εξέλιξη μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως, δεύτερον, την εκτίμηση του σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών σε ένα τέτοιο πλαίσιο και, τρίτον, τον ορισμό του «κύριου αντικειμένου της συμβάσεως» ή του «ανάλογου ή μη της τιμής» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.

30.

Όπως υποστήριξε η Ρουμανική Κυβέρνηση, εκτιμώ ότι τα ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν με σειρά αντίστροφη εκείνης με την οποία υποβλήθηκαν. Τόσο το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, το οποίο εξαιρεί από την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένες συμβατικές ρήτρες, όσο και το ζήτημα του κατά πόσον οι εν λόγω ρήτρες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο «σαφή και κατανοητό» προηγούνται της ουσιαστικής εξετάσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα των εν λόγω ρητρών ( 8 ).

31.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι απόκειται αποκλειστικώς στο αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού των εν λόγω ρητρών βάσει των ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εντούτοις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να συναγάγει από τις διατάξεις της οδηγίας 93/13, εν προκειμένω από το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 2, αυτής, τα κριτήρια που ο εθνικός δικαστής δύναται ή υποχρεούται να εφαρμόζει στο πλαίσιο ελέγχου συμβατικής ρήτρας διενεργούμενου υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών ( 9 ).

Επί του τρίτου ερωτήματος: η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13

32.

Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η συμβατική ρήτρα δυνάμει της οποίας το δάνειο εξοφλείται στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο χορηγήθηκε –και η οποία, κατά τους δανειολήπτες, επιρρίπτει τον «συναλλαγματικό κίνδυνο» στους καταναλωτές– εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.

33.

Αφού υπενθυμίσω προκαταρκτικώς το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως, υπό το πρίσμα της νομολογίας, θα εξετάσω την περίπτωση των συμβάσεων δανείου, όπως των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης.

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13

34.

Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, εξαιρούνται από την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα οι ρήτρες που αφορούν το «κύριο αντικείμενο της συμβάσεως» και το «το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου». Η εν λόγω διάταξη βασίζεται στην ιδέα ότι ο πυρήνας της συμβατικής σχέσεως (essentialia negotii) δεν πρέπει, καταρχήν, να θίγεται από εξωτερική επέμβαση ( 10 ), και ιδίως από την επέμβαση του δικαστηρίου.

35.

Στην πλέον πρόσφατη νομολογία του, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παράσχει ορισμένες σημαντικές διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως και σχετικά με τα κριτήρια τα οποία το εθνικό δικαστήριο δύναται ή υποχρεούται να εφαρμόζει στο πλαίσιο ελέγχου συμβατικών ρητρών διενεργούμενου υπό το πρίσμα της διατάξεως αυτής.

36.

Καταρχάς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύεται συσταλτικώς, εφόσον εισάγει εξαίρεση από τον μηχανισμό ουσιαστικού ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών που προβλέπεται στην οδηγία 93/13 ( 11 ).

37.

Εν συνεχεία, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και του σκοπού του οποίου την επίτευξη επιδιώκει η οικεία νομοθεσία ( 12 ).

38.

Πρώτον, η έννοια του «κύριου αντικειμένου της συμβάσεως» αφορά τις ρήτρες που ορίζουν τις ουσιώδεις παροχές της εν λόγω συμβάσεως και, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Επομένως, οι ρήτρες που έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με τις ρήτρες που ορίζουν αυτή καθεαυτήν την ουσία του συμβατικού δεσμού δεν είναι δυνατό να εμπίπτουν στην έννοια του «κύριου αντικειμένου». Επισημαίνεται ότι, για να γίνει διάκριση μεταξύ του «ουσιώδους» και του «δευτερεύοντος» χαρακτήρα των ρητρών σε δεδομένη σύμβαση, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση, η όλη οικονομία και οι διατάξεις της επίμαχης συμβάσεως δανείου, καθώς και το νομικό και πραγματικό πλαίσιο αυτής ( 13 ).

39.

Δεύτερον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι ρήτρες που αφορούν την τιμή και την αμοιβή έχουν περιορισμένο περιεχόμενο, καθόσον δεν αφορούν το ζήτημα κατά πόσον η τιμή είναι πρόσφορη σε σχέση με και την αμοιβή. Συγκεκριμένα, εφόσον δεν υπάρχει κλίμακα ή κριτήριο που να μπορεί να κατευθύνει το δικαστήριο στην εκτίμησή του, η εξαίρεση της εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ( 14 ).

Αφορούν οι ρήτρες που επιβάλλουν την εξόφληση δανείου σε ορισμένο νόμισμα το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως ή το ανάλογο ή μη της τιμής και της αμοιβής;

40.

Εν προκειμένω, πρέπει να καθοριστεί αν ρήτρα συμβάσεως δανείου που έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, η οποία δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και βάσει της οποίας το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα, εμπίπτει σε μία από τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεως οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.

41.

Δεδομένου του περιορισμένου περιεχομένου της εξαιρέσεως που αφορά τις σχετικές με την τιμή και την αμοιβή ρήτρες, το οποίο υπενθυμίζεται στο σημείο 39 των παρουσών προτάσεων, εκτιμώ ότι η ρήτρα που απαιτεί την εξόφληση του δανείου στο νόμισμα στο οποίο αυτό χορηγήθηκε δεν μπορεί να εμπίπτει στον δεύτερο λόγο εξαιρέσεως.

42.

Αντιθέτως, κατά την άποψή μου, η εν λόγω ρήτρα αφορά το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι η ρήτρα που απαιτεί την εξόφληση δανείου στο νόμισμα στο οποίο αυτό χορηγήθηκε αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της παροχής του οφειλέτη, η οποία συνίσταται στην εξόφληση του ποσού που έθεσε στη διάθεσή του ο δανειστής.

43.

Γενικά, επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση συμβάσεων δανείου, η ουσιώδης παροχή της τράπεζας συνίσταται στη διάθεση του ποσού του δανείου, ενώ εκείνη του δανειολήπτη συνίσταται στην εξόφληση του κεφαλαίου και των τόκων (οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το τίμημα για την παροχή της πιστώσεως). Εντούτοις, οι εν λόγω παροχές συνδέονται άρρηκτα με το νόμισμα χορηγήσεως του δανείου, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μόνο τα προβλεπόμενα αριθμητικά ποσά, κατ’ αποκλεισμό του νομίσματος αναφοράς, αφορούν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως ( 15 ).

44.

Η υποχρέωση εξοφλήσεως του δανείου σε συγκεκριμένο νόμισμα συνιστά, αναμφίβολα, έναν από τους πυλώνες της συμβάσεως δανείου, ιδίως του συνομολογημένου σε ξένο νόμισμα δανείου. Με τη σύμβαση δανείου, ο δανειστής δεσμεύεται κατά κύριο λόγο να θέσει στη διάθεση του δανειολήπτη ορισμένο χρηματικό ποσό. Από την πλευρά του, ο δανειολήπτης δεσμεύεται κατά κύριο λόγο να εξοφλήσει, συνήθως εντόκως, το εν λόγω ποσό στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Επομένως, οι εν λόγω ουσιώδεις παροχές συνδέονται με χρηματικό ποσό το οποίο πρέπει κατ’ ανάγκη να ορίζεται σε σχέση με συγκεκριμένο πρότυπο μέτρο αξίας, ήτοι το νόμισμα πληρωμής και εξοφλήσεως το οποίο προβλέπεται στη σύμβαση δανείου.

45.

Κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, ελλείψει διευκρινίσεως όσον αφορά το νόμισμα εξοφλήσεως του δανείου, τεκμαίρεται ότι αυτό εξοφλείται στο ίδιο νόμισμα στο οποίο χορηγήθηκε το δάνειο. Συγκεκριμένα, δυνάμει της νομιναλιστικής αρχής, που αποτελεί κανόνα δικαίου ευρέως διαδεδομένο ιδίως στα νομικά συστήματα της ηπειρωτικής παραδόσεως, η απόσβεση χρηματικής ενοχής πρέπει να γίνεται με την καταβολή του αριθμητικού ποσού που μνημονεύεται στη συναφθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σύμβαση, χωρίς το εν λόγω ποσό να επηρεάζεται από εκτιμήσεις σχετικές με την αξία. Ο κανόνας αυτός, ο οποίος κατοχυρώνεται ιδίως στο άρθρο 1578 του ρουμανικού Αστικού Κώδικα (βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων), απαγορεύει καταρχήν επεμβάσεις που αποσκοπούν στη συνεκτίμηση των διακυμάνσεων της νομισματικής αξίας, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, ώστε να τροποποιηθεί το οφειλόμενο στην ημερομηνία πληρωμής ποσό. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση υποβληθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ρουμανική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι, ελλείψει διευκρινίσεως στη σύμβαση δανείου όσον αφορά το νόμισμα εξοφλήσεως του δανείου, πρέπει να συναχθεί ότι η εξόφληση πραγματοποιείται στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο το δάνειο αποδεσμεύθηκε.

46.

Εξάλλου, όσον αφορά τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης δάνεια, εκτιμώ ότι, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως, της όλης οικονομίας και των διατάξεων της συμβάσεως, η υποχρέωση εξοφλήσεως σε ελβετικά φράγκα έχει ουσιώδη χαρακτήρα.

47.

Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται λαμβανομένων υπόψη τόσο του γράμματος των επίμαχων συμβατικών ρητρών (βλ. σημείο 18 των παρουσών προτάσεων) όσο και του πραγματικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου συνήφθησαν οι επίμαχες συμβάσεις δανείου.

48.

Συναφώς, εκτιμώ ότι δύο στοιχεία του πλαισίου της υποθέσεως της κύριας δίκης είναι καθοριστικά.

49.

Το πρώτο στοιχείο είναι ότι στις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης συμβάσεις δανείου σε ξένο νόμισμα εφαρμόζεται γενικά επιτόκιο κατώτερο εκείνου που εφαρμόζεται στις συμβάσεις δανείων σε εθνικό νόμισμα, ακριβώς προς αντιστάθμιση του «συναλλαγματικού κινδύνου» που ενδέχεται να προκαλέσουν οι συμβάσεις αυτές σε περίπτωση υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος ( 16 ).

50.

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η τράπεζα χορήγησε ειδικώς τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα και ότι δικαιούται να ζητήσει την εξόφληση αυτών στο ίδιο νόμισμα. Η τράπεζα σε καμία περίπτωση δεν διενεργεί, όπως προφανώς εννοεί η Επιτροπή, πράξη μετατροπής συναλλάγματος, δεδομένου ότι οι δανειολήπτες μπορούν ελεύθερα να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως σε ελβετικά φράγκα, ανεξαρτήτως προελεύσεως αυτών. Η υποχρέωση εξοφλήσεως των μηνιαίων δόσεων σε ελβετικά φράγκα ουδόλως αποτελεί δευτερεύον στοιχείο της συμβάσεως. Δεν αφορά παρεπόμενο όρο καταβολής, αλλά αυτή καθεαυτή τη φύση της υποχρεώσεως του οφειλέτη.

51.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η υπό κρίση υπόθεση διαφέρουν εκείνων από τα οποία ανέκυψε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Kásler και Káslerné Rábai ( 17 ). Στην υπόθεση εκείνη, το δάνειο όχι μόνο είχε συνομολογηθεί σε ελβετικά φράγκα και έπρεπε να εξοφληθεί στο εθνικό νόμισμα (ουγγρικό φιορίνι), αλλά οι μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως υπολογίζονταν βάσει της τιμής πωλήσεως του εν λόγω νομίσματος που εφάρμοζε το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα. Σε αντίθεση με την άποψη της Πολωνικής Κυβερνήσεως, εκτιμώ ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των συμβάσεων δανείου σε ξένο νόμισμα και των δανείων με ρήτρα ξένου νομίσματος. Συγκεκριμένα, στη δεύτερη περίπτωση, η εξόφληση πραγματοποιείται πάντοτε στο εθνικό νόμισμα. Κατά την άποψή μου, δεν είναι ορθό να εξομοιώνεται η ρήτρα εξοφλήσεως σε ξένο νόμισμα με «νομισματική» ρήτρα. Αν η επίμαχη σύμβαση χαρακτηριζόταν απλώς ως σύμβαση «με ρήτρα ξένου νομίσματος», δεν θα λαμβανόταν υπόψη το γεγονός ότι η αναφορά στο ξένο νόμισμα αποτελεί βασικό στοιχείο των αμοιβαίων υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών στη σύμβαση δανείου.

52.

Επομένως, σε αντίθεση με τη ρήτρα που προβλέπει μηχανισμό για την τροποποίηση της χρεώσεως των εξόδων για την υπηρεσία που παρέχεται στον καταναλωτή (όπως η επίμαχη στην υπόθεση Invitel ( 18 )) ή για τις παροχές του επαγγελματία, ο «συναλλαγματικός κίνδυνος» αποτελεί αναμφίβολα βασικό στοιχείο της συμβάσεως δανείου σε ξένο νόμισμα. Ομοίως, καίτοι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Matei ( 19 ), η έννοια του «συνολικού κόστους της πιστώσεως», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ ( 20 ), δεν πρέπει να εξομοιώνεται με εκείνη του «κύριου αντικειμένου της συμβάσεως», εντούτοις το νόμισμα στο οποίο πρέπει να εξοφληθεί το δάνειο αποτελεί ουσιώδη παροχή η οποία χαρακτηρίζει τη σύμβαση δανείου.

53.

Τέλος, πριν από τη διατύπωση συμπεράσματος επί του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, φρονώ ότι είναι σημαντικό να εξεταστεί εν συντομία το ζήτημα του κατά πόσον, στο συγκεκριμένο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.

54.

Η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας «[ο]ι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η [Ένωση]». Η εξαίρεση αυτή έχει ως δικαιολογητική της βάση τη θεμιτή παραδοχή ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει κατά τεκμήριο προβεί σε εξισορρόπηση του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων ( 21 ).

55.

Συναφώς, σε τυπικό επίπεδο, όταν ένα εθνικό δικαστήριο διατυπώνει ορισμένο προδικαστικό ερώτημα έχοντας μνημονεύσει ορισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που μπορεί να του είναι χρήσιμα για την εκδίκαση της υποθέσεως της οποίας έχει αυτό επιληφθεί, ασχέτως του αν το εθνικό δικαστήριο έχει ή όχι κάνει μνεία των συγκεκριμένων διατάξεων στο κείμενο των ερωτημάτων του. Απόκειται στο Δικαστήριο να εξαγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, ιδίως από το σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, εκείνα τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που χρήζουν ερμηνείας, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς ( 22 ).

56.

Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, επισημαίνεται, ιδίως από τη Ρουμανική Κυβέρνηση και την τράπεζα, ότι τίθεται το ζήτημα του κατά πόσον οι επίμαχες ρήτρες απηχούν τη νομιναλιστική αρχή που κατοχυρώνεται στο άρθρο 1578 του ρουμανικού Αστικού Κώδικα (βλ. σημείο 12 των παρουσών προτάσεων).

57.

Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι συμβατική ρήτρα η οποία περιέχεται σε σύμβαση συναπτόμενη από επαγγελματία με καταναλωτή εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής μόνον εάν η εν λόγω συμβατική ρήτρα απηχεί το περιεχόμενο νομοθετικής ή κανονιστικής διατάξεως αναγκαστικού δικαίου, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει ( 23 ).

58.

Εν προκειμένω, υφίστανται θεμιτές αμφιβολίες, αφενός, ως προς το κατά πόσον η νομιναλιστική αρχή τύγχανε απόλυτης εφαρμογής κατά την ημερομηνία συνάψεως των επίμαχων συμβάσεων και, αφετέρου, ως προς το κατά πόσον ο προβαλλόμενος καταχρηστικός χαρακτήρας προκύπτει μόνο από το εθνικό δίκαιο ή από το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτού και των επίμαχων ρητρών. Δεδομένου του περιορισμένου περιεχομένου της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, δεν είναι βέβαιο ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής, καθόσον το άρθρο 1578 του Αστικού Κώδικα μπορεί να θεωρηθεί ως κανόνας ενδοτικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στις σχετικές διαπιστώσεις.

59.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την όλη οικονομία και τους όρους των οικείων συμβάσεων δανείου, καθώς και το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εντάσσονται, αν η επίμαχη ρήτρα, βάσει της οποίας το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο χορηγήθηκε, απηχεί νομοθετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Σε διαφορετική περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δεχτεί ότι η εν λόγω ρήτρα εμπίπτει στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της συμβάσεως», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξεταστεί ο δυνητικά καταχρηστικός χαρακτήρας της. Αυτό μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση ρήτρας συμβάσεως δανείου βάσει της οποίας ο δανειολήπτης οφείλει να εξοφλήσει το ποσό στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο χορηγήθηκε το δάνειο.

Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος: η έννοια του «σαφούς και κατανοητού» χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών

60.

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η ύπαρξη συμβατικής ρήτρας, εν προκειμένω εκείνης που προβλέπει την υποχρέωση του καταναλωτή να εξοφλήσει το δάνειο που του χορηγήθηκε στο ίδιο νόμισμα, πρέπει να συνοδεύεται από εξαντλητική ενημέρωση σχετικά με τις οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εν λόγω ρήτρα.

61.

Καταρχάς, επισημαίνεται συναφώς ότι η απαίτηση σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των συμβατικών ρητρών που έχουν συνομολογηθεί μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία πρέπει να τηρείται ακόμη και όταν η ρήτρα εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 ( 24 ). Οι ρήτρες στις οποίες αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη, ενώ εμπίπτουν στον τομέα τον οποίο ρυθμίζει η οδηγία, απλώς δεν υπόκεινται στον έλεγχο της καταχρηστικότητας, εφόσον το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο κρίνει, κατόπιν κατά περίπτωση εξετάσεως, ότι έχουν καταρτιστεί από τον επαγγελματία με τρόπο σαφή και κατανοητό ( 25 ). Με άλλα λόγια, όποιο και αν είναι το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει το αιτούν δικαστήριο σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 στις επίμαχες ρήτρες, η διατύπωση αυτών επιβάλλεται να γίνεται με «σαφή και κατανοητό τρόπο».

62.

Εν συνεχεία, γίνεται πλέον δεκτό ότι η απαίτηση σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των ρητρών των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές, η οποία πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 20 της οδηγίας 93/13 ( 26 ) και έχει το ίδιο περιεχόμενο με την απαίτηση του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας, έχει ουσιώδη σημασία και σημαίνει ότι ο καταναλωτής πρέπει να λαμβάνει πράγματι γνώση όλων των ρητρών. Συγκεκριμένα, ο καταναλωτής θα αποφασίσει βάσει των πληροφοριών που θα του παράσχει ο επαγγελματίας εάν επιθυμεί να συνάψει σύμβαση μαζί του ( 27 ).

63.

Τέλος, δεν αμφισβητείται επίσης ότι η εν λόγω απαίτηση πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς: δεν μπορεί να αφορά μόνο τον κατανοητό χαρακτήρα των ρητρών από τυπική και γραμματική άποψη, αλλά σημαίνει ότι ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να προβλέπει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από αυτές για τον ίδιο, όπως την ενδεχόμενη τροποποίηση των εξόδων με τα οποία θα επιβαρυνθεί ( 28 ). Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο προσοχής που μπορεί να αναμένεται από τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος ( 29 ).

64.

Συναφώς, εκτιμώ ότι είναι κρίσιμο, ιδίως λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερα επαχθών οικονομικών υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που ενδεχομένως χαρακτηρίζουν τα δάνεια που συνάπτονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, να παρέχουν οι επαγγελματίες στους καταναλωτές επαρκείς πληροφορίες ώστε αυτοί να μπορούν να δεσμευθούν έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών.

65.

Ειδικότερα, εφόσον προτείνει σε καταναλωτή ορισμένο είδος συμβάσεως δανείου, ο επαγγελματίας οφείλει να εκθέτει σε αυτόν, μέσω ευχερώς κατανοητών πληροφοριών, τις δυνητικές συνέπειες στην οικονομική κατάσταση του συγκεκριμένου καταναλωτή. Μεταξύ άλλων, ο καταναλωτής πρέπει να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι δεσμεύεται, έναντι της παροχής ορισμένων οικονομικών πλεονεκτημάτων (όπως, για παράδειγμα, χαμηλού επιτοκίου), να αναλάβει ορισμένο επίπεδο κινδύνου. Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση μη ενυπόθηκων δανείων, στη γενική υποχρέωση ενημερώσεως που απορρέει από την οδηγία 93/13 προστίθενται πιο συγκεκριμένες υποχρεώσεις οι οποίες προβλέπονται με τις οδηγίες για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως ( 30 ).

66.

Όσον αφορά την εξεταζόμενη υπόθεση, καίτοι ο μέσος καταναλωτής ο οποίος είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος είναι, καταρχήν, σε θέση να αντιληφθεί ότι η συναλλαγματική ισοτιμία υπόκειται σε διακυμάνσεις, πρέπει, εντούτοις, να ενημερωθεί σαφώς για το γεγονός ότι, συνάπτοντας σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, εκτίθεται σε ορισμένο συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο ενδέχεται να δυσκολευτεί να αντεπεξέλθει οικονομικά σε περίπτωση υποτιμήσεως του νομίσματος στο οποίο εισπράττει τα εισοδήματά του ( 31 ).

67.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πρέπει να απαιτείται από τον επαγγελματία, εν προκειμένω την τράπεζα, να εκθέτει, λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεών του στον οικείο τομέα, τις δυνητικές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τους κινδύνους που ενέχει η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, ιδίως στην περίπτωση που ο δανειολήπτης καταναλωτής δεν εισπράττει τα εισοδήματά του στο εν λόγω ξένο νόμισμα.

68.

Εντούτοις, φρονώ ότι δεν δικαιολογείται να απαιτείται από τον επαγγελματία να ενημερώνει τον καταναλωτή, στο στάδιο της συνάψεως της συμβάσεως δανείου, για την επέλευση γεγονότων ή για εξελίξεις μεταγενέστερες της συνάψεως της συμβάσεως τις οποίες δεν ήταν σε θέση να προβλέψει. Δεν μπορεί να απαιτείται από τους επαγγελματίες να παρέχουν στους καταναλωτές πληροφορίες άλλες από εκείνες που γνωρίζουν ή που θα έπρεπε αντικειμενικά να γνωρίζουν κατά τον χρόνο συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως.

69.

Εν προκειμένω, ελλείψει στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι η τράπεζα ήταν σε θέση να προβλέψει μια ιστορικών διαστάσεων εξέλιξη της συναλλαγματικής ισοτιμίας ρουμανικού λέι-ελβετικού φράγκου, ανάλογη με εκείνη που παρατηρήθηκε από το 2007, και ότι παρέλειψε σκόπιμα να ενημερώσει σχετικά τους δανειολήπτες, εκτιμώ ότι είναι σαφώς αδικαιολόγητο να απαιτείται από τον επαγγελματία να αναλάβει μόνος τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Εντούτοις, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ότι ο επαγγελματίας βεβαιώθηκε όντως ότι οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές κατανόησαν ορθώς το περιεχόμενο των ρητρών της συμβάσεως δανείου και, επομένως, ότι ήταν πλήρως σε θέση να αξιολογήσουν τις οικονομικές συνέπειες αυτών.

70.

Συναφώς, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω διαφέρει από εκείνο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282).

71.

Στην υπόθεση εκείνη, καθοριστική σημασία είχε το αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων η διαφήμιση και η ενημέρωση εκ μέρους του δανειστή στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως δανείου, ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, μπορούσε όχι μόνο να γνωρίζει την ύπαρξη της διαφοράς, η οποία παρατηρείται γενικώς στην αγορά των κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου νομίσματος, αλλά και να αξιολογήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες που θα υφίστατο από την εφαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς επί του υπολογισμού των δόσεων τις οποίες θα όφειλε τελικώς να καταβάλει και, ως εκ τούτου, επί του συνολικού κόστους του δανείου του ( 32 ). Υπενθυμίζεται ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν η διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, αλλά το γεγονός ότι οι μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως των δανείων υπολογίζονταν βάσει της τιμής πωλήσεως του ξένου νομίσματος που εφάρμοζε η τράπεζα.

72.

Εν κατακλείδι, η απαίτηση να είναι η συμβατική ρήτρα διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό σημαίνει ότι η ρήτρα σχετικά με την εξόφληση του δανείου στο ίδιο νόμισμα πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπική και γραμματική άποψη όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμά της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, μπορούσε όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Εντούτοις, η εν λόγω απαίτηση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνεται ο επαγγελματίας να προβλέπει και να ενημερώνει τον καταναλωτή για μεταγενέστερες μη προβλέψιμες εξελίξεις, όπως είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τις διακυμάνσεις των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης συναλλαγματικών ισοτιμιών, καθώς και να αναλαμβάνει τις συνέπειές τους.

Επί του πρώτου ερωτήματος: ο χρόνος αξιολογήσεως της υπάρξεως «σημαντικής ανισορροπίας»

73.

Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η «σημαντική ανισορροπία» μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, πρέπει να εξετάζεται με βάση και μόνο την υφιστάμενη κατά τη σύναψη της συμβάσεως κατάσταση ή αν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη εξέλιξη μεταγενέστερη της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, η οποία κατέστησε τις οικονομικές υποχρεώσεις του καταναλωτή υπερβολικά επαχθείς σε σχέση με εκείνες που ανέλαβε κατά τη σύναψη της συμβάσεως.

74.

Προκαταρκτικώς, εκτιμώ ότι είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την όλη οικονομία της οδηγίας 93/13 και από το σύστημα προστασίας που αυτή καθιερώνει, το συγκεκριμένο ερώτημα έχει νόημα μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι η επίμαχη ρήτρα δεν εμπίπτει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας –υπό την έννοια ότι δεν αφορά ούτε το αντικείμενο της συμβάσεως ούτε το καταβαλλόμενο για την υπηρεσία τίμημα ή ακόμη υπό την έννοια ότι δεν είναι διατυπωμένη με σαφή και κατανοητό τρόπο– και, επομένως, είναι δυνατή η ουσιαστική εξέταση του καταχρηστικού χαρακτήρα της. Στην αντίθετη περίπτωση, το ερώτημα παρίσταται αλυσιτελές.

75.

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε να παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εκτιμάται η ύπαρξη «σημαντικής ανισορροπίας» μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ( 33 ), εκτιμώ ότι τόσο από το γράμμα των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας όσο και από τη φύση της προστασίας που παρέχει στον καταναλωτή προκύπτει σαφώς ότι η ύπαρξη τέτοιας ανισορροπίας πρέπει να εκτιμάται με βάση τις περιστάσεις και τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά την ημερομηνία συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως.

76.

Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα των κρίσιμων διατάξεων της συγκεκριμένης οδηγίας, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, αυτής, ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την ύπαρξη «σημαντικής ανισορροπίας ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση». Η συγκεκριμένη διάταξη αποκλείει εκ προοιμίου κάθε παραπομπή σε γεγονότα ή εξελίξεις που έπονται της συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως.

77.

Ομοίως, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, «ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται» ( 34 ).

78.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας πρέπει να εκτιμάται με βάση τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως.

79.

Δεύτερον, όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας 93/13, αυτή επιδιώκει να διασφαλίσει στον καταναλωτή προστασία έναντι της χρήσεως από τους επαγγελματίες συμβατικών ρητρών οι οποίες διαπιστώνεται, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύναψη της επίμαχης συμβάσεως καθώς και των λοιπών ρητρών αυτής ( 35 ), ότι έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σημαντικής ανισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διαπιστώνεται ότι ο επαγγελματίας, συναλλασσόμενος καλόπιστα και θεμιτά με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί τη σύναψη της συμβάσεως ( 36 ).

80.

Καίτοι, κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 93/13, εξυπακούεται ότι η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας –και, επομένως, της υπάρξεως σημαντικής ανισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή– πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων τις οποίες μπορούσε να γνωρίζει ο επαγγελματίας κατά τη σύναψη της συμβάσεως και οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν τη μεταγενέστερη εκτέλεση αυτής, η εν λόγω εκτίμηση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εξαρτάται από την επέλευση γεγονότων μεταγενέστερων της συνάψεως της συμβάσεως τα οποία είναι ανεξάρτητα από τη βούληση των συμβαλλομένων.

81.

Κατά την άποψή μου, καίτοι συμβατικές ρήτρες οι οποίες δημιουργούν ανισορροπία υπέρ του επαγγελματία πρέπει να ακυρώνονται με βάση την οδηγία 93/13, ο επαγγελματίας δεν μπορεί, αντιθέτως, να θεωρείται υπεύθυνος για εξελίξεις μεταγενέστερες της συνάψεως της συμβάσεως οι οποίες είναι ανεξάρτητες της βουλήσεώς του. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν επιβαρύνεται μόνο ο επαγγελματίας με δυσανάλογες υποχρεώσεις, αλλά πλήττεται επίσης η αρχή της ασφάλειας δικαίου.

82.

Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της περιπτώσεως στην οποία συμβατική ρήτρα ενέχει ανισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η οποία εκδηλώνεται μόνο κατά την εκτέλεση της συμβάσεως, και, αφετέρου, της περιπτώσεως στην οποία, καίτοι δεν υφίσταται καταχρηστική ρήτρα, ο καταναλωτής εκτιμά ότι, λόγω μεταβολής των συνθηκών μετά τη σύναψη συμβάσεως, ανεξάρτητης από τη βούληση των μερών, οι υποχρεώσεις του κατέστησαν επαχθέστερες.

83.

Στην πρώτη περίπτωση, που αντιστοιχεί ειδικότερα στην υπόθεση επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb (C-92/11, EU:C:2013:180), αναφορικά με τη δυνατότητα του επαγγελματία να τροποποιήσει μονομερώς, μέσω της χρήσεως τυποποιημένης ρήτρας, την τιμή παροχής υπηρεσιών (παροχή φυσικού αερίου), η επίμαχη «μεταγενέστερη της συμβάσεως εξέλιξη» αφορούσε πράγματι την εφαρμογή συμβατικής ρήτρας η οποία ήταν, εξαρχής, καταχρηστική, καθόσον ενείχε σημαντική ανισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

84.

Αντιθέτως, η δεύτερη περίπτωση, ήτοι εκείνη στην οποία δεν υφίσταται μεν καταχρηστική ρήτρα, αλλά, λόγω εξελίξεως των συνθηκών, ο καταναλωτής εκτιμά ότι οι υποχρεώσεις του κατέστησαν υπερβολικά επαχθείς, δεν καλύπτεται από την προστασία που παρέχει η οδηγία 93/13 ( 37 ).

85.

Σε αυτή την περίπτωση εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, η ρήτρα η οποία, σε περίπτωση συμβάσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, επιβάλλει την καταβολή των μηνιαίων δόσεων εξοφλήσεως του δανείου στο ίδιο νόμισμα και, επομένως, «επιρρίπτει» τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον καταναλωτή, σε περίπτωση υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος σε σχέση με το οικείο ξένο νόμισμα.

86.

Μια τέτοια ρήτρα προφανώς δεν ενέχει αφεαυτής ανισορροπία. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισορροπίας, η οποία, υπενθυμίζω, μπορεί να είναι τόσο ανοδική όσο και καθοδική, αποτελεί περίσταση ανεξάρτητη από τη βούληση ενός εκ των συμβαλλομένων στη σύμβαση δανείου. Το γεγονός ότι η παροχή που οφείλει να εκπληρώσει ο δανειολήπτης καθίσταται, λόγω της εξελίξεως των συναλλαγματικών ισοτιμιών, επαχθέστερη, με τη μετατροπή σε εθνικό νόμισμα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε μετάθεση του συναλλαγματικού κινδύνου στον δανειστή.

87.

Εξάλλου, για να διαπιστωθεί η ύπαρξη σημαντικής ανισορροπίας, θα πρέπει να διαπιστωθεί διαφορά μεταξύ του χορηγηθέντος ποσού και του εξοφληθέντος ποσού. Εντούτοις, τέτοια διαφορά δεν υφίσταται: το πιστωτικό ίδρυμα δάνεισε ορισμένο αριθμό νομισματικών μονάδων και δικαιούται να εξασφαλίσει την απόδοση του ίδιου αριθμού μονάδων.

88.

Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος επιρρίπτεται στον καταναλωτή δεν δημιουργεί, αφεαυτού, σημαντική ανισορροπία, εφόσον ο επαγγελματίας (εν προκειμένω, η τράπεζα) δεν καθορίζει ο ίδιος τη συναλλαγματική ισοτιμία η οποία θα ισχύει μετά τη σύναψη της συμβάσεως.

89.

Καίτοι η ύπαρξη σημαντικής ανισορροπίας πρέπει να εκτιμάται επίσης σε σχέση με γεγονότα τα οποία ο επαγγελματίας γνώριζε ή μπορούσε να προβλέψει κατά τη σύναψη της συμβάσεως, δεν μπορεί να ισχύει το ίδιο όσον αφορά γεγονότα τα οποία επέρχονται κατά τη διάρκεια ισχύος της επίμαχης συμβάσεως, και τούτο ανεξαρτήτως της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

90.

Συμπερασματικά, για την περίπτωση που κριθεί απαραίτητο να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα το σύνολο των συνθηκών τις οποίες ο επαγγελματίας μπορούσε ευλόγως να προβλέψει κατά τη σύναψη της συμβάσεως. Αντιθέτως, η εν λόγω ανισορροπία δεν μπορεί να εκτιμάται βάσει εξελίξεων μεταγενέστερων της συνάψεως της συμβάσεως, όπως είναι οι διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις οποίες ο επαγγελματίας δεν καθορίζει ο ίδιος ούτε μπορούσε να προβλέψει.

Πρόταση

91.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Curtea de Apel Oradea (εφετείο Oradea, Ρουμανία) ως εξής:

1)

Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την όλη οικονομία και τους όρους των οικείων συμβάσεων δανείου, καθώς και το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές εντάσσονται, αν η επίμαχη ρήτρα βάσει της οποίας το δάνειο πρέπει να εξοφληθεί στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο χορηγήθηκε απηχεί νομοθετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας. Σε διαφορετική περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δεχτεί ότι η εν λόγω ρήτρα εμπίπτει στην έννοια του «κύριου αντικειμένου της συμβάσεως», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξεταστεί ο δυνητικά καταχρηστικός χαρακτήρας της. Αυτό μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση ρήτρας συμβάσεως δανείου βάσει της οποίας ο δανειολήπτης οφείλει να εξοφλήσει το ποσό στο ίδιο νόμισμα με εκείνο στο οποίο χορηγήθηκε το δάνειο.

2)

Η απαίτηση να είναι η συμβατική ρήτρα διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό σημαίνει ότι η ρήτρα σχετικά με την εξόφληση του δανείου στο ίδιο νόμισμα πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπική και γραμματική άποψη όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμά της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, μπορούσε όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογήσει τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Εντούτοις, η εν λόγω απαίτηση δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνεται ο επαγγελματίας να προβλέπει και να ενημερώνει τον καταναλωτή για μεταγενέστερες μη προβλέψιμες εξελίξεις, όπως είναι αυτές που χαρακτηρίζουν τις διακυμάνσεις των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης συναλλαγματικών ισοτιμιών, καθώς και να αναλαμβάνει τις συνέπειές τους.

3)

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η σημαντική ανισορροπία μεταξύ των απορρεόντων από τη σύμβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα το σύνολο των συνθηκών τις οποίες ο επαγγελματίας μπορούσε ευλόγως να προβλέψει κατά τη σύναψη της συμβάσεως. Αντιθέτως, η εν λόγω ανισορροπία δεν μπορεί να εκτιμάται βάσει εξελίξεων μεταγενέστερων της συνάψεως της συμβάσεως, όπως είναι οι διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις οποίες ο επαγγελματίας δεν καθορίζει ο ίδιος ούτε μπορούσε να προβλέψει.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).

( 3 ) Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση διακρίνεται τόσο από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282), η οποία αφορούσε συμβατικές ρήτρες που καθορίζουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες που εφαρμόζονται αντίστοιχα στην αποδέσμευση και στην αποπληρωμή του δανείου, όσο και από εκείνην επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127), η οποία αφορούσε τις ρήτρες οι οποίες αφενός επιτρέπουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στον δανειστή να τροποποιεί το επιτόκιο και, αφετέρου, προβλέπουν την είσπραξη από αυτόν προμήθειας κινδύνου.

( 4 ) Βλ. σημείο 1 των προτάσεών μου στην υπόθεση Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:85). Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτω, πάνω από 50000 νοικοκυριά στη Ρουμανία φέρονται να έχουν συνάψει δάνεια σε ελβετικά φράγκα. Επίσης, από τις πληροφορίες που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, προκύπτει ότι η συναλλαγματική ισοτιμία ελβετικού φράγκου και ρουμανικού λέι σχεδόν διπλασιάστηκε στο διάστημα από το 2007 έως το 2014. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, με απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2017, η ολομέλεια του Curtea Constituțională (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ρουμανία) ακύρωσε ρουμανική νομοθεσία, με την οποία μειώθηκε η συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται για την εξόφληση των δανείων σε ελβετικά φράγκα, με σκοπό, κατά τα φαινόμενα, να αποτραπούν και να θεραπευθούν καταστάσεις υπερχρεώσεως. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο αυτό έκρινε, ότι ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης δεν έλαβε υπόψη την αρχή της ασφάλειας δικαίου και, ως εκ τούτου, παρέβη κανόνες συνταγματικής τάξεως. Τέλος, επισημαίνεται ότι και άλλες υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν επί του παρόντος (βλ., ιδίως, υποθέσεις C-627/15, Gavrilescu, C-483/16, Sziber, C-38/17, GT, C-51/17, Ilyés και Kiss, C-118/17, Dunai, C‑119/17, Lupean και Lupean, καθώς και C-126/17, Czakó), αφορούν επίσης την πρακτική των δανείων σε ξένο νόμισμα.

( 5 ) Αναδημοσιεύθηκε τελευταία φορά στο Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 543, της 3ης Αυγούστου 2012.

( 6 ) Ακόμη και στην περίπτωση που υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου επιλύουσα το επίμαχο νομικό ζήτημα, τα εθνικά δικαστήρια διατηρούν πλήρως την ευχέρεια να υποβάλλουν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο εφόσον το κρίνουν σκόπιμο (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi, C-58/13 και C-59/13, EU:C:2014:2088, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 7 ) Για πρόσφατη εφαρμογή των αρχών αυτών, βλ., ιδίως, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus (C-421/14, EU:C:2017:60, σκέψεις 29 έως 34).

( 8 ) Βλ., για παρόμοια προσέγγιση, απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 41 και 42).

( 9 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb (C-92/11, EU:C:2013:180, σκέψη 48), της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 45), και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 53).

( 10 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:85, σημείο 33).

( 11 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 42), της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 49), και της 23ης Απριλίου 2015, Van Hove (C-96/14, EU:C:2015:262, σκέψη 31).

( 12 ) Βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 13 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 49 και 50), της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψεις 53 και 54), και της 23ης Απριλίου 2015, Van Hove (C-96/14, EU:C:2015:262, σκέψη 33).

( 14 ) Βλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 54 και 55), και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψεις 55 και 56).

( 15 ) Για αναλυτικότερη εξέταση των «ουσιωδών παροχών» που χαρακτηρίζουν σύμβαση δανείου, βλ. προτάσεις μου στην απόφαση Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:85, σημεία 56 έως 65).

( 16 ) Βλ., ιδίως, απόφαση υπ’ αριθ. 2/2014 PJE του Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο, Ουγγαρία), η οποία εκδόθηκε με σκοπό την ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων του αστικού δικαίου και στην οποία παραπέμπει ρητώς η απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015, Banif Plus Bank (C-312/14, EU:C:2015:794, σκέψεις 43 έως 45). Στην εν λόγω απόφαση, το Kúria (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάνθηκε ότι, καταρχήν, οι ρήτρες συμβάσεως δανείου συνομολογημένου σε ξένο νόμισμα οι οποίες, έναντι της εφαρμογής επιτοκίου ευνοϊκότερου από εκείνο που παρέχεται σε δάνεια συνομολογημένα σε εθνικό νόμισμα, επιρρίπτουν τον κίνδυνο της ανατιμήσεως του νομίσματος αποκλειστικά τον καταναλωτή, αφορούν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως.

( 17 ) Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282).

( 18 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Invitel (C-472/10, EU:C:2012:242).

( 19 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127).

( 20 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66).

( 21 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, RWE Vertrieb (C-92/11, EU:C:2013:180, σκέψη 28), και αιτιολογική σκέψη 13 της οδηγίας 93/13.

( 22 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2009, ČEZ (C-115/08, EU:C:2009:660, σκέψη 81 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C‑34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 23 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2014, Kušionová (C-34/13, EU:C:2014:2189, σκέψη 80).

( 24 ) Απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 68).

( 25 ) Βλ. απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid (C-484/08, EU:C:2010:309, σκέψη 32)

( 26 ) Κατά την εν λόγω αιτιολογική σκέψη: «[…] οι συμβάσεις πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο· […] ο καταναλωτής πρέπει να έχει πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση όλων των ρητρών και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να υπερισχύσει η πιο ευνοϊκή ερμηνεία για τον καταναλωτή».

( 27 ) Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 66 έως 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 28 ) Βλ. αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 71 και 72), της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 73), και της 9ης Ιουλίου 2015, Bucura (C-348/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:447, σκέψεις 51, 52, 55 και 60).

( 29 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 74), και της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Matei (C-143/13, EU:C:2015:127, σκέψη 75).

( 30 ) Βλ., ιδίως, άρθρα 4 έως 6 της οδηγίας 2008/48.

( 31 ) Βλ., συναφώς, σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της 21 Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΣΣΚ/2011/1) (ΕΕ 2011, C 342, σ. 1), Σύσταση Α – Ενημέρωση των δανειοληπτών ως προς τους κινδύνους, σημείο 1.

( 32 ) Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai (C-26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 74).

( 33 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164), και της 16ης Ιανουαρίου 2014, Constructora Principado (C-226/12, EU:C:2014:10).

( 34 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 35 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2014, Constructora Principado (C-226/12, EU:C:2014:10, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 36 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz (C-415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 69).

( 37 ) Σκοπός της οδηγίας 93/13 είναι μόνον η αποτροπή και η επιβολή κυρώσεων για τη χρήση από τους επαγγελματίες ρητρών οι οποίες ενέχουν σημαντική ανισορροπία και όχι η αντιμετώπιση περιπτώσεων «απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών», οι οποίες μπορούν ενδεχομένως να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο.