ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

MELCHIOR WATHELET

της 5ης Σεπτεμβρίου 2013 ( 1 )

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑514/11 P και C‑605/11 P

Liga para a Protecção da Natureza (LPN) (C‑514/11 P),

Δημοκρατία της Φινλανδίας (C‑605/11 P)

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Αίτηση αναιρέσεως — Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 — Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων — Άρνηση παροχής προσβάσεως σε έγγραφα σχετικά με εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως αφορώσα σχέδιο κατασκευής φράγματος στον ποταμό Sabor (Πορτογαλία) — Άρθρο 4 — Εξαίρεση σχετική με την προστασία των σκοπών δραστηριοτήτων επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου — Υποχρέωση διενέργειας συγκεκριμένης και εξατομικευμένης εξετάσεως — Υπέρτερο δημόσιο συμφέρον — Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006 — Άρθρο 6 — Περιβαλλοντικές πληροφορίες»

I – Εισαγωγή

1.

Με τις αιτήσεις τους αναιρέσεως η Liga para a Protecção da Natureza (στο εξής: LPN) και η Δημοκρατία της Φινλανδίας ( 2 ) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Σεπτεμβρίου 2011, T-29/08, LPN κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. ΙΙ-6021, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την ασκηθείσα από την LPN προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 2007. Η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής επικύρωνε την απόρριψη, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ( 3 ), της αιτήσεως της LPN για πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχονταν στον φάκελο εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως η οποία είχε κινηθεί κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και αφορούσε το σχέδιο κατασκευής φράγματος στον ποταμό Sabor (Πορτογαλία), σχέδιο το οποίο ενδεχομένως αντέβαινε στην οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ( 4 ), και στην οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας ( 5 ) (στο εξής: επίδικη απόφαση).

2.

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν κατ’ ουσίαν την εξαίρεση για την προστασία των σκοπών των δραστηριοτήτων επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου η οποία προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα ( 6 ).

3.

Οι αιτήσεις αναιρέσεως εγείρουν δύο ζητήματα αρχής:

το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι αν, στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση ενός εκάστου των εγγράφων που αφορά αίτηση παροχής προσβάσεως υποβληθείσα βάσει του κανονισμού 1049/2001, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού εξαιρέσεως από το δικαίωμα προσβάσεως, η οποία αφορά την προστασία των σκοπών δραστηριοτήτων επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, συντρέχουν ως προς ένα έκαστο των εν λόγω εγγράφων ή αν, αντιθέτως, το εν λόγω θεσμικό όργανο δύναται, προκειμένου να αρνηθεί την πρόσβαση στο σύνολο των εν λόγω εγγράφων, να στηριχθεί σε γενικό τεκμήριο κατά το οποίο η δημοσιοποίηση των εγγράφων δύναται να διακυβεύσει τους σκοπούς των ειδικών αυτών δραστηριοτήτων·

το δεύτερο ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι αν ο κανονισμός 1367/2006 και, ειδικότερα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, αυτού, το οποίο προβλέπει αυστηρή ερμηνεία των λόγων αρνήσεως παροχής προσβάσεως οσάκις οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον, τροποποιεί το κριτήριο της εν λόγω εκτιμήσεως.

II – Το νομικό πλαίσιο

Α – Ο κανονισμός 1049/2001

4.

Ο κανονισμός 1049/2001 καθορίζει τις αρχές, τις προϋποθέσεις και τα όρια του κατοχυρούμενου με το άρθρο 15 ΣΛΕΕ δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.

Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1049/2001:

«1.   Κάθε πολίτης της Ένωσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα των θεσμικών οργάνων, υπό την επιφύλαξη των αρχών, όρων και περιορισμών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

[…]

3.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα έγγραφα εις χείρας θεσμικού οργάνου, δηλαδή σε όσα συντάσσονται ή παραλαμβάνονται από αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[…]»

6.

Το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 προβλέπει τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης· εκ των εν λόγω εξαιρέσεων εκείνες που παρουσιάζουν εν προκειμένω ενδιαφέρον περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, η οποία ορίζει:

«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

των εμπορικών συμφερόντων ενός συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικής ιδιοκτησίας,

των δικαστικών διαδικασιών και της παροχής νομικών συμβουλών,

του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου,

εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.»

7.

Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζονται μόνον ενόσω η προστασία δικαιολογείται ως εκ του περιεχομένου του εγγράφου.

Β – Ο κανονισμός 1367/2006

8.

Κατά τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1367/2006, «[σ]τις περιπτώσεις για τις οποίες ο κανονισμός [...] 1049/2001 προβλέπει εξαιρέσεις, οι εξαιρέσεις αυτές θα πρέπει να ισχύουν, υπό την επιφύλαξη άλλων ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με αιτήσεις για περιβαλλοντικές πληροφορίες. Οι λόγοι άρνησης σχετικά με την πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες θα πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά, λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετείται με τη δημοσιοποίηση καθώς και το κατά πόσον οι αιτούμενες πληροφορίες σχετίζονται με εκπομπές στο περιβάλλον. […]»

9.

Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 1367/2006, «[ο] κανονισμός […] 1049/2001 ισχύει για οιαδήποτε αίτηση πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες τις οποίες έχουν στην κατοχή τους όργανα και οργανισμοί της Κοινότητας, άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, εθνικότητας ή τόπου διανομής του αιτούντος, και, στην περίπτωση νομικού προσώπου, άνευ διακρίσεων ως προς τον τόπο της καταστατικής έδρας του ή του πραγματικού κέντρου των δραστηριοτήτων του.

[…]»

10.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή των εξαιρέσεων όσον αφορά τις αιτήσεις πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες», ορίζει:

«Όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού [...] 1049/2001, εξαιρέσει των ερευνών, ιδίως εκείνων που αφορούν τυχόν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου, θεωρείται ότι υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών, όταν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον. Όσον αφορά τις λοιπές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού [...] 1049/2001, οι λόγοι απόρριψης ερμηνεύονται περιοριστικά, λαμβανομένου υπόψη του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται από τη δημοσιοποίηση και το κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.»

III – Τα πραγματικά περιστατικά

11.

Η LPN είναι μη κυβερνητική οργάνωση με έδρα στην Πορτογαλία, αναγνωρισμένη ως κοινής ωφελείας, η οποία έχει ως σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος. Με έγγραφο της 22ας Απριλίου 2003 η LPN υπέβαλε στη Γενική Διεύθυνση «Περιβάλλον» της Επιτροπής καταγγελία, με την οποία υποστήριξε ότι το σχέδιο κατασκευής του επίμαχου φράγματος είχε περιβαλλοντικές επιπτώσεις στους τόπους κοινοτικής σημασίας «Morais» και «Ποταμός Sabor και Maçãs», κατά παράβαση των διατάξεων της οδηγίας 92/43. Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και ήλθε σε επαφή με τις πορτογαλικές αρχές προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον το σχέδιο κατασκευής φράγματος αντέβαινε στις οδηγίες 79/409 και 92/43.

12.

Με έγγραφα της 27ης Μαρτίου 2007 και της 16ης Ιουλίου 2007 η LPN ζήτησε από τη Γενική Διεύθυνση «Περιβάλλον» να της επιτρέψει την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με την εξέταση της καταγγελίας και να συμβουλευθεί έγγραφα που είχε καταρτίσει η «ομάδα εργασίας της Επιτροπής» καθώς και τα έγγραφα που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ της Επιτροπής και των πορτογαλικών αρχών.

13.

Η αίτηση αυτή απερρίφθη οριστικώς από την Επιτροπή με την επίδικη απόφαση.

14.

Προς θεμελίωση της επίδικης αποφάσεως η Επιτροπή δέχθηκε ότι η αλληλογραφία της με τις πορτογαλικές αρχές καλυπτόταν από την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Η Επιτροπή επισήμανε ότι στο πλαίσιο (εν εξελίξει) διαδικασίας λόγω παραβάσεως πρέπει να επικρατεί κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της Επιτροπής και του εμπλεκόμενου κράτους μέλους, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η έναρξη διαδικασίας διαπραγματεύσεων και συμβιβασμού με σκοπό τον φιλικό διακανονισμό της διαφοράς και την αποφυγή ένδικης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπροσθέτως, κατά την Επιτροπή, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, κατ’ εφαρμογήν του οποίου η δημοσιοποίηση θεωρείται ότι εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον οσάκις οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί ερευνών σχετικών με πιθανές παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, όπως εν προκειμένω.

15.

Με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008 η Επιτροπή έθεσε στο αρχείο την καταγγελία της LPN. Μετά την περάτωση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως και, συγκεκριμένα, με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2008 η Επιτροπή επέτρεψε στην LPN την πρόσβαση στο σύνολο σχεδόν των ζητηθέντων εγγράφων.

IV – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

16.

Με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου η LPN, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Δανίας, τη Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, προσήψε στην Επιτροπή, αφενός, παράβαση διαφόρων διατάξεων του κανονισμού 1367/2006 και, ιδίως, του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού και, αφετέρου, αγνόηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεως, η οποία αφορά την προστασία των σκοπών δραστηριοτήτων έρευνας.

17.

Ο δεύτερος αυτός λόγος ακυρώσεως διαρθρωνόταν σε τρία σκέλη. Πρώτον, κατά την LPN, η Επιτροπή είχε παραλείψει παρανόμως να εξετάσει και να αιτιολογήσει, κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο, αν και κατά πόσον η εν λόγω εξαίρεση ετύγχανε εφαρμογής επί ενός εκάστου των έγγραφων για τα οποία είχε ζητηθεί πρόσβαση. Δεύτερον, κατά την LPN, η Επιτροπή είχε εσφαλμένως παραλείψει να εξετάσει κατά πόσον έπρεπε να επιτραπεί μερική τουλάχιστον πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα. Τρίτον, η Επιτροπή είχε αγνοήσει τα δημόσια συμφέροντα που η LPN είχε επικαλεσθεί με την αίτησή της παροχής προσβάσεως.

18.

Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, τελούσε εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως και ότι η Επιτροπή είχε, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα να επικαλεσθεί την προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εξαίρεση που αφορά την προστασία των σκοπών δραστηριοτήτων έρευνας ( 7 ).

19.

Κατά το Γενικό Δικαστήριο, από την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως προέκυπτε ότι η Επιτροπή είχε στηριχθεί κατ’ ουσίαν στην αναγνωρισμένη με πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου αρχή η οποία επιτρέπει στο οικείο όργανο να μην προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση ενός εκάστου των ζητούμενων εγγράφων με το αιτιολογικό ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν, στο σύνολό τους, μέρος της αυτής κατηγορίας εγγράφων, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεως ( 8 ). Επί τη βάσει αυτή η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων που περιέχονταν στον φάκελο της εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως στο πεδίο του δικαίου του περιβάλλοντος.

20.

Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι η επίδικη απόφαση είχε εκδοθεί τόσο βάσει του κανονισμού 1049/2001 όσο και βάσει του κανονισμού 1367/2006 και ότι έπρεπε να εξετασθεί, κατ’ αρχάς, αν, όπως διατείνονταν η LPN και οι παρεμβαίνοντες, ο κανονισμός 1367/2006 ενδέχετο να μεταβάλλει την έκταση της υποχρεώσεως για συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση την οποία υπέχει η Επιτροπή από τον κανονισμό 1049/2001 ( 9 ).

Α – Επί της επενέργειας του κανονισμού 1367/2006 στην έκταση της υποχρεώσεως εξετάσεως που υπέχει η Επιτροπή

21.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι υφίστανται πλείονες εξαιρέσεις της υποχρεώσεως της Επιτροπής να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των εγγράφων για τα οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση. Συγκεκριμένα, τέτοια είναι η περίπτωση κατά την οποία είναι σαφές ότι η πρόσβαση δεν πρέπει να επιτραπεί (αν, επί παραδείγματι, ορισμένα έγγραφα καταλαμβάνονται προδήλως στο σύνολό τους από εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως) ή, αντιθέτως, πρέπει να επιτραπεί (διότι ορισμένα έγγραφα είναι προδήλως προσβάσιμα στο σύνολό τους) ή η περίπτωση κατά την οποία τα οικεία έγγραφα έχουν αποτελέσει στο παρελθόν, υπό ανάλογες συνθήκες, αντικείμενο συγκεκριμένης και εξατομικευμένης αξιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής ( 10 ).

22.

Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «επιτρέπεται καταρχήν στο ενδιαφερόμενο όργανο να στηρίζεται [...] σε γενικά τεκμήρια που εφαρμόζονται σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, δεδομένου ότι παρόμοιες γενικού χαρακτήρα θεωρήσεις μπορούν να ισχύουν σε αιτήσεις δημοσιοποιήσεως που αφορούν έγγραφα της ιδίας φύσεως, υπό τον όρον ότι το όργανο αυτό εξετάζει σε κάθε περίπτωση αν οι γενικού χαρακτήρα θεωρήσεις που ισχύουν συνήθως για ένα ορισμένο είδος εγγράφου ισχύουν στην πραγματικότητα για το συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητείται η δημοσιοποίηση» ( 11 ).

23.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε οι αιτιολογικές σκέψεις ούτε οι διατάξεις του κανονισμού 1367/2006 περιείχαν κάποια ένδειξη επιτρέπουσα το συμπέρασμα ότι οι προαναφερθείσες γενικές εκτιμήσεις ( 12 ) δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί αιτήσεως παροχής προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες ( 13 ).

24.

Το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι, μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 επιτάσσει την αυστηρή ερμηνεία των εξαιρέσεων από το δικαίωμα προσβάσεως και από την υποχρέωση σταθμίσεως των αντιτιθέμενων συμφερόντων, «η διαπίστωση αυτή δεν ασκεί επιρροή επί του κατά πόσον το εμπλεκόμενο όργανο οφείλει να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των ζητουμένων εγγράφων ή πληροφοριών» ( 14 ). Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «οι αναγνωριζόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο όργανο αυτό να μην προβεί, κατ’ εξαίρεση, σε αυτή τη συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση εφαρμόζονται mutatis mutandis όταν τα ζητούμενα έγγραφα εμπίπτουν προδήλως σε μία και την αυτή κατηγορία που ενδέχεται να καλύπτεται από μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεις. Πράγματι, σύμφωνα με τις νομολογιακές αυτές αρχές, καίτοι προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 ότι το τεκμήριο περί υπάρξεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος στη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικών με εκπομπές στο περιβάλλον δεν ισχύει στο πλαίσιο εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως, το σύνολο των εγγράφων που προέρχονται από μια τέτοια διαδικασία λόγω παραβάσεως ενδέχεται να προστατεύεται ως κατηγορία» ( 15 ).

Β – Επί της εκ μέρους της Επιτροπής τηρήσεως της υποχρεώσεως εξετάσεως των οικείων εγγράφων

25.

Το Γενικό Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, ήταν πρόδηλο, αφενός, ότι όλα ανεξαιρέτως τα ζητηθέντα έγγραφα ενέπιπταν, ως προς το σύνολο του περιεχομένου τους, στην αυτή κατηγορία εγγράφων και, αφετέρου, ότι η πρόσβαση σε αυτήν την κατηγορία εγγράφων έπρεπε να αποκλεισθεί βάσει της εξαιρέσεως που επικαλείτο η Επιτροπή. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, ενδεχόμενη παροχή, εκ μέρους της Επιτροπής, προσβάσεως σε ένα μόνον εκ των εν λόγω εγγράφων ή σε μέρος του περιεχομένου τους θα διακύβευε τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις με τις πορτογαλικές αρχές. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δημοσιοποίηση, έστω και μερική, των ζητηθέντων εγγράφων θα ήταν τω όντι ικανή να υπονομεύσει τους σκοπούς της έρευνας που διεξήγε η Επιτροπή σε σχέση με τις παραβάσεις που αποδίδονταν στην Πορτογαλική Δημοκρατία στο πλαίσιο του σχεδίου κατασκευής φράγματος ( 16 ).

26.

Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της LPN και των παρεμβαινόντων ότι, αν η Επιτροπή ηδύνατο συννόμως να μην προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση του περιεχομένου ενός εκάστου των ζητούμενων εγγράφων, αυτή δεν θα ήταν σε θέση να λάβει αρκούντως υπόψη το δημόσιο συμφέρον προς δημοσιοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 ( 17 ).

27.

Το Γενικό Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η θέση των καταγγελλόντων στο πλαίσιο διαδικασιών λόγω παραβάσεως, κατά την έννοια της ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου [COM(2002) 141 τελικό] ( 18 ), είναι ουσιωδώς διαφορετική εκείνης των καταγγελλόντων, επί παραδείγματι, στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, κατά τη διάρκεια της οποίας οι καταγγέλλοντες απολαύουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων η τήρηση των οποίων υπόκειται σε ουσιαστικό δικαστικό έλεγχο στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της καταγγελίας ( 19 ).

28.

Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να αποδείξουν ότι δεδομένο έγγραφο του οποίου ζητείται η δημοσιοποίηση δεν καλύπτεται από το εν λόγω τεκμήριο ή ότι υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δικαιολογούν τη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου εγγράφου βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 ( 20 ). Εντούτοις, κατά το Γενικό Δικαστήριο, ούτε η LPN ούτε οι παρεμβαίνοντες επικαλέσθηκαν στοιχεία ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση το βάσιμο της εκτιμήσεως ότι το σύνολο των επίμαχων εγγράφων καλυπτόταν από την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 ( 21 ).

Γ – Επί του υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος προς δημοσιοποίηση

29.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, η κινηθείσα κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας διαδικασία λόγω παραβάσεως τελούσε εν εξελίξει, το τεκμήριο υπάρξεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος προς δημοσιοποίηση, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, δεν ετύγχανε εν προκειμένω εφαρμογής και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο καν να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του κατά πόσον τα επίμαχα έγγραφα περιείχαν πληροφορίες σχετιζόμενες πράγματι με «εκπομπές» στο περιβάλλον ( 22 ). Το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστήριζαν η LPN και οι παρεμβαίνοντες με τις παρατηρήσεις τους, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, ως lex specialis σε σχέση με τον κανονισμό 1049/2001, αποκλείει ενίσχυση της διαφάνειας στον περιβαλλοντικό τομέα στο πλαίσιο της σταθμίσεως αντιτιθέμενων συμφερόντων κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, οσάκις τα επίμαχα έγγραφα περιέχονται στον φάκελο εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως ( 23 ).

30.

Επιπροσθέτως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 «αφορά μόνον την υποχρέωση περιοριστικής ερμηνείας των εξαιρέσεων πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, ήτοι των εξαιρέσεων πλην των προβλεπομένων από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001» ( 24 ). Ομοίως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, «το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 αναφέρεται απλώς σε “δημόσιο συμφέρον” στη δημοσιοποίηση και όχι σε “υπέρτερο” δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001» ( 25 ). Ως εκ τούτου, «είναι απορριπτέο το επιχείρημα της LPN και των παρεμβαινόντων σύμφωνα με το οποίο, εν προκειμένω, οι αρχές της αυξημένης διαφάνειας, της προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, της μεγαλύτερης συμμετοχής του πολίτη στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων και της μεγαλύτερης νομιμότητας συνιστούν, ωστόσο, δημόσιο συμφέρον, αν όχι υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που δικαιολογεί τη δημοσιοποίηση των επίμαχων εγγράφων» ( 26 ).

31.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε η LPN ούτε οι παρεμβαίνοντες μπόρεσαν να προσδιορίσουν τυχόν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, πέραν της υποτιθέμενης αυξημένης διαφάνειας στον περιβαλλοντικό τομέα, το οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της κατά την εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση, του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001· ομοίως, δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν αν και σε ποιο βαθμό οι ζητηθείσες πληροφορίες αφορούσαν εκπομπές στο περιβάλλον κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 ( 27 ).

V – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

32.

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2012 οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως ενώθηκαν για να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.

33.

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 2012 επετράπη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής. Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2012 επετράπη στη Δημοκρατία της Εσθονίας να παρέμβει υπέρ της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και να υποβάλει τις παρατηρήσεις της κατά την προφορική διαδικασία.

34.

Το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως, στηρίζουν τα αιτήματα της LPN και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας.

35.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η LPN, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, καθώς και η Επιτροπή. Προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες και οι παρεμβαίνοντες, συμπεριλαμβανομένης της Δημοκρατίας της Εσθονίας, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη την 29η Μαΐου 2013.

VI – Επί των αιτήσεων αναιρέσεως

36.

Προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας προβάλλουν κυρίως τρεις λόγους αναιρέσεως.

37.

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001.

38.

Επιπροσθέτως, η LPN υποστηρίζει ότι το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά τα δικαστικά έξοδα και, συγκεκριμένα, οι σκέψεις 141 και 143 αυτής βαρύνονται πολλαπλώς με πλάνη περί το δίκαιο. Η LPN προσθέτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ανακολουθίες σχετικές με τον προσδιορισμό της επίδικης αποφάσεως.

VII – Ανάλυση

39.

Προ της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως που προβάλλουν η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας προς στήριξη των αιτήσεών τους αναιρέσεως, επιβάλλεται να δοθεί απάντηση στο προβαλλόμενο από την LPN επιχείρημα περί του χαρακτήρα της, βάσει του καταστατικού της, ως μη κυβερνητικής οργανώσεως δραστηριοποιούμενης στον τομέα του περιβάλλοντος. Κατά την LPN, μια αίτηση παροχής προσβάσεως σε έγγραφα σχετικά με κρατικές ενισχύσεις υποβληθείσα με σκοπό την προάσπιση ιδιωτικών συμφερόντων, όπως η αίτηση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau ( 28 ), δεν δύναται να εξομοιωθεί με αίτηση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, η οποία, αφενός, προέρχεται από οργανισμό ο οποίος προασπίζεται δημόσια συμφέροντα, στοιχείο λόγω του οποίου θεμελιώνεται ειδικό συμφέρον για ενεργό συμμετοχή στη διαδικασία λόγω παραβάσεως, και, αφετέρου, αφορά έγγραφα σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον, περίπτωση η οποία προβλέπεται ειδικώς από τον κανονισμό 1367/2006.

40.

Κατά την άποψή μου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, με τη σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα δεν εξαρτάται από τη φύση του ιδιαιτέρου συμφέροντος που έχει ή δεν έχει ενδεχομένως ο αιτών προς απόκτηση της ζητούμενης πληροφορίας.

41.

Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sison κατά Συμβουλίου ( 29 ), προκύπτει ότι σκοπός του κανονισμού 1049/2001 είναι η κατοχύρωση του δικαιώματος προσβάσεως του κοινού εν γένει στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων και όχι η θέσπιση κανόνων για την προστασία του ειδικού συμφέροντος για πρόσβαση στα έγγραφα αυτά που δύναται ενδεχομένως να έχει ένα πρόσωπο ( 30 ). Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο κανονισμός 1049/2001 δεν προβλέπει τη συνεκτίμηση ορισμένων ειδικών συμφερόντων τα οποία θα μπορούσε να επικαλεσθεί πρόσωπο προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε συγκεκριμένο έγγραφο ( 31 ). Φρονώ ότι η συλλογιστική αυτή ισχύει και για τις διατάξεις του κανονισμού 1367/2006 που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής και οι οποίες σκοπούν στην κατοχύρωση δικαιώματος προσβάσεως του κοινού ( 32 ) σε περιβαλλοντικές πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά ή τα λοιπά όργανα της Ένωσης.

42.

Συνεπώς, η ειδική καταστατική φύση της LPN δεν δύναται να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006.

A – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001

1. Επιχειρηματολογία

43.

Η LPN εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμηνεύει πεπλανημένως το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Όπως επισημαίνει, ο διοικητικός φάκελος περιέχει διαφόρους τύπους εγγράφων και είναι απολύτως εσφαλμένη και απόλυτη η θέση ότι, στο πλαίσιο εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως, «το σύνολο των εγγράφων που προέρχονται από μια τέτοια διαδικασία λόγω παραβάσεως ενδέχεται να προστατεύεται ως κατηγορία» ( 33 ).

44.

Η Δημοκρατία της Φινλανδίας αμφισβητεί τη θέση αρχής που διατυπώνεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία, βάσει της σχετικής με τη διασφάλιση των σκοπών επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με διαδικασία λόγω παραβάσεως δύναται να προστατεύεται ως κατηγορία, με αποτέλεσμα ένα θεσμικό όργανο να μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση στο σύνολο των εν λόγω εγγράφων επί τη βάσει γενικού τεκμηρίου κατά το οποίο η δημοσιοποίηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών υπονομεύει κατ’ αρχήν τη διασφάλιση των σκοπών έρευνας.

45.

Η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας εκτιμούν ότι η νομολογιακή θέση που διαμορφώθηκε με την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, η οποία αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, δεν δύναται να τύχει εν προκειμένω εφαρμογής.

46.

Το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας εκτιμούν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζοντας γενικό τεκμήριο προκειμένου να αποκλείσει την πρόσβαση στο σύνολο των σχετικών με διαδικασία λόγω παραβάσεως εγγράφων. Αμφότερα θεωρούν ότι η Επιτροπή είναι, αντιθέτως, υποχρεωμένη να εξακριβώνει in concreto αν η δημοσιοποίηση ενός εκάστου των εγγράφων υπονομεύει τους σκοπούς έρευνας. Όπως επισημαίνουν, το Δικαστήριο έχει εφαρμόσει γενικά τεκμήρια σε πολύ περιορισμένο αριθμό υποθέσεων και για λόγους σαφώς προσδιορισμένους, οι οποίοι δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

47.

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Επιτροπή εκτιμούν ότι επιβάλλεται η εφαρμογή γενικού τεκμηρίου κατά το οποίο η δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικών με διαδικασία λόγω παραβάσεως υπονομεύει την προστασία των σκοπών έρευνας κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Όπως επισημαίνουν, αν το περιεχόμενο της επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους δημοσιοποιείτο, η συνεργασία σε κλίμα εμπιστοσύνης, στην οποία προσέβλεπε ο νομοθέτης, θα διακυβευόταν. Κατά την Επιτροπή και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επιβάλλεται εν προκειμένω η αναλογική εφαρμογή της νομολογιακής θέσεως που διατυπώθηκε με την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, δεδομένου ότι η διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων αποτελεί παραλλαγή της διαδικασίας λόγω παραβάσεως προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα προβλήματα που συνεπάγονται οι κρατικές ενισχύσεις για τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς.

2. Εκτίμηση

48.

Επιβάλλεται εκ προοιμίου η υπόμνηση ότι η LPN ζήτησε την πρόσβαση στο σύνολο των εγγράφων που περιέχονταν στον διοικητικό φάκελο διαδικασίας λόγω παραβάσεως κινηθείσας, δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στον τομέα του δικαίου του περιβάλλοντος. Η αίτηση αυτή υπεβλήθη ενόσω η διοικητική διαδικασία τελούσε εν εξελίξει. Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή αρνήθηκε να κοινοποιήσει στην LPN τα ζητηθέντα έγγραφα, επικαλούμενη την προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως, η οποία δικαιολογείται για λόγους προστασίας των σκοπών επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεν εξακρίβωσε, για ένα έκαστο των ζητούμενων εγγράφων, αν η δημοσιοποίηση θα υπονόμευε τον σκοπό της έρευνας που είχε κινηθεί κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 258 ΣΛΕΕ· αντιθέτως, έκρινε συλλήβδην ότι η δημοσιοποίηση του συνόλου των εγγράφων, κατά το συγκεκριμένο στάδιο, θα υπονόμευε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως.

49.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η προσέγγιση αυτή κρίθηκε σύννομη.

50.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, η διαδικασία λόγω παραβάσεως τελούσε εν εξελίξει, η Επιτροπή ηδύνατο να ενεργήσει βάσει της αρχής ότι το γενικό τεκμήριο κατά το οποίο η δημοσιοποίηση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου υπονομεύει την προστασία των σκοπών έρευνας ίσχυε για το σύνολο των ζητηθέντων εγγράφων ( 34 ).

51.

Δεν αμφισβητείται από τις αναιρεσείουσες ότι, όπως διευκρινίζεται με τη σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή είχε, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα να επικαλεσθεί την εξαίρεση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, που αφορά την προστασία των σκοπών έρευνας, καθόσον, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως παροχής προσβάσεως, τελούσε εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αντιθέτως, αμφισβητούνται η φύση του ελέγχου στον οποίο προέβη η Επιτροπή κατά την εφαρμογή της εν λόγω εξαιρέσεως επί των επίδικων εγγράφων, καθώς και η σχολαστικότητα που αυτή επέδειξε και, ειδικότερα, η δυνατότητά της να στηριχθεί, για το σύνολο των ζητηθέντων εγγράφων, σε γενικό τεκμήριο περί διακυβεύσεως των σκοπών της διαδικασίας, αντί να προβεί σε συγκεκριμένη αξιολόγηση του περιεχομένου ενός εκάστου αυτών.

52.

Κατά πάγια νομολογία, ο κανονισμός 1049/2001 σκοπεί, όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 1 αυτού, στην παροχή στο κοινό όσο το δυνατόν ευρύτερου δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων ( 35 ). Το δικαίωμα αυτό υπόκειται, εντούτοις, σε ορισμένους περιορισμούς αναγόμενους σε λόγους δημοσίου ή ιδιωτικού συμφέροντος. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού ορίζει, συμφώνως και προς την ενδέκατη αιτιολογική του σκέψη, ότι τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε κάποιο από τα συμφέροντα που προστατεύονται από το εν λόγω άρθρο. Οσάκις, επομένως, η Επιτροπή αποφασίζει να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο το οποίο της ζητήθηκε να δημοσιοποιήσει, οφείλει, κατ’ αρχήν, να εξηγήσει κατά ποιον τρόπο η πρόσβαση στο έγγραφο αυτό θα μπορούσε να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά το προστατευόμενο με την εξαίρεση του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 συμφέρον το οποίο η ίδια επικαλείται. Εφόσον εισάγουν παρέκκλιση από τη γενική αρχή της ευρύτερης δυνατής προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, οι εν λόγω εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρώς ( 36 ).

53.

Από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι, προς τήρηση της κατευθυντήριας αρχής της διαφάνειας, η Επιτροπή ήταν, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένη όχι μόνο να προβεί σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση ενός εκάστου των ζητηθέντων από την LPN εγγράφων, προκειμένου να διαπιστώσει αν η δημοσιοποίησή τους θα διακύβευε πράγματι τον σκοπό της έρευνας που είχε κινηθεί κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, αλλά και να εξηγήσει, για ένα έκαστο των εν λόγω εγγράφων, κατά ποιον τρόπο η ολική ή μερική πρόσβαση σε αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει τον συγκεκριμένο σκοπό.

54.

Εντούτοις, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 113 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, υφίστανται νομολογιακής προελεύσεως εξαιρέσεις από την υποχρέωση της Επιτροπής να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των εγγράφων για τα οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση.

55.

Κατ’ εφαρμογήν των εν λόγω νομολογιακών θέσεων ( 37 ), μια συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση ενός εκάστου των εγγράφων ενδέχεται να μην είναι αναγκαία όταν, λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως, είναι πρόδηλο ότι η πρόσβαση στα έγγραφα πρέπει να αποκλεισθεί ή, αντιθέτως, να επιτραπεί. Στις περιπτώσεις αυτές το οικείο όργανο δύναται να στηρίζεται σε γενικό τεκμήριο ισχύον για ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, οσάκις ανάλογες γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις δύνανται να τύχουν εφαρμογής επί αιτήσεων δημοσιοποιήσεως που αφορούν έγγραφα της αυτής φύσεως ( 38 ).

56.

Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη νομολογία, οσάκις αίτηση παροχής προσβάσεως απορρίπτεται επί τη βάσει ενός τέτοιου γενικού τεκμηρίου, οι ενδιαφερόμενοι δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να αποδείξουν ότι συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητείται η δημοσιοποίηση δεν καλύπτεται από το τεκμήριο αυτό ή ότι υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δικαιολογούν τη δημοσιοποίηση του εν λόγω εγγράφου δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 ( 39 ).

57.

Επιβάλλεται, συναφώς, η επισήμανση ότι η δυνατότητα προσφυγής σε γενικά τεκμήρια, ισχύοντα για ορισμένες κατηγορίες εγγράφων, αντί της συγκεκριμένης και εξατομικευμένης εξετάσεως ενός εκάστου των εγγράφων προ της αρνήσεως παροχής προσβάσεως σε αυτά, δεν είναι ανεπίδεκτη κριτικής. Η εν λόγω δυνατότητα όχι μόνο θέτει όρια στη θεμελιώδη αρχή της διαφάνειας η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 11 ΣΕΕ, με το άρθρο 15 ΣΛΕΕ και με τον κανονισμό 1049/2001, αλλά στην πράξη περιορίζει αφεύκτως την πρόσβαση στα έγγραφα των οργάνων. Συνεπώς, εκτιμώ ότι η εφαρμογή τέτοιων τεκμηρίων πρέπει να θεμελιώνεται σε ακράδαντους και πειστικούς λόγους. Το Δικαστήριο έχει μέχρι τούδε αναγνωρίσει ρητώς τη δυνατότητα προσφυγής σε τέτοια γενικά κριτήρια σε τρεις ειδικές περιπτώσεις, ήτοι στις διαδικασίες ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων ( 40 ), στις διαδικασίες ελέγχου των συγκεντρώσεων ( 41 ) και στις ένδικες διαδικασίες ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης ( 42 ).

58.

Κατ’ αρχάς, με την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, το Δικαστήριο επέτρεψε την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου για τον αποκλεισμό της προσβάσεως σε έγγραφα σχετικά με διαδικασίες ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι, για την ερμηνεία της εξαιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το στοιχείο ότι οι ενδιαφερόμενοι ( 43 ), πλην του υπεύθυνου για τη χορήγηση της ενισχύσεως κράτους μέλους, δεν έχουν, κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] ( 44 ), δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου που τηρεί η Επιτροπή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν οι εν λόγω ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να αποκτούν πρόσβαση, δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, στα συγκεκριμένα έγγραφα, το καθεστώς ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων θα διακυβευόταν.

59.

Εν συνεχεία, με τις προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob και Επιτροπή κατά Agrofert Holding, το Δικαστήριο επέτρεψε ομοίως την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου για τον αποκλεισμό της προσβάσεως σε έγγραφα σχετικά με διαδικασία πράξεων συγκεντρώσεως μεταξύ επιχειρήσεων, για τον λόγο ότι η νομοθεσία που διέπει τη συγκεκριμένη διαδικασία προβλέπει αυστηρούς κανόνες ως προς την επεξεργασία των πληροφοριών που αποκτώνται ή των στοιχείων που αποδεικνύονται στο πλαίσιο αυτής.

60.

Κατά το Δικαστήριο, γενικευμένη πρόσβαση, βάσει του κανονισμού 1049/2001, στα έγγραφα που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κοινοποιούντων μερών ή των τρίτων στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας θα ήταν ικανή να διακυβεύσει την ισορροπία στην οποία προσέβλεπε ο νομοθέτης της Ένωσης, στο πλαίσιο του κανονισμού περί συγκεντρώσεων, μεταξύ, αφενός, της υποχρεώσεως των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων να παρέχουν στην Επιτροπή ενδεχομένως ευαίσθητα εμπορικά δεδομένα, προκειμένου να της επιτρέπουν να εκτιμά τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης πράξεως συγκεντρώσεως με την κοινή αγορά, και, αφετέρου, της εγγυήσεως για ενισχυμένη προστασία, βάσει του επαγγελματικού και του επιχειρηματικού απορρήτου, των στοιχείων που διαβιβάζονται στην Επιτροπή ( 45 ). Κατά το Δικαστήριο, από τα προεκτεθέντα συνάγεται η ύπαρξη γενικού τεκμηρίου κατά το οποίο η δημοσιοποίηση των οικείων εγγράφων θίγει, κατ’ αρχήν, τόσο την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των επιχειρήσεων που εμπλέκονται στην πράξη συγκεντρώσεως όσο και την προστασία των σκοπών της έρευνας που σχετίζεται με τη διαδικασία ελέγχου της εν λόγω πράξεως ( 46 ).

61.

Τέλος, με την προμνησθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι επιβάλλεται η αναγνώριση γενικού τεκμηρίου σύμφωνα με το οποίο η δημοσιοποίηση των υπομνημάτων που έχει καταθέσει θεσμικό όργανο στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας αμβλύνει την προστασία της εν λόγω διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, ενόσω η διαδικασία αυτή τελεί σε εξέλιξη ( 47 ).

62.

Κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι ο κανονισμός 1049/2001 επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας σε ορισμένα θεσμικά όργανα δεν μπορεί να συνεπάγεται, στο πλαίσιο εκκρεμών ενδίκων διαδικασιών, την επιδείνωση της δικονομικής θέσεως των οργάνων αυτών από πλευράς της αρχής της ισότητας των όπλων. Βασιζόμενο στην αρχή της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έκρινε εξάλλου ότι ο αποκλεισμός της δικαιοδοτικής δραστηριότητας από το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα, άνευ διακρίσεως μεταξύ των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας, δικαιολογείται βάσει της ανάγκης εξασφαλίσεως, καθ’ όλη τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, κλίματος νηφαλιότητας κατά τις συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων, καθώς και κατά τη διάσκεψη του οικείου δικαστηρίου επί της εκδικαζόμενης υποθέσεως. Επιπροσθέτως, στηριζόμενο κατ’ αναλογίαν στην προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω τεκμήριο δικαιολογείται επίσης εκ του γεγονότος ότι ούτε ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε οι Κανονισμοί Διαδικασίας των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης προβλέπουν δικαίωμα προσβάσεως των τρίτων στα υπομνήματα που κατατίθενται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο των ενδίκων διαδικασιών.

63.

Η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο ότι η συλλογιστική που ανέπτυξε το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, προκειμένου για τις διαδικασίες ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, ισχύει ομοίως για τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.

64.

Όπως προκύπτει, όχι μόνον από την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, αλλά και από τις προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob και Επιτροπή κατά Agrofert Holding, το Δικαστήριο επέτρεψε την εφαρμογή γενικών τεκμηρίων για τον αποκλεισμό της προσβάσεως στα έγγραφα που σχετίζονται με διαδικασία ελέγχου κρατικών ενισχύσεων ή συγκεντρώσεων, στηριζόμενο, μεταξύ άλλων, στην ύπαρξη αυστηρών κανόνων οι οποίοι περιορίζουν την πρόσβαση στον φάκελο στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών. Εν ολίγοις, μολονότι το Δικαστήριο, όπως και ο νομοθέτης της Ένωσης, δεν καθιέρωσε ιεραρχική σχέση μεταξύ των οικείων κανόνων ( 48 ), οριοθέτησε την εφαρμογή των γενικών διατάξεων του κανονισμού 1049/2001 με τα γενικά αυτά τεκμήρια, οσάκις η πρόσβαση στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου θα μπορούσε να διακυβεύσει την επίτευξη του ειδικού σκοπού κανόνων που κατατείνουν στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και των συγκεντρώσεων.

65.

Μολονότι με τη συλλογιστική που ανέπτυξε τόσο με την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau όσο και με τις προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob και Επιτροπή κατά Agrofert Holding, το Δικαστήριο, προς δικαιολόγηση της εφαρμογής τέτοιων γενικών τεκμηρίων, απέδωσε σημασία στην ύπαρξη των εν λόγω ειδικών κανόνων που, στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών, περιορίζουν την πρόσβαση του κοινού στον διοικητικό φάκελο ( 49 ), εκτιμώ ότι, εν αντιθέσει προς την άποψη που υποστηρίζουν η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας με τα επιχειρήματά τους, το στοιχείο αυτό δεν ήταν, αυτό καθ’ εαυτό, καθοριστικής σημασίας.

66.

Συγκεκριμένα, η εφαρμογή τέτοιων γενικών τεκμηρίων υπαγορεύεται από την επιτακτική ανάγκη εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής των οικείων διαδικασιών και της επιτεύξεως των σκοπών που αυτές υπηρετούν.

67.

Επισημαίνεται συναφώς ότι, με την προμνησθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, το Δικαστήριο στηρίχθηκε κυρίως στην αρχή της ισότητας των όπλων και στην αναγκαιότητα εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας προκειμένου να δικαιολογήσει την εφαρμογή τέτοιων γενικών τεκμηρίων. Το στοιχείο της μη υπάρξεως δικαιώματος προσβάσεως των τρίτων στα υπομνήματα που κατατίθενται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών εθίγη με την εν λόγω απόφαση όλως συμπληρωματικώς, προς δικαιολόγηση του αποκλεισμού του δικαιοδοτικού έργου, αυτού καθ’ εαυτό, από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1049/2001.

68.

Εντεύθεν προκύπτει ότι κοινός παρονομαστής της συλλογιστικής του Δικαστηρίου στο σύνολο των εν λόγω αποφάσεων ( 50 ) ήταν το γεγονός ότι η πρόσβαση στα έγγραφα ορισμένων διαδικασιών ήταν απολύτως ασύμβατη με την ομαλή διεξαγωγή τους και ηδύνατο να τη διακυβεύσει. Επιπροσθέτως, από τις προμνησθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, καθώς και Επιτροπή κατά Agrofert Holding συνάγεται ότι το γενικό τεκμήριο περί αποκλεισμού της προσβάσεως κάλυπτε το σύνολο των μη δημοσιευμένων εγγράφων που περιλαμβάνονταν στον διοικητικό φάκελο των οικείων διαδικασιών.

69.

Φρονώ ότι ο εν λόγω κοινός παρονομαστής εντοπίζεται ομοίως κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, το οποίο διέπεται από το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, έστω και αν η διαδικασία αυτή δεν είναι καθ’ όλα ισοδύναμη με τη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων ή των συγκεντρώσεων ή με την ένδικη διαδικασία· άλλωστε, ούτε οι εν λόγω διαδικασίες είναι ισοδύναμες μεταξύ τους.

70.

Επιβάλλεται, εντούτοις, να επισημανθεί ο ιδιαίτερος δεσμός που υφίσταται μεταξύ της διαδικασίας λόγω παραβάσεως και της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, καθώς αμφότερες κατατείνουν στην εξασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους των κρατών μελών. Στην περίπτωση αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται παράνομη ενίσχυση, το άρθρο 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση τηρήσεως της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 258 ΣΛΕΕ και, αν η προθεσμία συμμορφώσεως που η Επιτροπή έχει τάξει στο κράτος μέλος με την εν λόγω απόφαση ( 51 ) παρέλθει άπρακτη, το θεσμικό όργανο δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο ( 52 ). Επομένως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η απόφαση της Επιτροπής περί υπάρξεως παράνομης ενισχύσεως αντικαθιστά τρόπον τινά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

71.

Επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι η Επιτροπή διαδραματίζει απολύτως κεντρικό ρόλο καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, όπως ακριβώς στις διαδικασίες που αφορούν κρατικές ενισχύσεις ή σχέδια συγκεντρώσεων. Συγκεκριμένα, ως θεματοφύλακας της Συνθήκης ΛΕΕ, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, αποφασίζοντας με απόλυτη ελευθερία επί του σκοπίμου κινήσεως της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας με την αποστολή εγγράφου οχλήσεως και, εν συνεχεία, αιτιολογημένης γνώμης ( 53 ). Σκοπός της εν λόγω προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι η εξασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου της Ένωσης, μέσω της παροχής στο κράτος μέλος της δυνατότητας να αξιοποιήσει τα μέσα άμυνάς του, ούτως ώστε να αποφεύγεται κατά το δυνατόν η ένδικη προσφυγή.

72.

Με βρίσκει σύμφωνο, εξάλλου, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως είναι διμερούς φύσεως, μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους, τούτο δε παρά το γεγονός ότι το εν λόγω στάδιο ενδέχεται να έχει κινηθεί κατόπιν καταγγελίας, όπως εν προκειμένω, διότι, εν πάση περιπτώσει, ο καταγγέλλων δεν έχει κανένα δικαίωμα κατά τα επόμενα στάδια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως ( 54 ). Όπως τονίζει η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση, «στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, πρέπει να επικρατεί κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της Επιτροπής και του εμπλεκομένου κράτους μέλους το οποίο θα τους επιτρέπει να εγκαινιάσουν διαδικασία διαπραγματεύσεως και συμβιβασμού με σκοπό τον φιλικό διακανονισμό της διαφοράς, ούτως ώστε να μην καταστεί αναγκαία η κίνηση ένδικης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου».

73.

Συνεπώς, μολονότι η διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν είναι καθ’ όλα ισοδύναμη με ένδικη διαδικασία, μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν, καθώς, με το πέρας της εν λόγω διαδικασίας, η Επιτροπή δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να διαπιστώσει την παράβαση που η ίδια καταλογίζει στο οικείο κράτος μέλος ( 55 ).

74.

Επομένως, ο ενιαίος σκοπός διασφαλίσεως της ακέραιης διεξαγωγής της διαδικασίας ο οποίος οδήγησε το Δικαστήριο στην αναγνώριση γενικού τεκμηρίου στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων ( 56 ) ή των συγκεντρώσεων ( 57 ) ή στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών ( 58 ) δύναται, κατά την άποψή μου, να ισχύει και για το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

75.

Εκτιμώ, ως εκ τούτου, ότι η πρόσβαση, έστω και μερική, του κοινού στα έγγραφα της εν λόγω διαδικασίας, ενόσω αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί, διακυβεύει την επίτευξη των σκοπών της και, συνεπώς, δικαιολογεί την προσφυγή σε γενικό τεκμήριο, όπως αυτό που έχει δεχθεί το Δικαστήριο για τις άλλες διαδικασίες.

76.

Η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας oρθώς επισήμαναν ότι το περιεχόμενο φακέλου στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος είναι κατ’ ανάγκην ανομοιογενές και ότι ο φάκελος, πέραν της αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους, ενδέχεται, επί παραδείγματι, να περιέχει αποκλειστικώς τεχνικές και επιστημονικές μελέτες. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο επίμαχος φάκελος περιείχε μόνον την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους ( 59 ). Εντούτοις, ακόμη και αν η κατάσταση ήταν διαφορετική, το γεγονός ότι τα έγγραφα που η Επιτροπή έχει στην κατοχή της στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως δύνανται αναμφιβόλως να είναι ποικίλης φύσεως και ότι κάθε διαδικασία λόγω παραβάσεως που κινείται κατά κράτους μέλους παρουσιάζει τις δικές της ιδιαιτερότητες δεν αναιρεί την ανάγκη διαφυλάξεως της ομαλής διεξαγωγής της εν λόγω διαδικασίας, μέσω του περιορισμού της αναμείξεως τρίτων. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, με τη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα έγγραφα εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως συνιστούσαν ενιαία κατηγορία για τους σκοπούς της εφαρμογής του γενικού τεκμηρίου αποκλεισμού της προσβάσεως βάσει της εξαιρέσεως που επικαλείτο η Επιτροπή.

77.

Επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 7, του κανονισμού 1049/2001, οι εξαιρέσεις εφαρμόζονται μόνον ενόσω η προστασία δικαιολογείται ως εκ του περιεχομένου του εγγράφου ( 60 ). Όταν η διαδικασία περατωθεί, η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να επιτραπεί, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής κάποιας εκ των λοιπών εξαιρέσεων του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001.

78.

Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 28 έως 35 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι, μετά τη θέση στο αρχείο, με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, της καταγγελίας της LPN περί του σχεδίου κατασκευής φράγματος, η Επιτροπή επέτρεψε στην LPN την πρόσβαση στο σύνολο σχεδόν των ζητηθέντων εγγράφων ( 61 ).

79.

Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.

Β – Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006

1. Επιχειρηματολογία

80.

Η LPN υποστηρίζει ότι, εν αντιθέσει προς την άποψη που υιοθετεί το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 113 έως 117 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, από προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001 προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση «να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των εγγράφων για τα οποία ζητήθηκε πρόσβαση» ( 62 ). Η LPN επισημαίνει ότι, ενώ οι έρευνες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του πρώτου μέρους του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, εμπίπτουν αφεύκτως και λογικώς στο πεδίο εφαρμογής του δευτέρου μέρους του εν λόγω άρθρου. Κατά την LPN, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν τεκμαίρεται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον επιτάσσον τον αποκλεισμό της προσβάσεως στα έγγραφα που σχετίζονται με τις έρευνες, επιβάλλεται η αυστηρή ερμηνεία των πιθανών λόγων αρνήσεως της προσβάσεως· συγκεκριμένα, πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον το δημόσιο συμφέρον για δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν το περιβάλλον κατισχύει ή όχι εν προκειμένω ενδεχόμενων άλλων συμφερόντων που θα έπρεπε να προστατευθούν διά της μη δημοσιοποιήσεως, καθώς και να εξακριβωθεί, in concreto, αν τα στοιχεία που περιέχονται στα ζητηθέντα έγγραφα σχετίζονται ή όχι με τις εκπομπές στο περιβάλλον.

81.

Η Δημοκρατία της Φινλανδίας, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, υποστηρίζει ότι, με τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, δεχόμενο ότι η εν λόγω διάταξη «αφορά μόνον την υποχρέωση περιοριστικής ερμηνείας των εξαιρέσεων πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, ήτοι των εξαιρέσεων πλην των προβλεπομένων από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001».

82.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, εξαιρώντας από την εμβέλεια του νομίμου τεκμηρίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 τις έρευνες που σχετίζονται με πιθανές παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, ο νομοθέτης της Ένωσης έλαβε προδήλως μέριμνα ώστε να συνεκτιμάται η ιδιαιτερότητά τους. Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούντος τη δημοσιοποίηση πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των παραμέτρων του κανονισμού 1049/2001, ενώ από τον κανονισμό 1367/2006 δεν δύναται να συναχθεί ότι οι διαδικασίες λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετωπίσεως σε σχέση με διαδικασίες λόγω παραβάσεως σε άλλους τομείς όσον αφορά το γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση των περιλαμβανόμενων στους οικείους φακέλους εγγράφων υπονομεύει τον σκοπό της έρευνας.

83.

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν τροποποιεί το κριτήριο αξιολογήσεως όσον αφορά την άρνηση παροχής προσβάσεως στα έγγραφα που τηρούνται στο πλαίσιο εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος, η οποία εξακολουθεί να διέπεται από τον κανονισμό 1049/2001. Συγκεκριμένα, κατά το εν λόγω κράτος μέλος, η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει απλώς την απορρέουσα από τη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης επιταγή περί συσταλτικής ερμηνείας των λόγων παρεκκλίσεως και περί συνεκτιμήσεως των περιβαλλοντικών συμφερόντων κατά την εν λόγω αξιολόγηση.

2. Εκτίμηση

84.

Ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 και, ειδικότερα, το ζήτημα αν οι κανόνες περί προσβάσεως στην πληροφορία, στον τομέα του περιβάλλοντος, ασκούν επιρροή στο ζήτημα της υποχρεώσεως ή μη της Επιτροπής να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των εγγράφων που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο διαδικασίας λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος.

85.

Εκτιμώ ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε με τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι «[ο κανονισμός 1367/2006] αποτελεί lex specialis σε σχέση προς τον κανονισμό 1049/2001 αντικαθιστώντας, τροποποιώντας ή διευκρινίζοντας ορισμένες από τις διατάξεις του δεύτερου αυτού κανονισμού οσάκις η αίτηση προσβάσεως αφορά “περιβαλλοντικές πληροφορίες” ή πληροφορίες που “σχετίζονται με εκπομπές στο περιβάλλον”» ( 63 ).

86.

Από το άρθρο 3 του κανονισμού 1367/2006 προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κανονισμός 1049/2001 εφαρμόζεται επί οιασδήποτε αιτήσεως παροχής προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες τις οποίες έχουν στην κατοχή τους τα όργανα της Ένωσης. Επομένως, η επενέργεια του κανονισμού 1367/2006 στο ζήτημα της προσβάσεως στις εν λόγω πληροφορίες είναι ιδιαιτέρως περιορισμένη, καθώς οι τροποποιήσεις που αυτός επιφέρει στον κανονισμό 1049/2001 είναι πολύ συγκεκριμένες.

87.

Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 προσδιορίζουν τη σχέση των εξαιρέσεων του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 με τις διατάξεις του κανονισμού 1367/2006.

88.

Κατ’ αρχάς, από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1367/2006 προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 εξαιρέσεις θα πρέπει να τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής, υπό την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων του κανονισμού 1367/2006.

89.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 ενισχύει την εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας «[ό]σον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001, [...] όταν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον», ορίζοντας ότι τεκμαίρεται η ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τη δημοσιοποίησή τους.

90.

Εντούτοις, η εφαρμογή της αρχής της αυξημένης διαφάνειας αποκλείεται ρητώς, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, επί ορισμένων εκ των εξαιρέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, ήτοι επί «των ερευνών, ιδίως εκείνων που αφορούν τυχόν παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου». Το τεκμήριο της υπάρξεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος προς δημοσιοποίηση δεν ισχύει για τις πληροφορίες που περιέρχονται σε διοικητικό φάκελο διαδικασίας λόγω παραβάσεως, ακόμη και αν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.

91.

Το ζήτημα που πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί είναι αν, αντιθέτως, οι εν λόγω διαδικασίες καταλαμβάνονται από τη διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006. Κατά τη δεύτερη αυτή περίοδο, προκειμένου για τις «λοιπές εξαιρέσεις» του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001, οι λόγοι αρνήσεως παροχής προσβάσεως πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυστηρό, λαμβανομένου υπόψη του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται με τη δημοσιοποίηση και του κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.

92.

Η LPN και η Δημοκρατία της Φινλανδίας εκτιμούν ότι οι «λοιπές εξαιρέσεις» εμπερικλείουν κατ’ ανάγκην, εξ ορισμού, της διαδικασίες λόγω παραβάσεως, διότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν εφαρμόζεται επί αυτών. Τούτο επιβάλλει, κατ’ αρχήν, στην Επιτροπή την υποχρέωση να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση όλων των εγγράφων που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο διαδικασίας λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος και αποκλείει την εφαρμογή γενικού τεκμηρίου.

93.

Δεν συμφωνώ με μια τέτοια ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως.

94.

Κατ’ αρχάς, εκτιμώ ότι τόσο από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006, όσο και από την όλη οικονομία και τον σκοπό της εν λόγω διατάξεως ( 64 ) προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικώς επί των εξαιρέσεων που δεν μνημονεύονται στην πρώτη της περίοδο. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 αναφέρεται, όμως, ρητώς στις διαδικασίες λόγω παραβάσεως ( 65 ), έστω και αν η ρητή αυτή αναφορά υπηρετεί τον σκοπό της υπαγωγής τους σε καθεστώς εξαιρέσεως εν σχέσει προς τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.

95.

Οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 καθιστούν απολύτως σαφή τη ρητή βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να εξαιρέσει τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 στο σύνολό του.

96.

Εξ αυτού προκύπτει ότι επί της προσβάσεως στα έγγραφα που περιέχονται στον διοικητικό φάκελο διαδικασίας λόγω παραβάσεως στον τομέα του περιβάλλοντος τυγχάνουν εφαρμογής μόνον οι διατάξεις του κανονισμού 1049/2001 και ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 δεν ασκεί επιρροή στο ζήτημα αν η Επιτροπή οφείλει ή όχι να προβαίνει σε συγκεκριμένη και εξατομικευμένη εξέταση των εν λόγω εγγράφων. Εξάλλου, δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 δεν τυγχάνει εφαρμογής στις διαδικασίες λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει αν οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006.

97.

Εκτιμώ, επικουρικώς, ότι ακόμη και αν το Δικαστήριο δεχόταν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006 εφαρμόζεται στις διαδικασίες λόγω παραβάσεως, η τύχη του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως θα ήταν η αυτή. Η εν λόγω διάταξη, όπως και η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 ( 66 ), υπενθυμίζει την υποχρέωση αυστηρής ερμηνείας των λόγων αρνήσεως παροχής προσβάσεως, λαμβανομένου υπόψη του δημοσίου συμφέροντος που υπηρετείται με τη δημοσιοποίηση, και δεν προσθέτει κάποιο στοιχείο στην ερμηνεία ή την εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1049/2001 λυσιτελές για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς ή του ζητήματος αν πρέπει ή όχι να εφαρμοσθεί γενικό τεκμήριο.

98.

Πράγματι, από τις σκέψεις 73 και 74 της προμνησθείσας αποφάσεως Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής προκύπτει με σαφήνεια ότι η αυστηρή ερμηνεία και εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται από το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 δεν αποκλείει την εφαρμογή γενικών τεκμηρίων επί ορισμένων κατηγοριών εγγράφων.

99.

Θεωρώ, εξάλλου, ότι η υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη «το κατά πόσον οι ζητούμενες πληροφορίες αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον» συνδέεται στενά με την υποχρέωση αυστηρής ερμηνείας των λόγων αρνήσεως παροχής προσβάσεως, την οποία και επιτείνει. Εντούτοις, εκτιμώ ομοίως ότι ούτε η υποχρέωση αυτή αποκλείει την εφαρμογή γενικών τεκμηρίων σε ορισμένες κατηγορίες εγγράφων.

100.

Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, με τη σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, «στο πλαίσιο της εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, η LPN και οι παρεμβαίνοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1367/2006» και ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο.

Γ – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001

1. Επιχειρηματολογία

101.

Η LPN, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας υποστηρίζουν ότι η ανάλυση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 132 έως 138 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, περί της υπάρξεως υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος προς δημοσιοποίηση είναι πεπλανημένη.

102.

Όπως επισημαίνουν, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η επίδικη απόφαση ήταν σύμφωνη με το άρθρο 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001 ( 67 ), καθώς η Επιτροπή δεν είχε εξακριβώσει αν υφίστατο εν προκειμένω υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, ως όφειλε βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001 (και δη αυτεπαγγέλτως, κατά την άποψη του Βασιλείου της Σουηδίας), αφού το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 δεν την απαλλάσσει από την εν λόγω υποχρέωση.

103.

Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.

2. Εκτίμηση

104.

Με τις σκέψεις 134 έως 136 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006 δεν επεκτείνει την εφαρμογή της αρχής της διαφάνειας στις διαδικασίες λόγω παραβάσεως και ότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών που αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον και σχετίζονται με τις εν λόγω διαδικασίες δεν θεωρείται ότι υπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001.

105.

Εκτιμώ, δεδομένης της τοποθετήσεώς μου επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι η ερμηνεία αυτή είναι ορθή.

106.

Με τη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση ότι η LPN και οι παρεμβαίνοντες δεν μπόρεσαν ούτε να προσδιορίσουν τυχόν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, πέραν της υποτιθέμενης αυξημένης διαφάνειας στον περιβαλλοντικό τομέα, το οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη της κατά την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001, ούτε να εξηγήσουν αν και σε ποιο βαθμό οι ζητηθείσες πληροφορίες αφορούσαν εκπομπές στο περιβάλλον κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006. Εκτιμώ ότι η εν λόγω διαπίστωση περί τα πράγματα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( 68 ).

107.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρωτοδίκως η LPN περιορίσθηκε στο επιχείρημα ότι αυτή καθ’ εαυτήν η αυξημένη διαφάνεια σε περιβαλλοντικά θέματα συνιστά υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Εκτιμώ, συντασσόμενος με τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 157 και 158 της προμνησθείσας αποφάσεως Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής, ότι εκτιμήσεις τόσο γενικές δεν δύναται να λειτουργήσουν ως απόδειξη περί του ότι η αρχή της διαφάνειας ήταν, εν προκειμένω, ιδιαιτέρως επιτακτική ώστε να μπορεί να κατισχύσει των λόγων που δικαιολογούσαν την άρνηση δημοσιοποιήσεως των επίμαχων εγγράφων. Επιπροσθέτως, από τη σκέψη 62 της προμνησθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν αποτελεί καθήκον της Επιτροπής να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν υπέρτερο δημόσιο συμφέρον δύναται να δικαιολογήσει τη δημοσιοποίηση των ζητούμενων εγγράφων, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού 1049/2001 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να αποδείξουν την ύπαρξη υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούντος τη δημοσιοποίηση των οικείων εγγράφων ( 69 ).

108.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ομοίως να απορριφθεί.

VIII – Το πρόσθετο αίτημα της LPN

109.

Η LPN υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ανακολουθίες σχετικές με τον προσδιορισμό της επίδικης αποφάσεως.

110.

Πρώτον, η LPN επισημαίνει ότι η υποβληθείσα στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου διαφορά αφορούσε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως και όχι την απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2008, η οποία μνημονεύεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Η LPN ζητεί, ως εκ τούτου, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, με αναδιατύπωση του σημείου 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η προσφυγή βάλλει κατά της επίδικης αποφάσεως.

111.

Δεύτερον, η LPN εκτιμά ότι η σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι πλημμελώς διατυπωμένη και ότι αυτή πρέπει να αναδιατυπωθεί ως ακολούθως:

«Η LPN παραιτήθηκε από το αίτημά της περί ελέγχου της νομιμότητας της [επίδικης] αποφάσεως όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλεται με το δικόγραφο της προσφυγής, ο οποίος αντλείται από τη μη τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 […]».

112.

Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της LPN.

113.

Εκτιμώ ότι η LPN δεν διευκρινίζει κατά ποιον τρόπο οι ανακολουθίες για τις οποίες κάνει λόγο επηρέασαν την έννομη κατάστασή της. Επιπροσθέτως, φρονώ, όπως και η Επιτροπή, ότι το υπό εξέταση αίτημα είναι απαράδεκτο, δεδομένου ότι δεν αφορά νομικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίσταται ανακολουθία, απόκειται αποκλειστικώς στο Γενικό Δικαστήριο να τη διορθώσει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

114.

Κατά συνέπεια, το υπό εξέταση αίτημα πρέπει να απορριφθεί.

IX – Επί της εκ μέρους της LPN αμφισβητήσεως της κρίσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί των δικαστικών εξόδων

115.

Η LPN υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα δικαστικά έξοδα, η οποία διατυπώνεται με τις σκέψεις 141 και 143 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, βαρύνεται πολλαπλώς με πλάνη περί το δίκαιο.

116.

Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων της LPN.

117.

Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση κατά την οποία οι λοιποί λόγοι αιτήσεως αναιρέσεως έχουν απορριφθεί στο σύνολό τους, το αίτημα που σχετίζεται με παρατυπία της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τα δικαστικά έξοδα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά το οποίο αναίρεση δεν χωρεί αποκλειστικώς για τον καταλογισμό και το ύψος της δικαστικής δαπάνης ( 70 ).

118.

Καθόσον, κατά την άποψή μου, οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως της LPN πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ο τελευταίος λόγος, με τον οποίο η LPN επικρίνει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την κατανομή των δικαστικών εξόδων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

119.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι επιβάλλεται η απόρριψη στο σύνολό τους τόσο της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η LPN στην υπόθεση C‑514/11 P όσο και της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Δημοκρατία της Φινλανδίας στην υπόθεση C‑605/11 P.

X – Επί των δικαστικών εξόδων

120.

Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το οποίο επίσης εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 4, του ιδίου κανονισμού, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει ότι παρεμβαίνων πρωτοδίκως ο οποίος μετέχει στη αναιρετική διαδικασία φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

121.

Εκτιμώ ότι επιβάλλεται η καταδίκη της LPN και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας στα δικαστικά έξοδα, αντιστοίχως, των υποθέσεων C‑514/11 P και C‑605/11 P, συμφώνως προς το αίτημα της Επιτροπής. Το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας και το Βασίλειο της Σουηδίας πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

XI – Πρόταση

122.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως·

να καταδικάσει τη Liga para a Protecção da Natureza (LPN) στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και στα έξοδα στα οποία υπεβλήθη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑514/11 P·

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και στα έξοδα στα οποία υπεβλήθη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως στην υπόθεση C‑605/11 P, και

να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη Δημοκρατία της Εσθονίας και το Βασίλειο της Σουηδίας στα δικαστικά έξοδά τους στο πλαίσιο των αιτήσεων αναιρέσεως στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑514/11 P και C‑605/11 P.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οι αιτήσεις αναιρέσεως της LPN και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας κατετέθησαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, αντιστοίχως, την 25η και την 30ή Νοεμβρίου 2011.

( 3 ) ΕΕ L 145, σ. 43.

( 4 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.

( 5 ) ΕΕ L 206, σ. 7.

( 6 ) ΕΕ L 264, σ. 13.

( 7 ) Βλ. σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

( 8 ) Όπ.π. (σκέψεις 118 και 119).

( 9 ) Όπ.π. (σκέψεις 103 και 104).

( 10 ) Όπ.π. (σκέψεις 113 και 114).

( 11 ) Όπ.π. (σκέψη 115).

( 12 ) Όπ.π. (σκέψεις 113 έως 115).

( 13 ) Όπ.π. (σκέψη 116).

( 14 ) Όπ.π. (σκέψη 117).

( 15 ) Όπ.π. (σκέψη 117).

( 16 ) Όπ.π. (σκέψη 121).

( 17 ) Όπ.π. (σκέψη 122).

( 18 ) ΕΕ C 244, σ. 5.

( 19 ) Βλ. σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 20 ) Όπ.π. (σκέψη 128).

( 21 ) Όπ.π. (σκέψη 129).

( 22 ) Όπ.π. (σκέψη 134).

( 23 ) Όπ.π. (σκέψη 135).

( 24 ) Όπ.π. (σκέψη 136).

( 25 ) Όπ.π.

( 26 ) Όπ.π.

( 27 ) Βλ. σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 28 ) C-139/07 P (Συλλογή 2010, σ. I-5885).

( 29 ) C-266/05 P (Συλλογή 2007, σ. I-1233).

( 30 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sison κατά Συμβουλίου (σκέψη 43). Ο κανονισμός 1049/2001 προσδίδει ιδιαιτέρως ευρύ περιεχόμενο στο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα των οικείων οργάνων, καθόσον, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, αυτού, η ενάσκηση του δικαιώματος δεν προϋποθέτει δικαιολόγηση της αιτήσεως. Βλ. απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, C-362/08 P, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-669, σκέψη 56).

( 31 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Sison κατά Συμβουλίου (σκέψη 45).

( 32 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1367/2006 αναγνωρίζει ένα ιδιαιτέρως ευρύ εννοιολογικό περιεχόμενο στον όρο «κοινό», το οποίο ορίζεται ως «ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και οι ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες των προσώπων αυτών».

( 33 ) Βλ. σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 34 ) Όπ.π. (σκέψη 127).

( 35 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 2008, C-39/05 P και C-52/05 P, Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. I-4723, σκέψη 33), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (σκέψη 51).

( 36 ) Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψεις 70 έως 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 37 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (σκέψη 50) και Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (σκέψη 54)· αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 2012, C-404/10 P, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 116), και C-477/10 P, Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 57), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (σκέψη 74).

( 38 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (σκέψη 54), Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 116), Επιτροπή κατά Αgrofert Holding (σκέψη 57), καθώς και Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (σκέψη 74).

( 39 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (σκέψη 62), Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 126) και Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 68).

( 40 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau.

( 41 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob και Επιτροπή κατά Agrofert Holding.

( 42 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής.

( 43 ) Ήτοι μεταξύ άλλων, οι λήπτες των ενισχύσεων και οι ανταγωνιστές τους.

( 44 ) ΕΕ L 83, σ. 1.

( 45 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 121) και Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 62).

( 46 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 123) και Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 64).

( 47 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (σκέψη 94).

( 48 ) Βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 110) και Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 52), με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την απουσία διατάξεων οι οποίες να προβλέπουν ρητώς ιεραρχική σχέση μεταξύ του κανονισμού 1049/2001 και των κανονισμών περί ελέγχου των συγκεντρώσεων, «ο καθένας από τους κανονισμούς αυτούς πρέπει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να συμβιβάζεται με τον άλλο και να καθίσταται επομένως δυνατή η εφαρμογή τους κατά τρόπο συνεπή».

( 49 ) Με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (σκέψη 115) και Επιτροπή κατά Agrofert Holding (σκέψη 56) το Δικαστήριο στηρίχθηκε επίσης στον σκοπό προστασίας των εμπορικών συμφερόντων, αποφαινόμενο ότι ο εν λόγω σκοπός και οι σκοποί έρευνας συνδέονται στενά.

( 50 ) Ήτοι στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, Επιτροπή κατά Agrofert Holding, καθώς και Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής.

( 51 ) Ή, ενδεχομένως, η προθεσμία που η Επιτροπή τάσσει εν συνεχεία. Βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, C-485/03 έως C-490/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2006, σ. I-11887, σκέψη 53).

( 52 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψη 53).

( 53 ) Αν η Επιτροπή κρίνει ότι κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, καλείται να εκτιμήσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά του κράτους αυτού, να προσδιορίσει τις διατάξεις που αυτό παραβαίνει και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει κατ’ αυτού τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, οι δε λόγοι που συνδιαμορφώνουν την επιλογή αυτή δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού της προσφυγής. Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1998, C-35/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1998, σ. I-3851, σκέψη 7), και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, C-33/04, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2005, σ. I-10629, σκέψη 66).

( 54 ) Βλ., συναφώς, προμνησθείσα ανακοίνωση COM(2002) 141 τελικό.

( 55 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψη 12), και της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 46). Η διαδικασία λόγω παραβάσεως διέπεται από την αρχή της σκοπιμότητας. Βλ. απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, C-531/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2009, σ. I-4103, σκέψεις 23 και 24). Η εκτίμηση του σκοπίμου της ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως εμπίπτει στην αποκλειστική σφαίρα αρμοδιότητας της Επιτροπής.

( 56 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 58 των προτάσεων.

( 57 ) Βλ. ανωτέρω, σημεία 59 και 60 των προτάσεων.

( 58 ) Βλ. ανωτέρω, σημεία 61 και 62 των προτάσεων.

( 59 ) Βλ. σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 60 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία και Turco κατά Συμβουλίου (σκέψη 70).

( 61 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 15 των προτάσεων.

( 62 ) Βλ. σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 63 ) Βλ., επίσης, σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 64 ) Βλ., ομοίως, το άρθρο 3 και τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1367/2006.

( 65 ) Βλ. σκέψη 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 66 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία και Turco κατά Επιτροπής (σκέψη 36).

( 67 ) Βλ. σκέψεις 135 και 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

( 68 ) Κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 256 ΣΛΕΕ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών. Όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 256 ΣΛΕΕ, έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών αυτών περιστατικών και επί των εννόμων συνεπειών που έχει συναγάγει το Γενικό Δικαστήριο (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C-487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I-10515, σκέψη 96, καθώς και της 27ης Οκτωβρίου 2011, C-47/10 P, Αυστρία κατά Scheucher-Fleisch κ.λπ., Συλλογή 2011, σ. I-10707, σκέψη 57). Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, ούτε η LPN ούτε η Δημοκρατία της Φινλανδίας αμφισβητούν την ακρίβεια της περί τα πράγματα διαπιστώσεως στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

( 69 ) Βλ. ανωτέρω, σημείο 56 των προτάσεων.

( 70 ) Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2001, C-302/99 P και C-308/99 P, Επιτροπή και Γαλλία κατά TF1 (Συλλογή 2001, σ. I-5603, σκέψη 31), καθώς και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-57/00 P και C-61/00 P, Freistaat Sachsen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-9975, σκέψη 124).