ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 20ής Ιουνίου 2019 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 – Άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ – Καθορισμός της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων – Έννοια των “ομοειδών εμπορευμάτων” – Φάρμακα – Συνεκτίμηση όλων των στοιχείων τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν την οικονομική αξία του συγκεκριμένου φαρμάκου – Προθεσμία 90 ημερών εντός της οποίας τα εισαγόμενα εμπορεύματα πρέπει να έχουν πωληθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αυστηρή προθεσμία – Μη λήψη υπόψη των εμπορικών εκπτώσεων»

Στην υπόθεση C‑1/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Augstākā tiesa (Ανώτατο Δικαστήριο, Λεττονία) με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

«Oribalt Rīga» SIA, πρώην «Oriola Rīga» SIA,

κατά

Valsts ieņēmumu dienests,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Κ. Λυκούργο, E. Juhász, M. Ilešič και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Wahl

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Νοεμβρίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η «Oribalt Rīga» SIA, εκπροσωπούμενη από την A. Leškoviča και τον J. Taukačs, advokāti, καθώς και από τον Carri Ginter, vandeadvokaat,

η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις I. Kucina και J. Davidoviča,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Sauka και την F. Clotuche-Duvieusart,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 17, σ. 1) (στο εξής: τελωνειακός κώδικας), καθώς και του άρθρου 151, παράγραφος 4, και του άρθρου 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1, στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της «Oribalt Rīga» SIA, πρώην «Oriola Rīga» SIA, και της Valsts ieņēmumu dienests (εθνικής φορολογικής αρχής της Λεττονίας) με αντικείμενο απόφαση του γενικού διευθυντή της αρχής αυτής με την οποία η ως άνω εταιρία υποχρεώθηκε να καταβάλει στο δημόσιο Ταμείο προσαύξηση φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), τόκους υπερημερίας και πρόστιμο.

Το νομικό πλαίσιο

Ο τελωνειακός κώδικας

3

Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 […]».

4

Το άρθρο 30 του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:

«1.   Όταν η δασμολογητέα αξία δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχεία α), β), γ) και δ) έως την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη που καθιστά δυνατό τον καθορισμό της, εκτός αν η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) πρέπει να αντιστραφεί με αίτηση του διασαφιστή. Μόνο όταν η δασμολογητέα αυτή αξία δεν μπορεί να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή ορισμένης περίπτωσης, επιτρέπεται η εφαρμογή της διάταξης του αμέσως επόμενου στοιχείου κατά τη σειρά που καθιερώνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

2.   Οι δασμολογητέες αξίες που καθορίζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι οι ακόλουθες:

α)

η συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·

β)

η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα και τα οποία εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·

γ)

η αξία που βασίζεται επί της τιμής μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις μέσα στην Κοινότητα εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιοτύπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται, μέσα στην Κοινότητα, προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές·

δ)

η υπολογιζόμενη αξία, που ισούται προς το άθροισμα:

του κόστους ή της αξίας των υλικών και των εργασιών κατασκευής ή άλλων εργασιών, που υπεισέρχονται στην παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων,

ποσού που αντιπροσωπεύει τα κέρδη και τα γενικά έξοδα, ίσου προς το ποσό που υπεισέρχεται γενικά στις πωλήσεις εμπορευμάτων της ίδιας φύσεως ή του ίδιου είδους με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα, οι οποίες γίνονται από παραγωγούς της χώρας εξαγωγής προς εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα,

του κόστους η της αξίας των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

[…]»

5

Το άρθρο 31 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:

«1.   Αν η δασμολογητέα αξία εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 29 και 30, καθορίζεται, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις:

της συμφωνίας περί θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994,

του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994,

και

των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

[…]»

Ο εκτελεστικός κανονισμός

6

Το άρθρο 142, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«Κατά την έννοια του παρόντος τίτλου, νοείται ως:

[…]

δ)

“ομοειδή εμπορεύματα”: τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα τα οποία, χωρίς να είναι όμοια από κάθε άποψη, παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και αποτελούνται από παρόμοιες ύλες, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες και να είναι δυνατό να εναλλάσσονται στο πλαίσιο εμπορικών πράξεων· η ποιότητα των εμπορευμάτων, η φήμη τους και η ύπαρξη βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος περιλαμβάνονται στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για να καθορίζεται αν τα εμπορεύματα είναι ομοειδή·

[…]».

7

Το άρθρο 151 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.   Για την εφαρμογή του άρθρου 30 παράγραφος 2 στοιχείο β) του [τελωνειακού] κώδικα (συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων), η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με αναφορά στη συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και στην ίδια ουσιαστικά ποσότητα με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα. Ελλείψει τέτοιων πωλήσεων, θα πρέπει να γίνεται χρήση της συναλλακτικής αξίας ομοειδών εμπορευμάτων, τα οποία πωλούνται σε διαφορετικό εμπορικό επίπεδο ή/και σε διαφορετική ποσότητα, προσαρμοζόμενης, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που είναι δυνατό να οφείλονται στο εμπορικό επίπεδο ή/και στην ποσότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι προσαρμογές αυτές, ανεξάρτητα από το αν καταλήγουν σε αύξηση ή σε μείωση της αξίας, είναι δυνατό να βασίζονται σε προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν σαφώς ότι οι προσαρμογές είναι εύλογες και ακριβείς.

[…]

4.   Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συναλλακτική αξία εμπορευμάτων που παράγονται από διαφορετικό πρόσωπο λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1, καμία συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων παραγόμενων από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο παράγει και τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα.

[…]»

8

Το άρθρο 152 του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«1.   

α)

Αν τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται εντός της Κοινότητας στην αρχική τους κατάσταση, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ), του [τελωνειακού] κώδικα, βασίζεται στην τιμή μονάδας, που αντιστοιχεί στις πωλήσεις των εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υπό την επιφύλαξη της αφαίρεσης των ακόλουθων στοιχείων:

i)

των γενικώς καταβαλλόμενων ή συμφωνούμενων προμηθειών ή περιθωρίων που ισχύουν γενικά για τα κέρδη και τα γενικά έξοδα (περιλαμβανομένου και του άμεσου ή έμμεσου κόστους εμπορίας των εν λόγω εμπορευμάτων) για τις πωλήσεις, εντός της Κοινότητας, εισαγόμενων εμπορευμάτων της ίδιας φύσης ή του ίδιου είδους,

ii)

των συνήθων εξόδων μεταφοράς και ασφάλισης, καθώς και σχετικών εξόδων που γίνονται εντός της Κοινότητας, και

iii)

των εισαγωγικών δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που πρέπει να καταβληθούν εντός της Κοινότητας λόγω της εισαγωγής ή της πώλησης των εμπορευμάτων.

β)

Στην περίπτωση που τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα δεν πωλούνται κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, που καθορίζεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου, βασίζεται, υπό την επιφύλαξη κατά τα λοιπά της παραγράφου 1 στοιχείο α), στην τιμή μονάδας, στην οποία πωλούνται τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα εντός της Κοινότητας στην αρχική τους κατάσταση κατά την πιο πρόσφατη, μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, ημερομηνία, οπωσδήποτε όμως εντός 90 ημερών από την εισαγωγή αυτή.

[…]

5.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο β), ως “πιο πρόσφατη ημερομηνία” νοείται η ημερομηνία κατά την οποία τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται σε ποσότητα επαρκή, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός της τιμής μονάδας.»

9

Το παράρτημα 23 του εκτελεστικού κανονισμού, με τίτλο «Ερμηνευτικές σημειώσεις στον τομέα της δασμολογητέας αξίας», προβλέπει, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, ότι «οι μέθοδοι εκτιμήσεως των οποίων πρέπει να γίνεται χρήση δυνάμει [της διατάξεως αυτής] θα πρέπει να είναι οι οριζόμενες από τα άρθρα 29 και 30 παράγραφος 2, [του κώδικα αυτού,] αλλά μια εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων αυτών θα ήταν σύμφωνη με τους στόχους και τις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1, [του εν λόγω κώδικα]». Προς τούτο, στο εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνονται ορισμένα παραδείγματα προκειμένου να καταδειχθεί τι σημαίνει «εύλογη ελαστικότητα». Ειδικότερα, όσον αφορά την εφαρμογή της επαγωγικής μεθόδου, σημειώνεται ότι «η προθεσμία των “ενενήντα ημερών” [που προβλέπεται στο άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού] θα ήταν δυνατό να εφαρμόζεται με ελαστικότητα».

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10

Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης, Oribalt Rīga, και η ινδική εταιρία Ranbaxy Laboratories Ltd συνήψαν το 2005 σύμβαση εμπορικής παρακαταθήκης, δυνάμει της οποίας η Ranbaxy Laboratories ανέθεσε στην Oribalt Rīga την αποκλειστική παροχή υπηρεσιών εμπορικής παρακαταθήκης στη Λεττονία, τη Λιθουανία και την Εσθονία για τα εισαγόμενα από την πρώτη γενόσημα φάρμακα (στο εξής: επίμαχα φάρμακα) και τη διασάφησή τους προκειμένου να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η Oribalt Rīga αναλάμβανε τη δέσμευση να παρέχει επαρκείς χώρους αποθηκεύσεως και υπηρεσίες διεκπεραιώσεως των παραγγελιών των πελατών της Ranbaxy Laboratories χωρίς να αποκτά την κυριότητα των επίμαχων φαρμάκων.

11

Κατά τη διαδικασία υπαγωγής των επίμαχων φαρμάκων στο τελωνειακό καθεστώς, η Oribalt Rīga υπέβαλλε διασαφήσεις στις οποίες δήλωνε ότι είχε οριστεί τόσο ως παραλήπτης των ως άνω φαρμάκων όσο και ως διασαφιστής.

12

Η Oribalt Rīga υπολόγιζε τη δασμολογητέα αξία των επίμαχων φαρμάκων σύμφωνα με τη λεγόμενη μέθοδο της «συναλλακτικής αξίας», κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Η ως άνω δασμολογητέα αξία καθοριζόταν με τη χρήση προτιμολογίων τα οποία εκδίδονταν από τη Ranbaxy Laboratories, υποβάλλονταν στην τελωνειακή αρχή και περιείχαν στοιχεία σχετικά με το είδος των εισαγόμενων εμπορευμάτων, την αγοραία τιμή μονάδος κατά τον χρόνο της εκδόσεως του προτιμολογίου και τη συνολική τιμή.

13

Ο αγοραστής των επίμαχων φαρμάκων, οι όροι και η τιμή πωλήσεως, καθώς και οι εφαρμοστέες εκπτώσεις καθορίζονταν από τη Ranbaxy Laboratories. Κατά την εκτέλεση των παραγγελιών, η Oribalt Rīga εξέδιδε τιμολόγια με βάση την τιμή πωλήσεως που είχε υποδείξει η Ranbaxy Laboratories.

14

Τα επίμαχα φάρμακα φυλάσσονταν στην αποθήκη της Oribalt Rīga η οποία είχε την υποχρέωση να πωλεί κατά προτεραιότητα εκείνα με τη χρονικά εγγύτερη ημερομηνία λήξεως. Ως εκ τούτου, μεταξύ της εισαγωγής των φαρμάκων και της πωλήσεώς τους στους τελικούς πελάτες ήταν ενδεχόμενο να μεσολαβούν αρκετοί μήνες, με αποτέλεσμα να είναι πιθανό η αξία τους κατά τον χρόνο της πωλήσεως να διαφέρει από τη αξία τους στην αγορά κατά τον χρόνο εισαγωγής. Επίσης, η τιμή πωλήσεως των επίμαχων φαρμάκων μπορούσε να επηρεαστεί από τις εκπτώσεις που χορηγούσε η Ranbaxy Laboratories στους πελάτες της. Ως εκ τούτου, μετά την πώληση των επίμαχων φαρμάκων, η Ranbaxy Laboratories εξέδιδε νέα τιμολόγια στο όνομα της Oribalt Rīga, βάσει των οποίων αυτή κατέβαλλε στη Ranbaxy Laboratories το αντίτιμο των προς εισαγωγή εμπορευμάτων που επρόκειτο να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Oribalt Rīga εισέπραττε προμήθεια για τη διαμεσολάβησή της.

15

Από τις 20 Οκτωβρίου 2010 έως τις 10 Ιανουαρίου 2011, η Muitas audita pārvalde (διεύθυνση τελωνειακών ελέγχων, Λεττονία) διενήργησε έλεγχο του υπολογισμού, της καταβολής και της τηρήσεως των σχετικών βιβλίων όσον αφορά τους οφειλόμενους από την Oribalt Rīga δασμούς και λοιπούς εισπραττόμενους από τις τελωνειακές αρχές φόρους, για το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 2008 έως την 31η Αυγούστου 2010.

16

Με απόφαση της 20ής Μαΐου 2011, η εθνική φορολογική αρχή της Λεττονίας απέρριψε τη δασμολογητέα αξία των επίμαχων φαρμάκων που είχαν εισαχθεί κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, την οποία η Oribalt Rīga είχε καθορίσει βάσει της μεθόδου της συναλλακτικής αξίας. Ειδικότερα, κατά την απόφαση αυτή, η αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων έπρεπε να υπολογιστεί με την επαγωγική μέθοδο κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, με βάση την τιμή των επίμαχων φαρμάκων που αναγραφόταν στα τιμολόγια που εκδίδονταν στο όνομα των πελατών της Ranbaxy Laboratories, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εφαρμοσθείσες εκπτώσεις. Κατά συνέπεια, ο γενικός διευθυντής της εθνικής φορολογικής αρχής της Λεττονίας επέβαλε στην Oribalt Rīga προσαύξηση ΦΠΑ, τόκους υπερημερίας και πρόστιμο.

17

Η Oribalt Rīga, κατόπιν της απορρίψεως από το Administratīvā rajona tiesa (πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, Λεττονία) της προσφυγής της κατά της αποφάσεως της εθνικής φορολογικής αρχής της Λεττονίας, άσκησε έφεση ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακού διοικητικού εφετείου, Λεττονία), υποστηρίζοντας ότι η αρχή αυτή όφειλε και μπορούσε να αναζητήσει τις αναγκαίες πληροφορίες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει των πρώτων κατά προτεραιότητα διαθέσιμων μεθόδων και ότι η εν λόγω αρχή θα έπρεπε, για την εφαρμογή της επαγωγικής μεθόδου κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες σχετικά με τη μεταπώληση των ως άνω εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων με αυτά σε ημερομηνία κατά το δυνατόν πλησιέστερη προς την ημερομηνία εισαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων, η οποία να μην υπερβαίνει την προθεσμία των 90 ημερών που προβλέπει το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού. Τέλος, προέβαλε ότι βάση του υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας είναι η πραγματική τιμή πωλήσεως των επίμαχων φαρμάκων και ότι, επομένως, θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη οι εκπτώσεις που χορηγούνταν στους πελάτες της Ranbaxy Laboratories.

18

Δεδομένου ότι το Administratīvā apgabaltiesa (περιφερειακό διοικητικό εφετείο) επικύρωσε την απόφαση της εθνικής φορολογικής αρχής της Λεττονίας, η Oribalt Rīga άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Augstākā tiesa (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λεττονία).

19

Το δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 30 του τελωνειακού κώδικα, καθώς και των άρθρων 151 και 152 του εκτελεστικού κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Augstākā tiesa (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Σε περίπτωση που τα εισαγόμενα εμπορεύματα είναι φάρμακα, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων, κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του [τελωνειακού κώδικα] και το άρθρο 151, παράγραφος 4, του [εκτελεστικού κανονισμού], πρέπει να λογίζονται ως “ομοειδή εμπορεύματα” τα φάρμακα με πανομοιότυπη (ή ομοειδή) δραστική ουσία και περιεκτικότητα, ή πρέπει, για τον προσδιορισμό των ομοειδών εμπορευμάτων, να λαμβάνεται επίσης υπόψη η θέση που κατέχουν στην αγορά το επίμαχο εισαγόμενο φάρμακο και ο παρασκευαστής του, ήτοι η δημοτικότητα και η ζήτηση;

2)

Για τους σκοπούς καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του [τελωνειακού κώδικα], πρέπει να εφαρμόζεται με ελαστικότητα η προθεσμία των ενενήντα ημερών που τάσσεται στο άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του [εκτελεστικού κανονισμού];

3)

Εάν η ταχθείσα προθεσμία των ενενήντα ημερών πρέπει να εφαρμοστεί με ελαστικότητα, ποια στοιχεία πρέπει να προτιμηθούν στην παρούσα υπόθεση; Πρόκειται για τα στοιχεία περί συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν σε χρονικό σημείο εγγύτερο στον χρόνο εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων και έχουν ως αντικείμενο πανομοιότυπα ή ομοειδή εμπορεύματα τα οποία πωλήθηκαν σε ποσότητα επαρκή για τον καθορισμό της τιμής μονάδος, ή, αντιθέτως, για τα στοιχεία περί συναλλαγών χρονικά πιο απομακρυσμένων από την εισαγωγή αλλά των οποίων το αντικείμενο είναι συγκεκριμένα τα εισαγόμενα εμπορεύματα;

4)

Πρέπει, για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του [τελωνειακού κώδικα], να συνεκτιμώνται οι χορηγηθείσες εκπτώσεις που διαμόρφωσαν την πραγματική τιμή πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

20

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί ποιοι παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των «ομοειδών εμπορευμάτων», στην περίπτωση που η δασμολογική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων, όπως τα επίμαχα φάρμακα, υπολογίζεται με χρήση της επαγωγικής μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα.

21

Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να πληροφορηθεί αν, κατά τον προσδιορισμό αυτόν, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η σύνθεση των συγκριτέων φαρμάκων ή μπορούν επίσης να συνεκτιμώνται στοιχεία σχετικά με τη θέση των φαρμάκων αυτών και των παρασκευαστών τους στην οικεία φαρμακευτική αγορά.

22

Υπενθυμίζεται, ευθύς εξαρχής, ότι σκοπός των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι να θεσπιστεί ένα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαίρετων ή πλασματικών δασμολογικών αξιών. Συνεπώς, η δασμολογητέα αξία πρέπει να αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων και να λαμβάνει υπόψη όσα στοιχεία των εμπορευμάτων αυτών έχουν οικονομική αξία (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Hamamatsu Photonics Deutschland,C‑529/16, EU:C:2017:984, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Εν συνεχεία, μολονότι η πράγματι καταβληθείσα ή η καταβλητέα για τα εμπορεύματα τιμή αποτελεί, κατά κανόνα, τη βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας, εντούτοις η τιμή αυτή συνιστά στοιχείο το οποίο πρέπει ενδεχομένως να αναπροσαρμόζεται, εφόσον η αναπροσαρμογή αυτή είναι απαραίτητη προς αποφυγή καθορισμού αυθαίρετης ή πλασματικής δασμολογητέας αξίας (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Hamamatsu Photonics Deutschland,C‑529/16, EU:C:2017:984, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24

Όταν η δασμολογητέα αξία δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα, βάσει της συναλλακτικής αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων, ο καθορισμός της γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του κώδικα αυτού, διά της διαδοχικής εφαρμογής των μεθόδων που προβλέπονται στα στοιχεία αʹ έως δʹ της παραγράφου 2 (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary,C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25

Όσον αφορά την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 30, από το σημείο 1 των σημειώσεων σχετικά με το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 23 του εκτελεστικού κανονισμού, προκύπτει ότι οι τελωνειακές αρχές οφείλουν να ανατρέχουν, κάθε φορά που τούτο είναι δυνατόν, σε πώληση ομοειδών εμπορευμάτων η οποία έχει πραγματοποιηθεί στο ίδιο εμπορικό επίπεδο και αφορά την ίδια ουσιαστικά ποσότητα με την υπό εκτίμηση πώληση εμπορευμάτων (απόφαση της 16ης Ιουνίου 2016, EURO 2004. Hungary,C‑291/15, EU:C:2016:455, σκέψη 34).

26

Τέλος, ως «ομοειδή εμπορεύματα», στο εν λόγω άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, νοούνται κατά τον ορισμό του άρθρου 142, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα τα οποία, χωρίς να είναι όμοια από κάθε άποψη, παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και αποτελούνται από παρόμοιες ύλες, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες και να είναι εναλλάξιμα από εμπορικής πλευράς. Στη διάταξη αυτή διευκρινίζεται επίσης ότι η ποιότητα των εμπορευμάτων, η φήμη τους και η ύπαρξη βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος περιλαμβάνονται στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να καθορίζεται αν τα εμπορεύματα είναι ομοειδή.

27

Υπό το πρίσμα του ευρέος ορισμού της έννοιας των «ομοειδών εμπορευμάτων», ο οποίος, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, βασίζεται σε αξιολόγηση των εμπορευμάτων επί τη βάσει ενός συνόλου παραγόντων οι οποίοι απαριθμούνται ενδεικτικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια αυτή ισχύει για κάθε είδους εμπορεύματα, συμπεριλαμβανομένων και των φαρμάκων, όπως τα επίμαχα φάρμακα. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό των ομοειδών εμπορευμάτων, η αρμόδια εθνική τελωνειακή αρχή πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιήσει όλα τα δεδομένα στη διάθεσή της προκειμένου να καθορίσει τη δασμολογητέα αξία με τον ακριβέστερο και κατά το δυνατόν πλησιέστερο στην πραγματικότητα τρόπο.

28

Στην περίπτωση των γενόσημων φαρμάκων και όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 και 51 των προτάσεών του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κάθε κρίσιμο στοιχείο, όπως η σύνθεση των φαρμάκων αυτών, η δυνατότητα υποκατάστασής τους υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων τους και η εναλλαξιμότητά τους από εμπορικής πλευράς. Συνεπώς, η αρμόδια εθνική τελωνειακή αρχή πρέπει να διενεργήσει μια εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας υπόψη κάθε στοιχείο το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει την πραγματική οικονομική αξία των εν λόγω φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της θέσεως που κατέχει στην αγορά το εισαγόμενο φάρμακο και ο παρασκευαστής του.

29

Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική τελωνειακή αρχή, όταν υπολογίζει τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων, όπως τα επίμαχα φάρμακα, με την επαγωγική μέθοδο την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, οφείλει να λαμβάνει υπόψη, για τον προσδιορισμό των «ομοειδών εμπορευμάτων», κάθε κρίσιμο στοιχείο, όπως τη σύνθεση των φαρμάκων αυτών, τη δυνατότητα υποκατάστασής τους υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων τους και την εναλλαξιμότητά τους από εμπορικής πλευράς, και να διενεργεί συνεπώς εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών συνεκτιμώντας κάθε στοιχείο το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει την πραγματική οικονομική αξία των εν λόγω φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της θέσεως που κατέχει στην αγορά το εισαγόμενο φάρμακο και ο παρασκευαστής του.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

30

Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού έχει την έννοια ότι, για τον καθορισμό της τιμής μονάδας των εισαγόμενων εμπορευμάτων σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, προθεσμία των 90 ημερών εντός της οποίας τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να έχουν πωληθεί στην Ένωση συνιστά αυστηρό όριο και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποια είναι τα στοιχεία που πρέπει να προτιμηθούν για τον καθορισμό της τιμής μονάδας των εισαγόμενων εμπορευμάτων.

31

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εκτελεστικού κανονισμού καθιερώνει την αρχή ότι, για τον καθορισμό της τιμής μονάδας εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται εντός της Ένωσης στην αρχική τους κατάσταση, προκειμένου να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων κατά το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, βάση του υπολογισμού είναι η τιμή μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις των εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, υπό την επιφύλαξη της αφαίρεσης των στοιχείων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημεία i έως iii, του ως άνω κανονισμού.

32

Κατ’ εξαίρεση από την αρχή αυτή, το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι, στην περίπτωση που τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα δεν πωλούνται κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων βασίζεται στην τιμή μονάδας στην οποία πωλούνται τα εισαγόμενα αυτά εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα εντός της Ένωσης στην αρχική τους κατάσταση κατά την πιο πρόσφατη, μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, ημερομηνία, οπωσδήποτε όμως εντός 90 ημερών από την εισαγωγή αυτή.

33

Συνεπώς, προκειμένου να είναι ακριβέστερος και πλησιέστερος στην πραγματικότητα, ο καθορισμός της δασμολογικής αξίας των εμπορευμάτων σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα πρέπει να γίνεται κατά το εγγύτερο στην εισαγωγή τους χρονικό σημείο. Συνεπώς, η προθεσμία των 90 ημερών που προβλέπει το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού αποτελεί εξαίρεση από την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά.

34

Το γράμμα της διατάξεως αυτής ενισχύει την ως άνω ερμηνεία. Πράγματι, κατά το γράμμα της διατάξεως, η τιμή μονάδας η οποία πρέπει να λαμβάνεται ως βάση είναι η τιμή στην οποία πωλούνται τα εμπορεύματα κατά την πιο πρόσφατη, μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ημερομηνία, οπωσδήποτε όμως εντός 90 ημερών από την εισαγωγή αυτή, ήτοι σε χρόνο εντός της προθεσμίας αυτής.

35

Επιπλέον, από την όλη οικονομία του άρθρου 30 του τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι υπάρχει σαφής ιεράρχηση των μεθόδων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας. Συνεπώς, εάν η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί με τη μέθοδο του άρθρου 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κώδικα αυτού, ήτοι εφόσον δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η τιμή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων που πωλούνται εντός της Ένωσης εντός προθεσμίας 90 ημερών από την εισαγωγή τους, πρέπει, με βάση την ως άνω ιεράρχηση, να εφαρμοστεί η μέθοδος υπολογισμού του άρθρου 30, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του εν λόγω κώδικα.

36

Περαιτέρω, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών του, κατά το μέτρο που το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στις ερμηνευτικές σημειώσεις στο παράρτημα 23 του εκτελεστικού κανονισμού, κατά τις οποίες η προθεσμία 90 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού μπορεί να εφαρμόζεται με ελαστικότητα, σημειώνεται ότι η δυνατότητα αυτή προσαρμογής υφίσταται μόνο σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.

37

Πλην όμως, η μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπεται στο άρθρο 31 του τελωνειακού κώδικα είναι η τελευταία στην ιεραρχική σειρά των μεθόδων υπολογισμού που προβλέπει ο κώδικας αυτός και αποτελεί ύστατη λύση. Ως τέτοια λύση, η μέθοδος αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον εφόσον δεν έχει καταστεί δυνατός ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων βάσει των άρθρων 29 ή 30 του εν λόγω κώδικα.

38

Συνεπώς, μόνον εφόσον είναι αδύνατον να υπολογιστεί η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 29 ή 30 του τελωνειακού κώδικα επιτρέπεται η ελαστική εφαρμογή, στο πλαίσιο του άρθρου 31 του τελωνειακού κώδικα, ορισμένων από τους κανόνες σχετικά με τις μεθόδους καθορισμού της δασμολογικής αξίας οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 29 ή 30 του ίδιου κώδικα.

39

Ως εκ τούτου, το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εκτελεστικού κανονισμού έχει την έννοια ότι, για τον καθορισμό της τιμής μονάδας των εισαγόμενων εμπορευμάτων σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, προθεσμία των 90 ημερών εντός της οποίας τα εισαγόμενα εμπορεύματα πρέπει να έχουν πωληθεί στην Ένωση συνιστά αυστηρό όριο.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

40

Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι οι εκπτώσεις επί της τιμής πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατ’ εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως.

41

Η ως άνω διάταξη προβλέπει ότι η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων βασίζεται επί της τιμής μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις μέσα στην Ένωση των εισαγόμενων εμπορευμάτων ή πανομοιοτύπων ή ομοειδών εισαγόμενων εμπορευμάτων οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνολικά τη μεγαλύτερη ποσότητα και γίνονται προς πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές.

42

Επιπλέον, το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημεία i έως iii, του εκτελεστικού κανονισμού προβλέπει ότι λαμβάνονται υπόψη και αφαιρούνται ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων ορισμένες προμήθειες, τα συνήθη έξοδα μεταφοράς και ασφαλίσεως, καθώς και οι εισαγωγικοί δασμοί. Οι εμπορικές εκπτώσεις που γίνονται από τον πωλητή δεν μνημονεύονται στο άρθρο αυτό. Πλην όμως, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο κατάλογος των αφαιρούμενων στοιχείων είναι εξαντλητικός.

43

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή μονάδας της συνολικά μεγαλύτερης ποσότητας εισαγόμενων εμπορευμάτων, το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα συνεκτιμά ήδη ορισμένες εκπτώσεις οι οποίες γίνονται λόγω ποσότητας.

44

Τέλος, η λήψη υπόψη των εμπορικών εκπτώσεων κατά τον καθορισμό της δασμολογικής αξίας θα ενείχε το ενδεχόμενο καθορισμού δασμολογικής αξίας η οποία να απέχει ακόμη περισσότερο από την πραγματική οικονομική αξία των συγκεκριμένων υπό εκτίμηση εισαγόμενων εμπορευμάτων.

45

Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι οι εκπτώσεις επί της τιμής πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατ’ εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως

Επί των δικαστικών εξόδων

46

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική τελωνειακή αρχή, όταν υπολογίζει τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων, όπως τα επίμαχα φάρμακα στην υπόθεση της κύριας δίκης, με την επαγωγική μέθοδο την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή οφείλει να λαμβάνει υπόψη, για τον προσδιορισμό των «ομοειδών εμπορευμάτων», κάθε κρίσιμο στοιχείο, όπως τη σύνθεση των φαρμάκων αυτών, τη δυνατότητα υποκατάστασής τους υπό το πρίσμα των αποτελεσμάτων τους και την εναλλαξιμότητά τους από εμπορικής πλευράς, και να διενεργεί συνεπώς εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών συνεκτιμώντας κάθε στοιχείο το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει την πραγματική οικονομική αξία των εν λόγω φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένης της θέσεως που κατέχει στην αγορά το εισαγόμενο φάρμακο και ο παρασκευαστής του.

 

2)

Το άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, έχει την έννοια ότι, για τον καθορισμό της τιμής μονάδας των εισαγόμενων εμπορευμάτων σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 82/97, η προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 152, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, προθεσμία των 90 ημερών εντός της οποίας τα εισαγόμενα εμπορεύματα πρέπει να έχουν πωληθεί στην Ένωση συνιστά αυστηρό όριο.

 

3)

Το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2913/92, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 82/97, έχει την έννοια ότι οι εκπτώσεις επί της τιμής πωλήσεως των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών κατ’ εφαρμογήν της ως άνω διατάξεως.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.