ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 23ης Ιανουαρίου 2018 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Εδαφική έκταση ισχύος του δικαίου της Ένωσης – Άρθρο 355, σημείο 3, ΣΛΕΕ – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και περί των προσαρμογών των Συνθηκών – Άρθρο 29 – Παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4 – Αποκλεισμός του Γιβραλτάρ από το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έκταση ισχύος – Οδηγία 91/477/ΕΟΚ – Άρθρο 1, παράγραφος 4 – Άρθρο 12, παράγραφος 2 – Παράρτημα II – Ευρωπαϊκό δελτίο πυροβόλου όπλου – Δραστηριότητες κυνηγιού και σκοποβολής – Δυνατότητα εφαρμογής στο Γιβραλτάρ – Υποχρέωση μεταφοράς στην εθνική έννομη τάξη – Δεν υφίσταται – Κύρος»

Στην υπόθεση C‑267/16,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ) με απόφαση της 6ης Μαΐου 2016, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Μαΐου 2016, στο πλαίσιο της δίκης

The Queen, κατόπιν αιτήσεως των:

Albert Buhagiar κ.λπ.,

κατά

Minister for Justice,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, A. Tizzano, Αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič (εισηγητή), A. Rosas και C. G. Fernlund, προέδρους τμήματος, E. Juhász, A. Borg Barthet, M. Safjan, D. Šváby, M. Berger, E. Jarašiūnas και Μ. Βηλαρά, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi

γραμματέας: C. Strömholm, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Μαΐου 2017,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

οι Buhagiar κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους L. Baglietto, QC, και C. Bonfante, barrister,

ο Minister for Justice, εκπροσωπούμενος από τον M. Llamas, QC, και την Y. Sanguinetti, barrister,

η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τις G. Brown και C. Brodie, επικουρούμενες από την M. Demetriou, QC, και τον M. Birdling, barrister,

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους P. Schonard και R. van de Westelaken, καθώς και από την I. McDowell,

το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις S. Petrova και E. Moro, καθώς και από τον I. Lai,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους E. Manhaeve, K. Mifsud-Bonnici, E. White και G. Braga da Cruz,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2017,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 29 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και περί των προσαρμογών των Συνθηκών (JO 1972, L 73, σ. 14, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως του 1972), σε συνδυασμό με το παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4, της εν λόγω Πράξεως, καθώς και την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (ΕΕ 1991, L 256, σ. 51), όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2008/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 (ΕΕ 2008, L 179, σ. 5) (στο εξής: οδηγία 91/477).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Albert Buhagiar και έξι άλλων προσφευγόντων (στο εξής: A. Buhagiar κ.λπ.) και, αφετέρου, του Minister for Justice (Υπουργού Δικαιοσύνης, Γιβραλτάρ, στο εξής: Υπουργός), όσον αφορά την απόρριψη από τον Υπουργό της αιτήσεως των A. Buhagiar κ.λπ. για τη χορήγηση ευρωπαϊκού δελτίου πυροβόλου όπλου (στο εξής: ΕΔΠΟ).

Το νομικό πλαίσιο

3

Το άρθρο 28 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 ορίζει:

«Οι πράξεις των οργάνων της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] οι σχετικές με τα προϊόντα του παραρτήματος II της συνθήκης ΕΟΚ και με τα προϊόντα τα οποία κατά την εισαγωγή τους στην [Ένωση] υπόκεινται σε ειδική ρύθμιση συνεπεία της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς επίσης και οι πράξεις οι σχετικές με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των Κρατών μελών περί των φόρων κύκλου εργασιών δεν εφαρμόζονται στο Γιβραλτάρ, εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίζοντας ομοφώνως προτάσει της Επιτροπής ορίσει άλλως.»

4

Κατά το άρθρο 29 της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως, «[ο]ι πράξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της παρούσας Πράξεως προσαρμόζονται όπως προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα».

5

Το παράρτημα I της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως, που περιέχει τον κατάλογο που διαλαμβάνεται στην προηγούμενη σκέψη, περιλαμβάνει το μέρος I, με τίτλο «Τελωνειακή νομοθεσία». Το σημείο 4 του μέρους αυτού αναφέρει τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1496/68 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περί του ορισμού του τελωνειακού εδάφους της [Ένωσης] (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 30). Το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού αντικαταστάθηκε από το ακόλουθο κείμενο:

«Το τελωνειακό έδαφος της [Ένωσης] περιλαμβάνει τα ακόλουθα εδάφη:

[…]

το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, των νήσων της Μάγχης και της νήσου του Μαν.»

6

Το παράρτημα I, μέρος VIII, με τίτλο «Εμπορική πολιτική», της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 αντικατέστησε τον κατάλογο των χωρών που περιλαμβάνεται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΟΚ) 1025/70 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1970, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες (JO 1970, L 124, σ. 6), όπως έχει τροποποιηθεί από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1984/70 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 1970 (JO 1970, L 218, σ. 1), (ΕΟΚ) 724/71 του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 1971 (JO 1971, L 80, σ. 3), (ΕΟΚ) 1080/71 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1971 (JO 1971, L 116, σ. 8), (ΕΟΚ) 1429/71 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1971 (JO 1971, L 151, σ. 8), και (ΕΟΚ) 2384/71 του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 1971 (JO 1971, L 249, σ. 1), με νέο κατάλογο από τον οποίο αποκλείσθηκε το Γιβραλτάρ.

7

Το παράρτημα II, μέρος VI, επίσης με τίτλο «Εμπορική πολιτική», της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 ορίζει όσον αφορά τον κανονισμό 1025/70:

«Το πρόβλημα που ανέκυψε από την απαλοιφή του Γιβραλτάρ από το παράρτημα II πρέπει να επιλυθεί κατά τρόπο που διασφαλίζει ότι το Γιβραλτάρ θα βρίσκεται στην ίδια θέση, όσον αφορά το καθεστώς ελευθερώσεως των εισαγωγών στην [Ένωση], με εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν από την προσχώρηση.»

8

Στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης έχει εφαρμογή το βασικό κείμενο της οδηγίας 91/477 όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2008/51, κατόπιν της προσχωρήσεως της Ένωσης στο πρωτόκολλο για την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακινήσεως πυροβόλων όπλων, των εξαρτημάτων τους, των μερών τους και των πυρομαχικών, που επισυνάφθηκε στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο υιοθετήθηκε με το ψήφισμα 55/255 της Γενικής Συνελεύσεως, της 8ης Ιουνίου 2001. Η οδηγία 2008/51 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 1, ΕΚ, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, σε εκείνο του άρθρου 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, στο οποίο βασίζεται η οδηγία 91/477, καθώς και σε εκείνο του άρθρου 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο ισχύει σήμερα.

9

Η δεύτερη έως έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477 έχουν ως εξής:

«[Εκτιμώντας] ότι, κατά τη σύνοδό του στο Fontainebleau στις 25 και 26 Ιουνίου 1984, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έθεσε ρητά ως στόχο την κατάργηση όλων των αστυνομικών και τελωνειακών διατυπώσεων στα ενδοκοινοτικά σύνορα·

[Εκτιμώντας] ότι […] η Επιτροπή τόνισε στη Λευκή της Βίβλο “Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς” ότι η κατάργηση των ελέγχων της ασφάλειας των μεταφερομένων αντικειμένων και των προσώπων προϋποθέτει μεταξύ άλλων την προσέγγιση των νομοθεσιών που αφορούν τα όπλα·

[Εκτιμώντας] ότι, για την εξάλειψη των ελέγχων για κατοχή όπλων στα ενδοκοινοτικά σύνορα, απαιτούνται αποτελεσματικοί κανόνες που θα επιτρέπουν να ελέγχεται στο εσωτερικό των κρατών μελών η απόκτηση και η κατοχή πυροβόλων όπλων και η μεταφορά τους σε άλλο κράτος μέλος […]·

[Εκτιμώντας] ότι οι κανόνες αυτοί θα δημιουργήσουν μεγαλύτερη αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας της ασφάλειας των προσώπων, στο μέτρο που αυτή βασίζεται σε νομοθεσίες εν μέρει εναρμονισμένες· ότι θα πρέπει, για το σκοπό αυτό, να προβλεφθούν κατηγορίες πυροβόλων όπλων των οποίων η απόκτηση και η κατοχή από ιδιώτες είτε θα απαγορεύεται είτε θα υπόκειται σε άδεια ή δήλωση·

[Εκτιμώντας] ότι ενδείκνυται καταρχήν η απαγόρευση της μετακίνησης από το ένα κράτος μέλος σε άλλο με όπλα και ότι εξαίρεση μπορεί να γίνεται αποδεκτή μόνον εάν τηρείται διαδικασία που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να πληροφορούνται το γεγονός της εισαγωγής ενός πυροβόλου όπλου στο έδαφός τους·

[Εκτιμώντας] ότι, όμως, πρέπει να θεσπιστούν ελαστικότεροι κανόνες για το κυνήγι και τον αθλητισμό προκειμένου να μην εμποδιστεί πέρα από τον αναγκαίο βαθμό η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων».

10

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής:

«1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “πυροβόλο όπλο” νοείται οποιοδήποτε φορητό όπλο με κάννη το οποίο εξακοντίζει, είναι σχεδιασμένο να εξακοντίζει ή μπορεί να μετατραπεί ώστε να εξακοντίζει σφαίρα, βολίδα ή βλήμα μέσω της ενέργειας εκρηκτικής ύλης, εκτός εάν εξαιρείται για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο μέρος ΙΙ του παραρτήματος Ι.

[…]

1δ.   για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “ιχνηλάτηση” νοείται η συστηματική ανίχνευση των πυροβόλων όπλων και, ει δυνατόν, των μερών και πυρομαχικών τους, από τον κατασκευαστή έως τον αγοραστή […]

[…]

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “οπλοπώλης” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα συνίσταται […] στην κατασκευή, εμπορία, ανταλλαγή, μίσθωση, επισκευή ή μετατροπή πυροβόλων όπλων, μερών τους και πυρομαχικών.

[…]

4.   Το “[ΕΔΠΟ]” χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως, από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους σε πρόσωπο το οποίο καθίσταται νόμιμος κάτοχος και χρήστης πυροβόλου όπλου. Το [ΕΔΠΟ] ισχύει για μέγιστη περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί, και περιέχει τα στοιχεία που ορίζει το παράρτημα II. Το [ΕΔΠΟ] δεν μεταβιβάζεται και επ’ αυτού αναγράφονται το ή τα πυροβόλα όπλα που κατέχει και χρησιμοποιεί ο κάτοχος του δελτίου. Το [ΕΔΠΟ] πρέπει να βρίσκεται πάντα στην κατοχή του προσώπου που χρησιμοποιεί το πυροβόλο όπλο και κάθε μεταβολή της κατοχής ή των χαρακτηριστικών του πυροβόλου όπλου, καθώς και ενδεχόμενη απώλεια ή κλοπή του, αναγράφεται στο δελτίο.»

11

Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας έχει ως εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο ή μέρος του που κυκλοφορεί στην αγορά, είτε έχει σημανθεί και καταχωριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία είτε είναι απενεργοποιημένο.

[…]

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν […] τη δημιουργία και τήρηση μηχανοργανωμένου συστήματος αρχειοθέτησης δεδομένων […] το οποίο εξασφαλίζει την πρόσβαση των εξουσιοδοτημένων αρχών στα αρχεία στα οποία είναι καταχωρισμένα όλα τα πυροβόλα όπλα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. […]

[…]

5.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ανά πάσα στιγμή δυνατότητα σύνδεσης όλων των πυροβόλων όπλων με τους ιδιοκτήτες τους. […]»

12

Κατά το άρθρο 4α της οδηγίας 91/477:

«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων μόνο σε πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί σχετική άδεια ή, όσον αφορά τις κατηγορίες Γ ή Δ, από πρόσωπα που έχουν λάβει ειδική άδεια για την απόκτηση και την κατοχή τέτοιων πυροβόλων όπλων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.»

13

Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής προβλέπει:

«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την απόκτηση και κατοχή πυροβόλων όπλων μόνο σε πρόσωπα που έχουν βάσιμο λόγο και τα οποία:

α)

έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, εκτός από την περίπτωση της απόκτησης (εξαιρουμένης της αγοράς) και κατοχής πυροβόλου όπλου για κυνήγι και σκοποβολή, υπό την προϋπόθεση ότι τα άτομα κάτω των 18 ετών έχουν την άδεια των γονέων τους […]·

β)

δεν είναι πιθανό να αποτελούν κίνδυνο για τον εαυτό τους, για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια. Προηγούμενη καταδίκη για σκόπιμη διάπραξη βίαιου εγκλήματος θεωρείται ένδειξη τέτοιου κινδύνου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αφαιρέσουν την άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου, εφόσον δεν πληρούται πλέον κάποια από τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε.

[…]»

14

Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την απαγόρευση της απόκτησης και κατοχής πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών της κατηγορίας Α. […]

[…]»

15

Κατά το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας:

«1.   Πυροβόλα όπλα της κατηγορίας Β δεν μπορούν να αποκτηθούν στο έδαφος κράτους μέλους εάν αυτό δεν έχει χορηγήσει σχετική άδεια στον αποκτώντα.

[…]

2.   Πυροβόλο όπλο της κατηγορίας Β δεν μπορεί να φυλάσσεται στο έδαφος κράτους μέλους εάν αυτό δεν έχει χορηγήσει σχετική άδεια στον κάτοχό του. Αν ο κάτοχος είναι κάτοικος άλλου κράτους μέλους, το κράτος αυτό ενημερώνεται σχετικά.

[…]»

16

Το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας προβλέπει:

«1.   Η κατοχή πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Γ επιτρέπεται μόνον εφόσον ο κάτοχός του υποβάλλει σχετική δήλωση στις αρχές του κράτους όπου κατέχεται το όπλο αυτό.

[…]

3.   Αν κάποιο κράτος μέλος απαγορεύει ή υποβάλλει σε άδεια την απόκτηση και κατοχή πυροβόλου όπλου της κατηγορίας Β, Γ ή Δ, στο έδαφός του, ενημερώνει σχετικά τα άλλα κράτη μέλη, τα οποία αναγράφουν σχετική μνεία επί του [ΕΔΠΟ] που, ενδεχομένως, εκδίδουν για ένα τέτοιο όπλο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφος 2.»

17

Το άρθρο 11 της οδηγίας 91/477 έχει ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12, τα πυροβόλα όπλα μπορούν να μεταφερθούν από ένα κράτος μέλος σε άλλο μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις ακόλουθες παραγράφους. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επίσης στην περίπτωση μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατόπιν πωλήσεως δι’ αλληλογραφίας.

[…]

3.   Όσον αφορά τη μεταφορά πυροβόλων όπλων, […] κάθε κράτος μέλος μπορεί να παρέχει σε οπλοπώλες το δικαίωμα να μεταφέρουν πυροβόλα όπλα από το έδαφός του με προορισμό οπλοπώλη εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος χωρίς προηγούμενη άδεια κατά την έννοια της παραγράφου 2. Το κράτος μέλος εκδίδει προς τούτο σχετική έγκριση με τριετή μέγιστη διάρκεια ισχύος η οποία μπορεί να ανακληθεί ή να ακυρωθεί ανά πάσα στιγμή κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης. […]

[…]»

18

Κατά το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής:

«1.   Αν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 11, η κατοχή πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια ταξιδίου διά μέσου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει την άδεια των εν λόγω κρατών μελών.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν την άδεια αυτή για ένα ή περισσότερα ταξίδια, για περίοδο ενός έτους κατ’ ανώτατο όριο, με δυνατότητα ανανέωσης. Οι άδειες αυτές εγγράφονται στο [ΕΔΠΟ], το οποίο ο ταξιδιώτης οφείλει να επιδεικνύει κάθε φορά που αυτό ζητείται από τις αρχές των κρατών μελών.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι κυνηγοί, όσον αφορά τις κατηγορίες Γ και Δ, και οι σκοπευτές, όσον αφορά τις κατηγορίες Β, Γ και Δ, δύνανται να φέρουν, για το σκοπό της δραστηριότητάς τους, χωρίς προηγούμενη άδεια, ένα ή περισσότερα πυροβόλα όπλα κατά τη διάρκεια ταξιδιού μέσω δύο ή περισσότερων κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι κατέχουν [ΕΔΠΟ] στο οποίο εμφαίνονται τα συγκεκριμένα πυροβόλα όπλα και είναι σε θέση να τεκμηριώσουν τους λόγους του ταξιδιού τους, προσκομίζοντας πρόσκληση ή άλλη απόδειξη της κυνηγετικής ή σκοπευτικής δραστηριότητάς τους στο κράτος μέλος προορισμού τους.

Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν την αποδοχή του [ΕΔΠΟ] από την πληρωμή οποιουδήποτε τέλους ή επιβάρυνσης.

Ωστόσο, η παρέκκλιση αυτή δεν ισχύει για τα ταξίδια προς κράτος μέλος το οποίο, δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 3, απαγορεύει την απόκτηση και την κατοχή του εν λόγω όπλου ή την εξαρτά από προηγούμενη άδεια. Σε αυτή την περίπτωση, θα γίνεται ρητή μνεία στο [ΕΔΠΟ].

[…]»

19

Το παράρτημα I, μέρος II, σημείο A, της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνει κατάλογο αντικειμένων, τα οποία κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: «Κατηγορία A – Απαγορευμένα πυροβόλα όπλα», «Κατηγορία B – Πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια», «Κατηγορία Γ – Πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση», και «Κατηγορία Δ – Λοιπά πυροβόλα όπλα», και τα οποία πρέπει, για τον λόγο αυτό, να θεωρηθούν, κατ’ αρχήν, ως «πυροβόλα όπλα», κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας.

20

Το παράρτημα II της οδηγίας 91/477 διευκρινίζει τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το δελτίο και προσθέτει ότι το δελτίο πρέπει να κάνει μνεία για τα εξής:

«“Το δικαίωμα πραγματοποίησης ταξιδίου με το ή τα όπλα των κατηγοριών Β, Γ ή Δ που αναφέρονται στο παρόν δελτίο, προς ένα άλλο κράτος μέλος, εξαρτάται από την ή τις αντίστοιχες προηγούμενες άδειες του εν λόγω κράτους μέλους. Η [άδεια αυτή] ή οι άδειες αυτές μπορούν να σημειώνονται επί του δελτίου.

Η εν λόγω προηγούμενη άδεια δεν είναι καταρχήν απαραίτητη όταν πρόκειται για ταξίδι που έχει προορισμό το κυνήγι με όπλο της κατηγορίας Γ ή Δ ή τη σκοποβολή με όπλο των κατηγοριών Β, Γ ή Δ, εφόσον κατέχεται το δελτίο του όπλου και ο λόγος του ταξιδίου μπορεί να αποδειχθεί.”

Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος πληροφορήσει τα άλλα κράτη μέλη, κατά το άρθρο 8 παράγραφος 3, [της εν λόγω οδηγίας,] ότι η κατοχή ορισμένων πυροβόλων όπλων των κατηγοριών Β, Γ ή Δ απαγορεύεται ή υπόκειται σε άδεια, προστίθεται ένα από τα ακόλουθα κείμενα:

“Το ταξίδι στο... (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το όπλο... (προσδιορισμός του όπλου) απαγορεύεται.”

“Το ταξίδι στο... (όνομα του ή των συγκεκριμένων κρατών) με το όπλο... (προσδιορισμός του όπλου) υπόκειται σε άδεια.”»

21

Η αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2008/51 έχει ως εξής:

«Η οδηγία [91/477] θέσπισε συνοδευτικό μέτρο για την εσωτερική αγορά. Καθιερώνει ισορροπία μεταξύ, αφενός, της υποχρέωσης να εξασφαλισθεί, ως ένα βαθμό, ελευθερία κυκλοφορίας για ορισμένα πυροβόλα όπλα εντός της [Ένωσης] και, αφετέρου, της ανάγκης πλαισίωσης της εν λόγω ελευθερίας από ορισμένες εγγυήσεις ασφαλείας, προσαρμοσμένες σ’ αυτό το είδος προϊόντων.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22

Οι A. Buhagiar κ.λπ. είναι μέλη του συλλόγου σκοποβολής «Gibraltar Target Shooting Association». Στις 19 Μαΐου 2015, ο A. Buhagiar, ως πρόεδρος του εν λόγω συλλόγου, απηύθυνε επιστολή στον Υπουργό, ζητώντας τη χορήγηση ΕΔΠΟ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης.

23

Στις 2 Ιουνίου 2015, ο Υπουργός απάντησε ότι, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως τόσο της Επιτροπής όσο και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία η οδηγία 91/477 δεν έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, εφόσον αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ αποφάσισε να μην προβεί στη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη. Κατά συνέπεια, ο Υπουργός απάντησε ότι δεν μπορούσε να χορηγήσει τα ζητηθέντα ΕΔΠΟ. Οι A. Buhagiar κ.λπ. προσέφυγαν, κατόπιν της αρνήσεως αυτής, στο Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ).

24

Κατά το δικαστήριο αυτό, το δίκαιο της Ένωσης τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στο έδαφος του Γιβραλτάρ, βάσει του άρθρου 355, σημείο 3, ΣΛΕΕ, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 30 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972. Δυνάμει του άρθρου 29 της εν λόγω Πράξεως Προσχωρήσεως, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4, αυτής, το Γιβραλτάρ αποκλείεται από το κοινό τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και το Δικαστήριο έχει, συναφώς, διευκρινίσει ότι η εφαρμογή των οδηγιών που έχουν ως νομική βάση το άρθρο 114 ή το άρθρο 115 ΣΛΕΕ, και ως κύριο σκοπό την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, αποκλείεται στο έδαφος του Γιβραλτάρ.

25

Ωστόσο, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης διατείνονται, πρώτον, ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού των εξαιρέσεων που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως του 1972, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά, τα μέτρα του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων τα οποία δεν θίγουν τον σκοπό των προβλεπομένων από την Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 εξαιρέσεων πρέπει να έχουν εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τις διατάξεις της οδηγίας 91/477 που αφορούν το ΕΔΠΟ και έχουν θεσπιστεί προς όφελος των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής, δεδομένου ότι το εν λόγω έγγραφο χορηγείται αποκλειστικώς και μόνο για ταξίδια από και προς κράτη μέλη, με σκοπό τη συμμετοχή των προσώπων αυτών σε αθλητικές διοργανώσεις. Η χορήγηση του ΕΔΠΟ δεν έχει σχέση με εμπορικές συναλλαγές με αντικείμενο τα συγκεκριμένα εμπορεύματα, δηλαδή τα πυροβόλα όπλα.

26

Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, στη συνέχεια, ότι οι διατάξεις της οδηγίας 91/477 σχετικά με το ΕΔΠΟ αποσκοπούν στη διευκόλυνση της ελεύθερης παροχής και λήψης υπηρεσιών από τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής μεταξύ των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω διατάξεις έχουν εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, και επομένως οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να τις μεταφέρουν με πράξη του εθνικού δικαίου ισχύουσα στο εν λόγω έδαφος. Η μη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής που κατοικούν στο Γιβραλτάρ, οι οποίοι πρέπει να υποβληθούν σε πρόσθετες δαπάνες και σε διοικητικές καθυστερήσεις όταν ταξιδεύουν εντός της Ένωσης με πυροβόλα όπλα προκειμένου να συμμετάσχουν σε διοργανώσεις και διαγωνισμούς κυνηγιού ή σκοποβολής, πράγμα που συνιστά παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Τα πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπορεύματα εμπλεκόμενα σε εμπορικές συναλλαγές, αλλά πρέπει να θεωρηθούν αθλητικός εξοπλισμός απαραίτητος για τις εν λόγω διοργανώσεις και τους διαγωνισμούς.

27

Τέλος, οι A. Buhagiar κ.λπ. ισχυρίζονται ότι οι διατάξεις της οδηγίας 91/477 σχετικά με το ΕΔΠΟ αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όπως επιβεβαιώνεται από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής. Επομένως, η εν λόγω οδηγία στηρίχθηκε, εφόσον εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε εσφαλμένη νομική βάση. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 100 A, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το περιεχόμενο του οποίου αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, σε εκείνο του άρθρου 95, παράγραφος 2, ΕΚ, και σε εκείνο του άρθρου 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η νομοθετική διαδικασία των αντίστοιχων παραγράφων 1 των άρθρων αυτών δεν μπορούσε να ακολουθηθεί για την έκδοση πράξεων της Ένωσης σχετικών με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης αμφισβητούν το κύρος των διατάξεων της οδηγίας 91/477 σχετικά με το ΕΔΠΟ, αλλά και το κύρος της οδηγίας αυτής στο σύνολό της.

28

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Supreme Court of Gibraltar (Ανώτατο Δικαστήριο του Γιβραλτάρ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αν οι διατάξεις της [οδηγίας 91/477] περί [ΕΔΠΟ] αφορούν μόνον την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, είναι παρά ταύτα δυνατό να έχουν εφαρμογή στο [έδαφος του] Γιβραλτάρ, λόγω του ότι δεν αφορούν το εμπόριο ή τις εμπορικές συναλλαγές και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παρεκκλίσεων που χορηγήθηκαν στο Γιβραλτάρ βάσει της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972;

2)

Τυγχάνουν οι διατάξεις της οδηγίας [91/477] περί [ΕΔΠΟ] εφαρμογής στο [έδαφος του] Γιβραλτάρ, όσον αφορά τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής, λόγω του ότι αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών;

3)

Είναι οι διατάξεις της οδηγίας [91/477] περί [ΕΔΠΟ] ανίσχυρες όσον αφορά τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής, λόγω του ότι αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και, συνεπώς, θεσπίσθηκαν επί εσφαλμένης νομικής βάσεως;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

29

Με τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση ισχύος του αποκλεισμού του Γιβραλτάρ από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπως αυτός προκύπτει από το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4, της εν λόγω Πράξεως, και να εξετάσει, στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής, στο έδαφος του Γιβραλτάρ, των σχετικών με το ΕΔΠΟ διατάξεων της οδηγίας 91/477, στο μέτρο που αυτές αφορούν τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής.

30

Εισαγωγικά, πρέπει, πρώτον, να διευκρινιστεί, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης, δηλαδή την απόρριψη της αιτήσεως που υπέβαλαν οι A. Buhagiar κ.λπ. περί εκδόσεως ΕΔΠΟ το οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν στο πλαίσιο της απλοποιημένης διαδικασίας μεταφοράς πυροβόλων όπλων μεταξύ των κρατών μελών από κυνηγούς και αθλητές σκοποβολής, ότι η διάταξη της οδηγίας 91/477 η οποία έπρεπε, κατ’ αυτούς, να έχει μεταφερθεί στην εθνική έννομη τάξη του Γιβραλτάρ είναι η διάταξη που αφορά τη χρήση του ΕΔΠΟ σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δηλαδή το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II. Οι δύο τελευταίες διατάξεις ορίζουν, αντιστοίχως, την έννοια του εν λόγω ΕΔΠΟ και το περιεχόμενό του.

31

Δεύτερον, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης έχει, κατ’ αρχήν, εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ δυνάμει του άρθρου 355, σημείο 3, ΣΛΕΕ, ωστόσο η εφαρμογή ορισμένων πράξεων της Ένωσης στο έδαφος αυτό αποκλείεται, σύμφωνα με την Πράξη Προσχωρήσεως του 1972, λόγω της ειδικής νομικής καταστάσεως του Γιβραλτάρ και, κυρίως, του καθεστώτος του ως ελεύθερου λιμένα (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑349/03, EU:C:2005:488, σκέψη 41, και της 13ης Ιουνίου 2017, The Γιβραλτάρ Betting and Gaming Association, C‑591/15, EU:C:2017:449, σκέψεις 29 και 30).

32

Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στη σκέψη 59 της αποφάσεως της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489), ο αποκλεισμός του Γιβραλτάρ από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημα I, μέρος I, σημείο 4, της Πράξεως αυτής, συνεπάγεται ότι δεν τυγχάνουν επ’ αυτού εφαρμογής ούτε οι κανόνες της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ούτε οι κανόνες του παραγώγου δικαίου της Ένωσης που αποσκοπούν, ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, στο να διασφαλίσουν την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, σύμφωνα με τα άρθρα 94 και 95 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρα 114 και 115 ΣΛΕΕ.

33

Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίσθηκε από το γεγονός ότι οι επίμαχες οδηγίες στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, οι οποίες αποσκοπούσαν κυρίως στην κατάργηση των εμποδίων στο εμπόριο και στηρίζονταν στα εν λόγω άρθρα 94 και 95, περιελάμβαναν διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος, τομέα στον οποίο οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης έχουν, κατ’ αρχήν, εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ (βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψεις 61 και 62).

34

Το Δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι, βεβαίως, η μη εφαρμογή, στο έδαφος του Γιβραλτάρ, των οδηγιών αυτών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη συνοχή άλλων πολιτικών της Ένωσης όταν οι εν λόγω οδηγίες επιδιώκουν επίσης, αλλά επικουρικώς, σκοπούς που συνδέονται με τις άλλες αυτές πολιτικές, όπως η πολιτική της προστασίας του περιβάλλοντος. Πάντως, η ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου δεν μπορεί να οδηγήσει στην επέκταση του εδαφικού πεδίου εφαρμογής των οδηγιών αυτών, οι οποίες επιδιώκουν, κυρίως, σκοπούς συνδεόμενους με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, πέραν των ορίων που επιβάλλονται με τις Συνθήκες και την Πράξη Προσχωρήσεως του 1972 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψη 63).

35

Από τα ανωτέρω προκύπτει, αφενός, ότι, όταν μια πράξη της Ένωσης αποσκοπεί, κυρίως, στη διασφάλιση της προσέγγισης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 114 και 115 ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, ακόμη και αν η πράξη αυτή επιδιώκει, επικουρικώς, έναν ή περισσότερους σκοπούς που συνδέονται με άλλες πολιτικές της Ένωσης.

36

Αφετέρου, αντίθετα προς όσα φαίνεται να υποστηρίζουν οι A. Buhagiar κ.λπ. και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 54 και 55 των προτάσεών του, η εξέταση του κύριου σκοπού πράξεως της Ένωσης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό του αν η πράξη αυτή έχει εφαρμογή σε έδαφος που αποκλείεται από το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα.

37

Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να εξεταστούν ακριβώς υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών.

38

Με τα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, μέρος I, σημείο 4, έχει την έννοια ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, έχει εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, με την αιτιολογία είτε ότι αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, είτε ότι, μολονότι αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δεν άπτεται ούτε του εμπορίου ούτε των σχετικών με πυροβόλα όπλα εμπορικών συναλλαγών.

39

Εάν το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιδιώκει τον σκοπό της διευκόλυνσης της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, το εν λόγω δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κύρος της εν λόγω διατάξεως ή ακόμη και της οδηγίας 91/477 στο σύνολό της, λόγω εσφαλμένης επιλογής νομικής βάσεως στον βαθμό που η οδηγία στηρίζεται στο άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, μετέπειτα άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ, βάσει του οποίου εκδόθηκε η οδηγία 2008/51 που τροποποιεί την οδηγία 91/477, και νυν άρθρο 114, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ενώ το άρθρο 100 A, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, μετέπειτα άρθρο 95, παράγραφος 2, ΕΚ και νυν άρθρο 114, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αποκλείει τη θέσπιση, βάσει της παραγράφου 1 των εν λόγω άρθρων, διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

40

Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα του κατά πόσον το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ καθόσον αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, πρέπει να εξεταστεί ο κύριος σκοπός της οδηγίας αυτής, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως.

41

Εξάλλου, στον βαθμό που το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς την επιλογή της νομικής βάσεως στην οποία στηρίζεται η οδηγία 91/477, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσεως πράξεως της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως. Αν από την εξέταση της συγκεκριμένης πράξεως αποδεικνύεται ότι αυτή επιδιώκει διττό σκοπό ή ότι απαρτίζεται από δύο συνιστώσες, και ότι εξ αυτών ο πρώτος σκοπός ή η πρώτη συνιστώσα έχει κύριο ή προεξάρχοντα χαρακτήρα, ενώ ο δεύτερος σκοπός ή η δεύτερη συνιστώσα έχει απλώς παρεπόμενο χαρακτήρα, τότε η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνο νομική βάση, ήτοι εκείνη που απαιτεί ο κύριος ή προεξάρχων σκοπός ή η κύρια ή προεξάρχουσα συνιστώσα (απόφαση της 6ης Μαΐου 2014, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑43/12, EU:C:2014:298, σκέψεις 29 και 30 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

42

Επομένως, για να δοθεί λυσιτελής απάντηση στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, πρέπει να προσδιοριστεί ο κύριος σκοπός της οδηγίας 91/477 και να εξεταστεί το περιεχόμενό της.

43

Όσον αφορά τον σκοπό της οδηγίας αυτής, από τη δεύτερη έως τέταρτη αιτιολογική σκέψη της προκύπτει ότι η οδηγία θεσπίσθηκε με σκοπό τη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς και ότι, στο πλαίσιο αυτό, η κατάργηση των ελέγχων ασφαλείας των μεταφερόμενων αντικειμένων και των προσώπων προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, την προσέγγιση των νομοθεσιών μέσω αποτελεσματικής ρύθμισης για τα πυροβόλα όπλα, με σκοπό την καθιέρωση ελέγχου, στο εσωτερικό των κρατών μελών, της απόκτησης, της κατοχής και της μεταφοράς τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman, C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψεις 42 και 43). Μια τέτοια ρύθμιση, εν μέρει εναρμονισμένη, θα δημιουργούσε, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, μεγαλύτερη αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της προστασίας της ασφάλειας των προσώπων.

44

Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, η μετακίνηση από το ένα κράτος μέλος σε άλλο με όπλα έπρεπε να απαγορευθεί και εξαιρέσεις από την αρχή αυτή μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές μόνον εάν υφίστατο διαδικασία που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να πληροφορούνται το γεγονός της εισαγωγής ενός πυροβόλου όπλου στο έδαφός τους. Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι πρέπει ωστόσο να θεσπιστούν ελαστικότεροι κανόνες για το κυνήγι και τον αθλητισμό, προκειμένου να μην εμποδιστεί πέραν του αναγκαίου βαθμού η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.

45

Όσον αφορά το περιεχόμενο της οδηγίας 91/477, παρατηρείται ότι το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιό της 1 σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της, δίδει τον ορισμό ορισμένων εννοιών που χρησιμοποιούνται στην οδηγία, όπως του «πυροβόλου όπλου» και του «οπλοπώλη», καθώς και του «ΕΔΠΟ», το οποίο στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται, κατ’ ουσίαν, ως έγγραφο που χορηγείται από τις αρχές ενός κράτους μέλους σε πρόσωπο, μετά από αίτησή του, το οποίο καθίσταται νόμιμος κάτοχος και χρήστης πυροβόλου όπλου. Στην παράγραφο αυτή διευκρινίζεται ακόμη ότι το ΕΔΠΟ είναι προσωπικό έγγραφο επί του οποίου αναγράφονται το ή τα πυροβόλα όπλα που κατέχει και χρησιμοποιεί ο κάτοχός του και το οποίο πρέπει να έχει πάντοτε στην κατοχή του το πρόσωπο που χρησιμοποιεί το πυροβόλο όπλο, το δε περιεχόμενο του εγγράφου αυτού διευκρινίζεται αναλυτικότερα στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας.

46

Το κεφάλαιο 2 της οδηγίας 91/477, με τίτλο «Εναρμόνιση των νομοθεσιών των σχετικών με τα πυροβόλα όπλα», περιλαμβάνει διατάξεις που προβλέπουν την εναρμόνιση των νομοθεσιών σχετικά με την κατοχή και την απόκτηση των πυροβόλων όπλων.

47

Στο κεφάλαιο 3, με τίτλο «Διατυπώσεις που απαιτούνται για την κυκλοφορία των όπλων στην [Ένωση]», η οδηγία 91/477 προβλέπει την αρχή της απαγορεύσεως της μεταφοράς των πυροβόλων όπλων από ένα κράτος μέλος σε άλλο, εκτός εάν ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 11 της οδηγίας, που προβλέπει τη χορήγηση προηγούμενης άδειας, από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα όπλα, για τη σχεδιαζόμενη μεταφορά, κατόπιν εξετάσεως από το κράτος μέλος αυτό των συνθηκών ασφαλείας της εν λόγω μεταφοράς. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι, αν δεν ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 11, η κατοχή πυροβόλου όπλου κατά τη διάρκεια ταξιδιού διά μέσου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών επιτρέπεται μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει την άδεια των εν λόγω κρατών μελών και η άδεια αυτή έχει εγγραφεί στο ΕΔΠΟ.

48

Το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, οι κυνηγοί, για τις κατηγορίες Γ και Δ, και οι σκοπευτές, για τις κατηγορίες Β, Γ και Δ πυροβόλων όπλων, μπορούν να φέρουν, χωρίς προηγούμενη άδεια, ένα ή περισσότερα όπλα των κατηγοριών αυτών, κατά τη διάρκεια ταξιδιού διά μέσου δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, προκειμένου να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους, υπό την προϋπόθεση ότι θα φέρουν ΕΔΠΟ για το συγκεκριμένο όπλο ή όπλα και ότι θα είναι σε θέση να αποδείξουν τον λόγο του ταξιδιού τους.

49

Από τα στοιχεία αυτά της οδηγίας 91/477 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία θεσπίσθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2008/51, ως «συνοδευτικό μέτρο για την εσωτερική αγορά» το οποίο, εξασφαλίζοντας ένα υψηλό επίπεδο ασφάλειας για τους Ευρωπαίους πολίτες, συμβάλλει στη δημιουργία των συνθηκών για την κατάργηση των συνοριακών ελέγχων μεταξύ των κρατών μελών με την εφαρμογή ενός ελάχιστου εναρμονισμένου πλαισίου σχετικά με την απόκτηση και την κατοχή πυροβόλων όπλων για μη στρατιωτική χρήση, καθώς και σχετικά με τη μεταφορά τους μεταξύ κρατών μελών.

50

Όπως προκύπτει ειδικότερα από το περιεχόμενό της, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι, αφενός, η προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η απόκτηση και η κατοχή πυροβόλων όπλων, με την ταυτόχρονη πρόβλεψη, για λόγους δημόσιας ασφάλειας, ότι η απόκτηση ορισμένων ειδών πυροβόλων όπλων πρέπει να απαγορεύεται.

51

Αφετέρου, η οδηγία αυτή περιλαμβάνει κανόνες που αποσκοπούν στην εναρμόνιση των διοικητικών μέτρων των κρατών μελών σχετικά με την κυκλοφορία των πυροβόλων όπλων για μη στρατιωτική χρήση, έχοντας ως βασική αρχή, πάντοτε ενόψει της εξασφαλίσεως ενός υψηλού επιπέδου δημόσιας ασφάλειας, ότι η κυκλοφορία των όπλων απαγορεύεται, εκτός αν ακολουθηθούν οι διαδικασίες που προβλέπονται προς τούτο από την εν λόγω οδηγία.

52

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η οδηγία 91/477 αποτελεί μέτρο το οποίο σκοπό έχει να εξασφαλίσει, σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δηλαδή των πυροβόλων όπλων για μη στρατιωτική χρήση, την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οριοθετώντας ταυτόχρονα την ελευθερία αυτή με εγγυήσεις ασφαλείας προσαρμοσμένες στη φύση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων.

53

Η διαπίστωση αυτή δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα των προσφευγόντων της κύριας δίκης, κατά τα οποία το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, αποσκοπεί στη διευκόλυνση είτε της ελεύθερης παροχής και λήψης υπηρεσιών από τους κυνηγούς και τους αθλητές σκοποβολής είτε της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.

54

Συναφώς, παρατηρείται ότι, λόγω του κινδύνου που ενέχουν τα πυροβόλα όπλα για την ασφάλεια των προσώπων, η ελεύθερη κυκλοφορία τους μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω αυστηρής οριοθέτησης των προϋποθέσεων μεταφοράς τους μεταξύ των κρατών μελών, στις οποίες περιλαμβάνεται η αρχή της προηγούμενης άδειας που χορηγείται από τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η μεταφορά των εμπορευμάτων αυτών.

55

Όμως, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε ορισμένες μεταφορές πυροβόλων όπλων να μην αποτελούν οπωσδήποτε αντικείμενο μιας τέτοιας άδειας, εφόσον αποδεικνύεται ότι ενέχουν μικρότερο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Στις μεταφορές αυτές περιλαμβάνονται οι μεταφορές του άρθρου 11, παράγραφος 3, της οδηγίας 91/477, οι οποίες διενεργούνται από ορισμένους οπλοπώλες. Η υπαγωγή στο ευνοϊκό αυτό καθεστώς εξαρτάται από τη χορήγηση ειδικής εγκρίσεως, η οποία προστίθεται στους αυστηρούς ελέγχους της δραστηριότητάς τους που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής. Ομοίως, οι μεταφορές του άρθρου 12, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας πραγματοποιούνται από κυνηγούς και αθλητές σκοποβολής, δηλαδή μια κατηγορία κατόχων πυροβόλων όπλων οι οποίοι θεωρούνται, λόγω των αντίστοιχων δραστηριοτήτων τους, ότι έχουν θεμιτούς λόγους που ελέγχονται εύκολα, ιδίως μέσω του ΕΔΠΟ το οποίο πρέπει να φέρουν υποχρεωτικά, να προβούν σε μεταφορά πυροβόλων όπλων.

56

Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές περί δημόσιας ασφάλειας, ελαστικότερες προϋποθέσεις όσον αφορά τις μεταφορές πυροβόλων όπλων που προορίζονται για το κυνήγι και τις αθλητικές διοργανώσεις, στον βαθμό που, όπως προκύπτει από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/477, το εναρμονισμένο πλαίσιο που θεσπίζει η οδηγία αυτή ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην άσκηση άλλων θεμελιωδών ελευθεριών από πρόσωπα που προτίθενται να μεταφέρουν τα πυροβόλα όπλα τους για θεμιτούς σκοπούς.

57

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι σκοπός του ΕΔΠΟ είναι να καταστήσει δυνατή την ελεύθερη κυκλοφορία των κυνηγών και των αθλητών σκοποβολής, οι οποίοι ταξιδεύουν κατέχοντας τα όπλα τους, από ένα κράτος μέλος σε άλλο, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, αποσκοπεί κυρίως στη διευκόλυνση της κυκλοφορίας των όπλων που προορίζονται για χρήση που αφορά το κυνήγι ή για αθλητικές δραστηριότητες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Zeman, C‑543/12, EU:C:2014:2143, σκέψεις 39, 52 και 57).

58

Επομένως, μολονότι μια απλουστευμένη διαδικασία μεταφοράς πυροβόλων όπλων, όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, στην οποία είναι απαραίτητο το ΕΔΠΟ, μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στον τομέα του κυνηγιού και της σκοποβολής, εντούτοις δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω διάταξη εντάσσεται στον κύριο σκοπό της οδηγίας αυτής, ο οποίος δεν συνίσταται στη διευκόλυνση των ελευθεριών αυτών, αλλά στην οριοθέτηση της απόκτησης και της κατοχής πυροβόλων όπλων για μη στρατιωτική χρήση, καθώς και στην ελεύθερη κυκλοφορία των όπλων αυτών εντός της Ένωσης.

59

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ με το αιτιολογικό ότι η διάταξη αυτή δεν αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

60

Ομοίως, από την ανάλυση της οδηγίας αυτής, προκειμένου, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, να προσδιοριστεί ο κύριος σκοπός της και να εξεταστεί το περιεχόμενό της, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος της λόγω της επιλογής του νομοθέτη της Ένωσης να βασίσει την εν λόγω οδηγία στο άρθρο 100 A, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, και, όσον αφορά την οδηγία 2008/51, στο άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ.

61

Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ εφόσον, μολονότι αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δεν άπτεται ούτε του εμπορίου ούτε των σχετικών με πυροβόλα όπλα εμπορικών συναλλαγών, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί, βεβαίως, βάσιμη την παραδοχή ότι ο αποκλεισμός του Γιβραλτάρ που προβλέπεται στο άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, μέρος I, σημείο 4, συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, ότι οι πράξεις της Ένωσης που αποσκοπούν, κυρίως, στο να διασφαλίσουν, ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, την προσέγγιση των διατάξεων των κρατών μελών δεν έχουν εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, σύμφωνα με την απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489).

62

Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει για το πώς πρέπει να αξιολογηθούν τα επιχειρήματα των προσφευγόντων της κύριας δίκης, κατά τα οποία η γενική αρχή της στενής ερμηνείας των εξαιρέσεων καθιστά διατάξεις όπως το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, εφαρμοστέες στο έδαφος αυτό, με το αιτιολογικό ότι δεν αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε εμπορικό πλαίσιο και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν σε κατηγορία μέτρων σχετικών με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων η οποία δεν θίγει τα συμφέροντα που εκτίθενται στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, στη διαφύλαξη των οποίων αποσκοπεί ο εν λόγω αποκλεισμός.

63

Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 355, σημείο 3, ΣΛΕΕ, κατά τον οποίο το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή στο Γιβραλτάρ, η οποία πρέπει, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στις σκέψεις 43 και 51 της αποφάσεως της 21ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑349/03, EU:C:2005:488), να ερμηνεύεται στενά, υπό την έννοια ότι η έκταση ισχύος της περιορίζεται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων τα οποία επιτρέπει στο Γιβραλτάρ να διασφαλίζει.

64

Όμως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η τελευταία αυτή απόφαση, το Δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφανθεί ως προς το καθεστώς πράξεων της Ένωσης που εμπίπτουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε σχέση με την εν λόγω εξαίρεση, αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑30/01, EU:C:2003:489).

65

Κατά συνέπεια, η ανάγκη, η οποία υπενθυμίζεται στη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως, στενής ερμηνείας του άρθρου 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 δεν σημαίνει ότι υφίστανται διατάξεις της Ένωσης οι οποίες, έστω και εάν εντάσσονται στον κύριο σκοπό πράξεως που αποσκοπεί να διασφαλίσει ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων την εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών, μπορούν να έχουν εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, όπως φαίνεται να υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης.

66

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο II του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η τελωνειακή ένωση εκτείνεται στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών. Η ένωση αυτή προϋποθέτει οπωσδήποτε την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και, γενικότερα, εντός της τελωνειακής ενώσεως (απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑30/01, EU:C:2003:489, σκέψη 53).

67

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως «εμπορεύματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει να νοούνται τα δυνάμενα να αποτιμηθούν σε χρήμα προϊόντα που είναι ικανά να αποτελέσουν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών. Οι διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, ανεξάρτητα από το αν τα κρίσιμα εμπορεύματα μεταφέρονται εκτός των εθνικών συνόρων με σκοπό την πώληση ή τη μεταπώληση ή για προσωπική χρήση ή κατανάλωση (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1989, Schumacher, 215/87, EU:C:1989:111, σκέψη 22, καθώς και της 3ης Δεκεμβρίου 2015, Pfotenhilfe-Ungarn, C‑301/14, EU:C:2015:793, σκέψη 47).

68

Επομένως, στον βαθμό που το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης έχει κατ’ αρχήν το ίδιο πεδίο εφαρμογής με τις Συνθήκες (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑132/14 έως C‑136/14, EU:C:2015:813, σκέψη 77) και στον βαθμό που η στενή ερμηνεία του αποκλεισμού του Γιβραλτάρ από το κοινό τελωνειακό έδαφος της Ένωσης δεν μπορεί, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα έθιγε την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, να δικαιολογήσει ερμηνεία κατά την οποία η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχει, στις σχέσεις με το Γιβραλτάρ, έκταση ισχύος πιο περιορισμένη από εκείνη που προκύπτει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, οι διατάξεις της οδηγίας 91/477 σχετικά με τη μεταφορά των πυροβόλων όπλων για μη στρατιωτική χρήση πρέπει να θεωρηθούν ως εμπίπτουσες στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως του αν οι μεταφορές αυτές πραγματοποιούνται σε εμπορικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που πραγματοποιούνται μέσω οπλοπωλών ή στο πλαίσιο πωλήσεως δι’ αλληλογραφίας, ή εκτός ενός τέτοιου πλαισίου, δηλαδή από ιδιώτες, ιδίως από κυνηγούς ή αθλητές σκοποβολής προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο των αντίστοιχων δραστηριοτήτων τους.

69

Κατά συνέπεια, το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, δεν έχει εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ, μολονότι η διάταξη αυτή του δικαίου της Ένωσης δεν αφορά ούτε το εμπόριο ούτε τις σχετικές με πυροβόλα όπλα εμπορικές συναλλαγές.

70

Περαιτέρω, αντίθετα προς όσα προβάλλουν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης με τις γραπτές παρατηρήσεις τους, η δυνατότητα εφαρμογής των πράξεων της Ένωσης για την εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο έδαφος του Γιβραλτάρ δεν μπορεί να εξαρτάται από τους λόγους για τη μεταφορά των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Αν όντως ίσχυε αυτό, θα δημιουργούσε, όπως επισήμαναν η Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 73 των προτάσεών του, κατάσταση ανασφάλειας δικαίου ως προς τον καθορισμό των κανόνων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που ισχύουν στο έδαφος του Γιβραλτάρ, πράγμα που θα μπορούσε επίσης να θίξει τα συμφέροντα στην προστασία των οποίων αποσκοπεί το καθεστώς που έχει αναγνωριστεί στο Γιβραλτάρ με την πράξη Προσχωρήσεως του 1972.

71

Επιπλέον, από τα προεκτεθέντα προκύπτει, αφενός, ότι η εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477 δεν μπορεί να εξεταστεί εκτός του μερικώς εναρμονισμένου νομοθετικού πλαισίου σχετικά με τους ελέγχους της απόκτησης και κατοχής πυροβόλων όπλων, το οποίο θεσπίζει η εν λόγω οδηγία.

72

Αφετέρου, η μεταφορά, στο έδαφος του Γιβραλτάρ, των διατάξεων της οδηγίας 91/477 που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και αξιόπιστης λειτουργίας του ΕΔΠΟ στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας και η επίτευξη του σκοπού της εξασφαλίσεως υψηλού επιπέδου ασφάλειας των προσώπων απαιτεί τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη σημαντικού αριθμού διατάξεων της εν λόγω οδηγίας, πράγμα που θα επέκτεινε αδικαιολόγητα το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

73

Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 29 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, μέρος I, σημείο 4, έχει την έννοια ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, δεν έχει εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ. Από την εξέταση των ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος της οδηγίας αυτής.

Επί των δικαστικών εξόδων

74

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 29 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και περί των προσαρμογών των Συνθηκών, σε συνδυασμό με το παράρτημά της I, μέρος I, σημείο 4, έχει την έννοια ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2008/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, σε συνδυασμό με το άρθρο της 1, παράγραφος 4, και το παράρτημά της II, δεν έχει εφαρμογή στο έδαφος του Γιβραλτάρ.

 

2)

Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να θίγει το κύρος της οδηγίας 91/477, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 2008/51.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.