ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 19ης Δεκεμβρίου 2018 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Δικαίωμα του δημιουργού και συγγενικά δικαιώματα – Οδηγία 2001/29/ΕΚ – Άρθρο 4, παράγραφος 1 – Δικαίωμα διανομής – Παραποίηση/απομίμηση σήματος – Εμπορεύματα φέροντα σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού, τα οποία προορίζονται για πώληση – Αποθήκευση για εμπορικούς σκοπούς – Αποθήκη σε διαφορετικό χώρο από τον τόπο πωλήσεως»

Στην υπόθεση C‑572/17,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Högsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο, Σουηδία) με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Σεπτεμβρίου 2017, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης κατά

Imran Syed,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο του εβδόμου τμήματος, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος, K. Jürimäe (εισηγήτρια), Κ. Λυκούργο, E. Juhász και C. Vajda, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Campos Sánchez-Bordona

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

o Riksåklagaren, εκπροσωπούμενος από τις M. Hedström και K. Skarp,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την J. Samnadda και τον K. Simonsson,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2018,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κίνησε ο riksåklagaren (εισαγγελέας του Βασιλείου, Σουηδία) κατά του Imran Syed για παραποίηση/απομίμηση σημάτων και προσβολή του δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

3

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) συνήψε στη Γενεύη, στις 20 Δεκεμβρίου 1996, τη Συνθήκη του ΠΟΔΙ για την πνευματική ιδιοκτησία (στο εξής: ΣΠΙ) η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ 2000, L 89, σ. 6), και τέθηκε σε ισχύ, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις 14 Μαρτίου 2010 (ΕΕ 2010, L 32, σ. 1).

4

Το άρθρο 6 της ΣΠΙ, με τίτλο «Δικαίωμα διανομής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν τη διάθεση στο κοινό του πρωτοτύπου και των αντιτύπων των έργων τους μέσω πώλησης ή άλλης μεταβίβασης της κυριότητας.»

Το δίκαιο της Ένωσης

5

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Δικαίωμα εξόδου», ορίζει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πώλησης ή άλλως.»

Το σουηδικό δίκαιο

6

Ο lag (1960:729) om upphovsrätt till litterära och konstnärliga verk [νόμος (1960:729) περί των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων] μεταφέρει την οδηγία 2001/29 στο σουηδικό δίκαιο.

7

Το άρθρο 53 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Σε όποιον από πρόθεση ή από βαριά αμέλεια λαμβάνει μέτρα σχετικά με λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο τα οποία συνιστούν προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού που ένα πρόσωπο έχει επί του έργου αυτού σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 ή το κεφάλαιο 2 του εν λόγω νόμου ή παράβαση διατάξεως προβλεπόμενης στο άρθρο 41, δεύτερο εδάφιο, ή στο άρθρο 50, επιβάλλεται πρόστιμο ή ποινή φυλακίσεως έως δύο ετών.»

8

Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η εκμετάλλευση του έργου μέσω της διαθέσεώς του στο κοινό χωρίς τη συναίνεση του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού. Το τρίτο εδάφιο, σημείο 4, του άρθρου αυτού διευκρινίζει ότι το έργο διατίθεται στο κοινό, μεταξύ άλλων, όταν αντίγραφά του προσφέρονται προς πώληση, μίσθωση ή δανεισμό ή διανέμονται στο κοινό με κάθε άλλο μέσο.

9

Ο εν λόγω νόμος δεν απαγορεύει ρητώς την αποθήκευση προστατευόμενων εμπορευμάτων με σκοπό την πώλησή τους.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

10

Ο Ι. Syed εκμεταλλευόταν κατάστημα λιανικής πωλήσεως στη Στοκχόλμη (Σουηδία), στο οποίο πωλούσε ενδύματα και εξαρτήματα που έφεραν σχέδια εμπνευσμένα από τη ροκ μουσική. Εκτός από τα εμπορεύματα που διετίθεντο προς πώληση στο κατάστημα, ο Ι. Syed αποθήκευε τέτοια εμπορεύματα σε αποθήκη που επικοινωνούσε με το κατάστημα καθώς και σε άλλη αποθήκη στο Bandhagen (Σουηδία), προάστιο του Δήμου της Στοκχόλμης. Δεν αμφισβητείται ότι το κατάστημα του Ι. Syed προμηθευόταν τακτικά εμπορεύματα από τις αποθήκες αυτές.

11

Διαπιστώθηκε ότι η πώληση πολλών από τα εμπορεύματα αυτά προσέβαλε σήματα και δικαιώματα του δημιουργού. Κατά του Ι. Syed κινήθηκε ποινική δίωξη για παραποίηση/απομίμηση σήματος και παράβαση του νόμου (1960:729) ενώπιον του tingsrätt (πλημμελειοδικείου, Σουηδία). Κατά τον åklagaren (εισαγγελέα, Σουηδία), ο Ι. Syed προσέβαλε το δικαίωμα δημιουργού των εγκαλούντων θέτοντας παρανόμως στη διάθεση του κοινού ενδύματα και σημαίες που έφεραν σχέδια προστατευόμενα από τα εν λόγω δικαιώματα του δημιουργού. Κατά συνέπεια, ο åklagaren (εισαγγελέας) έκρινε ότι το σύνολο των εμπορευμάτων με τέτοια σχέδια που βρισκόταν στο κατάστημα και στις αποθήκες διετίθετο προς πώληση ή διανεμόταν στο κοινό και, ως εκ τούτου, ότι οι πράξεις αυτές συνιστούσαν παράβαση του νόμου (1960:729).

12

Το tingsrätt (πλημμελειοδικείο) έκρινε τον Ι. Syed ένοχο για παραποίηση/απομίμηση σήματος όσον αφορά το σύνολο των απογραφέντων εμπορευμάτων. Το δικαστήριο αυτό τον καταδίκασε επίσης για παράβαση του νόμου (1960:729) όσον αφορά τα εμπορεύματα που έφεραν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού και βρίσκονταν στο κατάστημα το οποίο εκμεταλλευόταν, καθώς και για τα εμπορεύματα που ήσαν αποθηκευμένα στις δύο επίμαχες αποθήκες, κατά το μέρος που ήταν πανομοιότυπα με εκείνα που πωλούνταν στο κατάστημα αυτό. Για να καταδικάσει τον Ι. Syed και για τα τελευταία αυτά εμπορεύματα, το tingsrätt (πλημμελειοδικείο) έκρινε ότι η έννοια της «διαθέσεως προς πώληση» εμπορευμάτων που προσβάλλουν το δικαίωμα του δημιουργού των εγκαλούντων δεν είχε εφαρμογή μόνο στα εμπορεύματα τα οποία, σε μια δεδομένη στιγμή, βρίσκονταν στο κατάστημα του Ι. Syed, αλλά κάλυπτε επίσης τα πανομοιότυπα εμπορεύματα που ήσαν αποθηκευμένα στις αποθήκες. Αντιθέτως, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα λοιπά φυλασσόμενα στις αποθήκες αυτές εμπορεύματα διετίθεντο προς πώληση. Για το σύνολο των παραβάσεων αυτών, το tingsrätt (πλημμελειοδικείο) καταδίκασε τον Ι. Syed σε στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή και πρόστιμο υπολογιζόμενο ημερησίως για 80 ημέρες.

13

Επιληφθέν κατ’ έφεση, το Svea hovrätt, Patent- och marknadsöverdomstolen (εφετείο Στοκχόλμης, τμήμα ευρεσιτεχνίας και εμπορικών διαφορών, Σουηδία) έκρινε ότι ο Ι. Syed παρέβη τον νόμο (1960:729) μόνον όσον αφορά τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στο κατάστημά του, εξαιρουμένων των εμπορευμάτων που φυλάσσονταν στις αποθήκες. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ο Ι. Syed είχε σαφώς αποθηκεύσει τα εμπορεύματα αυτά προκειμένου να τα πωλήσει. Εντούτοις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω εμπορεύματα είχαν διατεθεί προς πώληση ή διανεμηθεί στο κοινό. Ομοίως, η διαχείριση των εμπορευμάτων στις αποθήκες δεν αποτελούσε, κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απόπειρα ή προπαρασκευή παράβασης του νόμου (1960:729). Η ποινή που επιβλήθηκε στον Ι. Syed μειώθηκε, δεδομένου ότι αυτός καταδικάστηκε σε στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή και σε ημερήσιο πρόστιμο 60 ημερών.

14

Ενώπιον του Högsta domstolen (Ανώτατου Δικαστηρίου, Σουηδία), που είναι το αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση αυτή, ο Riksåklagaren (εισαγγελέας του Βασιλείου) ζήτησε την καταδίκη του Ι. Syed για τα ίδια εμπορεύματα με εκείνα που είχε λάβει υπόψη του το tingsrätt (πλημμελειοδικείο) προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση του νόμου (1960:729). Ο Riksåklagaren (εισαγγελέας του Βασιλείου) ζήτησε επίσης από το Högsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο) να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ζητώντας την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

15

Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο Ι. Syed υποστήριξε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να υπάρχει προσβολή του δικαιώματος διανομής ενός κατόχου δικαιωμάτων του δημιουργού μέσω διαθέσεως προς πώληση πρέπει να τελούνται πράξεις απευθυνόμενες προς το κοινό με σκοπό την πώληση κάθε συγκεκριμένου προϊόντος. Η αγορά και η αποθήκευση εμπορευμάτων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια ενεργητική συμπεριφορά. Αντίθετη ερμηνεία θα διεύρυνε το πεδίο της ποινικής ευθύνης κατά παραβίαση της αρχής της νομιμότητας.

16

Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ούτε ο νόμος (1960:729) ούτε η οδηγία 2001/29 απαγορεύουν ρητώς την αποθήκευση εμπορευμάτων τα οποία φέρουν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού με σκοπό τη διάθεσή τους προς πώληση. Προσθέτει ότι από την απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales κατά Labianca (C‑516/13, EU:C:2015:315), συνάγεται ότι προσβολή του κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 δικαιώματος διανομής δύναται να υπάρξει από μέτρα ή ενέργειες που προηγούνται της εκτελέσεως συμβάσεως πωλήσεως. Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα τα οποία φέρουν προστατευόμενο σχέδιο και αποθηκεύονται, από ένα άτομο, σε αποθήκες διατίθενται προς πώληση όταν το εν λόγω πρόσωπο προσφέρει προς πώληση πανομοιότυπα εμπορεύματα σε κατάστημα λιανικού εμπορίου που εκμεταλλεύεται.

17

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Högsta domstolen (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Όταν εμπορεύματα που φέρουν προστατευόμενα σχέδια προσφέρονται παρανόμως προς πώληση εντός καταστήματος, μπορεί επίσης να υπάρξει προσβολή του κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 αποκλειστικού δικαιώματος διανομής του δημιουργού, όσον αφορά εμπορεύματα που φέρουν πανομοιότυπα σχέδια και φυλάσσονται σε αποθήκη από το πρόσωπο που προσφέρει τα εμπορεύματα προς πώληση;

2)

Έχει σημασία αν τα εμπορεύματα φυλάσσονται σε αποθήκη που επικοινωνεί με το κατάστημα ή σε άλλη τοποθεσία;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

18

Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι η εκ μέρους εμπόρου αποθήκευση εμπορευμάτων που φέρουν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού στο έδαφος του κράτους μέλους αποθήκευσης μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής του κατόχου του εν λόγω δικαιώματος, κατά τη διάταξη αυτή, όταν ο έμπορος αυτός προσφέρει προς πώληση σε κατάστημα, χωρίς την άδεια του κατόχου του εν λόγω δικαιώματος του δημιουργού, εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα που αποθηκεύει χωρίς την άδεια του κατόχου αυτού. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, συναφώς, η απόσταση μεταξύ του τόπου αποθήκευσης και του τόπου πώλησης.

19

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή, μέσω πώλησης ή άλλως.

20

Υπενθυμίζεται ότι, δεδομένου ότι σκοπός της οδηγίας 2001/29 είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει η Ένωση ιδίως από τη ΣΠΙ και ότι, κατά πάγια νομολογία, τα νομοθετήματα της Ένωσης πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, ιδίως όταν σκοπός των νομοθετημάτων αυτών είναι ακριβώς η εκτέλεση διεθνών συμφωνιών που έχει συνομολογήσει η Ένωση, η έννοια του όρου «διανομή» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΣΠΙ (απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21

Επομένως, η έκφραση «διανομή […] στο κοινό […] μέσω πώλησης» του άρθρου 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει την ίδια έννοια με την έκφραση «διάθεση στο κοινό […] μέσω πώλησης» του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΣΠΙ (απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22

Λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου αυτού, το Δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα ότι η διανομή στο κοινό χαρακτηρίζεται από σειρά πράξεων που περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως και την εκτέλεσή της μέσω της παραδόσεως σε μέλος του κοινού. Επομένως, οι έμποροι φέρουν την ευθύνη για κάθε πράξη που διενήργησαν ή που διενεργήθηκε για λογαριασμό τους η οποία συνεπάγεται τη διανομή στο κοινό εντός κράτους μέλους στο οποίο τα διανεμόμενα αγαθά προστατεύονται με δικαίωμα του δημιουργού (απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23

Από τη νομολογία αυτή, και, ιδίως, από τον όρο «τουλάχιστον» που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, προκύπτει ότι δεν αποκλείεται οι πράξεις που προηγούνται της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως να εμπίπτουν επίσης στην έννοια της «διανομής» και να μπορούν να διενεργηθούν, αποκλειστικώς, από τους κατόχους του δικαιώματος του δημιουργού (απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 26).

24

Συναφώς, καίτοι η ύπαρξη διανομής στο κοινό πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένη σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως και αποστολής, το αυτό ισχύει στην περίπτωση προσφοράς προς σύναψη συμβάσεως πωλήσεως η οποία δεσμεύει τον προσφέροντα, δεδομένου ότι η προσφορά αυτή συνιστά, ως εκ της φύσεώς της, πράξη που προηγείται της πραγματοποιήσεως πωλήσεως (απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 27).

25

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, κατ’ ουσίαν, ότι μια τέτοια πράξη μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έστω και αν μετά την πράξη αυτή δεν επήλθε μεταβίβαση της κυριότητας σε αγοραστή του προστατευόμενου έργου ή του αντιγράφου του (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 32).

26

Επομένως, μπορεί να συνιστά προσβολή του δικαιώματος διανομής, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, πράξη που προηγείται της πραγματοποιήσεως πωλήσεως έργου ή αντιγράφου έργου προστατευόμενου από το δικαίωμα του δημιουργού, χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος αυτού και προκειμένου να πραγματοποιηθεί μια τέτοια πώληση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψη 28).

27

Καίτοι η πραγματοποίηση της πώλησης δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για να διαπιστωθεί προσβολή του δικαιώματος διανομής, πρέπει εντούτοις να αποδεικνύεται, για τον σκοπό αυτό, ότι τα σχετικά εμπορεύματα όντως προορίζονται να διανεμηθούν στο κοινό χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος αυτού, ιδίως μέσω της διάθεσης προς πώληση, σε κράτος μέλος όπου προστατεύεται το εν λόγω έργο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Dimensione Direct Sales και Labianca, C‑516/13, EU:C:2015:315, σκέψεις 29 και 32 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο Ι. Syed αποθήκευε τα εμπορεύματα που έφεραν σχέδια προστατευόμενα από δικαιώματα του δημιουργού και πωλούσε, χωρίς την άδεια των κατόχων των ως άνω δικαιωμάτων, πανομοιότυπα εμπορεύματα σε κατάστημα.

29

Πρέπει να καθοριστεί αν η αποθήκευση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη που προηγείται της πραγματοποιήσεως πωλήσεως, δυνάμενη να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

30

Συναφώς, παρατηρείται ότι η αποθήκευση εμπορευμάτων που φέρουν σχέδια προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια πράξη εφόσον αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα αυτά όντως προορίζονται να πωληθούν στο κοινό χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού.

31

Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο το οποίο πωλεί σε κατάστημα εμπορεύματα που φέρουν σχέδια προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος αυτού αποθηκεύει πανομοιότυπα εμπορεύματα μπορεί να συνιστά ένδειξη ότι τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται επίσης προς πώληση στο κατάστημα αυτό και, ως εκ τούτου, η αποθήκευση αυτή μπορεί να αποτελεί πράξη που προηγείται της πραγματοποιήσεως πωλήσεως, δυνάμενη να συνιστά προσβολή του δικαιώματος διανομής του ως άνω κατόχου.

32

Πάντως, μόνον από τη διαπίστωση ότι τα αποθηκευμένα εμπορεύματα και τα εμπορεύματα που πωλούνται στο κατάστημα του ενδιαφερομένου είναι πανομοιότυπα δεν συνάγεται ότι η αποθήκευση αποτελεί πράξη πραγματοποιούμενη με σκοπό την πραγματοποίηση πώλησης στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο τα εν λόγω εμπορεύματα προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού.

33

Δεν αποκλείεται ότι το σύνολο ή μέρος των αποθηκευμένων εμπορευμάτων, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν προορίζεται για πώληση στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο προστατεύεται το έργο που απεικονίζεται επί των εμπορευμάτων αυτών, μολονότι τα εν λόγω εμπορεύματα είναι πανομοιότυπα με αυτά που προσφέρονται προς πώληση στο κατάστημα του εμπόρου.

34

Στην περίπτωση αυτή όμως, μια προσέγγιση όπως η εκτεθείσα στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια ότι δεν λαμβάνεται υπόψη ο πραγματικός προορισμός των υπό εξέταση εμπορευμάτων και ότι αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο το σύνολο των αποθηκευμένων εμπορευμάτων ενώ αυτά μπορεί να έχουν, κατ’ αρχήν, διαφορετικούς προορισμούς.

35

Επομένως, μια τέτοια προσέγγιση θα κατέληγε στη διεύρυνση της προστασίας που παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής πέραν του πλαισίου που καθορίστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης.

36

Συνεπώς, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, αν το σύνολο των εμπορευμάτων που είναι πανομοιότυπα με αυτά που πωλούνταν στο επίμαχο κατάστημα, ή μόνον ένα μέρος τους, προοριζόταν να τεθεί σε εμπορία στον χώρο αυτόν.

37

Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα ακόλουθα στοιχεία.

38

Όσον αφορά τον καθορισμό του προορισμού των επίμαχων εμπορευμάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των στοιχείων που δύνανται να αποδείξουν ότι τα σχετικά εμπορεύματα είναι αποθηκευμένα με σκοπό να πωληθούν στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου τα σχέδια επί των εμπορευμάτων προστατεύονται από το δικαίωμα του δημιουργού, χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος αυτού.

39

Μολονότι, μεταξύ των στοιχείων αυτών, η απόσταση μεταξύ του τόπου αποθήκευσης και του τόπου πώλησης μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι τα σχετικά εμπορεύματα πρόκειται να πωληθούν στον εν λόγω τόπο πώλησης, η ένδειξη αυτή δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να έχει αποφασιστική σημασία. Μπορεί, αντιθέτως, να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο συγκεκριμένης αναλύσεως του συνόλου των ενδεχομένως κρίσιμων στοιχείων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο τακτικός εφοδιασμός του καταστήματος με εμπορεύματα προερχόμενα από τις επίμαχες αποθήκες, τα λογιστικά στοιχεία, ο όγκος των πωλήσεων και των παραγγελιών σε σχέση με τον όγκο των αποθηκευμένων εμπορευμάτων ή ακόμη οι εκκρεμείς συμβάσεις πώλησης.

40

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι η εκ μέρους εμπόρου αποθήκευση εμπορευμάτων που φέρουν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού στο έδαφος του κράτους μέλους αποθήκευσης μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής, όπως ορίζεται από τη διάταξη αυτή, όταν ο ως άνω έμπορος προσφέρει προς πώληση σε κατάστημα, χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα που αποθηκεύει, υπό την προϋπόθεση ότι τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται πράγματι προς πώληση στο έδαφος του κράτους μέλους όπου προστατεύεται το σχέδιο αυτό. Η απόσταση μεταξύ του τόπου αποθήκευσης και του τόπου πώλησης δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, καθοριστικό στοιχείο για να κριθεί αν τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται προς πώληση στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

Επί των δικαστικών εξόδων

41

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, έχει την έννοια ότι η εκ μέρους εμπόρου αποθήκευση εμπορευμάτων που φέρουν σχέδιο προστατευόμενο από δικαίωμα του δημιουργού στο έδαφος του κράτους μέλους αποθήκευσης μπορεί να συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος διανομής, όπως ορίζεται από τη διάταξη αυτή, όταν ο ως άνω έμπορος προσφέρει προς πώληση σε κατάστημα, χωρίς την άδεια του κατόχου του δικαιώματος του δημιουργού, εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα που αποθηκεύει, υπό την προϋπόθεση ότι τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται πράγματι προς πώληση στο έδαφος του κράτους μέλους όπου προστατεύεται το σχέδιο αυτό. Η απόσταση μεταξύ του τόπου αποθήκευσης και του τόπου πώλησης δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, καθοριστικό στοιχείο για να κριθεί αν τα αποθηκευμένα εμπορεύματα προορίζονται προς πώληση στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.