ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 20ής Απριλίου 2016 ( *1 )

«Προσφυγή ακυρώσεως — Σύμβαση περί χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης υπέρ προγράμματος με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των νόμων για την καταπολέμηση των διακρίσεων (πρόγραμμα GendeRace) — Χρεωστικό σημείωμα — Πράξη μη δεκτική προσφυγής — Πράξη εντασσόμενη σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη — Απαράδεκτο»

Στην υπόθεση T‑819/14,

Fondatsia «Mezhdunaroden tsentar za izsledvane na maltsinstvata i kulturnite vzaimodeystvia», με έδρα τη Σόφια (Βουλγαρία), εκπροσωπούμενη από τον H. Hristev, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την L. Di Paolo και τον V. Soloveytchik,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα στηριζόμενο στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση, αφενός, της πράξεως της Επιτροπής που περιέχεται στην από 22 Αυγούστου 2014 επιστολή, με την οποία γνωστοποιείται η περάτωση της διαδικασίας οικονομικού ελέγχου και η αναστολή της διαδικασίας εισπράξεως της αποζημιώσεως στο πλαίσιο συμβάσεως επιδοτήσεως προς στήριξη προγράμματος, και, αφετέρου, του συνημμένου στην επιστολή αυτή χρεωστικού σημειώματος που εξέδωσε η Επιτροπή για την ανάκτηση ποσού 34070,16 ευρώ, το οποίο είχε καταβληθεί στην προσφεύγουσα στο πλαίσιο του ιδίου αυτού προγράμματος,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, F. Dehousse και A. M. Collins (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: E. Coulon

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Συμβατικό πλαίσιο και ιστορικό της διαφοράς

1

Η προσφεύγουσα, Fondatsia «Mezhdunaroden tsentar za izsledvane na maltsinstvata i kulturnite vzaimodeystvia» (Ίδρυμα «Διεθνές Κέντρο μελετών των μειονοτήτων και των πολιτισμικών διαδράσεων»), αποτελεί μη κερδοσκοπικό ίδρυμα βουλγαρικού δικαίου, το οποίο δραστηριοποιείται στον τομέα της έρευνας.

2

Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν την απόφαση 1982/2006/ΕΚ σχετικά με το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2007-2013) (ΕΕ 2006, L 412, σ. 1). Στο πλαίσιο αυτό, συνάφθηκε η αριθ. 217237 σύμβαση επιδοτήσεως σχετικά με το πρόγραμμα GendeRace (στο εξής: σύμβαση επιδοτήσεως) μεταξύ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφενός, και κοινοπραξίας στην οποία μετείχε, μεταξύ άλλων, η προσφεύγουσα, αφετέρου. Το πρόγραμμα τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Φεβρουαρίου 2008 και ολοκληρώθηκε την 31η Ιουλίου 2010. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, η Επιτροπή κατέβαλε στην προσφεύγουσα, ως χρηματοδοτική συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνολικό ποσό ύψους 159570,78 ευρώ.

3

Με επιστολή της 26ης Μαρτίου 2013, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα ότι θα αποτελέσει το αντικείμενο οικονομικού ελέγχου σχετικά με τρία προγράμματα, μεταξύ των οποίων και το πρόγραμμα GendeRace. Ο οικονομικός έλεγχος διενεργήθηκε από τις 27 έως τις 31 Μαΐου 2013.

4

Την 31η Μαΐου 2013 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των ελεγκτών και της προσφεύγουσας. Οι πρώτοι παρουσίασαν τα πορίσματά τους, επί των οποίων η προσφεύγουσα διατύπωσε τις παρατηρήσεις της.

5

Με έγγραφο της 8ης Αυγούστου 2013, το οποίο παρέλαβε η Επιτροπή στις 13 Σεπτεμβρίου 2013 και το οποίο έφερε τον τίτλο «Παρατηρήσεις και ενστάσεις επί της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», η προσφεύγουσα διαβίβασε στην Επιτροπή σειρά εκ μέρους της επικρίσεων σχετικά με τη μεθοδολογία του οικονομικού ελέγχου και τα πορίσματα που περιέχονταν στο σχέδιο εκθέσεως οικονομικού ελέγχου.

6

Στις 28 Νοεμβρίου 2013 υποβλήθηκε στην Επιτροπή η τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου. Στο σημείο 2.1 της εκθέσεως αυτής, όσον αφορά το πρόγραμμα GendeRace, οι ελεγκτές επισήμαιναν την ανάγκη διορθώσεων ύψους 45426,88 ευρώ υπέρ της Επιτροπής.

7

Με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2013, στην οποία επισυναπτόταν η τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα την περάτωση του οικονομικού ελέγχου και τη σύμφωνη γνώμη της ως προς τα πορίσματα που διατυπώνονταν στην έκθεση αυτή.

8

Με επιστολή της 10ης Μαρτίου 2014, η προσφεύγουσα διαβίβασε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου και τις αποφάσεις που συνακόλουθα έλαβε.

9

Με επιστολή της 27ης Ιουνίου 2014, η οποία έφερε τον τίτλο «Εφαρμογή των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου BAEA210022 (B210-22) και αποζημίωση», η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου II.21 των εφαρμοστέων στη σύμβαση επιδοτήσεως γενικών όρων, θα προέβαινε, με δύο χρεωστικά σημειώματα, στην είσπραξη ποσού 34070,16 ευρώ, αφενός, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε αχρεωστήτως καταβληθεί στην προσφεύγουσα, και του ποσού των 11967,81 ευρώ, αφετέρου, ως αποζημίωση.

10

Με επιστολή της 23ης Ιουλίου 2014, την οποία παρέλαβε η Επιτροπή την 1η Αυγούστου 2014, η προσφεύγουσα επισήμανε στην Επιτροπή ότι διαφωνούσε με τα πορίσματα του οικονομικού ελέγχου και ζήτησε, μεταξύ άλλων, πληροφορίες όσον αφορά τα ένδικα βοηθήματα και εν γένει τα μέσα έννομης προστασίας προκειμένου να αμφισβητήσει την υποχρέωση καταβολής, να επιτύχει τη μείωση ή την καταβολή σε δόσεις του ποσού που αξίωνε η Επιτροπή.

11

Με επιστολή η οποία έφερε ημερομηνία της 22ας Αυγούστου 2014 και η οποία απεστάλη την 1η Σεπτεμβρίου 2014 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή κοινοποίησε στην προσφεύγουσα χρεωστικό σημείωμα για ποσό ύψους 34070,16 ευρώ (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα). Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε λάβει γνώση των αντιρρήσεων της προσφεύγουσας και ότι αυτές είχαν ήδη ληφθεί υπόψη στην τελική έκθεση οικονομικού ελέγχου. Ωστόσο, ανέστειλε την εφαρμογή της διαδικασίας εισπράξεως του ποσού που είχε ζητηθεί ως αποζημίωση μέχρι την έκδοση τελικής αποφάσεως επί του ζητήματος αυτού.

12

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, κατόπιν ειδοποιήσεως των βουλγαρικών ταχυδρομείων περί του ότι η επιστολή που είχε αποσταλεί την 1η Σεπτεμβρίου 2014 δεν είχε φτάσει στον παραλήπτη της, η Επιτροπή απέστειλε εκ νέου στην προσφεύγουσα την εν λόγω επιστολή, καθώς και το συνημμένο στην επιστολή χρεωστικό σημείωμα, ταυτοχρόνως με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και με συστημένη επιστολή (η δεύτερη με ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 2014). Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επισήμανε στην προσφεύγουσα την προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να εξοφληθεί το χρεωστικό σημείωμα και διευκρίνισε τα διαβήματα στα οποία θα μπορούσε να προβεί σε περίπτωση κατά την οποία δεν πιστωνόταν ο λογαριασμός της μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας εξοφλήσεως, περιλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτελέσεως σύμφωνα με το άρθρο 299 ΣΛΕΕ. Στις 6 Οκτωβρίου 2014, η συστημένη επιστολή περιήλθε στην προσφεύγουσα.

13

Η προσφεύγουσα απάντησε στην εν λόγω συστημένη επιστολή με επιστολή της 9ης Οκτωβρίου 2014, επισημαίνοντας, πρώτον, ότι το ίδρυμα ήταν υπό πτώχευση και ότι δεν μπορούσε να καταβάλει το ποσό που είχε ζητηθεί, δεύτερον, ότι είχε αμφισβητήσει τα πορίσματα του οικονομικού ελέγχου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ότι δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα και τα εν γένει μέσα έννομης προστασίας, τρίτον ότι θεωρούσε ότι τα δικαιώματά της είχαν θιγεί και, τέταρτον, ότι θα προσέφευγε στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης.

14

Με ηλεκτρονική επιστολή, η Επιτροπή γνωστοποίησε αυθημερόν στην προσφεύγουσα ότι η όποια αίτηση προκειμένου να καθορισθεί εκ νέου ενδεχόμενη εξόφληση σε δόσεις θα έπρεπε να αποσταλεί στον υπεύθυνο λογιστηρίου της Γενικής Διευθύνσεως Προϋπολογισμού.

15

Με επιστολή της 13ης Οκτωβρίου 2014, η προσφεύγουσα απευθύνθηκε στη Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού με αίτημα την ακύρωση της οφειλής ή την καταβολή σε δόσεις του ποσού που ζητήθηκε με το χρεωστικό σημείωμα.

16

Με επιστολή της 24ης Δεκεμβρίου 2014, η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού απήντησε στην προσφεύγουσα ότι η ακύρωση της οφειλής ήταν αδύνατη και της πρότεινε σχέδιο εξοφλήσεως του χρέους σε δόσεις, υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 89 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1).

17

Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως επιδοτήσεως ορίζει ότι η σύμβαση αυτή «διέπεται από τις [ίδιες τις] διατάξεις [της] […], από τις πράξεις της Κοινότητας σχετικά με το [έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο], τον δημοσιονομικό κανονισμό που έχει εφαρμογή στον κοινοτικό προϋπολογισμό, τους όρους εφαρμογής του και άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, επικουρικώς, […] από το βελγικό δίκαιο». Εξάλλου, βάσει του τρίτου εδαφίου του ιδίου άρθρου, το Γενικό Δικαστήριο και, σε περίπτωση αναιρέσεως, το Δικαστήριο έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για την επίλυση κάθε διαφοράς μεταξύ της Ένωσης, αφενός, και των μελών της κοινοπραξίας, αφετέρου, σχετικά με το κύρος, την εφαρμογή ή την ερμηνεία της συμβάσεως επιδοτήσεως.

18

Κατά τη μόνη αιτιολογική σκέψη της συμβάσεως επιδοτήσεως, οι γενικοί όροι της συμβάσεως αυτής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Το άρθρο II.21 των όρων αυτών φέρει τον τίτλο «Εξόφληση και είσπραξη». Κατά την παράγραφό του 1, δεύτερο εδάφιο, «[σ]ε περίπτωση κατά την οποία ποσό που οφείλεται στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση πρέπει να επιστραφεί μετά τη λύση ή την ολοκλήρωση της εκτελέσεως συμβάσεως επιδοτήσεως συναφθείσας βάσει του [εβδόμου προγράμματος πλαισίου], η Επιτροπή ζητεί την εξόφληση του ποσού αποστέλλοντας ένταλμα εισπράξεως στη διεύθυνση οικείου δικαιούχου» και ότι, «[ε]φόσον η πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, τα ποσά που οφείλονται στην [Ευρωπαϊκή] Ένωση μπορούν να ανακτηθούν συμψηφιζόμενα με τα ποσά τα οποία οφείλει η [Ευρωπαϊκή] Ένωση στον οικείο δικαιούχο». Η παράγραφος 5 της ιδίας διατάξεως προβλέπει ότι, «[ε]άν η υποχρέωση καταβολής δεν έχει εκπληρωθεί εντός της προθεσμίας που καθόρισε η Επιτροπή, το οφειλόμενο ποσό προσαυξάνεται με τόκους υπολογιζόμενους βάσει του επιτοκίου που ορίζεται στο [άρθρο] II.5».

19

Το μέρος 3 του Μέρους 2 των γενικών όρων, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα II.22 έως II.25, φέρει τον τίτλο «Έλεγχοι και κυρώσεις» και αφορά τις δημοσιονομικές διατάξεις και τους ελέγχους, τους οικονομικούς ελέγχους, τις επιστροφές ποσών και τις κυρώσεις. Το άρθρο II.22, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «ανά πάσα στιγμή, κατά τον χρόνο υλοποιήσεως του προγράμματος και μέχρι πέντε έτη μετά το τέλος του [προγράμματος], η Επιτροπή δύναται να προβεί σε οικονομικούς ελέγχους, διενεργούμενους είτε από εξωτερικούς ελεγκτές είτε από τις ίδιες τις υπηρεσίες της Επιτροπής, περιλαμβανομένης της OLAF […] Οι οικονομικοί έλεγχου αυτοί είναι δυνατό να αφορούν ζητήματα χρηματοοικονομικά, συστημικά ή άλλα (όπως τις αρχές της λογιστικής και της διαχειρίσεως) σχετικά με την προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως επιδοτήσεως».

20

Κατά την παράγραφο 6 της ιδίας διατάξεως, «βάσει των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου, η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα τα οποία θεωρεί αναγκαία, περιλαμβανομένης της εκδόσεως ενταλμάτων εισπράξεως για το σύνολο ή μέρος των πληρωμών που πραγματοποίησε, για την επιβολή όλων των εφαρμοστέων κυρώσεων».

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

21

Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2014, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

22

Στις 14 Απριλίου 2015, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημά της αντικρούσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου.

23

Το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου και στις 17 Ιουλίου 2015, αντιστοίχως.

24

Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) έθεσε γραπτές ερωτήσεις στους διαδίκους, οι οποίοι απήντησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

25

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και το χρεωστικό σημείωμα·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και, επικουρικώς, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής, να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991.

26

Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη·

να απορρίψει το αίτημα της προσφεύγουσας το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

27

Κατά πάγια νομολογία, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού προσφυγής αποτελούν κανόνες δημοσίας τάξεως, τα δε δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης πρέπει να τις εξετάζουν αυτεπαγγέλτως, εφόσον παρίσταται ανάγκη [βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1990, Automec κατά Επιτροπής, T‑64/89, EU:T:1990:42, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 8ης Φεβρουαρίου 2011, Paroc κατά ΓΕΕΑ (INSULATE FOR LIFE), T‑157/08, EU:T:2011:33, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

28

Βάσει του άρθρου 129 του Κανονισμού του Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τους κύριους διαδίκους, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως. Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της δικογραφίας και, ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων των διαδίκων στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχισθεί η διαδικασία, τούτο δε μολονότι ένας εκ των διαδίκων ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

29

Η προσφεύγουσα ζητεί, στηριζόμενη στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και του χρεωστικού σημειώματος. Πράγματι, επισημαίνει άνευ αμφισημίας, στο σημείο 1 του δικογράφου της προσφυγής της, ότι η προσφυγή στηρίζεται στην προμνημονευθείσα διάταξη αυτή. Ειδικότερα, με τα επιχειρήματά της περί του παραδεκτού της προσφυγής, τα οποία περιλαμβάνονται στα σημεία 23 έως 27 του δικογράφου της προσφυγής, καλεί το Γενικό Δικαστήριο να αποκλίνει από τη «μέχρι τούδε νομολογία» περί παραδεκτού προσφυγής ασκηθείσας βάσει της διατάξεως αυτής που αφορά πράξεις απτόμενες συμβατικών σχέσεων.

30

Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου περί διαφοράς συμβατικής φύσεως, προσφυγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ δύναται να χαρακτηρισθεί εκ νέου ως προσφυγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ λαμβανομένου υπόψη ότι η επίμαχη σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση με το άρθρο 9 της συμβάσεως επιδοτήσεως (βλ., σχετικώς, διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2011, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, T‑353/10, EU:T:2011:589, σκέψεις 33 και 34). Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εκ νέου χαρακτηρισμό τέτοιας προσφυγής, ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία η ρητή βούληση της προσφεύγουσας να μη στηρίξει την προσφυγή της στο άρθρο 282 ΣΛΕΕ αποκλείει έναν τέτοιο αναχαρακτηρισμό (βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, CEVA κατά Επιτροπής, T‑428/07 και T‑455/07, EU:T:2010:240, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2014, Technische Universität Dresden κατά Επιτροπής, T‑29/11, EU:T:2014:912, σκέψη 44). Εν προκειμένω, όμως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ρητή βούληση της προσφεύγουσας να στηρίξει την προσφυγή της στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ αποκλείει το ενδεχόμενο να προβεί το Γενικό Δικαστήριο σε εκ νέου χαρακτηρισμό της προσφυγής ως αφορώσας διαφορά συμβατικής φύσεως. Συνεπώς, καθόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον εκ νέου χαρακτηρισμό, η προσφυγή πρέπει να εξετασθεί ως προσφυγή ακυρώσεως.

31

Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθεί αν οι πράξεις που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ.

32

Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, χωρεί προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κατά οποιασδήποτε πράξεως θεσμικού οργάνου, ανεξαρτήτως του είδους ή του τύπου τον οποίο αυτή έχει περιβληθεί, σκοπούσας να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή του (διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2008, Austrian Relief Program κατά Επιτροπής, T‑235/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:411, σκέψη 34, και απόφαση της 10ης Απριλίου 2013, GRP Security κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑87/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:161, σκέψη 29).

33

Η προσφυγή ακυρώσεως σκοπεί να διασφαλίσει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης ΛΕΕ και, ως εκ τούτου, θα αντέβαινε στον σκοπό αυτό τυχόν στενή ερμηνεία των προϋποθέσεων παραδεκτού της προσφυγής η οποία θα περιόριζε την άσκησή της μόνο στις κατηγορίες πράξεων που μνημονεύει το άρθρο 288 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

34

Εντούτοις, η αρμοδιότητα αυτή δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τις διατάξεις της Συνθήκης δεν ισχύει σε περίπτωση κατά την οποία η νομική κατάσταση του προσφεύγοντος εντάσσεται σε πλαίσιο συμβατικών σχέσεων που διέπονται από το εθνικό δίκαιο το οποίο όρισαν ως εφαρμοστέο τα συμβαλλόμενα μέρη (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 18· βλ. επίσης, σχετικώς, αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 2010, CEVA κατά Επιτροπής, T‑428/07 και T‑455/07, EU:T:2010:240, σκέψη 52, και της 10ης Απριλίου 2013, GRP Security κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑87/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:161, σκέψη 29).

35

Συγκεκριμένα, αν το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης θεωρούσε εαυτό αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως πράξεων που εντάσσονται σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο, θα υπήρχε ο κίνδυνος όχι μόνο να καταστεί άνευ περιεχομένου το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει την απονομή αρμοδιότητας στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης βάσει ρήτρας διαιτησίας, αλλά, επιπλέον, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση δεν θα περιελάμβανε τέτοια ρήτρα, να διευρύνει την αρμοδιότητά τους πέραν των ορίων που θέτει το άρθρο 274 ΣΛΕΕ, το οποίο απονέμει στα εθνικά δικαστήρια τη γενική αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται διαφορών στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος (βλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ του προσφεύγοντος και ενός θεσμικού οργάνου, χωρεί η άσκηση προσφυγής ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη αποσκοπεί στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων εκτός του πλαισίου της συμβατικής σχέσεως που συνδέει τους διαδίκους και τα οποία προϋποθέτουν την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας που απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο υπό την ιδιότητά του ως διοικητική αρχή (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 20).

37

Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι, σε περίπτωση κατά την οποία θεσμικό όργανο, ειδικότερα δε η Επιτροπή, επιλέγει, ως μέσο χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής, τη σύναψη συμβάσεως στο πλαίσιο του άρθρου 272 ΣΛΕΕ, οφείλει να μην εξέρχεται του πλαισίου αυτού. Επομένως, απόκειται στο θεσμικό όργανο αυτό, μεταξύ άλλων, να αποφεύγει τη χρήση, στο πλαίσιο των σχέσεών του με τους αντισυμβαλλόμενούς του, διφορούμενων φράσεων, οι οποίες μπορούν να εκληφθούν από τα συμβαλλόμενα μέρη ως απόρροια εξουσιών μονομερούς λήψεως αποφάσεων που υπερβαίνουν τα όσα ορίζουν οι διατάξεις της συμβάσεως (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 21).

38

Το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τις αρχές αυτές.

39

Διαπιστώνεται ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η υπό κρίση προσφυγή εντάσσεται στο πλαίσιο συμβατικής σχέσεως και ότι άπτεται διαφοράς εκ συμβάσεως. Πράγματι, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η προσφυγή ακυρώσεως είναι ένδικο βοήθημα το οποίο της παρέχεται ανεξαρτήτως της συμβατικής φύσεως της διαφοράς και ότι το προσβαλλόμενο χρεωστικό σημείωμα έχει χαρακτήρα διοικητικής πράξεως.

40

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το χρεωστικό σημείωμα εντάσσεται στο πλαίσιο συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι το εν λόγω σημείωμα σκοπεί στην είσπραξη απαιτήσεως δικαιούχο της οποίας η Επιτροπή θεωρεί εαυτή και η οποία συνίσταται σε ποσό που είχε καταβληθεί στην προσφεύγουσα και αντιστοιχεί στις δαπάνες τις οποίες η Επιτροπή κρίνει ως μη επιλέξιμες βάσει της συμβάσεως επιδοτήσεως και τις οποίες, επομένως, δεν αποδέχθηκε. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθούν τα εξής στοιχεία:

πρώτον, ποσό ύψους 159570,78 ευρώ χορηγήθηκε από την Επιτροπή στην προσφεύγουσα δυνάμει της συμβάσεως επιδοτήσεως·

δεύτερον, η έκθεση οικονομικού ελέγχου καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο II.22 των γενικών όρων της συμβάσεως αυτής·

τρίτον, βάσει του άρθρου II.21 των εν λόγω όρων, η Επιτροπή επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αξιώσει από μέλος της κοινοπραξίας την επιστροφή κάθε ποσού που είχε εισπραχθεί αχρεωστήτως ή του οποίου η ανάκτηση δικαιολογούταν κατ’ εφαρμογήν της συμβάσεως επιδοτήσεως, αξίωση την οποία προέβαλε με την επιστολή προκαταρκτικής ενημερώσεως της 27ης Ιουνίου 2014, αξιώνοντας από την προσφεύγουσα την επιστροφή ποσού 34070,16 ευρώ (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω). Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή επικαλέσθηκε ρητώς το εν λόγω άρθρο και εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού του επίμαχου ποσού·

τέταρτον, το χρεωστικό σημείωμα, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εφαρμογή των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου BAEA210022 (B210-22) [σχετικά με το] πρόγραμμα [αριθ.] 217237 GendeRace», παρέπεμπε στην επιστολή προκαταρκτικής ενημερώσεως της 27ης Ιουνίου 2014 και στην επιστολή περί περατώσεως του οικονομικού ελέγχου της 16ης Δεκεμβρίου 2013 (βλ. σκέψη 7 ανωτέρω). Επομένως, η διατύπωση του χρεωστικού σημειώματος υπενθύμιζε ότι αυτό αποσκοπούσε στην είσπραξη απαιτήσεως στηριζόμενης στη σύμβαση επιδοτήσεως.

41

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή παρέμεινε εντός του συμβατικού πλαισίου και ότι στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 6, των γενικών όρων της συμβάσεως επιδοτήσεως.

42

Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή ενήργησε κάνοντας χρήση των προνομίων της δημόσιας εξουσίας. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 40 και 41 ανωτέρω, το χρεωστικό σημείωμα εντάσσεται στο πλαίσιο της συμβάσεως που συνάφθηκε μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας, καθόσον αποσκοπεί στην είσπραξη απαιτήσεως η οποία στηρίζεται στις διατάξεις της συμβάσεως επιδοτήσεως και καθόσον αποσκοπεί στην προβολή δικαιωμάτων που η Επιτροπή αντλεί από τις διατάξεις της εν λόγω συμβάσεως. Αντιθέτως, δεν σκοπεί να παραγάγει έναντι της προσφεύγουσας έννομα αποτελέσματα που απορρέουν από την εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, τα οποία της έχουν απονεμηθεί βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτό το χρεωστικό σημείωμα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις υφιστάμενες μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας συμβατικές σχέσεις.

43

Ως εκ τούτου, ούτε η μνεία του δικαίου της Ένωσης, στο άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της συμβάσεως επιδοτήσεως, ούτε ο εκ μέρους της προσφεύγουσας παραλληλισμός μεταξύ των διατάξεως της συμβάσεως επιδοτήσεως και ορισμένων κανονιστικών πράξεων καθιστούν δυνατό τον χαρακτηρισμό των αμφισβητούμενων εν προκειμένω πράξεων ως πράξεων που εκδόθηκαν από την Επιτροπή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι συμβατικές ρήτρες συνιστούν, από κοινού με το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο και υπό την αιγίδα του, τους κανόνες που διέπουν τη συμβατική σχέση και ότι η ερμηνεία συμβάσεως βάσει των διατάξεων του εφαρμοστέου δικαίου δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο συμβάσεως ή την έννοια ορισμένων εκ των ρητρών του (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Premium, T‑316/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:514, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44

Η προσφεύγουσα, προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι το χρεωστικό σημείωμα παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι αυτής, επικαλείται, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που μνημονεύονται υπό τον τίτλο «Όροι πληρωμής» και τα οποία έχουν ως εξής:

«1.

Βαρύνεστε με το σύνολο των τραπεζικών εξόδων […]

2.

Η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος, κατόπιν προηγούμενης ενημερώσεως, να προβεί σε είσπραξη διά συμψηφισμού, εφόσον υφίστανται αμοιβαίες αξιώσεις βέβαιες, εκκαθαρισμένες και απαιτητές.

3.

Εφόσον δεν πιστωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας ο λογαριασμός της Επιτροπής, η απαίτηση που βεβαιώθηκε από την Ένωση φέρει τόκους υπολογιζόμενους με το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις της αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, και το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του μήνα της καταληκτικής ημερομηνίας, ήτοι 10‑2014 + 3,5 εκατοστιαίες μονάδες.

4.

Εφόσον δεν πιστωθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας ο λογαριασμός της, η Επιτροπής επιφυλάσσεται του δικαιώματος:

να προβεί στην εκτέλεση πάσης εκ των προτέρων παρασχεθείσας χρηματικής εγγυήσεως·

να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, είτε εκδίδοντας εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 299 [ΣΛΕΕ] είτε ασκώντας ένδικο βοήθημα·

να καταχωρίσει τη μη πληρωμή σε βάση δεδομένων στην οποία έχουν πρόσβαση οι διατάκτες του προϋπολογισμού της Ένωσης έως την ολοσχερή εξόφληση της απαιτήσεως·

να δημοσιοποιήσει το όνομα κάθε οφειλέτη ο οποίος υποχρεούται σε πληρωμή με δικαστική απόφαση.»

45

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα στοιχεία αυτά είναι τρόπον τινά πανομοιότυπα εκείνων που εξέτασε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αποφάσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (C‑506/13 P, EU:C:2015:562), η οποία εκδόθηκε ενώ εκκρεμούσε η υπό κρίση προσφυγή και επί της οποίας ερωτήθηκαν οι διάδικοι από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, κληθέν να λάβει θέση επί του ιδίου, κατ’ ουσίαν, επιχειρήματος με αυτό που προβάλλεται εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτό το είδος στοιχείων δεν συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό του χρεωστικού σημειώματος ως οριστικής πράξεως (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψεις 25 και 26).

46

Βεβαίως, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα στην απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, στην απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (C‑506/13 P, EU:C:2015:562), το Δικαστήριο προσήψε στην Επιτροπή τη χρήση διφορούμενης διατυπώσεως στο χρεωστικό σημείωμα. Ωστόσο, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, τέτοιου είδους στοιχεία σχετικά με τους τόκους τους οποίους θα αποφέρει η διαπιστωθείσα απαίτηση σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής, με τη δυνατότητα εισπράξεως διά συμψηφισμού ή κατόπιν εκτελέσεως εκ των προτέρων παρασχεθείσας χρηματικής εγγυήσεως, καθώς και με τις δυνατότητες αναγκαστικής εκτελέσεως και της καταχωρίσεως σε βάση δεδομένων στην οποία έχουν πρόσβαση οι διατάκτες του προϋπολογισμού της Ένωσης, μολονότι διατυπώθηκαν με τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει την εντύπωση ότι πρόκειται για οριστική πράξη της Επιτροπής, δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει και ως εκ της φύσεώς τους, παρά να είναι προπαρασκευαστικές πράξεως της Επιτροπής όσον αφορά την εκτέλεση της διαπιστωθείσας απαιτήσεως, δεδομένου ότι η Επιτροπή, με το χρεωστικό σημείωμα, δεν λαμβάνει θέση ως προς τα μέσα που προτίθεται να εφαρμόσει για την αναζήτηση της εν λόγω χρηματικής απαιτήσεως, προσαυξημένης με τόκους υπερημερίας υπολογιζόμενους από της καταληκτικής ημερομηνίας καταβολής η οποία καθορίζεται με το χρεωστικό σημείωμα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, Cestas κατά Επιτροπής, T‑260/04, EU:T:2008:115, σκέψεις 74 έως 76, και διάταξη της 12ης Οκτωβρίου 2011, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, T‑353/10, EU:T:2011:589, σκέψη 30).

47

Το αυτό ισχύει όσον αφορά τα στοιχεία ως προς τα εξεταζόμενα μέσα εισπράξεως, όπως μνημονεύονται στην τελευταία παράγραφο της από 27 Ιουνίου 2014 επιστολής της Επιτροπής (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω). Στην απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η λήψη όλων των μέτρων που εκτίθενται αναλυτικώς στην επιστολή αυτή δεν εξαρτάται από το αν πληρούται καμία άλλη προϋπόθεση πέραν της μη πληρωμής εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε οριστική θέση με την επιστολή αυτή, αλλά απλώς έκανε λόγο για ενδεχόμενη είσπραξη της απαιτήσεώς της μέσω συμψηφισμού ή με αναγκαστική εκτέλεση. Ανάλογα συμπεράσματα ισχύουν και όσον αφορά την από 30 Σεπτεμβρίου 2014 επιστολή (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), την οποία επίσης μνημόνευσε η προσφεύγουσα στην απάντησή της στις γραπτές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

48

Δεδομένου του προπαρασκευαστικού χαρακτήρα του χρεωστικού σημειώματος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, μεταξύ των τεσσάρων δυνατοτήτων που μνημονεύονταν στο εν λόγω σημείωμα και συγκεκριμένα στην παράγραφό του 4, η οποία έφερε τον τίτλο «Όροι πληρωμής», μόνο δύο δυνατότητες μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στην πράξη λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως, μεταξύ των οποίων η απειλή αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. σκέψη 44 ανωτέρω).

49

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί παραδεκτώς της υπό κρίση προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, διότι το χρεωστικό σημείωμα εντάσσεται σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο με το οποίο είναι αναπόσπαστο συνδεδεμένο και διότι δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα που βαίνουν πέραν εκείνων τα οποία απορρέουν από τη σύμβαση επιδοτήσεως και θα προϋπέθεταν την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας τα οποία έχουν απονεμηθεί στην Επιτροπή ως διοικητική αρχή.

50

Το αυτό ισχύει όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εντάσσεται στο ίδιο αυτό πλαίσιο και της οποίας η ουσιώδης αποστολή συνίσταται στη διαβίβαση του χρεωστικού σημειώματος. Όσον αφορά την παράλληλη διαδικασία με σκοπό την είσπραξη αποζημιώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση γνωστοποιεί ότι η καταβολή της ουσιαστικά αναστέλλεται έως την έκδοση μελλοντικής οριστικής αποφάσεως. Επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήματος ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διατυπώθηκαν με την προμνημονευθείσα στις σκέψεις 32 και 35 νομολογία.

51

Ως εκ τούτου, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της.

52

Εν πάση περιπτώσει, το απαράδεκτο της υπό κρίση προσφυγής ως προσφυγής ακυρώσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει από την προσφεύγουσα το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, δεδομένου ότι δικαιούται, εφόσον μπορεί να επικαλεσθεί βασίμως τη διάταξη αυτή, να υπερασπισθεί τη θέση της στο πλαίσιο προσφυγής η οποία θα ασκηθεί βάσει της συμβάσεως δυνάμει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.

53

Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απόφανση επί του λόγου απαραδέκτου που ήγειρε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

54

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα ακόμη και σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991. Διατείνεται ότι υποχρεώθηκε να ασκήσει προσφυγή, αφενός, λόγω του ασαφούς και διφορούμενου χαρακτήρα του χρεωστικού σημειώματος που εξέδωσε η Επιτροπή και, αφετέρου, λόγω του ότι ουδόλως ενημερώθηκε από τη δεύτερη όσον αφορά τη διαδικασία προσφυγής κατά της αποφάσεως περί εισπράξεως του επίμαχου χρηματικού ποσού. Σκοπίμως η Επιτροπή την υποχρέωσε να υποβληθεί στα έξοδα της υπό κρίση προσφυγής.

55

Η Επιτροπή αντιτείνει ότι δεν υποχρέωσε την προσφεύγουσα να υποβληθεί σε έξοδα άνευ ευλόγου αιτίας ή κακοβούλως και ότι, επομένως, το αίτημα της δεύτερης πρέπει να απορριφθεί. Η Επιτροπή διατείνεται ότι παρέσχε στην προσφεύγουσα διευκρινίσεις επί όλων των διαδικαστικών ζητημάτων. Επιπλέον, από τα υπομνήματά της προκύπτει ότι η προσφεύγουσα γνώριζε επαρκώς τη νομολογία περί του παραδεκτού προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται κατά χρεωστικού σημειώματος. Επομένως, σκοπίμως ανέλαβε τον κίνδυνο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής.

56

Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, το Γενικό Δικαστήριο δύναται, κατ’ εξαίρεση, να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα.

57

Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ηττήθηκε. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή την υποχρέωσε να υποβληθεί σε έξοδα άνευ ευλόγου αιτίας ή κακοβούλως, κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

58

Πρέπει, πάντως, να ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά της Επιτροπής, η οποία ενσωμάτωσε στο χρεωστικό σημείωμα στοιχεία των οποίων ο διφορούμενος χαρακτήρας έχει διαπιστωθεί από το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων (βλ., σχετικώς, διάταξη της 12ας Οκτωβρίου 2011, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, T‑353/10, EU:T:2011:589, σκέψη 30, και απόφαση της 9ης Ιουλίου 2013, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής, T‑552/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:349, σκέψη 29). Ως εκ τούτου, κατά ορθή εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, έκαστος διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

διατάσσει:

 

1)

Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

 

2)

Έκαστος των διαδίκων φέρει τα έξοδά του.

 

Λουξεμβούργο, 20 Απριλίου 2016.

 

Ο Γραμματέας

E. Coulon

Ο Πρόεδρος

S. Frimodt Nielsen


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η βουλγαρική.