Υπόθεση T-385/07

Fédération internationale de football association (FIFA)

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Τηλεοπτικές εκπομπές – Άρθρο 3α της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ – Μέτρα που έλαβε το Βασίλειο του Βελγίου όσον αφορά τις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία – Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου – Απόφαση κρίνουσα τα μέτρα συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο – Αιτιολογία – Άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ – Δικαίωμα ιδιοκτησίας»

Περίληψη της αποφάσεως

1.      Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Άμεσος επηρεασμός – Απόφαση της Επιτροπής κρίνουσα συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο εθνικά μέτρα που θεσπίσθηκαν δυνάμει του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552 – Τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως – Προσφυγή του αρχικού κατόχου των δικαιωμάτων μεταδόσεως εκδηλώσεως που αφορά η εν λόγω απόφαση – Άμεσος επηρεασμός

(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α· απόφαση 2007/479 της Επιτροπής)

2.      Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Ενδεχόμενο απόφαση γενικού χαρακτήρα να αφορά πρόσωπο ατομικά – Προϋποθέσεις – Απόφαση της Επιτροπής κρίνουσα συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο εθνικά μέτρα που ελήφθησαν βάσει του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552 – Προσφυγή του αρχικού κατόχου των δικαιωμάτων μεταδόσεως εκδηλώσεως που αφορά η εν λόγω απόφαση – Προσφεύγων δυνάμενος να εξατομικευθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως – Προσφεύγων τον οποίο αφορά ατομικά η απόφαση

(Άρθρο 263, εδ. 4, ΣΛΕΕ· οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α· απόφαση 2007/479 της Επιτροπής)

3.      Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες σχετικές με τηλεοπτικές μεταδόσεις – Οδηγία 89/552 – Ευχέρεια, η οποία παρέχεται στα κράτη μέλη, να επιβάλλουν περιορισμούς της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνει το δίκαιο της Ένωσης – Δικαιολόγηση – Διασφάλιση του δικαιώματος στην ενημέρωση

(Οδηγία 97/36 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δέκατη όγδοη και εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη· οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1)

4.      Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες σχετικές με τηλεοπτικές μεταδόσεις – Οδηγία 89/552 – Εκδηλώσεις μείζονος σημασίας

(Οδηγία 97/36 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη· οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α)

5.      Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες σχετικές με τηλεοπτικές μεταδόσεις – Οδηγία 89/552 – Προσδιορισμός των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία – Αρμοδιότητα των κρατών μελών

(Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 97/36, εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη· οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α §§ 1 και 2)

6.      Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Περιορισμοί – Δικαιολόγηση βάσει επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος – Εκτίμηση βάσει των γενικών αρχών του δικαίου – Απαράδεκτο μέτρων μη σύμφωνων με τα θεμελιώδη δικαιώματα

(Άρθρα 46 ΕΚ και 55 ΕΚ)

7.      Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Δραστηριότητες σχετικές με τηλεοπτικές μεταδόσεις – Οδηγία 89/552 – Εθνικές διαδικασίες καθορισμού των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία

(Οδηγία 89/552 του Συμβουλίου, άρθρο 3α § 1)

1.      Ο μηχανισμός αμοιβαίας αναγνωρίσεως, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 3α, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, και τον οποίο ενεργοποιεί μια απόφαση της Επιτροπής κρίνουσα συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που ελήφθησαν από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 3α, παράγραφος 1, δημιουργεί υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από τα εν λόγω μέτρα. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την τήρηση, εκ μέρους των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, των προϋποθέσεων τηλεοπτικής μεταδόσεως στο οικείο κράτος μέλος των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που έχει επισυναφθεί σε παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως, όπως αυτές καθορίσθηκαν από το οικείο κράτος μέλος με τα μέτρα του τα οποία εγκρίθηκαν και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, η υποχρέωση επιτεύξεως του αποτελέσματος αυτού θίγει άμεσα τη νομική κατάσταση των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων κρατών μελών, πλην του κράτους μέλους που έλαβε τα μέτρα αυτά, και οι οποίοι επιθυμούν να αγοράσουν δικαιώματα μεταδόσεως στο εν λόγω κράτος μέλος τα οποία κατέχει αρχικώς ο υπεύθυνος διοργανώσεως μιας εκδηλώσεως. Επομένως, μια τέτοια απόφαση παράγει αμέσως αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως των υπευθύνων διοργανώσεως τέτοιων εκδηλώσεων, όσον αφορά τα δικαιώματα τα οποία κατέχουν αρχικώς οι εν λόγω υπεύθυνοι διοργανώσεως, και δεν καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο επέρχεται αυτομάτως και το οποίο απορρέει αποκλειστικώς από την κοινοτική ρύθμιση, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των συγκεκριμένων μηχανισμών που οι εθνικές αρχές πρόκειται να θέσουν σε λειτουργία για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού. Συνεπώς, μια τέτοια απόφαση αφορά άμεσα τους ως άνω υπευθύνους διοργανώσεως.

(βλ. σκέψεις 39-42)

2.      Πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας τέτοιας αποφάσεως.

Πάντως, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως και της πηγής των δικαιωμάτων μεταδόσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου, αυτό αποτελεί εκδήλωση κατά το πνεύμα της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552 για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, υπό την έννοια ότι διοργανώνεται εκ των προτέρων από έναν υπεύθυνο διοργανώσεως ο οποίος έχει νομίμως εξουσιοδοτηθεί να πωλεί τα δικαιώματα αυτά και ότι η κατάσταση αυτή ίσχυε, επίσης, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως 2007/479 της Επιτροπής για τη συμβατότητα με το κοινοτικό δίκαιο των μέτρων που προτίθεται να λάβει το Βέλγιο σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 1 της οδηγίας 89/552. Κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ήταν απολύτως δυνατή η εξατομίκευση του εν λόγω υπευθύνου διοργανώσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου και, ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή τον αφορά ατομικά.

(βλ. σκέψεις 43-45)

3.      Το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, συγκεκριμενοποίησε τη δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν, βάσει επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, την άσκηση, στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων, των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται από το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο.

Η ελευθερία εκφράσεως, όπως αυτή προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη και συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει τέτοιους περιορισμούς. Κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, η ελευθερία εκφράσεως περιλαμβάνει και την ελευθερία λήψεως πληροφοριών.

Πάντως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 3α της τελευταίας αυτής οδηγίας μέτρα αποσκοπούν στην προάσπιση του δικαιώματος στην ενημέρωση και στην εξασφάλιση της ευρείας προσβάσεως του κοινού στην τηλεοπτική κάλυψη εκδηλώσεων, εθνικών ή όχι, μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Κατά την αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 97/36, μια εκδήλωση αποτελεί εκδήλωση μείζονος σημασίας οσάκις είναι εξέχουσα, παρουσιάζει ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε συγκεκριμένο κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα συγκεκριμένου κράτους μέλους και διοργανώνεται εκ των προτέρων από υπεύθυνο διοργανώσεως εκδηλώσεων ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί να πωλεί τα σχετικά με την εν λόγω εκδήλωση δικαιώματα.

Κατά συνέπεια, εφόσον τα προβλεπόμενα από το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 μέτρα αφορούν εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία, τα εν λόγω μέτρα δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει, ακόμη, να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια.

(βλ. σκέψεις 52, 55-58)

4.      Το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552, δεν προβαίνει σε εναρμόνιση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν από τα κράτη μέλη ως μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Επομένως, η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η συμπερίληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε εθνικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία την καθιστά, αυτομάτως, συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά μείζονα λόγο, από την ως άνω αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να περιλαμβάνεται βασίμως, στο σύνολό του, σε έναν τέτοιο κατάλογο ανεξαρτήτως του ενδιαφέροντος που προκαλούν, εντός του οικείου κράτους μέλους, οι ποδοσφαιρικοί αγώνες της διοργανώσεως αυτής.

Παρά την ως άνω έλλειψη εναρμονίσεως στο επίπεδο των συγκεκριμένων εκδηλώσεων που μπορούν να θεωρηθούν από ένα κράτος μέλος ως εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους, η περιλαμβανόμενη στην αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 μνεία του Παγκοσμίου Κυπέλλου συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρεί την αναγραφή αγώνων της διοργανώσεως αυτής σε κατάλογο εκδηλώσεων ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο με το αιτιολογικό ότι το οικείο κράτος μέλος δεν της γνωστοποίησε τους ειδικούς λόγους που δικαιολογούν τη σημασία που ενέχουν οι εν λόγω αγώνες για την κοινωνία. Ωστόσο, τυχόν συμπέρασμα της Επιτροπής, κατά το οποίο η συμπερίληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο σύνολό του, σε κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία ενός κράτους μέλους είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, για τον λόγο ότι, κατά την Επιτροπή, η διοργάνωση αυτή θεωρείται βασίμως, λόγω των χαρακτηριστικών της, ως ενιαία εκδήλωση, μπορεί να αμφισβητηθεί βάσει συγκεκριμένων στοιχείων εκ των οποίων να προκύπτει ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν ενέχουν τέτοια σημασία για την κοινωνία του κράτους αυτού.

(βλ. σκέψεις 59-60, 95)

5.      Το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, προβλέποντας ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία του εκάστοτε κράτους μέλους κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως επ’ αυτού.

Όταν μια εκδήλωση ενέχει μείζονα σημασία για την κοινωνία ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή δεν υποπίπτει σε νομική πλάνη παραλείποντας, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552, να αντιταχθεί στην συμπερίληψη της ως άνω εκδηλώσεως στον καταρτισθέντα από το εν λόγω κράτος μέλος κατάλογο με το αιτιολογικό ότι μια άλλη εκδήλωση, η οποία ενδεχομένως ενέχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την εν λόγω κοινωνία, δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω κατάλογο.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά την επιλογή μεταξύ περισσοτέρων συγκεκριμένων εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία κατά την έννοια της οδηγίας 97/36, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα στα κράτη μέλη η δέσμευση να περιλαμβάνουν στους καταλόγους τους εκδηλώσεις άλλες από αυτές που τα εν λόγω κράτη μέλη επιλέγουν να περιλάβουν σ’ αυτούς ούτε η υποχρέωση να παρεκκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι επιθυμούν.

(βλ. σκέψεις 94, 114-115)

6.      Όταν κράτος μέλος επικαλείται διατάξεις όπως τα άρθρα 46 ΕΚ και 55 ΕΚ προκειμένου να δικαιολογήσει ρύθμιση ικανή να παρακωλύσει την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, η δικαιολόγηση αυτή, η οποία προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, μια τέτοια εθνική ρύθμιση μπορεί να υπαχθεί στις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, μόνον αν είναι σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα για τον σεβασμό των οποίων μεριμνούν τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα. Παρομοίως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι εθνικό μέτρο το οποίο δεν συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να υπαχθεί στις αναγνωρισθείσες εξαιρέσεις ως εκ του ότι ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η παροχή στο ευρύ κοινό προσβάσεως, μέσω της τηλεοράσεως, στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

(βλ. σκέψη 138)

7.      Οι διαδικασίες που ακολουθούνται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων, προκειμένου τα εν λόγω κράτη μέλη να εγκρίνουν τον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία πρέπει να είναι σαφείς και διαφανείς, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια γνωστά εκ των προτέρων στους ενδιαφερομένους, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη μέλη όταν αποφασίζουν σχετικά με τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις που πρόκειται να περιληφθούν στους καταλόγους τους. Συγκεκριμένα, καίτοι είναι αληθές ότι η συμπερίληψη μιας εκδηλώσεως στον κατάλογο απαιτεί, κατά το εν λόγω άρθρο 3α, να ενέχει η εκδήλωση αυτή μείζονα σημασία για την κοινωνία, γεγονός παραμένει ότι η προτέρα θέσπιση συγκεκριμένων κριτηρίων υπό το πρίσμα των οποίων εκτιμάται η σημασία αυτή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο προκειμένου οι εθνικές αποφάσεις να θεσπίζονται υπό καθεστώς διαφάνειας και εντός του πλαισίου του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν οι εθνικές αρχές επ’ αυτού.

(βλ. σκέψη 152)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 17ης Φεβρουαρίου 2011 (*)

«Τηλεοπτικές εκπομπές – Άρθρο 3α της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ – Μέτρα που έλαβε το Βασίλειο του Βελγίου όσον αφορά τις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία – Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου – Απόφαση κρίνουσα τα μέτρα συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο – Αιτιολογία – Άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ – Δικαίωμα ιδιοκτησίας»

Στην υπόθεση T‑385/07,

Fédération internationale de football association (FIFA), με έδρα τη Ζυρίχη (Ελβετία), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους R. Denton, E. Batchelor, F. Young, solicitors, και τον A. Barav, δικηγόρο, στη συνέχεια δε, από τον E. Batchelor, τον Α. Barav, τον D. Reymond, δικηγόρο, και την F. Carlin, barrister,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τις E. Montaguti και N. Yerrell, επικουρούμενες από τον J. Flynn, QC, και την L. Maya, barrister,

καθής,

υποστηριζομένης από

το Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τις L. Van den Broeck και C. Pochet, επικουρούμενες από τους J. Stuyck, A. Berenboom και A. Joachimowicz, δικηγόρους,

την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και J. Möller,

και

το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τους S. Behzadi-Spencer, E. Jenkinson και L. Seeboruth, επικουρούμενους αρχικώς από τον T. de la Mare, στη συνέχεια, από τον B. Kennelly, barristers,

παρεμβαίνοντα,

με αντικείμενο αίτημα μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 2007/479/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 2007, σχετικά με τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο των μέτρων που έλαβε το Βέλγιο σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 180, σ. 24),

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους N. J. Forwood (εισηγητή), πρόεδρο, L. Truchot και J. Schwarcz, δικαστές,

γραμματέας: K. Pocheć, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Νομικό πλαίσιο

1        Το άρθρο 43 ΕΚ έχει ως εξής:

«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται. Η απαγόρευση αυτή εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών από τους υπηκόους ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.

Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύσταση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, και ιδίως εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, [ΕΚ] σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου της παρούσας Συνθήκης που αναφέρονται στην κυκλοφορία κεφαλαίων.»

2        Το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει:

«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής.»

3        Το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23), όπως προστέθηκε με την οδηγία 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας [89/552] (ΕΕ L 202, σ. 60), ορίζει:

«1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο για να εξασφαλίζει ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία του δεν μεταδίδουν αποκλειστικά εκδηλώσεις οι οποίες θεωρούνται από το εν λόγω κράτος μέλος ως μείζονος σημασίας για την κοινωνία, κατά τρόπον ώστε μια σημαντική μερίδα του κοινού στο εν λόγω κράτος μέλος να εμποδίζεται να παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις αυτές μέσω ζωντανής ή αναμεταδιδόμενης κάλυψης σε δωρεάν τηλεοπτικό πρόγραμμα. Σε περίπτωση που πράξει κάτι τέτοιο, το οικείο κράτος μέλος καταρτίζει κατάλογο των εθνικών ή μη εθνικών εκδηλώσεων τις οποίες θεωρεί ως μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Πράττει τούτο με σαφή και διαφανή τρόπο, εγκαίρως. Επίσης, το οικείο κράτος μέλος καθορίζει εάν οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για ολική ή μερική ζωντανή κάλυψη ή, όπου είναι αναγκαίο ή σκόπιμο για αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, ολική ή μερική αναμεταδιδόμενη κάλυψη.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή τα τυχόν μέτρα που έχουν λάβει ή που πρόκειται να λάβουν δυνάμει της παραγράφου 1. Εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση, η Επιτροπή επαληθεύει ότι τα μέτρα είναι συμβατά με την κοινοτική νομοθεσία και τα γνωστοποιεί στα άλλα κράτη μέλη. Ζητεί τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 23α. Δημοσιεύει αμέσως τα ληφθέντα μέτρα στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άπαξ τουλάχιστον του έτους ενοποιημένο κατάλογο των μέτρων που έχουν ληφθεί από τα κράτη μέλη.

3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν με κατάλληλα μέσα, στο πλαίσιο της νομοθεσίας τους, ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους δεν ασκούν αποκλειστικά δικαιώματα τα οποία έχουν αποκτήσει μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας οδηγίας κατά τρόπον ώστε μια σημαντική μερίδα του κοινού σε άλλο κράτος μέλος να εμποδίζεται να παρακολουθήσει εκδηλώσεις οι οποίες έχουν καθοριστεί από το άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, μέσω ολικής ή μερικής ζωντανής κάλυψης ή, όπου είναι αναγκαίο ή σκόπιμο για αντικειμενικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, ολικής ή μερικής αναμεταδιδόμενης κάλυψης σε δωρεάν τηλεοπτικό πρόγραμμα όπως ορίζεται από το εν λόγω άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1.»

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 18 έως 22 της οδηγίας 97/36 έχουν ως εξής:

«(18) [εκτιμώντας] ότι είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να είναι σε θέση να προστατεύουν το δικαίωμα στην ενημέρωση και να εξασφαλίζουν την ευρεία πρόσβαση του κοινού στην τηλεοπτική κάλυψη εθνικών ή μη εθνικών εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, όπως οι ολυμπιακοί αγώνες, το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου και το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου· ότι, προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο με στόχο τη ρύθμιση της άσκησης εκ μέρους ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, αποκλειστικών ραδιοτηλεοπτικών δικαιωμάτων όσον αφορά τις ανωτέρω εκδηλώσεις·

(19)      ότι είναι ανάγκη να θεσπιστούν ρυθμίσεις σε κοινοτικό πλαίσιο ώστε να αποφευχθούν η ενδεχόμενη νομική αβεβαιότητα και οι στρεβλώσεις της αγοράς και να συγκερασθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των τηλεοπτικών υπηρεσιών με την ανάγκη πρόληψης της ενδεχόμενης καταστρατήγησης των εθνικών μέτρων που προστατεύουν ένα έννομο γενικό συμφέρον·

(20)      ότι, ιδίως, με την παρούσα οδηγία είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διατάξεις για την άσκηση, εκ μέρους των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, των αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν ενδεχομένως αποκτήσει για τη μετάδοση εκδηλώσεων που θεωρούνται ότι ενέχουν μείζονα σημασία για την κοινωνία σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο που έχει δικαιοδοσία επί των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών· […]

(21)      ότι οι εκδηλώσεις “μείζονος σημασίας για την κοινωνία” θα πρέπει, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, να πληρούν ορισμένα κριτήρια, δηλαδή να αποτελούν σημαντικά συμβάντα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον στο γενικό κοινό, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε ένα κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα κράτους μέλους και προγραμματίζονται εκ των προτέρων από υπεύθυνο ο οποίος μπορεί να πωλήσει νομίμως τα δικαιώματα που αναφέρονται στην εν λόγω εκδήλωση·

(22)      ότι, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, “δωρεάν τηλεοπτικό πρόγραμμα” σημαίνει μετάδοση σε ένα δίαυλο, δημόσιο ή εμπορικό, προγραμμάτων στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό χωρίς επιπλέον καταβολή τέλους εκτός από τους τρόπους χρηματοδότησης των εκπομπών, οι οποίοι επικρατούν ευρύτατα σε κάθε κράτος μέλος (όπως η εισφορά ή/και η βασικού επιπέδου συνδρομή σε καλωδιακό δίκτυο).»

 Ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση

5        Η προσφεύγουσα, Fédération internationale de football association (FIFA), είναι ένωση που απαρτίζεται από 208 εθνικές ομοσπονδίες ποδοσφαίρου και αποτελεί τον παγκόσμιο φορέα που ρυθμίζει τα σχετικά με το ποδόσφαιρο ζητήματα. Σκοπός της είναι, μεταξύ άλλων, η προώθηση του ποδοσφαίρου σε παγκόσμια κλίμακα και η κατάστρωση των διεθνών ποδοσφαιρικών διοργανώσεών της. Η πώληση των δικαιωμάτων της FIFA για την τηλεοπτική μετάδοση της τελικής φάσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου (στο εξής: Παγκόσμιο Κύπελλο), για τη διοργάνωση του οποίου είναι υπεύθυνη, συνιστά την κύρια πηγή εισοδήματός της.

6        Στο Βέλγιο, η Φλαμανδική Κοινότητα και η Γαλλική Κοινότητα είναι αρμόδιες για τη θέσπιση μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552. Έτσι, οι αρχές της κάθε κοινότητας θέσπισαν χωριστά μέτρα, τα οποία στη συνέχεια κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τις βελγικές ομοσπονδιακές αρχές.

7        Κατά το άρθρο 76, παράγραφος 1, των διαταγμάτων σχετικά με τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, τα οποία κωδικοποιήθηκαν στις 25 Ιανουαρίου 1995 και εγκρίθηκαν από το Φλαμανδικό Συμβούλιο (Moniteur belge της 30ής Μαΐου 1995, σ. 15092), «[η] Φλαμανδική Κυβέρνηση συντάσσει κατάλογο εκδηλώσεων που θεωρούνται μείζονος ενδιαφέροντος για το κοινό και που, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να μεταδοθούν κατ’ αποκλειστικότητα κατά τρόπο που εμποδίζει σημαντική μερίδα του κοινού στη Φλαμανδική Κοινότητα να παρακολουθεί τις εν λόγω εκδηλώσεις σε δωρεάν, απευθείας ή μαγνητοσκοπημένη, μετάδοση».

8        Με κανονιστική απόφαση της 28ης Μαΐου 2004 (Moniteur belge της 19ης Αυγούστου 2004, σ. 62207), η Φλαμανδική Κυβέρνηση προσδιόρισε τις εκδηλώσεις που πρέπει να θεωρούνται ότι ενέχουν μείζονα σημασία για την κοινωνία, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το Παγκόσμιο Κύπελλο. Προκειμένου μια εκδήλωση να είναι επιλέξιμη ώστε να περιληφθεί στον κατάλογο των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, πρέπει να εκπληρώνει, κατά την ίδια απόφαση, τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια:

–        να παρουσιάζει σημαντική αξία από απόψεως επικαιρότητας και να προσελκύει ευρέως το ενδιαφέρον του κοινού·

–        να πραγματοποιείται στο πλαίσιο σημαντικής διεθνούς αθλητικής διοργανώσεως ή να πρόκειται για αγώνα στον οποίο συμμετέχει η εθνική ομάδα, μια βελγική ομάδα ή ένας ή περισσότεροι Βέλγοι αθλητές/αθλήτριες·

–        να αφορά σημαντικό άθλημα και να έχει σημαντική πολιτιστική αξία για τη Φλαμανδική Κοινότητα·

–        να μεταδίδεται κατά παράδοση από τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης προσβάσεως και να έχει υψηλό δείκτη ακροαματικότητας στην κατηγορία της.

9        Κατά το άρθρο 1 της κανονιστικής αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2004, ορισμένες εκδηλώσεις που αναγράφονται στον ως άνω κατάλογο, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται το Παγκόσμιο Κύπελλο, πρέπει να μεταδίδονται με πλήρη παρουσίαση, σε απευθείας μετάδοση. Δυνάμει του άρθρου 2 της ίδιας αποφάσεως, τα αποκλειστικά δικαιώματα για τις εκδηλώσεις που περιλαμβάνονται στον ως άνω κατάλογο δεν επιτρέπεται να ασκούνται κατά τρόπο που να αποκλείει σημαντική μερίδα του πληθυσμού από την παρακολούθηση των εκδηλώσεων αυτών σε τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης προσβάσεως. Επιπλέον, κατά το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως, σημαντική μερίδα του πληθυσμού της Φλαμανδικής Κοινότητας θεωρείται ότι μπορεί να παρακολουθεί εκδήλωση μείζονος ενδιαφέροντος για την κοινωνία σε τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης προσβάσεως, εφόσον η εκδήλωση μεταδίδεται από τηλεοπτικό φορέα ο οποίος εκπέμπει στα ολλανδικά και του οποίου η λήψη εξασφαλίζεται τουλάχιστον για το 90 % του πληθυσμού χωρίς άλλη πληρωμή πέραν της τιμής της συνδρομής που αφορά την καλωδιακή διανομή του τηλεοπτικού σήματος.

10      Δυνάμει του άρθρου 3 της κανονιστικής αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2004, οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 2 της εν λόγω αποφάσεως και οι οποίοι αποκτούν αποκλειστικά δικαιώματα μεταδόσεως για την ολλανδόφωνη περιφέρεια και τη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης όσον αφορά τις εκδηλώσεις που περιλαμβάνονται στον ως άνω κατάλογο δεν επιτρέπεται να ασκούν τα δικαιώματα αυτά εκτός αν είναι σε θέση να εγγυηθούν, μέσω συμβάσεων που έχουν συνάψει, ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν θα αποκλείεται από την παρακολούθηση των εν λόγω εκδηλώσεων σε τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης προσβάσεως. Προς τούτο, οι εν λόγω ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μπορούν να χορηγούν επιμέρους άδειες εκμεταλλεύσεως, σε εύλογες τιμές της αγοράς, σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις. Ωστόσο, εάν κανένας από τους πληρούντες τις προϋποθέσεις αυτές ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την απόκτηση τέτοιων επιμέρους αδειών εκμεταλλεύσεως, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που έχει αποκτήσει τα αποκλειστικά δικαιώματα μπορεί να κάνει χρήση των δικαιωμάτων αυτών.

11      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του διατάγματος της 27ης Φεβρουαρίου 2003 (Moniteur belge της 17ης Απριλίου 2003, σ. 19637), που εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο της Γαλλικής Κοινότητας, η κυβέρνηση της Γαλλικής Κοινότητας μπορεί, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του ανωτάτου ραδιοτηλεοπτικού συμβουλίου, να καταρτίσει κατάλογο των εκδηλώσεων που θεωρεί ως μείζονος σημασίας για το κοινό της εν λόγω κοινότητας. Οι εκδηλώσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ασκήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων εκ μέρους ενός φορέα που παρέχει υπηρεσίες τηλεοπτικής μεταδόσεως ή εκ μέρους της RTBF [βελγικού γαλλόφωνου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού], κατά τρόπον ώστε σημαντική μερίδα του κοινού αυτής της κοινότητας να στερείται προσβάσεως στις εν λόγω εκδηλώσεις μέσω μεταδόσεως από τηλεοπτικό σταθμό ελεύθερης προσβάσεως.

12      Προκειμένου μια εκδήλωση να είναι επιλέξιμη ώστε να περιληφθεί στον κατάλογο των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, πρέπει να πληροί, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του διατάγματος της 27ης Φεβρουαρίου 2003, τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα κριτήρια:

–        να έχει ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό της Γαλλικής Κοινότητας εν γένει και όχι μόνο στο κοινό που παρακολουθεί συνήθως ανάλογες εκδηλώσεις·

–        να έχει πολιτιστική σημασία γενικά αναγνωρισμένη από το κοινό της Γαλλικής Κοινότητας και να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο για την πολιτιστική της ταυτότητα·

–        να συμμετέχει στην εν λόγω εκδήλωση μια προσωπικότητα εθνικού βεληνεκούς ή η εθνική ομάδα στο πλαίσιο διεθνούς αγώνα ή διεθνούς αθλητικής διοργανώσεως μείζονος σημασίας·

–        να μεταδίδεται κατά παράδοση μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως στη Γαλλική Κοινότητα και να ενδιαφέρει ευρύ κοινό.

13      Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του ίδιου διατάγματος, μια υπηρεσία τηλεοπτικής μεταδόσεως θεωρείται ότι παρέχεται μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως εφόσον η μετάδοση γίνεται στη γαλλική γλώσσα και μπορεί να τη λαμβάνει ποσοστό 90 % των νοικοκυριών που διαθέτουν εγκατάσταση λήψεως τηλεοπτικού σήματος και κατοικούν στη γαλλόφωνη περιφέρεια και στη δίγλωσση περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης. Εκτός από το τεχνικό κόστος, η λήψη της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται σε καμία άλλη πληρωμή πλην του τυχόν τέλους συνδρομής στη βασική δέσμη υπηρεσιών καλωδιακής διανομής.

14      Κατά το άρθρο 2 της κανονιστικής αποφάσεως της 8ης Ιουνίου 2004 (Moniteur belge της 6ης Σεπτεμβρίου 2004, σ. 65247), της κυβερνήσεως της Γαλλικής Κοινότητας, «ο φορέας που παρέχει υπηρεσίες τηλεοπτικής μεταδόσεως εντός της Γαλλικής Κοινότητας και ο οποίος προτίθεται να ασκήσει αποκλειστικό δικαίωμα μεταδόσεως εκδηλώσεως μείζονος ενδιαφέροντος υποχρεούται να την μεταδίδει μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως και σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας αποφάσεως».

15      Το παράρτημα της κανονιστικής αποφάσεως της 8ης Ιουνίου 2004 καθώς και ο ενοποιημένος κατάλογος των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για το Βασίλειο του Βελγίου συμπεριλαμβάνουν το Παγκόσμιο Κύπελλο, σε απευθείας και πλήρη μετάδοση.

16      Με έγγραφα της 15ης Ιανουαρίου 2001 και της 16ης Μαΐου 2002, η FIFA υπέβαλε στο Υπουργείο της Φλαμανδικής Κοινότητας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την ενδεχόμενη συμπερίληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία και αντιτάχθηκε στην αναγραφή του συνόλου των αγώνων της εν λόγω διοργανώσεως σε έναν τέτοιο κατάλογο.

17      Με έγγραφο της 10ης Δεκεμβρίου 2003, το Βασίλειο του Βελγίου γνωστοποίησε στην Επιτροπή τα μέτρα που έλαβε στο πλαίσιο του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552.

18      Τα εν λόγω μέτρα αποτέλεσαν αντικείμενο της αποφάσεως 2007/479/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 2007, για τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο των μέτρων που έλαβε το [Βασίλειο του Βελγίου] σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 (ΕΕ L 180, σ. 24, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

19      Το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:

«Άρθρο 1

Τα μέτρα που διακοινώθηκαν από το [Βασίλειο του Βελγίου] στην Επιτροπή στις 10 Δεκεμβρίου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 1 της οδηγίας [89/552], όπως δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 158 της 29ης Ιουνίου 2005, είναι συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο.

Άρθρο 2

Τα μέτρα, όπως τελικώς ελήφθησαν από το [Βασίλειο του Βελγίου] και παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 2 της οδηγίας [89/552].»

20      Η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες σκέψεις:

«(4)      Ο κατάλογος των εκδηλώσεων μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος που περιλαμβάνεται στα βελγικά μέτρα καταρτίστηκε με σαφήνεια και διαφάνεια, ενώ είχε δρομολογηθεί στο Βέλγιο εκτεταμένη διαδικασία διαβούλευσης.

(5)      Η Επιτροπή διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι οι εκδηλώσεις που παρατίθενται στα κοινοποιημένα βελγικά μέτρα πληρούν δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα κριτήρια, τα οποία θεωρούνται αξιόπιστοι δείκτες της σημασίας που έχουν οι εκάστοτε εκδηλώσεις για την κοινωνία: i) ιδιαίτερη ευρύτερη απήχηση εντός του κράτους μέλους και όχι απλώς σπουδαιότητα για όσους κατά κανόνα παρακολουθούν το εκάστοτε άθλημα ή δραστηριότητα· ii) ευρύτερα αναγνωρισμένη, διακριτή πολιτιστική σημασία για τον πληθυσμό του κράτους μέλους, με καταλυτικό ρόλο στην πολιτιστική του ταυτότητα· iii) συμμετοχή της εθνικής ομάδας στην εκάστοτε εκδήλωση στο πλαίσιο αγώνα ή διοργάνωσης διεθνούς σημασίας· και iv) η εκδήλωση μεταδίδεται συνήθως στο πλαίσιο δωρεάν τηλεοπτικού προγράμματος και έχει μεγάλη τηλεθέαση.

(6)      Ορισμένες από τις εκδηλώσεις που απαριθμούνται στα μέτρα που κοινοποίησε το [Βασίλειο του Βελγίου], συμπεριλαμβανομένων των θερινών και χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς και των διοργανώσεων των τελικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου και του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου εμπίπτουν στην κατηγορία των εκδηλώσεων που κατά παράδοση θεωρούνται μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος, όπως αναφέρεται ρητά στην αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας [97/36/ΕΚ]. Οι εν λόγω εκδηλώσεις έχουν ειδική ευρύτερη απήχηση στο Βέλγιο δεδομένου ότι είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στο ευρύ κοινό και όχι μόνο σε όσους παρακολουθούν τακτικά αθλητικές εκδηλώσεις.

[…]

(8)      Οι απαριθμούμενες ποδοσφαιρικές εκδηλώσεις όπου συμμετέχουν εθνικές ομάδες έχουν ιδιαίτερη ευρύτερη απήχηση στο Βέλγιο καθώς παρέχουν σε βελγικές ομάδες ευκαιρία προώθησης του βελγικού ποδοσφαίρου σε διεθνές επίπεδο.

[…]

(16)      Οι απαριθμούμενες εκδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων όσων θεωρούνται ως σύνολο και όχι ως σειρά μεμονωμένων εκδηλώσεων, εκπέμπονταν κατά παράδοση σε ελεύθερη (δωρεάν) εκπομπή επιτυγχάνοντας μεγάλη ακροαματικότητα. […]

(17)      Τα βελγικά μέτρα εμφανίζονται αναλογικά ώστε να δικαιολογείται παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που θεσπίζεται στη Συνθήκη ΕΚ εξαιτίας επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος, για τη διασφάλιση ευρείας πρόσβασης του κοινού στις τηλεοπτικές μεταδόσεις εκδηλώσεων μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος.

(18)      Τα μέτρα που κοινοποίησε το [Βασίλειο του Βελγίου] είναι συμβατά με τους κανόνες ανταγωνισμού της [Συνθήκης], διότι ο προσδιορισμός των κατάλληλων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών για την τηλεοπτική μετάδοση των εκδηλώσεων που παρατίθενται στον κατάλογο βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν πραγματικό και δυνητικό ανταγωνισμό για την απόκτηση των δικαιωμάτων μετάδοσης αυτών των εκδηλώσεων. Επιπλέον, ο αριθμός των εκδηλώσεων του καταλόγου δεν είναι δυσανάλογος ώστε να στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στις κατάντη αγορές της τηλεόρασης ελεύθερης πρόσβασης και της συνδρομητικής τηλεόρασης.

[…]

(22)      Όπως προκύπτει από την απόφαση του [Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 2005, T-33/01, Infront WM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. ΙΙ-5897], η δήλωση ότι μέτρα που ελήφθησαν σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 1 της οδηγίας [89/552/ΕΟΚ] είναι συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο συνιστά απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 249 [ΕΚ], η οποία πρέπει επομένως να εγκριθεί από την Επιτροπή. Είναι κατά συνέπεια απαραίτητο να δηλωθεί με την παρούσα απόφαση ότι τα μέτρα που διακοινώθηκαν από το [Βασίλειο του Βελγίου] είναι συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο. Τα μέτρα, όπως τελικώς ελήφθησαν από το [Βασίλειο του Βελγίου] και παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα σύμφωνα με το άρθρο 3α παράγραφος 2 της οδηγίας [89/552].»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

21      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 4 Οκτωβρίου 2007, η FIFA άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

22      Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Οκτωβρίου 2007, η FIFA ζήτησε από το δικαιοδοτικό αυτό όργανο να καλέσει την Επιτροπή, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να προσκομίσει σειρά εγγράφων τα οποία ήσαν, κατά τη γνώμη της FIFA, ουσιώδη για την άσκηση των δικαιωμάτων της καθώς και για τον δικαστικό έλεγχο που καλείται να ασκήσει το Πρωτοδικείο.

23      Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 και 29 Ιανουαρίου 2008, το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Με διάταξη της 31ης Μαρτίου 2008, ο πρόεδρος του εβδόμου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε τις παρεμβάσεις αυτές. Τα παρεμβαίνοντα κατέθεσαν τα υπομνήματά τους και η FIFA κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων αυτών εμπροθέσμως.

24      Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Φεβρουαρίου 2008, η FIFA ζήτησε να κληθεί η Επιτροπή, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα τα οποία μνημονεύονται στο υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε η Επιτροπή.

25      Με απόφαση της 26ης Μαΐου 2008, το έβδομο τμήμα του Πρωτοδικείου αποφάσισε να μη δώσει συνέχεια, κατά το στάδιο αυτό, στο αίτημα για τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας το οποίο υπέβαλε η FIFA.

26      Με διάταξη της 15ης Δεκεμβρίου 2009, αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως και της υποθέσεως T‑68/08, FIFA κατά Επιτροπής, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας.

27      Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, έθεσε ορισμένες ερωτήσεις στη FIFA και στην Επιτροπή. Στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου δόθηκε απάντηση εμπροθέσμως.

28      Η FIFA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει ή εν όλω, κατά το μέτρο που αυτή αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο·

–        να καταδικάσει την Επιτροπή, το Βασίλειο του Βελγίου, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.

29      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή·

–        να καταδικάσει τη FIFA στα δικαστικά έξοδα.

30      Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή. Το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητούν, επίσης, να καταδικασθεί η FIFA στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού

 Επιχειρήματα των διαδίκων

31      Όσον αφορά τα σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής ζητήματα, η Επιτροπή τόνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση C‑125/06 P, Επιτροπή κατά Infront WM (Συλλογή 2008, σ. I‑1451), ανακαλεί τα αφορώντα το απαράδεκτο της προσφυγής επιχειρήματα τα οποία προέβαλε στο πλαίσιο του υπομνήματός της αντικρούσεως.

32      Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τη FIFA ούτε ατομικά ούτε άμεσα. Επιπλέον, η FIFA δεν άσκησε προσφυγή κατά των εθνικών μέτρων ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων, οπότε η προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκήθηκε εκπροθέσμως, λαμβανομένου υπόψη ότι τυχόν ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν πρόκειται να επηρεάσει το κύρος της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας. Εξ αυτών προκύπτει ότι η FIFA δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.

33      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η FIFA δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, η FIFA είχε ήδη μεταβιβάσει τα δικαιώματα μεταδόσεως των αγώνων των παγκοσμίων κυπέλλων του 2006, του 2010 και του 2014. Έτσι, η θέση της FIFA από την άποψη της δυνατότητας μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων μεταδόσεως των αγώνων των διοργανώσεων αυτών στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς της επιλογής της δεν επηρεάσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η FIFA δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τις διοργανώσεις που προγραμματίζονται για μετά το 2014, καθόσον, πρώτον, τα δικαιώματα μεταδόσεως των αγώνων των εν λόγω διοργανώσεων δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο εκμεταλλεύσεως και, δεύτερον, η Επιτροπή προέβη στην εξέταση της συμβατότητας των βελγικών μέτρων προς το κοινοτικό δίκαιο υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων εκδηλώσεων και όχι υπό το πρίσμα όλων των μελλοντικών τελικών φάσεων του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Επομένως, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα απέφερε όφελος μόνο στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι εκτός Βελγίου και οι οποίοι επιθυμούν να αναμεταδίδουν στη χώρα αυτή αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα τη FIFA.

34      Η FIFA φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα και ότι, επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά.

 Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

35      Οι λόγοι απαραδέκτου τους οποίους προέβαλαν το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι δημοσίας τάξεως δεδομένου ότι, στο πλαίσιο των λόγων αυτών, τίθενται υπό αμφισβήτηση το έννομο συμφέρον και η ενεργητική νομιμοποίηση της FIFA καθώς και η τήρηση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αυτούς τους λόγους απαραδέκτου, καίτοι τα ως άνω παρεμβαίνοντα δεν νομιμοποιούνται να τους προβάλλουν κατά το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί, πλέον, το παραδεκτό της προσφυγής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό και κατ’ αναλογίαν, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1993, C‑313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑1125, σκέψεις 21 έως 23).

36      Όσον αφορά το ζήτημα του άμεσου επηρεασμού της FIFA, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ότι η απόφαση πρέπει να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτεί το αμφισβητούμενο κοινοτικό μέτρο να παράγει άμεσα αποτελέσματα έναντι της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, καθόσον αυτή έχει καθαρά αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από την κοινοτική ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων κανόνων (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

37      Συναφώς, κατά το άρθρο 1 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της κανονιστικής αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2004 (βλ. σκέψεις 9 και 10 ανωτέρω), κανένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας αποφάσεως, δεν μπορεί να ασκεί αποκλειστικά δικαιώματα μεταδόσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου για την ολλανδόφωνη περιφέρεια και την Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης εκτός αν εγγυάται, μέσω συμβάσεων που έχει συνάψει, ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις θα τηρηθούν. Παρομοίως, από το άρθρο 2 και από το παράρτημα της κανονιστικής αποφάσεως της 8ης Ιουνίου 2004 (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω) προκύπτει ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται εντός της Γαλλικής Κοινότητας και οι οποίοι προτίθενται να ασκήσουν αποκλειστικό δικαίωμα μεταδόσεως των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου υποχρεούνται να τους μεταδίδουν μέσω υπηρεσίας τηλεοπτικής μεταδόσεως που να πληροί τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 13 ανωτέρω.

38      Από τις ως άνω ρυθμίσεις προκύπτει ότι η μεταβίβαση των αποκλειστικών δικαιωμάτων μεταδόσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου, του οποίου η FIFA αποτελεί τον υπεύθυνο διοργανώσεως κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Βασιλείου του Βελγίου και οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα που συνήθως απορρέουν από μια τέτοια αποκλειστικότητα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπίσει η Φλαμανδική Κοινότητα και η Γαλλική Κοινότητα του εν λόγω κράτους μέλους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους έχουν απονεμηθεί, τέτοιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί θα πρέπει, προς τον σκοπό της μεταδόσεως των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου, να προσφεύγουν στις υπηρεσίες άλλου ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού που πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις, οπότε η συνομολογηθείσα ρήτρα αποκλειστικότητας καθίσταται άνευ περιεχομένου.

39      Καίτοι είναι αληθές ότι οι ως άνω έννομες συνέπειες απορρέουν από τη βελγική νομοθεσία και όχι από την προσβαλλόμενη απόφαση, γεγονός παραμένει ότι ο μηχανισμός αμοιβαίας αναγνωρίσεως τον οποίο ενεργοποιεί η δεύτερη, σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 3, της οδηγίας 89/552, δημιουργεί υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν τις συνέπειες αυτές. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την τήρηση, εκ μέρους των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, των προϋποθέσεων τηλεοπτικής μεταδόσεως στο Βέλγιο των εκδηλώσεων που περιλαμβάνονται στον ενοποιημένο κατάλογο που έχει επισυναφθεί σε παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτές καθορίσθηκαν από το Βασίλειο του Βελγίου με τα μέτρα του τα οποία εγκρίθηκαν και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, η υποχρέωση επιτεύξεως του αποτελέσματος αυτού θίγει άμεσα τη νομική κατάσταση των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων κρατών μελών, πλην του Βασιλείου του Βελγίου, και οι οποίοι επιθυμούν να αγοράσουν δικαιώματα μεταδόσεως στο Βέλγιο τα οποία κατέχει αρχικώς η FIFA (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψεις 62 και 63).

40      Επομένως, ο μηχανισμός αμοιβαίας αναγνωρίσεως, τον οποίο προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να αποκλείουν τη χρήση των δικαιωμάτων μεταδόσεως των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου κατ’ αποκλειστικότητα εκ μέρους ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους και οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω, οπότε τα δικαιώματα, τα οποία κατέχει αρχικώς η FIFA, επηρεάζονται επίσης όταν προσφέρονται δημοσίως σε οργανισμούς που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Βασιλείου του Βελγίου, αλλά στην αρμοδιότητα άλλου κράτους μέλους.

41      Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει αμέσως αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της FIFA όσον αφορά τα δικαιώματα τα οποία κατέχει αρχικώς η FIFA και δεν καταλείπει καμία εξουσία εκτιμήσεως στα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο επέρχεται αυτομάτως και το οποίο απορρέει αποκλειστικώς από την κοινοτική ρύθμιση, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των συγκεκριμένων μηχανισμών που οι εθνικές αρχές πρόκειται να θέσουν σε λειτουργία για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψεις 60 και 61).

42      Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα τη FIFA.

43      Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τη FIFA, πρέπει να υπομνηστεί ότι πρόσωπα άλλα από τους αποδέκτες μιας αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι η απόφαση τα αφορά ατομικά, παρά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη μιας τέτοιας αποφάσεως (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Infront WM, σκέψη 31 ανωτέρω, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

44      Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως και της πηγής των δικαιωμάτων μεταδόσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αυτό αποτελεί εκδήλωση κατά το πνεύμα της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, υπό την έννοια ότι διοργανώνεται εκ των προτέρων από έναν υπεύθυνο διοργανώσεως ο οποίος έχει νομίμως εξουσιοδοτηθεί να πωλεί τα δικαιώματα αυτά και ότι η FIFA είναι ο εν λόγω υπεύθυνος διοργανώσεως. Δεδομένου ότι η κατάσταση αυτή ίσχυε, επίσης, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήταν απολύτως δυνατή η εξατομίκευση της FIFA κατά τον χρόνο εκείνο.

45      Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τη FIFA.

46      Ως προς το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η FIFA δεν έβαλε κατά των βελγικών μέτρων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αρκεί να επισημανθεί ότι η FIFA, με την προσφυγή της, βάλλει ιδίως κατά της νομιμότητας του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο τα εν λόγω μέτρα είναι συμβατά προς το κοινοτικό δίκαιο.

47      Επομένως, ο έλεγχος στον οποίο ζητείται να προβεί το Γενικό Δικαστήριο εν προκειμένω αφορά τη νομιμότητα της ως άνω διαπιστώσεως, χωρίς η έλλειψη αμφισβητήσεως των βελγικών μέτρων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων να επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το παραδεκτό της προσφυγής, η οποία, κατά τα λοιπά, ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 230 ΕΚ προθεσμίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 2005, T‑33/01, Infront WM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑5897, σκέψη 109).

48      Ως προς το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η FIFA είχε ήδη μεταβιβάσει τα δικαιώματα μεταδόσεως των παγκοσμίων κυπέλλων του 2006, του 2010 και του 2014, αρκεί να επισημανθεί ότι η Επιτροπή έκρινε συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο τα μέτρα που έλαβε το Βασίλειο του Βελγίου, όπως αυτά εμφαίνονται στο παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πάντως, τα μέτρα αυτά αναφέρονται στο Παγκόσμιο Κύπελλο χωρίς χρονικό περιορισμό, οπότε καλύπτονται από την προσβαλλόμενη απόφαση επί όσο χρόνο παραμένουν σε ισχύ. Επομένως, το έννομο συμφέρον της FIFA δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση βάσει του λόγου που προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

49      Κατά συνέπεια, τα αφορώντα το απαράδεκτο της προσφυγής επιχειρήματα που προέβαλαν το Βασίλειο του Βελγίου και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να απορριφθούν.

 Επί της ουσίας

50      Η FIFA προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά προς το άρθρο 49 ΕΚ, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 49 ΕΚ, τρίτον, παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά προς το άρθρο 43 ΕΚ, τέταρτον, παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας της FIFA, πέμπτον, παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία λήψεως των βελγικών μέτρων ήταν σαφής και διαφανής και, έκτον, έλλειψη αιτιολογίας.

51      Πριν εξετασθούν οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η FIFA, επιβάλλεται η διατύπωση ορισμένων παρατηρήσεων γενικής φύσεως που πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο αυτών των λόγων ακυρώσεως.

52      Ευθύς εξ αρχής, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 συγκεκριμενοποίησε τη δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν, βάσει επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος, την άσκηση, στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων, των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται από το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο.

53      Συγκεκριμένα, έστω και αν τα μέτρα που έλαβαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του άρθρου 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 εφαρμόζονται αδιακρίτως τόσο επί των εγκατεστημένων στην ημεδαπή επιχειρήσεων όσο και επί των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεων, αρκεί να ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ημεδαπή προκειμένου να θεωρηθεί ότι αυτά συνιστούν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 1997, C‑398/95, SETTG, Συλλογή 1997, σ. I‑3091, σκέψη 16, και της 13ης Δεκεμβρίου 2007, C‑250/06, United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I‑11135, σκέψεις 37 και 38). Παρομοίως, τα εν λόγω μέτρα δύνανται να παρακωλύουν την ελευθερία εγκαταστάσεως οσάκις είναι ικανά να περιάγουν τις εταιρίες άλλων κρατών μελών σε μειονεκτική πραγματική ή νομική κατάσταση σε σχέση με τις εταιρίες του κράτους μέλους που έλαβε τα μέτρα αυτά (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 1999, C‑255/97, Pfeiffer, Συλλογή 1999, σ. I‑2835, σκέψη 19).

54      Πάντως, τέτοιοι περιορισμοί θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις Pfeiffer, σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 19, και United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

55      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ελευθερία εκφράσεως, όπως αυτή προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 10 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), καταλέγεται μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζει η κοινοτική έννομη τάξη και συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος δυνάμενο να δικαιολογήσει τέτοιους περιορισμούς (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπλέον, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, η ελευθερία εκφράσεως περιλαμβάνει και την ελευθερία λήψεως πληροφοριών.

56      Εν προκειμένω, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα μέτρα που έλαβε το Βασίλειο του Βελγίου αποτελούν εμπόδια για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36, τα προβλεπόμενα από το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552 μέτρα αποσκοπούν στην προάσπιση του δικαιώματος στην ενημέρωση και στην εξασφάλιση της ευρείας προσβάσεως του κοινού στην τηλεοπτική κάλυψη εκδηλώσεων, εθνικών ή όχι, μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Κατά την αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 97/36, μια εκδήλωση αποτελεί εκδήλωση μείζονος σημασίας οσάκις είναι εξέχουσα, παρουσιάζει ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε συγκεκριμένο κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα συγκεκριμένου κράτους μέλους και διοργανώνεται εκ των προτέρων από υπεύθυνο διοργανώσεως εκδηλώσεων ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί να πωλεί τα σχετικά με την εν λόγω εκδήλωση δικαιώματα.

57      Κατά συνέπεια, εφόσον τα προβλεπόμενα από το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 μέτρα αφορούν εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία, τα εν λόγω μέτρα δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, γεγονός το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητείται από τη FIFA.

58      Εν συνεχεία, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 54 ανωτέρω, τα εν λόγω μέτρα πρέπει, ακόμη, να είναι πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια.

59      Τέλος, όσον αφορά το περιεχόμενο της αιτιολογικής σκέψεως 18 της οδηγίας 97/36, πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552, στο οποίο αναφέρεται η εν λόγω αιτιολογική σκέψη, δεν προβαίνει σε εναρμόνιση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν από τα κράτη μέλη ως μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς το γράμμα του άρθρου αυτού όπως προκύπτει από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο για την έκδοση της οδηγίας 97/36 (ΕΕ 1996, C 362, σ. 56) στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στους θερινούς και χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες και στο Παγκόσμιο και Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, η ως άνω διάταξη δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις δυνάμενες να περιληφθούν στους εθνικούς καταλόγους.

60      Επομένως, όπως άλλωστε επισημαίνει η Επιτροπή, η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η συμπερίληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε εθνικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία την καθιστά, αυτομάτως, συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο. Κατά μείζονα λόγο, από την ως άνω αιτιολογική σκέψη δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να περιλαμβάνεται βασίμως, στο σύνολό του, σε έναν τέτοιο κατάλογο ανεξαρτήτως του ενδιαφέροντος που προκαλούν, εντός του οικείου κράτους μέλους, οι ποδοσφαιρικοί αγώνες της διοργανώσεως αυτής.

61      Αντιθέτως, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που περιέχονται στις σκέψεις 52 έως 57 ανωτέρω, η ως άνω αιτιολογική σκέψη συνεπάγεται ότι, όταν κράτος μέλος περιλαμβάνει αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο που κατήρτισε, το εν λόγω κράτος μέλος δεν χρειάζεται να συμπεριλάβει, στην ανακοίνωσή του προς την Επιτροπή, ειδική αιτιολογία όσον αφορά τον χαρακτήρα των αγώνων αυτών ως εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

62      Ακριβώς με γνώμονα τις ως άνω παρατηρήσεις πρέπει να εκτιμηθεί το βάσιμο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η FIFA.

63      Τέλος, στον βαθμό που η FIFA προβάλλει, με τον περιλαμβανόμενο στο υπόμνημα απαντήσεως έκτο λόγο ακυρώσεως, έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τη σημασία του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου για τη βελγική κοινωνία, το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει αυτόν τον λόγο ακυρώσεως πριν εξετάσει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που βάλλει κατά του βασίμου της εκτιμήσεως αυτής.

 Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

64      Η FIFA υποστηρίζει ότι από κανένα στοιχείο της αιτιολογικής σκέψεως 18 της οδηγίας 97/36 δεν προκύπτει ότι η αναφορά στο Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι 64 αγώνες της διοργανώσεως αυτής θεωρούνται αυτομάτως ότι αποτελούν, στο σύνολό τους, εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Όλως αντιθέτως, η κατανομή των αγώνων της εν λόγω διοργανώσεως, αφενός, σε αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι ημιτελικοί, ο τελικός και οι αγώνες της αντίστοιχης εθνικής ομάδας, εν προκειμένω της εθνικής ομάδας του Βελγίου, και, αφετέρου, σε αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος», στους οποίους συμπεριλαμβάνονται όλοι οι λοιποί αγώνες, θα ήταν αποτελεσματική και θα αντιστοιχούσε στη μέθοδο που ακολούθησαν άλλα κράτη μέλη τα οποία γνωστοποίησαν τα ληφθέντα από αυτά μέτρα κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552. Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε μια τέτοια κατανομή των αγώνων σε κατηγορίες με το έγγραφο εργασίας της CC TVSF(97) σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552. Επομένως, η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από το καθήκον της να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους εγκρίνει την αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον βελγικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία του κράτους μέλους αυτού.

65      Πάντως, οι εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνοδεύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, οπότε δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν προσήκουσα αιτιολογία με γνώμονα τον ορισμό μιας εκδηλώσεως μείζονος σημασίας για την κοινωνία, ο οποίος περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 97/36. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει στοιχεία αποδεικνύοντα ότι το σύνολο των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου πληροί τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη η Επιτροπή.

66      Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ένδειξη ως προς τα σχετικά με την κατάσταση των μέσων ενημερώσεως στο Βέλγιο στοιχεία που έλαβε υπόψη η Επιτροπή, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 3 της εν λόγω αποφάσεως, ούτε ως προς τις λοιπές πληροφορίες που το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει ότι είχε στη διάθεσή του, όπως είναι τα ποσοστά τηλεθέασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι αδύνατο στη μεν FIFA να εκθέσει την άποψή της ως προς τη φύση και τη λυσιτέλεια των στοιχείων που οδήγησαν την Επιτροπή να εκτιμήσει ότι το σύνολο των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον προσήκοντα έλεγχο, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί.

67      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα παρεμβαίνοντα, αμφισβητεί το βάσιμο του ως άνω λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

68      Πρέπει να υπομνηστεί, ευθύς εξ αρχής, ότι η ελλιπής ή ανεπαρκής αιτιολογία αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, και συνιστά λόγο δημοσίας τάξεως τον οποίο ο κοινοτικός δικαστής μπορεί και μάλιστα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C‑89/08 P, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. Ι‑11245, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, το γεγονός ότι ο ως άνω λόγος ακυρώσεως προβλήθηκε για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως δεν εμποδίζει το Γενικό Δικαστήριο να προβεί στην εξέταση της βασιμότητάς του.

69      Εν συνεχεία, κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και να επιτρέπει να διαφανεί κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της πράξεως ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα ή ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται τόσο βάσει του περιεχομένου της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό ζήτημα (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 2000, C‑265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I‑2061, σκέψη 93).

70      Η FIFA προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε το συμπέρασμά της ότι όλοι οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου πρέπει να θεωρούνται ότι ενέχουν μείζονα σημασία για τη βελγική κοινωνία. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η FIFA, με τη γραπτή απάντησή της στην ερώτηση που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας (βλ. σκέψη 27 ανωτέρω), επιβεβαίωσε ρητώς αυτό που προέκυπτε εμμέσως από πλείονα σημεία των δικογράφων της, δηλαδή ότι θεωρεί τη συμπερίληψη των αγώνων «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ήτοι του τελικού, των ημιτελικών και των αγώνων της εθνικής ομάδας του Βελγίου, στον βελγικό κατάλογο ως συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται, επίσης, μια διαδικασία χαρακτηριζόμενη από σαφήνεια και διαφάνεια.

71      Πάντως, καίτοι είναι αληθές ότι η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 δεν λαμβάνει θέση επί του καίριου ζητήματος αν όλοι ή ορισμένοι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου μπορούν να περιλαμβάνονται σε εθνικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, δεν συντρέχει κανένας λόγος να γίνει δεκτό ότι, κατ’ αρχήν, μόνον οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» μπορούν να χαρακτηρίζονται έτσι και, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνονται σ’ έναν τέτοιο κατάλογο.

72      Συγκεκριμένα, το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί διοργάνωση η οποία μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση, παρά ως μια σειρά επιμέρους εκδηλώσεων που διαχωρίζονται σε αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» και «μικρότερου ενδιαφέροντος». Συναφώς, είναι πασίγνωστο ότι, στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τα αποτελέσματα των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» προσδιορίζουν την τύχη που θα έχουν οι ομάδες, οπότε η συμμετοχή τους σε αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», όπως είναι αυτοί στους οποίους λαμβάνει μέρος η οικεία εθνική ομάδα, μπορεί να εξαρτάται από τους εν λόγω αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος». Έτσι, οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» προσδιορίζουν τους αντιπάλους της οικείας εθνικής ομάδας στα επόμενα στάδια της διοργανώσεως. Επιπλέον, τα αποτελέσματα των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» μπορούν να προσδιορίσουν αν η εν λόγω εθνική ομάδα θα είναι παρούσα ή απούσα από το επόμενο στάδιο της διοργανώσεως.

73      Λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου αυτού πλαισίου που παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί το Παγκόσμιο Κύπελλο ως ενιαία εκδήλωση, όπως υπογραμμίζει η αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να παράσχει λεπτομερέστερη αιτιολογία ως προς την εκτίμησή της σε σχέση με τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος», ιδίως εφόσον τα σχετικά στατιστικά στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι οι αγώνες αυτοί προσελκύουν κατά σύστημα αμελητέο αριθμό τηλεθεατών (βλ. σκέψεις 101 έως 109 κατωτέρω). Οι εν λόγω περιστάσεις παρείχαν, επίσης, τη δυνατότητα στην Επιτροπή να αιτιολογήσει την απόφασή της με αναφορά στην ιδιαίτερη απήχηση που έχει στο Βέλγιο το Παγκόσμιο Κύπελλο υπό την έννοια ότι πρόκειται για μια ιδιαιτέρως δημοφιλή εκδήλωση για το ευρύ κοινό και όχι μόνο για τους φίλους του ποδοσφαίρου, όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 6 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

74      Κατά συνέπεια, η περιεχόμενη στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω) αιτιολογία παρέχει τη δυνατότητα, αφενός, στη FIFA να εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή εκτίμησε ότι το σύνολο των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου μπορούσε εγκύρως να περιληφθεί στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία και, αφετέρου, στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του ως προς τη βασιμότητα της εκτιμήσεως αυτής, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 253 ΕΚ επ’ αυτού.

75      Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά προς το άρθρο 49 ΕΚ

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

76      Η FIFA εκθέτει ότι, όπως τονίζεται εξάλλου στην αιτιολογική σκέψη 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο βελγικός κατάλογος συνιστά εμπόδιο για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά το μέτρο που περιορίζει τον αριθμό των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που θα ενδιαφέρονταν για την απόκτηση των δικαιωμάτων μεταδόσεως των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Βέλγιο. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που ενέχει η αποκλειστικότητα στο πλαίσιο της αποκτήσεως τέτοιων δικαιωμάτων, κανένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος πλην του Βελγίου, ο οποίος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω, δεν θα ενδιαφερόταν για την απόκτηση μη αποκλειστικών δικαιωμάτων αναμεταδόσεως, παρά το γεγονός ότι θα ήταν δυνατό ο εν λόγω οργανισμός να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις οικείες κοινότητες της χώρας αυτής.

77      Η FIFA, ενώ δέχεται ότι υπάρχει η δυνατότητα περιορισμού της ασκήσεως μιας καθιερωθείσας από τη Συνθήκη θεμελιώδους ελευθερίας για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η πρόσβαση του κοινού στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή οφείλει να προβαίνει σε πλήρη έλεγχο της συμβατότητας των θεσπιζομένων ή προβλεπομένων βάσει του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552 μέτρων προς το κοινοτικό δίκαιο, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν εξαιρέσεις που πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς. Το οικείο κράτος μέλος οφείλει να αποδείξει ότι οι εν λόγω περιορισμοί είναι δικαιολογημένοι, αναγκαίοι και ανάλογοι και η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ότι έχουν περιέλθει σ’ αυτή τα αναγκαία στοιχεία προς τούτο.

78      Συναφώς, η FIFA υπογραμμίζει ότι οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» μπορούν θεμιτώς να θεωρούνται ότι ενέχουν μείζονα σημασία για την κοινωνία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, γεγονός το οποίο συνάδει, εξάλλου, προς την πολιτική που ακολουθεί η FIFA. Κατά την πολιτική αυτή, οι ημιτελικοί, ο τελικός, οι αγώνες της οικείας εθνικής ομάδας και ο εναρκτήριος αγώνας του Παγκοσμίου Κυπέλλου πρέπει να μεταδίδονται απευθείας μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως.

79      Πάντως, από πλείονα σημεία των δικογράφων της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή δεν διεξήγαγε προσήκοντα έλεγχο της συμβατότητας του βελγικού καταλόγου προς το κοινοτικό δίκαιο κατά το μέτρο που ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει το σύνολο των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου, με πρόσχημα το ότι η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 καθιστά έναν έλεγχο τέτοιου είδους περιττό. Κατά τη FIFA, το γεγονός αυτό δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

80      Επιπλέον, η FIFA υπογραμμίζει ότι τα επίδικα μέτρα είναι ασυνεπή ως προς τον δεδηλωμένο σκοπό τους που συνίσταται στο να εξασφαλισθεί η πρόσβαση του κοινού στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, εφόσον τα εν λόγω μέτρα έχουν ως συνέπεια τη μακροπρόθεσμη «αποψίλωση» των περιλαμβανόμενων στον κατάλογο αθλητικών εκδηλώσεων διά της μειώσεως των εσόδων που αποφέρουν και τον περιορισμό, ως εκ τούτου, της ικανότητάς τους να «διατηρούν» την ιδιότητα των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

81      Όσον αφορά τη σημασία των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» για τη βελγική κοινωνία, η FIFA ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι αγώνες αυτοί δεν έχουν ιδιαίτερη απήχηση παρά μόνο στους φίλους του ποδοσφαίρου και, δεύτερον, ότι οι αγώνες αυτοί δεν μεταδίδονταν κατά παράδοση μέσω τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης προσβάσεως ούτε επιτύγχαναν υψηλή ακροαματικότητα. Κατά συνέπεια, οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν πληρούν τα δύο κριτήρια που έχει δεχθεί η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οπότε η Επιτροπή υπέπεσε, συναφώς, σε πλάνη.

82      Όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με την απήχηση που έχει το Παγκόσμιο Κύπελλο στη βελγική κοινωνία, η FIFA ισχυρίζεται ότι η συμπερίληψη του συνόλου των αγώνων της διοργανώσεως αυτής στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία αποτελεί δυσανάλογο μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Συγκεκριμένα, οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου προσελκύουν μόνον ένα τμήμα του αριθμού των τηλεθεατών τους οποίους προσελκύουν οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», αλλά επίσης προσελκύουν μόνον ένα τμήμα των τηλεθεατών τους οποίους προσελκύει σειρά άλλων εκπομπών της βελγικής τηλεόρασης, οπότε η δημοτικότητά τους πρέπει να θεωρείται ότι είναι πολύ περιορισμένη. Επιπλέον, ο εν λόγω δυσανάλογος χαρακτήρας καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι οι ίδιοι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί δεν αναμεταδίδουν απευθείας όλους τους αγώνες.

83      Τα ως άνω συμπεράσματα είναι σύμφωνα προς την πρακτική που ακολούθησε η Επιτροπή σε προηγούμενες αποφάσεις και προς τη νομολογία και επιβεβαιώνονται εκ των ιδιαιτέρως χαμηλών ποσοστών τηλεθέασης που σημείωσαν ορισμένοι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος», οι οποίοι προσείλκυσαν αριθμό τηλεθεατών κυμαινόμενο μεταξύ 27 000 και 33 000 στη Βαλλονία.

84      Ειδικότερα, από μελέτη στηριζόμενη στα στοιχεία που αντλήθηκαν από τη βάση δεδομένων βελγικής εταιρίας ερευνών προκύπτει ότι ο μέσος αριθμός αυτών που δεν είναι φίλοι του ποδοσφαίρου και παρακολούθησαν συνεχώς επί 30 λεπτά τουλάχιστον όλους τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» των παγκοσμίων κυπέλλων του 1998, του 2002 και του 2006 αντιπροσώπευε, αντιστοίχως, μόλις το 2,5 %, το 0,8 % και το 2,5 % της συνολικής ακροαματικότητας για τη Φλαμανδική Κοινότητα και μόλις το 1,4 %, το 1,2 % και το 1,4 % της συνολικής ακροαματικότητας για τη Γαλλική Κοινότητα. Αντιθέτως το 17,6 %, το 9,5 % και 10 % των φίλων του ποδοσφαίρου παρακολούθησαν, αντιστοίχως, τουλάχιστον επί 30 λεπτά συνεχώς όλους τους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» των παγκοσμίων κυπέλλων του 1998, του 2002 και του 2006 εντός της Φλαμανδικής Κοινότητας, τα δε αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 10,9 %, σε 9 % και σε 12,5 % εντός της Γαλλικής Κοινότητας.

85      Έτσι, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης αποδείξεως μνημονευθείσας στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την ιδιαίτερη απήχηση που έχουν οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο ευρύ κοινό εντός του Βελγίου, και, κατά μείζονα λόγο, όσον αφορά την απήχηση που έχουν στο ευρύ κοινό οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» της διοργανώσεως αυτής, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το σύνολο των αγώνων της διοργανώσεως αυτής ενέχει μείζονα σημασία για τη βελγική κοινωνία.

86      Περαιτέρω, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» ενέχουν μείζονα σημασία για τη βελγική κοινωνία δεδομένου ότι η βελγική νομοθεσία δεν επιβάλλει στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς να μεταδίδουν τους εν λόγω αγώνες, ενώ επιβάλλει ανάλογες υποχρεώσεις όσον αφορά άλλες εκδηλώσεις.

87      Ως προς το κριτήριο σχετικά με τη συμμετοχή της εθνικής ομάδας του Βελγίου, το οποίο τίθεται στην αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η FIFA ισχυρίζεται ότι το εν λόγω κριτήριο δεν πληρούται, εξ ορισμού, όσον αφορά τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος».

88      Όσον αφορά το κριτήριο σχετικά με τη μετάδοση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, κατά παράδοση, μέσω τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης προσβάσεως και σχετικά με την «προσέλκυση» πολλών τηλεθεατών, ευθύς εξ αρχής, η FIFA φρονεί ότι το εν λόγω κριτήριο είναι αλυσιτελές, καθόσον πολλές εκπομπές, όπως οι ταινίες και οι κωμωδίες, θα πληρούσαν το κριτήριο αυτό χωρίς, ωστόσο, να περιλαμβάνονται στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία. Εν συνεχεία, η FIFA υπογραμμίζει ότι η τήρηση του κριτηρίου αυτού αποτελεί απλώς έναν δείκτη ως προς τη σημασία της εκδηλώσεως, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο συμπεριλήψεώς της στον κατάλογο. Επιπλέον, δεδομένου ότι η αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παρέχει ενδείξεις περί του αντιθέτου, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως να συναγάγει ότι πληρούται το εν λόγω κριτήριο και ότι η αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον βελγικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία αποτελεί μέτρο σεβόμενο την αρχή της αναλογικότητας.

89      Η FIFA επαναλαμβάνει ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου προκαλούν συχνά τόσο μικρό ενδιαφέρον ώστε δεν μεταδίδονται καν απευθείας μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως και ότι, οσάκις αυτοί μεταδίδονται, δεν προσελκύουν πολλούς τηλεθεατές. Έτσι, όσον αφορά τα παγκόσμια κύπελλα του 1998, του 2002 και του 2006, 24 αγώνες συνολικά δεν μεταδόθηκαν απευθείας σε μία ή σε αμφότερες τις βελγικές κοινότητες που θέσπισαν τα επίδικα μέτρα, ενώ 8 από τους εν λόγω αγώνες που μεταδόθηκαν σε μαγνητοσκόπηση εντός της Βαλλονίας προσείλκυσαν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό τηλεθεατών. Επιπλέον, η FIFA υπογραμμίζει ότι η ταυτόχρονη διεξαγωγή δύο αγώνων δεν αποτελεί περίσταση δικαιολογούσα την έλλειψη μεταδόσεως ενός από αυτούς, καθόσον οι εν λόγω αγώνες μπορούν να μεταδοθούν μέσω διαφορετικών τηλεοπτικών διαύλων, ενώ είναι δυνατό να προβλεφθεί, επίσης, η χορήγηση επιμέρους αδειών εκμεταλλεύσεως για την ειδική αυτή περίπτωση.

90      Εξάλλου, οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 προσείλκυσαν, κατά μέσο όρο, μόνον 326 000 και 279 000 τηλεθεατές, αντιστοίχως, στη Φλάνδρα και στη Βαλλονία, έναντι 722 000 και 583 000 τηλεθεατών τους οποίους προσείλκυσαν, κατά μέσο όρο, οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» της ίδιας διοργανώσεως, ενώ παρόμοιες τάσεις παρατηρήθηκαν όσον αφορά τα παγκόσμια κύπελλα του 1998 και του 2002. Επομένως, η Επιτροπή υπέπεσε, επίσης, σε πλάνη υποστηρίζοντας ότι το σύνολο των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου προσείλκυε πάντοτε πολλούς τηλεθεατές στο Βέλγιο και, κατά συνέπεια, παρέβλεψε τις απαιτήσεις του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552.

91      Επιπλέον, η FIFA υπογραμμίζει ότι η πρόσβαση του κοινού στους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέτρα, όπως είναι η προσφυγή σε οργανισμούς συνδρομητικής τηλεοράσεως, των οποίων τις υπηρεσίες μπορεί, ωστόσο, να χρησιμοποιήσει το 90 % του βελγικού πληθυσμού, η μετάδοση στιγμιοτύπων ή ολόκληρων αγώνων σε μαγνητοσκόπηση μέσω των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που πληρούν τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω, και μάλιστα η απευθείας ή μαγνητοσκοπημένη ραδιοφωνική μετάδοση. Έτσι, η απευθείας μετάδοση μόνον των αγώνων «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» θα μπορούσε να προορίζεται αποκλειστικά για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που πληρούν τις ως άνω προϋποθέσεις. Πάντως, η Επιτροπή, παραλείποντας να εξετάσει τις δυνατότητες αυτές, δεν μπορεί βασίμως να συναγάγει ότι η συμπερίληψη του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον βελγικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία αποτελεί μέτρο αναγκαίο και ανάλογο σε σχέση με τον σκοπό που αυτό επιδιώκει.

92      Η FIFA ισχυρίζεται, επίσης, ότι σε περίπτωση που, αντιθέτως προς τα επιχειρήματα που αυτή προβάλλει, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο πρέπει να θεωρείται, στο σύνολό του, ως εκδήλωση μείζονος σημασίας για την κοινωνία, βάσει του γράμματος της αιτιολογικής σκέψεως 18 της οδηγίας 97/36, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι προβλήθηκε εμμέσως, με το δικόγραφο της προσφυγής και, εν πάση περιπτώσει, με το υπόμνημα απαντήσεως, ένσταση δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ κατά της ως άνω διατάξεως. Στο πλαίσιο της ενστάσεως αυτής, η FIFA προβάλλει το σύνολο των επιχειρημάτων που αποσκοπούν στο να αποδειχθεί, κατά τη γνώμη της, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί, στο σύνολό του, ενιαία εκδήλωση μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

93      Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα παρεμβαίνοντα, αμφισβητεί το βάσιμο του ως άνω λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

94      Πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552, προβλέποντας ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία του εκάστοτε κράτους μέλους κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως επ’ αυτού.

95      Δεύτερον, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552 δεν προβαίνει σε εναρμόνιση στο επίπεδο των συγκεκριμένων εκδηλώσεων που μπορούν να θεωρηθούν από ένα κράτος μέλος ως εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους (βλ. σκέψεις 59 και 60 ανωτέρω), η περιλαμβανόμενη στην αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 μνεία του Παγκοσμίου Κυπέλλου συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρεί την αναγραφή αγώνων της διοργανώσεως αυτής σε κατάλογο εκδηλώσεων ως αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο με το αιτιολογικό ότι το οικείο κράτος μέλος δεν της γνωστοποίησε τους ειδικούς λόγους που δικαιολογούν τη σημασία που ενέχουν οι εν λόγω αγώνες για την κοινωνία (βλ. σκέψη 61 ανωτέρω). Ωστόσο, τυχόν συμπέρασμα της Επιτροπής, κατά το οποίο η συμπερίληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο σύνολό του, σε κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία ενός κράτους μέλους είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, για τον λόγο ότι, κατά την Επιτροπή, η διοργάνωση αυτή θεωρείται βασίμως, λόγω των χαρακτηριστικών της, ως ενιαία εκδήλωση, μπορεί να αμφισβητηθεί βάσει συγκεκριμένων στοιχείων εκ των οποίων να προκύπτει ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν ενέχουν τέτοια σημασία για την κοινωνία του κράτους αυτού.

96      Συγκεκριμένα, όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 59 και 60 ανωτέρω, ούτε η αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 97/36 ούτε το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552 αφορούν το ζήτημα αν το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί να περιλαμβάνεται βασίμως, στο σύνολό του, σε κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία ανεξαρτήτως του ενδιαφέροντος που προκαλούν, εντός του οικείου κράτους μέλους, οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, και ιδίως οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος».

97      Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αντιπαράθεση ως προς τη νομιμότητα της οδηγίας 97/36 καθόσον προσδίδει στο Παγκόσμιο Κύπελλο, στο σύνολό του, τον χαρακτηρισμό της εκδηλώσεως μείζονος σημασίας για την κοινωνία, αντί να προσδίδει τον χαρακτηρισμό αυτό αποκλειστικώς στους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» της εν λόγω διοργανώσεως (βλ. σκέψη 92 ανωτέρω), είναι άτοπη, δεδομένου ότι η αιτιολογική σκέψη 18 της εν λόγω οδηγίας δεν εξετάζει το ζήτημα αυτό. Έτσι, παρέλκει η απόφανση επί του ζητήματος αν η FIFA βασίμως προέβαλε σχετικώς ένσταση δυνάμει του άρθρου 241 ΕΚ με το υπόμνημά της απαντήσεως ή επί του ζητήματος αν πρέπει να θεωρηθεί ότι προβλήθηκε μια τέτοια ένσταση εμμέσως με το δικόγραφο της προσφυγής.

98      Τρίτον, όπως αποσαφηνίστηκε στις σκέψεις 71 και 72 ανωτέρω, το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση και όχι ως μια σειρά επιμέρους εκδηλώσεων που διαχωρίζονται σε αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» και «μικρότερου ενδιαφέροντος», οπότε η προσέγγιση των βελγικών αρχών δεν υπερβαίνει τα όρια του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν.

99      Εξάλλου, η σημασία των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» προκύπτει, επίσης, απλώς και μόνον από το γεγονός ότι οι εν λόγω αγώνες αποτελούν μέρος της διοργανώσεως αυτής, όπως συμβαίνει και ως προς άλλα αθλήματα για τα οποία το ενδιαφέρον, που είναι συνήθως περιορισμένο, αυξάνεται όταν αυτά διεξάγονται στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων.

100    Εξ αυτών προκύπτει ότι, μη θέτοντας υπό αμφισβήτηση την άποψη ότι δεν συντρέχει λόγος να γίνει διάκριση, προς τον σκοπό της εκτιμήσεως σχετικά με τη σημασία του Παγκοσμίου Κυπέλλου για τη βελγική κοινωνία, μεταξύ αγώνων «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» και «μικρότερου ενδιαφέροντος», αλλά ότι η εν λόγω διοργάνωση πρέπει να θεωρείται ως σύνολο και όχι ως σειρά μεμονωμένων εκδηλώσεων (αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, βλ. σκέψη 20 ανωτέρω), η Επιτροπή ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη.

101    Τα επιχειρήματα που η FIFA προβάλλει επ’ αυτού στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως δεν θίγουν τις εκτιμήσεις που περιέχονται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

102    Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο αριθμός αυτών που δεν είναι φίλοι του ποδοσφαίρου και οι οποίοι φέρονται ότι παρακολούθησαν συνεχώς επί 30 λεπτά όλους τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» των παγκοσμίων κυπέλλων του 1998, του 2002 και του 2006 αντιστοιχεί σε πολύ χαμηλά ποσοστά (βλ. σκέψη 84 ανωτέρω) δεν ασκεί επιρροή, εφόσον δεν απαιτείται όλοι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» να ενέχουν μείζονα σημασία για τη βελγική κοινωνία προκειμένου το Παγκόσμιο Κύπελλο να μπορεί βασίμως να περιληφθεί, στο σύνολό του, στον βελγικό κατάλογο των εκδηλώσεων τέτοιου είδους. Αντιθέτως, αρκεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο περιγράφηκε στη σκέψη 72 ανωτέρω, να αφορά ορισμένους από τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος», ως προς τους οποίους ούτε ο αριθμός τους ούτε οι μετέχοντες σ’ αυτούς μπορούν να προσδιορισθούν κατά το χρονικό σημείο της συντάξεως του καταλόγου ή της αποκτήσεως των δικαιωμάτων μεταδόσεως, προκειμένου να δικαιολογηθεί η έλλειψη διακρίσεως μεταξύ αγώνων «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» και «μικρότερου ενδιαφέροντος» όσον αφορά τη σημασία τους για την κοινωνία. Επομένως, το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε κατά τις δημοσκοπήσεις που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της έρευνας αυτής ήταν υπερβολικά περιοριστικό και, ως εκ τούτου, απρόσφορο, λαμβανομένης υπόψη τόσο της διάρθρωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου όσο και των χαρακτηριστικών που η εν λόγω διοργάνωση πρέπει να εκπληρώνει προκειμένου να μπορεί να χαρακτηρισθεί, στο σύνολό της, ως εκδήλωση μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

103    Η ως άνω διαπίστωση καθιστά ανίσχυρο και το επιχείρημα της FIFA που αντλείται από το ότι ορισμένοι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» των παγκοσμίων κυπέλλων του 1998, του 2002 και του 2006 δεν μεταδόθηκαν απευθείας ή δεν μεταδόθηκαν καθόλου, πολλώ μάλλον εφόσον το εν λόγω επιχείρημα αφορά, πλην δύο εξαιρέσεων, αγώνες που διεξήχθησαν ταυτοχρόνως με άλλους αγώνες οι οποίοι ήσαν επίσης «μικρότερου ενδιαφέροντος» και οι οποίοι, εντούτοις, προσείλκυσαν, κατά το έγγραφο το οποίο προσκόμισε η FIFA και το οποίο τιτλοφορείται «Ποσοστά τηλεθέασης στο Βέλγιο για το Παγκόσμιο Κύπελλο από το 1998 έως το 2006», μεταξύ 125 000 και 697 000 τηλεθεατών στη Φλάνδρα, και μεταξύ 152 000 και 381 000 τηλεθεατών στη Βαλλονία. Επομένως, η έλλειψη μεταδόσεως ή η μετάδοση σε μαγνητοσκόπηση ενός περιορισμένου αριθμού αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι, παρά τα χαρακτηριστικά τους (βλ. σκέψεις 72 και 99 ανωτέρω), οι εν λόγω αγώνες δεν αποτελούν, στο σύνολό τους, εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, ιδίως όταν οι λύσεις αυτές επιλέγονται για αντικειμενικούς λόγους, όπως είναι η ταυτόχρονη διεξαγωγή δύο αγώνων. Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι, κατά το ίδιο έγγραφο, η παντελής έλλειψη μεταδόσεως αγώνων, οι οποίοι διεξάγονται ταυτοχρόνως με άλλους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, παρατηρείται μόνο στη Φλάνδρα. Επιπλέον, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η FIFA, η αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω) δεν αναφέρεται σε αγώνες που μετεδίδοντο πάντοτε απευθείας, αλλά σε αγώνες που μετεδίδοντο πάντοτε μέσω τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης προσβάσεως, γεγονός το οποίο αντιστοιχεί στο τέταρτο κριτήριο που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της ίδιας αποφάσεως. Ως προς το επιχείρημα ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν περιλαμβάνουν, εξ ορισμού, τη βελγική εθνική ομάδα, αρκεί να υπομνηστεί, πρώτον, ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή εκτίμησε μόνον ότι το πρώτο και το τέταρτο κριτήριο, τα οποία περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επληρούντο, χωρίς να αποφανθεί ειδικώς επί του τρίτου κριτηρίου.

104    Όσον αφορά τα επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από τα ποσοστά τηλεθέασης των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» των παγκοσμίων κυπέλλων του 1998, του 2002 και του 2006 (βλ. σκέψη 90 ανωτέρω), τα εν λόγω επιχειρήματα δεν μπορούν, επίσης, να ευδοκιμήσουν.

105    Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η FIFA, τα σχετικά με τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» ποσοστά τηλεθέασης εν σχέσει προς τα σχετικά με τους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» ποσοστά τηλεθέασης δεν καταδεικνύουν ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» δεν προσείλκυσαν πολλούς τηλεθεατές. Συγκεκριμένα, κατά το έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Ποσοστά τηλεθέασης στο Βέλγιο για το Παγκόσμιο Κύπελλο από το 1998 έως το 2006», οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» προσείλκυσαν, κατά μέσο όρο, το 32 % των τηλεθεατών που παρακολούθησαν τους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» όσον αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998, λαμβανομένου υπόψη ότι το ποσοστό αυτό ανήλθε, αντιστοίχως, σε 31 % και σε 46 % όσον αφορά τα παγκόσμια κύπελλα του 2002 και του 2006. Καίτοι είναι αληθές ότι τα εν λόγω ποσοστά είναι χαμηλότερα από εκείνα που αφορούν τους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», γεγονός παραμένει ότι η αναγραφή των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» στον εθνικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία δεν απαιτεί να προσελκύουν οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» αριθμό τηλεθεατών ανάλογο με αυτόν που προσελκύουν οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος». Εν προκειμένω, τα εν λόγω ποσοστά δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά υπό την έννοια ότι αντιπροσωπεύουν τον αριθμό τηλεθεατών τους οποίους θα προσείλκυαν κανονικά, εντός του Βελγίου, αγώνες οι οποίοι δεν διεξάγονται στο πλαίσιο μείζονος διεθνούς ποδοσφαιρικής διοργανώσεως σε επίπεδο εθνικών ομάδων και οι οποίοι, επιπλέον, δεν περιλαμβάνουν τη βελγική εθνική ομάδα.

106    Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Ποσοστά τηλεθέασης στο Βέλγιο για το Παγκόσμιο Κύπελλο από το 1998 έως το 2006», εκ των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998, οι δώδεκα προσείλκυσαν μεταξύ 1 και 1,345 εκατομμύριο τηλεθεατές, ενώ οι οκτώ προσείλκυσαν μεταξύ 799 000 και 976 000 τηλεθεατές. Όσον αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002, από το ίδιο έγγραφο προκύπτει ότι, εκ των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος», οι δεκαπέντε προσείλκυσαν μεταξύ 624 000 και 915 000 τηλεθεατές και οι επτά προσείλκυσαν μεταξύ 511 000 και 589 000 τηλεθεατές. Όσον αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006, το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ότι, εκ των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος», οι δέκα προσείλκυσαν μεταξύ 808 000 και 1,185 εκατομμύριο τηλεθεατές και οι δεκατέσσερις προσείλκυσαν μεταξύ 649 000 και 768 000 τηλεθεατές.

107    Πάντως, κατά το έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Ποσοστά τηλεθέασης στο Βέλγιο για το Παγκόσμιο Κύπελλο από το 1998 έως το 2006», οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» προσείλκυσαν, για το σύνολο του κράτους μέλους αυτού, κατά μέσο όρο, αντιστοίχως 2,172 εκατομμύρια, 1,418 εκατομμύριο και 1,305 εκατομμύριο τηλεθεατές κατά τις διοργανώσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998, του 2002 και του 2006. Εν συγκρίσει προς τους μέσους όρους αυτούς, τα αριθμητικά στοιχεία που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 106 ανωτέρω καταδεικνύουν ότι οι αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» προσελκύουν, εντός του Βελγίου, πολύ μεγάλο αριθμό τηλεθεατών, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί με διαφορετικό τρόπο παρά μόνο λόγω του ότι οι αγώνες αυτοί περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα διεξαγωγής των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Επομένως, τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις που περιέχονται στις σκέψεις 71, 72 και 99 ανωτέρω και ενισχύουν την άποψη που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, συμπεριλαμβανομένων των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος», προσείλκυαν κατά παράδοση πολλούς τηλεθεατές.

108    Η ως άνω ανάλυση δεν τίθεται εν αμφιβόλω από τα ιδιαιτέρως χαμηλά, όπως υποστηρίχθηκε, ποσοστά τηλεθέασης τα οποία επικαλέσθηκε η FIFA όσον αφορά ορισμένους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» (βλ. σκέψη 83 ανωτέρω). Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, εκ των τριών αγώνων στους οποίους αναφέρεται η FIFA, οι δύο άρχισαν στις 8.30 και ο τρίτος στις 13.30, ώρα Βελγίου, και διεξήχθησαν ταυτοχρόνως με τρεις άλλους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» οι οποίοι, εντούτοις, προσείλκυσαν, εντός της Βαλλονίας, αντιστοίχως 221 000, 290 000 και 163 000 τηλεθεατές. Το γεγονός ότι η διαφορά ώρας, σε συνδυασμό με την ώρα διεξαγωγής των εν λόγω αγώνων, αποτελεί την αιτία προκλήσεως του φαινομένου αυτού, το οποίο παρατηρήθηκε όσον αφορά τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002, αποδεικνύεται από τα σαφώς μεγαλύτερα ποσοστά τηλεθέασης όσον αφορά τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» οι οποίοι μεταδόθηκαν σε άλλες ώρες, ήτοι ούτε πολύ νωρίς το πρωί ούτε κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας, όπως εκείνοι περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 106 ανωτέρω. Επιπλέον, σύμφωνα με ανακοινωθέν τύπου το οποίο επισυνάφθηκε σε παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως, η ίδια η FIFA επιβεβαιώνει τη σημασία της διαφοράς ώρας, που προσδιορίζει την ώρα διεξαγωγής ενός αγώνα σε κάθε χώρα, λαμβανομένου υπόψη ότι η περίσταση αυτή αναγνωρίζεται ως παράγοντας που επηρέασε το μέγεθος της ακροαματικότητας στην Ασία και στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των παγκοσμίων κυπέλλων του 2002 και του 2006.

109    Επομένως, τα σχετικά με τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» ποσοστά τηλεθέασης επιβεβαιώνουν και ουδόλως καθιστούν ανίσχυρη την εκτίμηση που περιέχεται στη σκέψη 100 ανωτέρω.

110    Επιπλέον, το περιλαμβανόμενο στη σκέψη 107 ανωτέρω συμπέρασμα δεν είναι αντιφατικό προς αυτό που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 40 της αποφάσεως 2000/400/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2000, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση IV/32.150 – Eurovision, ΕΕ L 151, σ. 18), στην οποία αναφέρθηκε η FIFA (βλ. σκέψη 83 ανωτέρω). Κατά την ως άνω αιτιολογική σκέψη, οι διεθνείς εκδηλώσεις είναι, κατά γενικό κανόνα, ελκυστικότερες για το κοινό μιας συγκεκριμένης χώρας απ’ ό,τι οι εθνικές εκδηλώσεις, εφόσον στις εν λόγω διεθνείς εκδηλώσεις συμμετέχει η εθνική ομάδα ή ένας ημεδαπός πρωταθλητής, ενώ οι διεθνείς εκδηλώσεις στις οποίες δεν συμμετέχει καμία ημεδαπή ομάδα ή κανένας ημεδαπός πρωταθλητής προκαλούν συχνά μόνον ελάχιστο ενδιαφέρον. Πάντως, το Παγκόσμιο Κύπελλο διεξάγεται συχνά με συμμετοχή της βελγικής εθνικής ομάδας σ’ αυτό. Επιπλέον, ακόμη και όταν τούτο δεν συμβαίνει, η μη συμμετοχή της εν λόγω εθνικής ομάδας διαπιστώνεται συνήθως μετά την κατάρτιση του καταλόγου των εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για γη βελγική κοινωνία, αλλά και μετά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως όσον αφορά το οικείο έτος.

111    Ως προς το επιχείρημα που αφορά την έλλειψη υποχρεώσεως μεταδόσεως των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» (βλ. σκέψη 86 ανωτέρω), αρκεί να επισημανθεί ότι η επιλογή να μην επιβληθεί σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό η υποχρέωση μεταδόσεως μιας εκδηλώσεως ουδόλως συνεπάγεται ότι η εκδήλωση αυτή δεν ενέχει μείζονα σημασία για την κοινωνία κατά την έννοια του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552, ακόμη και όταν η θέσπιση τέτοιων υποχρεώσεων αποτελεί μέρος της τακτικής που ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, ο εθνικός νομοθέτης. Συγκεκριμένα, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, το προαναφερθέν άρθρο έχει ως αντικείμενο να αποτραπεί το ενδεχόμενο, λόγω αποκλειστικών τηλεοπτικών μεταδόσεων, το ευρύ κοινό σε ένα κράτος μέλος να μην έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ορισμένες εκδηλώσεις μέσω τηλεοπτικού σταθμού ελεύθερης προσβάσεως. Επομένως, το εν λόγω άρθρο δεν έχει ως αντικείμενο να υποχρεώσει εμμέσως τα κράτη, τα οποία επιθυμούν να χορηγήσουν μια τέτοια προστασία, να επιβάλλουν σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ελεύθερης προσβάσεως να μεταδίδει τις εν λόγω εκδηλώσεις. Πάντως, εάν, προκειμένου να συμπεριληφθεί εγκύρως μια εκδήλωση σε κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, τα κράτη μέλη όφειλαν να επιβάλουν σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ελεύθερης προσβάσεως να μεταδώσει την εκδήλωση αυτή, η εν λόγω διάταξη θα παρήγαγε συνέπειες βαίνουσες πέραν του επιδιωκομένου με αυτή σκοπού.

112    Δεδομένου ότι είναι απορριπτέα τα επιχειρήματα της FIFA περί πλάνης στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση των βελγικών αρχών ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί, στο σύνολό του, εκδήλωση μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν προέβη σε προσήκουσα εξέταση της σημασίας των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» για τη βελγική κοινωνία (βλ. σκέψη 79 ανωτέρω).

113    Ως προς το επιχείρημα που αφορά το ότι και άλλες εκπομπές εκπληρώνουν το τέταρτο κριτήριο που περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 88 ανωτέρω), ευθύς εξ αρχής, πρέπει να επισημανθεί ότι οι τηλεοπτικές παραγωγές, στις οποίες αναφέρθηκε η FIFA, δεν αποτελούν εκδηλώσεις κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36.

114    Εν συνεχεία, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να καταρτίζουν κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία ούτε επιβάλλει στα εν λόγω κράτη μέλη, σε περίπτωση καταρτίσεως ενός τέτοιου καταλόγου, να περιλαμβάνουν σ’ αυτόν μια εκδήλωση, έστω και αν η εκδήλωση αυτή θα μπορούσε βασίμως να περιληφθεί στον εν λόγω κατάλογο. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη, πέραν του ότι ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος «δύναται» να θεσπίζει μέτρα για την επίτευξη των σκοπών που περιγράφονται σ’ αυτή, συγκεκριμενοποιεί τις δυνατότητες, τις οποίες διαθέτουν τα κράτη μέλη, για παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες της Συνθήκης, όπως είναι οι κανόνες που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών. Πάντως, όσον αφορά την επιλογή μεταξύ περισσοτέρων συγκεκριμένων εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία κατά την έννοια της οδηγίας 97/36, δεν είναι δυνατό να επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα στα κράτη μέλη η δέσμευση να περιλαμβάνουν στους καταλόγους τους εκδηλώσεις άλλες από αυτές που τα εν λόγω κράτη μέλη επιλέγουν να περιλάβουν σ’ αυτούς ούτε η υποχρέωση να παρεκκλίνουν από τους κανόνες της Συνθήκης σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι επιθυμούν. Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση στο πλαίσιο του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 όσον αφορά τον χαρακτήρα των εκδηλώσεων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ως εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία διεξάγεται σε σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εν λόγω εκδηλώσεων και όχι σε σχέση με τα χαρακτηριστικά άλλων εκδηλώσεων που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο.

115    Επομένως, όταν μια εκδήλωση ενέχει μείζονα σημασία για την κοινωνία ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή δεν υποπίπτει σε νομική πλάνη παραλείποντας, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552, να αντιταχθεί στην συμπερίληψη της ως άνω εκδηλώσεως στον καταρτισθέντα από το εν λόγω κράτος μέλος κατάλογο με το αιτιολογικό ότι μια άλλη εκδήλωση, η οποία ενδεχομένως ενέχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την εν λόγω κοινωνία, δεν περιλαμβάνεται στον ως άνω κατάλογο.

116    Επομένως, έστω και αν υποτεθεί ότι υπάρχουν και άλλες εκδηλώσεις, κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, οι οποίες ενέχουν ακόμη πιο εμφανή σημασία για τη βελγική κοινωνία απ’ ό,τι το Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον καταρτισθέντα από τις βελγικές αρχές κατάλογο, η Επιτροπή, δεχόμενη την αναγραφή της εν λόγω διοργανώσεως στον επίδικο κατάλογο, δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

117    Όσον αφορά τα επιχειρήματα με τα οποία τίθεται εν αμφιβόλω η αναλογικότητα της αναγραφής του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον βελγικό κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα που εκτέθηκαν στη σκέψη 82 ανωτέρω καταδεικνύουν την ύπαρξη συγχύσεως μεταξύ, αφενός, της μείζονος σημασίας μιας εκδηλώσεως για την κοινωνία, πρώτης προϋποθέσεως η οποία πρέπει να πληρούται και η οποία συνιστά τον επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που δικαιολογεί τον περιορισμό μιας θεμελιώδους ελευθερίας που κατοχυρώνεται από τη Συνθήκη (βλ. σκέψεις 52 έως 57 ανωτέρω), και, αφετέρου, της αναλογικότητας του εν λόγω περιορισμού, που αποτελεί μια δεύτερη προϋπόθεση την οποία οφείλει να εκπληρώνει η εθνική νομοθεσία που προβαίνει σε περιορισμό μιας τέτοιας ελευθερίας, προκειμένου η εν λόγω νομοθεσία να είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω). Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, δεδομένου ότι τα ποσοστά τηλεθέασης που αφορούν τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» επιβεβαιώνουν και ουδόλως καθιστούν ανίσχυρη την εκτίμηση που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αιτίαση που αφορά το ότι οι εν λόγω αγώνες δεν ενέχουν μείζονα σημασία για την κοινωνία, κατά τρόπον ώστε τα βελγικά μέτρα θα ήσαν δυσανάλογα, στηρίζεται, εν πάση περιπτώσει, σε εσφαλμένη μείζονα πρόταση συλλογισμού. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αιτίαση δεν αναιρεί το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς τον προσήκοντα και ανάλογο χαρακτήρα της συμπεριλήψεως του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, δεδομένου ότι η εν λόγω διοργάνωση έχει τον χαρακτήρα ενιαίας εκδηλώσεως.

118    Ως προς τα επιχειρήματα που αφορούν, επίσης, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας τα οποία εκτέθηκαν στη σκέψη 91 ανωτέρω, αρκεί να επισημανθεί ότι οι προτεινόμενες από τη FIFA δυνατότητες δεν είναι συμβατές προς τον ορισμό του δωρεάν τηλεοπτικού προγράμματος, ορισμό ο οποίος δίδεται στην αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 97/36 και ως προς τον οποίο η FIFA τόνισε ρητώς, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι τον αναγνωρίζει. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τις εν λόγω δυνατότητες πριν καταλήξει στο συμπέρασμά της ως προς την αναλογικότητα της αναγραφής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο σύνολό του, στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία.

119    Επομένως, η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία ήταν συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν παρέβη το άρθρο 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552, οπότε ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αφορούν, αντιστοίχως, παράβαση του άρθρου 49 ΕΚ και παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 επειδή η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά, αντιστοίχως, προς το άρθρο 49 ΕΚ και προς το άρθρο 43 ΕΚ

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

120    Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η FIFA υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως αποδεικνύουν, επίσης, ότι η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία ήταν συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, παρέβη το άρθρο 49 ΕΚ.

121    Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η FIFA προσθέτει ότι, πρώτον, καίτοι η βελγική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως επί ημεδαπών και αλλοδαπών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, η εν λόγω νομοθεσία εμποδίζει τη FIFA να πωλεί τα δικαιώματα αποκλειστικής μεταδόσεως οποιουδήποτε αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω και ότι, δεύτερον, δυνάμει του μηχανισμού αμοιβαίας αναγνωρίσεως τον οποίο ενεργοποίησε η προσβαλλόμενη απόφαση, ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δεν θα μπορούσαν να μεταδώσουν κατ’ αποκλειστικότητα οποιονδήποτε αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Βέλγιο, καθόσον δεν πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις. Μολονότι η θεσπισθείσα από τη Φλαμανδική Κοινότητα νομοθεσία παρέχει στους εν λόγω ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς τη δυνατότητα να προβαίνουν σε αποκλειστική μετάδοση των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε περίπτωση που κανένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 9 ανωτέρω, δεν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την απόκτηση, από τους ως άνω ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, επιμέρους αδειών εκμεταλλεύσεως, το ενδεχόμενο αυτό είναι αμιγώς θεωρητικό. Πάντως, η εξάλειψη της δυνατότητας αποκτήσεως, κατ’ αποκλειστικότητα, τέτοιου είδους δικαιωμάτων μεταδόσεως στο Βέλγιο αφαιρεί από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, κάθε ενδιαφέρον για την απόκτηση των δικαιωμάτων αυτών και εμποδίζει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τους εν λόγω ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς να μεταδίδουν εντός της χώρας αυτής οποιονδήποτε αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

122    Ωστόσο, τα περιοριστικά αποτελέσματα επί της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών εκ μέρους των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, πλην του Βελγίου, θα μπορούσαν αντιστοίχως να απαμβλυνθούν αν στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας περιλαμβάνονταν μόνον οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου που ενέχουν πραγματικά μια τέτοια σημασία για τη βελγική κοινωνία, ήτοι οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», στους οποίους η FIFA πάντοτε προσέθετε τον εναρκτήριο αγώνα και την τελετή έναρξης. Αντιθέτως, τα βελγικά μέτρα, όπως αυτά εγκρίθηκαν από την Επιτροπή στο πλαίσιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνεπάγονται περιορισμούς της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών οι οποίοι είναι δυσανάλογοι και αδικαιολόγητοι σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκουν.

123    Στο πλαίσιο του λόγου ακυρώσεως που αφορά προσβολή του δικαιώματος εγκαταστάσεως, η FIFA τονίζει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι η συμπερίληψη όλων των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία εμποδίζει τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στο Βέλγιο και να προτείνουν προς τούτο υπηρεσίες συνδρομητικής τηλεοράσεως, να αποκτήσουν αποκλειστικά δικαιώματα για τη μετάδοση στη χώρα αυτή των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πάντως, η απόκτηση μη αποκλειστικών δικαιωμάτων μεταδόσεως δεν θα παρείχε τη δυνατότητα σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό μικρού μεγέθους να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα έσοδα, τους απαιτούμενους συνδρομητές και την απαιτούμενη φήμη ώστε να εγκατασταθεί στο Βέλγιο, οπότε η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η συμπερίληψη όλων των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 43 ΕΚ.

124    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα παρεμβαίνοντα, θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο των ως άνω λόγων ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

125    Δεν αμφισβητείται ότι, όπως εξάλλου αναγνωρίζεται στην αιτιολογική σκέψη 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο μηχανισμός αμοιβαίας αναγνωρίσεως, τον οποίο έθεσε σε λειτουργία η προσβαλλόμενη απόφαση δυνάμει του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών στην κοινή αγορά, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 ΕΚ.

126    Επιπλέον, όπως ισχυρίζεται η FIFA, τα βελγικά μέτρα είναι ικανά να περιάγουν τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, σε μειονεκτική θέση, όσον αφορά την πραγματική ή τη νομική τους κατάσταση, σε σχέση με αυτήν των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι στο Βέλγιο. Συναφώς, παρά το γεγονός ότι η νομοθεσία που περιγράφηκε στις σκέψεις 7 έως 15 ανωτέρω εφαρμόζεται αδιακρίτως επί ημεδαπών και αλλοδαπών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, είναι, εν τοις πράγμασι, πολύ λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να μην ενδιαφερθεί κάποιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, ο οποίος πληροί τα κριτήρια που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω και ο οποίος είναι κατά πάσα πιθανότητα εγκατεστημένος στο Βέλγιο, για τη μετάδοση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, παρέχοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό που επιθυμεί να εγκατασταθεί στο Βέλγιο τη δυνατότητα να μεταδώσει την εν λόγω εκδήλωση κατ’ αποκλειστικότητα, από το ενδεχόμενο να συμβεί το αντίστροφο. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή υφίσταται, κατά τη βελγική νομοθεσία, μόνο για τη Φλαμανδική Κοινότητα (βλ. σκέψη 10 ανωτέρω). Επομένως, τα βελγικά μέτρα αποτελούν, πράγματι, εμπόδια για την ελευθερία εγκαταστάσεως, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 43 ΕΚ.

127    Ωστόσο, οι ως άνω περιορισμοί της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως μπορούν να δικαιολογηθούν εφόσον αποσκοπούν στην προάσπιση του δικαιώματος για ενημέρωση και στην εξασφάλιση της ευρείας προσβάσεως του κοινού στις τηλεοπτικές μεταδόσεις εκδηλώσεων, εθνικών ή όχι, μείζονος σημασίας για την κοινωνία, υπό τις πρόσθετες προϋποθέσεις ότι οι εν λόγω περιορισμοί πρέπει να είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκουν και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού (βλ. σκέψεις 52 έως 58 ανωτέρω).

128    Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι η FIFA θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με γνώμονα τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και περί ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά το μέτρο που η Επιτροπή εγκρίνει τη συμπερίληψη των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία. Κατά τη FIFA, οι εν λόγω αγώνες δεν ανταποκρίνονται στον χαρακτηρισμό αυτό, οπότε ο περιορισμός της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και της ελευθερίας εγκαταστάσεως είναι δυσανάλογος.

129    Πάντως, όπως και τα επιχειρήματα που εξετάσθηκαν στη σκέψη 117 ανωτέρω, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του λόγου περί παραβάσεως του άρθρου 49 ΕΚ υποδηλώνουν την ίδια σύγχυση μεταξύ, αφενός, της μείζονος σημασίας μιας εκδηλώσεως για την κοινωνία, πρώτης προϋποθέσεως την οποία πρέπει να πληροί μια εκδήλωση και η οποία συνιστά τον επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος που δικαιολογεί τον περιορισμό μιας θεμελιώδους ελευθερίας την οποία κατοχυρώνει η Συνθήκη (βλ. σκέψεις 52 έως 57 ανωτέρω), και, αφετέρου, της αναλογικότητας του εν λόγω περιορισμού, που αποτελεί μια δεύτερη προϋπόθεση την οποία οφείλει να πληροί η εθνική νομοθετική ρύθμιση συνεπαγόμενη περιορισμό μιας τέτοιας ελευθερίας, προκειμένου η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση να είναι συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω). Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, δεδομένου ότι τα ποσοστά τηλεθέασης που αφορούν τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» επιβεβαιώνουν και ουδόλως καθιστούν ανίσχυρη την εκτίμηση που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αιτίαση ότι, για να ανταποκρίνεται στην αρχή της αναλογικότητας, ο επίδικος κατάλογος πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τους αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος», καθόσον μόνον αυτοί έχουν μείζονα σημασία για τη βελγική κοινωνία, στηρίζεται, εν πάση περιπτώσει, σε εσφαλμένη μείζονα πρόταση συλλογισμού. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αιτίαση δεν αναιρεί το συμπέρασμα της Επιτροπής ως προς τον αναλογικό χαρακτήρα της συμπεριλήψεως όλων των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία.

130    Όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, οι παρατηρήσεις που περιέχονται στις σκέψεις 127 και 129 ανωτέρω δικαιολογούν την απόρριψη και των επιχειρημάτων που προέβαλε σχετικώς η FIFA.

131    Κατά συνέπεια, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα δεν έθιγαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας της FIFA

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

132    Η FIFA εκθέτει ότι η απαγόρευση μεταβιβάσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων μεταδόσεως οποιουδήποτε αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που μνημονεύθηκαν στις σκέψεις 9 και 13 ανωτέρω εξουδετερώνει κατ’ ουσίαν το δικαίωμά της ιδιοκτησίας και, εν πάση περιπτώσει, το περιορίζει κατά δυσανάλογο και αδικαιολόγητο τρόπο. Η δυνατότητα μεταβιβάσεως τέτοιων δικαιωμάτων στο πλαίσιο διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, στην οποία μπορούν να συμμετέχουν πλείονες επιχειρηματίες, αποτελεί τον πιο κρίσιμο παράγοντα για τον προσδιορισμό της αξίας τους και η μεταβίβαση των εν λόγω δικαιωμάτων αποτελεί την πηγή από την οποία προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της FIFA. Επομένως, η Επιτροπή, παραλείποντας να διαπιστώσει την ύπαρξη της ως άνω προσβολής του δικαιώματος ιδιοκτησίας, που προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

133    Επιπλέον, η δυνατότητα που παρέχεται από τη φλαμανδική νομοθεσία σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, ο οποίος δεν εκπληρώνει τις ως άνω προϋποθέσεις, να μεταδίδει αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου είναι αμιγώς θεωρητική (βλ. σκέψη 121 ανωτέρω), ενώ η δυνατότητα αυτή δεν προσφέρεται καν εντός της Βαλλονίας.

134    Πάντως, ο σκοπός της παροχής στο κοινό προσβάσεως στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί αν περιλαμβανόταν στον κατάλογο τέτοιων εκδηλώσεων μόνον οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου που ενέχουν πράγματι τέτοια σημασία για την κοινωνία αυτή, ήτοι οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος».

135    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα παρεμβαίνοντα, θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο του ως άνω λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

136    Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, η FIFA αποτελεί τον υπεύθυνο διοργανώσεως του Παγκοσμίου Κυπέλλου κατά την έννοια της αιτιολογικής σκέψεως 21 της οδηγίας 97/36, οπότε όποιος επιθυμεί να προβεί σε εκμετάλλευση των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως της διοργανώσεως αυτής οφείλει να αποκτά τα εν λόγω δικαιώματα από τη FIFA ή από πρόσωπο το οποίο έχει αποκτήσει τα εν λόγω δικαιώματα από τη FIFA.

137    Έτσι, καθόσον η αξία των ως άνω δικαιωμάτων μπορεί να επηρεασθεί από τα έννομα αποτελέσματα που παράγει η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψεις 37 έως 41 ανωτέρω), επηρεάζεται, επίσης, το δικαίωμα ιδιοκτησίας της FIFA.

138    Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν κράτος μέλος επικαλείται διατάξεις όπως τα άρθρα 46 ΕΚ και 55 ΕΚ προκειμένου να δικαιολογήσει ρύθμιση ικανή να παρακωλύσει την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, η δικαιολόγηση αυτή, η οποία προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του δικαίου και ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Έτσι, η επίμαχη εθνική ρύθμιση μπορεί να υπαχθεί στις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, μόνον αν είναι σύμφωνη με τα θεμελιώδη δικαιώματα για τον σεβασμό των οποίων μεριμνούν τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1991, C‑260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I‑2925, σκέψη 43). Παρομοίως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι εθνικό μέτρο το οποίο δεν συνάδει προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 2003, C‑20/00 και C‑64/00, Booker Aquaculture και Hydro Seafood, Συλλογή 2003, σ. I‑7411, σκέψη 67), μπορεί να υπαχθεί στις αναγνωρισθείσες εξαιρέσεις ως εκ του ότι ανταποκρίνεται σε επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, όπως είναι η παροχή στο ευρύ κοινό προσβάσεως, μέσω της τηλεοράσεως, στις εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για την κοινωνία.

139    Ωστόσο, η αρχή της προστασίας του θεμελιώδους δικαιώματος ιδιοκτησίας στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου δεν έχει τη μορφή απολύτου προνομίου, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη επέμβαση δυναμένη να θίξει την ίδια την ουσία του διασφαλιζομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώματος (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Μαΐου 2005, C‑347/03, Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και ERSA, Συλλογή 2005, σ. I‑3785, σκέψη 119, και της 12ης Ιουλίου 2005, C‑154/04 και C‑155/04, Alliance for Natural Health κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑6451, σκέψη 126).

140    Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 98 έως 119 ανωτέρω και αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η FIFA, το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί βασίμως να θεωρηθεί ως ενιαία εκδήλωση μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία, δεδομένου ότι τα ποσοστά τηλεθέασης που αφορούν τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» επιβεβαιώνουν και ουδόλως καθιστούν ανίσχυρη την εκτίμηση που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο πλαίσιο αυτό, όπως κρίθηκε στη σκέψη 117 ανωτέρω, το γεγονός ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει τον χαρακτήρα ενιαίας εκδηλώσεως συνεπάγεται ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι η συμπερίληψη του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον βελγικό κατάλογο αποτελεί μέτρο το οποίο είναι ανάλογο.

141    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αιτίαση, κατά την οποία η συμπερίληψη των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία συνιστά υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη επέμβαση επί του δικαιώματος ιδιοκτησίας της FIFA για τον λόγο ότι οι ως άνω αγώνες δεν αποτελούν εκδηλώσεις τέτοιου είδους, στηρίζεται σε εσφαλμένη μείζονα πρόταση συλλογισμού.

142    Επιπλέον, καίτοι η εν λόγω νομοθεσία είναι ικανή να επηρεάσει το τίμημα που πρόκειται να λάβει η FIFA για την παροχή των δικαιωμάτων μεταδόσεως στο Βέλγιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εντούτοις, η εν λόγω νομοθεσία δεν εκμηδενίζει την εμπορική αξία των δικαιωμάτων αυτών, καθόσον, πρώτον, δεν υποχρεώνει τη FIFA να τα μεταβιβάζει υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις και, δεύτερον, η FIFA προστατεύεται από πρακτικές, οι οποίες ενέχουν τον χαρακτήρα συμπαιγνίας ή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως, τόσο δυνάμει του κοινοτικού δικαίου όσο και δυνάμει του εθνικού δικαίου του ανταγωνισμού. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ανταποκρίνονται στην αρχή της αναλογικότητας.

143    Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 επειδή η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν της οποίας θεσπίσθηκαν τα βελγικά μέτρα, πληρούσε τις απαιτήσεις σαφήνειας και διαφάνειας

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

144    Η FIFA εκθέτει ότι οι βελγικές αρχές ενήργησαν κατ’ αυθαίρετο τρόπο και δεν παρείχαν διευκρινίσεις όσον αφορά τον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Το φλαμανδικό Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης εξέφρασε τη λύπη του για την ύπαρξη μιας αυθαίρετης μεθόδου καταρτίσεως του εν λόγω καταλόγου, αλλά και για την έκταση του καταλόγου αυτού και για την έλλειψη διευκρινίσεων όσον αφορά την επιλογή των εκδηλώσεων.

145    Επιπλέον, οι φλαμανδικές αρχές, προκειμένου να επιλέξουν τις εκδηλώσεις που θα πρέπει να αναγραφούν στον κατάλογο, χρησιμοποίησαν κριτήρια τα οποία διαφέρουν από εκείνα που μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

146    Έτσι, πρώτον, το κριτήριο ότι η εκδήλωση πρέπει να παρουσιάζει σημαντική αξία από απόψεως επικαιρότητας και να προσελκύει ευρέως το ενδιαφέρον του κοινού (βλ. σκέψη 8, πρώτη περίπτωση, ανωτέρω) διαφέρει ουσιωδώς από το πρώτο κριτήριο που εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω) κατά το μέτρο που δεν απαιτεί να εξακριβωθεί αν η εκδήλωση έχει ιδιαίτερη απήχηση σε ένα ευρύτερο κοινό, πέραν όσων παρακολουθούν συνήθως τις εκδηλώσεις σχετικά με το εν λόγω άθλημα ή σχετικά με την εν λόγω δραστηριότητα, αλλά αρκείται στο ότι η εκδήλωση αυτή θα πρέπει να παρουσιάζει κάποια αξία από απόψεως επικαιρότητας και να προκαλεί κάποιο ενδιαφέρον στο κοινό.

147    Δεύτερον, το κριτήριο ότι η εκδήλωση πρέπει να διεξάγεται στο πλαίσιο σημαντικής διεθνούς αθλητικής διοργανώσεως ή να αποτελεί αγώνα στον οποίο συμμετέχει η εθνική ομάδα του Βελγίου, μια ομάδα ενός βελγικού ποδοσφαιρικού σωματείου ή ένας ή περισσότεροι Βέλγοι αθλητές ή αθλήτριες διαφέρει σημαντικά από το τρίτο κριτήριο που μνημονεύθηκε στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον το τελευταίο αυτό κριτήριο απαιτεί τόσο τη συμμετοχή μιας βελγικής ομάδας ή ενός Βέλγου αθλητή ή αθλήτριας όσο και τη διεξαγωγή της εκδηλώσεως αυτής στο πλαίσιο διεθνούς αθλητικής διοργανώσεως.

148    Τέλος, η FIFA ισχυρίζεται ότι οι βελγικές αρχές δεν παρείχαν καμία διευκρίνιση όσον αφορά την αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, οπότε η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταλήξει βασίμως στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω κατάλογος καταρτίσθηκε κατά τρόπο σαφή και διαφανή, κατά τις απαιτήσεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552.

149    Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τα παρεμβαίνοντα, θέτει υπό αμφισβήτηση το βάσιμο του ως άνω λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

150    Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/552 δεν προσδιορίζει τα συγκεκριμένα στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν τις διαδικασίες που ακολουθούνται σε εθνικό επίπεδο για την κατάρτιση του καταλόγου εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Η ως άνω διάταξη καταλείπει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για την οργάνωση των εν λόγω διαδικασιών όσον αφορά τα στάδιά τους, την ενδεχόμενη διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους και την απονομή των διοικητικών αρμοδιοτήτων, ενώ συγχρόνως διευκρινίζει ότι οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να διέπονται από σαφήνεια και από διαφάνεια στο σύνολό τους.

151    Συγκεκριμένα, οι περιορισμοί της ασκήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών, τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, μέσω εθνικών μέτρων που δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος πρέπει, ακόμη, να είναι κατάλληλοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού όρια (βλ. σκέψη 54 ανωτέρω).

152    Ακριβώς χάριν εξασφαλίσεως της αναλογικότητας και αποτροπής των αδικαιολόγητων διακρίσεων, οι διαδικασίες που ακολουθούνται από τα κράτη μέλη προκειμένου αυτά να εγκρίνουν τον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία πρέπει να είναι σαφείς και διαφανείς, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια γνωστά εκ των προτέρων στους ενδιαφερομένους, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που έχουν τα κράτη μέλη όταν αποφασίζουν σχετικά με τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις που πρόκειται να περιληφθούν στους καταλόγους τους (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση United Pan-Europe Communications Belgium κ.λπ., σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 46). Συγκεκριμένα, καίτοι είναι αληθές ότι η συμπερίληψη μιας εκδηλώσεως στον κατάλογο απαιτεί, κατά το άρθρο 3α της οδηγίας 89/552, να ενέχει η εκδήλωση αυτή μείζονα σημασία για την κοινωνία, γεγονός παραμένει ότι η προτέρα θέσπιση συγκεκριμένων κριτηρίων υπό το πρίσμα των οποίων εκτιμάται η σημασία αυτή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο προκειμένου οι εθνικές αποφάσεις να θεσπίζονται υπό καθεστώς διαφάνειας και εντός του πλαισίου του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν οι εθνικές αρχές επ’ αυτού (βλ. σκέψη 94 ανωτέρω).

153    Στο πλαίσιο αυτό, όταν η Επιτροπή εκτιμά ότι η εθνική διαδικασία καταρτίσεως του καταλόγου εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία κράτους μέλους πληροί τις απαιτήσεις σαφήνειας και διαφάνειας, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της εφαρμογής ορισμένων κριτηρίων επιλογής που μνημονεύονται στην απόφασή της, τα εν λόγω κριτήρια πρέπει να αντιστοιχούν προς την ουσία των προβλεπομένων από την οικεία εθνική νομοθεσία κριτηρίων.

154    Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το πρώτο κριτήριο που θεσπίσθηκε με την κανονιστική απόφαση της 28ης Μαΐου 2004 δεν παρουσιάζει ουσιώδεις διαφορές σε σχέση με το πρώτο κριτήριο που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η FIFA, η απαίτηση υπάρξεως «μεγάλου ενδιαφέροντος εκ μέρους του κοινού» δεν πληρούται, εξ ορισμού, όταν η εν λόγω αθλητική εκδήλωση προκαλεί ενδιαφέρον μόνο σε όσους παρακολουθούν συνήθως τις εκδηλώσεις σχετικά με το εν λόγω άθλημα.

155    Ως προς το τρίτο κριτήριο που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν εκτίμησε ότι το κριτήριο αυτό επληρούτο όσον αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο. Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 6 και 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, όσον αφορά το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Επιτροπή εκτίμησε ότι το πρώτο και το τέταρτο κριτήριο, τα οποία μνημονεύονται στην αιτιολογική σκέψη 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, επληρούντο. Αντιθέτως, η αιτιολογική σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία εφαρμόζει το τρίτο κριτήριο που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της αποφάσεως αυτής, δεν αναφέρεται στο Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά καλύπτει τις διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις σε επίπεδο ποδοσφαιρικών σωματείων, όπως είναι το Champions League και το Κύπελλο UEFA, διοργανώσεις των οποίων οι αγώνες, στους οποίους συμμετέχουν βελγικά ποδοσφαιρικά σωματεία, αποτελούν επίσης μέρος του επίδικου καταλόγου.

156    Όσον αφορά την παρατήρηση που διατύπωσε το φλαμανδικό Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω παρατήρηση δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τα υποστηριζόμενα από το εν λόγω Συμβούλιο ως προς τον φερόμενο ως αυθαίρετο χαρακτήρα της διαδικασίας καταρτίσεως του καταλόγου της Φλαμανδικής Κοινότητας και ότι η εν λόγω παρατήρηση διατυπώθηκε το 1999, ήτοι πλείονα έτη πριν από τη θέσπιση των σχετικών νομοθετικών πράξεων και του επίδικου καταλόγου. Όσον αφορά τον υπαινιγμό τον σχετικό με την έκταση του εν λόγω καταλόγου, κανένα στοιχείο της εκτιμήσεως αυτής δεν επηρεάζει τη σαφήνεια ή τη διαφάνεια της εθνικής διαδικασίας.

157    Όσον αφορά την άποψη ότι οι βελγικές αρχές δεν προέβαλαν κανένα λόγο δικαιολογούντα την αναγραφή του συνόλου των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι η σημασία των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος», όπως αυτή εκτίθεται στη σκέψη 72 ανωτέρω, συνιστά πασίγνωστο στοιχείο, το οποίο αναμφισβήτητα είναι γνωστό και στη FIFA, που αποτελεί τον υπεύθυνο διοργανώσεως της εν λόγω αθλητικής εκδηλώσεως. Δεύτερον, η FIFA δεν αμφισβητεί ότι οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» πληρούν τα κριτήρια ώστε να χαρακτηρισθούν εκδηλώσεις μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία. Επομένως, είναι πρόδηλο, στο πλαίσιο αυτό, ότι, όταν οι βελγικές αρχές περιλαμβάνουν στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία και τους αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το πράττουν για τον λόγο ότι οι εν λόγω αγώνες πληρούν τα ίδια κριτήρια με αυτά που πληρούν οι αγώνες «πρώτης τάξεως ενδιαφέροντος» της διοργανώσεως αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι στη FIFA παρασχέθηκε η δυνατότητα, αφενός, να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους οι βελγικές αρχές συμπεριέλαβαν το Παγκόσμιο Κύπελλο, στο σύνολό του, στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για την κοινωνία, τον οποίο αυτές ενέκριναν, και, αφετέρου, να στραφεί κατά της επιλογής αυτής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, επικαλούμενη κάθε στοιχείο το οποίο, κατά τη γνώμη της, θέτει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση σχετικά με τη σημασία των αγώνων «μικρότερου ενδιαφέροντος» για τη βελγική κοινωνία, όπως έπραξε και στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.

158    Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το οποίο υπέβαλε η FIFA

159    Οι εκτιμήσεις που παρατέθηκαν στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η FIFA έχουν ως συνέπεια ότι δεν παρίσταται ανάγκη να ληφθούν τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που ζητήθηκαν από αυτή (βλ. σκέψεις 22 και 24 ανωτέρω).

160    Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά τη FIFA, σκοπός του αιτήματός της είναι να παρασχεθεί σ’ αυτήν, καθώς και στο Γενικό Δικαστήριο, η δυνατότητα να εξετάσουν, πρώτον, αν η Επιτροπή διέθετε επαρκή στοιχεία ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο βελγικός κατάλογος ήταν συμβατός προς το κοινοτικό δίκαιο και, δεύτερον, αν ο εν λόγω κατάλογος καταρτίσθηκε με σαφείς και διαφανείς διαδικασίες. Ειδικότερα, η FIFA ισχυρίζεται ότι η γνώση όλων των παρατηρήσεων τις οποίες διατύπωσαν η Επιτροπή και οι βελγικές αρχές κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιολογήσεως των επίμαχων εθνικών μέτρων είναι απαραίτητη προκειμένου να εξετασθεί αν οι ως άνω αρχές συμμορφώθηκαν πλήρως προς τα αιτήματα της Επιτροπής και αν τα ποσοστά τηλεθέασης, τα οποία αφορούν πλείονα αθλήματα, ελήφθησαν υπόψη κατά τρόπο συνεπή, δεδομένου ότι, όσον αφορά άλλες διοργανώσεις, μόνον ορισμένοι αγώνες έχουν περιληφθεί στον επίδικο κατάλογο.

161    Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, όπως κρίθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η FIFA, η Επιτροπή ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η συμπερίληψη όλων των αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου στον κατάλογο εκδηλώσεων μείζονος σημασίας για τη βελγική κοινωνία ήταν συμβατή προς το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δε βάσει των στοιχείων που διέθετε, όπως είναι η κοινοποίηση στην οποία προέβησαν οι βελγικές αρχές στις 10 Δεκεμβρίου 2003 και η οποία μνημονεύθηκε στην αιτιολογική σκέψη 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως και επισυνάφθηκε σε παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως. Η ίδια κοινοποίηση παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Βέλγιο ήταν σαφής και διαφανής, τα δε επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά της εκτιμήσεως αυτής στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως απορρίφθηκαν.

162    Επιπλέον, η νομιμότητα μιας αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα προς το κοινοτικό δίκαιο ληφθέντων δυνάμει του άρθρου 3α της οδηγίας 89/552 μέτρων, εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των εν λόγω μέτρων, όπως αυτά τελικώς εγκρίθηκαν. Έτσι, τυχόν προγενέστερες εκδοχές ή τυχόν παρατηρήσεις διατυπωθείσες από την Επιτροπή ή από τις εθνικές αρχές στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των μέτρων αυτών δεν ασκούν επιρροή, ως εκ της φύσεώς τους, επ’ αυτού.

163    Ως προς το επιχείρημα που αφορά τυχόν διαφοροποιημένη μεταχείριση αθλητικών διοργανώσεων, υπό την έννοια ότι ορισμένες εξ αυτών έχουν περιληφθεί στον επίδικο κατάλογο στο σύνολό τους ενώ άλλες έχουν περιληφθεί στον εν λόγω κατάλογο μόνον ως προς ορισμένους από τους αγώνες τους, αρκεί να επισημανθεί ότι τίποτα δεν εμποδίζει τη FIFA να προβάλει το γεγονός αυτό, το οποίο προκύπτει από τον ίδιο τον κατάλογο, ως λόγο ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, έστω και αν δεν έχει γνώση των ποσοστών τηλεθέασης που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή όσον αφορά τις εν λόγω διοργανώσεις.

164    Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αίτημα λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και η προσφυγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

165    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η FIFA ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής.

166    Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Η Fédération internationale de football association (FIFA) φέρει, επιπλέον των δικαστικών της εξόδων, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3)      Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.

Forwood

Truchot

Schwarcz

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Φεβρουαρίου 2011.

(υπογραφές)



Πίνακας περιεχομένων


Νομικό πλαίσιο

Ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού

Επιχειρήματα των διαδίκων

Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί της ουσίας

Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας

– Επιχειρήματα των διαδίκων

– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά προς το άρθρο 49 ΕΚ

– Επιχειρήματα των διαδίκων

– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αφορούν, αντιστοίχως, παράβαση του άρθρου 49 ΕΚ και παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 επειδή η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα ήσαν συμβατά, αντιστοίχως, προς το άρθρο 49 ΕΚ και προς το άρθρο 43 ΕΚ

– Επιχειρήματα των διαδίκων

– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 για τον λόγο ότι η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι τα βελγικά μέτρα δεν έθιγαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας της FIFA

– Επιχειρήματα των διαδίκων

– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552 επειδή η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν της οποίας θεσπίσθηκαν τα βελγικά μέτρα, πληρούσε τις απαιτήσεις σαφήνειας και διαφάνειας

– Επιχειρήματα των διαδίκων

– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το οποίο υπέβαλε η FIFA

Επί των δικαστικών εξόδων


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.