ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα)
της 10ης Ιουλίου 2014 (*)
«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων — Διορισμός — Θέση προϊσταμένου τμήματος — Διορισμός άλλου υποψηφίου αντί της προσφεύγουσας — Παρατυπίες της διαδικασίας επιλογής — Καθήκον αμεροληψίας των μελών της επιτροπής επιλογής — Μεμπτή συμπεριφορά του προέδρου της επιτροπής επιλογής έναντι της προσφεύγουσας — Σύγκρουση συμφερόντων — Προφορική παρουσίαση κοινή για όλους τους υποψηφίους — Διανεμηθέντα για την προφορική παρουσίαση έγγραφα δυνάμενα να ευνοήσουν έναν από τους υποψηφίους — Συμμετοχή υποψηφίου στη σύνταξη των διανεμηθέντων εγγράφων — Παραβίαση της αρχής της ισότητας — Προσφυγή ακυρώσεως — Αίτημα αποζημιώσεως»
Στην υπόθεση F‑115/11,
με αντικείμενο προσφυγή η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ,
CG, μέλος του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, κάτοικος Sandweiler (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον N. Thieltgen, στη συνέχεια, από τους J.‑N. Louis και D. de Abreu Caldas, δικηγόρους,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), εκπροσωπούμενης από τους G. Nuvoli και T. Gilliams, επικουρούμενους από τον A. Dal Ferro, δικηγόρο,
καθής-εναγομένης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Rofes i Pujol (εισηγήτρια), πρόεδρο, K. Bradley και J. Svenningsen, δικαστές,
γραμματέας: X. Lopez Bancalari, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Μαρτίου 2014,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με προσφυγή-αγωγή [στο εξής: προσφυγή] που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 27 Οκτωβρίου 2011, η CG ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο αυτό να ακυρώσει την απόφαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ ή στο εξής: Τράπεζα) περί διορισμού του Α, αντί της προσφεύγουσας-ενάγουσας [στο εξής: προσφεύγουσα], στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος «Πολιτική εκτιμήσεως κινδύνων και τιμολογήσεως» («Risk Policy and Pricing division», στο εξής: RPP), το οποίο υπάγεται στη διεύθυνση «Πιστωτικοί κίνδυνοι» της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Διαχείριση κινδύνων» (στο εξής: ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων») και να υποχρεώσει την Τράπεζα να αποκαταστήσει τη υλική ζημία και την ηθική βλάβη που θεωρεί ότι υπέστη η προσφεύγουσα.
Το νομικό πλαίσιο
2 Σύμφωνα με το άρθρο 308 ΣΛΕΕ, το καταστατικό της Τράπεζας προσαρτάται ως πρωτόκολλο στη Συνθήκη αυτή και στη Συνθήκη ΕΕ και αποτελεί συστατικό τους μέρος.
3 Το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο ηʹ, του πρωτοκόλλου αριθ. 5 περί του καταστατικού της Τράπεζας ορίζει ότι το Συμβούλιο των Διοικητών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της Τράπεζας. Ο κανονισμός αυτός εγκρίθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1958 και έκτοτε υπέστη διάφορες τροποποιήσεις. Προβλέπει δε ότι οι κανονισμοί που αφορούν το προσωπικό της Τράπεζας καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο.
4 Στις 20 Απριλίου 1960, το Διοικητικό Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό του προσωπικού της Τράπεζας. Το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού, ως έχει κατά τον χρόνο της επίδικης διαφοράς, ορίζει ότι το προσωπικό της Τράπεζας αποτελείται από τρεις κατηγορίες προσωπικού, αναλόγως των καθηκόντων που εκτελούν: η πρώτη κατηγορία αφορά τα διευθυντικά στελέχη και περιλαμβάνει δύο ειδών θέσεις, αυτές των διοικητικών στελεχών και αυτές των υπαλλήλων C· η δεύτερη κατηγορία αφορά το προσωπικό σχεδιασμού και περιλαμβάνει τριών ειδών θέσεις, αυτές των κατηγοριών D, E και F· η τρίτη κατηγορία αφορά το προσωπικό με εκτελεστικά καθήκοντα και αποτελείται από τεσσάρων ειδών θέσεις.
5 Το άρθρο 41 του κανονισμού του προσωπικού της Τράπεζας ορίζει τα εξής:
«Οι πάσης φύσεως ατομικές διαφορές μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου [της Ευρωπαϊκής Ένωσης].
Για τις διαφορές που ανακύπτουν, εκτός από αυτές που ενδέχεται να οδηγήσουν σε [πειθαρχικές ποινές], κινείται συμβιβαστική διαδικασία ενώπιον της επιτροπής συνδιαλλαγής της Τράπεζας, ανεξάρτητα από την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
[…]»
6 Στις 25 Μαΐου 2004, η επιτροπή διευθύνσεως της Τράπεζας ενέκρινε έγγραφο με τίτλο «Οδηγίες σχετικές με την εσωτερική κινητικότητα και τις προαγωγές» (στο εξής: οδηγίες).
7 Το άρθρο 2 των οδηγιών, με τίτλο «Προκήρυξη των κενών θέσεων», ορίζει τα εξής:
«Όλες οι κενές θέσεις είναι, κατά κανόνα, ανοικτές σε όλα τα μέλη του προσωπικού και προκηρύσσονται. […]»
8 Το άρθρο 3 των οδηγιών, με τίτλο «Χρήση επιτροπών», προβλέπει τα εξής:
«Η συλλογική κρίση των διευθυντικών στελεχών με τη χρήση επιτροπών έχει ως σκοπό να συμβάλει στην ισόρροπη, δίκαιη και διαφανή διαδικασία λήψεως αποφάσεων κατά την πλήρωση κενών θέσεων. […] η χρήση επιτροπών επιβάλλεται κατά την πλήρωση κενών θέσεων καθηκόντων C ή ανώτερων θέσεων […]».
9 Το παράρτημα I των οδηγιών, σχετικά με τη σύνθεση και τον ρόλο των επιτροπών επιλογής, ορίζει τα εξής:
«[…] Οι επιτροπές πρέπει να είναι κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικές της ομάδας διευθύνσεως, λαμβανομένων υπόψη του πλαισίου και της σπουδαιότητας της εξεταζόμενης θέσεως. Περιλαμβάνουν πέντε μέλη, μεταξύ των οποίων γυναίκες και άνδρες. Περιλαμβάνουν, δε, τουλάχιστον έναν εκπρόσωπο του [τμήματος ανθρωπίνων πόρων] και έναν εκπρόσωπο άλλης γενικής διευθύνσεως, εκτός αυτής στην οποίαν υπάγεται η κενή θέση. Τα μέλη της επιτροπής πρέπει να έχουν τουλάχιστον τον ίδιο βαθμό με εκείνον της προς πλήρωση θέσεως.
Ο υπεύθυνος για τη θέση γενικός διευθυντής και το τμήμα των ανθρωπίνων πόρων αποφασίζουν από κοινού τη σύνθεση της επιτροπής.»
10 Το τμήμα ανθρωπίνων πόρων της Τράπεζας συνέταξε έγγραφο με τίτλο «Ορθές πρακτικές των επιτροπών επιλογής» (στο εξής: ορθές πρακτικές). Το άρθρο 4.1, όπως έχει στην εφαρμοστέα του εν προκειμένω μορφή, ορίζει τα εξής:
«Οι επιτροπές αποτελούνται από πέντε μέλη με δικαίωμα ψήφου και έναν παρατηρητή από την [επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για την ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών]. Ο πρόεδρος της επιτροπής εκπροσωπεί συνήθως τη γενική διεύθυνση που προκηρύσσει τη θέση. Τα πέντε μέλη με δικαίωμα ψήφου έχουν ίσες ψήφους. Ο παρατηρητής από την [επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως για την ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών] δεν έχει δικαίωμα ψήφου. Τα πέντε μέλη με δικαίωμα ψήφου πρέπει να έχουν τουλάχιστον τον ίδιο βαθμό με εκείνον της προς πλήρωση θέσεως. Η σύνθεση της επιτροπής συμφωνείται μεταξύ του [τμήματος ανθρωπίνων πόρων] και της γενικής διευθύνσεως που προκηρύσσει τη θέση και πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον μια γυναίκα με δικαίωμα ψήφου».
11 Το άρθρο 5.1 των ορθών πρακτικών έχει ως εξής:
«Ο πρόεδρος της επιτροπής έχει τα ίδια δικαιώματα ψήφου με τα λοιπά μέλη με δικαίωμα ψήφου, αλλά ενεργεί ως “πρώτος μεταξύ ίσων” […], πράγμα που σημαίνει ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συναίνεση για την τελική εισήγηση, η ψήφος του προέδρου υπερισχύει στην τελική εισήγηση. Αν ο πρόεδρος αποφασίσει να ασκήσει το σχετικό δικαίωμα πρέπει να δικαιολογήσει την απόφασή του στα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής.»
12 Σύμφωνα με το άρθρο 10.3 των ορθών πρακτικών:
«[…] Στις ενημερώσεις και στις διασκέψεις της επιτροπής, […] ο πρόεδρος τοποθετείται τελευταίος προκειμένου να δώσει στα λοιπά μέλη τη δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους χωρίς να επηρεάζονται από τη γενική διεύθυνση που πρόκειται να προσλάβει. […]»
13 Σύμφωνα με το άρθρο 17 των ορθών πρακτικών:
«Η απόφαση διορισμού λαμβάνεται από τον πρόεδρο [της Τράπεζας], μετά από γνωμοδότηση των συναδέλφων του της επιτροπής διευθύνσεως και κατόπιν προτάσεως του διευθυντή [του τμήματος ανθρωπίνων πόρων]. Προς τον σκοπό αυτόν, ο διευθυντής [του τμήματος ανθρωπίνων πόρων], βάσει των πρακτικών της επιτροπής, υποβάλλει πρόταση διορισμού στην [επιτροπή που αποτελείται από την επιτροπή διευθύνσεως και τον γενικό γραμματέα], προσθέτοντας σε αυτήν, αν το κρίνει σκόπιμο, κάθε επιπλέον εκτίμηση [του τμήματος ανθρωπίνων πόρων]».
Ιστορικό της διαφοράς
14 Η προσφεύγουσα προσελήφθη από την Τράπεζα στις 16 Ιουλίου 1998 στον βαθμό E της κατηγορίας του προσωπικού στον τομέα του σχεδιασμού.
15 Την 1η Απριλίου 2001, η προσφεύγουσα προήχθη στον βαθμό D, κλιμάκιο 1, της κατηγορίας του προσωπικού στον τομέα του σχεδιασμού.
16 Την 1η Ιανουαρίου 2008, η προσφεύγουσα διορίστηκε προϊσταμένη του τμήματος «Συντονισμός» (στο εξής: τμήμα συντονισμού) της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» και προήχθη στον βαθμό C της κατηγορίας του προσωπικού στον τομέα του σχεδιασμού. Η προσφεύγουσα διατηρούσε ακόμη αυτή τη θέση κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής.
17 Κατά την ανάληψη από την προσφεύγουσα των καθηκόντων της στη θέση της προϊσταμένης του τμήματος συντονισμού, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» είχε υπό την άμεση εποπτεία του τον X, διευθυντή του τμήματος πιστωτικών κινδύνων, τον Y, διευθυντή του τμήματος χρηματοοικονομικών κινδύνων και την προσφεύγουσα.
18 Στην έκθεση αξιολογήσεως της προσφεύγουσας για το έτος 2008, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» εκτίμησε, ως αξιολογητής, ότι η απόδοσή της ανταποκρινόταν σε κάθε προσδοκία και η προσφεύγουσα έλαβε πριμοδότηση.
19 Στην έκθεση αξιολογήσεως της προσφεύγουσας για το πρώτο εξάμηνο του 2009, ο αξιολογητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόδοσή της ήταν πολύ καλή. Στην προσφεύγουσα δόθηκε αύξηση τριών ημικλιμακίων και πριμοδότηση.
20 Με σημείωμα της 16ης Φεβρουαρίου 2011, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» υπέβαλε στην επιτροπή διευθύνσεως της Τράπεζας πρόταση για αναδιοργάνωση της εν λόγω γενικής διευθύνσεως.
21 Στις 18 Φεβρουαρίου 2011, η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα να κινηθεί διαδικασία έρευνας για την προσωπική αξιοπρέπεια στον χώρο εργασίας σε σχέση με τους X και Y. Με το αίτημα αυτό, η προσφεύγουσα υποστήριζε ότι ο Χ, από τον Ιούνιο του 2010, και ο Υ, από τον Σεπτέμβριο του 2008, είχαν προβεί σε πράξεις εκφοβισμού και παρενοχλήσεώς της, οι οποίες περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την περιθωριοποίησή της με την αποδυνάμωση ή/και τη συρρίκνωση του ρόλου και των καθηκόντων της.
22 Στις 22 Φεβρουαρίου 2011, η επιτροπή διευθύνσεως της Τράπεζας επικύρωσε το πρόγραμμα αναδιοργανώσεως της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» (στο εξής: αναδιοργάνωση της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων»), υιοθετώντας, ωστόσο, διαφορετική οργανωτική δομή από εκείνη που είχε προτείνει με το σημείωμά του της 16ης Φεβρουαρίου 2011 ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων».
23 Με επιστολή του διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων της 28ης Φεβρουαρίου 2011, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι είχε κινηθεί η διαδικασία έρευνας και κλήθηκε να διατυπώσει την καταγγελία της με υπόμνημα.
24 Με υπόμνημα της 14ης Μαρτίου 2011, η προσφεύγουσα προσδιόρισε τις πράξεις παρενοχλήσεως και εκφοβισμού στις οποίες ισχυριζόταν ότι είχαν προβεί προς το πρόσωπό της οι φερόμενοι ως παρενοχλήσαντες X και Y.
25 Με σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2011, ο πρόεδρος της Τράπεζας γνωστοποίησε στο προσωπικό ότι η επιτροπή διευθύνσεως είχε εγκρίνει την αναδιοργάνωση της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων», η οποία θα ίσχυε από 1ης Απριλίου 2011 (στο εξής: σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2011 προς το προσωπικό). Από το σημείωμα αυτό προκύπτει ότι, από την ημερομηνία εκείνη, η γενική πολιτική κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας της Βασιλείας, της επάρκειας των ιδίων πόρων, της προσομοιώσεως κρίσεως και της τιμολογήσεως, θα αποτελούσε το αντικείμενο ενός νεοσυσταθέντος τμήματος, του RPP, το οποίο θα υπαγόταν στο τμήμα πιστωτικών κινδύνων της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων». Το σημείωμα της 30ής Μαρτίου 2011 προς το προσωπικό ανέφερε επίσης ότι, στο πλαίσιο της αναδιοργανώσεως της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων», ο Y, διευθυντής του τμήματος χρηματοοικονομικών κινδύνων, επρόκειτο να αναλάβει διευθυντής του τμήματος πιστωτικών κινδύνων και ότι η προκήρυξη της νέας θέσεως του προϊσταμένου του τμήματος RPP (στο εξής: επίδικη θέση) επρόκειτο να δημοσιευθεί σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες της Τράπεζας.
26 Στις 20 Μαΐου 2011, δημοσιεύθηκε η προκήρυξη της επίδικης θέσεως. Ως προθεσμία για την υποβολή υποψηφιοτήτων ορίστηκε η 7η Ιουνίου 2011.
27 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 3ης Ιουνίου 2011 προς τον διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων, η προσφεύγουσα ζήτησε να ανασταλεί η διαδικασία προσλήψεως για την πλήρωση της επίδικης θέσεως, μεταξύ άλλων διότι κατά του Y, ο οποίος συμμετείχε στην επιτροπή επιλογής, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία έρευνας την οποία είχε κινήσει η ίδια. Το μήνυμα αυτό έμεινε αναπάντητο.
28 Στις 7 Ιουνίου 2011, η προσφεύγουσα υπέβαλε υποψηφιότητα για την επίδικη θέση.
29 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Ιουνίου 2011, η προσφεύγουσα κλήθηκε σε συνέντευξη ενώπιον της επιτροπής επιλογής στις 17 Ιουνίου 2011. Η πρόσκληση στη συνέντευξη με την επιτροπή επιλογής ανέφερε ότι η επιτροπή αποτελούνταν από πέντε πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον Y ως πρόεδρο. Διευκρίνιζε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της συνεντεύξεως, η προσφεύγουσα έπρεπε να πραγματοποιήσει μια δεκάλεπτη παρουσίαση ενός θέματος που της γνωστοποιήθηκε με το ηλεκτρονικό μήνυμα, για την οποία μπορούσε να ανατρέξει στα συνημμένα στο μήνυμα αυτό έγγραφα.
30 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Ιουνίου 2011 προς τον διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων, η προσφεύγουσα ζήτησε την αντικατάσταση του Y.
31 Με ηλεκτρονικό μήνυμα επίσης της 14ης Ιουνίου 2011, ο διευθυντής του τμήματος ανθρωπίνων πόρων απάντησε στην προσφεύγουσα ότι η σύνθεση της επιτροπής επιλογής δεν επρόκειτο να μεταβληθεί. Της επισήμανε ότι θα ήταν «αδιανόητο» να μην προεδρεύει ο Y, διευθυντής του τμήματος πιστωτικών κινδύνων, όλων των συνεντεύξεων της επιτροπής επιλογής. Τόνισε δε ότι στην επιτροπή επιλογής συμμετείχε εκπρόσωπος του τμήματος ανθρωπίνων πόρων, ένα από τα κυριότερα καθήκοντα του οποίου ήταν να εξασφαλίσει την ίση και αντικειμενική μεταχείριση όλων των υποψηφίων.
32 Στις 16 Ιουνίου 2011, εντός της ημέρας, η προσφεύγουσα απέστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα την επιστολή εκδηλώσεως ενδιαφέροντος και το βιογραφικό της σημείωμα στη γραμματεία της επιτροπής επιλογής.
33 Το βράδυ της ίδιας ημέρας, 16 Ιουνίου 2011, η προσφεύγουσα ενημέρωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα τη γραμματεία της επιτροπής επιλογής ότι δεν θα μπορούσε να παραστεί στη συνέντευξη που είχε οριστεί για την επομένη για λόγους υγείας και ότι θα βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια για τρεις εβδομάδες.
34 Στις 17 Ιουνίου 2011 παρουσιάστηκαν για συνέντευξη με την επιτροπή επιλογής όλοι οι υποψήφιοι πλην της προσφεύγουσας.
35 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 29ης Ιουνίου 2011, το οποίο απεστάλη ταχυδρομικώς, ο εκπρόσωπος του τμήματος ανθρωπίνων πόρων στην επιτροπή επιλογής κάλεσε την προσφεύγουσα να του ορίσει μια ημερομηνία μεταξύ 8 και 14 Ιουλίου 2011, για τη συνέντευξή της με την επιτροπή επιλογής. Η προσφεύγουσα δεν απάντησε και το ως άνω μέλος της επιτροπής της ζήτησε, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 7ης Ιουλίου 2011 και με συστημένη επιστολή, να επιβεβαιώσει αν μπορούσε να προσέλθει για την εν λόγω συνέντευξη στις 11, στις 13 ή στις 14 Ιουλίου 2011.
36 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 11ης Ιουλίου 2011, η προσφεύγουσα ενημέρωσε ότι ήταν διαθέσιμη για όποια από τις δύο ημερομηνίες, 13 και 14 Ιουλίου 2011, εξυπηρετούσε την επιτροπή.
37 Στις 11 Ιουλίου 2011, η εξεταστική επιτροπή που είχε επιληφθεί της καταγγελίας της προσφεύγουσας για παρενόχληση εξέδωσε το πόρισμά της (στο εξής: πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής). Όσον αφορά τον X, η εξεταστική επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε «διαπιστώσει εκ προθέσεως καταχρηστική συμπεριφορά που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως παρενόχληση» ενώ, όσον αφορά τον Υ, καίτοι διαπίστωσε ότι ορισμένα από τα είδη συμπεριφοράς που είχε καταγγείλει η προσφεύγουσα είχαν αποδειχθεί, δεν αποφάνθηκε επί του αν αυτά συνιστούσαν ηθική παρενόχληση. Στο εν λόγω πόρισμα, η εξεταστική επιτροπή διατύπωσε και μια σειρά συστάσεων προς την Τράπεζα.
38 Στις 13 Ιουλίου 2011, η προσφεύγουσα παρουσιάστηκε ενώπιον της επιτροπής επιλογής, της οποίας προήδρευε ο Y.
39 Στα πρακτικά της 18ης Ιουλίου 2011, τα οποία συντάχθηκαν μετά το πέρας της διαδικασίας επιλογής, η επιτροπή κατέληξε ομοφώνως στο συμπέρασμα ότι ο A ήταν ο καλύτερος υποψήφιος για την επίδικη θέση και εισηγήθηκε τον διορισμό του.
40 Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για την επιλογή του Α από την επιτροπή με ηλεκτρονικό μήνυμα της 27ης Ιουλίου 2011.
41 Με σημείωμα της 28ης Ιουλίου 2011, ο πρόεδρος της Τράπεζας γνωστοποίησε στο προσωπικό την απόφασή του, την οποία έλαβε μετά από διαβούλευση με τους συναδέλφους του της επιτροπής διευθύνσεως, να διορίσει τον A στην επίδικη θέση (στο εξής: απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011).
42 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 29ης Ιουλίου 2011, η προσφεύγουσα ζήτησε από τον διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων να πληροφορηθεί εγγράφως τους λόγους για τους οποίους δεν είχε προκριθεί η υποψηφιότητά της, καθώς και τους λόγους που δικαιολόγησαν την επιλογή άλλου υποψηφίου.
43 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Σεπτεμβρίου 2011, η προσφεύγουσα απηύθυνε στον πρόεδρο της Τράπεζας ένσταση με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011, καθώς και την καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την παράνομη αυτή απόφαση και από το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον μιας επιτροπής επιλογής της οποίας ένα από τα μέλη ήταν ένας εκ των φερομένων ως υπεύθυνων για παρενόχληση, για τον οποίον εκκρεμούσε διαδικασία έρευνας.
44 Στις 8 Σεπτεμβρίου 2011, η προσφεύγουσα έγινε δεκτή από εκπρόσωπο του τμήματος ανθρωπίνων πόρων, ο οποίος της παρέσχε πρόσβαση στο τμήμα των πρακτικών της επιτροπής επιλογής που την αφορούσε.
45 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 19ης Σεπτεμβρίου 2011, ο πρόεδρος της Τράπεζας επιβεβαίωσε τη λήψη της ενστάσεως της 5ης Σεπτεμβρίου 2011. Ενημέρωσε δε την προσφεύγουσα ότι, λόγω απουσίας του αρμόδιου εκπροσώπου του τμήματος ανθρωπίνων πόρων μέχρι τις 23 Σεπτεμβρίου 2011, η ένσταση και το αίτημα αποζημιώσεως θα εξετάζονταν μετά την επιστροφή του από την άδειά του και η απόφασή του θα της κοινοποιούνταν μετά την ως άνω ημερομηνία.
Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία
46 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
– να ακυρώσει την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011·
– να διατάξει την Τράπεζα να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να διεξαχθεί νομότυπη διαδικασία για την πλήρωση της επίδικης θέσεως·
– να διαπιστώσει ότι στοιχειοθετείται ευθύνη της Τράπεζας έναντι της προσφεύγουσας όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως διορισμού του Α στην επίδικη θέση·
– να υποχρεώσει την Τράπεζα να καταβάλει αποζημίωση για την υλική ζημία και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα, πλέον τόκων υπερημερίας:
– για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης: 50 000 ευρώ·
– για αποκατάσταση της υλικής ζημίας λόγω απώλειας αποδοχών: 436 100 ευρώ·
– να διατάξει ως προσωρινό μέτρο πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η έκταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης από την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, το αντικείμενο της οποίας εκτίθεται λεπτομερέστερα στα συνημμένα στο δικόγραφο προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα·
– να καταδικάσει την Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα.
47 Η Τράπεζα ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
48 Στο υπόμνημα απαντήσεως που υπέβαλε στις 6 Ιουνίου 2012, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να διατάξει, ως προσωρινό μέτρο, την ακρόαση ενός μάρτυρα τον οποίον ονόμαζε στα συνημμένα στο εν λόγω υπόμνημα προτεινόμενα αποδεικτικά στοιχεία και, επικουρικώς, να δεχθεί ως νέο προτεινόμενο αποδεικτικό στοιχείο τη συνημμένη στο παράρτημα αυτό κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα. Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της προσφυγής. Όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης σχετικά με αυτό το αίτημα λήψεως προσωρινού μέτρου στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας για τα οποία γίνεται λόγος στην ακόλουθη σκέψη, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι δεν το είχε διατυπώσει με το εισαγωγικό δικόγραφο, διότι έλαβε γνώση των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων μπορούσε να καταθέσει ο μάρτυρας μόλις τον Φεβρουάριο του 2012.
49 Με επιστολές της γραμματείας της 29ης Ιανουαρίου 2014, οι διάδικοι εκλήθησαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση αυτή.
50 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από το δεύτερο και το πέμπτο αίτημα της προσφυγής της.
Σκεπτικό
1. Επί του πρώτου αιτήματος, περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011
51 Προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματός της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από την ύπαρξη παρατυπιών οι οποίες καθιστούν ελαττωματική τη διαδικασία προσλήψεως. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. Ο τρίτος στηρίζεται στην ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας.
52 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι παραιτείται από τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
53 Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα προβάλλει έναν και μόνο λόγο, αντλούμενο από την ύπαρξη παρατυπιών οι οποίες καθιστούν ελαττωματική τη διαδικασία προσλήψεως. Ο λόγος αυτός αποτελείται από δύο σκέλη: το πρώτο αφορά μεροληψία της επιτροπής επιλογής και το δεύτερο παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά την επιλογή των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στους υποψηφίους, επιλογή η οποία, κατά την προσφεύγουσα, ευνόησε τον A.
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως, περί μεροληψίας της επιτροπής επιλογής
54 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο αιτιάσεις: επικαλείται, πρώτον, μεροληψία εκ μέρους του προέδρου της επιτροπής επιλογής Y και, δεύτερον, μεροληψία εκ μέρους των λοιπών μελών της επιτροπής.
Επί της πρώτης αιτιάσεως, περί μεροληψίας του Y ως μέλους και ως προέδρου της επιτροπής επιλογής
– Επιχειρήματα των διαδίκων
55 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 ελήφθη κατόπιν συστάσεως του διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων η οποία στηρίχθηκε σε διαδικασία χαρακτηριζόμενη από παρατυπίες και πρέπει, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί. Υποστηρίζει ότι στις 28 Φεβρουαρίου 2011 κινήθηκε, κατόπιν αιτήματός της, διαδικασία έρευνας για τον σεβασμό της προσωπικής αξιοπρέπειας στον χώρο εργασίας, η οποία αφορούσε πράξεις εκφοβισμού και παρενοχλήσεως, ιδίως εκ μέρους του Y, που είχαν εκδηλωθεί εις βάρος της από τον Σεπτέμβριο του 2008. Στις 11 Ιουλίου 2011, η εξεταστική επιτροπή ανέφερε συγκεκριμένα στη γνωμοδότησή της ότι ο Y είχε τη φήμη «φιλόδοξου ανθρώπου» και «οδοστρωτήρα που δεν τον απασχολούν ιδιαίτερα οι παράπλευρες ζημίες που ενδέχεται να προκαλεί στην πορεία του» και ότι είχε απομακρύνει την προσφεύγουσα από τη θέση της, οικειοποιούμενος όλες τις στρατηγικές αρμοδιότητες του τμήματος συντονισμού.
56 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της διαδικασίας έρευνας για παρενόχληση που είχε κινηθεί κατά του Y κατόπιν δικού της αιτήματος, ο τελευταίος βρισκόταν σε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με την ίδια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής και ότι η κατάσταση αυτή τον εμπόδιζε να γνωμοδοτήσει κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο σχετικά με την υποψηφιότητά της. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, επιπλέον, ο Y προήδρευε της επιτροπής επιλογής, γεγονός που του επέτρεπε να επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα τα λοιπά μέλη της επιτροπής όσον αφορά την επιλογή προσώπου για την προς πλήρωση θέση. Λόγω της παρουσίας του Y στην επιτροπή επιλογής, η γνωμοδότηση της τελευταίας δεν ήταν δυνατόν να παρέχει τις απαιτούμενες εγγυήσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας.
57 Η προσφεύγουσα καταγγέλλει επίσης ότι, παρά το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής, με το οποίο διαπιστώθηκαν ορισμένες από τις πράξεις του Y που η ίδια είχε καταγγείλει, και παρά το ρητό αίτημά της να μη συμμετέχει ο Y στην επιτροπή επιλογής, η Τράπεζα δεν μετέβαλε τη σύνθεση της επιτροπής, καθώς και ότι η ίδια υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον μιας επιτροπής επιλογής της οποίας προήδρευε ένα από τα πρόσωπα τα οποία ισχυρίζεται ότι την είχαν παρενοχλήσει.
58 Η Τράπεζα αντιτείνει ότι, στο μέτρο που ο Y ήταν ο διευθυντής του τμήματος που προσελάμβανε, ο διορισμός του ως μέλους της επιτροπής επιλογής ανταποκρινόταν σε πάγια τακτική και ήταν σύμφωνος με τις ορθές πρακτικές. Όσον αφορά το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμιά πράξη παρενοχλήσεως δεν μπορούσε να αποδοθεί στα πρόσωπα για τα οποία είχε γίνει η σχετική καταγγελία. Υποστηρίζει επίσης ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει την αμεροληψία των επιτροπών, όπως τη συμμετοχή σε αυτές ενός εκπροσώπου του τμήματος ανθρωπίνων πόρων και την παρουσία ως παρατηρητή ενός εκπροσώπου της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για την ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών (στο εξής: ΕΠΙΣΕΙ). Τέλος, τα πρακτικά της επιτροπής επιλογής καταδεικνύουν ότι ο Y δεν είχε τοποθετηθεί κατά τρόπο που να συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος της προσφεύγουσας και ότι η θέση του ως προέδρου της επιτροπής δεν είχε παίξει κανένα ρόλο στην απόφασή του της 28ης Ιουλίου 2011. Συγκεκριμένα, από τα πρακτικά της επιτροπής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε λάβει την τελευταία θέση μεταξύ των πέντε υποψηφίων, ότι η απόφαση της επιτροπής να προτείνει τον A για την επίδικη θέση είχε ληφθεί ομοφώνως από τα μέλη της επιτροπής και ότι η βαθμολογία των μελών της επιτροπής για καθέναν από τους υποψηφίους ήταν ομοιογενής, καθώς κανένα μέλος δεν απέκλινε σημαντικά από τη γνώμη που διατύπωσαν τα λοιπά μέλη.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
59 Κατά πάγια νομολογία, η ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η επιτροπή του διαγωνισμού ή η επιτροπή επιλογής προσωπικού όσον αφορά τον προσδιορισμό των διαδικασιών και του λεπτομερούς περιεχομένου των προφορικών εξετάσεων στις οποίες υποβάλλει τους υποψηφίους πρέπει να αντισταθμίζεται από επιμελή τήρηση των κανόνων που διέπουν την οργάνωση των δοκιμασιών αυτών (αποφάσεις Girardot κατά Επιτροπής, T‑92/01, EU:T:2002:220, σκέψη 24, και Christensen κατά Επιτροπής, T‑336/02, EU:T:2005:115, σκέψη 38).
60 Κατά εξίσου πάγια νομολογία, η επιτροπή διαγωνισμού υποχρεούται να φροντίζει να διατυπώνει τις εκτιμήσεις της επί όλων των εξεταζομένων στις προφορικές εξετάσεις υποψηφίων υπό συνθήκες ισότητας και αντικειμενικότητας (απόφαση Παντούλης κατά Επιτροπής, T‑290/03, EU:T:2005:316, σκέψη 90 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Μολονότι η επίδικη διαδικασία προσλήψεως δεν είχε τη μορφή διαγωνισμού, η νομολογία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί και στην κρινομένη υπόθεση, καθόσον η επιτροπή επιλογής, όπως και η επιτροπή του διαγωνισμού, έχει ως σκοπό την επιλογή των καλύτερων από όσους υπέβαλαν υποψηφιότητα μετά από προκήρυξη θέσεως και διαθέτει σημαντικό περιθώριο χειρισμών κατά την οργάνωση των δοκιμασιών επιλογής.
61 Κατά συνέπεια, στην Τράπεζα απόκειται, βάσει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως, να μεριμνά για την καλή οργάνωση της διαδικασίας επιλογής και να εξασφαλίζει σε όλους τους υποψηφίους που συμμετέχουν στη εν λόγω διαδικασία την πλέον αδιατάρακτη και νομότυπη δυνατή διεξαγωγή των συνεντεύξεων με την επιτροπή επιλογής. Επιβαλλόταν, επομένως, να διαθέτουν όλα τα μέλη της επιτροπής επιλογής που διόρισε η Τράπεζα την απαραίτητη ανεξαρτησία, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η αντικειμενικότητά τους.
62 Στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απόκειται, επομένως, να διαπιστώσει αν η επιτροπή επιλογής συστάθηκε και λειτουργεί νομοτύπως και αν τηρεί, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση αμεροληψίας, η οποία αποτελεί έναν από τους κανόνες που διέπουν τις εργασίες τόσο των επιτροπών διαγωνισμού όσο και των επιτροπών επιλογής και που υπόκεινται στον έλεγχο του δικαστηρίου της Ένωσης (βλ., σχετικά με τη λειτουργία των επιτροπών διαγωνισμού, διάταξη Meierhofer κατά Επιτροπής, F‑74/07 RENV, EU:F:2011:63, σκέψη 62).
63 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης καλείται, συνεπώς, να εξετάσει εν προκειμένω αν στην περίπτωση του Y συνέτρεχε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με την προσφεύγουσα, στο μέτρο που η τελευταία είχε ζητήσει να κινηθεί σε βάρος του διαδικασία έρευνας για παρενόχληση. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το γεγονός ότι ο Y δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωσή του να αποστεί από την αξιολόγηση της υποψηφιότητας της προσφεύγουσας θα συνιστούσε παράβαση της υποχρεώσεως αμεροληψίας που υπέχει ο ίδιος και, κατά συνέπεια, της υποχρεώσεως αμεροληψίας της επιτροπής στο σύνολό της.
64 Επιβάλλεται, συναφώς, η υπενθύμιση ότι σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ένας υπάλληλος καλείται, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να κρίνει επί υποθέσεως από τον χειρισμό ή την επίλυση της οποίας αντλεί προσωπικό συμφέρον ικανό να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του (αντί άλλων, απόφαση Giannini κατά Επιτροπής, στο εξής: απόφαση Giannini, T‑100/04, EU:T:2008:68, σκέψη 223).
65 Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι κατά ενός μέλους επιτροπής διαγωνισμού ή επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής έχει υποβληθεί καταγγελία για παρενόχληση από υποψήφιο στον διαγωνισμό ή στη διαδικασία επιλογής δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτού την υποχρέωση εξαιρέσεως του εν λόγω μέλους από την επιτροπή διαγωνισμού ή την επιτροπή επιλογής (βλ., συναφώς, απόφαση BY κατά ΕΑΣΑ, F‑81/11, EU:F:2013:82, σκέψη 72). Αντιθέτως, αν υπάρχουν αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι στην περίπτωση του μέλους αυτού της επιτροπής συντρέχει σύγκρουση συμφερόντων υπό την έννοια ότι έχει άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον να τοποθετηθεί ευμενώς ή δυσμενώς έναντι κάποιου υποψηφίου, η υποχρέωση αμεροληψίας, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του επιβάλλει να μην εκφέρει γνώμη επί των προσόντων του υποψηφίου αυτού, ιδίως αν το πρόσωπο που θα επιλεγεί κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας πρόκειται στη συνέχεια να συνεργαστεί μαζί του ως υφιστάμενος.
66 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι το νεοσυσταθέν τμήμα RPP υπάγεται στο τμήμα πιστωτικών κινδύνων και ότι ο Y, ως διευθυντής του τμήματος αυτού, θα ήταν ο άμεσος ιεραρχικώς προϊστάμενος του υποψηφίου που θα διοριζόταν στην επίδικη θέση. Επομένως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να εξετάσει αν η προσφεύγουσα παρέσχε αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι ο Y, ως μέλος και πρόεδρος της επιτροπής επιλογής, είχε προσωπικό συμφέρον ικανό να διακυβεύσει την ανεξάρτητη κρίση του κατά την αξιολόγηση της υποψηφιότητάς της στην επίδικη θέση.
67 Δεν αμφισβητείται επί του σημείου αυτού, αφενός, ότι στις 28 Σεπτεμβρίου 2011, κινήθηκε, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, διαδικασία έρευνας για την προσωπική αξιοπρέπεια στον χώρο εργασίας για πράξεις εκφοβισμού και παρενοχλήσεως εκ μέρους του Y, μεταξύ άλλων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παρατηρεί ότι, κατά την κρίση της Τράπεζας, μια τέτοια διαδικασία έρευνας ήταν αναγκαία δεδομένων των περιστάσεων και ότι το αίτημα της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να απορριφθεί εκ προοιμίου.
68 Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, στις 11 Ιουλίου 2011, η επιτροπή που ανέλαβε να εξετάσει την καταγγελία της προσφεύγουσας εξέδωσε το πόρισμά της, το οποίο δεν περιέχει κανένα επίσημο συμπέρασμα επί του αν η προσαπτόμενη στον Υ συμπεριφορά συνιστά παρενόχληση, παρότι η ίδια επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ορισμένες από τις πράξεις που κατήγγειλε η προσφεύγουσα είχαν αποδειχθεί. Σε απάντηση προς ερώτηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τράπεζα ισχυρίστηκε ότι, συνήθως, το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής σε υποθέσεις παρενοχλήσεως διαβιβάζεται στον πρόεδρο της Τράπεζας για τη λήψη αποφάσεως και όχι απευθείας στους καθών η καταγγελία παρενοχλήσεως ή στον καταγγέλλοντα. Διευκρίνισε επίσης ότι, χωρίς αμφιβολία, στον Y είχε κοινοποιηθεί επισήμως η απόφαση του προέδρου της Τράπεζας να μη δώσει συνέχεια στην καταγγελία της προσφεύγουσας κατόπιν του πορίσματος της εξεταστικής έρευνας, όχι και το ίδιο το πόρισμα.
69 Αφετέρου, δεν αμφισβητείται ότι η προκήρυξη της επίδικης θέσεως δημοσιεύθηκε στις 20 Μαΐου 2011 και ότι η συνέντευξη της προσφεύγουσας με την επιτροπή επιλογής πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2011, δηλαδή δύο ημέρες μετά την έκδοση του πορίσματος του εξεταστικής επιτροπής, ενώ, στις 18 Ιουλίου 2011, η επιτροπή επιλογής συνέταξε το πρακτικό με το οποίο πρότεινε τον A για τη θέση αυτή.
70 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η διαδικασία επιλογής διεξαγόταν παράλληλα με τη διαδικασία έρευνας.
71 Στη συνέχεια, από το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε καταγγείλει, μεταξύ άλλων, την «περιθωριοποίησή» της από τον Y με την αποδυνάμωση ή/και τη συρρίκνωση του ρόλου και των καθηκόντων της.
72 Ως προς το σημεία αυτό, η εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε ότι «[μ]ε την πάροδο του χρόνου η αντιμετώπιση από τον Υ της θέσεως της προσφεύγουσας άλλαξε: από πολύτιμη συνεργάτις με πολύ ευνοϊκή βαθμολογία μεταβλήθηκε σε στοιχείο που παρεμπόδιζε την εξέλιξή του. Δεδομένου δε ότι ήταν επιπλέον ανταγωνίστρια για τη θέση του Γενικού Διευθυντή της [ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων»], [ο Y] δεν δίστασε να αναπληρώσει ο ίδιος τα κενά εξουσίας που άφησε η προσφεύγουσα λόγω της ασθένειάς της και τα οποία εκείνη προσπαθούσε να αναπληρώσει έστω και κατ’ ελάχιστο από το κρεβάτι της ασθένειας» και ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Y «απομάκρυνε σταδιακά την προσφεύγουσα από τη θέση της, οικειοποιούμενος όλες τις στρατηγικές αρμοδιότητες της υπηρεσίας συντονισμού. Δεν αμφισβητείται, έτσι, επομένως ότι σήμερα […] το οργανόγραμμα της [ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων»] είναι διαμορφωμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο [Υ] να συγκεντρώνει όλες τις αρμοδιότητες-κλειδιά, από απόψεως στρατηγικής, μέσω των οποίων επιδεικνύει το δικό του έργο στην ιεραρχία της Τράπεζας, και ότι η [προσφεύγουσα] έχει περιοριστεί σε διοικητικά καθήκοντα. Επομένως, αυτό που προέβλεψε η [προσφεύγουσα] συνέβη».
73 Με το πόρισμα της, η εξεταστική επιτροπή δέχεται επίσης ότι οι «σχέσεις [της προσφεύγουσας] με τον [Υ], οι οποίες κατά το παρελθόν ήταν εξαιρετικές, επιδεινώνονταν καθώς ο [Y] αναπλήρωνε τα κενά που είχε αφήσει η [προσφεύγουσα] και περιέκοπτε σταδιακά τις πλέον σημαντικές και απαιτητικές διανοητικά αρμοδιότητες [της προσφεύγουσας], η οποία δεν δεχόταν αυτή τη συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων της. Τελικώς, κατέστη αδύνατη οποιαδήποτε επικοινωνία και σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο».
74 Ομοίως, η εξεταστική επιτροπή παρατηρεί ότι ο Υ «θεωρείται […] φιλόδοξος άνθρωπος με προσδοκίες από το επαγγελματικό του μέλλον και περιγράφεται από κάποιους ως οδοστρωτήρας που δεν τον απασχολούν ιδιαίτερα οι παράπλευρες ζημίες που ενδέχεται να προκαλεί στην πορεία του» και ότι «η παρουσία [της προσφεύγουσας] αποτελούσε εμπόδιο στις φιλοδοξίες του και η απουσία της […] λόγω ασθενείας παρακώλυε εν μέρει την ορθή εκτέλεση της εργασίας· επομένως, [η προσφεύγουσα] έπρεπε να παραμεριστεί».
75 Προκύπτει, επομένως, από το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής ότι ο Y είχε πράγματι επιδείξει εν μέρει τη συμπεριφορά που του απέδιδε η προσφεύγουσα και ότι, κατά τον χρόνο της συνεντεύξεως της προσφεύγουσας με την επιτροπή επιλογής, στις 13 Ιουλίου 2011, οι επαγγελματικές σχέσεις μεταξύ εκείνης και του Υ είχαν επιδεινωθεί σημαντικά.
76 Δεδομένου ότι ο Y θα ήταν ο άμεσος ιεραρχικώς προϊστάμενος της προσφεύγουσας, αν αυτή είχε επιλεγεί και διοριστεί στην επίδικη θέση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκτιμά ότι, κατόπιν όσων αναφέρθηκαν στις σκέψεις 67 έως 75 της παρούσας αποφάσεως και ιδίως των πραγματικών περιστατικών που η εξεταστική επιτροπή θεώρησε αποδεδειγμένα, η προσφεύγουσα παρέσχε εν προκειμένω αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις προς στήριξη της θέσεώς της, σύμφωνα με την οποία, όταν ο Υ διορίστηκε μέλος της επιτροπής επιλογής, συνέτρεχε στο πρόσωπό του σύγκρουση συμφερόντων ικανή να αμφισβητήσει την ικανότητά του να εκτιμήσει με την απαραίτητη αντικειμενικότητα την υποψηφιότητα της προσφεύγουσας.
77 Δεν αμφισβητείται ότι ο Y συμμετείχε στη συνέντευξη και στην αξιολόγηση της προσφεύγουσας, ενώ όφειλε να εξαιρεθεί στο μέτρο που τα συμφέροντά του ήταν σε σύγκρουση με τα δικά της.
78 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 5.1 και 10.3 των ορθών πρακτικών, η ψήφος του προέδρου της επιτροπής επιλογής υπερισχύει σε περίπτωση διαφωνίας επί της τελικής συστάσεως και ότι ο πρόεδρος οφείλει να τοποθετείται τελευταίος κατά τις διαβουλεύσεις, ώστε να μην επηρεάζει τα λοιπά μέλη της επιτροπής επιλογής. Κατά συνέπεια, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Υ, ως πρόεδρος της επιτροπής επιλογής, ήταν σε θέση να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στις εργασίες της επιτροπής και να επηρεάσει τα λοιπά μέλη της.
79 Κατόπιν των ανωτέρω και χωρίς να προδικάζεται το περιεχόμενο των διαβουλεύσεων μεταξύ των μελών της επιτροπής επιλογής και των θέσεων που έλαβαν τα διάφορα μέλη της, συμπεριλαμβανομένου του Υ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, με τη συμμετοχή του στην επιτροπή επιλογής, ο Υ παρέβη το καθήκον αμεροληψίας. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που καθένα από τα μέλη της επιτροπής επιλογής πρέπει να διαθέτει την απαραίτητη ανεξαρτησία ώστε να μη διακυβεύεται η αντικειμενικότητα της επιτροπής επιλογής στο σύνολό της, πρέπει να θεωρηθεί ότι όντως δεν τηρήθηκε η υποχρέωση αμεροληψίας της επιτροπής επιλογής στο σύνολό της.
80 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα της Τράπεζας.
81 Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το επιχείρημα ότι θα ήταν «αδιανόητο» ο διευθυντής του τμήματος που προσλαμβάνει, δηλαδή ο Υ, να μην προεδρεύει όλων των συνεντεύξεων της επιτροπής επιλογής, αρκεί η επισήμανση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4.1 των ορθών πρακτικών, ο πρόεδρος της επιτροπής εκπροσωπεί «συνήθως τη γενική διεύθυνση» που προκηρύσσει τη θέση και ότι το παράρτημα Ι των οδηγιών δεν απαιτεί τη συμμετοχή στην επιτροπή του διευθυντή του τμήματος που προσλαμβάνει. Ως εκ τούτου, κατά τον εσωτερικό κανονισμό της Τράπεζας, η προσλαμβάνουσα υπηρεσία δεν είναι το τμήμα, αλλά η γενική διεύθυνση, και επιτρέπεται ο διευθυντής του τμήματος που προκηρύσσει τη θέση να μην είναι μέλος της επιτροπής.
82 Υπενθυμίζεται, εξάλλου, (βλ. ανωτέρω, σημεία 30 και 31) ότι η προσφεύγουσα είχε ζητήσει, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 14ης Ιουνίου 2011 προς τον διευθυντή του τμήματος ανθρωπίνων πόρων, την αντικατάσταση του Υ και ότι το αίτημά της απορρίφθηκε την ίδια ημέρα από τον εν λόγω διευθυντή. Ωστόσο, δεδομένου ότι αντιμετώπιζε σύγκρουση συμφερόντων, η Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να αποφύγει τη συμμετοχή του Υ στην επιτροπή επιλογής, πολλώ μάλλον από τη θέση του προέδρου, ή, τουλάχιστον, να μεριμνήσει ώστε ο Υ να απέχει από κάθε παρέμβαση κατά τη συνέντευξη και την αξιολόγηση της προσφεύγουσας, και δεν το έπραξε.
83 Στη συνέχεια, όσον αφορά το επιχείρημα ότι το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2011 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε παρενόχληση εκ μέρους του Y και ότι γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων στην περίπτωσή του, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει ότι η διαδικασία επιλογής εξελίχθηκε παράλληλα με τη διαδικασία έρευνας (βλ. σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως) και ότι, όταν, στις 14 Ιουλίου 2011, ο διευθυντής του τμήματος ανθρωπίνων πόρων αρνήθηκε να αντικαταστήσει τον Υ στην επιτροπή επιλογής, η εξεταστική επιτροπή δεν είχε ακόμη εκδώσει το πόρισμά της. Δεδομένου ότι η συνέντευξη της επιτροπής επιλογής είχε προβλεφθεί αρχικώς για τις 17 Ιουνίου 2011, η Τράπεζα θεώρησε ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος να μη συμμετάσχει στην επιτροπή επιλογής ο Υ, για τον οποίον κατά την ημερομηνία εκείνη είχε κινηθεί διαδικασία έρευνας για παρενόχληση. Επομένως, το επιχείρημα της Τράπεζας σχετικά με το αρνητικό πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις πράξεις παρενοχλήσεως εκ μέρους του Υ προβάλλεται αλυσιτελώς. Εν πάση περιπτώσει, όποια και αν ήταν η ημερομηνία κατά την οποίαν ο Υ ενημερώθηκε για την έκδοση του πορίσματος της εξεταστικής επιτροπής, το πόρισμα αυτό δεν άσκησε καμιά επιρροή στην ίδια την ύπαρξη της συγκρούσεως συμφερόντων στο πρόσωπο του Υ κατά τη διαδικασία επιλογής. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι οι επαγγελματικές σχέσεις μεταξύ του Υ και της προσφεύγουσας είχαν επιδεινωθεί σοβαρά πριν την έναρξη της διαδικασίας επιλογής, όπως προκύπτει από το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής, αρκεί εν προκειμένω για να συναχθεί η ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων στο πρόσωπο του Υ.
84 Ομοίως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει ότι η ύπαρξη συγκρούσεως συμφερόντων στο πρόσωπο μέλους της επιτροπής επιλογής σε σχέση με έναν υποψήφιο δεν μπορεί να αντισταθμιστεί ούτε από την παρουσία ενός εκπροσώπου του τμήματος των ανθρωπίνων πόρων στην επιτροπή ούτε από την παρουσία παρατηρητή της ΕΠΙΣΕΙ.
85 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της Τράπεζας ότι από τα πρακτικά της επιτροπής επιλογής προκύπτει ότι ο Υ δεν διατύπωσε άποψη η οποία να συνιστά άνιση μεταχείριση εις βάρος της προσφεύγουσας και ότι ο Α επελέγη ομοφώνως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παρατηρεί ότι, πράγματι, όπως υποστηρίζει η Τράπεζα, η βαθμολογία που έλαβε κάθε υποψήφιος από τα διάφορα μέλη της επιτροπής είναι σχετικώς ομοιογενής. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, δεν αποκλείει τη σύγκρουση συμφερόντων στην περίπτωση του Υ ούτε το ενδεχόμενο ο Υ, ως πρόεδρος της επιτροπής, να επηρέασε ενδεχομένως την αξιολόγηση των υποψηφίων από τα λοιπά μέλη της επιτροπής επιλογής.
86 Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η διαδικασία επιλογής ήταν παράτυπη, καθόσον ο πρόεδρος της επιτροπής επιλογής και, κατά συνέπεια, η επιτροπή στο σύνολό της, παρέβησαν την υποχρέωσή τους αμεροληψίας. Ως εκ τούτου, πρέπει να κριθεί βάσιμη η πρώτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως, περί ελλείψεως αμεροληψίας των λοιπών μελών της επιτροπής επιλογής
– Επιχειρήματα των διαδίκων
87 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα λοιπά μέλη της επιτροπής, πέραν του Υ, επέδειξαν μεροληπτική συμπεριφορά, καθώς τα περισσότερα είχαν εγκρίνει την αναδιοργάνωση της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων», και ιδίως τη δημιουργία του τμήματος RPP, του οποίου ο προϊστάμενος θα αναλάμβανε το σύνολο σχεδόν των ρόλων και καθηκόντων που αποτελούσαν μέρος των δικών της καθηκόντων, ως προϊσταμένης του τμήματος συντονισμού.
88 Η Τράπεζα δεν τοποθετήθηκε επί της δεύτερης αιτιάσεως.
– Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
89 Αρκεί η παρατήρηση ότι η προσφεύγουσα περιορίζεται να υποστηρίξει ότι τα λοιπά μέλη της επιτροπής επιλογής ενδέχεται να παρέβησαν την υποχρέωσή τους αμεροληψίας, όχι και ότι όντως την παρέβησαν στην προκειμένη περίπτωση. Επιδίδεται, επομένως, σε απλές εικασίες, χωρίς να προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτόν. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους του εξεταζόμενου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
90 Κατόπιν όσων προεκτέθηκαν, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου ακυρώσεως της προσφυγής περί υπάρξεως παρατυπιών που καθιστούν ελαττωματική τη διαδικασία επιλογής είναι εν μέρει βάσιμο.
Επί του δεύτερου σκέλους του λόγου ακυρώσεως περί παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
91 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η δεκάλεπτη προφορική παρουσίαση ενώπιον της επιτροπής επιλογής, στην οποίαν υποβλήθηκαν όλοι οι υποψήφιοι, συνίστατο σε μια σύντομη παρουσίαση επί τεχνικού ζητήματος βάσει δύο εσωτερικών σημειωμάτων της Τράπεζας, τα οποία είχαν διανεμηθεί σε όλους τους υποψηφίους πριν τη συνέντευξή τους ενώπιον της επιτροπής επιλογής. Στο μέτρο που ο Α είχε συντάξει τα δύο αυτά εσωτερικά σημειώματα ή είχε συμμετάσχει στη σύνταξή τους, είχε ευνοηθεί αδικαιολόγητα σε σχέση με τους λοιπούς υποψηφίους. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, ευνοώντας προδήλως έναν από τους υποψηφίους για την επίδικη θέση με την επιλογή της να στηρίξει την προφορική παρουσίαση στα δύο ως άνω εσωτερικά σημειώματα, η επιτροπή επιλογής παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
92 Η Τράπεζα παραδέχεται ότι ο Α συνεργάστηκε στο στάδιο της προπαρασκευής των δύο εν λόγω εσωτερικών σημειωμάτων, αλλά θεωρεί ότι κανένας υποψήφιος δεν υπέστη αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, καθόσον τα εν λόγω σημειώματα δεν απαιτούσαν ιδιαίτερες γνώσεις για την κατανόησή τους και είχαν διανεμηθεί σε όλους τους υποψηφίους πριν τη συνέντευξη. Η προφορική παρουσίαση ήταν μία μόνον από τις διάφορες δοκιμασίες που συνέθεταν τη διαδικασία επιλογής και δεν είχε ως σκοπό την εκτίμηση των τεχνικών ικανοτήτων των υποψηφίων, αλλά μάλλον των ικανοτήτων τους στην επικοινωνία και την πειθώ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
93 Επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό παρόμοιες καταστάσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά. Προκύπτει, έτσι, ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως όταν σε δύο κατηγορίες προσώπων των οποίων το νομικό και πραγματικό καθεστώς δεν διαφέρει ουσιωδώς εφαρμόζεται διαφορετική μεταχείριση ή όταν διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο. Προκειμένου μια διαφορετική μεταχείριση να είναι συμβατή με τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πρέπει να δικαιολογείται από κριτήριο αντικειμενικό, εύλογο και ανάλογο προς τον σκοπό που επιδιώκεται με τη διαφοροποίηση (βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις Giannini, EU:T:2008:68, σκέψη 131 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Brown κατά Επιτροπής, F‑37/05, EU:F:2009:121, σκέψη 64).
94 Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία εφαρμόζεται ιδίως στον τομέα των διαγωνισμών και για την τήρηση της οποίας η επιτροπή του διαγωνισμού πρέπει να μεριμνά αυστηρά κατά τη διάρκεια της διενέργειας του διαγωνισμού. Καίτοι η επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις διαδικασίες και το λεπτομερές περιεχόμενο των δοκιμασιών, απόκειται, εντούτοις, στον δικαστή της Ένωσης να ασκεί τον έλεγχό του στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την ίση μεταχείριση των υποψηφίων και την αντικειμενική μεταξύ τους επιλογή εκ μέρους της επιτροπής (αποφάσεις Giannini, EU:T:2008:68, σκέψη 132, και De Mendoza Asensi κατά Επιτροπής, F‑127/11, EU:F:2014:14, σκέψη 43).
95 Τέλος, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι κάθε εξέταση ενέχει εγγενώς και κατά γενικό κανόνα τον κίνδυνο άνισης μεταχειρίσεως, λαμβανομένου υπόψη του κατ’ ανάγκην περιορισμένου αριθμού των ερωτήσεων που μπορούν ευλόγως να τεθούν κατά την εξέταση σε σχέση με ορισμένο ζήτημα. Ως εκ τούτου, έχει γίνει δεκτό ότι παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να διαπιστωθεί μόνον εάν η επιτροπή του διαγωνισμού δεν έχει περιορίσει, κατά την επιλογή των δοκιμασιών, τον κίνδυνο ανισότητας των ευκαιριών στο μέτρο το οποίο είναι εγγενές κατά γενικό κανόνα σε κάθε εξέταση (αποφάσεις Giannini, EU:T:2008:68, σκέψη 133, και De Mendoza Asensi κατά Επιτροπής, EU:F:2014:14, σκέψη 45).
96 Εν προκειμένω, προκύπτει από τον φάκελο ότι όλοι οι υποψήφιοι έπρεπε να απαντήσουν σε παρόμοια ερώτηση κάθε μέλους της επιτροπής επιλογής. Επιπλέον, η επιτροπή επιλογής εφάρμοσε την ίδια δοκιμασία για όλους τους υποψηφίους, δηλαδή μια προφορική παρουσίαση βάσει δύο εσωτερικών σημειωμάτων της Τράπεζας, προκειμένου να εκτιμηθεί η ικανότητά τους να παρουσιάζουν ένα πολύπλοκο τεχνικό ζήτημα σε μη εξειδικευμένο κοινό και να το πείθουν για την πρότασή τους. Επομένως, τα δύο ως άνω σημειώματα σκοπό είχαν να δοκιμάσουν τις ικανότητες επικοινωνίας, παρουσιάσεως, αναλύσεως και πειθούς των υποψηφίων και όχι τις τεχνικές τους γνώσεις.
97 Από τον φάκελο προκύπτει επίσης ότι ο Α συμμετείχε στη διατύπωση των δύο εσωτερικών σημειωμάτων που υποβλήθηκαν στους υποψηφίους για τους σκοπούς της προφορικής παρουσιάσεως ενώπιον της επιτροπής επιλογής. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκτιμά ότι το γεγονός και μόνον της συντάξεως ή της από κοινού συντάξεως των εν λόγω σημειωμάτων αυτών παρέχει πραγματική εξοικείωση με το περιεχόμενό τους και διευκολύνει εν δυνάμει οποιαδήποτε παρουσίαση στηριζόμενη στα σημειώματα αυτά.
98 Βεβαίως, όπως επισημαίνει η Τράπεζα, έχει κριθεί ότι η εξοικείωση που μπορεί να είχαν ορισμένοι υποψήφιοι σε διαγωνισμό με ένα έγγραφο λόγω της εργασίας τους δεν σημαίνει ότι ευνοήθηκαν αδικαιολόγητα από την επιλογή της επιτροπής να χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο έγγραφο ως βάση για τις ερωτήσεις της δοκιμασίας, στο μέτρο που, αφενός, το πλεονέκτημα που παρέχεται σε ορισμένους υποψηφίους από την επιλογή του εν λόγω εγγράφου αποτελεί μέρος του κινδύνου ο οποίος είναι κατά κανόνα εγγενής σε όλες τις εξετάσεις και, αφετέρου, το κείμενο του εν λόγω εγγράφου ήταν προσβάσιμο πριν τη δοκιμασία (απόφαση Giannini, EU:T:2008:68, σκέψη 164).
99 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επισημαίνει συναφώς ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Giannini (EU:T:2008:68), ο προσφεύγων, υποψήφιος που αποκλείστηκε από διαγωνισμό, ισχυρίστηκε ότι άλλοι υποψήφιοι είχαν εργαστεί πριν τον διαγωνισμό σε έγγραφα προπαρασκευαστικά του εγγράφου που είχε χρησιμεύσει ως βάση της γραπτής δοκιμασίας. Από την απόφαση Giannini (EU:T:2008:68) προκύπτει ότι δεν μπορούσε να τεκμαρθεί η ταυτότητα μεταξύ των προπαρασκευαστικών εγγράφων και του εγγράφου που υποβλήθηκε στους υποψηφίους και ότι οι υποψήφιοι που είχαν εργαστεί επί των προπαρασκευαστικών εγγράφων δεν μπορούσαν να στηριχθούν στη γνώση που είχαν αποκτήσει ενδεχομένως από την εργασία τους επί των εν λόγω προπαρασκευαστικών εγγράφων. Το τότε Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο] συνήγαγε εξ αυτού το συμπέρασμα ότι η πιθανή ευχέρεια που θα μπορούσαν να έχουν οι υποψήφιοι οι οποίοι είχαν εργαστεί επί των προπαρασκευαστικών εγγράφων κατά τη γραπτή δοκιμασία, χάρη στην εξοικείωσή τους με τα έγγραφα αυτά, ασκούσε πολύ περιορισμένη επιρροή και ότι οι εν λόγω υποψήφιοι δεν είχαν ευνοηθεί αδικαιολόγητα.
100 Αντιθέτως, στην κρινομένη υπόθεση, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ένας μόνον υποψήφιος, ο A, γνώριζε καλύτερα από τους ανταγωνιστές του τα έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεση των υποψηφίων προκειμένου να ετοιμάσουν την παρουσίασή τους. Επιπλέον, σε αντίθεση με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Giannini (EU:T:2008:68), ο A, ως συντάκτης ή από κοινού συντάκτης, είχε εργαστεί κατευθείαν επί των δύο εσωτερικών σημειωμάτων της Τράπεζας και όχι επί εγγράφων προπαρασκευαστικών των δύο εν λόγω σημειωμάτων, τα οποία, ως προπαρασκευαστικά έγγραφα, δεν θα είχαν κατ’ ανάγκην το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο των δύο εσωτερικών σημειωμάτων. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η προφορική παρουσίαση των υποψηφίων είχε ιδίως ως σκοπό την εκτίμηση της ικανότητάς τους να πείθουν ένα μη εξειδικευμένο κοινό, το πλεονέκτημα που είχε ο Α σε σχέση με τους λοιπούς υποψηφίους κατά τη δοκιμασία της προφορικής παρουσιάσεως, λόγω της συμμετοχής του στη σύνταξη, εν όλω ή εν μέρει, των δύο ως άνω σημειωμάτων, είναι καθ’ όλα πραγματικό και ασκεί επιρροή στην υπόθεση.
101 Η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να αναιρεθεί από το γεγονός ότι τα δύο εν λόγω εσωτερικά σημειώματα είχαν τεθεί στη διάθεση όλων των υποψηφίων πριν τη συνέντευξή τους με την επιτροπή επιλογής ούτε από το επιχείρημα που προέβαλε η Τράπεζα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το οποίο τα δύο αυτά σημειώματα ήταν ευρέως γνωστά σε όλους τους υποψηφίους πριν ακόμη την έναρξη της διαδικασίας επιλογής. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Τράπεζα παραδέχθηκε ότι η επιτροπή επιλογής θα μπορούσε να έχει επιλέξει για τη δοκιμασία της προφορικής εξετάσεως άλλα κείμενα εκτός των δύο ως άνω σημειωμάτων. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο Α ευνοήθηκε παρατύπως σε σχέση με τους λοιπούς υποψηφίους.
102 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, με την επιλογή της να στηρίξει την κοινή για όλους τους υποψηφίους δοκιμασία της προφορικής παρουσιάσεως στα δύο ως άνω εσωτερικά σημειώματά της, η Τράπεζα παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
103 Επομένως το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.
104 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011 και, επομένως, παρέλκει η εξέταση της αιτήσεως προσωρινών μέτρων.
2. Επί του δεύτερου και τρίτου αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
105 Η Τράπεζα υποστηρίζει ότι ο δικαστής της Ένωσης δεν έχει καμιά αρμοδιότητα, αν η προσφυγή της οποίας επελήφθη δεν στρέφεται κατά πράξεως της Διοικήσεως η οποία απορρίπτει τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Στην επίδικη υπόθεση, με την από 19 Σεπτεμβρίου 2001 επιστολή του, ο πρόεδρος της Τράπεζας ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι το από 5 Σεπτεμβρίου 2011 αίτημά της αποζημιώσεως θα εξεταζόταν μετά την επιστροφή από την άδεια του υπευθύνου στο τμήμα ανθρωπίνων πόρων, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011. Ωστόσο, η προσφεύγουσα υπέβαλε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αίτημα αποζημιώσεως στις 27 Οκτωβρίου 2011, χωρίς να έχει λάβει ρητή απάντηση από την Τράπεζα στο από 5 Σεπτεμβρίου 2011 αίτημά της και προτού παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία ώστε να θεωρηθεί ότι το αίτημά της απορρίφθηκε σιωπηρώς. Κατά συνέπεια, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
106 Η Τράπεζα προσθέτει ότι αλληλεπικαλύπτονται, τουλάχιστον εν μέρει, το ανωτέρω αίτημα αποζημιώσεως και η αγωγή που ασκήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2011 ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και καταχωρίστηκε ως F‑95/11, όσον αφορά τη ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα από την προκήρυξη της επίδικης θέσεως. Επομένως, το αίτημα αποζημιώσεως υποβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, απαραδέκτως λόγω εκκρεμοδικίας, τουλάχιστον εν μέρει.
107 Ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, να διευκρινίσει τη θέση της σχετικά με το παραδεκτό του αιτήματος αποζημιώσεως υπό το πρίσμα των αποφάσεων De Nicola κατά BEI T‑37/10 P, (EU:T:2012:205) και De Nicola κατά ΕΤEπ (T‑264/11 P, EU:T:2013:461), η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι, καίτοι, σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, μπορεί να υποβληθεί αίτημα αποζημιώσεως στον δικαστή της Ένωσης, χωρίς να έχει προηγηθεί αίτημα αποζημιώσεως προς τη Διοίκηση, όταν κάποιος αποφασίσει να ζητήσει προηγουμένως από τη Διοίκηση να λάβει θέση επί ορισμένου ζητήματος, ακόμη και αν η διαδικασία αυτή δεν είναι υποχρεωτική, πρέπει να δώσει στη διοικητική αρχή στην οποία αποφάσισε να απευθυνθεί το περιθώριο να αποφανθεί εντός εύλογης προθεσμίας. Η έννοια αυτή της εύλογης προθεσμίας, η οποία αναλύθηκε στην απόφαση Réexamen Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤEπ (C‑334/12 RX II, EU:C:2013:134, σκέψεις 26 έως 30), έχει εφαρμογή τόσο στην προθεσμία που έχει στη διάθεσή του ο ενδιαφερόμενος για να απευθύνει αίτημα στη Διοίκηση όσο και στην προθεσμία που έχει στη διάθεσή της η Διοίκηση για να λάβει θέση επί του αιτήματος αυτού.
108 Η προσφεύγουσα αντιτείνει ότι το αίτημα αποζημιώσεως στην προσφυγή της πρέπει να κριθεί παραδεκτό.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
109 Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το παραδεκτό του συνόλου των αιτημάτων αποζημιώσεως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού της Τράπεζας, κατ’ ουσίαν, κάθε διαφορά μεταξύ της Τράπεζας και των μελών του προσωπικού της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, ωστόσο μπορεί να προηγηθεί συμβιβαστική διαδικασία ενώπιον της επιτροπής συνδιαλλαγής της Τράπεζας, και τούτο ανεξαρτήτως της αγωγής που έχει ασκηθεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης (απόφαση De Nicola κατά ΕΤEπ, EU:T:2012:205, σκέψη 74).
110 Όπως έχει ήδη κριθεί, από το άρθρο 41 του κανονισμού του προσωπικού της Τράπεζας, το οποίο προβλέπει συμβιβαστική διαδικασία εξελισσόμενη ανεξάρτητα από την προσφυγή ενώπιον του δικαστή, προκύπτει ότι το παραδεκτό της προσφυγής αυτής ουδαμώς εξαρτάται από την εξάντληση της εν λόγω διοικητικής διαδικασίας, η οποία είναι προαιρετική για τους εργαζομένους της Τράπεζας (βλ., συναφώς, απόφαση De Nicola κατά ΕΤEπ, T‑7/98, T‑208/98 και T‑109/99, EU:T:2001:69, σκέψη 96), ενώ οι μόνιμοι υπάλληλοι ή τα στελέχη των λοιπών θεσμικών οργάνων οφείλουν να αναμένουν το πέρας της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οποία προβλέπεται από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ).
111 Επιπλέον, με την απόφαση De Nicola κατά ΕΤEπ (EU:T:2013:461, σκέψεις 69 έως 73), η οποία εκδόθηκε κατ’ αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης De Nicola κατά ΕΤEπ (F‑59/09, EU:F:2011:19), στην οποία, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε κρίνει ότι δεν διέθετε κανενός είδους αρμοδιότητα για να αποφανθεί επί της αγωγής αποζημιώσεως που είχε ασκηθεί ενώπιόν του, για τον λόγο ότι η αγωγή δεν στρεφόταν κατά πράξεως της Τράπεζας που έβλαπτε τον ενδιαφερόμενο, καθώς δεν είχε προηγηθεί αίτημα αποζημιώσεως προς την Τράπεζα, κρίθηκε ότι, ελλείψει σχετικής εσωτερικής ρυθμίσεως της Τράπεζας, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν είχε δικαίωμα να εξαρτήσει την αρμοδιότητά του ή το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως της οποίας είχε επιληφθεί από «την απουσία αιτήματος αποζημιώσεως προς την Τράπεζα και οποιασδήποτε βλαπτικής πράξεως με την οποία θα μπορούσε να συνδεθεί το αίτημα αποζημιώσεως». Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η μόνη εφαρμοστέα στο πλαίσιο αυτό ρύθμιση ήταν εκείνη που προβλέπει το άρθρο 41 του κανονισμού προσωπικού της Τράπεζας, του οποίου η φύση και η ratio legis είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων του 90 και 91, και ότι η ίδια η ύπαρξη του κανονισμού προσωπικού απαγορεύει την αυστηρή κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του εν λόγω ΚΥΚ.
112 Από τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη νομολογία προκύπτει ότι το παραδεκτό μιας αγωγής αποζημιώσεως μέλους του προσωπικού της Τράπεζας δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη υποβολή αιτήματος αποζημιώσεως στην Τράπεζα ούτε από την ύπαρξη βλαπτικής πράξεως με την οποία θα μπορούσε να συνδεθεί το αίτημα αποζημιώσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το αίτημα αποζημιώσεως προς την Τράπεζα από μέλος του προσωπικού της εμπίπτει στην εσωτερική συμβιβαστική διαδικασία, η οποία, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού του προσωπικού, είναι σε κάθε περίπτωση προαιρετική.
113 Στην επίδικη υπόθεση, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, η προσφεύγουσα υπέβαλε, με επιστολή της 5ης Σεπτεμβρίου 2011 προς την Τράπεζα, αίτημα αποζημιώσεως για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη, μεταξύ άλλων, λόγω της παράνομης αποφάσεως της 28ης Ιουλίου 2011. Στις 27 Οκτωβρίου 2011, και ενώ η Τράπεζα δεν είχε ακόμη αποφανθεί επί του αιτήματός της, η προσφεύγουσα άσκησε την κρινόμενη προσφυγή. Στο μέτρο που το αίτημα αποζημιώσεως προς την Τράπεζα εντάσσεται στο πλαίσιο της εσωτερικής διοικητικής συμβιβαστικής διαδικασίας διευθετήσεως των διαφορών μεταξύ των μελών του προσωπικού και της Τράπεζας και που το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης δεν εξαρτάται από την εξάντληση της εν λόγω διοικητικής διαδικασίας, η κρινόμενη αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
114 Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τη νομολογία που επικαλείται η Τράπεζα στο υπόμνημά της αντικρούσεως. Πράγματι, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης De Nicola κατά ΕΤEπ (F‑55/08, EU:F:2009:159), και De Nicola κατά ΕΤEπ (F‑59/09, EU:F:2011:19), στις οποίες αναφέρεται η Τράπεζα, έχουν ακυρωθεί, ειδικά ως προς τα σημεία που επικαλείται, από τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης De Nicola κατά ΕΤEπ (EU:T:2012:205) και De Nicola κατά ΕΤEπ (EU:T:2013:461), αποφάσεις τις οποίες, εξάλλου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέβαλε στην Τράπεζα για τη διατύπωση παρατηρήσεων στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας (βλ. ανωτέρω, σκέψη 107).
115 Ομοίως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παρατηρεί ότι η σκέψη 137 της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης De Nicola κατά ΕΤEπ (EU:F:2011:19), την οποίαν επίσης επικαλέστηκε η Τράπεζα στο υπόμνημά της αντικρούσεως, δεν ασκεί επιρροή στην υπόθεση, καθώς αφορά τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου ενάρξεως της εύλογης προθεσμίας εντός της οποίας ένας εργαζόμενος στην Τράπεζα οφείλει να ασκήσει την προσφυγή του ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ώστε να μη θεωρηθεί εκπρόθεσμη. Ομοίως, οι σκέψεις 26 έως 30 της αποφάσεως Réexamen Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤEπ (EU:C:2013:134), τις οποίες επικαλείται η Τράπεζα στις παρατηρήσεις που διατύπωσε στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας επί των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης De Nicola κατά ΕΤEπ (EU:T:2013:461), προβάλλονται επίσης αλυσιτελώς, καθόσον αφορούν την έννοια της «εύλογης προθεσμίας» εντός της οποίας ένας υπάλληλος της Τράπεζας οφείλει να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά βλαπτικής για τον ίδιο πράξεώς της.
116 Στην επίδικη υπόθεση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν καλείται να εξετάσει το ζήτημα της διάρκειας της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ώστε να μην απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, αλλά να εξετάσει αν μπορεί να επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως. Ειδικότερα, καλείται να εξετάσει αν μπορεί να επιληφθεί αγωγής αποζημιώσεως μέλους του προσωπικού της Τράπεζας, η οποία ασκήθηκε χωρίς ο ενάγων να αναμείνει την απάντηση της Τράπεζας στο αίτημα αποζημιώσεως που της είχε υποβάλει προηγουμένως. Επομένως, η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στην άμυνά της η Τράπεζα προβάλλεται αλυσιτελώς.
117 Δεύτερον, όσον αφορά το εν μέρει απαράδεκτο του αιτήματος αποζημιώσεως λόγω εκκρεμοδικίας, υπενθυμίζεται ότι, όταν μια προσφυγή παρουσιάζει ταυτότητα διαδίκων, αντικειμένου και λόγων ακυρώσεως με άλλη προσφυγή η οποία ασκήθηκε προγενέστερα, πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (διάταξη Vienne κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, F‑22/06, EU:F:2006:89, σκέψη 12 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
118 Απόκειται, επομένως, στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να εξετάσει αν οι προσφυγές που ασκήθηκαν στην υπόθεση F‑95/11 και στην κρινόμενη υπόθεση, στις 28 Σεπτεμβρίου και 27 Οκτωβρίου 2011, αντίστοιχα, έχουν τους ίδιους διαδίκους, αν αφορούν το ίδιο αντικείμενο και αν στηρίζονται στους ίδιους λόγους ακυρώσεως.
119 Όσον αφορά την προϋπόθεση περί ταυτότητας των διαδίκων στο πλαίσιο των δύο προσφυγών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται εν προκειμένω. Πράγματι, και στις δύο προσφυγές διάδικοι είναι η προσφεύγουσα και η Τράπεζα.
120 Όσον αφορά την προϋπόθεση περί ταυτότητας του αντικειμένου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, στην υπόθεση F‑95/11, η προσφεύγουσα ζητεί αποκατάσταση της ζημίας που προέκυψε από την παράνομη απόφαση της Τράπεζας να μεταβάλει τη φύση των καθηκόντων της, καθώς και τις συνθήκες ασκήσεώς τους, αφαιρώντας της τα καθήκοντα που είχε στον τομέα της γενικής πολιτικής κινδύνου, όπως η απόφαση αυτή προκύπτει από το σημείωμα προς το προσωπικό της 30ής Μαρτίου 2011. Ζητεί επίσης αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας της υποχρεώσεώς της αρωγής και προστασίας σε περίπτωση απουσίας του προσωπικού λόγω ασθενείας, καθώς και του άρθρου 42 του κανονισμού του προσωπικού, καθόσον η Τράπεζα δεν εξέδωσε, ώστε να της την κοινοποιήσει στη συνέχεια, ατομική απόφαση που να αφορά τη μεταβολή των συνθηκών εργασίας και της φύσεως των καθηκόντων της.
121 Στην κρινομένη υπόθεση, η προσφεύγουσα ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που της προκάλεσε η παράνομη απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, καθώς και το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον επιτροπής επιλογής για ένα από τα μέλη της οποίας είχε κινηθεί, κατόπιν δικού της αιτήματος, διαδικασία έρευνας για ηθική παρενόχληση, η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη.
122 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το αίτημα αποζημιώσεως της κρινομένης προσφυγής και εκείνο της προσφυγής στην υπόθεση F‑95/11 δεν παρουσιάζουν ταυτότητα αντικειμένου. Επομένως, το αίτημα της Τράπεζας περί απορρίψεως της προσφυγής ως απαράδεκτης λόγω εκκρεμοδικίας πρέπει να απορριφθεί.
123 Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το αίτημα αποζημιώσεως υποβάλλεται παραδεκτώς.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
124 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαδικασία επιλογής της προξένησε μεγάλη ανησυχία και ότι, παρά τα αιτήματά της, υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον επιτροπής επιλογής ένα από τα μέλη της οποίας ήταν ένας εκ των φερομένων ως υπεύθυνων για παρενόχληση εις βάρος της, σχετικά με το οποίο βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία έρευνας την οποία είχε κινήσει η ίδια.
125 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 της προκάλεσε σύγχυση, αίσθημα ταπεινώσεως και βαθιά απογοήτευση σε σχέση με την Τράπεζα. Η ίδια απόφαση έβλαψε επίσης την επαγγελματική της υπόληψη, στο μέτρο που, ενώ τα περισσότερα από τα καθήκοντα που αφορούσαν την επίδικη θέση είχαν ανατεθεί στην ίδια πριν την αναδιοργάνωση της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων», η θέση αυτή δεν ανατέθηκε στην ίδια. Η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 της προκάλεσε, ως εκ τούτου, σοβαρή ηθική βλάβη, την οποία αποτιμά ex aequo et bono στο ποσό των 50 000 ευρώ.
126 Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 της προκάλεσε υλική ζημία η οποία αντιστοιχεί σε απώλεια αποδοχών, δεδομένου ότι ο διορισμός της στην επίδικη θέση θα της επέτρεπε να συμβάλει αποφασιστικά στους στρατηγικούς σκοπούς της ΓΔ «Διαχείριση κινδύνων» και να απολαύσει ταχύτερη εξέλιξη στη σταδιοδρομία της. Η προσφεύγουσα αποτιμά την υλική ζημία ex aequo et bono στο ποσό των 436 100 ευρώ.
127 Η Τράπεζα υποστηρίζει ότι το αίτημα αποζημιώσεως στερείται οποιασδήποτε βάσεως, καθώς δεν μπορεί να της προσαφθεί καμιά παράνομη συμπεριφορά. Εν πάση περιπτώσει, εκτιμά ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε τον πραγματικό χαρακτήρα της υλικής ζημίας και ότι η απώλεια αποδοχών έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
128 Κατά πάγια νομολογία, η στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Διοικήσεως προϋποθέτει την απόδειξη από τον ενάγοντα της υπάρξεως παρατυπίας, πραγματικής ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, η έλλειψη μίας εξ αυτών αρκεί για την απόρριψη αγωγής αποζημιώσεως (απόφαση Arguelles Arias κατά Συμβουλίου, F‑122/12, EU:F:2013:185, σκέψη 128).
129 Στην επίδικη υπόθεση, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η υλική ζημία που επικαλείται η προσφεύγουσα οφείλεται εν μέρει στην απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 και εν μέρει στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον μιας επιτροπής επιλογής η οποία αποτελούνταν, μεταξύ άλλων, και από έναν εκ των φερομένων ως υπεύθυνων για παρενόχληση εις βάρος της, σχετικά με τον οποίον γνώριζε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία έρευνας και στην περίπτωση του οποίου συνέτρεχε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με την ίδια.
130 Με τη σκέψη 104 της παρούσας αποφάσεως κρίθηκε ότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011 πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως αμεροληψίας της επιτροπής επιλογής και παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, ενώ με τη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως κρίθηκε ότι ο Υ όφειλε να αποστεί από τη συνέντευξη της επιτροπής επιλογής με την προσφεύγουσα και από την αξιολόγηση της τελευταίας. Δεδομένου ότι διαπιστώθηκαν παρατυπίες εκ μέρους της Τράπεζας, επιβάλλεται να εξεταστεί αν τα σφάλματα αυτά είχαν συνέπειες οι οποίες να θεμελιώνουν δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσφεύγουσα.
131 Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, την ηθική βλάβη την οποία θεωρεί ότι υπέστη η προσφεύγουσα, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία, η ακύρωση παράνομης πράξεως μπορεί να συνιστά καθεαυτήν ενδεδειγμένη και, κατ’ αρχήν, επαρκή αποζημίωση για κάθε ηθική βλάβη που μπορεί να προκάλεσε η πράξη αυτή, εκτός εάν ο προσφεύγων αποδείξει ότι υπέστη ηθική βλάβη η οποία δεν συνδέεται κατ’ ανάγκην με τον παράνομο χαρακτήρα που οδήγησε στην ακύρωση και δεν είναι πιθανόν να αποκατασταθεί εξ ολοκλήρου από την ακύρωση αυτή (απόφαση CH κατά Κοινοβουλίου, F‑129/12, EU:F:2013:203, σκέψη 64).
132 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθυμίζει ότι δεν αμφισβητείται ότι το αίσθημα αδικίας και η ψυχική βάσανος που προκαλεί σε κάποιον το γεγονός ότι υποχρεούται να κινήσει ένδικη διαδικασία προκειμένου να δικαιωθεί αποτελεί βλάβη η οποία μπορεί να συναχθεί εκ του γεγονότος και μόνον ότι η Διοίκηση προέβη σε παράνομες πράξεις. Γνωρίζοντας ότι η βλάβη αυτή θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως όταν δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την ικανοποίηση από την ακύρωση μιας πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση CC κατά Κοινοβουλίου, F‑9/12, EU:F:2013:116, σκέψη 128, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑457/13 P), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, δηλαδή μετά το πέρας διαδικασίας επιλογής στην οποίαν η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον επιτροπής επιλογής της οποίας προήδρευε ένας εκ των φερομένων ως υπεύθυνων για παρενόχληση εις βάρος της, για τον οποίον εκείνη γνώριζε ότι εκκρεμούσε διαδικασία έρευνας και στην περίπτωση του οποίου συνέτρεχε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με την ίδια, και ότι κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων, αποφασίζει ότι η αποκατάσταση αυτού του σκέλους της ηθικής βλάβης που υπέστη η προσφεύγουσα μπορεί, υπό τις ειδικές συνθήκες της κρινομένης υποθέσεως, να αποτιμηθεί ex æquo et bono στο ποσό των 25 000 ευρώ.
133 Όσον αφορά, στη συνέχεια, το αίτημα της προσφεύγουσας να υποχρεωθεί η Τράπεζα να αποκαταστήσει την υλική ζημία που προκάλεσε στην ίδια η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, για τον λόγο ότι ο μη διορισμός της στην επίδικη θέση είχε επιπτώσεις στις μελλοντικές αποδοχές της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι υπέστη πραγματική ζημία. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, μετά τη διαδικασία επιλογής, η προσφεύγουσα θα είχε διοριστεί στην επίδικη θέση, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν συγκεκριμένα οι δυνατότητες εξελίξεως που θα είχε στη σταδιοδρομία της, καθόσον έχουν αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα αποζημιώσεως της προσφεύγουσας.
134 Κατόπιν των ανωτέρω, η Τράπεζα θα υποχρεωθεί να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 25 000 ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
135 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ογδόου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Βάσει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.
136 Από τους λόγους που αναφέρθηκαν στην παρούσα απόφαση προκύπτει ότι ο ηττηθείς διάδικος είναι η Τράπεζα, δεδομένου ότι η προσφυγή έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος δεκτή. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ζήτησε ρητώς, με το αιτητικό της προσφυγής της, να καταδικασθεί η Τράπεζα στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να κριθεί ότι η Τράπεζα φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων της 28ης Ιουλίου 2011 περί διορισμού του A στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος «Πολιτική εκτιμήσεως κινδύνων και τιμολογήσεως».
2) Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να καταβάλει στην CG το ποσό των 25 000 ευρώ.
3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4) Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της CG.
|
Rofes i Pujol |
Bradley |
Svenningsen |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 10 Ιουλίου 2014.
|
Ο Γραμματέας |
Ο Πρόεδρος |
|
W. Hakenberg |
M. I. Rofes i Pujol |
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.