ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

RIMVYDAS NORKUS

της 10ης Απριλίου 2025 ( 1 )

Υπόθεση C‑136/24 P

Alaa Hamoudi

κατά

Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex)

«Αίτηση αναιρέσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Ταχεία επέμβαση εκ μέρους του Frontex στα σύνορα προς στήριξη των ελληνικών αρχών στο Αιγαίο Πέλαγος – Ομαδικές απελάσεις [“συνοπτικές επαναπροωθήσεις” (Pushbacks)] οι οποίες υποστηρίζεται ότι πραγματοποιήθηκαν καθ’ υπόδειξη του Frontex ή με τη συνδρομή του – Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1896 – Παράλειψη του Frontex να διαβουλευθεί με τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων – Παράλειψη του Frontex να εκτιμήσει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 46, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 2019/1896 – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Παράβαση των άρθρων 1, 2, 3, 4, 18, 21 και του άρθρου 19, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα ασύλου – Αρχή της μη επαναπροώθησης – Πραγματική και βεβαία ζημία – Βάρος αποδείξεως – Αντιστροφή του βάρους αποδείξεως – Προϋποθέσεις – Αρχή αποδείξεως – Αρχή της ισότητας των όπλων»

I. Εισαγωγή

1.

Στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2023, Hamoudi κατά Frontex ( 2 ), το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει αν, όσον αφορά προβαλλόμενη ομαδική απέλαση στο Αιγαίο Πέλαγος στις 28 και 29 Απριλίου 2020 με τη συμμετοχή των ελληνικών αρχών και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) ( 3 ), ο νυν αναιρεσείων, ο οποίος ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα της εν λόγω απέλασης, οφείλει να προσκομίσει «πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για το υποστατό […] της προβαλλόμενης ζημίας» στο πλαίσιο αγωγής λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης ασκηθείσας κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 4 ).

2.

Λαμβανομένων υπόψη του παράνομου ( 5 ) και συχνά συγκεκαλυμμένου χαρακτήρα των ομαδικών απελάσεων ( 6 ), της εξαιρετικά ευάλωτης θέσης στην οποία μπορεί να βρίσκονται τα θύματα τέτοιων απελάσεων και της ασυμμετρίας όσον αφορά την πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες ( 7 ) μεταξύ των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, τίθεται το ζήτημα αρχής αν η αποτελεσματική προστασία, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος ασύλου και του δικαιώματος μη ομαδικής απέλασης και μη επαναπροώθησης, που κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 47 του Χάρτη, μπορεί να απαιτεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, την προσαρμογή του βάρους αποδείξεως το οποίο κανονικά φέρει ο ενάγων. Συγχρόνως, δεν πρέπει να επιβάλλεται στον εναγόμενο υπέρμετρο ή δυσανάλογο βάρος αποδείξεως, με αποτέλεσμα την προσβολή του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη.

3.

Επιπλέον, θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όσον αφορά τη μεταβολή των κανόνων περί βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε το ΕΔΔΑ, οποιοσδήποτε υπήκοος τρίτης χώρας θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι θύμα ομαδικής απέλασης και να διαμορφώσει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο ώστε να αντιστοιχούν, μεταξύ άλλων, στο περιεχόμενο εθνικών ή διεθνών εκθέσεων ( 8 ). Σε πολλές περιπτώσεις, το ζήτημα που τίθεται στην πράξη δεν είναι αν πραγματοποιήθηκε ομαδική απέλαση, αλλά αν ο ενάγων είναι θύμα τέτοιας απέλασης.

4.

Στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας, ο Alaa Hamoudi (στο εξής: αναιρεσείων), Σύρος υπήκοος, ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ( 9 ) την αγωγή που είχε ασκήσει βάσει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ με αίτημα την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω προβαλλόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων του Frontex στο πλαίσιο ταχείας επέμβασης στα σύνορα βάσει του κανονισμού 2019/1896 ( 10 ) για την παροχή στήριξης στις ελληνικές αρχές στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους τον Απρίλιο του 2020. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι στις 28 και 29 Απριλίου 2020 υπήρξε θύμα ομαδικής απέλασης πραγματοποιηθείσας από τις ελληνικές αρχές. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο Frontex είναι αυτουργός ή συναυτουργός ( 11 ) της εν λόγω απέλασης λόγω της οποίας υπέστη ηθική βλάβη.

II. Ορολογία

5.

Στα δικόγραφά του ( 12 ) ο αναιρεσείων κάνει λόγο για ομαδικές απελάσεις ( 13 ) και χρησιμοποιεί τον όρο της καθομιλουμένης «pushbacks» (συνοπτικές επαναπροωθήσεις) ( 14 ). Οι εν λόγω απελάσεις χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από την έλλειψη εξατομικευμένης εκτίμησης του δικαιώματος ενός προσώπου σε άσυλο και σε μη επαναπροώθηση. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η πρακτική της συνοπτικής επαναπροώθησης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει της οποίας, κατ’ ουσίαν, τα πρόσωπα που επιδιώκουν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας απομακρύνονται από το έδαφος της Ένωσης ή απομακρύνονται από το έδαφος της Ένωσης πριν από την εξέταση της αίτησής τους, είναι αντίθετη προς το άρθρο 6 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ ( 15 ). Επιπλέον, η πρακτική της συνοπτικής επαναπροώθησης ενδέχεται να παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης δυνάμει του άρθρου 18 του Χάρτη, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης ( 16 ), και του άρθρου 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, εάν συνίσταται στην απομάκρυνση προσώπων, τα οποία επιδιώκουν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας εντός της Ένωσης, προς τρίτη χώρα στο έδαφος της οποίας διατρέχουν τον κίνδυνο διώξεων. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επίσης ότι η συνοπτική επαναπροώθηση συνιστά σοβαρή έλλειψη, μεταξύ άλλων, στη διαδικασία ασύλου ( 17 ).

III. Ιστορικό της διαφοράς

6.

Ο Frontex δραστηριοποιείται στο Αιγαίο Πέλαγος από το 2006 μέσω της κοινής επιχείρησης ( 18 )«Ποσειδών». Την 1η Μαρτίου 2020 το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Ελλάδας (στο εξής: ΚΥΣΕΑ) ανέστειλε το ελληνικό σύστημα ασύλου και επέβαλε νέους συνοριακούς ελέγχους για χρονικό διάστημα ενός μηνός (στο εξής: απόφαση του ΚΥΣΕΑ) ( 19 ). Την ίδια ημερομηνία, η Ελληνική Δημοκρατία ζήτησε από τον Frontex να πραγματοποιήσει ταχεία επέμβαση στα σύνορα στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους, αίτηση την οποία ενέκρινε ο εκτελεστικός διευθυντής του Frontex την επομένη.

7.

Στα δικόγραφά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων παρέθεσε, λεπτομερώς, ορισμένα συμβάντα που εκτυλίχθηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2020 και υποστήριξε ότι συνιστούσαν ομαδικές απελάσεις. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα ομαδικής απέλασης στις 28 και 29 Απριλίου 2020, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Frontex στο Αιγαίο Πέλαγος. Στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, «στις 28 Απριλίου 2020, περίπου στις 7.30 π.μ., 22 άτομα, περιλαμβανομένου του ιδίου, έφθασαν στη Σάμο, στην Ελλάδα. Έφθασαν σε μια παραλία, κοντά σε βουνά, στα οποία άρχισαν να αναρριχώνται μετά την αποβίβασή τους από το σκάφος […]. [ό]ταν έφθασαν στην κορυφή του βουνού, [ο αναιρεσείων] έβγαλε φωτογραφίες και βίντεο που απέστειλε σε γνωστό του στην Αυστρία. Επί μερικές ώρες, η ομάδα ζητούσε από τους κατοίκους να καλέσουν την αστυνομία. Όταν έφθασαν, οι αστυνομικοί κατάσχεσαν τα τηλέφωνά τους και μετέφεραν με φορτηγό την ομάδα στην παραλία, όπου βρισκόταν ένα μικρό πλοίο και ένα μικρό σκάφος. Εν συνεχεία, όλα τα μέλη της ομάδας επιβιβάστηκαν σε ένα μικρό σκάφος πορτοκαλί χρώματος, το οποίο ήταν, κατά τον αναιρεσείοντα, σωσίβια σχεδία χωρίς κανένα μέσο πρόωσης. Στη θάλασσα, η ομάδα αναγκάστηκε να αλλάξει σκάφος δύο ακόμη φορές. Κατά τον αναιρεσείοντα, η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας και έως το απόγευμα της 29ης Απριλίου 2020, όταν τελικά τους περισυνέλεξε η τουρκική ακτοφυλακή ( 20 )».

8.

Ο αναιρεσείων υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι, με τις πράξεις και παραλείψεις του, ο Frontex παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 38, 46 και 80 του κανονισμού 2019/1896 καθώς και από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 18, 21 και το άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη.

9.

Με τον πρώτο λόγο της αγωγής που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο εκτελεστικός διευθυντής δεν διαβουλεύθηκε με τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων του Frontex, όπως απαιτείται από το άρθρο 46, παράγραφος 5, του κανονισμού 2019/1896 ( 21 ), πριν από τη δρομολόγηση της ταχείας επέμβασης στα σύνορα στο Αιγαίο Πέλαγος. Ο Frontex υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης και κατάχρηση εξουσίας και δεν ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια. Επομένως, ο Frontex παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης. Επιπλέον, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν εξέτασε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 46, παράγραφος 5, του κανονισμού 2019/1896 ή υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση περί της εφαρμογής του πριν από τη δρομολόγηση της ταχείας επέμβασης στα σύνορα. Υπήρχαν εκ πρώτης όψεως σοβαροί λόγοι μη δρομολόγησης της εν λόγω επέμβασης, λαμβανομένων υπόψη του προδήλως παράνομου χαρακτήρα της απόφασης του ΚΥΣΕΑ και της πιθανότητας η αναστολή, μεταξύ άλλων, της νομοθεσίας για το άσυλο που προβλεπόταν στην εν λόγω απόφαση να συνεπάγεται προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020 προσέβαλαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ακεραιότητά του, είχαν ως συνέπεια να υποστεί βασανιστήρια καθώς και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και του στέρησαν το δικαίωμα ασύλου και την προστασία έναντι της ομαδικής απέλασης. Η εν λόγω απέλαση και η επακόλουθη μεταχείριση δεν θα είχαν επέλθει εάν ο Frontex δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την εποπτεία και την προστασία. Η πραγματοποίηση των ομαδικών απελάσεων στο πλαίσιο της απόφασης του ΚΥΣΕΑ προϋπέθετε την εκ μέρους του Frontex δρομολόγηση της ταχείας επέμβασης στα σύνορα στην περιοχή του Αιγαίου Πελάγους. Επομένως, ο εν λόγω οργανισμός είναι συναυτουργός της ομαδικής απέλασης της οποίας υπήρξε θύμα ο αναιρεσείων.

10.

Με τον δεύτερο λόγο που προέβαλε με την ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον χρόνο της ομαδικής απέλασής του και ανεξαρτήτως της εκ πρώτης όψεως προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Frontex δεν έλαβε τα σταδιακά προληπτικά μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 46, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1896 ( 22 ). Η παράλειψη του Frontex να ενεργήσει σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη είχε επίσης ως συνέπεια παράβαση του άρθρου 80 του κανονισμού 2019/1896 ( 23 ), της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Επικουρικώς, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι, διά των ενεργειών του εκτελεστικού διευθυντή του, ο Frontex «υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης και κατάχρηση εξουσίας» εκτιμώντας ότι δεν υπήρχαν παραβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 46, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1896.

11.

Με τον τρίτο λόγο της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγής, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι ο Frontex είναι ο «πραγματικός αυτουργός» της ομαδικής απέλασης της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το νομικώς δεσμευτικό επιχειρησιακό σχέδιο ταχείας επέμβασης στα σύνορα στο Αιγαίο Πέλαγος και ήταν άμεσο αποτέλεσμα του εν λόγω επιχειρησιακού σχεδίου. Κατά τον αναιρεσείοντα, το επιχειρησιακό σχέδιο εγκρίθηκε κατά παράβαση του άρθρου 38, παράγραφος 3, στοιχείο ιγʹ, του κανονισμού 2019/1896 καθότι παραπέμπει σε «ανύπαρκτη διαδικασία ασύλου». Επικουρικώς, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι, εάν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι τα συμβάντα της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 δεν είναι καταλογιστέα στον Frontex βάσει του επιχειρησιακού σχεδίου, ο εν λόγω Οργανισμός υπέχει εντούτοις ευθύνη λόγω παροχής βοήθειας και συνδρομής σε πράξεις ενέχουσες προσβολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Ο [Frontex] παρέσχε, τουλάχιστον, βοήθεια και συνδρομή στην εκτέλεση των νέων “τακτικών”“προληπτικού” χαρακτήρα, με οικονομική, επιχειρησιακή και πολιτική συνδρομή –από την κατάρτιση του [επιχειρησιακού σχεδίου για την ταχεία επέμβαση στα σύνορα στο Αιγαίο], έως τη δρομολόγηση, τη χρηματοδότηση και τον συντονισμό του καθώς και τη μη αναστολή ή παύση του και τη συμμετοχή [αεροσκάφους επιτήρησης του Frontex] στο ίδιο το συμβάν». Κατά τον αναιρεσείοντα, αεροσκάφος επιτήρησης του Frontex πραγματοποίησε πτήσεις πάνω από το σημείο της ομαδικής απέλασης της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020 και, επομένως, είχε συγκεκριμένη γνώση του συμβάντος, παρέλειψε όμως να το αναφέρει.

12.

Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η ομαδική απέλαση της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 η οποία καταλογίζεται στον Frontex τού προκάλεσε ηθική βλάβη για δύο λόγους. Πρώτον, ο αναιρεσείων αξίωσε χρηματική ικανοποίηση ύψους 250000 ευρώ λόγω προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του που κατοχυρώνονται στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 18, 21 και στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του Χάρτη. Συναφώς, ο αναιρεσείων εκτιμά ότι, εάν το επιχειρησιακό σχέδιο ήταν σύμφωνο με τον κανονισμό 2019/1896 και ο Frontex δεν είχε διευκολύνει την εκτέλεση της απόφασης του ΚΥΣΕΑ, η ομαδική απέλαση της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 δεν θα είχε πραγματοποιηθεί. Επικουρικώς, η ομαδική απέλαση της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020 δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τη συνδρομή και τη συμμετοχή του Frontex. Δεύτερον, ο αναιρεσείων αξίωσε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 250000 ευρώ ειδικώς διότι αυτουργός της ομαδικής απέλασης της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 ήταν οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν ο Frontex δεν είχε «υποδείξει ή παράσχει συνδρομή» για την πραγματοποίηση της παράνομης ομαδικής απέλασης, ο αναιρεσείων δεν θα διακατεχόταν από «αισθήματα αδικίας και απογοήτευσης».

13.

Προκειμένου να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του σχετικά με την παρουσία του κατά την προβαλλόμενη ομαδική απέλαση της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 και με το ότι υπέστη τις συνέπειές της, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε τη μαρτυρία του, ένα άρθρο στον ιστότοπο Bellingcat, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Διαδίκτυο στις 20 Μαΐου 2020, δύο βίντεο του ιστοτόπου YouTube που περιλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο και τέσσερις φωτογραφίες, οι οποίες είναι έγχρωμα στιγμιότυπα οθόνης προερχόμενα από τα βίντεο που περιλαμβάνονται στο προμνημονευθέν άρθρο.

14.

Ο Frontex αμφισβήτησε το βάσιμο των ως άνω ισχυρισμών. Ειδικότερα, ο Frontex υποστήριξε ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε πειστικά αποδεικτικά στοιχεία της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του προβαλλόμενου συμβάντος της 28ης και 29ης Απριλίου 2020. Ο Frontex επισήμανε ότι «ούτε ενημερώθηκε σχετικά με κάποιο συμβάν ούτε έλαβε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με το προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020. Ο Οργανισμός υποστήριξε επίσης ότι ο [αναιρεσείων] φέρει το βάρος αποδείξεως για το ότι υπέστη ζημία από το προβαλλόμενο συμβάν καθώς και ότι ο [αναιρεσείων] δεν προσκόμισε κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο επ’ αυτού με την αγωγή του. Συναφώς, ο Frontex αμφισβήτησε την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του [αναιρεσείοντος] και επισήμανε ότι ο [αναιρεσείων] δεν κατονόμασε ως μάρτυρες κανένα από τα 22 άλλα άτομα τα οποία αφορούσε το προβαλλόμενο συμβάν. Επιπλέον, ο Frontex υποστήριξε ότι ο [αναιρεσείων] δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ούτε στις φωτογραφίες που επισυνάφθηκαν στο δικόγραφο της αγωγής του ούτε στα βίντεο που συνοδεύουν το άρθρο Bellingcat της 20ής Μαΐου 2020. Ο Frontex επισήμανε επίσης ότι οι φωτογραφίες δεν φέρουν χρονολογία και, επομένως, θα μπορούσαν να αφορούν οποιοδήποτε γεγονός το οποίο συνέβη σε οποιαδήποτε ημερομηνία. Επιπλέον, ο Οργανισμός [επισήμανε] ότι ο [αναιρεσείων] ουδέποτε προσκόμισε τις φωτογραφίες και το βίντεο που ισχυρίστηκε ότι είχε από τη Σάμο. Τέλος, όσον αφορά τους διαδικτυακούς συνδέσμους προς τους ιστοτόπους που περιέχουν τα βίντεο, ο Οργανισμός υποστήριξε ότι δεν απόκειται στον Frontex ή στο Γενικό Δικαστήριο να αντλήσει πληροφορίες από ιστοτόπους των οποίων το περιεχόμενο δεν επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της αγωγής και ότι, επομένως, οι εν λόγω πληροφορίες είναι απαράδεκτες ( 24 )».

15.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε τις τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης σε σχέση με ζημία προκληθείσα από τον Frontex ή τους υπαλλήλους του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, συγκεκριμένα δε την παράνομη συμπεριφορά οργανισμού όπως ο Frontex, την ύπαρξη πραγματικής ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ( 25 ). Εάν δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις σωρευτικές προϋποθέσεις, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη.

16.

Δεδομένου ότι δεν υφίσταται απαίτηση εξέτασης των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων με συγκεκριμένη σειρά, το Γενικό Δικαστήριο επέλεξε να εξετάσει κατ’ αρχάς τη σχετική με τη ζημία προϋπόθεση ( 26 ).

17.

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο αναιρεσείων ήταν προδήλως ανεπαρκή προκειμένου να καταδειχθεί με πειστικό τρόπο ότι ήταν παρών στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 και ότι υπέστη τις συνέπειές του και, επομένως, αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν απέδειξε το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προδήλως αβάσιμη, χωρίς να εξετάσει αν πληρούνταν οι λοιπές προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της εξωσυμβατικής ευθύνης του Frontex ( 27 ). Επομένως, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την προβαλλόμενη παράνομη συμπεριφορά του Frontex ούτε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, δεδομένου ότι η σχετική με τη ζημία προϋπόθεση δεν πληρούνταν ( 28 ).

IV. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

Τα επιχειρήματα των διαδίκων

18.

Ο αναιρεσείων προέβαλε έναν λόγο αναιρέσεως. Υποστηρίζει ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη ( 29 ) και παραβίασε τις γενικές αρχές που σχετίζονται με το βάρος αποδείξεως. Κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, «η κατανομή του βάρους αποδείξεως και το αναγκαίο επίπεδο δικανικής πεποιθήσεως για να συναχθεί συγκεκριμένο συμπέρασμα είναι συμφυή με την ιδιαιτερότητα των πραγματικών περιστατικών, τη φύση του προβαλλόμενου ισχυρισμού και το προστατευόμενο από την [ΕΣΔΑ] δικαίωμα που διακυβεύεται» ( 30 ). Λαμβανομένης υπόψη της ευάλωτης θέσης των αιτούντων άσυλο, ιδίως σε υποθέσεις απελάσεων, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι δυσχέρειες τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίζουν κατά τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, η έλλειψη άμεσων αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορεί να έχει καθοριστική σημασία αφ’ εαυτής ( 31 ). Οσάκις υπάρχει αβεβαιότητα όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία, «[λ]όγω της ειδικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται συχνά οι αιτούντες άσυλο, είναι συχνά αναγκαίο να τους παρέχεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας των δηλώσεών τους και των εγγράφων που προσκομίζουν» ( 32 ). Στην περίπτωση θαλάσσιων συνοπτικών επαναπροωθήσεων, το ΕΔΔΑ έχει επισημάνει την αναγκαιότητα να λαμβάνονται υπόψη οι δυσχέρειες προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων όσον αφορά πτυχές της υπόθεσης τις οποίες γνώριζαν μόνον οι αρχές ( 33 ). Επιπλέον, σε περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων προσκόμισε αρχή αποδείξεως προς στήριξη της εκδοχής του για τα πραγματικά περιστατικά, το βάρος αποδείξεως θα πρέπει να μετακυλισθεί στον αντίδικο ( 34 ). Το υλικό βιντεοεπιτήρησης μπορεί να αποτελεί κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο για την εξακρίβωση των σχετικών πραγματικών περιστατικών ( 35 ).

19.

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι προσκόμισε αρχή αποδείξεως για το ότι υπέστη τις συνέπειες της επίμαχης επιχείρησης συνοπτικής επαναπροώθησης και ότι εξέθεσε με συνεπή και λεπτομερή τρόπο τις ατομικές περιστάσεις και την παρουσία του στα επίμαχα γεγονότα. Προσκόμισε υλικό βιντεοσκόπησης το οποίο δείχνει τη συνοπτική επαναπροώθηση που περιέγραψε και στο οποίο, όπως ισχυρίζεται, μπορεί να αναγνωριστεί. Επιπλέον, ο Frontex δεν αντικρούει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά με το συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 ( 36 ). Η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εσφαλμένη ερμηνεία των νομικών αρχών που διέπουν το βάρος αποδείξεως είχε ως αποτέλεσμα να μην τηρηθεί το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που καθορίζεται στην ΕΣΔΑ, όπως απαιτείται από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη. Ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η αυστηρή εφαρμογή ( 37 ), από το Γενικό Δικαστήριο, του βάρους αποδείξεως θίγει σε σημαντικό βαθμό την πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται σε αυτόν βάσει του Χάρτη και τα οποία επικαλείται στην υπό κρίση υπόθεση, προσβάλλει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στον Χάρτη και παραβιάζει την αρχή του «πλήρους συστήματος μέσων ένδικης προστασίας» που κατοχυρώνεται στις Συνθήκες.

20.

Ο Frontex υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη καθόσον βάλλει απλώς και μόνον κατά της εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων. Η νομολογία του ΕΔΔΑ δεν μπορεί να υπερισχύει του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, ο Frontex υπενθυμίζει ότι, κατά τον Οργανισμό του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα.

Ανάλυση

21.

Κρίσιμο στην παρούσα αναιρετική διαδικασία είναι το ζήτημα αν ο αναιρεσείων υπήρξε θύμα ομαδικής απέλασης και, επομένως, υπέστη ζημία λόγω της προβαλλόμενης ομαδικής απέλασης της 28ης και 29ης Απριλίου 2020. Η παρούσα ανάλυση συνδέεται στενά με το ζήτημα αν ο Frontex παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης, και ειδικότερα τα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη, στο πλαίσιο των προβαλλόμενων γεγονότων. Επομένως, οι ίδιες περιστάσεις μπορεί να είναι κρίσιμες, τουλάχιστον σε ορισμένο βαθμό, για την εξέταση της προβαλλόμενης παράνομης συμπεριφοράς του Frontex, της πραγματικής ζημίας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.

22.

Εντούτοις, καθ’ υπόδειξιν του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα επικεντρωθούν σε εξέταση του ζητήματος της κατανομής του βάρους αποδείξεως σε σχέση με το υποστατό της ζημίας σε υποθέσεις ομαδικών απελάσεων. Επομένως, σκοπός των παρουσών προτάσεων είναι να βοηθήσουν το Δικαστήριο να αποσαφηνίσει έναν κανόνα σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως σε τέτοιες υποθέσεις.

23.

Κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Αντιθέτως προς τον ισχυρισμό του Frontex που εκτέθηκε στο σημείο 20 των παρουσών προτάσεων, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγχει, κατά την αναιρετική δίκη, αν τηρήθηκαν οι κανόνες που σχετίζονται με το βάρος αποδείξεως ( 38 ).

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

24.

Δεν υπάρχει νομοθεσία στο επίπεδο της Ένωσης η οποία να διέπει την έννοια της απόδειξης. Ο δικαστής της Ένωσης έχει καθιερώσει την αρχή της ελευθερίας των αποδεικτικών μέσων ή αρχή της ελεύθερης διεξαγωγής των αποδείξεων, η οποία πρέπει να νοηθεί ως η δυνατότητα χρησιμοποίησης, για την απόδειξη ενός συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού, μέσων αποδείξεως οποιασδήποτε φύσεως, όπως μαρτυρίες, έγγραφα, ομολογίες κ.λπ. ( 39 ). Η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι ανάλογη αυτής που εφαρμόζει το ΕΔΔΑ ( 40 ).

25.

Κατά το νομικό ρητό «onus probandi incumbit ei qui dicit non ei qui negat» ( 41 ), το βάρος αποδείξεως σε αστικές υποθέσεις φέρει ο ενάγων και όχι ο εναγόμενος. Ο καθιερωμένος αυτός κανόνας είναι καθολικά αποδεκτός από τα κράτη μέλη ως γενικός κανόνας για το βάρος αποδείξεως ( 42 ) σε τέτοιες υποθέσεις και είναι, εν πάση περιπτώσει, ο κατ’ αρχήν εφαρμοστέος κανόνας στην υπό κρίση αγωγή αποζημιώσεως.

26.

Επομένως, εφαρμόζοντας τον γενικό κανόνα περί του βάρους αποδείξεως, ο αναιρεσείων θα έπρεπε να αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι η προβαλλόμενη ομαδική απέλαση πραγματοποιήθηκε και ότι υπήρξε θύμα της. Ωστόσο, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να προσαρμόσει τον εν λόγω γενικό κανόνα λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, προκειμένου να επιτευχθεί «δικαιότερη» κατανομή του βάρους αποδείξεως.

27.

Μολονότι ο αναιρεσείων επικαλείται κυρίως τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το βάρος αποδείξεως και την αντιστροφή του, υπάρχει μακροχρόνια, εκτενής και συνεπής νομολογία του Δικαστηρίου και νομοθεσία της Ένωσης οι οποίες προβλέπουν την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως και οι οποίες είναι σκόπιμο να επισημανθούν κατά πρώτον. Εν συνεχεία, θα εξετάσω τη νομολογία του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ σχετικά με την ισότητα των όπλων και, τέλος, θα εξετάσω τη νομολογία του ΕΔΔΑ που επικεντρώνεται στην αντιστροφή του βάρους αποδείξεως ειδικώς στο πλαίσιο των ομαδικών απελάσεων και της επαναπροώθησης.

28.

Όσον αφορά τη βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί εν προκειμένω στη νομολογία του ΕΔΔΑ, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν και των αντίστοιχων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ χωρίς να θίγεται η αυτονομία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη –κατά την ερμηνεία δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη– τα αντίστοιχα δικαιώματα ( 43 ) που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ ( 44 ), ως όριο ελάχιστης προστασίας.

29.

Ο αναιρεσείων επικαλείται πλείονες αποφάσεις του ΕΔΔΑ με τις οποίες το εν λόγω δικαστήριο αποφάνθηκε επί της κατανομής του βάρους αποδείξεως σε περιπτώσεις προσφυγών που ασκήθηκαν δυνάμει του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ σχετικά με την επαναπροώθηση ή/και την ομαδική απέλαση των προσφευγόντων ( 45 ). Μολονότι ο σκοπός των εν λόγω διαδικασιών ενώπιον του ΕΔΔΑ –με τις οποίες επιδιώκεται, πρωτίστως, η αναγνώριση της ύπαρξης παράβασης της ΕΣΔΑ ή των πρωτοκόλλων της– διαφέρει από τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας, με την οποία επιδιώκεται η αποκατάσταση της ζημίας που υποστηρίζεται ότι προκάλεσε οργανισμός της Ένωσης, η διαφορά είναι μάλλον φαινομενική παρά πραγματική. Εν πάση περιπτώσει, δεν αρκεί για να καταστήσει αλυσιτελή τη νομολογία του ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης βάσει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, εκ των οποίων η πρώτη απαιτεί την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες ( 46 ). Επομένως, υπάρχει ορισμένη αντιστοιχία μεταξύ του άρθρου 340 ΣΛΕΕ και του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ ( 47 ). Επιπλέον, υπάρχει σαφής αλληλεπικάλυψη μεταξύ των παρεχομένων βάσει της ΕΣΔΑ δικαιωμάτων και των παρεχομένων βάσει του Χάρτη δικαιωμάτων τα οποία παρατίθενται στη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία ( 48 ).

Η νομολογία του Δικαστηρίου και η νομοθεσία της Ένωσης

– Καταπολέμηση των διακρίσεων/ίση μεταχείριση

30.

Με την καθοριστική για τη νομολογία του απόφαση Danfoss ( 49 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι, για την εξασφάλιση της αρχής της ισότητας των αμοιβών που προβλέπεται στη σχετική οδηγία ( 50 ) και της ύπαρξης αποτελεσματικών μέσων που καθιστούν δυνατή την τήρησή της, η οδηγία για την ισότητα των αμοιβών πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν μια επιχείρηση εφαρμόζει σύστημα μισθοδοσίας χαρακτηριζόμενο από παντελή έλλειψη διαφάνειας, ο εργοδότης φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η μισθολογική πρακτική του δεν συνεπάγεται διακρίσεις, εφόσον η εργαζόμενη γυναίκα αποδεικνύει ότι, όσον αφορά ένα σχετικά σημαντικό αριθμό μισθωτών, η μέση αμοιβή των εργαζομένων γυναικών είναι κατώτερη από εκείνη των εργαζομένων ανδρών ( 51 ). Το βάρος αποδείξεως (onus probandi) μπορεί, επομένως, να αντιστραφεί όταν τούτο είναι αναγκαίο για να μη στερηθούν οι εργαζόμενοι που υφίστανται εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση κάθε αποτελεσματικό μέσο για να επιτύχουν την τήρηση της αρχής της ισότητας των αμοιβών. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, όταν πιθανολογείται δυσμενής διάκριση, το βάρος αποδείξεως αντιστρέφεται και ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι για τη διαπιστωθείσα διαφορά αποδοχών ( 52 ).

31.

Επομένως, σε υποθέσεις που αφορούν την καταπολέμηση των διακρίσεων, η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως εξαρτάται από το αν ο προσφεύγων ή ενάγων καταδεικνύει την ύπαρξη πιθανολογούμενης δυσμενούς διάκρισης. Όταν διαπιστώνεται ότι πιθανολογείται δυσμενής διάκριση, απόκειται στον καθού ή εναγόμενο εργοδότη να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων ή να παράσχει αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση. Με την απόφαση Brunnhofer, το Δικαστήριο τόνισε ότι το βάρος αποδείξεως δεν μετακυλίεται όταν υπάλληλος δεν αντιμετωπίζει πρακτικές δυσχέρειες στην προσκόμιση αποδείξεων και ότι, επομένως, ισχύουν οι συνήθεις κανόνες περί του βάρους αποδείξεως ( 53 ).

32.

Οι αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο σχετικά με το βάρος αποδείξεως σε υποθέσεις καταπολέμησης των διακρίσεων, όπως, μεταξύ άλλων, με τις αποφάσεις Danfoss, Enderby και Brunnhofer, παγιώθηκαν και ενισχύθηκαν από τον νομοθέτη της Ένωσης στο άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ ( 54 ), το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/113/ΕΚ ( 55 ), το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ ( 56 ) και το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43/ΕΚ ( 57 ), τα οποία ορίζουν ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, σύμφωνα με τα εθνικά δικαστικά συστήματά τους, προκειμένου να διασφαλίζουν ότι όταν ένα πρόσωπο που θεωρεί εαυτό ζημιωθέν από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης προβάλλει, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, θα εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

33.

Επομένως, εάν διαπιστώνεται ότι πιθανολογείται δυσμενής διάκριση, ο δε εναγόμενος δεν μπορεί να αντικρούσει τη διαπίστωση αυτήν ( 58 ) αποδεικνύοντας ότι δεν υπήρξε άμεση ή έμμεση δυσμενής διάκριση, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει την ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης. Το εθνικό δικαστήριο δεν έχει συναφώς καμία εξουσία εκτίμησης.

34.

Η γενική εισαγγελέας J. Kokott έχει επισημάνει ότι ο κανόνας περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως σε όλες τις οδηγίες κατά των διακρίσεων δεν προσβάλλει το δικαίωμα του εναγομένου σε δίκαιη δίκη. Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε σαφώς μια λύση που οδηγεί σε δίκαιη εξισορρόπηση των συμφερόντων του θύματος της δυσμενούς διάκρισης και των συμφερόντων του εκάστοτε αντιδίκου του. Ειδικότερα, με την εν λόγω ρύθμιση δεν καταργείται πλήρως αλλά απλώς τροποποιείται το βάρος αποδείξεως που φέρει το πρόσωπο που υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα δυσμενούς διάκρισης ( 59 ).

– Άλλα παραδείγματα

35.

Η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως δεν περιορίζεται σε υποθέσεις καταπολέμησης των διακρίσεων. Με την απόφαση Harman International Industries ( 60 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι απόκειται, κατ’ αρχήν, στον επιχειρηματία ο οποίος προβάλλει ανάλωση των δικαιωμάτων επί του σήματος να προσκομίσει την απόδειξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανάλωσης. Εντούτοις, ο κανόνας αυτός πρέπει να προσαρμόζεται όταν μπορεί να παράσχει στον δικαιούχο δυνατότητα στεγανοποίησης των εγχώριων αγορών. Το Δικαστήριο επισήμανε, μεταξύ άλλων, την ασυμμετρία μεταξύ των πληροφοριών που κατέχουν ο ενάγων (έμπορος) και ο εναγόμενος (δικαιούχος του σήματος) και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε πρόσβαση στη βάση δεδομένων του εναγομένου σχετικά με τη διάθεση των προϊόντων του στο εμπόριο εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

36.

Επιπλέον, με την απόφαση Beemsterboer Coldstore Services ( 61 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες που ρυθμίζουν την κατανομή του βάρους αποδείξεως, οι τελωνειακές αρχές που επιθυμούν να προβούν στην εκ των υστέρων είσπραξη των δασμών οφείλουν να αποδείξουν, για να θεμελιώσουν την αξίωσή τους, ότι η έκδοση των ανακριβών πιστοποιητικών οφείλεται στην ανακριβή έκθεση των πραγματικών στοιχείων εκ μέρους του εξαγωγέα. Εντούτοις, όταν οι τελωνειακές αρχές δεν έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν την ακρίβεια ή ανακρίβεια των στοιχείων που δηλώθηκαν με σκοπό την έκδοση πιστοποιητικού, αφού ο εξαγωγέας δεν είχε φυλάξει τα αποδεικτικά έγγραφα, παρά τη σχετική υποχρέωση που υπείχε, ο υπόχρεος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά βασίζονταν σε επακριβή έκθεση των πραγματικών στοιχείων.

37.

Ο νομοθέτης της Ένωσης μετέβαλε ή κατέστησε λιγότερο απαιτητικούς τους συνήθεις κανόνες περί του βάρους αποδείξεως καθιερώνοντας τεκμήρια υπέρ ορισμένων εναγόντων, για παράδειγμα, σε σχέση με τις συμβάσεις καταναλωτών και την έλλειψη συμμόρφωσης αγαθών κατά την παράδοσή τους ( 62 ). Επιπλέον, το βάρος που φέρουν οι αιτούντες διεθνή προστασία όσον αφορά την προσκόμιση αποδείξεων ενώπιον αρμοδίων εθνικών αρχών και δικαστηρίων έχει μετριαστεί σε κάποιον βαθμό. Μολονότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ ( 63 ), τα κράτη μέλη μπορούν να κρίνουν ότι απόκειται στον αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν, κατά περίπτωση, να συνεργάζονται ενεργώς με τον αιτούντα προκειμένου να προσδιοριστούν και να συμπληρωθούν τα συναφή στοιχεία της αίτησής του. Επιπλέον, για την περίπτωση που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που τους αναγνωρίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας προβλέπει επίσης ότι, οσάκις ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος δεν τεκμηριώνονται με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις, οι πτυχές αυτές δεν χρειάζονται επιβεβαίωση εφόσον πληρούνται οι πέντε σωρευτικές προϋποθέσεις που μνημονεύονται στην τελευταία ως άνω διάταξη ( 64 ). Το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/95 δίνει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στον συνεπή και ευλογοφανή χαρακτήρα των δηλώσεων του αιτούντος και στη γενική αξιοπιστία του ( 65 ). Το γεγονός ότι ορισμένες λεπτομέρειες της έκθεσης των γεγονότων από τον αιτούντα μπορεί να μην είναι απολύτως ευλογοφανείς δεν μειώνει κατ’ ανάγκην τη συνολική γενική αξιοπιστία της αίτησής του ( 66 ).

– Η αρχή της ισότητας των όπλων

38.

Η αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κατοχυρούμενης στο άρθρο 47 του Χάρτη αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί επίσης να ασκήσει επιρροή στην κατανομή του βάρους αποδείξεως. Η εν λόγω αρχή, σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με την αρχή της κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, αποτελεί αναγκαία συνέπεια της έννοιας της δίκαιης δίκης και προϋποθέτει την υποχρέωση να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου. Σκοπός της εν λόγω αρχής είναι η διασφάλιση της δικονομικής ισορροπίας μεταξύ των διαδίκων στην ένδικη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζεται η ισότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαδίκων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και την κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία ενώπιον του δικαστή καθώς και τα δικαιώματα ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων από τους διαδίκους ( 67 ).

39.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, εντούτοις, η εκτίμηση του ΕΔΔΑ σχετικά με το ότι υφίσταται προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ επικεντρώθηκε στο ζήτημα αν ο προσφεύγων είχε (πράγματι) τη δυνατότητα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και όχι σε ενδεχομένως άνιση μεταχείριση των διαδίκων κατά τη διαδικασία ενώπιον των εν λόγω δικαστηρίων. Τούτο μπορεί να συνεπάγεται ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ίση μεταχείριση (εν στενή εννοία) ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν αρκεί προκειμένου να διασφαλίζονται (εν τοις πράγμασι) η ισότητα των όπλων και ο σεβασμός του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ( 68 ).

Σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ για την επαναπροώθηση και τις ομαδικές απελάσεις

40.

Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλείονες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι προσκόμισε αρχή αποδείξεως προς στήριξη της εκδοχής του για τα γεγονότα της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020, το βάρος αποδείξεως στην υπό κρίση υπόθεση θα έπρεπε να μετατεθεί στον Frontex ( 69 ).

41.

Η πρόσφατη απόφαση A.R.E. του ΕΔΔΑ ( 70 ) είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική όσον αφορά την προσέγγιση που εφάρμοσε το ΕΔΔΑ σε σχέση με την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σε υποθέσεις παρόμοιες με την υπό κρίση ( 71 ). Πρέπει, επομένως, να εκτεθούν λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εκείνης και το σκεπτικό του ΕΔΔΑ.

42.

Η A.R.E. ισχυρίστηκε ότι εισήλθε στην Ελλάδα στις 4 Μαΐου 2019 με σκοπό να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και ότι συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στην Ελλάδα, εν συνεχεία επαναπροωθήθηκε δε στην Τουρκία, όπου συνελήφθη την επομένη. Η A.R.E. προέβαλε παράβαση των άρθρων 2, 3, 5 και 13 της ΕΣΔΑ. Η Ελληνική Κυβέρνηση αμφισβήτησε στο σύνολό της την εκδοχή της προσφεύγουσας περί των πραγματικών περιστατικών ως αόριστη, ανακόλουθη και μη τεκμηριωμένη ( 72 ). Ειδικότερα, η Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε κάθε ανάμειξη των ελληνικών αρχών στην προβαλλόμενη επαναπροώθηση και αμφισβήτησε την ίδια την παρουσία της προσφεύγουσας στην ελληνική επικράτεια και, επομένως, την επαναπροώθησή της στην Τουρκία, στις ημερομηνίες που μνημόνευσε η προσφεύγουσα ( 73 ).

43.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η υπόθεση ήγειρε ιδιαιτέρως λεπτά ζητήματα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το βάρος αποδείξεως ( 74 ). Το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν οι αρχές και οι κανόνες σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών που καθορίστηκαν σε υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν μυστική κράτηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προβαλλόμενη επαναπροώθηση.

44.

Κατά το ΕΔΔΑ, σε υποθέσεις που αφορούν μυστική κράτηση απόκειται στον προσφεύγοντα να προσκομίσει αρχή αποδείξεως. Εντούτοις, εάν, στο πλαίσιο της αντικρούσεως των ισχυρισμών του, η καθής κυβέρνηση δεν γνωστοποιήσει έγγραφα τα οποία είναι αναγκαία για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών από το ΕΔΔΑ ή δεν παράσχει ικανοποιητική και πειστική επεξήγηση για τα επίμαχα γεγονότα, το ΕΔΔΑ μπορεί να αντλήσει ισχυρές ενδείξεις από τις εν λόγω ελλείψεις. Κατά το ΕΔΔΑ, η αυστηρή εφαρμογή του ρητού «affirmanti cumbit probatio» δεν ενδείκνυται όταν οι αρχές είναι οι μόνες οι οποίες γνωρίζουν τα επίμαχα γεγονότα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το βάρος αποδείξεως το φέρουν οι αρχές, οι οποίες οφείλουν να παράσχουν ικανοποιητική και πειστική εξήγηση. Ελλείψει τέτοιας εξήγησης, το ΕΔΔΑ δύναται να συναγάγει συμπεράσματα τα οποία ενδέχεται να μην είναι ευνοϊκά για την καθής κυβέρνηση. Σε υποθέσεις στις οποίες οι διάδικοι ερίζουν ως προς τα πραγματικά περιστατικά, το ΕΔΔΑ καταλήγει στα συμπεράσματα τα οποία, κατά τη γνώμη του, τεκμηριώνονται από την ελεύθερη εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, περιλαμβανομένων των ενδείξεων εκείνων που μπορεί να συναγάγει από τα πραγματικά περιστατικά και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων ( 75 ).

45.

Σε υποθέσεις απέλασης ή επαναπροώθησης, το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι, δεδομένου ότι η έλλειψη ταυτοποίησης και εξατομικευμένης μεταχείρισης από τις αρχές του καθού κράτους, η οποία συνέβαλε στις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν οι προσφεύγοντες όσον αφορά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για τη συμμετοχή τους στα επίμαχα γεγονότα, βρίσκεται στο επίκεντρο της προσφυγής των προσφευγόντων, οσάκις οι προσφεύγοντες παρέχουν λεπτομερή, συγκεκριμένη και συνεπή περιγραφή των κρίσιμων γεγονότων, το ΕΔΔΑ εκτιμά, κατ’ αρχήν, ότι έχει προσκομισθεί αρχή αποδείξεως για την επαναπροώθηση και ότι το βάρος αποδείξεως πρέπει να αντιστραφεί και να μετακυλισθεί στην κυβέρνηση ( 76 ).

46.

Με την απόφαση A.R.E., το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η προσφεύγουσα είχε προσκομίσει πλείονα αποδεικτικά στοιχεία ικανά να συνιστούν, θεωρούμενα μεμονωμένα, αρχή αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών που εξέθεσε και ότι οι ελληνικές αρχές έπρεπε να αποδείξουν ότι η προσφεύγουσα δεν είχε εισέλθει στην Ελλάδα και δεν είχε επαναπροωθηθεί στην Τουρκία στις ημερομηνίες που μνημόνευσε η προσφεύγουσα. Εντούτοις, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε οποιοδήποτε επιχείρημα ούτε προσκόμισε άλλα αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αντικρούσουν την αρχή αποδείξεως που προσκόμισε η προσφεύγουσα. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι δεν διέθετε άμεσες αποδείξεις για αυτή καθεαυτήν την επαναπροώθηση της προσφεύγουσας. Το ΕΔΔΑ επισήμανε, εντούτοις, ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, τέτοιες αποδείξεις θα ήταν αδύνατο να προσκομισθούν, δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές κατάσχεσαν το κινητό τηλέφωνο της προσφεύγουσας κατά την επαναπροώθησή της ( 77 ), η οποία, επιπλέον, πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το ΕΔΔΑ απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς ότι η προσφεύγουσα βρισκόταν στην Ελλάδα και είχε θεαθεί για τελευταία φορά κρατούμενη από Έλληνες υπαλλήλους στις 4 Μαΐου 2019, πριν από την επιστροφή της στις 5 Μαΐου 2019 στην Τουρκία, όπου συνελήφθη ( 78 ).

47.

Μολονότι δεν εντάσσεται κατ’ ανάγκην στο περιορισμένο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, οι οποίες επικεντρώνονται στο βάρος αποδείξεως και στην αντιστροφή του, είναι σκόπιμο να εκτεθεί συνοπτικά η φύση ορισμένων από τα αποδεικτικά στοιχεία που το ΕΔΔΑ θεώρησε κρίσιμα σε υποθέσεις ομαδικής απέλασης ή επαναπροώθησης προκειμένου να διαπιστώσει ότι πιθανολογείται παράβαση της ΕΣΔΑ ( 79 ).

48.

Συναφώς, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη μαρτυρίες τις οποίες συγκεντρώνουν εθνικοί και διεθνείς οργανισμοί για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι οποίες επιρρωννύουν τα επιχειρήματα προσφεύγοντος, καθώς και εκθέσεις οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, εθνικών φορέων για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διεθνών οργανισμών, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη αρχής αποδείξεων που συνηγορεί υπέρ της εκδοχής των πραγματικών περιστατικών την οποία εξέθεσε ο προσφεύγων. Εντούτοις, προσφεύγων ο οποίος υποστηρίζει ότι υπήρξε θύμα επαναπροώθησης μπορεί, κατ’ αρχήν, να ανταποκριθεί στο βάρος αποδείξεως χωρίς να χρειαστεί να ισχυριστεί ότι η επαναπροώθησή του εντάσσεται σε συστηματική ή γενικευμένη πρακτική επαναπροώθησης ή να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη τέτοιας πρακτικής.

49.

Οσάκις προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία τέτοιας συστηματικής πρακτικής, η εκτίμηση από το ΕΔΔΑ της ύπαρξης ή μη τέτοιας πρακτικής θα του παράσχει τη δυνατότητα να λάβει υπόψη, κατά περίπτωση, τις σχετικές γενικότερες συνθήκες που επικρατούν κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επομένως, το ΕΔΔΑ εξετάζει το ζήτημα της ενδεχόμενης ύπαρξης συστηματικής πρακτικής επαναπροώθησης κατά τον κρίσιμο χρόνο και στον συγκεκριμένο τόπο, προτού εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων ( 80 ).

50.

Ακόμη και αν αποδεικνύεται συστηματική πρακτική επαναπροώθησης, ο προσφεύγων πρέπει, πάντως, να προσκομίσει αρχή αποδείξεως προς στήριξη των ισχυρισμών του ( 81 ). Σε τέτοια περίπτωση, ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη επαναπροώθησή του συνδέεται με την εν λόγω πρακτική παρέχοντας λεπτομερή, συγκεκριμένη και συνεπή περιγραφή της επαναπροώθησης, η οποία τεκμηριώνεται βάσει λεπτομερών και συγκλινόντων αποδεικτικών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή, το βάρος αποδείξεως θα αντιστραφεί και θα μετακυλισθεί στην καθής κυβέρνηση. Συναφώς, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι θα πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία ( 82 ). Το ζήτημα της γνησιότητας και της αποδεικτικής αξίας οπτικοακουστικού υλικού μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας, ιδίως όταν δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν, άμεσα ή έμμεσα, τους ισχυρισμούς του ενδιαφερομένου ( 83 ). Το ΕΔΔΑ μπορεί επίσης να λάβει υπόψη κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο επικαλούνται οι προσφεύγοντες ή το οποίο περιλαμβάνεται στη δικογραφία, όπως τις καταθέσεις άλλων προσώπων.

Εφαρμογή, στην υπό κρίση υπόθεση, των διδαγμάτων της νομολογίας του Δικαστηρίου και του ΕΔΔΑ και της νομοθεσίας της ΕΕ

51.

Το ζήτημα που εγείρεται σε υποθέσεις όπως η υπό κρίση είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Αφορά το βάρος που φέρει ο ενάγων να αποδείξει πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ενδέχεται να βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εναγομένου και μόνον (εν προκειμένω, της Frontex) ή/και άλλου τρίτου (εν προκειμένω, των ελληνικών αρχών). Επομένως, οι συγκεκριμένες αποδείξεις περί ομαδικών απελάσεων, εάν υπάρχουν, μπορεί να βρίσκονται στην κατοχή των φερόμενων ως αυτουργών και όχι των θυμάτων τους.

52.

Η μη προσαρμογή ή ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως μπορεί να παρεμποδίσει όλες ουσιαστικά τις ένδικες διαδικασίες που μπορούν κινήσουν τα θύματα τέτοιων απελάσεων, με αποτέλεσμα τη συστηματική υπονόμευση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 18 και 19 του Χάρτη ( 84 ). Οι παράνομες ενέργειες μπορεί (εν τοις πράγμασι) να μένουν απρόσβλητες και οι δράστες τους μπορούν, επομένως, να ενεργούν υπό καθεστώς ατιμωρησίας. Τούτο μπορεί επίσης να θίγει τα δικαιώματα του ενάγοντος δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη. Υπό το πρίσμα της απόφασης A.R.E., εκτιμώ ότι, καθόσον ο προσφεύγων προσκομίζει αρχή αποδείξεως για την ομαδική απέλαση ή την επαναπροώθησή του από το καθού κράτος, το ΕΔΔΑ αντιστρέφει το βάρος αποδείξεως και το μετακυλίει στο καθού κράτος. Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, εναγόμενος δεν είναι κράτος μέλος αλλά οργανισμός της Ένωσης. Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν, και ενδεχομένως σε ποιον βαθμό, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως σε υποθέσεις ομαδικών απελάσεων μπορεί να τύχει κατ’ αναλογίαν εφαρμογής στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης.

53.

Συγχρόνως, είναι εξίσου σημαντικό, κατά την εξέταση του ζητήματος της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, να μην παραβλέπεται η κατάσταση του εναγομένου και να μην επιβάλλεται στον εναγόμενο probatio diabolica. Δεν επιτρέπεται, χάριν της «δικαιότερης» κατανομής του βάρους αποδείξεως, ο εναγόμενος να επιβαρυνθεί με υπέρμετρο ή αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως. Συναφώς, εναγόμενος όπως ο Frontex δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αποδείξει ένα αρνητικό γεγονός, το οποίο είναι αδύνατον να αποδειχθεί ( 85 ), ή να αποδείξει κάτι, όταν, αντικειμενικώς, τέτοια υποχρέωση απόδειξης ουδόλως δικαιολογείται ( 86 ), επί παραδείγματι, όταν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά βρίσκονται «εξ ολοκλήρου εκτός της σφαίρας επιρροής και γνώσης του» ( 87 ).

54.

Επιπλέον, απλώς και μόνον η ύπαρξη ασυμμετρίας μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες, ενδεχομένως δε και σε νομικούς πόρους και αρωγή, μολονότι μπορεί να είναι ατυχής, δεν είναι ζήτημα ως προς το οποίο μπορεί να αναμένεται ευλόγως, κατ’ αρχήν, ότι θα διευθετηθεί από δικαστήριο ή, ακόμη, ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να επιλύσει το δικαστήριο, σε ad hoc βάση εφαρμόζοντας κάποιο εξιδανικευμένο μέτρο δικαιοσύνης ή ισότητας ( 88 ).

55.

Εντούτοις, η δικαστική και η νομοθετική εξουσία μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιλέξουν ή να υποχρεωθούν να παρέμβουν με θετικό ή εποικοδομητικό τρόπο προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία ορισμένων δικαιωμάτων ή αρχών ή/και η πρόσβαση στη δικαιοσύνη ( 89 ). Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση και η έκταση της εν λόγω παρέμβασης πρέπει να βασίζονται σε πειστικούς και επιτακτικούς λόγους και να περιορίζονται επίσης από τέτοιους λόγους. Η ενδεχόμενη παρέμβαση στηρίζεται συχνά σε μακροχρόνια πρακτική και πείρα σε συγκεκριμένο τομέα ( 90 ). Τούτο προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη νομοθεσία στον τομέα της καταπολέμησης των διακρίσεων και τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τις ομαδικές απελάσεις και την επαναπροώθηση, όπως επισημάνθηκε με τις παρούσες προτάσεις. Επιπλέον, η παρέμβαση θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς και να είναι αναλογική προς το «σφάλμα» που επιδιώκει να επανορθώσει.

56.

Υπάρχει μια κοινή συνισταμένη στη νομολογία του Δικαστηρίου και εκείνην του ΕΔΔΑ σχετικά με την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, η οποία βασίζεται στη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων.

57.

Πρώτον, προτού εκτιμηθεί αν το βάρος αποδείξεως θα πρέπει να αντιστραφεί και να μετακυλισθεί στον καθού ή εναγόμενο, πρέπει να εξακριβωθεί αν ο προσφεύγων ή ενάγων έχει προσκομίσει αρχή αποδείξεως προς στήριξη του ενδίκου βοηθήματος. Μολονότι ενδέχεται να υπάρχει πλήθος πειστικών και αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων περί συγκεκριμένης ομαδικής απέλασης, εάν η περιγραφή του ενάγοντος η οποία τον τοποθετεί στο επίκεντρο των γεγονότων ( 91 ) δεν είναι συνεπής ή είναι αντιφατική ή/και αν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την αξιοπιστία του, δεν θα γίνει δεκτό ότι ο προσφεύγων ή ενάγων προσκόμισε αρχή αποδείξεως προς στήριξη του ενδίκου βοηθήματος που άσκησε. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων ή ενάγων δεν θα έχει ανταποκριθεί στο αρχικό βάρος αποδείξεως, το οποίο φέρει πάντοτε ο ίδιος, το δε ένδικο βοήθημα πρέπει να απορριφθεί ( 92 ).

58.

Επομένως, το ζήτημα του βάρους αποδείξεως και της αντιστροφής του εγείρεται και πρέπει να εξεταστεί μόνον σε περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων ή ενάγων έχει προσκομίσει αρχή αποδείξεως προς στήριξη του ένδικου βοηθήματος.

59.

Δεύτερον, ακόμη και αν ο προσφεύγων ή ενάγων έχει προσκομίσει αρχή αποδείξεως προς στήριξη του ενδίκου βοηθήματος, για τη μετακύλιση του βάρους αποδείξεως στον καθού ή εναγόμενο απαιτείται σαφής ή δομική ασυμμετρία μεταξύ των εν λόγω διαδίκων σε σχέση με τη δυνατότητα πρόσβασής τους σε αποδεικτικά στοιχεία. Ο προσφεύγων ή ενάγων πρέπει να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσχέρειες προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, ο δε καθού ή εναγόμενος πρέπει να βρίσκεται σε καλύτερη ή πλέον «προνομιακή» θέση ( 93 ). Ως εκ τούτου, ο καθού ή εναγόμενος δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια probatio diabolica και μπορεί να αναμένεται ευλόγως ότι θα είναι σε θέση να αντικρούσει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος ή ενάγοντος.

60.

Τρίτον, η μη μετακύλιση του βάρους αποδείξεως, ενώ ο προσφεύγων ή ενάγων έχει προσκομίσει αρχή αποδείξεως, θα στερούσε από αυτόν τα (θεμελιώδη) δικαιώματά του που κατοχυρώνονται από το δίκαιο της Ένωσης ή θα τα καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας και μπορεί, επιπλέον, να θίγει τα δικαιώματα του προσφεύγοντος ή ενάγοντος δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη, χωρίς να θίγει τα δικαιώματα του καθού ή εναγομένου που απορρέουν από τον Χάρτη ( 94 ).

61.

Τέταρτον, στη νομοθεσία της Ένωσης κατά των διακρίσεων ( 95 ) καθώς και με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ επί υποθέσεων που αφορούσαν ομαδικές απελάσεις και επαναπροώθηση καθιερώνεται τεκμήριο εις βάρος των συμβαλλόμενων κρατών κατά το οποίο ο προσφεύγων ή ενάγων βρίσκεται σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων προς στήριξη του ενδίκου βοηθήματός του, ενώ ο καθού ή εναγόμενος βρίσκεται σε καλύτερη ή πλέον «προνομιακή» θέση για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Όταν ο προσφεύγων ή ενάγων σε τέτοιες υποθέσεις έχει προσκομίσει αρχή αποδείξεως προς στήριξη των ισχυρισμών του, το βάρος αποδείξεως για την αντίκρουση των σχετικών ισχυρισμών μετακυλίεται (αυτομάτως) στον αντίδικο ( 96 ).

62.

Πέμπτον, σε περίπτωση προβαλλόμενης ομαδικής απέλασης ή επαναπροώθησης εκ μέρους άλλων φορέων πλην των αρχών κράτους μέλους –εν προκειμένω, τον Frontex–, το τεκμήριο που εκτέθηκε στο πλαίσιο της τέταρτης προϋπόθεσης δεν έχει εφαρμογή. Δεδομένου ότι οι εξουσίες τέτοιων φορέων είναι περιορισμένες σε σχέση με τις εξουσίες κράτους μέλους, δεν είναι πρόδηλο αν, και σε ποιον βαθμό, οι πράξεις τους επιτείνουν τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι προσφεύγοντες ή ενάγοντες όσον αφορά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για την παρουσία τους στα επίμαχα γεγονότα. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων εξουσιών τέτοιων φορέων, δεν είναι αμέσως σαφές αν αυτοί βρίσκονται σε καλύτερη ή σε πλέον «προνομιακή» θέση για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος ή ενάγοντος. Επομένως, η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη προϋπόθεση που εκτέθηκαν στα σημεία 57 έως 60 των παρουσών προτάσεων εφαρμόζονται πλήρως σε υποθέσεις, όπως η υπό κρίση, στις οποίες εμπλέκονται και άλλοι φορείς πλην των αρχών κράτους μέλους ( 97 ).

63.

Λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης εξέτασης της υπόθεσης στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν προκύπτει σαφώς αν η δεύτερη και η τρίτη προϋπόθεση μπορούν να πληρούνται εν προκειμένω. Το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως εξέτασε τη συμμετοχή του Frontex στα προβαλλόμενα γεγονότα της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 ή τις γνώσεις του Frontex σχετικά με αυτά. Το Γενικό Δικαστήριο επικεντρώθηκε αποκλειστικά και μόνο στο ζήτημα της ζημίας που ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο νυν αναιρεσείων και στο ζήτημα της παρουσίας του στα εν λόγω γεγονότα. Μολονότι η εξέταση της συμμετοχής του Frontex στα προβαλλόμενα γεγονότα και των γνώσεών του όσον αφορά τα γεγονότα αυτά –προκειμένου να εξακριβωθεί αν, βάσει της δεύτερης και της τρίτης προϋπόθεσης που εκτέθηκαν στα σημεία 59 και 60 των παρουσών προτάσεων, το βάρος αποδείξεως θα έπρεπε να μετακυλισθεί στον Frontex– δεν θα απαιτούσε πλήρη εξέταση των ανεξάρτητων απαιτήσεων περί παράνομης συμπεριφοράς και αιτιώδους συνάφειας, η φύση και η έκταση της συμμετοχής του Frontex στα γεγονότα καθώς και της ευθύνης του στο πλαίσιο αυτών ( 98 ) είναι παντελώς ασαφείς στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Επομένως, δεν είναι πρόδηλο αν (μπορεί να θεωρηθεί ότι) ο Frontex έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.

64.

Στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προτού αποφανθεί επί του ζητήματος αν το βάρος αποδείξεως έπρεπε να μετακυλισθεί από τον αναιρεσείοντα στον Frontex, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση και ειδικότερα αν οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά παρέχουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν ο αναιρεσείων προσκόμισε αρχή αποδείξεως για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

65.

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ότι η αγωγή που ασκήθηκε ενώπιόν του ήταν προδήλως αβάσιμη, καθόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσείων ήταν προδήλως ανεπαρκή για να καταδειχθεί με πειστικό τρόπο ότι ήταν παρών στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 και ότι υπέστη τις συνέπειές του ( 99 ). Από τη φράση «προδήλως ανεπαρκή» προκύπτει ότι δεν προσκομίστηκε αρχή αποδείξεως. Εντούτοις, η παράλληλη χρήση της φράσης «με πειστικό τρόπο» υποδηλώνει ότι ο «πήχης της απόδειξης» τέθηκε ευθύς εξαρχής υπερβολικά υψηλά.

66.

Εάν το Δικαστήριο κρίνει, πρώτον, ότι είναι σε θέση να προβεί στην ανωτέρω εκτίμηση και, δεύτερον, ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε αρχή αποδείξεως για την παρουσία του στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 και για το ότι υπέστη τις συνέπειές του, η αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί. Εάν, εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να προβεί στην ανωτέρω εκτίμηση ή, εναλλακτικώς, ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε αρχή αποδείξεως για την παρουσία του στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020 και για το ότι υπέστη τις συνέπειές του, η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί αν οι προϋποθέσεις για την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως έχουν εφαρμογή.

V. Πρόταση

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκτιμήσει αν, κατόπιν της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας και, ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου επί των πραγματικών περιστατικών, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διακριβώσει αν ο αναιρεσείων προσκόμισε, με την ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή, αρχή αποδείξεως για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Εάν το Δικαστήριο κρίνει, αφενός, ότι είναι σε θέση να προβεί στην ανωτέρω εκτίμηση και, αφετέρου, ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε αρχή αποδείξεως για την παρουσία του στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και 29ης Απριλίου 2020 και για το ότι υπέστη τις συνέπειές του, η αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί. Εάν, εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι σε θέση να προβεί στην ανωτέρω εκτίμηση ή, αντιθέτως, ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε αρχή αποδείξεως για την παρουσία του στο προβαλλόμενο συμβάν της 28ης και της 29ης Απριλίου 2020 και για το ότι υπέστη τις συνέπειές του, η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί και η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφανθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) T‑136/22 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2023:821).

( 3 ) Με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2019, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1052/2013 και (ΕΕ) 2016/1624 (ΕΕ 2019, L 295, σ. 1), ιδρύεται Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή (στο εξής: Frontex). Κατά την εν λόγω διάταξη, αποστολή του Frontex είναι η «διασφάλιση της ευρωπαϊκής ολοκληρωμένης διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων με σκοπό την αποτελεσματική διαχείριση αυτών, με πλήρη συμμόρφωση προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, και τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της ενωσιακής πολιτικής σε θέματα επιστροφής. Ο [εν λόγω] κανονισμός αντιμετωπίζει τις μεταναστευτικές προκλήσεις και τις εν δυνάμει μελλοντικές προκλήσεις και απειλές στα εξωτερικά σύνορα. Διασφαλίζει την επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου εσωτερικής ασφάλειας εντός της Ένωσης, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και παράλληλη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων μέσα στην Ένωση. Συμβάλλει στον εντοπισμό, την πρόληψη και την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος στα εξωτερικά σύνορα».

( 4 ) Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (σκέψη 29).

( 5 ) Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) ορίζει ότι «[α]παγορεύονται οι ομαδικές απελάσεις». Επιπλέον, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, «[κ]ανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση». Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει την αρχή της μη επαναπροώθησης και συνδέεται με το άρθρο 4 του Χάρτη για την απαγόρευση των βασανιστηρίων και των απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών ή μεταχείρισης. Βλ., επίσης, απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αμοιβαία εμπιστοσύνη σε περίπτωση μεταφοράς) (C‑392/22, EU:C:2024:195, σκέψεις 50 έως 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 6 ) Με την απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2025, A.R.E. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2025:0107JUD001578321, § 230) (στο εξής: απόφαση A.R.E.), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) μνημόνευσε τον εγγενώς μυστικό και ανεπίσημο χαρακτήρα της συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Κατά τη γνώμη μου, είναι σύνηθες τέτοιες ομαδικές απελάσεις να πραγματοποιούνται με μυστικότητα, τα δε αποδεικτικά έγγραφα και τα όποια άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις απελάσεις αυτές είναι περιορισμένα. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν σαφώς τέτοια παράνομη συμπεριφορά, μπορεί να είναι αποσπασματικά και διασκορπισμένα. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψεις 55 έως 57), σχετικά με αποδεικτικά στοιχεία συμμετοχής σε σύμπραξη.

( 7 ) Επομένως, οι αυτουργοί τέτοιων απελάσεων δεν είναι πιθανό να αναγνωρίσουν αυθορμήτως τις πράξεις τους, τα δε στοιχεία που τις αποδεικνύουν μπορεί να είναι δυσχερές να εξακριβωθούν. Με την απόφαση A.R.E. (§ 218), το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες μπορεί να βρίσκονται σε δυσχερή θέση όσον αφορά την προσκόμιση αποδείξεων και να αδυνατούν να αποδείξουν το αληθές των ισχυρισμών τους.

( 8 ) Βλ. απόφαση A.R.E. (§ 218).

( 9 ) Ως προδήλως αβάσιμη. Βλ. άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

( 10 ) Ο όρος «ταχεία επέμβαση στα σύνορα» δεν ορίζεται στον κανονισμό 2019/1896. Πάντως, κατά την αιτιολογική σκέψη 49 του εν λόγω κανονισμού, «[σ]ε περιπτώσεις ειδικών και δυσανάλογων προβλημάτων στα εξωτερικά σύνορα, ο [Frontex] θα πρέπει, με δική του πρωτοβουλία και με τη συγκατάθεση του κράτους μέλους ή κατόπιν αίτησης του εν λόγω κράτους μέλους, να οργανώνει και να συντονίζει ταχείες επεμβάσεις στα σύνορα και να αναπτύσσει τόσο ομάδες από το μόνιμο σώμα όσο και τεχνικό εξοπλισμό, μεταξύ άλλων και από το απόθεμα εξοπλισμού ταχείας αντίδρασης. […] Ο [Frontex] και τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να συμφωνούν το σχέδιο επιχειρήσεων».

( 11 ) Κατά το άρθρο 268 και το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τα δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδια να εκδικάζουν αγωγές αποζημιώσεως, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω της συμπεριφοράς οργανισμού της ΕΕ, όπως ο Frontex, όταν συμμετέχει σε παράνομες ομαδικές απελάσεις οι οποίες πραγματοποιούνται από τις αρχές κράτους μέλους (βλ. κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2023, Sistem ecologica κατά Επιτροπής, C‑787/22 P, EU:C:2023:940, σκέψη 92). Βλ., επίσης, άρθρο 97, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ευθύνη», του κανονισμού 2019/1896. Κατά την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, «[σ]ε περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, ο [Frontex] υποχρεούται να αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, τις ζημίες που προξενούν οι υπηρεσίες ή το προσωπικό του [Frontex] κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέονται με τη χρήση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων». Το άρθρο 7 του κανονισμού 2019/1896, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συνευθύνη», προβλέπει τις ευθύνες του Frontex και των κρατών μελών και των εθνικών αρχών τους. Επομένως, ο ακριβής επιμερισμός της ευθύνης δεν είναι απολύτως σαφής και δεν υπάρχει επί του παρόντος νομολογία η οποία να αποσαφηνίζει τη συγκεκριμένη διάταξη ή τη σχέση της με το άρθρο 97 του κανονισμού 2019/1896.

( 12 ) Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου

( 13 ) Στην πραγματικότητα, ο συγκεκριμένος όρος δεν χρησιμοποιείται στην αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη. Βλ., εντούτοις, άρθρο 19, παράγραφος 1, του Χάρτη το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων. Βλ., επίσης, άρθρο 4 του τέταρτου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) το οποίο προβλέπει ότι «[α]παγορεύεται η ομαδική απέλαση αλλοδαπών». Τα προβαλλόμενα γεγονότα αφορούσαν 22 άτομα και, επομένως, οι πράξεις είχαν ομαδικό χαρακτήρα και δεν αφορούσαν ένα και μόνο άτομο.

( 14 ) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι, «μολονότι δεν υπάρχει διεθνώς αναγνωρισμένος νομικός ορισμός της έννοιας της “συνοπτικής επαναπροώθησης” στον τομέα της μετανάστευσης, αυτή μπορεί να νοηθεί ως συμπεριφορά αντίθετη προς τον γενικό κανόνα της μη επαναπροώθησης». Κείμενο διαθέσιμο σε https://home-affairs.ec.europa.eu/networks/european-migration-network-emn/emn-asylum-and-migration-glossary/glossary/push-back_en

Οι συνοπτικές επαναπροωθήσεις έχουν επίσης ορισθεί ως «διάφορα μέτρα τα οποία λαμβάνονται από τα κράτη και τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα οι μετανάστες, περιλαμβανομένων των [αιτούντων διεθνή προστασία], να απομακρύνονται με συνοπτικές διαδικασίες και αναγκαστικώς, άνευ εξατομικευμένης εκτιμήσεως των αναγκών τους όσον αφορά την προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, την περιοχή ή τη θάλασσα από όπου επιχείρησαν να διέλθουν διεθνή σύνορα ή διήλθαν διεθνή σύνορα». Επιπλέον, «[η] έλλειψη εξατομικευμένης εκτιμήσεως… [μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση] της αρχής της μη επαναπροωθήσεως». Βλ. έκθεση του ειδικού εισηγητή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών, σχετικά με τρόπους αντιμετώπισης των επιπτώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα από τις συνοπτικές επαναπροωθήσεις μεταναστών στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, της 12ης Μαΐου 2021, η οποία παρουσιάστηκε στην 47η σύνοδο του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Ιούνιος 2021, διαθέσιμη σε https://docs.un.org/en/A/HRC/47/30.

( 15 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60).

( 16 ) Σύμβαση της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967.

( 17 ) Απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Αμοιβαία εμπιστοσύνη σε περίπτωση μεταφοράς) (C‑392/22, EU:C:2024:195, σκέψεις 50, 52, 53 και 57). Κατά το ΕΔΔΑ, μολονότι τα συμβαλλόμενα κράτη της ΕΣΔΑ έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν την είσοδο, τη διαμονή και την απομάκρυνση αλλοδαπών, οι προκλήσεις τις οποίες ενδεχομένως αντιμετωπίζουν κατά τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών ή κατά την υποδοχή αιτούντων άσυλο δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρήση πρακτικών μη συμβατών με την ΕΣΔΑ και τα πρωτόκολλά της. Η απέλαση θεωρείται «ομαδική» για τους σκοπούς του άρθρου 4 του τέταρτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εάν υποχρεώνει αλλοδαπούς, ως ομάδα, να αναχωρήσουν από μια χώρα, «εκτός εάν το εν λόγω μέτρο λαμβάνεται κατόπιν εύλογης και αντικειμενικής εξέτασης της ιδιαίτερης περίπτωσης καθενός αλλοδαπού της ομάδας». Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Φεβρουαρίου 2020, N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (CE:ECHR:2020:0213JUD000867515, § 167, 170 και 193) (στο εξής: απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας). Σε ανακοινωθέν Τύπου της 4ης Ιουλίου 2024, η Γραμματέας του ΕΔΔΑ επισήμανε ότι «επί του παρόντος εκκρεμούν ενώπιον του [ΕΔΔΑ] περισσότερες από 30 υποθέσεις κατά της Λιθουανίας, της Λεττονίας και της Πολωνίας σχετικά με την κατάσταση στα σύνορα με τη Λευκορωσία από την άνοιξη του 2021 έως το θέρος του 2023» [Ανακοινωθέν Τύπου της 4ης Ιουλίου 2024, ECHR 176 (2024)].

( 18 ) Κατά το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 2019/1896, «[έ]να κράτος μέλος δύναται να ζητήσει από τον [Frontex] να διεξαγάγουν κοινές επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση επερχόμενων προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της παράνομης μετανάστευσης, υφιστάμενων ή μελλοντικών απειλών στα εξωτερικά του σύνορα ή του διασυνοριακού εγκλήματος, ή να του παράσχει αυξημένη τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του όσον αφορά τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων […]».

( 19 ) Με την αγωγή που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι η απόφαση του ΚΥΣΕΑ όχι μόνον ανέστειλε την ισχύ του συστήματος ασύλου, αλλά επιπλέον θέσπισε νέα κρατική πολιτική, η οποία περιελάμβανε ομαδικές απελάσεις. Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η απόφαση του ΚΥΣΕΑ περιελάμβανε τέσσερις αλληλένδετες συνιστώσες: την αποτροπή παράνομης εισόδου στην επικράτεια της Ελληνικής Δημοκρατίας, την προσωρινή αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου από όσους εισέρχονται παρανόμως στο εν λόγω κράτος μέλος, την άμεση επιστροφή, «χωρίς καταγραφή» όσων εισέρχονται παρανόμως στο εν λόγω κράτος μέλος και την υποβολή αιτήματος στον Frontex για «ανάπτυξη ομάδων ταχείας επέμβασης στα σύνορα».

( 20 ) Βλ., επίσης, σκέψεις 2 έως 5 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε τα εξής: «[Ο αναιρεσείων] ισχυρίζεται ότι, έχοντας ταξιδέψει με σκάφος από την Τουρκία, εισήλθε, στις 28 Απριλίου 2020, σε ελληνικό έδαφος, και συγκεκριμένα στη νήσο Σάμο, μαζί με άλλα άτομα, με σκοπό να ζητήσουν άσυλο. [Ο αναιρεσείων] ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι, μετά την αποβίβαση στο ανωτέρω νησί, η τοπική αστυνομία συνέλαβε τον ίδιο και τα άλλα άτομα και, την ίδια ημέρα, οι ελληνικές αρχές τον προώθησαν εκ νέου στη θάλασσα όπου, την επομένη, σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής τον περισυνέλεξε και τον μετέφερε στο έδαφος της Τουρκίας […]. [Ο αναιρεσείων] ισχυρίζεται ότι, στις 29 Απριλίου 2020, ενώ βρισκόταν στη θάλασσα, ιδιωτικό αεροσκάφος επιτήρησης, το οποίο ήταν, κατ’ αυτόν, εξοπλισμένο με κάμερα και στην υπηρεσία του Frontex, πραγματοποίησε δύο πτήσεις πάνω από την περιοχή. Ο [αναιρεσείων] ισχυρίζεται ότι, μετά τα προβαλλόμενα συμβάντα της 28ης και 29ης Απριλίου 2020, μεταφέρθηκε σε χώρο κράτησης στην Τουρκία, όπου παρέμεινε επί 10 ημέρες. Εν συνεχεία, [ο αναιρεσείων] έλαβε διαταγή απέλασης και το συριακό διαβατήριό του κατασχέθηκε. Επομένως, [ο αναιρεσείων] εγκλωβίστηκε στην Τουρκία, χωρίς να έχει πρόσβαση στο σύστημα ασύλου, και έζησε ως παράνομος μετανάστης υπό την επικείμενη απειλή επαναπροώθησης στη Συρία […]. [Εν τω μεταξύ, ο αναιρεσείων] κατάφερε να εισέλθει στο έδαφος κρατών μελών της Ένωσης και να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στη Γερμανία».

( 21 ) Κατά το άρθρο 46, παράγραφος 5, του κανονισμού 2019/1896, «[ο] εκτελεστικός διευθυντής, μετά από διαβούλευση με τον [υπεύθυνο] θεμελιωδών δικαιωμάτων και την ενημέρωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, αποφασίζει να μη δρομολογήσει καμία δραστηριότητα από τον [Frontex] για την οποία θεωρεί πως θα υπάρχουν ήδη κατά την έναρξη της δραστηριότητας σοβαροί λόγοι για να αναστείλει ή να τερματίσει τη δραστηριότητα αυτή, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων διεθνούς προστασίας. Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος για την απόφαση αυτή». Κατά τον αναιρεσείοντα, η παράβαση της ανωτέρω διάταξης συνιστά κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 42). Ο αναιρεσείων υπογράμμισε ότι η υποχρέωση διαβούλευσης με τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων, κατά το άρθρο 46, παράγραφος 5, του κανονισμού 2019/1896, δεν καταλείπει καμία διακριτική ευχέρεια.

( 22 ) Το άρθρο 46, παράγραφος 4, του κανονισμού 2019/1896 προβλέπει ότι «[ο] εκτελεστικός διευθυντής, ύστερα από διαβούλευση με τον υπεύθυνο θεμελιωδών δικαιωμάτων και αφού ενημερώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αποσύρει τη χρηματοδότησή της για κάθε δραστηριότητα του [Frontex] ή αναστέλλει ή τερματίζει οποιαδήποτε δραστηριότητα του [Frontex], εν όλω ή εν μέρει, εάν θεωρεί ότι υφίστανται παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων διεθνούς προστασίας που σχετίζονται με την εν λόγω δραστηριότητα που είναι σοβαρής φύσεως ή είναι πιθανό να συνεχιστούν».

( 23 ) Η διάταξη απαιτεί από τον Frontex να διασφαλίζει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα δε την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

( 24 ) Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (σκέψη 38).

( 25 ) Όπ.π. (σκέψεις 19 έως 21).

( 26 ) Όπ.π. (σκέψεις 23 και 24).

( 27 ) Όπ.π. (σκέψη 62).

( 28 ) Όπ.π. (σκέψεις 61 και 62). Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, WS κ.λπ. κατά Frontex (T‑600/21, EU:T:2023:492). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε με τη συγκεκριμένη απόφαση αγωγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ κατόπιν εξέτασης της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλόμενης ζημίας και της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης. Στην υπόθεση εκείνη, οι ενάγοντες αξίωσαν αποζημίωση για τη ζημία που ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν μετά από κοινή επιχείρηση επιστροφής πραγματοποιηθείσα από τον Frontex και την Ελληνική Δημοκρατία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη μεταφορά τους στην Τουρκία. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε αναίρεση στις 14 Νοεμβρίου 2023, βλ. υπόθεση C‑679/23 P.

( 29 ) Κατά την εν λόγω διάταξη, «[σ]τον βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία».

( 30 ) Βλ. απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (§ 85), και απόφαση του ΕΔΔΑ της 18ης Νοεμβρίου 2021, M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας (CE:ECHR:2021:1118JUD001567018, § 268) (στο εξής: απόφαση M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας).

( 31 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Αυγούστου 2016, J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας (CE:ECHR:2016:0823JUD005916612, § 92 έως97) (στο εξής: απόφαση J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας).

( 32 ) Όπ.π. (§ 93).

( 33 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Ιουλίου 2022, Safi κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2022:0707JUD000541815).

( 34 ) Βλ. απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (§ 85), και απόφαση M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας (§ 268).

( 35 ) Απόφαση M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας (§ 271).

( 36 ) Απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (§ 85).

( 37 ) Ενδεχομένως δε ακόμη και η αδυναμία εφαρμογής του βάρους αποδείξεως στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούν συνοπτικές επαναπροωθήσεις.

( 38 ) Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα, εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων ήταν νομότυπη και εφόσον τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν το βάρος αποδείξεως και τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να αποδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης παραμόρφωσης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η εξουσία ελέγχου του Δικαστηρίου επί των διαπιστώσεων περί των πραγματικών περιστατικών του Γενικού Δικαστηρίου καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το ζήτημα της τηρήσεως των κανόνων σε θέματα κατανομής του βάρους απόδειξης και διεξαγωγής των αποδείξεων (βλ. απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2021, The Goldman Sachs Group κατά Επιτροπής, C‑595/18 P, EU:C:2021:73, σκέψεις 48 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 39 ) Πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2000, Met-Trans και Sagpol (C‑310/98 και C‑406/98, EU:C:2000:154, σκέψη 29), και της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Siemens κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑239/11 P, C‑489/11 P και C‑498/11 P, EU:C:2013:866, σκέψη 130)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής (C‑511/06 P, EU:C:2008:604, σημεία 113 και 114), και απόφαση της 10ης Μαΐου 2023, Ryanair και Condor Flugdienst κατά Επιτροπής (Lufthansa· COVID‑19) (T‑34/21 και T‑87/21, EU:T:2023:248, σκέψη 81).

( 40 ) Βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.

( 41 ) Την ίδια έννοια εμπεριέχει επίσης το ρητό «affirmanti incumbit probatio».

( 42 ) Στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, το οποίο μπορεί, ομολογουμένως, να έχει τόσο οιονεί ποινικές όσο και αστικές πτυχές, βλ. άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), το οποίο προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι σε κάθε διαδικασία, εθνική ή ενωσιακή, που αφορά την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ το βάρος αποδείξεως της παράβασης του άρθρου 101, παράγραφος 1, ή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ φέρει το μέρος ή η αρχή που προβάλλει την παράβαση. Βλ., εντούτοις, απόφαση της 20ής Απριλίου 2023, Repsol Comercial de Productos Petrolíferos (C‑25/21, EU:C:2023:298, σκέψη 67), με την οποία το Δικαστήριο εκτίμησε, κατ’ ουσίαν, ότι σε ορισμένες υποθέσεις ανταγωνισμού καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο περί παραβάσεως με αποτέλεσμα τη μετακύλιση του βάρους αποδείξεως στον εναγόμενο. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 101 ΣΛΕΕ, όπως τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 2 του κανονισμού 1/2003, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο τόσο αγωγής για την κήρυξη ακυρότητας δυνάμει του άρθρου 101, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ όσο και αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η παράβαση του δικαίου ανταγωνισμού που διαπιστώθηκε με απόφαση εθνικής αρχής ανταγωνισμού, κατά της οποίας ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων αλλά η οποία κατέστη απρόσβλητη μετά την επικύρωσή της από τα δικαστήρια αυτά, πρέπει να θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, με συνέπεια να μεταφέρεται στον εναγόμενο το βάρος αποδείξεως που ορίζεται στο άρθρο 2. Η μετακύλιση του βάρους αποδείξεως υπόκειται στην απαίτηση η προβαλλόμενη με τις αγωγές παράβαση και η παράβαση που διαπιστώθηκε με την επίμαχη απόφαση να ταυτίζονται ως προς τη φύση τους καθώς και από υλικής, προσωπικής, χρονικής και χωρικής απόψεως. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η άσκηση των αξιώσεων αποζημιώσεως λόγω παράβασης του άρθρου 101 ΣΛΕΕ θα καθίστατο υπέρμετρα δυσχερής εάν γινόταν δεκτό ότι οι απρόσβλητες αποφάσεις μιας αρχής ανταγωνισμού δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα σε αστικές δίκες αποζημίωσης ή στην περίπτωση αγωγών με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας συμφωνιών ή αποφάσεων απαγορευόμενων από το συγκεκριμένο άρθρο. Όπ.π. (σκέψη 61).

( 43 ) Εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση.

( 44 ) Πρβλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Ordre des avocats du barreau de Luxembourg (C‑432/23, EU:C:2024:791, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 45 ) Το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι «[τ]ο [ΕΔΔΑ] μπορεί να επιληφθεί της εξέτασης προσφυγής που υποβάλλεται από κάθε φυσικό πρόσωπο, μη κυβερνητικό οργανισμό ή ομάδα ατόμων, που ισχυρίζεται ότι είναι θύμα παραβίασης, από ένα από τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση ή στα Πρωτόκολλά της».

( 46 ) Βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ (C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 117).

( 47 ) Κατά το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, «[ε]άν το [ΕΔΔΑ] κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της [ΕΣΔΑ] ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης αυτής, το [ΕΔΔΑ] χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη ικανοποίηση». Ενώ η αγωγή αποζημιώσεως, δυνάμει του άρθρου 268 και του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι χωριστή και ανεξάρτητη αγωγή σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως (άρθρο 263 ΣΛΕΕ) και την προσφυγή κατά παραλείψεως (άρθρο 265 ΣΛΕΕ) και δεν εξαρτάται από τη διαπίστωση παράβασης οποιασδήποτε εκ των προμνησθεισών διατάξεων, το ΕΔΔΑ πρέπει να διαπιστώσει παράβαση προτού επιδικάσει δίκαιη ικανοποίηση. Με την απόφαση A.R.E., επιδικάστηκε στην προσφεύγουσα ποσό 20000 ευρώ προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης. Βλ. § 310.

( 48 ) Πρβλ. άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και άρθρο 4 του Χάρτη, άρθρο 13 της ΕΣΔΑ και άρθρο 47 του Χάρτη καθώς και άρθρο 4 του τέταρτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και άρθρο 19, παράγραφος 1, του Χάρτη.

( 49 ) Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund i Danmark (109/88, στο εξής: απόφαση Danfoss, EU:C:1989:383, σκέψεις 14 έως 16).

( 50 ) Βλ. οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

( 51 ) Βλ., επίσης, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, Brunnhofer (C‑381/99, στο εξής: απόφαση Brunnhofer, EU:C:2001:358, σκέψεις 52 έως 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 52 ) Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1993, Enderby (C‑127/92, στο εξής: απόφαση Enderby, EU:C:1993:859, σκέψεις 14 και 18). Επομένως, οι αποφάσεις Danfoss, Enderby και Brunnhofer βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην αρχή της αποτελεσματικότητας για τη δικαιολόγηση της παρέκκλισης από τους συνήθεις κανόνες περί του βάρους αποδείξεως.

( 53 ) Βλ. απόφαση Brunnhofer (σκέψεις 56 έως 58).

( 54 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ 2006, L 204, σ. 23).

( 55 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών (ΕΕ 2004, L 373, σ. 37).

( 56 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16).

( 57 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ 2000, L 180, σ. 22).

( 58 ) Πιθανολογούμενη δυσμενής διάκριση θα μπορούσε να αντικρουσθεί μέσω δέσμης συγκλινουσών ενδείξεων (βλ. απόφαση της 25ης Απριλίου 2013, Asociația Accept, C‑81/12, EU:C:2013:275, σκέψη 58).

( 59 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Belov (C‑394/11, EU:C:2012:585, σημείο 92).

( 60 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2022 (C‑175/21, EU:C:2022:895, σκέψεις 50 και 72).

( 61 ) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006 (C‑293/04, EU:C:2006:162, σκέψεις 37 έως 46).

( 62 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ (ΕΕ 2019, L 136, σ. 28), το οποίο προβλέπει ότι «[κ]άθε έλλειψη συμμόρφωσης η οποία καθίσταται εμφανής εντός ενός έτους από τον χρόνο παράδοσης των αγαθών τεκμαίρεται ότι υφίστατο κατά τον χρόνο παράδοσης των αγαθών, εκτός αποδείξεως του αντιθέτου ή εκτός εάν το τεκμήριο αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη φύση των αγαθών ή με τη φύση της έλλειψης συμμόρφωσης». Βλ., επίσης, απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Faber (C‑497/13, EU:C:2015:357, σκέψεις 52 έως 54), όπου το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η ελάφρυνση του βάρους αποδείξεως υπέρ του καταναλωτή στηρίζεται στη διαπίστωση ότι, στην περίπτωση που η έλλειψη συμμορφώσεως εκδηλώνεται μόνο μετά την ημερομηνία παραδόσεως του αγαθού, η υποχρέωση αποδείξεως του γεγονότος ότι η εν λόγω έλλειψη υφίστατο κατά την ημερομηνία αυτή μπορεί να αποτελέσει “ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον καταναλωτή”, ενώ είναι γενικώς πολύ ευχερέστερο για τον επαγγελματία να αποδείξει ότι η έλλειψη συμμορφώσεως δεν υφίστατο κατά τον χρόνο παραδόσεως και ότι οφείλεται, για παράδειγμα, σε κακή χρήση από τον καταναλωτή».

( 63 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9).

( 64 ) Βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2024, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Γυναίκες οι οποίες ταυτίζονται με την αξία της ισότητας των φύλων) (C‑646/21, EU:C:2024:487, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το ΕΔΔΑ μνημόνευσε επίσης το «κοινό καθήκον του αιτούντος άσυλο και των υπηρεσιών μετανάστευσης να εξακριβώσουν και να αξιολογήσουν όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στη διαδικασία ασύλου». Βλ. απόφαση J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας (§ 96).

( 65 ) Βλ., επίσης, απόφαση J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας (§ 91 έως 96), στην οποία το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι το βάρος αποδείξεως δεν θα πρέπει να καθιστά αναποτελεσματικά τα δικαιώματα του αιτούντος δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ να μην υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή καθώς και ότι είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όλες οι δυσχέρειες τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίζει ο αιτών άσυλο στο εξωτερικό κατά τη συγκέντρωση αποδείξεων. Με τη σύμφωνη γνώμη που διατύπωσε (§ 4), η δικαστής Síofra O’Leary επισήμανε ότι η κρίση του ΕΔΔΑ στη § 97 της εν λόγω απόφασης, κατά την οποία, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφος 5, της οδηγίας 2011/95 αναγνωρίζει «ότι το ευεργέτημα της αμφιβολίας θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε αιτούντα διεθνή προστασία», πρέπει να προσαρμοστεί μέσω της εφαρμογής των πέντε προϋποθέσεων που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη.

( 66 ) Όπ.π. (§ 93).

( 67 ) Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2019, Glencore Agriculture Hungary (C‑189/18, EU:C:2019:861, σκέψεις 61 και 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Οκτωβρίου 1993, Dombo Beheer B.V. κατά Κάτω Χωρών (CE:ECHR:1993:1027JUD001444888, § 31 έως 33), η οποία αφορά το δικαίωμα αμφοτέρων των διαδίκων, σε υπόθεση αστικού δικαίου, να προσκομίσουν παρόμοια αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων) επί ίσοις όροις. Συναφώς, βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2020, Silver Plastics και Johannes Reifenhäuser κατά Επιτροπής (C‑702/19 P, EU:C:2020:857, σκέψη 59).

( 68 ) Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 18ης Ιουνίου 2002, Wierzbicki κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2002:0618JUD002454194, § 39). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση του ΕΔΔΑ της 31ης Μαΐου 2016, Tence κατά Σλοβενίας (CE:ECHR:2016:0531JUD003724214), με την οποία το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Ο δικηγόρος της Marinka Tence άσκησε έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης αποστέλλοντας με τηλεομοιοτυπία ένα έγγραφο έξι σελίδων κατά την τελευταία ημέρα της προθεσμίας άσκησης της εφέσεως. Το δικόγραφο της έφεσης διαβιβάστηκε επιτυχώς στη συσκευή τηλεομοιοτυπίας του εφετείου και παρέμεινε στη μνήμη της συσκευής αλλά δεν εκτυπώθηκε. Επιπλέον, το δικόγραφο της έφεσης εστάλη την επομένη στο αρμόδιο δικαστήριο και ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή. Η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Το Vrhovno sodišče (Ανώτατο Δικαστήριο, Σλοβενία) επιβεβαίωσε μεταγενέστερα ότι τυχόν σφάλματα στη διαβίβαση εγγράφου μέσω τηλεομοιοτυπίας, ακόμη και αν καταλογίζονται στο δικαστήριο, πρέπει να βαρύνουν τον διάδικο που υπέβαλε το εν λόγω έγγραφο. Με την προσφυγή της ενώπιον του ΕΔΔΑ, η M. Tence ισχυρίστηκε ότι η υπέρμετρα στενή ερμηνεία των εθνικών δικονομικών κανόνων προσέβαλε το δικαίωμά της πρόσβασης σε δικαστήριο κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε την άποψη της προσφεύγουσας. Δεν αμφισβητούνταν ότι η M. Tence είχε αποστείλει εμπροθέσμως ένα κρυπτογραφημένο έγγραφο έξι σελίδων στο αρμόδιο εφετείο και ότι δεν είχε καμία δυνατότητα ελέγχου όσον αφορά την εκτύπωση του εγγράφου ή τη λειτουργία της συσκευής τηλεομοιοτυπίας. Ωστόσο, η καθής κυβέρνηση, στηριζόμενη στο σκεπτικό βάσει του οποίου απορρίφθηκε η ασκηθείσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αγωγή της M. Tence, ισχυρίστηκε ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να αποδείξει ότι το έγγραφο που εστάλη μέσω τηλεομοιοτυπίας ήταν το δικόγραφο της έφεσης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και του γεγονότος ότι τα έγγραφα που αποστέλλονται μέσω τηλεομοιοτυπίας κρυπτογραφούνται, το δε περιεχόμενό τους δεν μπορεί να αποδειχθεί, η προσέγγιση των εθνικών δικαστηρίων, κατά την οποία η προσφεύγουσα έφερε εξ ολοκλήρου το βάρος αποδείξεως, ήταν υπέρμετρα αυστηρή. Η προσέγγιση αυτή καθιστούσε στην πράξη αδύνατη την επιτυχή έκβαση της έφεσης της προσφεύγουσας και ανέθετε στην προσφεύγουσα δυσανάλογο βάρος αποδείξεως. Με τη σύμφωνη γνώμη του, ο δικαστής Egidijus Kūris εκτίμησε ότι η ανάθεση του βάρους αποδείξεως στη M. Tence δεν ήταν μόνον «υπέρμετρα αυστηρή» αλλά επίσης μη τεκμηριωμένη και άδικη από νομικής απόψεως.

( 69 ) Βλ. σημεία 18 και 19 των παρουσών προτάσεων.

( 70 ) Απόφαση επί της οποίας οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 2025.

( 71 ) Βλ., επίσης, απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Ιανουαρίου 2025, G.R.J. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2024:1203DEC001506721) (στο εξής: απόφαση G.R.J.).

( 72 ) Υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που προέβαλε και των αποδεικτικών μέσων που πρότεινε ο αναιρεσείων στην υπό κρίση υπόθεση και εκείνων που επικαλέστηκε η A.R.E. με την προσφυγή της ενώπιον του ΕΔΔΑ. Βλ. έκθεση των πραγματικών περιστατικών από την A.R.E. στην απόφαση (§ 11 έως 48).

( 73 ) Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση A.R.E. διέφερε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, από άλλες υποθέσεις που υποβλήθηκαν στην κρίση του ΕΔΔΑ σχετικά με επαναπροώθηση ή ομαδική απέλαση στις οποίες έγινε δεκτή η προσκομισθείσα από τον προσφεύγοντα αρχή αποδείξεως. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ παρέπεμψε, πρώτον, στις υποθέσεις εκείνες στις οποίες η καθής κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την παρουσία των προσφευγόντων στο έδαφος ή στα σύνορά της, αλλά μόνον τον ισχυρισμό τους ότι επιθυμούσαν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας. Βλ. απόφαση A.R.E. (§ 204 και 205). Βλ., επίσης, απόφαση G.R.J. (§ 169 και 170). Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση του ΕΔΔΑ της 8ης Οκτωβρίου 2024, M.A. και Z.R. κατά Κύπρου (CE:ECHR:2024:1008JUD003909020, § 81 και 82). Στην υπόθεση εκείνη, το ΕΔΔΑ επισήμανε εκ νέου ότι, σύμφωνα με γενική αρχή του δικαίου, το αρχικό βάρος αποδείξεως ενός ισχυρισμού το φέρει ο διάδικος που τον προβάλλει. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις μόνον η καθής κυβέρνηση έχει πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος: κατά συνέπεια, η αυστηρή εφαρμογή της εν λόγω αρχής δεν είναι δυνατή. Εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο και η καθής κυβέρνηση δεν παράσχει ικανοποιητική και πειστική επεξήγηση για γεγονότα τα οποία γνωρίζουν, πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό, αποκλειστικώς και μόνον οι κρατικές αρχές, το ΕΔΔΑ μπορεί να συναγάγει συμπεράσματα τα οποία ενδέχεται να μην είναι ευνοϊκά για την καθής κυβέρνηση, εφόσον υπάρχουν στοιχεία που τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος. Δεύτερον, με την απόφαση A.R.E., το ΕΔΔΑ παρέπεμψε στις υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων οι προσφεύγοντες προέβαλαν παράβαση του άρθρου 4 του τέταρτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι δε καθών κυβερνήσεις αμφισβήτησαν, χωρίς επιτυχία, μόνον την παρουσία των προσφευγόντων μεταξύ των προσώπων που αποτέλεσαν αντικείμενο ομαδικής απέλασης και όχι την ομαδική απέλαση αυτή καθεαυτήν (§ 206 και 207). Βλ., επίσης, απόφαση G.R.J. (§ 171 και 172). Στην υπόθεση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (§ 81-88), η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνώρισε την ύπαρξη συστηματικής πρακτικής ομαδικών συνοπτικών απελάσεων στα σύνορά της στη Μελίγια (Ισπανία). Εντούτοις, η εν λόγω κυβέρνηση αμφισβήτησε την παρουσία των προσφευγόντων στα επίμαχα γεγονότα. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι προσφεύγοντες είχαν προσκομίσει αρχή αποδείξεως για την εν λόγω συμμετοχή και δέχθηκε ως αληθή την εκ μέρους των προσφευγόντων παράθεση των πραγματικών περιστατικών. Το ΕΔΔΑ στηρίχθηκε όχι μόνον στη συνεκτικότητα των αποδείξεων που προσκόμισαν οι προσφεύγοντες, αλλά και στο γεγονός ότι η καθής κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε το υποστατό των επίμαχων απελάσεων. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε επίσης ότι «η έλλειψη ταυτοποίησης και εξατομικευμένης μεταχείρισης από τις αρχές του καθού κράτους στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία ενέτεινε τις δυσχέρειες που αντιμετώπισαν οι προσφεύγοντες όσον αφορά την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων για την παρουσία τους στα επίμαχα γεγονότα, βρίσκεται στο επίκεντρο της προσφυγής των προσφευγόντων. Ως εκ τούτου, το ΕΔΔΑ θα εξετάσει αν οι προσφεύγοντες προσκόμισαν αρχή αποδείξεως προς στήριξη της δικής τους εκδοχής περί των πραγματικών περιστατικών. Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, το βάρος αποδείξεως θα πρέπει να μετακυλισθεί στην Κυβέρνηση».

( 74 ) Βλ. απόφαση A.R.E. (§ 204) και απόφαση G.R.J. (§ 169). Το κείμενο της απόφασης A.R.E. (§ 204 έως 221 και 226 έως 229) αντιστοιχεί στο κείμενο της απόφασης G.R.J. (§ 169 έως 186 και 187 έως190).

( 75 ) Το επίπεδο δικανικής πεποίθησης που απαιτείται για να συναχθεί συγκεκριμένο συμπέρασμα και η κατανομή του βάρους αποδείξεως συνδέονται αναπόσπαστα με την ιδιαιτερότητα των πραγματικών περιστατικών, τη φύση των προβαλλόμενων ισχυρισμών και το επίμαχο κατοχυρούμενο από την ΕΣΔΑ δικαίωμα. Το ΕΔΔΑ είναι ελεύθερο να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία κάθε στοιχείου που περιέχεται στη δικογραφία (βλ. απόφαση A.R.E. § 212).

( 76 ) Όπ.π. (§ 214). Βλ., επίσης, απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας (§ 85 και 86) και απόφαση M.H. κ.λπ. κατά Κροατίας (§ 268).

( 77 ) Το ΕΔΔΑ είχε κρίνει προηγουμένως ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι οι ελληνικές αρχές κατάσχεσαν και κατέστρεψαν το κινητό τηλέφωνό της ήταν πειστικός, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που περιέχονταν σε πλείονες εκθέσεις εθνικών και διεθνών οργανισμών (απόφαση A.R.E. § 253).

( 78 ) Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 3 και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, λόγω της επαναπροώθησης της προσφεύγουσας στην Τουρκία, παράβαση του άρθρου 5, παράγραφοι 1, 2 και 4, της ΕΣΔΑ, λόγω κράτησης της προσφεύγουσας πριν από την επαναπροώθησή της στην Τουρκία, και παράβαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 της ΕΣΔΑ, λόγω του κινδύνου για τη ζωή της και λόγω της κακομεταχείρισης που υπέστη η προσφεύγουσα κατά την επαναπροώθησή της.

( 79 ) Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους επί του συγκεκριμένου ζητήματος κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Φεβρουαρίου 2025.

( 80 ) Στην απόφαση A.R.E., το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι, κατά τον χρόνο των προβαλλόμενων πραγματικών περιστατικών, οι ελληνικές αρχές εφάρμοζαν συστηματική πρακτική επιστροφής υπηκόων τρίτων χωρών από την περιοχή του Έβρου στην Τουρκία. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αντικρούσει τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων πιθανολογούνταν τέτοια πρακτική παρέχοντας ικανοποιητική και πειστική εναλλακτική εξήγηση. Όπ.π. (§ 228).

( 81 ) Το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι η λεπτομερής, συγκεκριμένη και συνεπής περιγραφή των γεγονότων από την A.R.E. αντιστοιχούσε σε μεγάλο βαθμό στον modus operandi που περιγράφεται στις εκθέσεις αρμόδιων εθνικών και διεθνών οργανισμών όσον αφορά τις επαναπροωθήσεις από την περιοχή του Έβρου στην Τουρκία. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν αρκούσε προς απόδειξη της επαναπροώθησης της A.R.E. Η προσφεύγουσα έπρεπε να αποδείξει, επιπλέον, ότι εισήλθε στην Ελλάδα και βρισκόταν στην Τουρκία στις ημερομηνίες που προσδιόρισε και να αποδείξει τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών πραγματικών περιστατικών προκειμένου να αποδειχθεί το υποστατό της προβαλλόμενης επαναπροώθησης. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι δεν παραβλέπει το γεγονός ότι είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσκομιστούν τέτοιες αποδείξεις, λόγω της εξ ορισμού μυστικής και ανεπίσημης φύσης των επίμαχων ενεργειών (απόφαση A.R.E. § 230). Βλ., πάντως, απόφαση G.R.J. (§ 187 έως 225), όπου, παρά την ύπαρξη, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, σχετικά ομοιόμορφου modus operandi των ελληνικών αρχών για την επαναπροώθηση αλλοδαπών αιτούντων άσυλο από την περιοχή του Έβρου και τα ελληνικά νησιά και παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος αντιστοιχούσαν σε μεγάλο βαθμό στον συγκεκριμένο modus operandi, το ΕΔΔΑ διατύπωσε σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την αξιοπιστία των ισχυρισμών του προσφεύγοντος λαμβανομένων υπόψη ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε προς τεκμηρίωσή τους. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος ήταν ενίοτε αντιφατικοί και ασυνεπείς. Επομένως, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι ο προσφεύγων δεν είχε προσκομίσει αρχή αποδείξεως της παρουσίας του στην Ελλάδα και της επαναπροώθησής του στην Τουρκία από τη Σάμο κατά τις ημερομηνίες που προσδιόρισε και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι υπήρξε θύμα κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ (απόφαση G.R.J. § 199 έως 225).

( 82 ) Το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι έγγραφα καταρτισθέντα από άλλο κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης –στη συγκεκριμένη υπόθεση, την Τουρκία– στα οποία περιγράφονταν λεπτομερώς η διαφυγή της A.R.E. στην Ελλάδα στις 4 Μαΐου 2019 και η επαναπροώθησή της στην Τουρκία στις 5 Μαΐου 2019 συνιστούσαν αρχή αποδείξεως που τεκμηρίωνε την εκδοχή της A.R.E. όσον αφορά τα περιστατικά τα οποία η Ελληνική Κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να αντικρούσει (απόφαση A.R.E. § 219 και 241). Το ΕΔΔΑ απέδωσε μεγάλη σημασία στην απόφαση του ποινικού δικαστηρίου της Σμύρνης (Τουρκία) της 6ης Μαΐου 2019, στην οποία εκτίθεται λεπτομερώς η επαναπροώθηση της A.R.E. στο πλαίσιο της εξακρίβωσης των πραγματικών περιστατικών της οικείας υπόθεσης (όπ.π. § 235).

( 83 ) Μολονότι οι ελληνικές αρχές αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε ότι αντιστοιχεί συνολικά στους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας (όπ.π. § 250). Το ΕΔΔΑ έλαβε επίσης υπόψη τις μαρτυρίες που συνέκλιναν, ως προς κρίσιμα ζητήματα, με το προσκομισθέν οπτικοακουστικό υλικό και επιβεβαιώνονταν από το εν λόγω υλικό και, ως εκ τούτου, τεκμηρίωναν τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας (όπ.π. § 264).

( 84 ) Βλ. κατ’ αναλογίαν, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Meister (C‑415/10, EU:C:2012:8, σημείο 34).

( 85 ) Αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1988, Επιτροπή κατά Ιταλίας (104/86, EU:C:1988:171, σκέψη 11), και της 4ης Ιουλίου 2024, EUIPO κατά KD (C‑5/23 P, EU:C:2024:575, σκέψη 47).

( 86 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψεις 80, 81, 92 και 98).

( 87 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Pitruzzella στην υπόθεση Harman International Industries (C‑175/21, EU:C:2022:481, σημείο 91). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑482/14, EU:C:2016:368, σημείο 96).

( 88 ) Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επέμβει σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά πρέπει να εφαρμοστούν οι συνήθεις κανόνες περί του βάρους αποδείξεως.

( 89 ) Συγκεκριμένα, η παρέμβαση μπορεί να εκτείνεται πέραν του ζητήματος της κατανομής του βάρους αποδείξεως. Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1979, Airey κατά Ιρλανδίας (CE:ECHR:1979:1009JUD000628973), σχετικά με το δικαίωμα δικαστικής αρωγής σε αστικές υποθέσεις. Βλ., επίσης, άρθρο 9, παράγραφος 4, της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, που υπογράφτηκε στο Aarhus στις 25 Ιουνίου 1998 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ 2005, L 124, σ. 1), άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1), και απόφαση της 15ης Μαρτίου 2018, North East Pylon Pressure Campaign και Sheehy (C‑470/16, EU:C:2018:185), σχετικά με την απαίτηση να μην έχουν απαγορευτικό κόστος ορισμένες ένδικες διαδικασίες στον τομέα του περιβάλλοντος. Οι δικονομικοί κανόνες μπορούν επίσης να προσαρμοστούν με σκοπό την προστασία ευάλωτων διαδίκων, π.χ. ανηλίκων, και την εξασφάλιση λήψης της μαρτυρικής κατάθεσής τους.

( 90 ) Βλ. σημεία 30 έως 34 των παρουσών προτάσεων σχετικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου και τη νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση των διακρίσεων και το βάρος αποδείξεως. Βλ., επίσης, σημεία 40 έως 50 των παρουσών προτάσεων για τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τη μυστική κράτηση και τις ομαδικές απελάσεις.

( 91 ) Προς απόδειξη του ότι είναι θύμα της επίμαχης ομαδικής απέλασης. Ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία περί συστηματικής πρακτικής επαναπροώθησης κατά τον κρίσιμο χρόνο και στον συγκεκριμένο τόπο δεν επαρκούν αφ’ εαυτών. Βλ. απόφαση G.R.J. (§ 225 και 226).

( 92 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση G.R.J.

( 93 ) Πρόκειται για δύο αυτοτελείς αλλά λογικά αλληλένδετες επιμέρους προϋποθέσεις.

( 94 ) Υπάρχει ομολογουμένως κάποιος βαθμός αλληλεπικάλυψης μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης προϋπόθεσης. Εντούτοις, αμφότερες πρέπει να πληρούνται καθ’ όλα προκειμένου να αντιστραφεί το βάρος αποδείξεως που «κανονικά» φέρει ο προσφεύγων ή ενάγων.

( 95 ) Όπως και στη σχετική νομολογία.

( 96 ) Εάν η παρούσα διαδικασία αφορούσε τις πράξεις κράτους μέλους, φρονώ ότι η συλλογιστική που έχει εκθέσει το ΕΔΔΑ, μεταξύ άλλων, με την απόφαση A.R.E., θα είχε κατ’ αρχήν, εφαρμογή. Όταν ο ενάγων προσκομίζει αρχή αποδείξεως για το ότι είναι θύμα ομαδικής απέλασης από κράτος μέλος, το βάρος αποδείξεως αντιστρέφεται και μετακυλίεται στο κράτος μέλος. Θα τεκμαίρεται ότι το κράτος μέλος είναι σε θέση να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και θα απόκειται στο κράτος μέλος να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση για γεγονότα τα οποία γνωρίζει, καθ’ όλα ή εν μέρει, αποκλειστικώς και μόνον το κράτος μέλος.

( 97 ) Βλ., a contrario, απόφαση J.K. κ.λπ. κατά Σουηδίας (§ 98), στην οποία το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε, στο πλαίσιο της απέλασης αιτούντος άσυλο, ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εθνικές αρχές έχουν «πλήρη πρόσβαση σε πληροφορίες» σχετικά με την αντικειμενική κατάσταση στην οικεία χώρα καταγωγής.

( 98 ) Ειδικότερα, σε σύγκριση με τον ρόλο που φέρεται να διαδραμάτισαν οι ελληνικές αρχές στα γεγονότα.

( 99 ) Βλ. αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (σκέψεις 39 και 62).