ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 29ης Ιουλίου 2024 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ – Άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Διορισμός δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εγγυήσεις ανεξαρτησίας – Απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση υψηλών δικαστικών καθηκόντων – Εθνική διαδικασία πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων επιφορτισμένη με την αξιολόγηση των υποψηφίων – Πίνακας κατάταξης των υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Πρόταση, μεταξύ των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα, υποψηφίου άλλου από εκείνον που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση – Γνωμοδότηση της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων»
Στην υπόθεση C‑119/23,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Βίλνιους, Λιθουανία) με απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Φεβρουαρίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης
Virgilijus Valančius
κατά
Lietuvos Republikos Vyriausybė,
παρισταμένων των:
Lietuvos Respublikos Seimo kanceliarija,
Lietuvos Respublikos Prezidento kanceliarija,
Saulius Lukas Kalėda,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο, A. Arabadjiev, Κ. Λυκούργο, E. Regan, F. Biltgen και N. Piçarra, προέδρους τμήματος, P. G. Xuereb, L. S. Rossi (εισηγήτρια), A. Kumin, N. Wahl, I. Ziemele και J. Passer, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Ν. Αιμιλίου
γραμματέας: M. Aleksejev, προϊστάμενος μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Ιανουαρίου 2024,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
ο V. Valančius, εκπροσωπούμενος από τον D. Poška, advokatas, |
|
– |
η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους K. Dieninis και R. Dzikovič και τις V. Kazlauskaitė-Švenčionienė και E. Kurelaitytė, |
|
– |
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Dvořáková και τους M. Smolek και J. Vláčil, |
|
– |
η Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από την M. Browne, Chief State Solicitor, και την M. Lane, επικουρούμενες από τον D. Fennelly, BL, |
|
– |
η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Z. Fehér και G. Koós, |
|
– |
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και C. S. Schillemans, |
|
– |
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna και την S. Żyrek, |
|
– |
η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. Meyer-Seitz και A. M. Runeskjöld, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον F. Erlbacher, την A. Steiblytė και τον P. J. O. Van Nuffel, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ, και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Virgilijus Valančius και της Lietuvos Republikos Vyriausybė (Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) με αντικείμενο τη νομιμότητα αποφάσεων με τις οποίες προτάθηκε ο υποψήφιος της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3 |
Το σημείο 6 των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2010/124/ΕΕ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 2010, σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2010, L 50, σ. 18), ορίζει, υπό τον τίτλο «Περιπτώσεις στις οποίες καλείται η επιτροπή να ασκήσει τα καθήκοντά της και στις οποίες αυτή μπορεί να ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες», τα εξής: «Μόλις η κυβέρνηση ενός κράτους μέλους προτείνει υποψήφιο, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διαβιβάζει την εν λόγω πρόταση στον πρόεδρο της επιτροπής. Η επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την κυβέρνηση από την οποία προέρχεται η πρόταση να της διαβιβάσει συμπληρωματικές πληροφορίες ή άλλα στοιχεία τα οποία κρίνει απαραίτητα για το έργο της.» |
Το λιθουανικό δίκαιο
Ο νόμος περί της Κυβερνήσεως
|
4 |
Το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Lietuvos Respublikos Vyriausybės įstatymas (νόμου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας περί της Κυβερνήσεως), της 19ης Μαΐου 1994 (Žin., 1994, αριθ. 43-772), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: νόμος περί της Κυβερνήσεως), προβλέπει ότι η Λιθουανική Κυβέρνηση προτείνει τους υποψηφίους για τις θέσεις δικαστών του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, με τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Lietuvos Respublikos Seimas (Κοινοβούλιο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, στο εξής: Λιθουανικό Κοινοβούλιο) υπό τους όρους που προβλέπει o Lietuvos Respublikos Seimo statutas (κανονισμός του Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας). |
Η περιγραφή της διαδικασίας επιλογής
|
5 |
Τα σημεία 1 έως 3, 13, 15, 19, 21 έως 23 της Pretendento į Europos Sąjungos Bendrojo Teismo teisėjus atrankos tvarkos aprašas (περιγραφής της διαδικασίας επιλογής των υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία θεσπίστηκε με την απόφαση 1R‑65 του Υπουργού Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της 9ης Μαρτίου 2021 (στο εξής: περιγραφή της διαδικασίας επιλογής), ορίζουν τα ακόλουθα: «1. Η [περιγραφή της διαδικασίας επιλογής] εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία επιλογής του υποψηφίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: επιλογή). Σκοπός της διαδικασίας επιλογής είναι να συνδράμει την Κυβέρνηση, η οποία, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, [του νόμου περί της Κυβερνήσεως], προτείνει τους υποψηφίους για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, στη διατύπωση πρότασης για συγκεκριμένο υποψήφιο. 2. Η ομάδα εργασίας για την επιλογή υποψηφίων […] συγκροτείται με απόφαση του Πρωθυπουργού της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Η ομάδα εργασίας αποτελείται από επτά πρόσωπα. Μέλη της είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας (επικεφαλής της ομάδας εργασίας) και ένας εκπρόσωπος του Κοινοβουλίου, ένας εκπρόσωπος του Προέδρου της Δημοκρατίας, ένας εκπρόσωπος του Teisėjų taryba [(Δικαστικού Συμβουλίου)], ένας εκπρόσωπος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Mykolas Romeris, ένας εκπρόσωπος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βίλνιους και ένας εκπρόσωπος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Vytautas Magnus. Χρέη γραμματέα της ομάδας εργασίας εκτελεί υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 3. Η ομάδα εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τα έξι κριτήρια επιλογής υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία ορίζονται στις Συνθήκες επί των οποίων βασίζεται η Ένωση και περιγράφονται λεπτομερώς στην έκτη έκθεση πεπραγμένων της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 [ΣΛΕΕ], η οποία δημοσιεύεται στον ιστότοπο της επιτροπής αυτής […], ενημερώνει το κοινό για την έναρξη της διαδικασίας επιλογής μέσω ανακοίνωσης που δημοσιεύεται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με την οποία καλούνται όσοι πληρούν τα εν λόγω κριτήρια επιλογής να υποβάλουν φάκελο υποψηφιότητας για συμμετοχή στη διαδικασία επιλογής (ο οποίος περιλαμβάνει γραπτή αίτηση συμμετοχής, βιογραφικό σημείωμα και επιστολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος). […] 13. Η διαδικασία επιλογής περιλαμβάνει αξιολόγηση του κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 3 της περιγραφής της διαδικασίας επιλογής, με βάση τα έγγραφα που έχουν υποβληθεί από τους υποψηφίους καθώς και συνέντευξη επιλογής. Η συνέντευξη επιλογής συμπληρώνει την αξιολόγηση των υποψηφίων βάσει των εγγράφων που έχουν υποβάλει. […] 15. Στο στάδιο της επιλογής, οι υποψήφιοι αξιολογούνται με βάση τα έξι κριτήρια που αναφέρονται στο σημείο 3: νομική κατάρτιση· επαγγελματική πείρα· επάρκεια για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων· γλωσσικές δεξιότητες· ικανότητα εργασίας ως μέλος ομάδας σε διεθνές περιβάλλον στο οποίο εκπροσωπούνται πλείονες νομικές παραδόσεις· και εχέγγυα ανεξαρτησίας, αμεροληψίας, ήθους και ακεραιότητας των υποψηφίων. […] 19. Κατά το πέρας της διαδικασίας επιλογής, κάθε μέλος της ομάδας εργασίας βαθμολογεί τον υποψήφιο με βαθμολογία από το 1 έως το 10. Η χαμηλότερη βαθμολογία είναι 1 βαθμός και η υψηλότερη είναι 10 βαθμοί. Οι επιμέρους βαθμοί που δίδονται από τα μέλη της ομάδας εργασίας αθροίζονται. Καταρτίζεται πίνακας κατάταξης βάσει των αποτελεσμάτων που προέκυψαν. Στον πίνακα περιλαμβάνονται όλοι οι υποψήφιοι οι οποίοι, κατά την ομάδα εργασίας, πληρούν τα κριτήρια επιλογής για τη θέση του δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από τη συνολική βαθμολογία που έλαβε έκαστος εξ αυτών. […] 21. Κατά το πέρας της διαδικασίας επιλογής, ο επικεφαλής της ομάδας εργασίας υποβάλλει στην Κυβέρνηση σχέδια πράξεων με τις οποίες προτείνεται ως υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πρόσωπο που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση του πίνακα κατάταξης, επισυνάπτοντας τα πρακτικά της συνεδρίασης της ομάδας εργασίας με το παράρτημά τους (τον καταρτισθέντα από την ομάδα εργασίας πίνακα κατάταξης με αναγραφή της συνολικής βαθμολογίας που έλαβε έκαστος υποψήφιος) και το βιογραφικό σημείωμα του πρώτου στην κατάταξη υποψηφίου. 22. Η εισήγηση από την ομάδα εργασίας της υποψηφιότητας του πρώτου στην κατάταξη προσώπου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί απλή σύσταση προς την Κυβέρνηση η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του νόμου περί της Κυβερνήσεως, προτείνει υποψήφιο για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 23. Το αργότερο πέντε εργάσιμες ημέρες από το πέρας της διαδικασίας επιλογής, ο καταρτισθείς από την ομάδα εργασίας πίνακας κατάταξης υποψηφίων δημοσιεύεται στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, χωρίς να αναγράφεται η βαθμολογία που έλαβαν οι υποψήφιοι.» |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
6 |
Με απόφαση που έλαβαν με κοινή συμφωνία οι κυβερνήσεις των κρατών μελών κατόπιν προτάσεως της Λιθουανικής Κυβέρνησης, ο V. Valančius διορίστηκε δικαστής του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Γενικό Δικαστήριο) με ισχύ από τις 13 Απριλίου 2016. Μολονότι η θητεία του έληξε στις 31 Αυγούστου 2019, συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του και μετά την ημερομηνία αυτή, βάσει του άρθρου 5, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
7 |
Τον Μάρτιο του 2021 δημοσιεύθηκε πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων με σκοπό την επιλογή υποψηφίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. Η περιγραφή της διαδικασίας επιλογής θεσπίστηκε με την απόφαση 1R‑65, συγκροτήθηκε δε ομάδα εργασίας αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες (στο εξής: ομάδα εργασίας) και επιφορτισμένη με τη διενέργεια της επιλογής. Στη συνέχεια, η ομάδα εργασίας προέβη στην εν λόγω επιλογή, κατά το πέρας της οποίας κατάρτισε πίνακα κατάταξης υποψηφίων κατά φθίνουσα σειρά βαθμολογίας (στο εξής: πίνακας κατάταξης). |
|
8 |
Στις 11 Μαΐου 2021 ο Υπουργός Δικαιοσύνης υπέβαλε στη Λιθουανική Κυβέρνηση σχέδιο απόφασης με την οποία προτεινόταν ως υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου το πρόσωπο που είχε καταταγεί στην πρώτη θέση του πίνακα κατάταξης, ήτοι ο V. Valančius. |
|
9 |
Με απόφαση της 6ης Απριλίου 2022, η Λιθουανική Κυβέρνηση ζήτησε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και το Λιθουανικό Κοινοβούλιο τη σύμφωνη γνώμη τους ως προς την υποψηφιότητα του προσώπου που είχε καταταγεί στη δεύτερη θέση του πίνακα κατάταξης. |
|
10 |
Με απόφαση της 4ης Μαΐου 2022, η Λιθουανική Κυβέρνηση, αφού έλαβε τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και του Λιθουανικού Κοινοβουλίου, πρότεινε το ανωτέρω πρόσωπο ως υποψήφιο για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
11 |
Στις 18 Μαΐου 2022 ο V. Valančius άσκησε προσφυγή ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Βίλνιους, Λιθουανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας, πρώτον, να ακυρωθεί η απόφαση αυτή, δεύτερον, να υποχρεωθεί η Λιθουανική Κυβέρνηση να κινήσει εκ νέου τις διαδικασίες διαβουλεύσεως και πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στον νόμο διαδικασίες, υποβάλλοντας προς διαβούλευση και πρόταση το όνομα του υποψηφίου τον οποίο η ομάδα εργασίας είχε κατατάξει πρώτο, και, τρίτον, να καταδικαστεί η Λιθουανική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα. |
|
12 |
Στις 5 Ιουλίου 2022 η επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ εξέδωσε αρνητική γνωμοδότηση σχετικά με τον υποψήφιο που είχε προτείνει η Λιθουανική Κυβέρνηση. |
|
13 |
Με απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2022, η Λιθουανική Κυβέρνηση ζήτησε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και το Λιθουανικό Κοινοβούλιο τη σύμφωνη γνώμη τους ως προς την υποψηφιότητα του προσώπου που είχε καταταγεί στην τρίτη θέση του πίνακα κατάταξης, ήτοι του Saulius Lukas Kalėda, για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
14 |
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ιδίως σε σχέση με την επιρροή που ασκούν οι διατάξεις αυτές στις εθνικές διαδικασίες πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
15 |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117), υφίσταται σύνδεση μεταξύ των απαιτήσεων περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των εθνικών δικαστών και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
16 |
Καθήκον των δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου είναι ακριβώς να διασφαλίζουν την αποτελεσματική αυτή δικαστική προστασία. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να πληρούν και την απαίτηση περί ανεξαρτησίας, η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως έχουσα στενότερο περιεχόμενο από εκείνη που απορρέει, για τους εθνικούς δικαστές, από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. |
|
17 |
Όσον αφορά, ειδικότερα, τις αποφάσεις διορισμού δικαστών, το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι τόσο από νομολογία του Δικαστηρίου, όπως διαμορφώθηκε ιδίως με τις αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232), και της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑487/19, EU:C:2021:798), όσο και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως διαμορφώθηκε ιδίως με την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Ástráðsson κατά Ισλανδίας (CE:ECHR:2020:1201JUD002637418), προκύπτει άμεση σύνδεση μεταξύ της νομιμότητας των διαδικασιών επιλογής και διορισμού των εθνικών δικαστών, ως στοιχείου συμφυούς με το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, και των απαιτήσεων περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας των εν λόγω δικαστών. |
|
18 |
Κατά το αιτούν δικαστήριο, η άμεση αυτή σύνδεση επιβάλλει να εξετάζεται εάν ορισμένη πλημμέλεια κατά τον διορισμό δικαστών δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο άσκησης αθέμιτης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους άλλων εξουσιών, ιδίως της εκτελεστικής, με συνέπεια να διακυβεύεται το αδιάβλητο του αποτελέσματος στο οποίο καταλήγει η διαδικασία διορισμού και να δημιουργείται με τον τρόπο αυτό εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των οικείων δικαστών, όπερ θα συνεπαγόταν προσβολή του εν λόγω δικαιώματος. |
|
19 |
Επομένως, όσον αφορά τον διορισμό δικαστή δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης ή την πρόταση υποψηφίου για τη θέση δικαστή τέτοιου δικαιοδοτικού οργάνου, το ζήτημα εάν το όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί η εξουσία διορισμού ή πρότασης τηρεί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και τους ουσιώδεις κανόνες της διαδικασίας διορισμού ή πρότασης είναι πρωταρχικής σημασίας, καθόσον επιτρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον διασφαλίζονται η αμεροληψία και η ανεξαρτησία του οικείου δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης. |
|
20 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο Βίλνιους) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Τα μεταγενέστερα της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
21 |
Με απόφαση της 19ης Απριλίου 2023, η Λιθουανική Κυβέρνηση, αφού έλαβε τη σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας και του Λιθουανικού Κοινοβουλίου, πρότεινε τον S. L. Kalėda ως υποψήφιο για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
22 |
Στις 12 Μαΐου 2023 ο V. Valančius ζήτησε την ακύρωση της απόφασης αυτής στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας επί διοικητικής διαφοράς η οποία κινήθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατόπιν της προσφυγής του κατά της απόφασης της 4ης Μαΐου 2022, εμμένοντας παράλληλα στα λοιπά αιτήματα που μνημονεύονται στη σκέψη 11 της παρούσας απόφασης. |
|
23 |
Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2023, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών διόρισαν τον S. L. Kalėda δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου για θητεία που λήγει στις 31 Αυγούστου 2025. |
|
24 |
Με αίτηση παροχής πληροφοριών της 26ης Σεπτεμβρίου 2023, το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει εάν ο διορισμός του S. L. Kalėda στη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου ασκούσε επιρροή στο αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, το οποίο αφορούσε αίτημα καταδίκης σε επιχείρηση πράξης, καθώς και εάν ενέμενε στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως. |
|
25 |
Με έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 2023, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε ότι ο διορισμός αυτός δεν ασκούσε επιρροή στο αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι ενέμενε στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως. |
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
|
26 |
Πολλές από τις κυβερνήσεις που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση εκφράζουν αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, ότι η διαδικασία διορισμού δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου περιλαμβάνει διάφορα στάδια, το πρώτο εκ των οποίων είναι το εθνικό στάδιο της πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. Το στάδιο, όμως, αυτό δεν εμπίπτει, κατά την άποψή τους, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ιδίως του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αλλά διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της συμβατότητας με τις ανωτέρω διατάξεις των εθνικών κανόνων που διέπουν το εθνικό αυτό στάδιο της πρότασης υποψηφίου. |
|
27 |
Επιπλέον, ορισμένες από τις κυβερνήσεις αυτές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία διορισμού δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου περατώνεται με την έκδοση απόφασης που λαμβάνεται με κοινή συμφωνία των κυβερνήσεων των κρατών μελών, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο νομιμότητας από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, κατά μείζονα λόγο, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του εθνικού σταδίου της πρότασης υποψηφίου το οποίο αποτελεί μέρος της διαδικασίας διορισμού. |
|
28 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, συνιστάται επιτροπή που γνωμοδοτεί σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή και του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου, πριν από τη διενέργεια των διορισμών από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών σύμφωνα με τα άρθρα 253 και 254 ΣΛΕΕ. Όπως προκύπτει από το σημείο 6, πρώτο εδάφιο, των κανόνων λειτουργίας της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2010/124, η επιτροπή αυτή συγκαλείται επί τη βάσει πρότασης υποψηφιότητας που υποβάλλει η κυβέρνηση κράτους μέλους, η οποία διαβιβάζεται στον πρόεδρο της επιτροπής από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου. |
|
29 |
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 52 και 53 των προτάσεών του, η διαδικασία διορισμού δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου περιλαμβάνει τρία στάδια. Σε ένα πρώτο στάδιο, η κυβέρνηση του οικείου κράτους μέλους προτείνει υποψήφιο για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου διαβιβάζοντας τη σχετική πρόταση στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου. Σε ένα δεύτερο στάδιο, η επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ γνωμοδοτεί σχετικά με την επάρκεια του υποψηφίου αυτού για την άσκηση των καθηκόντων δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Στο τρίτο στάδιο, το οποίο έπεται της διαβουλεύσεως με την εν λόγω επιτροπή, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών προβαίνουν, μέσω των αντιπροσώπων τους, στον διορισμό του εν λόγω υποψηφίου στη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, με απόφαση που λαμβάνεται με κοινή συμφωνία κατόπιν προτάσεως της κυβέρνησης του οικείου κράτους μέλους. |
|
30 |
Επομένως, η απόφαση με την οποία προτείνεται υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία λαμβάνεται από την κυβέρνηση κράτους μέλους, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη αποφάσεις, συνιστά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας διορισμού η οποία διέπεται από το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, μια τέτοια απόφαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. |
|
31 |
Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 24, 58 και 59 των προτάσεών του, μολονότι η πρόταση, όπως και ο διορισμός, υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα κράτη μέλη οφείλουν, εντούτοις, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, να τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, από το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ [βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου),C‑619/18, EU:C:2019:531, σκέψη 52, και της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία),C‑181/21 και C‑269/21, EU:C:2024:1, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], η ερμηνεία των οποίων εμπίπτει προδήλως στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ [απόφαση της 22ας Μαρτίου 2022, Prokurator Generalny κ.λπ (Πειθαρχικό τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑508/19, EU:C:2022:201, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
32 |
Στο πλαίσιο αυτό, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι αποφάσεις διορισμού δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου, οι οποίες λαμβάνονται με κοινή συμφωνία από τους αντιπροσώπους των κυβερνήσεων των κρατών μελών, οι οποίοι ενεργούν όχι ως μέλη του Συμβουλίου αλλά ως αντιπρόσωποι της κυβέρνησής τους και ασκούν κατά τον τρόπο αυτόν συλλογικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, δεν υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (πρβλ. διάταξη της 16ης Ιουνίου 2021, Sharpston κατά Συμβουλίου και Αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, C‑685/20 P, EU:C:2021:485, σκέψεις 46 και 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
33 |
Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών του, η έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει τη νομιμότητα των εν λόγω αποφάσεων διορισμού δεν ασκεί επιρροή στην αρμοδιότητά του να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης τα οποία υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο τη νομιμότητα εθνικών αποφάσεων με τις οποίες προτείνεται υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
34 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. |
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
|
35 |
Η Γερμανική Κυβέρνηση εκφράζει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Κατ’ αρχάς, υποστηρίζει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι η διαφορά αυτή διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο και ότι, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επιληφθεί της εν λόγω διαφοράς. Περαιτέρω, τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι, κατά την άποψή της, υποθετικά, καθόσον η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά ούτε τη νομιμότητα της εθνικής διαδικασίας πρότασης υποψηφιότητας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου ούτε την τήρηση της διαδικασίας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση. Τέλος, κατά την άποψή της, η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα δεν είναι πλέον αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι αυτή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω του διορισμού του S. L. Kalėda στη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, συνεπεία του οποίου δεν μπορούν να ικανοποιηθούν τα αιτήματα του προσφεύγοντος της κύριας δίκης σχετικά με την επανάληψη των διαδικασιών διαβουλεύσεως και πρότασης υποψηφιότητας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
36 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της δικαστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων τα οποία υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias, C‑66/22, EU:C:2023:1016, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
37 |
Το Δικαστήριο μπορεί να μην απαντήσει σε ερώτημα που έχει τεθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που κρίνει αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Infraestruturas de Portugal και Futrifer Indústrias Ferroviárias, C‑66/22, EU:C:2023:1016, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
38 |
Εν προκειμένω, όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τον ισχυρισμό ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με τη διαφορά της κύριας δίκης, καθόσον η διαφορά αυτή διέπεται μόνον από το εθνικό δίκαιο, επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρεται στη σκέψη 30 της παρούσας απόφασης, η εθνική απόφαση με την οποία προτείνεται υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου συνιστά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας διορισμού η οποία διέπεται από το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη νομιμότητα, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις, εθνικών αποφάσεων με τις οποίες προτείνεται υποψήφιος για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ζητούμενη ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων ουδεμία σχέση έχει με το αντικείμενο της συγκεκριμένης διαφοράς. |
|
39 |
Όσον αφορά την προβαλλόμενη αναρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου να επιληφθεί της εν λόγω διαφοράς, αρκεί να υπομνησθεί ότι, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώσει εάν η απόφαση περί παραπομπής ελήφθη σύμφωνα με τους οργανωτικούς και δικονομικούς κανόνες του εθνικού δικαίου, ούτε, ιδίως, να εξετάσει το ζήτημα εάν το μέσο ένδικης προστασίας που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου είναι παραδεκτό βάσει των εθνικών αυτών κανόνων [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση περί παραπομπής που εξέδωσε δικαστήριο κράτους μέλους, εφόσον η απόφαση αυτή δεν έχει εξαφανιστεί διά της ασκήσεως μέσου ένδικης προστασίας που ενδεχομένως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο (απόφαση της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank,C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πάντως, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η απόφαση περί παραπομπής έχει εν προκειμένω εξαφανιστεί. |
|
40 |
Εν συνεχεία, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί υποθετικού χαρακτήρα των υποβληθέντων ερωτημάτων, υπογραμμίζεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Λιθουανική Κυβέρνηση, τα ερωτήματα αυτά τέθηκαν λόγω των αμφιβολιών του αιτούντος δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον συνάδει με τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητεί την ερμηνεία ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη πράγματι η εθνική διαδικασία πρότασης του υποψηφίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να εκδοθούν οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης αποφάσεις περί προτάσεως υποψηφίου. Στο μέτρο, όμως, που η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τη νομιμότητα των εν λόγω αποφάσεων υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, δεν προκύπτει ότι το ζήτημα που εγείρεται με τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι υποθετικό. |
|
41 |
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι πλέον αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης λόγω του διορισμού, εν τω μεταξύ, του S. L. Kalėda στη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, επισημαίνεται ότι, με την απάντησή του στην αίτηση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2023 περί παροχής πληροφοριών, το αιτούν δικαστήριο ανέφερε ότι ο διορισμός αυτός δεν ασκούσε επιρροή στο αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και ότι ενέμενε στην αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως. Επιπλέον, οι διάδικοι της κύριας δίκης δεν αμφισβητούν ότι η διαφορά αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί. |
|
42 |
Δεδομένου ότι ούτε από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ούτε από την απάντηση του αιτούντος δικαστηρίου στην αίτηση παροχής πληροφοριών που του απηύθυνε το Δικαστήριο προκύπτει ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης παραιτήθηκε από την προσφυγή του ή ότι το σύνολο των αιτημάτων του ικανοποιήθηκε πλήρως ή δεν μπορεί πλέον να ικανοποιηθεί, με αποτέλεσμα η διαφορά της κύριας δίκης να έχει καταστεί προδήλως άνευ αντικειμένου, η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα εξακολουθεί να είναι αναγκαία προκειμένου το αιτούν δικαστήριο να μπορέσει να αποφανθεί επί της διαφοράς [πρβλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2023, Towarzystwo Ubezpieczeń Ż (Παραπλανητικές τυποποιημένες συμβάσεις),C‑208/21, EU:C:2023:64, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
43 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή. |
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
|
44 |
Με τα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται στη δυνατότητα κυβέρνησης κράτους μέλους, η οποία έχει συγκροτήσει ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων επιφορτισμένη με την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου και με την κατάρτιση πίνακα κατάταξης των υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, να προτείνει, μεταξύ των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα, υποψήφιο άλλον από εκείνον που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση. |
|
45 |
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και έχουν την απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση υψηλών δικαστικών καθηκόντων. |
|
46 |
Όσον αφορά, ειδικότερα, την απαίτηση περί ανεξαρτησίας την οποία προβλέπουν οι εν λόγω διατάξεις, υπενθυμίζεται ότι η απαίτηση αυτή αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία και δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων των οποίων απολαύουν οι πολίτες βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου [αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής, C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψεις 70 και 71, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία),C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψη 61]. |
|
47 |
Η απαίτηση αυτή περί ανεξαρτησίας των δικαστηρίων, η οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 19 ΣΕΕ, εξειδικεύει, επομένως, μία από τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και των κρατών μελών της, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, οι οποίες καθορίζουν την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης και τις οποίες οφείλουν να τηρούν τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη [πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 127 και 232 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 67]. |
|
48 |
Δεδομένου ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας, η οποία περιλαμβάνει δύο πτυχές, ήτοι την ανεξαρτησία εν στενή εννοία και την αμεροληψία [πρβλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου),C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψεις 121 και 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], είναι συμφυής με το δικαιοδοτικό έργο και ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ αναθέτει από κοινού στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα εθνικά δικαστήρια το καθήκον της άσκησης δικαστικού ελέγχου εντός της έννομης τάξης της Ένωσης, η απαίτηση αυτή ισχύει εξίσου σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων για τους δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου, και σε επίπεδο κρατών μελών, για τα εθνικά δικαστήρια (πρβλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes PortuguesesC‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψεις 32 και 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
49 |
Επιπλέον, η απαίτηση περί δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως συνδέεται στενά, μεταξύ άλλων, με την απαίτηση περί ανεξαρτησίας, υπό την έννοια ότι αμφότερες αποσκοπούν στον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών της υπεροχής του δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών, οι οποίες είναι ουσιώδεις για το κράτος δικαίου, η αξία του οποίου κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Οι απαιτήσεις αυτές θεμελιώνονται στην ανάγκη διαφύλαξης της εμπιστοσύνης την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαστική εξουσία στον πολίτη και της ανεξαρτησίας της εξουσίας αυτής έναντι των άλλων εξουσιών [πρβλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός), C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 124, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 56]. |
|
50 |
Η απαίτηση περί δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως περιλαμβάνει, ως εκ της φύσεώς της, τη διαδικασία διορισμού των δικαστών [πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής, C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], διευκρινιζομένου ότι η ανεξαρτησία ενός δικαστηρίου αξιολογείται με βάση, μεταξύ άλλων, τον τρόπο διορισμού των μελών του [πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία),C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
51 |
Συναφώς, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και οι όροι της διαδικασίας για τον διορισμό δικαστών δεν μπορούν να προκαλέσουν εύλογες αμφιβολίες στους πολίτες ως προς το ανεπηρέαστο των διοριζόμενων δικαστών έναντι εξωτερικών στοιχείων και ως προς την ουδετερότητά τους έναντι των αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής, C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 71). Προς τούτο, πρέπει, μεταξύ άλλων, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και οι όροι της διαδικασίας να έχουν διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να καθιστούν δυνατό να αποκλειστεί όχι μόνον οποιαδήποτε άμεση άσκηση επιρροής, υπό τη μορφή εντολών, αλλά και πιο έμμεσες μορφές άσκησης επιρροής δυνάμενες να κατευθύνουν τις αποφάσεις των οικείων δικαστών, και, ως εκ τούτου, να αποφευχθεί η εντύπωση ότι οι εν λόγω δικαστές δεν είναι ανεξάρτητοι ή αμερόληπτοι, η οποία θα μπορούσε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη την οποία πρέπει να εμπνέει η δικαιοσύνη στους πολίτες στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου (πρβλ. απόφαση της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank,C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψεις 96 και 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
52 |
Στο πλαίσιο αυτό, πλημμέλεια κατά τη διαδικασία διορισμού των δικαστών εντός του οικείου δικαιοδοτικού συστήματος δύναται να συνεπάγεται προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, όταν η πλημμέλεια αυτή είναι τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος άσκησης αθέμιτης διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους άλλων εξουσιών, ιδίως της εκτελεστικής, με συνέπεια να διακυβεύεται το αδιάβλητο του αποτελέσματος στο οποίο καταλήγει η διαδικασία διορισμού. Πράγματι, τέτοιου είδους πλημμέλεια μπορεί να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του ή των οικείων δικαστών. Τούτο συμβαίνει οσάκις πρόκειται για θεμελιώδεις κανόνες που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θέσπισης και της λειτουργίας του εν λόγω δικαιοδοτικού συστήματος [πρβλ. αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής, C‑542/18 RX–II και C‑543/18 RX–II, EU:C:2020:232, σκέψεις 75 και 76, και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψεις 72 και 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. |
|
53 |
Όσον αφορά τους δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις και οι όροι της διαδικασίας για τον διορισμό τους πρέπει να αποκλείουν κάθε εύλογη αμφιβολία των πολιτών ως προς το εάν οι οικείοι δικαστές πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι οποίες αφορούν τόσο τις «εγγυήσεις ανεξαρτησίας» όσο και την «απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση υψηλών δικαστικών καθηκόντων». Προς τούτο, είναι, μεταξύ άλλων, αναγκαίο, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 έως 61 και 65 των προτάσεών του, να διασφαλίζεται η ακεραιότητα της διαδικασίας διορισμού των δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου στο σύνολό της και, κατά συνέπεια, το αδιάβλητο του αποτελέσματος της διαδικασίας σε κάθε στάδιό της. |
|
54 |
Επομένως, όσον αφορά, πρώτον, το εθνικό στάδιο της πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο αποτελεί, ειδικότερα, το επίμαχο στη διαφορά της κύριας δίκης ζήτημα, επισημαίνεται, αφενός, ότι, ελλείψει σχετικών ειδικών διατάξεων στο δίκαιο της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ρυθμίσει τους όρους της εν λόγω διαδικασίας πρότασης υποψηφίου, υπό την προϋπόθεση να μην μπορούν οι όροι αυτοί να δημιουργήσουν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς το εάν ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
55 |
Ως εκ τούτου, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 54 των προτάσεών του, κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να προβλέπει ή όχι διαδικασία επιλογής και πρότασης υποψηφίου για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
56 |
Συναφώς, το γεγονός ότι στη διαδικασία διορισμού δικαστών μετέχουν εκπρόσωποι της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι αφ’ εαυτού ικανό να προκαλέσει τέτοιες εύλογες αμφιβολίες στους πολίτες [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψεις 75 και 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Τούτου λεχθέντος, η συμμετοχή ανεξάρτητων συμβουλευτικών οργάνων καθώς και η πρόβλεψη στο εθνικό δίκαιο υποχρέωσης αιτιολόγησης μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της αντικειμενικότητας της διαδικασίας διορισμού, οριοθετώντας την εξουσία εκτιμήσεως που πιθανώς διαθέτει το αρμόδιο για τους διορισμούς όργανο (πρβλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika,C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψεις 66 και 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
57 |
Αφετέρου, όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται σε σχέση με την επιλογή και την πρόταση υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη, μολονότι διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αυτών, οφείλουν, εντούτοις, να διασφαλίζουν, όποιοι και αν είναι οι επιλεγόμενοι συναφώς όροι της διαδικασίας, ότι οι προτεινόμενοι υποψήφιοι πληρούν τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και επαγγελματικής ικανότητας που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και στο άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
58 |
Δεύτερον, η εξακρίβωση της επάρκειας των προτεινόμενων από τα κράτη μέλη υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εμπίπτει επίσης στην αρμοδιότητα της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ. |
|
59 |
Πράγματι, προκειμένου να εκδώσει τη γνωμοδότησή της σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων, η επιτροπή αυτή οφείλει να εξακριβώσει ότι ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και επαγγελματικής ικανότητας που, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
60 |
Στο πλαίσιο αυτό, όπως επισήμανε η εν λόγω επιτροπή σε μία από τις εκθέσεις δραστηριοτήτων της, μολονότι η ύπαρξη ανοικτής, διαφανούς και αυστηρής διαδικασίας επιλογής αποτελεί κρίσιμο στοιχείο προκειμένου να εξακριβωθεί ότι ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις, η απουσία τέτοιας διαδικασίας δεν συνιστά, αντιθέτως, αυτή καθεαυτήν, λόγο ικανό να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς την τήρηση των απαιτήσεων αυτών. |
|
61 |
Για τους σκοπούς της εν λόγω εξακρίβωσης, η επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ μπορεί, όπως ορίζει το σημείο 6, δεύτερο εδάφιο, των κανόνων λειτουργίας της, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2010/124, να ζητήσει από την κυβέρνηση από την οποία προέρχεται η πρόταση να της διαβιβάσει συμπληρωματικές πληροφορίες ή άλλα στοιχεία τα οποία κρίνει απαραίτητα για το έργο της, η δε κυβέρνηση αυτή υποχρεούται, δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να της τα παράσχει. |
|
62 |
Τρίτον, και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών οφείλουν να διασφαλίζουν, μέσω των αντιπροσώπων τους, την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όταν αποφασίζουν, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ, να διορίσουν δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου τον υποψήφιο που προτείνει η οικεία κυβέρνηση. Πράγματι, μετά τον διορισμό του, ο υποψήφιος καθίσταται δικαστής της Ένωσης και δεν εκπροσωπεί το κράτος μέλος που τον πρότεινε. |
|
63 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ένα κράτος μέλος έχει θεσπίσει διαδικασία επιλογής υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας ομάδα αποτελούμενη κατά πλειοψηφία από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες αναλαμβάνει την αξιολόγηση των υποψηφίων και την κατάρτιση πίνακα κατάταξης όσων εξ αυτών πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το γεγονός και μόνον ότι η κυβέρνηση του εν λόγω κράτους μέλους αποφάσισε να προτείνει υποψήφιο ο οποίος περιλαμβάνεται στον ως άνω πίνακα αλλά δεν είναι εκείνος που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πρόταση αυτή δύναται να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς το εάν ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις οικείες απαιτήσεις. |
|
64 |
Πράγματι, εν προκειμένω, από τα σημεία 1 έως 3, 13, 15, 19 και 21 έως 23 της περιγραφής της διαδικασίας επιλογής προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων όφειλε να αξιολογήσει τους εν λόγω υποψηφίους υπό το πρίσμα των απαιτήσεων που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, όπως τις έχει αποσαφηνίσει η επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ στις εκθέσεις δραστηριοτήτων της. Περαιτέρω, ο πίνακας κατάταξης που κατήρτισε η εν λόγω ομάδα περιελάμβανε μόνον υποψηφίους οι οποίοι, κατά την κρίση της, πληρούσαν τις οικείες απαιτήσεις. Τέλος, η εισήγηση, από την ίδια ομάδα, της υποψηφιότητας του προσώπου που είχε καταταγεί στην πρώτη θέση του πίνακα κατάταξης αποτελούσε απλή σύσταση προς τη Λιθουανική Κυβέρνηση, η οποία ήταν αρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του νόμου περί της Κυβερνήσεως, να προτείνει τον υποψήφιο για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
65 |
Το γεγονός ότι η επιτροπή που προβλέπει το άρθρο 255 ΣΛΕΕ εξέδωσε θετική γνωμοδότηση για τον προταθέντα από τη Λιθουανική Κυβέρνηση υποψήφιο που είχε καταταγεί στην τρίτη θέση του πίνακα κατάταξης είναι ικανό να επιβεβαιώσει ότι η απόφαση των κυβερνήσεων των κρατών μελών να διορίσουν τον εν λόγω υποψήφιο είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. |
|
66 |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται στη δυνατότητα κυβέρνησης κράτους μέλους, η οποία έχει συγκροτήσει ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων επιφορτισμένη με την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου και με την κατάρτιση πίνακα κατάταξης των υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, να προτείνει, μεταξύ των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα, υποψήφιο άλλον από εκείνον που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση, υπό την προϋπόθεση ότι ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
67 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται: |
|
Το άρθρο 19, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΕΕ και το άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ |
|
έχουν την έννοια ότι: |
|
δεν αντιτίθενται στη δυνατότητα κυβέρνησης κράτους μέλους, η οποία έχει συγκροτήσει ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων επιφορτισμένη με την αξιολόγηση των υποψηφίων για τη θέση δικαστή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την κατάρτιση πίνακα κατάταξης των υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, να προτείνει, μεταξύ των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα, υποψήφιο άλλον από εκείνον που έχει καταταγεί στην πρώτη θέση, υπό την προϋπόθεση ότι ο προτεινόμενος υποψήφιος πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις. |
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.